ΕΛΑΣ
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ 28η Οκτωβρίου 1940 χωρίς τον Μεταξά
Εάν οι εκλογές του Ιανουαρίου 1936 δεν είχαν γίνει με το εκλογικό σύστημα της «απλής και άδολης αναλογικής» και είχε σχηματιστεί κυβέρνηση, είτε του Λαϊκού Κόμματος ή των Φιλελευθέρων, ο Μεταξάς δεν θα είχε γίνει πρωθυπουργός τον Απρίλιο και δικτάτορας την 4η Αυγούστου. Εάν γινόταν αυτό, η Ελλάδα θα αναμειγνυόταν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με άλλους όρους και η μεταπολεμική εξέλιξη των πραγμάτων θα ήταν τελείως διαφορετική από αυτή που ζήσαμε.
Η Ελλάδα δέχτηκε ιταλική επίθεση την 28η Οκτωβρίου 1940 και ενεπλάκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο γιατί κυβερνήτης της ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς και αρχηγός του κράτους ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄. Εάν δεν ίσχυε αυτό, η Ελλάδα, κατά πάσα πιθανότητα, είτε δε θα αναμειγνυόταν στον πόλεμο ή θα δεχόταν επίθεση από τη Βρετανία στα μέσα του 1942, κατά την προετοιμασία για τη μάχη του Ελ Αλαμέιν.
Όσο και εάν ακούγεται παράξενο, ο μόνος λόγος που η Ελλάδα δέχτηκε επίθεση και είπε ΟΧΙ στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι την 28η Οκτωβρίου 1940 ήταν γιατί τη χώρα δεν κυβερνούσε το Κόμμα των Φιλελευθέρων ή το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Εάν ήταν πρωθυπουργός ο Νικόλαος Πλαστήρας, επικεφαλής βενιζελικής κυβέρνησης, κατά πάσα πιθανότητα η Ελλάδα θα είχε προσχωρήσει στον Άξονα στο πλευρό της Ιταλίας, το φασιστικό καθεστώς της οποίας θαύμαζε ο Πλαστήρας και επιθυμούσε να εφαρμόσει στην Ελλάδα. Εάν, δε, τη χώρα κυβερνούσε το ΚΚΕ, στις 24 Αυγούστου 1939, την επομένη της υπογραφής του Συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, η Ελλάδα θα προσχωρούσε επίσης στον Άξονα και θα δεχόταν γερμανική επίθεση στα μέσα καλοκαιριού 1941, ταυτόχρονα με την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης στη Σοβιετική Ένωση.
Σε ό,τι ακολουθεί επιχειρηματολογώ για το γιατί.
O Πλαστήρας
Ο Νικόλαος Πλαστήρας είναι, κατά τη γνώμη μου, μια από τις πιο υπερτιμημένες φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Απόφοιτος σχολής υπαξιωματικών του στρατού, το 1909 συμμετείχε στο Κίνημα στο Γουδί. Το 1922 ηγήθηκε στρατιωτικού πραξικοπήματος λίγες ημέρες μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία, και ενώ πρόσφυγες προσπαθούσαν ακόμη να ξεφύγουν από τη δολοφονική βία των στρατιών του Κεμάλ. Ανέτρεψε την κυβέρνηση Γούναρη και, λίγες εβδομάδες αργότερα, οργάνωσε δίκη-παρωδία σε έκτακτο στρατοδικείο, το οποίο «δίκασε» και καταδίκασε σε θάνατο τον πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη και άλλους δύο πρώην πρωθυπουργούς, τον υπουργό Εξωτερικών, τον υπουργό Στρατιωτικών και τον διοικητή του εκστρατευτικού σώματος της Μικράς Ασίας. Οι Έξι εκτελέστηκαν τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας από την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης. Τον Μάρτιο 1933, την ημέρα των εκλογών, ο Πλαστήρας οργάνωσε πραξικόπημα, με την έγκριση του Ελευθερίου Βενιζέλου, για να εμποδίσει το Λαϊκό Κόμμα, που κέρδισε τις εκλογές, να σχηματίσει κυβέρνηση. Το πραξικόπημα απέτυχε και ο Πλαστήρας κατέφυγε στη Γαλλία. Ακριβώς δύο χρόνια μετά, τον Μάρτιο του 1935, παρ’ όλο που η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος δεν είχε παλινορθώσει τη μοναρχία, όπως της ζητούσαν επίμονα ακραία στοιχεία του στρατού, ο Πλαστήρας οργανώνει πάλι, από τη Γαλλία, πραξικόπημα για την ανατροπή της κυβέρνησης και, δήθεν, την «προστασία της δημοκρατίας». Όταν το πραξικόπημα αποτυγχάνει, ο Πλαστήρας καταδικάζεται σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Τον επόμενο χρόνο, και ενώ η χώρα συγκλονίζεται από αιματηρές ταραχές που διοργανώνει το ΚΚΕ σχεδόν καθημερινά από τις αρχές του χρόνου, στις εφημερίδες της 29ης Ιουνίου 1936 δημοσιεύεται δημόσια προτροπή του Πλαστήρα να επιβληθεί αμέσως δικτατορία (διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου):
Κατά τας ημέρας αυτάς διαδίδονται πολλά περί εγκαθιδρύσεως εις την Ελλάδα δικτατορίας εκ μέρους των κυβερνητών σήμερον. Θα ήταν αλήθεια ευχής έργον εάν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή η ιδέα αυτή το ταχύτερον [...]. Εάν το σημερινό καθεστώς έχει προσανατολισθή προς αυτήν την κατεύθυνσι και αισθάνεται ότι έχει στους κόλπους του τα απαραίτητα στοιχεία και τον άνδρα ο οποίος θα αποτελέση τον ιθύνοντα νουν και έχει την ικανότητα και την δύναμι για να άρει τις αιτίες που κρατούν τον λαό σε δύο συγκρουόμενες μερίδες, δεν πρέπει ούτε για μια στιγμή να διστάση, διότι οι καιροί ου μενετοί.
Όπερ και εγένετο, την 4η Αυγούστου 1936, χωρίς αντιδράσεις από τον ελληνικό λαό και χωρίς να «ανοίξει μύτη». Όμως, η δικτατορία του Μεταξά δεν ήταν ακριβώς η δικτατορία που είχε στο νου του ο Πλαστήρας, ο οποίος ήλπιζε ότι το κίνημα θα οργανωνόταν από κοινοβουλευτικές δυνάμεις και, δη, του κεντρώου χώρου, και θα είχε αποτέλεσμα την επιβολή ενός φασιστικού καθεστώτος στα πρότυπα του καθεστώτος Μουσολίνι. Ο Πλαστήρας, στα 3 χρόνια που ήταν στη Γαλλία, γνώρισε και θαύμασε το ιταλικό φασιστικό καθεστώς και πίστευε ότι αποτελούσε την απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδος.
Στα τέλη Νοεμβρίου 1940, και ενώ ο ελληνικός στρατός είχε αποκρούσει την αρχική ιταλική επίθεση και είχε ήδη απωθήσει τον ιταλικό στρατό πέρα από τα αλβανικά σύνορα, ο Πλαστήρας ανέλαβε πρωτοβουλία να πείσει την ελληνική κυβέρνηση να δεχτεί τη διαμεσολάβηση της ναζιστικής Γερμανίας για να τερματιστούν οι εχθροπραξίες και να επιτευχθεί ανακωχή.
Έτσι, όπως πολύ εύγλωττα σχολιάζει ο καθηγητής Γεώργιος Μαυρογορδάτος σε άρθρο του στην Καθημερινή (1 Νοεμβρίου 2023):
Τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, αν στη θέση του Ιωάννη Μεταξά είχε βρεθεί ως δικτάτορας ο Νικόλαος Πλαστήρας, αν δηλαδή είχε επικρατήσει το Κίνημα του 1935, η απάντησή του στον Ιταλό πρέσβη θα ήταν ασφαλώς διαφορετική. Δεν είναι μόνο ότι ο Πλαστήρας είχε γίνει από αρκετά χρόνια άκριτος θαυμαστής του Μουσολίνι, ούτε ότι φιλοδοξούσε να μιμηθεί αυτόν περισσότερο από κάθε άλλον δικτάτορα, όπως αρθρογραφούσε το 1934. Το 1941, από τη Γαλλία όπου παρέμενε εξόριστος, κατηγορούσε τον Μεταξά και τον Γεώργιο Β΄ ότι οδήγησαν την Ελλάδα σε άνισο πόλεμο με την Ιταλία και τη Γερμανία, που μπορούσε να είχε αποφευχθεί. […]. Άλλωστε, ήταν έτοιμος να συνεργαστεί με τις δυνάμεις του Άξονα. Βαυκαλιζόταν, όπως φαίνεται, με την ελπίδα ότι αυτές θα τον εγκαθιστούσαν δικτάτορα στην κατεχόμενη Ελλάδα.
To ΚΚΕ
Toν Αύγουστο 1935, μετά την επικράτηση των Ναζί στη Γερμανία, η Κομμουνιστική Διεθνής ή Κομιντέρν, η υπηρεσία του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος που επέβλεπε και ήλεγχε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα του κόσμου, αποφάσισε τη δημιουργία «λαϊκών μετώπων» και διέταξε τα ΚΚ όλου του κόσμου να δημιουργήσουν «αντι-φασιστικούς» συνασπισμούς με σοσιαλιστικά, φιλελεύθερα και αστικά κόμματα για να ελέγξουν την άνοδο του φασισμού. Έτσι, στις εκλογές του Ιανουαρίου 1936, το ΚΚΕ κατέβηκε με την ονομασία «Λαϊκό Μέτωπο», πιστό, όπως πάντα, στις εντολές της Μόσχας.
Όμως, στις 7 Σεπτεμβρίου 1939, 14 ημέρες μετά την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ και 7 μέρες μετά την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία, ο Στάλιν έδωσε εντολή να εγκαταλειφθεί αμέσως η πολιτική των «λαϊκών μετώπων» και να καταγγελθεί ο πόλεμος που μόλις είχε ξεσπάσει ως «σύγκρουση μεταξύ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων»[1]. Στις 9 Σεπτεμβρίου συνεδρίασε η Κεντρική Γραμματεία της Κομιντέρν και εξέδωσε απόφαση που έλεγε αυτολεξεί:
Ο σημερινός πόλεμος είναι ένας ιμπεριαλιστικός και άδικος πόλεμος για τον οποίο ευθύνονται οι αστικές τάξεις όλων των εμπλεκόμενων χωρών. Τα κομμουνιστικά κόμματα […] που έχουν πάρει θέση διαφορετική από την παραπάνω πρέπει να αλλάξουν αμέσως την πολιτική τους γραμμή.
Μια εβδομάδα αργότερα, σοβιετικά στρατεύματα εισέβαλαν στην «αστική, φασιστική» Πολωνία από τα ανατολικά και έθεσαν τέρμα στην αντίσταση του πολωνικού στρατού. Επακολούθησε ο διαμελισμός της Πολωνίας ανάμεσα στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση.
Η επίσημη θέση του ΚΚΕ από το φθινόπωρο του 1939 ώς τις αρχές Ιουλίου 1941 ήταν ότι υπεύθυνοι για τους πολέμους που είχαν κηρύξει η ναζιστική Γερμανία, η φασιστική Ιταλία και η κομμουνιστική Ρωσία στη δυτική Ευρώπη και τη βόρεια Αφρική ήταν η Αγγλία και η Γαλλία, οι οποίες, κατά το ΚΚΕ, «κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία». Την ίδια ακριβώς θέση είχαν όλα τα κομμουνιστικά κόμματα του κόσμου. Το ΚΚΕ εκτέλεσε τις εντολές του σοβιετικού κόμματος μέχρι κεραίας. Η Κεντρική Επιτροπή, σε μανιφέστο της 20ής Απριλίου 1940, δηλαδή τρεις εβδομάδες πριν από την γερμανική εισβολή στη Γαλλία, και αφού ο Μεταξάς είχε επιβεβαιώσει τη συμπαράταξη της Ελλάδος με τους Συμμάχους, διακήρυξε (Ριζοσπάστης, 2 Μαΐου 1940):
Το πέρασμα της βασιλομεταξικής δικτατορίας στην υπηρεσία των αγγλογάλλων, συντελούμενος μέσα στις συνθήκες της έντασης των σχέσεων τους με την Ιταλία, σημαίνει –ούτε λίγο ούτε πολύ– πρόσκληση προς τους ιμπεριαλιστές να βγάλουν τα μάτια τους πάνω στα ελληνικά εδάφη και εξουσιοδότησή τους να μην αφήσουν πέτρα πάνω στην άλλη, στην δυστυχισμένη πατρίδα μας.[2]
Στις 30 Απριλίου 1940 το ΚΚΕ επανέρχεται με «προκήρυξη προς τον ελληνικό λαό», στην οποία αναφέρει ότι η εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας και της ΕΣΣΔ εναντίον της Πολωνίας προκλήθηκε από τις ενέργειες της πολωνικής κυβέρνησης. Μετά το ΟΧΙ, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ εξέδωσε μανιφέστο (7 Δεκεμβρίου 1940) όπου υποστήριζε ότι για την ιταλική επίθεση ευθύνεται «η βασιλομεταξική σπείρα», δηλαδή η ελληνική κυβέρνηση:
Ο πόλεμος αυτός που προκλήθηκε από τη βασιλομεταξική σπείρα, που διατάχτηκε από τους εγγλέζους ιμπεριαλιστές, δεν μπορεί να έχει την παραμικρή σχέση με την υπεράσπιση της πατρίδος μας. Ούτε είναι βέβαια «πόλεμος κατά του φασισμού», όπως δήλωσε κυνικά ο αρχιφασίστας Μεταξάς, ο δήμιος του λαού μας. [Ο] πόλεμος αυτός δεν μπορεί νάχει καμμιά σχέση με την ελευθερία.[3]
Όμως, στις 31 Οκτωβρίου 1940, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, έγκλειστος στις φυλακές Κέρκυρας, έστειλε επιστολή προς τον Ιωάννη Μεταξά, με την οποία καλεί τον ελληνικό λαό να συμπαραταχθεί με την κυβέρνηση για την απόκρουση της ιταλικής επίθεσης. Η επιστολή δόθηκε από την κυβέρνηση στις εφημερίδες και δημοσιεύθηκε την επόμενη μέρα. Στις 26 Νοεμβρίου 1940, ο Ζαχαριάδης, μετά τη σφοδρή αντίδραση του μηχανισμού και των στελεχών του ΚΚΕ που δρούσαν ελεύθεροι, κάνει πίσω και στέλνει δεύτερη επιστολή στον Μεταξά, η οποία, όμως, όπως και η τρίτη, που στάλθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1941, δε δημοσιεύθηκαν ποτέ στον Τύπο, γιατί η κυβέρνηση, βλακωδώς, θεώρησε ότι μπορούσαν να προκαλέσουν ρήγμα στο αρραγές εθνικό μέτωπο.
Η δεύτερη επιστολή του Ζαχαριάδη δημοσιεύθηκε τελικά στον Ριζοσπάστη, στις 9 Μαρτίου 1947. Ο Ζαχαριάδης ζητούσε η Ελλάδα να σταματήσει τις εχθροπραξίες και να εισέλθει στον Άξονα Χίτλερ-Μουσολίνι-Στάλιν, στο πλευρό της ΕΣΣΔ. Ιδού:
Με το αίμα του ο λαός εξασφάλισε τη λευτεριά και την ανεξαρτησία του. Έξω απ’ αυτά η Ελλάδα δεν έχει καμμιά θέση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ανάμεσα στην Αγγλία και Ιταλία-Γερμανία. Αφού ο λαός μας υπερασπίσει αποτελεσματικά την ανεξαρτησία και την εθνική λευτεριά του, σήμερα ένα μοναχά πράμα θέλει: Ειρήνη και ουδετερότητα με τούτους τους όρους: (1) Να ξανάρθουν τα πράγματα όπως ήταν στις 28 του Οχτώβρη 1940 δίχως καμιά εδαφική-οικονομική-πολιτική ζημία σε βάρος της Ελλάδας, και (2) Οι πολεμικές δυνάμεις της Αγγλίας να φύγουν όλες απ’ τα χώματα και τα νερά της Ελλάδας. Με βάση τους δύο αυτούς όρους να ζητήσουμε αμέσως από την κυβέρνηση της Ε.Σ.Σ.Δ. να μεσολαβήσει για να γίνει ελληνοϊταλική ειρήνη. Αυτό σήμερα είναι το μοναδικό εθνικολαϊκό συμφέρον. Και η πράξη έχει αποδείξει ότι μόνον η Ε.Σ.Σ.Δ. σήμερα έσωσε την ειρήνη και ουδετερότητα της Γιουγκοσλαβίας – Βουλγαρίας – Τουρκίας.
Στις 15 Ιανουαρίου 1941 ο Ζαχαριάδης στέλνει την τρίτη επιστολή του, αυτή τη φορά προς όλα τα μέλη του ΚΚΕ, και ζητάει τη διενέργεια πραξικοπήματος ή στάσης για την ανατροπή του Μεταξά, την ίδια ώρα που η χώρα πολεμούσε στα βουνά της Αλβανίας εναντίον των Ιταλών. Στην επιστολή αναφέρει:
Ο Μεταξάς από την πρώτη στιγμή [...] έκανε πόλεμο φασιστικό, κατακτητικό πόλεμο. Ενώ, αφού διώξαμε τους Ιταλούς από την Ελλάδα, βασική προσπάθεια μας έπρεπε να είναι να κάνουμε μια ξεχωριστή, έντιμη και δίχως παραχωρήσεις ελληνοϊταλική ειρήνη, πράγμα που μπορούσε να γίνει με τη μεσολάβηση της ΕΣΣΔ, η μοναρχοφασιστική δικτατορία συνέχισε τον πόλεμο για λογαριασμό, όχι του λαού της Ελλάδας, μα της πλουτοκρατίας και του αγγλικού ιμπεριαλισμού. [...] Αφού δε ο Μεταξάς αρνιέται να αποκαταστήσει τις ελευθερίες του λαού, να εξασφαλίσει την ειρήνη της Ελλάδας και κάνει πόλεμο κατακτητικό ιμπεριαλιστικό, που όλα του τα βάρη τα πληρώνει ο λαός, παραμένει [σσ. ο Μεταξάς] κύριος εχθρός του λαού και της χώρας. Η ανατροπή του είναι το πιο άμεσο και ζωτικό συμφέρον του λαού μας. Λαός και στρατός πρέπει να πάρουν στα χέρια τους τη διαχείριση της χώρας και του πολέμου με σκοπό ειρήνη, εθνική ανεξαρτησία, εσωτερικό αντιφασιστικό, αντιπλουτοκρατικό λαϊκό καθεστώς, ολόπλευρη προσέγγιση προς την ΕΣΣΔ και βαλκανική συνεργασία με βάση την ειρηνική λύση των εσωβαλκανικών διαφορών».
Αναλογισθείτε το αυτό. Ο Ζαχαριάδης ζητούσε από τους Έλληνες να ανατρέψουν την κυβέρνησή τους, που διεξήγαγε έναν νικηφόρο αμυντικό πόλεμο υπεράσπισης των εδαφών της πατρίδας. Τι θα έκανε, αυτός και ο μηχανισμός του ΚΚΕ, εάν ήταν ελεύθεροι και δρούσαν χωρίς περιορισμούς; Αναλογισθείτε την, εκ των υστέρων φρικιαστική, εκδοχή της ιστορίας όπου το ΚΚΕ ήταν νόμιμο την 28η Οκτωβρίου 1940 και η ηγεσία του κυκλοφορούσε ελεύθερη και δρούσε ανενόχλητη.
Στις αρχές του Ιανουαρίου 1936 το ΚΚΕ είχε ζητήσει από τα μέλη του να περάσουν από μαθήματα δράσης στην παρανομία· στις αρχές Ιουνίου 1936 εξέδωσε οδηγίες προς όλες τις οργανώσεις του να οργανώσουν άμεσα ταχυδρομική επικοινωνία μεταξύ τους, να βρεθούν μυστικά μέρη συνεδριάσεων και να δημιουργηθεί ένα δίκτυο συνδέσμων· και στα μέσα Ιουνίου 1936 έδωσε εντολή για την «εντατικοποίηση της δουλειάς στις ένοπλες δυνάμεις» και ζήτησε από τα μέλη των κομμουνιστικών πυρήνων να συλλάβουν τους αξιωματικούς «φασιστικών πεποιθήσεων και να ενωθούν με τις μάζες για την ανατροπή του καθεστώτος»[4]. Και αυτά ήταν απλώς η κατάληξη ενός επαναστατικού προγράμματος που ξεκίνησε το 1927, όταν η νεολαία του ΚΚΕ αποφάσισε την ίδρυση «αντιπολεμικών πυρήνων» στο στράτευμα. Θυμίζω ότι μέχρι τον Μάρτιο του 1928 ο αριθμός τους είχε φτάσει τις 238.
Αυτή η δραστηριότητα, ασφαλώς, θα είχε συνεχιστεί εάν δεν έκανε δικτατορία ο Μεταξάς το 1936 και εάν δεν είχε φυλακιστεί ή/και εκτοπιστεί η ηγεσία του ΚΚΕ. Είναι ασφαλές να υποθέσει κανείς, επίσης, ότι θα είχε ενταθεί μετά τον Οκτώβριο 1939, όταν η Κομιντέρν διέταξε τα κομμουνιστικά κόμματα όλου του κόσμου να καταγγείλουν τους «Αγγλογάλλους» και τους «Πολωνούς φασίστες» ως υπεύθυνους για την εισβολή στην Πολωνία και τον διαμελισμό της από τη Γερμανία και την ΕΣΣΔ. Φανταστείτε, λοιπόν, τις συνέπειες για την αντίδραση της Ελλάδος στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι, το αξιόμαχο του ελληνικού στρατού στην Ήπειρο και για την έκβαση της άμυνας της χώρας εναντίον της ιταλικής εισβολής, εάν το ΚΚΕ δρούσε ελεύθερο και εκτελούσε τις διαταγές της Κομιντέρν μετά την 28η Οκτωβρίου 1940.
Για να σας βοηθήσω, θυμηθείτε απλώς την ανταρσία που εκδηλώθηκε στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, με οργάνωση και υποκίνηση στελεχών του ΚΚΕ, στη Μέση Ανατολή. Τα κινήματα της Μέσης Ανατολής έγιναν σε τρεις φάσεις: τον Μάρτιο 1943, τον Ιούλιο 1943 και τον Απρίλιο 1944, με την ανταρσία του Ναυτικού, που ήταν η κορύφωση του δράματος. Καθόλου τυχαία, το πρώτο κίνημα σημειώθηκε τον Μάρτιο 1943, δηλαδή ταυτόχρονα με την έναρξη των εμφύλιων συγκρούσεων στην Ελλάδα. Η επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων με στόχο την απορρόφηση ή την εξουδετέρωσή τους εξαπολύθηκε σχεδόν αμέσως μετά την παράδοση της 6ης Στρατιάς της Βέρμαχτ και τη, νικηφόρα για την ΕΣΣΔ, λύση της πολιορκίας του Στάλινγκραντ. Η ήττα της Γερμανίας στο Στάλινγκραντ συνέβη τρεις μήνες μετά την ήττα του Ρόμελ στο Ελ Αλαμέιν και είχε γίνει, πλέον, απολύτως σαφές ότι η ζυγαριά του πολέμου γέρνει εναντίον της Γερμανίας και η νίκη των Συμμάχων ήταν θέμα χρόνου. Αμέσως, το ΚΚΕ εξαπέλυσε εκστρατεία εξάλειψης οποιασδήποτε αμφισβήτησης της κυριαρχίας του στον ελλαδικό χώρο. Παράλληλα, αποπειράθηκε να εξουδετερώσει τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις που δρούσαν στη Μέση Ανατολή.
Η κομμουνιστική οργάνωση ΑΣΟ («Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση»), στην οποία συμμετείχαν κυρίως στρατιώτες και ελάχιστοι υπαξιωματικοί και αξιωματικοί, ζήτησε τον Μάρτιο του 1943 την αποπομπή των «φασιστών» αξιωματικών (δηλαδή των μη αποταχθέντων μετά τα κινήματα του 1933 και του 1935, καθώς και των αντικομμουνιστών βενιζελικών) από τις Ταξιαρχίες. «Φασίστες» κατά το ΚΚΕ ήταν οι αξιωματικοί που οδήγησαν τον ελληνικό στρατό στις νίκες εναντίον του Μουσολίνι, που συγκρούστηκαν με τη Βέρμαχτ στη Γραμμή Μεταξά, που ηγήθηκαν της 1ης Ελληνικής Ταξιαρχίας στη Μάχη του Ελ Αλαμέιν προ έξι μηνών και που οδήγησαν τα ελληνικά υποβρύχια στις περιπολίες στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο το 1941 και το 1942 βυθίζοντας γερμανικά μεταγωγικά που μετέφεραν εφόδια για το Afrika Korps. Σύμφωνα με το ΚΚΕ η ηγεσία αυτών των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων ήταν «φασίστες».
Η ανταρσία του Μαρτίου 1943 είχε αποτέλεσμα την παραίτηση του υπουργού Αμύνης Παναγιώτη Κανελλόπουλου και την απομάκρυνση 40 αξιωματικών μοναρχικών πεποιθήσεων από τις Ταξιαρχίες. Τον Ιούλιο, οι ταραχές επαναλήφθηκαν με ανταρσίες στα πλοία Ιέραξ και Μιαούλης και στη 2η Ταξιαρχία. Η στάση καταπνίγηκε ύστερα από αγγλική επέμβαση και δύο στασιαστές δικάστηκαν, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν.
Τον Μάρτιο 1944, το ΕΑΜ σχηματίζει στα βουνά της Ευρυτανίας την Προσωρινή Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) ή «Κυβέρνηση του Βουνού». Στις αρχές Απριλίου στασιάζει το Ναυτικό, που ήταν ελλιμενισμένο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ναύτες πέταξαν στη θάλασσα τους αξιωματικούς τους, κατέλαβαν τα πλοία, ανέβασαν στα κατάρτια τους σημαίες που γράφουν «ΕΑΜ» και αξίωσαν τη συγχώνευση της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης του Καΐρου με την ΠΕΕΑ. Ο αρχηγός του αγγλικού στόλου έδωσε στην ελληνική κυβέρνηση διορία 48 ώρες για να καταπνίξει την ανταρσία, αλλιώς θα διέτασσε τη βύθιση του ελληνικού στόλου. Η ανταρσία του Απριλίου 1944 και ο παροπλισμός του ελληνικού στόλου έγιναν δύο μήνες πριν από την απόβαση στη Νορμανδία.
Αναλογισθείτε τώρα «επιτροπές οπλιτών» στην Κακαβιά και στο Τεπελένι, το χειμώνα 1940-41, να συλλαμβάνουν τους αξιωματικούς τους, όπως έκαναν στον Λίβανο το 1943, και να ζητούν άμεση κατάπαυση του πυρός και συνεννόηση με την Ιταλία, με τη διαμεσολάβηση της Σοβιετικής Ένωσης – όπως ζητούσε ο παράνομα εκδιδόμενος Ριζοσπάστης όλη τη διάρκεια του 1940. Φανταστείτε «πυρήνες» του ΚΚΕ να εμφανίζονται στην έδρα της μεραρχίας τους, να συλλαμβάνουν το επιτελείο και να το κλειδαμπαρώνουν σε αυτοσχέδια κρατητήρια επειδή ήταν «φασίστες», όπως έκαναν στα πλοία του ελληνικού στόλου που ήταν ελλιμενισμένα στην Αλεξάνδρεια το 1944. Είναι απολύτως βέβαιο ότι θα έκαναν στο αλβανικό μέτωπο το 1940-41 ακριβώς ό,τι έκαναν στον Λίβανο και την Αίγυπτο, όταν οι δύο ελληνικές Ταξιαρχίες, που είχαν συμμετάσχει στη Μάχη του Ελ Αλαμέιν, εκπαιδεύονταν και προετοιμάζονταν για να συμμετάσχουν στην απόβαση στη Σικελία και, μετά, στην απελευθέρωση της Ελλάδος. Περί αυτού δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία.
Για το ΚΚΕ, πάντα, η υπέρτατη υποχρέωση, αυτή που υπερείχε όλων των άλλων, ήταν η πιστή εκτέλεση των εντολών της Μόσχας γιατί, κατά το συναξάρι τους, αυτό υπαγόρευε η αποστολή τους, που ήταν (και είναι) η παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση. Τίποτε δε θα μπορούσε (και δεν μπορεί) να προηγείται αυτού του στόχου, και των εντολών της Μόσχας – ούτε καν η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της πατρίδας και της ελευθερίας του ελληνικού λαού. Εκ των υστέρων, λοιπόν, ο Μεταξάς ήταν όχι μόνο αυτός που πρόσδεσε τη χώρα στο άρμα της Βρετανίας και της νικήτριας συμμαχίας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου αλλά, διώκοντας το ΚΚΕ και αδρανοποιώντας την ηγεσία του τα χρόνια προ της έναρξης του πολέμου, γλίτωσε την Ελλάδα από την εθνική τραγωδία που θα αποτελούσε η υπονομευτική δράση του στη διάρκεια του αλβανικού έπους.
Ίσως γι’ αυτό μετά το 1974 και, ειδικά, μετά το 1981 το ΚΚΕ και η Αριστερά προσπάθησε, για μερικά χρόνια, να επιβάλλει το αφήγημα ότι τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου το ΟΧΙ δεν το είπε ο Μεταξάς στον Ιταλό πρέσβη αλλά ο «Λαός». Και ότι εάν ο Μεταξάς δεν είχε πει ΟΧΙ θα επακολουθούσε λαϊκή εξέγερση. Στην πραγματικότητα, βέβαια, εάν ο Μεταξάς είχε υποκύψει στο ιταλικό τελεσίγραφο, το ΚΚΕ θα τον έκανε επίτιμο μέλος. Αλλά, όπως γνωρίζει πλέον και ο τελευταίος νοήμων Έλληνας, το μόνο πράγμα στο οποίο αριστεύουν οι κομμουνιστές είναι τα ψέματα και η διαστρέβλωση της πραγματικότητας.
Εάν η δικτατορία Μεταξά δεν είχε φυλακίσει και εκτοπίσει την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (ΚΚΕ) μετά την 4η Αυγούστου 1936, ο νικηφόρος αμυντικός πόλεμος που διεξήγαγε η Ελλάδα στα βουνά της Ηπείρου και στην Αλβανία το 1940-41 θα γινόταν με πολύ διαφορετικούς όρους και θα είχε πολύ διαφορετική έκβαση. Τα αποτελέσματα θα ήταν καταστροφικά, όπως ήταν το 1943 και 1944 στη Μέση Ανατολή, όταν το ΚΚΕ προκάλεσε τη διάλυση και τον παροπλισμό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων που δρούσαν στη Μέση Ανατολή μετά το 1941. H θέση αυτή δεν αποτελεί αβάσιμη εικασία ή σενάριο επιστημονικής φαντασίας αλλά βάσιμη υπόθεση που στηρίζεται σε πραγματικά ιστορικά δεδομένα.
[1] Monty Jonhstone, The CPGB, the Comintern and the War, 1939-194: Filling in the Blank Spots, Science & Society, Vol. 61, No. 1, Communism in Britain and the British Empire (Άνοιξη 1997), σ. 27-45.
[2] «Το ΚΚΕ από το 1918 ώς το 1931», τόμος Α΄, «Το ΚΚΕ από το 1918 ώς το 1926», και στο παράρτημα κειμένων της περιόδου 1932-1941, σελ. 498, έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ.
[3] ό.π., σ. 509-510.
[4] Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης, «Θα υπήρχε Έπος του ’40 εάν δεν ήταν το ΚΚΕ στη φυλακή;», The Books’ Journal, Νο.180, Οκτώβριος 2026, σ. 28-32.
Η ιστορία «από τα κάτω»
Σπύρος Τσουτσουμπής, ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ. Οι λαϊκοί στρατοί της Αντίστασης, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2026, 424 σελ.
Ο Σπύρος Τσουτσουμπής ανήκει στη νέα γενιά ιστορικών που ανανέωσαν τη μελέτη της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Με διεθνή ακαδημαϊκή παρουσία και έρευνα που συνδυάζει την κοινωνική ιστορία με τη μελέτη της πολιτικής βίας, έχει συμβάλει καθοριστικά στη σύγχρονη κατανόηση της ελληνικής εμπειρίας του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου. To βιβλίο του για τον ΕΔΕΣ και τον ΕΛΑΣ, δίνει έμφαση στην καθημερινή ζωή, στην κουλτούρα, στα κίνητρα και στις πεποιθήσεις των μαχητών τα χρόνια της Αντίστασης, εισφέροντας στη συζήτηση για τη δεκαετία του 1940 τη σημασία της αναζήτησης ιστορικών τεκμηρίων «από τα κάτω».
Από τον Ηλία Κανέλλη
Γνώρισα τον Σπύρο Τσουτσουμπή με αφορμή το αφιέρωμα του Βοοks’ Journal στον Ρόδη Ρούφο (τχ. 133, Αύγουστος 2022). Η συνεργασία του στο τεύχος εκείνο, μια μονογραφία με τίτλο «Ο ΕΔΕΣ και η εποχή του», στην οποία έδειχνε το εύρος της γνώσης του και την ερευνητική του μέθοδο) με έκαναν πιστό αναγνώστη του. Χωρίς να συγκαταλέγομαι στους ρέκτες του εμφυλίου, σε αυτούς που διεκδικούν εξειδίκευση, υιοθετώ τις ερμηνείες των Καλύβα-Μαραντζίδη γι’ αυτόν, θεωρώ κορυφαία λογοτεχνικά κείμενα την Πολιορκία του Αλέξανδρου Κοτζιά (1953), την τριλογία Χρονικό μιας σταυροφορίας του Ρόδη Ρούφου (1954-1958), την Τειχομαχία του Θ. Ν. Φραγκόπουλου (1954), Τα δόντια της μυλόπετρας του Νίκου Κάσδαγλη (1955), την Τριλογία του Τσίρκα, Το κιβώτιο (και τα ποιήματα) του Άρη Αλεξάνδρου (1975), το Πένθιμο εμβατήριο του Σωτήρη Πατατζή (1978), την Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη, την Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού (1994) και έχω ασκηθεί να μη διαβάζω μανιχαϊστικά τις ιδεολογικές προσεγγίσεις στα γεγονότα. Γι’ αυτό οι αναγνώσεις του Τσουτσουμπή μού ταιριάζουν. Επειδή προϋποθέτουν νηφαλιότητα, απροκατάληπτη ματιά και σεβασμό στις μαρτυρίες όσων βρέθηκαν στα μέτωπα του πολέμου (όσο υποκειμενισμό κι αν κρύβουν). Ακόμα και τα απομνημονεύματα αγωνιστών, που οι ιστορικοί δεν τα λάμβαναν υπόψη ακριβώς λόγω του φόβου της ιδεολογικής μεροληψίας τους, ο Τσουτσουμπής τα θεωρεί συχνά ενδιαφέροντα κείμενα, επειδή δείχνουν τους εμφύλιους πολέμους από τα κάτω.
Ποιοι ήσαν αυτοί που πολέμησαν
Τι νέο φέρνει στην έρευνα του εμφυλίου ο Τσουτσουμπής; Η ιστοριογραφία συνήθως προσεγγίζει την αντίσταση ως πολιτική διαδικασία. Οι αντάρτες συνήθως θεωρούνται μάρτυρες της ιδεολογίας τους: σχηματικά, εμφανίζονται οι μεν να αγωνίζονται για την ελευθερία της χώρας, οι δε για την ελευθερία και την κοινωνική χειραφέτηση. Ο Τσουτσουμπής προσεγγίζει την ίδρυση, την επέκταση, τη στρατολόγηση εθελοντών και την πορεία των δύο μεγαλύτερων αντιστασιακών οργανώσεων της Ελλάδας στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο: τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ) και τον Εθνικό Δημοκρατικό Ελληνικό Σύνδεσμο (ΕΔΕΣ), αλλά ούτε τις εξιδανικεύει ούτε τις δαιμονοποιεί. Ο βασικός στόχος της μελέτης του είναι να καταλάβει την καθημερινότητα των ανταρτών, τις αντιλήψεις τους, τις σχέσεις τους και, μέσα απ’ αυτούς, να απεικονίσει την αντίσταση στην ηπειρωτική χώρα και τις συνθήκες υπό τις οποίες οι ομάδες αυτές κυριάρχησαν στην κατεχόμενη Ελλάδα.
Το βιβλίο του Τσουτσουμπή έχει απλή δομή. Εκτείνεται όλο κι όλο σε πέντε κεφάλαια, τα οποία είναι γεμάτα αποσπάσματα από προσωπικές μαρτυρίες. Το πρώτο κεφάλαιο εκκινεί από τις απαρχές των λαϊκών στρατών. Γιατί ουσιαστικά πέρασε ένας χρόνος, μάλιστα ένας τρομερός χρόνος αφού μεσολάβησε ο λιμός του χειμώνα 1941-42, μέχρι να οργανωθεί στοιχειωδώς ένοπλο αντιστασιακό κίνημα; Πώς προέκυψαν στα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας αντιστασιακές οργανώσεις; Γιατί οι πόλεις δεν είχαν σημασία για την ένοπλη αντίσταση και, αντίθετα, πώς οι κάτοικοι των χωριών απέκτησαν τη σημασία της κινητήριας δύναμης της ιστορίας; Ο Τσουτσουμπής δίνει ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο διείσδυσης των αντιστασιακών δικτύων στις κλειστές κοινότητες της ελληνικής επαρχίας και ιδίως στις προϋποθέσεις των συνδέσεων, που ήταν συγγενικές και οικογενειακές. Η προσπάθεια της αντίστασης να μονοπωλήσει τη βία (ή να δείξει ότι τη μονοπωλεί, ότι είναι πιο ισχυρή από διάφορες συμμορίες που το πρώτο έτος της Κατοχής λυμαίνονταν τις περιοχές) την έκανε αποδεκτή. Οι αντάρτες σε μεγάλο μέρος της ελληνικής υπαίθρου ήταν, σε μεγάλο βαθμό, η μόνη εγγύηση απέναντι στην κυριαρχία ενός χάους ανομίας, όπου κυριαρχούσαν όσοι είχαν ισχύ και την ασκούσαν χωρίς κανόνες. Οι στρατοί κινητοποιήθηκαν εναντίον του οργανωμένου εγκλήματος στην επαρχία, ωστόσο γρήγορα άρχισαν να μπερδεύουν τα εθνικά με τα πολιτικά και τα κοινωνικά κίνητρα, καθώς και με προσωπικές ιδιοτέλειες, ενώ συχνά η δράση τους δεν είχε νομιμοφάνεια ή έστω την επίφαση της δικαιοσύνης, αφού σε πολλές περιπτώσεις κυριαρχούσε ο προσωπικός κώδικας των ανδρών που μετέρχονταν πρακτικές βίας. Γράφει ο Τσουτσουμπής:
Οι ληστές δεν ήταν οι μόνοι στόχοι· οι αντιστασιακές οργανώσεις έβαλαν στο στόχαστρο προδότες και δωσίλογους κάθε είδους. Ο δωσιλογισμός δεν είχε πάντοτε πολιτική βάση. Ένα στέλεχος του ΕΑΜ Λακωνίας απέδωσε το «πρωτοφανές κύμα προδοσίας» στα μέσα του 1942, κατά το οποίο έφτασε να «προδίνει κόρη τον πατέρα και αδελφή τον αδελφό για κατοχή όπλων […] αλλά και για απόκρυψη Άγγλων» σε «τιποτένιες αφορμές […] προσωπικά αίτια και μικροδιαφορές». Ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ στοχοποίησαν επίσης γυναίκες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, άνδρες που είχαν σεξουαλικές σχέσεις με τους κατακτητές· οι «σεξουαλικοί δωσίλογοι» αντιμετωπίζονταν συχνά με ακραία αγριότητα. Εκατοντάδες γυναίκες κουρεύτηκαν γουλί, ορισμένες σημαδεύτηκαν με μαχαίρια και πυρωμένα σίδερα, ενώ άλλες εκτελέστηκαν αφού βασανίστηκαν από τους αντάρτες. (σ. 84)
Το δεύτερο κεφάλαιο αναφέρεται στην κινητοποίηση και στη στρατολόγηση στους λαϊκούς στρατούς που είχαν στο μεταξύ δημιουργηθεί. Αναφέρει με λεπτομέρειες περιπτώσεις στρατολόγησης και τα χαρακτηριστικά των ανδρών που συμμετείχαν: ο βασικός κορμός ήταν ιδεολογικοποιημένα άτομα, αλλά ταυτόχρονα συμμετείχαν και πρόσωπα με έκδηλη και σεσημασμένη παραβατική συμπεριφορά. Εκτός από την ιδεολογία, η πρόσβαση σε αγαθά και προνόμια ήταν σημαντικά κίνητρα προσέλκυσης υποψήφιων προς στρατολόγηση. Το κύρος και η αναγνωρισιμότητα στις περιοχές τους ήταν επίσης κίνητρο για τους υποψήφιους αντάρτες, ιδίως σε σχέση με τους απλούς και αδύναμους πολίτες. Όσο η ανταγωνιστικότητα των αντιστασιακών οργανώσεων εντεινόταν, τόσο οι πιέσεις προς τον κόσμο ήταν έντονες να συνταχθεί με τη μία ή την άλλη παράταξη. Βέβαια, συχνά τα κίνητρα ήταν όλο και πιο προσωπικά. Ενδεικτική είναι η ακόλουθη μαρτυρία ΕΠΟΝίτη από την Ήπειρο:
Οι άλλοι ήταν πέρα βρέχει, άλλος έπαιρνε την κουμπούρα για να δείξει, να πούμε, στην γκόμενα, να δείξει στην υποψήφια ότι ήταν οπλαρχηγός, αυτό, δεν υπήρχε τότε ιδεολογία, ότι παίρνω το ντουφέκι για να κάνω εκείνο, να εκδικηθώ τη δεξιά, το κράτος, τότε ο κόσμος είχε μαύρα μεσάνυχτα. (σ. 140)
Πάντως, «οι ξένοιαστες μέρες της αντίστασης δεν κράτησαν πολύ. Ο εμφύλιος πόλεμος αναμεσα στον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ τον χειμώνα του 1943/44 και η αποτυχία και των δύο οργανώσεων να διακριθούν κατά τις γερμανικές αντιαναρτικές επιχειρήσεις που έλαβαν χώρα την ίδια περίοδο προκάλεσαν ολοένα και μεγαλύτερη απογοήτευση τόσο στον άμαχο πληθυσμό όσο και στους αντάρτες» (σ. 140).
Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, ο Τσουτσουμπής περιγράφει την καθημερινή ανιαρή ζωή των ανταρτών, που περιπλανιούνται ανέστιοι ψάχνοντας τροφή, την οποία συνήθως λεηλατούν. Περιγράφει επίσης τις μάχες, συχνά μάχες εξόντωσης ιδίως με ανταρτικά σώματα τα οποία δεν είχαν εκπαίδευση ή είχαν να αντιμετωπίσουν πολυπληθέστερα ή καλά πληροφορημένα στρατιωτικά αποσπάσματα του στρατού κατοχής, περισσότερο γερμανικά ή βουλγαρικά. Τέλος, εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο η ένταξη στις συγκεκριμένες οργανώσεις συνήθως δίνει ιδεολογική και κοινωνική ταυτότητα στους αντάρτες. Καθορίζοντας τον τρόπο ζωής τους και την κουλτούρα τους.
Η ταυτότητα είναι ένα καθοριστικό στοιχείο. Ο πολεμιστής είναι ο γενναίος που έχει ξεφύγει από τη θλιβερή ζωή του αγρότη. Ή, ακόμα πιο επιβητικό, είναι ο συνεχιστής της παράδοσης του αγωνιστή του 1821. Όπως και οι αγωνιστές για την ελευθερία και την ανεξαρτησία, έτσι και οι πολεμιστές του αντάρτικου φοράνε στολή και έχουν ορκιστεί να τηρούν συγκεκριμένο κώδικα τιμής. Η αρρενωπότητα, δηλαδή η παλικαριά, η γενναιότητα ήταν συστατικό αξίας (έτσι μπορεί κανείς να κατανοήσει και την ευρύτητα της αποδοχής του Βελουχιώτη, ο οποίος σε όλη του την πορεία εμφανίζεται ως ο γενναίος ήρωας που δεν πτοείται από τίποτα) και τεκμήριο ανωτερότητας – ακόμα κι αν το αίσθημα ανωτερότητας συχνά επιβεβαιωνόταν με σκληρές πράξεις απέναντι στους ντόπιους πληθυσμούς, σε όσους απλώς δεν ήταν στρατευμένοι. Η βία, γενικώς, ήταν συστατικό μέθης, μιας συνεχούς μέθης που οδηγούσε σε αντιπαλότητα κατά πάντων, ή τελοσπάντων κατά όσων δεν ασπάζονταν τις επιλογές των ανταρτικών σωμάτων ή και των ανταρτών κατά μόνας.
Τέλος, στο κεφάλαιο αυτό, περιγράφεται η αντάρτικη ζωή ως ζωή που εμπεριέχει την κοινωνική κινητικότητα, μια που μεγάλο ποσοστό συμμετεχόντων στα ανταρτικά σώματα είχαν έλθει από παραβατική ζωή, είχαν υπάρξει σε ομάδες του υποκόσμου και γοητεύονταν από τη βία. Στην πορεία, οι βουνίσιοι πληθυσμοί ήρθαν για πρώτη φορά τόσο εκτεταμένα σε επαφή με «περπατημένους» ανθρώπους της πόλης.
Ιδεολογίες
Στο τέταρτο κεφάλαιο, ο Τσουτσουμπής αναδεικνύει μια βασική παρανόηση: οι στρατοί αντίστασης δεν ήταν αποκλειστικά συγκροτημένες πολιτικές δυνάμεις με συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους στο τέλος των συγκρούσεων, όπως τους ήθελαν οι ηγεσίες τους – ιδιαίτερα οι πολιτικές ηγεσίες πίσω από τον ΕΛΑΣ. Για ποιο λόγο λοιπόν πολεμούσαν; Κατά τις μαρτυρίες, πολεμούσαν για μια σειρά παράγοντες: «την αφοσίωση στη μονάδα τους και τους συντρόφους τους, το φόβο τιμωρίας, τις αντιλήψεις περί τιμής και τα θρησκευτικά πιστεύω, μεταξύ άλλων» (σ. 219).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η παρουσίαση της πολεμικής των δύο μεγάλων ανταρτικών στρατών, του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, μεταξύ τους. Ο ΕΛΑΣ περιγράφεται από τον ΕΔΕΣ ως προκάλυμμα του ΚΚΕ που είχε στόχο να αποσπάσει τα παιδιά από τις οικογένειές τους και να τα κάνει κομμουνιστές. Ο ΕΔΕΣ περιγράφεται από τον ΕΛΑΣ ως ψευδοσοσιαλιστικό μόρφωμα και οι άνδρες του ως μισθοφόροι των Βρετανών που είχαν σκοπό την παλινόρθωση του παλαιού status quo.
Η ιδεολογική προσέγγιση των ανδρών των στρατών γίνεται από τα επιτελεία, συχνά με τη χρήση τραγουδιών, πολλά από τα οποία παρουσίαζαν μια εξιδανικευμένη εικόνα του μέλλοντος, δίνοντας νόημα και μια αίσθηση σκοπού σε ανθρώπους που ζούσαν σε εξαιρετικά σκληρές συνθήκες. Τα τραγούδια, συνήθως εμβατηριακά, ήταν προπαγανδιστικά και αισιόδοξα, αναφέρονταν σε ηγέτες άξιους μίμησης και σε θριάμβους ενώ, συχνά, ο ΕΛΑΣ χρησιμοποιούσε θρησκευτικά μοτίβα για να περάσει τα μηνύματά του. Για παράδειγμα, το τραγούδι ανώνυμου αντάρτη του ΕΛΑΣ από την Κρήτη:
Άμα έρθωσιν οι Ρούσοι η κοιλιά μας θα γεμίσει […] / Παναγιά μου, φέρε εκείνους που αγαπούν την ισωσύνη. (σ. 237)
Το πέμπτο κεφάλαιο απομυθοποιεί διάφορες πάγιες πεποιθήσεις για τους αντάρτικους στρατούς. Καταρχήν, την πεποίθηση που θεωρεί ότι η κυριαρχία των ανταρτών στην ύπαιθρο ήταν η αρχή του τέλους των πελατειακών δικτύων· αντίθετα, λέει ο Τσουτσουμπής, η διαφθορά των αξιωματούχων του ΕΑΜ και πελατειακές σχέσεις περιελάμβανε και σε πελατειακές σχέσεις προσέβλεπε.
Ο Τσουτσουμπής εξετάζει, επίσης, τη «λαϊκή δικαιοσύνη» και τα λαϊκά δικαστήρια, καθώς και την «αστυνομία» των ανταρτικών ομάδων – όλα αυτά τα θεσμικά υποκατάστατα που, στην πραγματικότητα, ήταν ενεργούμενα ιδεολογίας παρά αντικειμενικοί θεσμοί ενός κυοφορούενου ή έστω φαντασιακού κράτους δικαίου.
Μια από τις κεντρικές «ποιοτικές διαφορές» μεταξύ του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ όσον αφορά τη διαδικασία οικοδόμησης κράτους ήταν ότι ο ΕΔΕΣ λειτουργούσε με «ένα πιο αποκεντρωμένο μοντέλο». Οι ηγέτες του παρέμειναν πιστοί στις περιφερειακές τους «προτεραιότητες» μέχρι το τέλος και δεν είχε ενοποιητική ιδεολογία. Αντίθετα, το ΕΑΜ διέθετε ένα πιο συνεκτικό «ιδεολογικό πλαίσιο» και ήταν πιο πρόθυμο να χρησιμοποιήσει βία επειδή αυτή ήταν νομιμοποιημένη ως μέσο για την επίτευξη μιας «κοινωνικής επανάστασης».
Πολύ ενδιαφέρον έχει το υποκεφάλαιο στο οποίο ο Τσουτσουμπής περιγράφει τις σφοδρές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ κατά ανταρτικών ομάδων αλλά και κυρίως κατά αμάχων, ως αντίποινα για τη δράση ανταρτικών ομάδων, και την αποτυχία των ανταρτών να προστατεύσουν τους ντόπιους. Οι αποτυχίες αυτές έφεραν μια αυξανόμενη δυσαρέσκεια απέναντι στην αντίσταση (είναι εντυπωσιακή, π.χ., η εξέλιξη μετά τις ομαδικές εκτελέσεις των κατοίκων των Καλαβρύτων, όπως την περιγράφει στέλεχος του ΕΑΜ:
Μετά τις ομαδικές εκτελέσεις των κατοίκων των Καλαβρύτων και της πυρπολήσεως της πόλης υπό των επιδραμόντων γερμανικών ορδών, πάσα πολιτική οργάνωσις του ΕΑΜ εις τα 18 χωριά της περιφερείας έπαυσε λειτουργούσα, δοθέντος ότι το ηθικό των κατοίκων κατέπεσεν εκ του φόβου και της τρομοκρατίας, μέχρι του σημείου ώστε η εμφάνιση στελεχών τινων της οργανώσεως του ΕΑΜ ή μεμονωμένων ανταρτών να τρέπει εις φυγήν αυτούς.
Τέλος, ο Τσουτσουμπής κάνει αναφορά στους πρωτοποριακούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς που έφερε η λειτουργία αντάρτικων στρατών στην Ελλάδα, εντοπίζοντας ότι επιτράπηκε στις γυναίκες και στους νέους να συμμετέχουν ως παράγοντες στις πολιτικές διεργασίες και αποσταθεροποίησε μόνιμα τις σχέσεις εξουσίας μέσα στις αγροτικές κοινότητες.
Η πολιτική βία είναι παρούσα
Στην πρόσφατη συζήτηση που έγινε, έντονα μερικές φορές, μετά την ανακάλυψη μιας σειράς φωτογραφιών της εκτέλεσης 200 πολιτικών κρατουμένων από τους Γερμανούς στην Καισαριανή, ο Σπύρος Τσουτσουμπής παρενέβη με ένα σημείωμα στο Books’ Journal, με πολλά επιχειρήματα αντλημένα από τις επεξεργασίες του βιβλίου του. Επισήμανε φυσικά ότι οι αντιπαραθέσεις στη δημόσια σφαίρα, σε πολλές περιπτώσεις, διεξήχθησαν με ηθικοπλαστικούς και όχι με επιστημονικούς όρους.
Κάποιοι εγκωμίασαν τη θυσία τους ως το αληθινό νόημα και πνεύμα της Αντίστασης. Άλλοι υπενθύμισαν ότι οι εκτελεσθέντες, παρά τον αδιαμφισβήτητο ηρωισμό τους, αποτελούσαν μόνο ένα κομμάτι ενός ευρύτερου όλου. Άλλοι επικεντρώθηκαν στη μνημονική διάσταση και στο ρόλο των Γερμανών κ.ο.κ. Αν και αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καθόλου αμελητέα, το έργο του ιστορικού δεν είναι να ψέξει, να προβοκάρει ή να εγκωμιάσει· αντίθετα, είναι να αναμετρηθεί κριτικά με το παρελθόν και να ανακρίνει τα τεκμήρια, ώστε να φτάσει σε μια πιο εμπεριστατωμένη και αντικειμενική κατανόηση, ανεξάρτητα από τις προσωπικές του πεποιθήσεις. Βεβαίως, αυτό δεν είναι εύκολο· πλην όμως είναι απαραίτητο. Αν δεν το κάνουμε, δεν είμαστε ιστορικοί αλλά απλοί προπαγανδιστές. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι εκτελεσθέντες ήταν ηρωικοί ή όχι, ούτε ποια ήταν η πολιτική τους τοποθέτηση, αλλά τι μπορούν να μας πουν τα τεκμήρια για εκείνα τα χρόνια και πώς και με ποιον τρόπο συμπληρώνουν ή υποσκάπτουν τα κυρίαρχα ιστοριογραφικά αφηγήματα της περιόδου.[1]
Το βιβλίο του Σπύρου Τσουτσουμπή, Οι λαϊκοί στρατοί της αντίστασης, στο ίδιο πλαίσιο, έχει στόχο ακριβώς την πολυπαραγοντική ανάλυση μιας περιόδου δύσκολης και τραυματικής, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρώπη. Κι αν τελικά μένει στο θέμα της βίας, συχνά υπέρμετρης, που κυρίως χρησιμοποίησε ασύμμετρα ο ΕΛΑΣ και κατόπιν ο Δημοκρατικός Στρατός (ΔΣΕ), είναι διότι ήταν πολιτικά χρήσιμη στην Αριστερά για την αναδιαμόρφωση της κοινωνίας. Η βία, ωστόσο, προσθέτει ο Τσουτσουμπής με το βιβλίο του, δεν ήταν μόνο ιδεολογικής και πολιτικής κατεύθυνσης· η έντασή της καθοριζόταν και από την κουλτούρα και από τις κοινωνικές δομές των συγκεκριμένων περιοχών όπου ασκήθηκε.
Ισχύει, πάντα. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, στο σημείο αυτό ο Σπύρος Τσουτσουμπής υποκύπτει σε μια γενικότητα. Στην Ελλάδα η βία ήταν ο μόνος τρόπος ανατροπής της δημοκρατικής τάξης υπέρ μιας κομμουνιστικής δικτατορίας – κι αυτός ο στόχος δεν πρέπει να υποβαθμίζεται, επειδή ο στόχος αυτός παραμένει σταθερός και, ακόμα, οιστρηλατεί μια Αριστερά που φαντασιακά συνεχίζει συμβολικά τον εμφύλιο, με συνεχείς πολιτιστικούς και οιονεί πολιτικούς εμφυλίους, όπως φαίνεται στο τραγουδάκι του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας:
Μας πήραν την Αθήνα, νανούμ, νανούμ, νανούμ, μα μόνο για ένα μήνα…
Αλλά, κυρίως, όπως φαίνεται στη δράση ενός ριζοσπαστικού τμήματος που ακόμα επιδιώκει πολιτικά αποτελέσματα μέσω της τρομοκρατίας (ενδεικτικό παράδειγμα, η πυρπόληση την 1η Ιουλίου 2026 πολυκατοικιών της Θεσσαλονίκης όπου ζούσαν στελέχη της ΝΔ, με τραγικό θύμα τη Βάγια Νέστορα). Και όπως ευρύτερα ανιχνεύεται στη στάση ακόμα και αριστερών που αρνούνται τη ριζοσπαστική πολιτική στάση τους αλλά υποπίπτουν στο αμάρτημα του σχετικισμού, όταν το κράτος συλλαμβάνει πρόσωπα τα οποία κατηγορούνται για τρομοκρατική δράση, τώρα ή στο παρελθόν (τελευταίο παράδειγμα, η σύλληψη προσώπων που κατηγορούνται για τον θανατηφόρο εμπρησμό της τράπεζας Μαρφίν, στην Αθήνα, το 2010).
Όσο ο εμφύλιος έχει νοσταλγούς, τόσο η δουλειά των ιστορικών απαιτεί τη σχέση όχι μόνο με τα ιστορικά συμβάντα αλλά και με την απήχησή τους στο παρόν.
[1] Σπύρος Τσουτσουμπής, «Πατριώτες και αγύρτες», The Books’ Journal, τχ. 174, Μάρτιος 2026 και https://booksjournal.gr/gnomes/6059-patriotes-kai-agyrtes.
Μπορεί να μεταβιβαστεί η επιχορήγηση του ΣΥΡΙΖΑ στην ΕΛΑΣ;
Στην αρχή ήταν η δήλωση του Δημήτρη Χατζησωκράτη, ο οποίος πριν κάποιες εβδομάδες πρότεινε την ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ στο νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα: έτσι «το όνομα και το σήμα του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ κατατίθενται στον Άρειο Πάγο και η περιουσία του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και η κρατική επιχορήγησή του μεταβιβάζονται εξ ολοκλήρου στο νέο κόμμα», έγραψε. Μάλιστα, πριν το νέο κόμμα Τσίπρα ιδρυθεί και, πολύ περισσότερο, πριν αυτό καν ανακοινωθεί επισήμως.
Η εθνική καταστροφή της (ένοπλης) εθνικής αντίστασης
Η ένοπλη αντίσταση εναντίον της τριπλής κατοχής του 1941-44, γενεσιουργός αιτία όλων των δεινών που ακολούθησαν, δεν ήταν μια «ένδοξη» και «ηρωική» σελίδα της ιστορίας του Ελληνισμού, αλλά μια καταστροφική παρέκκλιση από κάθε ορθολογική έννοια πατριωτισμού, λογικής και ανθρωπισμού.
«Θα τους εξουδετερώναμε επειδή κάναμε επανάσταση και η επανάσταση δεν ξέρει άλλα»
Δεκεμβριανά – Εμφύλιος. Ντοκουμέντα και μαρτυρίες. Ειδική έκδοση 8/12/2024, ένθετη στην Καθημερινή της Κυριακής. Γράφουν: Ιωάννης Ο. Ιατρίδης – Ελίας Βλάντον, Ελένη Αργυροπούλου, Δημήτρης Ρηγόπουλος, Φιλομήλα Τσουκαλά, 32 σελ.
Μια σημαντική έκδοση, ένθετη στην εφημ. Καθημερινή, αποκαλύπτει το εύρος των σχεδίων του ΚΚΕ στα Δεκεμβριανά, τις φονικές μεθόδους του και την ανθρωπιστική τραγωδία της ομηρείας από τον ΕΛΑΣ χιλιάδων Αθηναίων μετά την ήττα των κομμουνιστών και την οπισθοχώρησή τους προς τη Θήβα. Ανθολογούνται και λόγια των πρωτεργατών της μάχης της Αθήνας, του Ιωαννίδη και του Δημήτρη Γληνού. Ο Γληνός είχε πει: «Θα πιάσουμε πέντε-έξι χιλιάδες ανθρώπους [...] θα τους εξουδετερώσουμε και μετά αυτοί θα μείνουν ξεκρέμαστοι».