Σύνδεση συνδρομητών

Τρομοκρατία

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Το «χριστιανικό φρούριο» ως ψηφοθηρικό τέχνασμα και η άδικη και σκόπιμη στοχοποίηση του Πάπα, του Βατικανού και των Πατριαρχείων

 Ι. Από την πρόβλεψη στο σύνθημα

 Η θέση του Σάμιουελ Χάντινγκτον ότι η πολιτική της μεταψυχροπολεμικής εποχής θα διαρθρωθεί γύρω από τις μεγάλες πολιτισμικές ενότητες διατυπώθηκε ως αναλυτική υπόθεση, με τις επιφυλάξεις που αρμόζουν σε κάθε πρόγνωση. Στην πολιτική πρακτική της σύγχρονης Δύσης μετατράπηκε σε λεξιλόγιο. Η «Δύση» ορίζεται πλέον με όρους πίστης, το «φρούριο» προβάλλεται ως υπόσχεση, η «σταυροφορία» ως τόνος, και όλα αυτά απευθύνονται πρωτίστως σε ένα εσωτερικό ακροατήριο, με στόχο το εκλογικό κέρδος.

Το παρόν σημείωμα υποστηρίζει δύο συνδεόμενες θέσεις. Η πρώτη είναι ότι το πολυδιαφημισμένο, από στελέχη όπως ο Βανς και ο Χέγκσεθ, «χριστιανικό φρούριο» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα υπέρμετρα δαπανηρό επικοινωνιακό τέχνασμα, κατασκευασμένο για να υπηρετήσει τα εκλογικά σχέδια του Ντόναλντ Τραμπ και του πολιτικού του χώρου και να καλύψει τη συναλλακτική εξωτερική του πολιτική.

Η δεύτερη είναι ότι οι πραγματικοί θεσμικοί φορείς του χριστιανικού κόσμου, δηλαδή ο Αγιώτατος Πάπας και το Βατικανό, ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης και οι Μακαριώτατοι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, δεν σιωπούν ούτε αδρανούν. Αντίθετα, διαμαρτύρονται, παρεμβαίνουν και πράττουν ό,τι είναι πρακτικά εφικτό ενάντια στις σφαγές και την καταπίεση του χριστιανικού ποιμνίου· κατά συνέπεια, οι κατηγορίες που τους καταλογίζονται περί αδράνειας είναι άδικες και σκόπιμες.

II. Η ρητορική

Η ακρίβεια εδώ δεν είναι διακοσμητική αρετή. Στο Μόναχο, τον Φεβρουάριο του 2025, ο Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υποστήριξε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη προέρχεται από την εσωτερική της διάβρωση και όχι από τη Μόσχα ή το Πεκίνο. Έναν χρόνο μετά, κατά τη δημοσιογραφική αποτύπωση της ομιλίας του, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο παρουσίασε την ατλαντική σχέση ως δεσμό κοινής πολιτισμικής κληρονομιάς, στην οποία συγκαταλέγεται ρητά η χριστιανική πίστη (βλ. κάλυψη του NPR για τη Διάσκεψη του 2026). Τον Ιούνιο του 2026, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ επέκρινε τους ευρωπαίους συμμάχους για την ανεπαρκή ευθύνη τους απέναντι στη δική τους ασφάλεια και μίλησε και για την πίστη της Ευρώπης στον εαυτό της και στον πολιτισμό της.

Δεν πρόκειται, επομένως, για μια απλή διακήρυξη πολέμου κατά του Ισλάμ, όπως συχνά απλουστεύεται, αλλά για κάτι λεπτότερο και ενδεχομένως αποτελεσματικότερο: για τη μετατροπή μιας σχέσης στρατιωτικής εξάρτησης σε διαπραγμάτευση ταυτότητας. Σε αυτήν, η ασφάλεια προσφέρεται με αντάλλαγμα την πολιτισμική ευθυγράμμιση, ενώ το χριστιανικό στοιχείο επιστρατεύεται ως ιδεολογικός σηματωρός για την πολιτική συσπείρωση του εσωτερικού ακροατηρίου. Ο ρόλος του προστάτη του χριστιανισμού απευθύνεται κατεξοχήν στους συντηρητικούς πιστούς, για τους οποίους το σχήμα αυτό αποτελεί υπόσχεση προστασίας, της οποίας το αντίκρισμα οφείλει να εξεταστεί. Ένα φρούριο, ωστόσο, κρίνεται από τους φρουρούς του, δηλαδή από το πού κατευθύνεται πράγματι η προστατευτική προσπάθεια. Όταν, μάλιστα, έρχεται η ώρα να δοκιμαστεί στην πράξη αυτός ο οικειοποιημένος ρόλος του προστάτη των απανταχού χριστιανών, η πολιτική που επιλέγεται αποδεικνύεται άνευρη και στερούμενη πραγματικής ισχύος· η Ουάσιγκτον, βάσει ψυχρού υπολογισμού, επιλέγει να θυσιάσει την προστασία των πιστών στον βωμό των οικονομικών και γεωπολιτικών της συμφερόντων.

 III. Η δοκιμασία της πράξης

Στο πεδίο αυτής ακριβώς της γεωπολιτικής ιεράρχησης, η περίπτωση της Νιγηρίας αναδεικνύεται ως η πλέον απτή δοκιμασία. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Λίστα Επιτήρησης 2026 της Open Doors, διεθνούς χριστιανικής οργάνωσης με έδρα την Ολλανδία που καταγράφει τις διώξεις χριστιανών, 3.490 από τους 4.849 χριστιανούς που σκοτώθηκαν παγκοσμίως για την πίστη τους κατά την περίοδο αναφοράς, δηλαδή περίπου το 72%, σκοτώθηκαν στη Νιγηρία. Το στοιχείο προέρχεται από οργάνωση χριστιανικής υποστήριξης και η μεθοδολογία της αποτελεί αντικείμενο συζήτησης· γι' αυτό επιβάλλεται η συνεξέταση των δεδομένων αυτών με μια ανεξάρτητη πηγή.

Ως τέτοια χρησιμεύει η αναλυτική δεξαμενή International Crisis Group, η οποία στην ανάλυσή της Why violence persists in Nigeria και στο σημείωμα ερωτήσεων και απαντήσεων Why is President Trump threatening humanitarian intervention in Nigeria? προσεγγίζει τη βία ως προϊόν πολλαπλών παραγόντων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο ανταγωνισμός για τη γη και τους πόρους, η αδυναμία του κράτους να αστυνομεύσει την ύπαιθρο και η δράση τζιχαντιστικών ομάδων· σε προγενέστερη έκθεσή της, μάλιστα, εκτιμούσε ότι η σύγκρουση κτηνοτρόφων και γεωργών ήταν πολλαπλάσια θανατηφόρα από την εξέγερση της Μπόκο Χαράμ.

Οι δύο πηγές, συνδυαζόμενες, δεν αναιρούν η μία την άλλη: η αιματοχυσία είναι υπαρκτή και πλήττει δυσανάλογα τους χριστιανούς, ενώ τα αίτιά της είναι σύνθετα. Ο Αγιώτατος Πάπας Λέοντας ΙΔ΄ αποτύπωσε τον Νοέμβριο του 2025 ακριβώς αυτή τη διάκριση, επισημαίνοντας ότι στη Νιγηρία έχουν σφαγιαστεί χριστιανοί.

Την ίδια περίοδο, ο Τραμπ, απευθυνόμενος από το βήμα προεκλογικής συγκέντρωσης στην Αϊόβα στοχευμένα στη βάση των υπερσυντηρητικών ευαγγελικών ψηφοφόρων προς άγραν πολιτικών εντυπώσεων, μίλησε για «υπαρξιακή απειλή» κατά των χριστιανών της χώρας και προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα επέμβουν με στρατιωτική ισχύ. Προς αποφυγήν παρερμηνείας, οφείλει να σημειωθεί ότι η απειλή δεν έμεινε εντελώς κενή: την ημέρα των Χριστουγέννων του 2025 αμερικανικά πλήγματα έπληξαν στρατόπεδα του ISIS στην πολιτεία Σοκότο, κατόπιν αιτήματος και σε συντονισμό με τις νιγηριανές αρχές. Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι, παρόλο που ο Τραμπ την παρουσίασε ως απάντηση στη σφαγή χριστιανών, η επιχείρηση της Σοκότο, όπως δήλωσαν ρητά ο διοικητής της Στρατιωτικής Διοίκησης των ΗΠΑ για την Αφρική (AFRICOM), Στρατηγός Μάικλ Λάνγκλεϊ, και οι εκπρόσωποι του Πενταγώνου, διενεργήθηκε αποκλειστικά κατά του ISIS, στο πλαίσιο των ευρύτερων επιχειρήσεων κατά του Ισλαμικού Κράτους, και όχι ως αποστολή με κύριο γνώμονα την προστασία συγκεκριμένης θρησκευτικής κοινότητας.

Μια εφάπαξ επιχείρηση κατά τζιχαντιστικών στόχων, με την άδεια της Αμπούτζα, σε χώρα που εξαρτάται από την αμερικανική βοήθεια, δεν αγγίζει το δομικό πρόβλημα της Μεσαίας Ζώνης, και η επιλογή της ημερομηνίας αποκαλύπτει ότι το γεγονός συνιστούσε και σκηνογραφία του πολιτικού μηνύματος, προορισμένη για το εσωτερικό ακροατήριο. Η υπόθεση της Νιγηρίας υπήρξε άλλωστε επί μακρόν προνομιακό αντικείμενο ενδιαφέροντος του αμερικανικού συντηρητισμού, με πρωτεργάτες συγκεκριμένα μέλη της Γερουσίας, όπως ο Τεντ Κρουζ· ως εκ τούτου, μπορεί κανείς να ισχυριστεί με ασφάλεια ότι η εξωτερική πολιτική, εν προκειμένῳ, ακολούθησε πιστά τις επιταγές της εσωτερικής πίεσης.

Η Ζώνη του Σαχέλ προσφέρει την πιο διδακτική αντίθεση. Η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τον Νίγηρα το 2024 δεν υπήρξε επιλογή της κυβέρνησης Τραμπ, και το κενό καλύφθηκε από τη Wagner, η οποία μετονομάστηκε σε Africa Corps υπό την εποπτεία του ρωσικού υπουργείου Άμυνας. Η Μόσχα αυτοπροβάλλεται ως προστάτιδα της ορθόδοξης πίστης, ωστόσο το Africa Corps εμφανίζεται σε εκθέσεις για παραβιάσεις σε βάρος αμάχων, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες του Africa Intelligence, οι Ρώσοι μισθοφόροι εμπλέκονται στα δίκτυα διακίνησης μεταναστών και στην προστασία δικτύων λαθρεμπορίου, με κέρδη που συντηρούν τη δική τους παρουσία. Τίθεται, εύλογα, το ερώτημα ποια υπήρξε στο μεταξύ η στάση της Ουάσιγκτον, η οποία αυτοπροβάλλεται ως φρούριο του χριστιανισμού, και ποια η ανοχή της έναντι των κερδών αυτών: σύμφωνα με δημοσίευμα του Σεπτεμβρίου 2026, η χαλάρωση κυρώσεων έναντι στελεχών της χούντας του Μάλι δεν συνοδεύτηκε από όρο αποχώρησης των Ρώσων. Η στροφή της αμερικανικής πολιτικής στην Αφρική από τον ανθρωπισμό στην εμπορική διπλωματία δεν αφήνει περιθώρια για χριστιανική στρατηγική.

Αν όμως η Αφρική αποκαλύπτει τα όρια της εμπορικής διπλωματίας, η Μέση Ανατολή και η Ασία καταδεικνύουν την πλήρη υποταγή του θρησκευτικού κριτηρίου στις στρατηγικές αναγκαιότητες, με τη Συρία να αποτελεί ίσως το πιο εύγλωττο παράδειγμα. Τον Ιούνιο του 2025 η επίθεση σε εκκλησία της Δαμασκού στοίχισε τη ζωή σε 22 χριστιανούς, και η Open Doors ανέβασε τη Συρία κατά δώδεκα θέσεις στη λίστα της, στην έκτη. Ουσιώδες είναι ότι η βία κατά των χριστιανών και των άλλων μειονοτήτων δεν σταμάτησε ούτε μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ ούτε μετά την αμερικανική στροφή προς τη νέα εξουσία. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Τραμπ αποδέχθηκε τον Αχμάντ αλ Σαράα ως εταίρο, τον υποδέχθηκε στον Λευκό Οίκο τον Νοέμβριο του 2025 και, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, το Κογκρέσο κατήργησε τον νόμο Caesar, δηλαδή τον ισχυρότερο μοχλό πίεσης που διέθετε η Ουάσιγκτον έναντι της Δαμασκού, κατά δημοσιεύματα χωρίς ρήτρα επαναφοράς των κυρώσεων. Η επιλογή μπορεί να υποστηριχθεί ως ρεαλιστική· δεν μπορεί, όμως, να παρουσιαστεί ως επιλογή υπέρ των χριστιανών, αφού η προστασία των μειονοτήτων δεν αποτέλεσε όρο, και τα θύματα συνέχισαν να θρηνούνται.

Στην Κίνα, η προσπάθεια «σινικοποίησης» της θρησκείας που καταγράφει η USCIRF δεν επιδέχεται στρατιωτική απάντηση, και κανείς δεν αξιώνει από τις ΗΠΑ πόλεμο με πυρηνική υπερδύναμη· εντούτοις, βάσει των διαθέσιμων ενδείξεων, το ζήτημα δεν συνδέθηκε ούτε καν με τον εμπορικό διάλογο. Στην Ινδία, όπου η Open Doors καταγράφει σημαντικό αριθμό περιστατικών κράτησης χριστιανών, η ρητορική της προστασίας δεν μετουσιώθηκε σε άσκηση πίεσης έναντι ενός εταίρου με στρατηγική βαρύτητα στον ανταγωνισμό με το Πεκίνο.

Το μοτίβο είναι συνεπές: η προστασία των ομοθρήσκων επιλέγεται εκεί όπου το κόστος είναι χαμηλό και ο αποδέκτης αδύναμος, και παραλείπεται εκεί όπου θα ήταν δαπανηρή ή θα διατάρασσε ένα συμφέρον. Οι πράξεις της κυβέρνησης Τραμπ, τόσο στο πεδίο όσο και έναντι των συμμάχων της, και η γενικότερη στάση της δείχνουν ότι η αναξιοπιστία της ρητορικής αυτής δεν είναι τυχαία: η Ουάσιγκτον έχει αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να θυσιάσει αξίες για στενά οικονομικά και στενά γεωπολιτικά συμφέροντα και, κατά τους επικριτές της, ενίοτε και για προσωπικά. Τα δεδομένα συνηγορούν, ως εκ τούτου, στην άποψη ότι η πολυδιαφημισμένη πολιτική του χριστιανικού φρουρίου δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένα επικοινωνιακό τέχνασμα προς εσωτερική κατανάλωση, σχεδιασμένο να υπηρετήσει ψηφοθηρικούς λόγους και να συγκαλύψει τη συναλλακτική εξωτερική της πολιτική. Οι πρωτεργάτες του τεχνάσματος προβάλλονται υποκριτικά ως νέοι Ηρακλείς και ιππότες του χριστιανισμού, προκειμένου να υφαρπάξουν την ψήφο των ευκολόπιστων και ακραιφνών συντηρητικών πιστών, υποσχόμενοι τους πολιτικές και επεμβατικές προστασίες τις οποίες ουδέποτε τίμησαν ή θα τιμήσουν· αντιθέτως, αθέτησαν και θα αθετήσουν με την πρώτη ευκαιρία, θυσιάζοντάς τες στον βωμό των στενών οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων που εξυπηρετεί η συναλλακτική τους πολιτική.

 IV. Οι εκκλησιαστικές ηγεσίες: διαμαρτυρία, διαβήματα, δράση

Απέναντι σε αυτή τη συναλλακτική διαχείριση, αναδεικνύεται μια παράδοξη όσο και υποκριτική στάση από την πλευρά συγκεκριμένων εγχώριων και διεθνών δημοσιολογούντων. Οι ίδιοι κύκλοι που στηρίζουν με θέρμη την επικοινωνιακή ρητορική της Ουάσιγκτον περί προστασίας των πιστών, σπεύδουν συχνά να κατηγορήσουν τις παραδοσιακές θρησκευτικές ηγεσίες για υποτιθέμενη αδράνεια ή σιωπή απέναντι στους σύγχρονους διωγμούς. Ωστόσο, η κατηγορία ότι ο Πάπας και τα Πατριαρχεία σιωπούν διαψεύδεται κατηγορηματικά από τα ίδια τα αρχεία της σύγχρονης ιστορίας.

Ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος είχε καταγγείλει, σε λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής, τη «συνένοχη σιωπή» της διεθνούς κοινότητας απέναντι στους χριστιανούς που θανατώνονται για την πίστη τους· είχε καταδικάσει τη δολοφονία του πατέρα Ζακ Αμέλ το 2016 και τις επιθέσεις στο Παρίσι, στη Νίκαια και στη Βιέννη, χαρακτηρίζοντας βλασφημία την επίκληση του ονόματος του Θεού για τη δικαιολόγηση της βίας. Ο Αγιώτατος Πάπας Λέοντας ΙΔ΄ έπραξε το ίδιο στις 25 Οκτωβρίου 2026, όταν, μετά την κυριακάτικη προσευχή του Angelus, προσευχήθηκε για τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης κατά πιστών στον ορθόδοξο ναό του Αγίου Γεωργίου στο Χαμούντ της Ιορδανίας, δύο ημέρες μετά τη σφαγή που στοίχισε τη ζωή σε εννέα ανθρώπους.

Η δράση της Αγιότητάς του δεν εξαντλείται στις δηλώσεις· το Βατικανό διαθέτει δίκτυο αποστολικών νουντσιατούρων, μέσω των οποίων υποβάλλονται διαβήματα και εκφράζεται θεσμική αλληλεγγύη προς τις τοπικές Εκκλησίες. Αντίστοιχα, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, στη δικαιοδοσία του οποίου ανήκει ο ναός του Χαμούντ, δήλωσε ότι η επίθεση δεν θα κλονίσει τη χριστιανική παρουσία ούτε τον δεσμό των χριστιανών με την πατρίδα τους, και ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Ιεροσολύμων είναι ο πλησιέστερος στο πλήγμα ποιμένας. Ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει επανειλημμένα καταδικάσει την τρομοκρατία, και οι Μακαριώτατοι Πατριάρχες Αντιοχείας και Αλεξανδρείας ζουν και μαρτυρούν στο έδαφος που πλήττεται.

Το κεντρικό ερώτημα που απομένει, αλλά και η βασικότερη κατηγορία που προσάπτεται από τους αναλυτές και τους πολιτικούς αυτούς προς τις θρησκευτικές ηγεσίες –και κατεξοχήν προς τον Πάπα–, είναι η άρνησή τους να στραφούν γενικευμένα εναντίον του Ισλάμ. Σύμφωνα με το σκεπτικό των επικριτών, οι ηγέτες του χριστιανικού κόσμου επιδεικνύουν αδικαιολόγητη ανοχή απέναντι σε μια θρησκεία η οποία, όπως διατείνονται, επιτάσσει δομικά τον πόλεμο και τη βία. Η υπεύθυνη απάντηση των θεσμικών εκπροσώπων της Εκκλησίας απέναντι σε αυτή την ισοπεδωτική προσέγγιση εκδιπλώνεται σε τέσσερις σαφείς πτυχές.

Εν πρώτοις, η θεσμική παράδοση: ο διαθρησκειακός διάλογος είναι δέσμευση της Καθολικής Εκκλησίας από τη δήλωση Nostra Aetate της Β΄ Βατικανής Συνόδου, και ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος την επιβεβαίωσε με το Έγγραφο για την Ανθρώπινη Αδελφοσύνη που υπέγραψε το 2019 με τον Μεγάλο Ιμάμη του Αλ Αζχάρ. Έπειτα, η Αυτού Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης ασκεί εδώ και δεκαετίες διαθρησκειακή διπλωματία και έχει δηλώσει, στο πλαίσιο διαθρησκειακών συναντήσεων, ότι η τρομοκρατία είναι ξένη προς κάθε θρησκεία.

Κυριότερο, ωστόσο, είναι ότι πολλοί χριστιανοί ζουν ως θύλακες μέσα σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς: στην Κωνσταντινούπολη, όπου εδρεύει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στη Δαμασκό, έδρα του Πατριαρχείου Αντιοχείας, στην Αλεξάνδρεια, στα Ιεροσόλυμα και στην Ιορδανία. Κάθε επιθετική δήλωση ενός δυτικού ηγέτη κατά του Ισλάμ εκθέτει αυτούς τους θύλακες στην οργή των τοπικών πληθυσμών, και ο ποιμένας δεν δύναται να διακινδυνεύσει τους δεσμούς που τον συνδέουν με το ποίμνιό του, διότι επί των δεσμών αυτών στηρίζεται η ίδια η ασφάλεια εκείνων που προστατεύει. Η ιστορία το έχει δείξει: η ομιλία του Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ στη Ρατισβόνα το 2006 προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις, με επιθέσεις κατά εκκλησιών στη Μέση Ανατολή.

Τέλος, η ίδια η σφαγή του Χαμούντ διαψεύδει εν πολλοίς το πλαίσιο της «σύγκρουσης των πολιτισμών» από τη στιγμή που την επίθεση καταδίκασαν ο βασιλιάς Αμπντάλα Β΄, το Κατάρ και η Αλγερία, καθώς και πλήθος άλλων μουσουλμανικών κυβερνήσεων και οργανισμών (Ομάν, Μπαχρέιν, Σομαλία, Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, Παλαιστινιακή Προεδρία), παράλληλα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι ιορδανικές αρχές συνέλαβαν τρεις υπόπτους. Μια ρητορική της σύγκρουσης εκ μέρους των εκκλησιαστικών ηγεσιών θα αποξένωνε πλήρως αυτούς τους αναγκαίους συμμάχους, ακυρώνοντας τα μόνα υπαρκτά αναχώματα προστασίας για τους χριστιανούς πληθυσμούς που ζουν στην επικράτεια μουσουλμανικών κρατών.

 V. Το Βατικανό χωρίς λεγεώνες

Πέραν των ανωτέρω στρατηγικών αναγκαιοτήτων, οι επικριτές των θρησκευτικών ηγεσιών παραβλέπουν ένα ακόμη στοιχειώδες στοιχείο: τη ρεαλιστική φύση της σύγχρονης παπικής ισχύος. Το σύγχρονο Βατικανό στερείται των λεγεώνων του παρελθόντος. Διαθέτει, βεβαίως, σημαντική διπλωματική επιρροή, αλλά ουδόλως κατέχει τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική ισχύ ή την ικανότητα προβολής ισχύος που διέθετε κατά τον Μεσαίωνα, εποχή κατά την οποία η παπική αυθεντία υπερείχε της βασιλικής ή της κρατικής εξουσίας.

Το 1095, στο Κλερμόν, ο Ουρβανός Β΄ μπόρεσε με έναν λόγο να κινητοποιήσει τη Δυτική Χριστιανοσύνη στην Α΄ Σταυροφορία. Το 1493, με παπική βούλλα, ο Αλέξανδρος ΣΤ΄ διαίρεσε τον Νέο Κόσμο ανάμεσα σε Ισπανία και Πορτογαλία, και οι δύο μεγάλες δυνάμεις της εποχής υπάκουσαν. Μετά την Ειρήνη της Βεστφαλίας το 1648, ο Ιννοκέντιος Ι΄ κήρυξε με βούλλα άκυρη τη συνθήκη, χωρίς ωστόσο η παρέμβασή του να βρει την παραμικρή ανταπόκριση, γεγονός που επισφράγισε ιστορικά ότι η παπική εξουσία έπαψε πλέον να ίσταται υπεράνω των κρατικών αρχών.

Η φωνή που κινητοποιούσε στρατούς στο Κλερμόν δεν κινητοποιεί σήμερα, στην καλύτερη περίπτωση, παρά διπλωμάτες. Από τότε, η παπική εξουσία περιορίστηκε σταδιακά, ώσπου το σύγχρονο Βατικανό, με έκταση μικρότερη του μισού τετραγωνικού χιλιομέτρου και μόνη ένοπλη δύναμη την Ελβετική Φρουρά, περιορίστηκε σε φορέα αποκλειστικά διπλωματικής και ηθικής επιρροής. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν ο Ποντίφικας καλούσε τον χριστιανικό κόσμο σε «σταυροφορία» κατά του Ισλάμ, είναι πλέον βέβαιο ότι κανείς ηγέτης της Δύσης –και εδώ η αναφορά δεν αφορά μόνον τις ΗΠΑ, αλλά εκτείνεται τόσο στα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στη Λατινική Αμερική– δεν θα τον ακολουθούσε ούτε θα διέθετε στρατό. Είναι σαφές και λογικό αυτό, διότι τα εθνικά, γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των επιμέρους κρατών ή συνασπισμών υπερτερούν στις περισσότερες των περιπτώσεων.

Λαμβανομένου υπόψη ότι στη σύγχρονη εποχή το Βατικανό δεν διαθέτει στρατιωτική ισχύ παρά μόνον διπλωματική, οφείλει να μετέρχεται την τελευταία με σύνεση, προκειμένου όχι μόνο να προστατεύει το ποίμνιό του αλλά και να διατηρεί τη δυνατότητα να την αξιοποιεί για την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας. Μια διπλωματία που θα κατέληγε σε ρήξη με κάθε μουσουλμανική κυβέρνηση θα έκλεινε νομοτελειακά τις πόρτες των τοπικών Εκκλησιών, των νοσοκομείων και των αποστολών αρωγής.

Κανένα σύγχρονο κράτος και ουδείς ηγέτης δεν είναι πραγματικά διατεθειμένος να θυσιάσει τα οικονομικά ή γεωπολιτικά του συμφέροντα για να προστατεύσει τους διωκόμενους πιστούς, ακόμη και αν το ζητήσει ο ίδιος ο Ποντίφικας. Υπό αυτό το πρίσμα, η συστηματική στοχοποίηση του Πάπα και η αξίωση να πράξει όσα αντικειμενικά αδυνατεί λόγω έλλειψης ισχύος –σε συνδυασμό με τη στείρα άρνηση αναγνώρισης του πραγματικού του έργου– συγκροτούν μια κατηγορία που στηρίζεται ξεκάθαρα σε έναν βαθύ αναχρονισμό.

Οι εν λόγω κατηγορίες στρέφονται, εξάλλου, πρωτίστως κατά του Πάπα και όχι προς τα παραδοσιακά Πατριαρχεία, παρά το γεγονός ότι η επιχειρηματολογία των επικριτών παραμένει ενιαία. Η εξήγηση του φαινομένου εντοπίζεται στην ασυμμετρία της επικοινωνιακής προβολής: ο Πάπας λογίζεται ως ο μοναδικός παγκόσμιος εκπρόσωπος του χριστιανισμού στα όμματα της δυτικής δημόσιας σφαίρας, με ένα ποίμνιο που υπερβαίνει το 1,3 δισεκατομμύριο πιστούς, με αποτέλεσμα κάθε του δημόσια αναφορά να τίθεται υπό σχολαστική εξέταση.

Αντίθετα, τα ανατολικά Πατριαρχεία, όντας αποκεντρωμένα και λιγότερο ορατά στα δυτικά μέσα ενημέρωσης, δεν υφίστανται την ίδια πίεση. Όταν δε επικρίνονται, αυτό συμβαίνει συνήθως από την αντίθετη πλευρά, δηλαδή από εγχώριους ορθόδοξους κύκλους που τα κατηγορούν για συγκρητισμό. Ο βαθύτερος μηχανισμός, ωστόσο, παραμένει ο ίδιος: ένας έλεγχος ιδεολογικής καθαρότητας που επιστρατεύεται προς πάσα κατεύθυνση. Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο αυτής της δυναμικής είναι ότι η κριτική στρέφεται τελικά κατά της ορατότητας και της δημόσιας εμβέλειας των ηγετών, και όχι κατά του πραγματικού περιεχομένου των θέσεων τους.

 VI. Αντιρρήσεις

Η ακριβοδίκαιη εξέταση του ζητήματος επιβάλλει, εντούτοις, να ακουστούν και οι αντίθετες θέσεις. Οι επικριτές του Πάπα διατείνονται πως η άρνηση να κατονομαστεί ο ισλαμισμός ως η ιδεολογική ρίζα συγκεκριμένων ομάδων υποτιμά την αμιγώς θρησκευτική κινητοποίηση οργανώσεων όπως το ISWAP. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η εμμονή στον διαθρησκειακό διάλογο ενδέχεται να διολισθήσει σε μια προβληματική διπλωματική ανοχή, με αποτέλεσμα ορισμένες χριστιανικές κοινότητες, στη Νιγηρία και στο Πακιστάν, να αισθάνονται σήμερα εγκαταλελειμμένες. Από την πλευρά τους, οι υποστηρικτές της κυβέρνησης Τραμπ αντιτείνουν ότι η Ουάσιγκτον έδρασε αποφασιστικά στη Νιγηρία, υποστηρίζοντας πως ο ρεαλισμός δεν συνιστά υποκρισία και ότι η αμερικανική δημόσια πίεση προς την Αμπούτζα υπήρξε πρωτοφανής.

Η προσφορότερη απάντηση σε αυτές τις ενστάσεις ανευρίσκεται σε μια θεμελιώδη διάκριση, την οποία η ίδια η Ρώμη δεν παύει να υπογραμμίζει: άλλο η ρητή καταδίκη μιας τζιχαντιστικής ιδεολογίας –την οποία τόσο ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος όσο και ο Αγιώτατος Πάπας Λέοντας ΙΔ΄ στηλιτεύουν χωρίς περιστροφές– και άλλο η καθολική ενοχοποίηση μιας ολόκληρης θρησκείας, την οποία ορθώς αρνούνται να διατυπώσουν.

Η διαφωνία, συνεπώς, αφορά την πραγματολογική ταξινόμηση και όχι την ηθική στάση των ηγετών. Το ερώτημα, εξάλλου, αν η εκάστοτε αμερικανική κυβέρνηση αποτελεί τον καταλληλότερο και πλέον αξιόπιστο προστάτη και θεματοφύλακα των χριστιανών της υφηλίου είναι ριζικά διαφορετικό από το ζήτημα της ειλικρίνειας των προθέσεών της· άπτεται άμεσα του ιστορικού της πραγματικής της δράσης στο πεδίο. Το δε ιστορικό αυτό, όπως αναλύθηκε, αδυνατεί να στηρίξει με συνέπεια τη μεγαλόστομη αυτή ρητορική των ΗΠΑ και των δημοσιολογούντων υποστηρικτών της πολιτικής Τραμπ.

Δεν προκύπτουν, εξάλλου, ενδείξεις ότι άλλοι ηγέτες της Δύσης ή χριστιανικών κρατών είναι διατεθειμένοι να προστατεύσουν τους χριστιανούς στο όνομα του χριστιανισμού· το πολύ να το πράξουν στο όνομα των οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, παρόλο που κανείς δυτικός ηγέτης δεν φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει ενεργό ρόλο ως προστάτης των χριστιανών της υφηλίου, ουδείς συνάμα επιδεικνύει την έπαρση, για λόγους καθαρά ψηφοθηρικούς, να διατείνεται ότι θα επωμιστεί έναν τέτοιο παγκόσμιο ρόλο, πέραν του Ντόναλντ Τραμπ. Ο τελευταίος, διά των στενών του συνεργατών, απευθύνεται στο διεθνές κοινό μιλώντας για ένα «φρούριο» που θα προστατεύσει τον πολιτισμό και τους χριστιανούς από το Ισλάμ.

Ένα φρούριο χρειάζεται τείχη, φρουρούς και προϋπολογισμό. Αυτό ωστόσο το φρούριο που περιγράψαμε διαθέτει λόγιους και εύγλωττους ρήτορες, καθώς και μεγαλόστομες ανακοινώσεις στον κατάλληλο χρόνο, οι οποίες όμως στερούνται αντικρίσματος μόλις γίνει αντιληπτό ότι η προστασία κοστίζει οικονομικά και γεωπολιτικά, επιβάλλοντας τη θυσία συμφερόντων. Θέτοντας το ζήτημα επί τον τύπον των ήλων, όταν η άψογα οικοδομημένη επικοινωνιακή εικόνα του προστάτη των χριστιανών και τα τεχνάσματα χάριν της ψηφοθηρίας συναντούν τη σκληρή διπλωματική και γεωπολιτική πραγματικότητα στο πεδίο, η πράξη αναδεικνύεται κυρίαρχη· και εκεί ακριβώς, το αφηγηματικό ένδυμα του "Αυτοκράτορα" Τραμπ καταρρέει, αφήνοντάς τον πλήρως απογυμνωμένο.

Γι’ αυτό, καλό θα ήταν οι διάφοροι δημοσιολογούντες να σιωπήσουν και να αφήσουν εκείνους που πραγματικά ενδιαφέρονται, δηλαδή τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς ηγέτες, να φροντίσουν το ποίμνιό τους: τον Αγιώτατο Πάπα της Ρώμης, τον Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχη και τους Μακαριώτατους Πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, οι οποίοι θα βρίσκονται πάντοτε στο πλευρό του ποιμνίου τους και θα το υπηρετούν χωρίς να έχουν ως αλλότριο στόχο να τους υφαρπάξουν με τεχνάσματα τη ψήφο.

 

02 Νοεμβρίου 2026

«Μόνος φρονείν»

Κώστας Κούρκουλος

Κώστας Πετρουλάς, Η φυλακή των αθώων. Μυθιστόρημα, Σμίλη, Αθήνα 2025, 784 σελ.

Μια ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση που κινείται στο χώρο της Αριστεράς βρίσκεται σε καμπή. Τα ηγετικά μέλη της αποφάσισαν ότι η οργάνωση πρέπει να αυτοδιαλυθεί και τα μέλη της να επιστρέψουν στην ιδιωτική τους ζωή, κουβαλώντας όμως μαζί τους τα μυστικά, τις ενοχές και τις μεταξύ τους εκκρεμότητες – σαν να μην έχει γίνει τίποτα. Έξι χρόνια αργότερα ξανασυναντιούνται σε έναν τελικό απολογισμό, ο οποίος εξελίσσεται σε αναμέτρηση – με τους ρόλους αθώων και ενόχων να αποδεικνύονται πολύ λιγότερο καθαροί απ’ όσο πίστευαν. Το πρώτο μυθιστόρημα του Κώστα Πετρουλά θέτει τα ηθικά ζητήματα της τρομοκρατικής δράσης, ακόμα κι όταν ξεκινά με πρόθεση να φτιάξει τον κόσμο. [ΤΒJ]

Σε ένα από τα σημαντικότερα κείμενά του, στο Μέλλον μιας αυταπάτης (Die Zukunft einer Illusion, 1927, στα ελληνικά, μετάφραση Πελαγία Τσινάρη, Ροές, 2015), ο Σίγκμουντ Φρόυντ μιλά για τη γοητεία που έχουν οι αληθινές ιστορίες των ανθρώπων. Και για να γίνει περισσότερο κατανοητός, αφηγείται μια προσωπική του εμπειρία: μόλις στο σπίτι άρχιζαν να διηγούνται στα παιδιά του κάποια ιστορία, ένα από αυτά ρωτούσε πάντα: «Είναι αληθινή;» Και μια φορά που του απάντησαν «όχι», «απομακρύνθηκε με ύφος απαξιωτικό»!

Στο παιδί του Φρόυντ μοιάζει να «απάντησε» ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ότι υπάρχουν και μύθοι που είναι αληθινοί.

Είναι οι «μύθοι» που δημιούργησε η ελληνική σκέψη. Οι οποίοι  δεν έχουν σχέση με τον Κοντορεβυθούλη ή την Κοκκινοσκουφίτσα, δεν έχουν δηλαδή σχέση με το παραμύθι – το οποίο είτε εισφέρει απλές κοινοτοπίες (π.χ. ο κακός λύκος) είτε αφορά μία μόνο κατηγορία του πληθυσμού, συνήθως τα παιδιά.

Ενώ οι μύθοι της ελληνικής δημιουργίας είναι η μεταφορά στο παρόν σημασιών με οικουμενική ισχύ, μέσω των οποίων μία κοινωνία μετατρέπει το χάος, απ’ όπου ερχόμαστε, σε κόσμο. Γι’ αυτό, καταλήγει ο Καστοριάδης, οι ελληνικοί μύθοι ήταν αληθινοί.

Στην αφήγηση τέτοιων ιστοριών αναφερόταν προφανώς και η Χάννα Άρεντ, όταν  αποφαινόταν:

Καμία φιλοσοφία, κανένας αφορισμός, όσο βαθιά και αν είναι, δεν μπορούν να συγκριθούν σε ένταση και πλούτο νοήματος, με μια καλά δομημένη αφήγηση.

 

Περιγραφή μιας κοινωνίας τεράτων

Μια καλά δομημένη αφήγηση. Αυτή ακριβώς πέτυχε ο Κώστας Πετρουλάς με το μυθιστόρημά του, Η φυλακή των αθώων.

Μάλιστα, το ότι έχουμε να κάνουμε με μια καλά δομημένη αφήγηση ενός αληθινού μύθου, με την έννοια που του δώσαμε, το εισπράττει ο αναγνώστης από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου.

Στο οποίο, η αφήγηση αρχίζει με μια πανουργία: αρχίζει από το τέλος της ιστορίας μιας τρομοκρατικής οργάνωσης και των ανθρώπων της. Αρχίζει δηλαδή από τη διάλυση της τρομοκρατικής οργάνωσης.

Είναι αυτό που διεγείρει αμέσως το ενδιαφέρον του αναγνώστη, να μάθει και να καταλάβει τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί που συγκρότησαν τρομοκρατική οργάνωση.

Και κυρίως, τι κρύβεται πίσω από τις πομπώδεις, φαντασμαγορικές μεγαλοστομίες των επαγγελματιών της επανάστασης!

Ο συγγραφέας δεν αστειεύεται μαζί τους. Τους παρουσιάζει να συνεδριάζουν για να τακτοποιήσουν τις τελευταίες εκκρεμότητες «που θα τους έβγαζαν με ασφάλεια απ’ το παρελθόν τους». Για την προσωπική ασφάλειά τους – δηλαδή, όπως θα το λέγαμε ωμά, για το τομάρι τους.

Πλην όμως, στα ανθρώπινα, ό,τι γίνεται δεν ξεγίνεται.

Και ο συγγραφέας αναδεικνύει εξ αρχής αυτή την πλάνη, ότι δηλαδή μπορούν οποιοιδήποτε να απελευθερωθούν από το παρελθόν τους επειδή απλώς το αποφάσισαν, χωρίς τίποτε άλλο.

Ο συγγραφέας, τους ανθρώπους αυτούς τους τοποθετεί μπροστά σε ένα φοβερό κενό, τη σημασία του οποίου ποτέ τους δεν κατάλαβαν:

στον δικό τους μικρόκοσμο δεν προβλεπόταν θεσμικό εργαλείο για να κρίνει το δίκαιο και το άδικο.

Έτσι, συνεχίζει ο συγγραφέας, «τα ψέματα μπορούσαν να μοιάζουν ή και να είναι έντιμα [στα μυαλά τους βεβαίως, προσθέτω], οι αλήθειες άτιμες, η αυτοδικία κανόνας και οι ποινές για όσους κρίνονταν ένοχοι απροσδιόριστες».

Τι σημαίνει αυτό; Ότι η τρομοκρατία ανατρέπει όλες τις σημασίες του ανθρώπινου κόσμου και οδηγεί απευθείας σε μια «κοινωνία» τεράτων.

Κάτι που παραπέμπει στην περιγραφή του Ομήρου για τα «τέρατα», τους κύκλωπες και την «κοινωνία» των τεράτων που σχημάτιζαν, η οποία στην ουσία αναιρούσε κάθε έννοια ανθρώπινης κοινωνίας.

Διότι τι είναι αυτό που ορίζει τους κύκλωπες ως τέρατα; Το ότι δεν διαθέτουν «βουληφόρους αγοράς», δηλαδή τον θεσμό της «συνέλευσης» και «θέμιστας», δηλαδή θεσμούς, όπως μας λέει ο Όμηρος.

Γράφει σχετικά ο Καστοριάδης (Ελληνική Ιδιαιτερότητα, α΄ τόμος: Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο, Κριτική, σ. 234):

Το ουσιαστικό […], αυτό που μαθαίνουν τα παιδιά των Ελλήνων ακούγοντας τους ραψωδούς να απαγγέλλουν την Οδύσσεια, είναι ότι όσοι δεν διαθέτουν βουληφόρους αγοράς είναι τέρατα. Ότι εκείνοι που δεν έχουν θέμιστας, νομοθεσία, είναι τέρατα και όχι άνθρωποι.

Και εδώ, οι ήρωες του Κώστα Πετρουλά επιλέγουν έναν κόσμο χωρίς «θέμιστας». Έναν μη κόσμο δηλαδή, αφού χωρίς τη νομιμότητα (τους «θέμιστας») δεν υπάρχει ενδιάμεσος χώρος μεταξύ των ανθρώπων, οπότε τα πάντα είναι έρημος. Είναι ο «(μη) κόσμος των τεράτων» όπως ορίστηκε από την εποχή του Ομήρου.

Και αυτό δεν προέκυψε τυχαία. Ήταν φυσική συνέπεια της συνωμοτικής δράσης τους. Διότι η παράνομη συνωμοτική δραστηριότητα εκτυλίσσεται εκτός του κοινού κόσμου, για να αποφύγει την κοινή θέα.

Ενώ η πολιτική, ως ανθρώπινη πράξη, είναι όχι απλώς δημόσια αλλά βρίσκεται υποχρεωτικά στην κοινή θέα, που πάει να πει πως διαδραματίζεται και εμφανίζεται στο κέντρο του κοινού κόσμου.

Γι’ αυτό η συνωμοτική δραστηριότητα, ως ακοσμική, είναι υποχρεωτικά και απολιτική.

 

Παγιδευμένοι στο παρελθόν τους

Ο συγγραφέας αγάπησε τους ήρωές του. Και όχι μόνον αυτό αλλά με γενναιοδωρία και μαεστρία τούς έδωσε το περιθώριο να ζήσουν παράλληλα και μία κανονική ζωή. Με όλες τις αποχρώσεις της.

Οκτώ από τα δέκα κεφάλαια τους χαρίζει στο μυθιστόρημα για να ζήσουν μέσα στον ανθρώπινο κόσμο. Με εναλλασσόμενες ανθρώπινες ιστορίες. Κι αυτοί τις ζουν. Με όλα τα απροσδόκητα και όλες  τις εκδοχές της ζωής.

Παγιδευμένοι όμως στο παρελθόν τους.

Σαν κάτι μοιραίο, το οποίο επέβαλλε με όρους αναγκαιότητας η δική τους επιλογή της τρομοκρατικής δράσης, που ήταν και η έξοδος από τον ανθρώπινο κόσμο.

Πριν από μέρες, αναδιφώντας το βιβλίο του Φρόυντ, Το μέλλον μιας αυταπάτης, έπεσα πάνω σε μία σημείωση που έκανα, υπό τύπον ερωτήματος, όταν το πρωτοδιάβασα πριν από είκοσι χρόνια. Τη μεταφέρω αυτούσια:

Σε τι να οφείλεται άραγε η δύναμη των δογμάτων, αφού δεν διαθέτουν καμία εσωτερική επιβεβαίωση;

Φαίνεται ότι έκανα τη σημείωση επειδή δεν μου αρκούσε τότε η εξήγηση του Φρόυντ, ότι πίσω από κάθε αυταπάτη κρύβεται μια επιθυμία.

Διότι πώς να εξηγήσεις μια εσχατολογική αντίληψη της ιστορίας, που έχει όλα τα στοιχεία της παρανοϊκής ιδέας; Όπου ο φορέας της νομίζει πως γνωρίζει το συγκεκριμένο τέλος της ιστορίας (π.χ. ο κομμουνισμός) και του αρκεί να πάρει ένα περίστροφο για να  επιταχύνει αυτό που είναι «πεπρωμένο» να γίνει;

Αυτό όμως, αντί να επιταχύνει την τελεολογία των συγκεκριμένων ιδεολόγων, οδηγεί στην έξοδο από τον κόσμο μας και στην είσοδο στην τρέλα της ακοσμίας, δηλαδή στον «κόσμο των τεράτων».

Τη διαδικασία αυτή εξηγεί και η Βάνα Νικολαΐδου-Κυριανίδου (στο βιβλίο της, Hannah Arendt. Ο νόμος της γης και η λησμονημένη παράδοση, Αλεξάνδρεια, 2021), η οποία σημειώνει ότι το τέλος του κοινού κόσμου έχει επέλθει, όχι μόνον όταν αυτός αντικρίζεται από μία μόνο πλευρά αλλά και στην άλλη εκδοχή: όταν παρουσιάζεται σε μία μόνο προοπτική, όπου πάντοτε τον τοποθετεί η τρομοκρατική δράση.

Ο κόσμος, όμως, έχει και την άλλη οπτική του. Είναι η τραγική σύλληψη της ιστορίας, την οποία δίδαξε κυρίως η ελληνική τραγωδία. Σύμφωνα με την οποία, οι άνθρωποι, επειδή δρουν μέσα στον κόσμο, αδυνατούν να ελέγξουν όχι μόνο τις συνέπειες των πράξεών τους αλλά και το νόημά τους.

Με συνέπεια να μην υπάρχει τίποτε το προδιαγεγραμμένο.

Το παράδειγμα της Αντιγόνης –όπου ενσαρκώνεται απολύτως και η έννοια του «αληθινού μύθου» στον οποίο αναφερθήκαμε– παραμένει εντυπωσιακό: είχαν και οι δύο πλευρές δίκιο, ωστόσο οδηγήθηκαν και οι δύο στην απόλυτη καταστροφή ακολουθώντας ο καθένας το δίκιο του.

Διότι, όπως έγραψε ο Γεχούντα Αμιχάι (1924–2000), ένας από τους σημαντικότερους ισραηλινούς ποιητές, «Στον τόπο όπου έχουμε δίκιο δεν φυτρώνουν λουλούδια».

Τα είπε όμως ακόμη πιο παραστατικά ο Σοφοκλής: Αιτία της καταστροφής ήταν η «ύβρις». Στην οποία οδήγησε το «μόνος φρονείν».

Το ότι δηλαδή δεν ήρθε ο ένας στη θέση του άλλου, που είναι το γιατρικό κατά της παράνοιας του φανατισμού, αφού μόνο αν έρχονταν ο ένας στη θέση του άλλου, θα μπορούσαν να φανταστούν το κακό που θα προκαλούσαν.

Αντίθετα, με όρους ασκεψίας και χωρίς φαντασία, εγκλείστηκε ο καθένας στο δίκιο του. Μα αποτέλεσμα να καταστραφούν όλοι, μαζί με το δίκιο τους.

Γι’ αυτό, ένας από τους ήρωες του μυθιστορήματος του Πετρουλά, τον οποίο, καθόλου τυχαία, ο συγγραφέας τον εμφανίζει να κάνει χρήση βαριών ναρκωτικών, οπότε απελευθερώνεται και μπορεί να μιλήσει, αφού πρώτα ρωτάει ρητορικά αν υπάρχει παράδεισος, καταλήγει στη διαπίστωση της απελπισίας:

χαράμισες τη ζωή σου για να βλάψεις τον κόσμο.

Σ’ αυτή τη φράση περιέχεται όλο το τραγικό στοιχείο του έργου, το οποίο χαρακτηρίζει και τη δράση των ηρώων μας.

Οι οποίοι, τυφλωμένοι από την «ύβριν» του «μόνος φρονείν», δεν ήρθαν ποτέ στη θέση του άλλου, δηλαδή των ανθρώπων που ήθελαν με τη βία να σώσουν από τον ίδιο τον εαυτό τους! Γι’ αυτό και δεν σκέφτηκαν ποτέ πραγματικά τις συνέπειες των πράξεών τους.

Έτσι τους διέφυγε ότι οι συνωμοτικές ομάδες ποτέ δεν ίδρυσαν έναν καινούργιο κόσμο.

Αντίθετα, όπως προειδοποίησε η Χάννα Άρεντ, μόνο μεγάλα θεαματικά εγκλήματα επιτέλεσαν.

Στο μυθιστόρημα του Πετρουλά, αυτό το αποδεικνύουν και στην τελευταία τους συνάντηση. Όταν τα μέλη της οργάνωσης ξαναβρίσκονται, ύστερα από χρόνια, για να λυθεί ένα φοβερό «αίνιγμα», ο αναγνώστης διαπιστώνει να αναπτύσσεται, ακόμη και μεταξύ τους, η στρατηγική του τρόμου.

Για να επιβεβαιωθεί ξανά η άλλη φοβερή προειδοποίηση της Άρεντ: ότι η βία αλλάζει τον κόσμο – αλλά για να τον κάνει πιο βίαιο.

Αυτή την πραγματικότητα αναδεικνύει το μυθιστόρημα του Κώστα Πετρουλά. Η τέχνη και η ευαισθησία του οποίου το κάνουν αδυσώπητα αληθινό.

31 Οκτωβρίου 2026

Η απειλή των μοναχικών δρώντων

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Η επίθεση του συγκυβερνήτη στον κυβερνήτη της πτήσης FDB1073 της Flydubai, από το Ντουμπάι προς το Τελ Αβίβ, στις 30 Σεπτεμβρίου, χαρακτηρίζεται από τις αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων τρομοκρατική. Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters από πηγή ενημερωμένη για την έρευνα, στόχος ήταν η συντριβή του αεροπλάνου στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν. Αν και ακόμα δεν ξέρουμε αν οι δράστης ενήργησε μόνος, οι αναφορές περί ισλαμιστικής ριζοσπαστικοποίησης επαναφέρουν τη συζήτηση για την τρομοκρατία των «μοναχικών λύκων». [TBJ]

Έχουν κάποια σχέση οι δύο επιθέσεις με όπλα του 89χρονου στην Αθήνα, η απόπειρα στο πλαίσιο του δείπνου των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου στις ΗΠΑ, οι τρομοκρατικές επιθέσεις στη Νίκαια, στο Μαγδεμβούργο και στο Λονδίνο και οι επιθέσεις του Αντρές Μπρέιβικ; Μπορούν όλες να ενταχθούν στο πλαίσιο των λεγόμενων μοναχικών βίαιων δρώντων, που τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί στον τομέα της τρομοκρατίας, αλλά μπορεί να αξιοποιηθεί για τον προσδιορισμό και άλλων μορφών βίας, όπως οι μαζικοί πυροβολισμοί σε δημόσιους χώρος κ.λπ. Βρισκόμαστε άλλωστε στη λεγόμενη μεταϊδεολογική φάση του βίαιου εξτρεμισμού και της τρομοκρατίας: η πυροδότηση, συχνά, έρχεται λόγω παραπόνων και θυμού, παρά λόγω προσήλωσης σε ένα στρεβλό ιδεοληπτικό πλαίσιο της πολιτικής ή της θρησκείας.

Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου σφράγισαν τον 21ο αιώνα καθιστώντας τη διεθνή ισλαμιστική τρομοκρατία την κυρίαρχη μορφή βίας και απειλής για τα κράτη και τις κοινωνίες. Η συνολική μεταμόρφωση της ασφάλειας, επιστημονικά, πολιτικά, επιχειρησιακά, στρατηγικά και τεχνολογικά, βασίστηκε σε αυτή την κυρίαρχη απειλή. Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ειδικότερα, έγινε συνώνυμο της καταπολέμησης της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η ανάλυση, η συλλογή πληροφοριών, οι τεχνολογικές λύσεις, οι πολιτικές πρόληψης είχαν στο επίκεντρό τους την εργαλειοποίηση του Ισλάμ στο πλαίσιο της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης.

Αν ανατρέξουμε στο σχήμα των κυμάτων της τρομοκρατίας που εισήγαγε ο σπουδαίος μελετητής Ντέιβιντ Ράποπορτ (David Rapoport) θα δούμε ότι θεωρεί τη θρησκευτική υποκίνηση την τελευταία από τις τέσσερις φάσεις της διεθνούς τρομοκρατίας[1]. Προφανώς, ο συνδετικός κρίκος είναι η μισαλλόδοξη ερμηνεία και η εργαλειοποίηση της θρησκείας. Στον πυρήνα της προσέγγισης του Ράποπορτ, άλλωστε, βρίσκεται η παραδοχή ότι η τρομοκρατία δεν αποτελεί διαχρονικά ομοιογενές φαινόμενο, αλλά εξελίσσεται ιστορικά μέσα από διακριτές φάσεις, καθεμία από τις οποίες συγκροτείται γύρω από μια κυρίαρχη ιδεολογική «ενέργεια». Η ιδεολογία, επομένως, δεν λειτουργεί ως απλός συνοδευτικός παράγοντας, αλλά ως ο βασικός μηχανισμός που προσδίδει νόημα, κατευθύνει τη δράση και καθορίζει τη διάρκεια κάθε φάσης.

Σύμφωνα με τον Ράποπορτ, κάθε φάση, ή καλύτερα κάθε κύμα διαρκεί περίπου μια γενιά και χαρακτηρίζεται από την ανάδυση, τη διάχυση και την τελική αποδυνάμωση μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής αφήγησης. Το πρώτο, το αναρχικό κύμα (τέλη 19ου αιώνα έως τη δεκαετία 1920), εδράζεται σε αντικρατικές και επαναστατικές αντιλήψεις, με στόχο την απονομιμοποίηση και την καταστροφή της κρατικής εξουσίας. Το δεύτερο, αντιαποικιακό κύμα (δεκαετίες 1920–1960), συγκροτείται γύρω από τον εθνικισμό και την αρχή της αυτοδιάθεσης, επιδιώκοντας την απελευθέρωση από αποικιακές αυτοκρατορίες. Το τρίτο, το νέο αριστερό κύμα (δεκαετίες 1960–1980), αντλεί από μαρξιστικές και αντιιμπεριαλιστικές ιδεολογίες, στοχεύοντας σε ευρύτερους κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς.

Η μετάβαση στο τέταρτο κύμα σηματοδοτεί, κατά τον Ράποπορτ, μια ποιοτική τομή, καθώς η θρησκεία αναδεικνύεται σε κεντρική πηγή νομιμοποίησης της τρομοκρατικής βίας. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα κύματα, όπου η βία θεμελιωνόταν σε πολιτικές ιδεολογίες και σε εγκόσμιους στόχους, το θρησκευτικό κύμα (από το 1979 και εξής) εισάγει μια υπερβατική διάσταση. Η θρησκεία προσφέρει απόλυτες κανονιστικές αναφορές, οι οποίες δεν υπόκεινται σε διαπραγμάτευση ή σε ιστορικό σχετικισμό, επιτρέποντας έτσι τη διατύπωση απεριόριστων και συχνά εσχατολογικών στόχων. Στο πλαίσιο αυτό, η θρησκευτική ιδεολογία επιτελεί τριπλή λειτουργία. Πρώτον, παρέχει μια ισχυρή μορφή νομιμοποίησης της βίας, καθώς αυτή εμφανίζεται ως θεϊκά επιβεβλημένη και όχι απλώς ως πολιτικά χρήσιμη. Δεύτερον, ενισχύει τη δέσμευση των δρώντων, μετατρέποντας τη συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες σε πράξη πίστης. Τρίτον, τείνει να αίρει τους περιορισμούς στη χρήση βίας, δεδομένου ότι οι αντίπαλοι συχνά κατασκευάζονται ως απόλυτοι και υπαρξιακοί εχθροί.

Συνολικά, στη θεωρία του Ράποπορτ, η ιδεολογία –και ιδίως η θρησκευτική στο τέταρτο κύμα– συνιστά τον καθοριστικό παράγοντα που διαμορφώνει τόσο τη φύση όσο και τη δυναμική της τρομοκρατίας. Η έμφαση αυτή αναδεικνύει την τρομοκρατία ως φαινόμενο βαθιά ενταγμένο σε ευρύτερα συστήματα ιδεών και αξιών, τα οποία καθορίζουν όχι μόνο τα μέσα αλλά και τα νοήματα της πολιτικής βίας.

Ο θυμός ξεπερνά τις ιδεολογίες

Αυτή ήταν και η κυρίαρχη προσέγγιση, επιστημονικά και κυρίως πολιτικά και στρατηγικά για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κρίση όμως της πανδημίας άλλαξε ριζικά την προσέγγιση στο σχήμα των ιδεολογιών. Σήμερα, είναι εντονότερη από ποτέ η σχετικοποίηση των ιδεολογιών και η ανάδυση μιας περισσότερο αντισυστημικής, μεταϊδεολογικής βίας και τρομοκρατίας, που πυροδοτείται από την αντίδραση και το θυμό και ως κυρίαρχη απειλή της έχει τους λεγόμενους μοναχικούς δρώντες (Lone Actors).

Μια κρίσιμη εξέλιξη στο σύγχρονο τοπίο της πολιτικής βίας αφορά την ενίσχυση μορφών «υβριδικού εξτρεμισμού», όπου άτομα συνδυάζουν ετερόκλητα στοιχεία από διαφορετικά ιδεολογικά συστήματα, θεωρίες συνωμοσίας και προσωπικά βιώματα αδικίας. Η ιδεολογική αυτή ρευστότητα υπονομεύει τις παραδοσιακές τυπολογίες ανάλυσης, οι οποίες βασίζονται σε σχετικά σταθερές κατηγορίες, όπως ο τζιχαντισμός ή ο ακροδεξιός εξτρεμισμός. Ως εκ τούτου, τα υφιστάμενα εργαλεία εκτίμησης κινδύνου καθίστανται ολοένα και λιγότερο επαρκή, καθώς αδυνατούν να συλλάβουν μορφές βίας που δεν εντάσσονται σε συνεκτικά ιδεολογικά πλαίσια.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ανάδυση της λεγόμενης «μηδενιστικής βίας». Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές μορφές εξτρεμισμού, οι οποίες θεμελιώνονται σε συνεκτικές ιδεολογίες και κανονιστικά συστήματα, η μηδενιστική βία χαρακτηρίζεται από την απόρριψη νοήματος, αυθεντίας και κοινωνικών κανόνων. Η βία, σε αυτή την περίπτωση, δεν λειτουργεί ως μέσο για την επίτευξη πολιτικών ή θρησκευτικών στόχων, αλλά ως αυτοσκοπός, συχνά συνδεδεμένος με την επιδίωξη χάους, αναγνωρισιμότητας ή προσωπικής ικανοποίησης. Η δυναμική αυτή ενισχύεται από διαδικτυακές κοινότητες που ευνοούν την κανονικοποίηση της ακραίας βίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την επιβράβευσή της μέσω συμβολικού κεφαλαίου (π.χ. προβολή, κύρος εντός της κοινότητας).

Τα εν λόγω ψηφιακά περιβάλλοντα προσελκύουν συχνά νεαρά και ψυχολογικά ευάλωτα άτομα, εντός των οποίων συγχωνεύονται στοιχεία εξτρεμιστικής ρητορικής, εγκληματικής πρακτικής και αντικοινωνικής ταυτότητας. Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ιδιαίτερα ασταθών και απρόβλεπτων μορφών βίας. Η απουσία σαφών ιδεολογικών δεικτών καθιστά τον εντοπισμό τέτοιων περιπτώσεων εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένου ότι τα παραδοσιακά προγνωστικά εργαλεία βασίζονται σε αναγνωρίσιμα ιδεολογικά μοτίβα και οργανωτικές διασυνδέσεις.

Παράλληλα, η άνοδος της «υπερ-εξατομικευμένης ριζοσπαστικοποίησης» συνιστά μία ακόμη κομβική τάση. Οι εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη και την ανάλυση δεδομένων επιτρέπουν πλέον σε εξτρεμιστικούς δρώντες να προσαρμόζουν τη ρητορική και την προπαγάνδα τους σε ατομικά ψυχολογικά προφίλ, σε πολιτισμικά συμφραζόμενα και σε γλωσσικές ιδιαιτερότητες. Η μετάβαση από τη μαζική διάδοση μηνυμάτων σε στοχευμένες, μικρο-εξατομικευμένες στρατηγικές επιρροής αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της στρατολόγησης. Ιδίως άτομα που δεν αυτοπροσδιορίζονται αρχικά μέσω συγκεκριμένης ιδεολογίας ενδέχεται να καταστούν δεκτικά σε αφηγήματα που εστιάζουν σε προσωπικά παράπονα, αισθήματα αδικίας ή υπαρξιακής ματαίωσης.

Συνολικά, οι παραπάνω τάσεις υποδηλώνουν μια μετάβαση από ιδεολογικά συνεκτικές μορφές εξτρεμισμού σε περισσότερο ρευστές, εξατομικευμένες και συχνά αποϊδεολογικοποιημένες εκφάνσεις βίας. Η εξέλιξη αυτή θέτει σημαντικές προκλήσεις τόσο για τη θεωρητική κατανόηση του φαινομένου όσο και για την ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών πρόληψης και αντιμετώπισης.

Η απειλή των μοναχικών δρώντων

Η έννοια των «μοναχικών δρώντων» (lone actors) κατέχει κεντρική θέση στις σύγχρονες αναλύσεις της τρομοκρατίας και της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης, ιδίως στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών πολιτικών πρόληψης[2]. Οι επιθέσεις από άτομα που φαίνεται να δρουν μόνα τους αποτελούν διαχρονικό αλλά και αυξανόμενο φαινόμενο, το οποίο αναμένεται να παραμείνει κυρίαρχη μορφή τρομοκρατικής απειλής στην Ευρώπη. Παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει άτομα που διαπράττουν σοβαρές πράξεις βίας χωρίς άμεση επιχειρησιακή καθοδήγηση ή συμμετοχή σε οργανωμένες ομάδες. Ωστόσο, ο όρος εφαρμόζεται πλέον σε ένα ευρύ και ετερογενές σύνολο δραστών. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ιδεολογικά υποκινούμενοι εξτρεμιστές, δράστες μαζικών επιθέσεων που κινούνται από προσωπικά παράπονα, άτομα που δρουν με τη διευκόλυνση του διαδικτύου, καθώς και άτομα ενταγμένα σε διάχυτες ή «χωρίς ηγεσία» διαδικτυακές υποκουλτούρες. Ως αποτέλεσμα, τα αναλυτικά όρια μεταξύ τρομοκρατίας μοναχικών δρώντων, μαζικών πυροβολισμών, διαδικτυακών διαδρομών ριζοσπαστικοποίησης και αναδυόμενων υβριδικών φαινομένων καθίστανται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα.

Παρά τον όρο «μοναχικός», οι εν λόγω δράστες σπανίως είναι πλήρως απομονωμένοι. Συχνά δρουν χωρίς άμεση οργανωτική ένταξη, αλλά ευθυγραμμίζονται ιδεολογικά ή επιχειρησιακά με ευρύτερα δίκτυα ή αφηγήσεις. Επιπλέον, η διαδικτυακή διάσταση αποδεικνύεται κρίσιμη, καθώς οι lone actors διατηρούν χαλαρές ή έμμεσες συνδέσεις με κοινότητες, μικρές ομάδες ή ψηφιακά οικοσυστήματα ριζοσπαστικοποίησης.

Από επιχειρησιακής άποψης, οι μοναχικοί δρώντες χαρακτηρίζονται από:

•         υψηλό βαθμό αυτονομίας στο σχεδιασμό και την εκτέλεση επιθέσεων,

•         περιορισμένη αλλά στοχευμένη χρήση πόρων,

•         δυσκολία εντοπισμού λόγω απουσίας οργανωτικών δεσμών.

Η ασάφεια αυτή καθιστά το φαινόμενο ιδιαίτερα ανθεκτικό στα παραδοσιακά εργαλεία επιτήρησης και πρόληψης.

Η ριζοσπαστικοποίηση των μοναχικών δρώντων εμφανίζεται συχνά ως εξατομικευμένη και μη γραμμική διαδικασία. Το διαδίκτυο λειτουργεί ως βασικός καταλύτης, προσφέροντας:

•         πρόσβαση σε προπαγανδιστικό και βίαιο περιεχόμενο,

•         δυνατότητα κατανάλωσης «οριακού» (borderline) υλικού που δεν είναι απαραίτητα παράνομο αλλά ενισχύει ριζοσπαστικές στάσεις,

•         περιβάλλοντα κοινωνικοποίησης χωρίς φυσική επαφή.

Η αυξανόμενη σημασία του ψηφιακού χώρου επιτρέπει επίσης σε τρομοκρατικές οργανώσεις να στοχεύουν ευάλωτα άτομα και να ενθαρρύνουν επιθέσεις χωρίς άμεση καθοδήγηση, ενισχύοντας το φαινόμενο της «αυτο-ριζοσπαστικοποίησης». Οι διαδικτυακές πλατφόρμες διευκολύνουν πλέον την ιδεολογική έκθεση, την κοινωνική ενίσχυση, την εκμάθηση τακτικών και τη διαμόρφωση ταυτότητας, χωρίς να απαιτείται τυπική οργανωτική ένταξη. Αναδυόμενα φαινόμενα, όπως δίκτυα τύπου Com/764, μηδενιστικά διαδικτυακά περιβάλλοντα και ιδιαίτερα εξατομικευμένες μορφές βίας που βασίζονται σε προσωπικά παράπονα, αμφισβητούν περαιτέρω τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις που βασίζονται στη συμμετοχή σε ομάδες, σε δομές διοίκησης και ελέγχου ή σε συνεκτική ιδεολογική ταύτιση.

Ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα αφορά τη σχέση μεταξύ μοναχικών δρώντων και ψυχικής υγείας. Η ευρωπαϊκή βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι, αν και δεν υπάρχει απλή αιτιώδης σύνδεση, οι ψυχικές διαταραχές και οι ψυχοκοινωνικές ευαλωτότητες αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου που πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο της ριζοσπαστικοποίησης[3].

Οι σχετικές αναλύσεις αναδεικνύουν ότι:

•         οι μοναχικοί δρώντες συχνά εμφανίζουν αισθήματα απομόνωσης, ματαίωσης ή αποκλεισμού,

•         η ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός νοηματοδότησης προσωπικών κρίσεων,

•         οι ψυχολογικές δυσκολίες δεν οδηγούν αυτομάτως σε βία, αλλά σε συνδυασμό με ιδεολογικές ή διαδικτυακές επιρροές μπορούν να αυξήσουν την επικινδυνότητα.

Είναι κρίσιμο να αποφεύγονται απλουστευτικές συνδέσεις που στιγματίζουν τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, καθώς η πλειονότητα δεν εμπλέκεται σε βίαιες πράξεις.

Η ιδιαιτερότητα των lone actors δημιουργεί σημαντικά προβλήματα για τις πολιτικές πρόληψης. Η απουσία σαφών οργανωτικών δομών και η συχνά υβριδική ή ασαφής ιδεολογική τους ταυτότητα δυσχεραίνουν την έγκαιρη αναγνώριση. Παράλληλα, η χρήση διαδικτυακών πλατφορμών και η κατανάλωση μη παράνομου αλλά επιβλαβούς περιεχομένου καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ νόμιμης έκφρασης και επικίνδυνης ριζοσπαστικοποίησης.

Για το λόγο αυτό, η ευρωπαϊκή προσέγγιση δίνει έμφαση:

•         στη διατομεακή συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών ασφάλειας και επαγγελματιών ψυχικής υγείας,

•         στην ανάπτυξη εργαλείων έγκαιρης ανίχνευσης προσαρμοσμένων σε εξατομικευμένες διαδρομές ριζοσπαστικοποίησης,

•         στη στοχευμένη πρόληψη για ευάλωτες ομάδες, ιδίως νέους.

Ο δύσκολος εντοπισμός τους

Οι μοναχικοί δρώντες συνιστούν μια εξελισσόμενη και ιδιαίτερα σύνθετη μορφή απειλής η οποία αμφισβητεί τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις της τρομοκρατίας. Η κατανόηση του φαινομένου απαιτεί μια πολυπαραγοντική προσέγγιση που συνδυάζει ιδεολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Στο πλαίσιο αυτό, η ψυχική υγεία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μονοδιάστατη αιτία, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος ευαλωτοτήτων που, σε συνδυασμό με ψηφιακές και ιδεολογικές επιρροές, μπορεί να συμβάλει στη μετάβαση προς τη βίαιη δράση.

Η απουσία ενός κοινά αποδεκτού και επιχειρησιακά αξιοποιήσιμου ορισμού του «μοναχικού δρώντος» δημιουργεί διαρκείς προκλήσεις για τους επαγγελματίες στους τομείς της επιβολής του νόμου, των υπηρεσιών πληροφοριών, της ψυχικής υγείας, των κοινωνικών υπηρεσιών και της ασφάλειας στο διαδίκτυο. Οι ασυνεπείς ταξινομήσεις υπονομεύουν τις προσπάθειες έγκαιρης προειδοποίησης, περιπλέκουν την ανταλλαγή πληροφοριών και περιορίζουν τη συγκρισιμότητα των δεδομένων περιστατικών μεταξύ διαφορετικών χωρών και επιστημονικών πεδίων. Επιπλέον, επηρεάζουν το σχεδιασμό και την αξιολόγηση πλαισίων πρόληψης, απεμπλοκής και παρέμβασης, ιδίως όταν οι δείκτες κινδύνου διαφοροποιούνται μεταξύ ιδεολογικά καθοδηγούμενων δραστών, διαδικτυακά δικτυωμένων ατόμων και εκείνων που δρουν κυρίως βάσει προσωπικών παραπόνων.

Για τα ευρωπαϊκά όργανα συντονισμού και τα δίκτυα γνώσης, οι προκλήσεις αυτές είναι ακόμη πιο έντονες. Χωρίς έναν ελάχιστο επιχειρησιακό ορισμό και μια σαφή λογική διάκρισης μεταξύ μοναχικών δρώντων και συναφών κατηγοριών, οι επαγγελματίες διατρέχουν τον κίνδυνο είτε να υπεργενικεύσουν διαφορετικές μορφές βίας είτε να παρερμηνεύσουν αναδυόμενες απειλές που δεν εντάσσονται σε καθιερωμένες τυπολογίες. Οι ασαφείς ταξινομήσεις ενδέχεται επίσης να δημιουργήσουν κενά μεταξύ των πολιτικών αντιτρομοκρατίας, της πρόληψης σοβαρής βίας και των μηχανισμών προστασίας ευάλωτων ατόμων.

[1] D. Rapoport, (2022), Waves of Global Terrorism: From 1879 to the Present, Columbia, Columbia University Press.

[2] Lindekilde, L., O’Connor, F., & Schuurman, B. (2019). Radicalization patterns and modes of attack planning and preparation among lone-actor terrorists: an exploratory analysis. Behavioral Sciences of Terrorism and Political Aggression, 11(2), 113-133. Clemmow, C., Bouhana, N., & Gill, P. (2020). Analyzing person‐exposure patterns in lone‐actor terrorism: Implications for threat assessment and intelligence gathering. Criminology & Public Policy, 19(2), 451-482. Bakker, E., & de Roy van Zuijdewijn, J. (2016). Lone-actor terrorism. Toolkit Paper 1: Practical guidance for mental health practitioners and social workers. Countering Lone-Actor Terrorism Series, (9). International Centre for Counter-Terrorism (ICCT). Schuurman, B., Lindekilde, L., Malthaner, S., O'Connor, F., Gill, P., & Bouhana, N. (2019). End of the lone wolf: The typology that should not have been. Studies in Conflict & Terrorism, 42(8), 771-778. Bright, David, Chad Whelan, and Shandon HarrisHogan. 2020. “Exploring the Hidden Social Networks of ‘Lone Actor’ Terrorists.” Crime, Law and Social Change 74 (5): 491–508. Gill, Paul. 2015. Lone-Actor Terrorists: A Behavioral Analysis. London: Routledge. Hofmann, David C. 2020. “How ‘Alone’ are LoneActors? Exploring the Ideological, Signaling, and Support Networks of Lone-Actor Terrorists.” Studies in Conflict & Terrorism 43 (7): 657–78. Holzer, Jacob C., Andrea J. Dew, Patricia R. Recupero και Paul Gill. (επιμ.) 2022. Lone-Actor Terrorism: An Integrated Framework. Oxford: Oxford University Press.

[3] Corner, E., Gill, P., & Mason, O. (2016). Mental health disorders and the terrorist: A research note probing selection effects and disorder prevalence. Studies in Conflict & Terrorism, 39(6), 560-568. De Roy van Zuijdewijn, J., & Bakker, E. (2016). Analysing personal characteristics of lone-actor terrorists: Research findings and recommendations. Perspectives on terrorism, 10(2), 42-49.

05 Οκτωβρίου 2026

Ο θάνατος είναι πάντα σκληρό πράγμα. Τρομερό, ιδίως για όσους χάνουν τη ζωή τους απροσδόκητα – κι ακόμα πιο τρομερό για όσους πεθαίνουν για ζητήματα που κατά βάθος δεν τους αφορούν. Όπως, π.χ., η Βάγια Νέστορα, η οποία έπεσε θύμα αυτών που έβαλαν φωτιά με γκαζάκια στην πολυκατοικία όπου έμενε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της.

Αλλά ενώ όλες οι πολιτικές δυνάμεις καταδίκασαν τη δολοφονία, δεν αντιμετωπίζουν όλες με τον ίδιο ενθουσιασμό τη σύλληψη των κατηγορουμένων ως δραστών του φονικού εμπρησμού. Ακόμα χειρότερα, η ανακοίνωση από την Αντιτρομοκρατική της σύλληψης προσώπων που κατηγορούνται για τον φονικό εμπρησμό της Μαρφίν, δημιούργησε ένα δημόσιο αίσθημα αμφιβολίας για την αποτελεσματικότητα των αρχών και για την ορθότητα της απόδοσης κατηγοριών στους συλληφθέντες, ενώ πολλή συζήτηση γίνεται για το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας των συλληφθέντων. Πολλοί πιθανολογούν ότι η ανακοίνωση των συλλήψεων προσώπων που κατηγορούνται για τους τρεις φόνους είναι πολιτικό τέχνασμα της κυβέρνησης, που επιδιώκει να κερδίσει τις εντυπώσεις ενόψει των επερχόμενων εκλογών. Ήδη, μάλιστα, έχει αρχίσει το διαδικτυακό λιντσάρισμα, κατά προσώπων που συγχαίρουν τις αρχές ασφαλείας – με προτίμηση καλλιτέχνες, που τόλμησαν να εκφράσουν δημοσίως την ευαρέσκειά τους.

Η δημόσια συζήτηση γύρω από την τρομοκρατία και την τρομοκρατική βία, παρά το θάνατο της Βάγιας Νέστορα, που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει «χαμηλή βία» αλλά ότι η χρήση βίας μπορεί να οδηγήσει σε οδυνηρές συνέπειες, γίνεται προσπάθεια ακόμα μια φορά να συσχετιστεί με την καταστολή που είναι εργαλείο δεξιών κυβερνήσεων και να αποσυνδεθεί από τη δραστηριότητα της Αριστεράς. Στη δημόσια συζήτηση διατυπώνεται με ιδιαίτερη έμφαση η άποψη ότι η κυβέρνηση θεωρεί χρήσιμη την ακροαριστερή βία, επειδή έτσι επιτίθεται στην Αριστερά, και ιδίως στον Αλέξη Τσίπρα, που στο παρελθόν κολάκευε την αριστερή τρομοκρατία. Γι’ αυτό, λέει η άποψη αυτή, η κυβέρνηση διστάζει να απονομιμοποιήσει την αριστερή βία, επειδή από καιρού εις καιρόν τη συμφέρει να την επικαλείται.

Κι όμως. Αυτή που εργάζεται για τη μη απονομιμοποίηση της βίας στο όνομα της πολιτικής ή της ιδεολογίας είναι η Αριστερά. Επειδή, στο τέλος, ό,τι κι αν έχει συμβεί, πάντα κάποιοι από το χώρο θα υπερασπιστούν τα στειλιάρια στις διαδηλώσεις ή τις βόμβες μολότοφ ως συμβολισμό ταξικών συγκρούσεων. Πάντα κάποιοι είναι έτοιμοι να μιλήσουν για αστυνομική αυθαιρεσία όταν συλλαμβάνονται θύτες της βίας, πάντα κάποιοι επικροτούν τα συνθήματα τύπου «Λευτεριά στον αγωνιστή τάδε».

Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή η αριστερή βία είναι συστατικό της ιδεολογίας όσων την επικαλούνται. Από το ΚΚΕ που γιορτάζει το εμφύλιο μίσος με γιορτές στο Βίτσι μέχρι τον αναρχικό χώρο που καίει με γκαζάκια ή μολότοφ αυτούς που θεωρεί υπηρέτες του συστήματος. Από τις διάφορες κινήσεις στα πανεπιστήμια που πλακώνουν στο ξύλο συμφοιτητές τους με τους οποίους διαφωνούν ή καθηγητές τους που επιδιώκουν να εφαρμόσουν τη νομιμότητα μέχρι τους αντισημίτες και καλά «φρι Παλεστάιν» που ψάχνουν εβραίους στα λιμάνια και τις πλατείες. Η κυβέρνηση, με αστυνομικά μέτρα, δεν μπορεί να την απονομιμοποιήσει, επειδή αμέσως όλος ο συγγενής ιδεολογικός χώρος των εραστών της βίας εξεγείρεται κατηγορώντας αυταρχικές μεθοδεύσεις και πολιτικές διώξεις – και απειλώντας με βίαιη κλιμάκωση. Θυμάται κανείς τις τεράστιες συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα για τον σίριαλ κίλερ της 17 Νοέμβρη, Δημήτρη Κουφοντίνα;

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση, δηλαδή το κράτος, παρεμβαίνει ουσιαστικά μόνο σε πολύ ακραία συμβάντα – εσχάτως, όταν έσκασε η βόμβα στα χέρια του κατασκευαστή της τρομοκράτη στους Αμπελόκηπους, στην περίπτωση της εμπρηστικής επίθεσης στη Θεσσαλονίκη λόγω του θανάτου της Βάγιας Νέστορα και κατά του Ρουβίκωνα που βγήκε περιπολία για εβραίους επειδή όλη αυτή η επιχείρηση θύμιζε τη Χρυσή Αυγή. Η σύλληψη και η παραπομπή στη δικαιοσύνη των πρωταιτίων του δολοφονικού εμπρησμού στη Μαρφίν είναι ένα τραύμα, του οποίου την επούλωση απαιτεί κατά σύστημα η ελληνική κοινωνία.

Κατά τα άλλα, όσο η βία δεν εκτρέπεται, είναι αποδεκτή από την Αριστερά – στο κάτω κάτω, όπως έλεγε ένας παλιός συριζαίος, όσοι την ασκούν έχουν ένα ιδεώδες υπέρ του ανθρώπου. Αν άλλωστε δεν ήταν αποδεκτή, δεν θα έβγαιναν στις συγκεντρώσεις κρατώντας σημαίες-στειλιάρια.

Η ιδέα της σύγκρουσης είναι μονίμως στο μυαλό των ανθρώπων αυτών των χώρων. Διαβάζω τη δήλωση του συζύγου της Βάγιας Νέστορα. Καμία μνησικακία. Καμία πρόσκληση για εκδίκηση. Τίποτα πέραν του νόμου: «Εγώ απλώς τους εύχομαι [των βομβιστών] να μην πάθουν οι δικές τους οικογένειες κάτι το αντίστοιχο. Να τους έχει καλά ο Θεός, να τους προσέχει αλλά να τους προσέχει από την καλή πλευρά κι όχι σ’ αυτό που κάνουν».

Είναι μια δήλωση στον αντίποδα της μνησικακίας της Αριστεράς, που συγκρούεται «με το σύστημα», με τους εκπροσώπους του, με τους πολιτικούς του, με τους αστυνόμους τους, με την παιδεία του. Μια δήλωση πολιτισμού. Δήλωση συγχώρεσης, έκκληση μετάνοιας, κατανόησης του άλλου που δεν τους μοιάζει αλλά δεν είναι εχθρός τους.

Δήλωση στον αντίποδα του λόγου της Αριστεράς, που τους νεκρούς της από πολιτικές συγκρούσεις τους παρουσιάζει με το φωτοστέφανο του μάρτυρα, ζητώντας εκδίκηση και φανατίζοντας το κοινό της να συμμετάσχουν στην αέναη σύγκρουση. Χάθηκαν κι οι λίγες δυνάμεις της δημοκρατικής Αριστεράς που αντιτάσσονταν, έχοντας την αυτοσυνειδησία να παραδεχτούν ότι ο πόλεμος τελείωσε.

 

LINK

Πλήρες χρονικό και φωτογραφίες όσων συνέβησαν πριν και μετά την πυρπόληση της Μαρφίν, από τον Ηλία Προβόπουλο, η αφήγηση του οποίου και οι φωτογραφίες του είχαν δημοσιευτεί στο Books' Journal στις 5 Μαΐου 2018: https://booksjournal.gr/blog/2721-marfin-2010-to-xroniko-enos-egklimatos 

16 Ιουλίου 2026

Η Ελλάδα παρακολουθεί ακόμη μια φορά ένα γνώριμο έργο. Μια ομάδα ανθρώπων οργανώνει επιθέσεις, εκφοβίζει πολίτες, κυνηγά ανθρώπους στους δρόμους επειδή είναι εβραίοι και, λίγες ημέρες αργότερα, μια τρομοκρατική ενέργεια αφαιρεί τη ζωή μιας αθώας γυναίκας. Θα περίμενε κανείς ότι μια δημοκρατία με την εμπειρία της ελληνικής θα αντιδρούσε απέναντι στην πολιτική βία χωρίς δισταγμούς και χωρίς αστερίσκους. Κι όμως, ακόμα και σήμερα, η δημόσια συζήτηση δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει τις ίδιες λέξεις για τις ίδιες πράξεις. Σαν να εξακολουθεί η ελληνική κοινωνία να κρίνει πρώτα τον δράστη και ύστερα την πράξη.

Αυτό δεν είναι σύμπτωση ούτε προϊόν της συγκυρίας. Είναι η κατάληξη μιας διαδρομής που ξεκινά σχεδόν μισό αιώνα πριν.

Η μεγαλύτερη νίκη της ελληνικής Αριστεράς μετά το 1974 ήταν η πολιτισμική της κυριαρχία. Η ιδεολογική κυριαρχία της υπήρξε το σημαντικότερο πολιτισμικό γεγονός της Μεταπολίτευσης και διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έμαθε να αντιλαμβάνεται την ιστορία, την πολιτική, την ηθική και τελικά την ίδια την πραγματικότητα. Η επιρροή της ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια των κομμάτων. Απλώθηκε στην εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στη δημοσιογραφία, στη διανόηση και στην τέχνη. Εκεί συγκροτήθηκε σταδιακά ένα ιδεολογικό, ηθικό, σχεδόν θεολογικό αφήγημα που ανακατέταξε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική ιστορία σε ένα νέο σύστημα ηθικών κατηγοριών. Οι πολιτικές συγκρούσεις μετατράπηκαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στους ηθικά δικαιωμένους και στους ιστορικά ενόχους, στους προοδευτικούς και στους αντιδραστικούς, στους ήρωες και στους προδότες. Έτσι αναδιαμορφώθηκε σταδιακά ο ίδιος ο ηθικός χάρτης της δημόσιας ζωής.

Οι εκλογές ήταν μόνο μια όψη της πολιτικής ζωής. Η πραγματική δύναμη αυτής της κυριαρχίας βρισκόταν αλλού. Βρισκόταν στη δυνατότητά της να καθορίζει τα όρια του ηθικά αποδεκτού, να αποφασίζει ποιος όφειλε να απολογείται και ποιος απολάμβανε εκ των προτέρων την κατανόηση της κοινωνίας. Σταδιακά επέβαλε το δικό της αξιακό σύστημα ως το κυρίαρχο μέτρο της δημόσιας ζωής. Από ένα σημείο και μετά ακόμη και οι πολιτικοί της αντίπαλοι υποχρεώνονταν να απολογούνται με τους δικούς της όρους, να χρησιμοποιούν το δικό της λεξιλόγιο και να αποδέχονται τις δικές της ιστορικές ιεραρχήσεις. Αυτή είναι η ουσία της ιδεολογικής ηγεμονίας: η στιγμή κατά την οποία ακόμη και οι αντίπαλοί σου αρχίζουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το δικό σου αξιακό σύστημα.

Το τίμημα αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας δεν μετρήθηκε μόνο στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μετρήθηκε κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εκπαιδεύτηκε να αντιμετωπίζει τη βία. Σε μια ώριμη δημοκρατία το πρώτο ερώτημα είναι τι συνέβη. Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης το πρώτο ερώτημα υπήρξε συχνά ποιος το έκανε. Από την απάντηση σε αυτό εξαρτιόταν όχι μόνο η πολιτική ερμηνεία αλλά πολλές φορές και η ίδια η ηθική αξιολόγηση της πράξης.

Η πράξη παρέμενε ίδια. Εκείνο που άλλαζε ήταν η ηθική της αξιολόγηση, η δημόσια ερμηνεία της. Ανάλογα με την ιδεολογική ταυτότητα του δράστη, μπορούσε να παρουσιαστεί ως κοινό έγκλημα ή ως πολιτική πράξη, ως τυφλή βία ή ως αντίσταση, ως τρομοκρατία ή ως έκφραση κοινωνικής οργής.

Αν ο δράστης προερχόταν από το χώρο που το κυρίαρχο μεταπολιτευτικό αφήγημα είχε ήδη κατατάξει στους εχθρούς της δημοκρατίας, η ηθική καταδίκη ήταν άμεση και αυτονόητη. Αν όμως προερχόταν από το χώρο που είχε αναγορευθεί σε ιστορικό φορέα της προόδου, της αντίστασης ή της κοινωνικής δικαιοσύνης, προηγούνταν οι εξηγήσεις, οι κοινωνιολογικές αναλύσεις και οι πολιτικές επιφυλάξεις. Η πράξη δεν άλλαζε. Άλλαζε η διαδρομή που οδηγούσε στην ηθική της αξιολόγηση.

Δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς αυτή τη διαφορά. Αρκεί να παρακολουθήσει το λεξιλόγιο που χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες. Ο ακροδεξιός ήταν δολοφόνος πριν ακόμη ολοκληρωθεί η περιγραφή της πράξης του. Ο ακροαριστερός εμφανιζόταν ως αντιεξουσιαστής, αναρχικός, αλληλέγγυος, αντιφασίστας, αγωνιστής. Οι ιδεολογικοί προσδιορισμοί προηγούνταν της εγκληματικής ιδιότητας και πολλές φορές λειτουργούσαν ως σιωπηρό ελαφρυντικό. Πρώτα διευκρινίζονταν  ποιος ήταν ο δράστης και ύστερα τι σήμαινε η πράξη του. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να αναζητά πρώτα τα κίνητρα του τρομοκράτη αντί να αναγνωρίζει το έγκλημα, έχει ήδη διανύσει μεγάλη απόσταση από τις αρχές του κράτους δικαίου.

Δεν πρόκειται για μια θεωρητική παρατήρηση. Η ίδια η μεταπολιτευτική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποτέλεσε, δικαίως, σύμβολο της εγκληματικής φύσης της Χρυσής Αυγής. Η ελληνική δικαιοσύνη κινήθηκε, οι υπεύθυνοι συνελήφθησαν και η οργάνωση οδηγήθηκε τελικά στην ιστορική της καταδίκη. Έτσι ακριβώς όφειλε να λειτουργήσει μια δημοκρατία.

Το ερώτημα είναι γιατί η ίδια ηθική καθαρότητα δεν εμφανίστηκε με την ίδια ένταση απέναντι σε κάθε μορφή πολιτικής βίας. Γιατί οι δεκάδες νεκροί της τρομοκρατίας της άκρας Αριστεράς δεν απέκτησαν ποτέ την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη. Γιατί ο Θάνος Αξαρλιάν δεν μετατράπηκε ποτέ σε διαρκές ηθικό σύμβολο μιας κοινωνίας που υποτίθεται ότι απορρίπτει κάθε πολιτική δολοφονία. Γιατί επί χρόνια η δημόσια συζήτηση έμοιαζε περισσότερο πρόθυμη να ερμηνεύσει παρά να καταδικάσει εκείνους που πίστευαν ότι η βόμβα, το καλάσνικοφ ή η μολότοφ μπορούσαν να αποτελέσουν μορφές πολιτικής έκφρασης.

Δύο δολοφονίες σημάδεψαν διαφορετικές εποχές της νεότερης Ελλάδας. Η πρώτη ήταν η δολοφονία του Θάνου Αξαρλιάν το 1992 από ρουκέτα της 17 Νοέμβρη. Ένας εικοσάχρονος που περνούσε τυχαία από το σημείο έχασε τη ζωή του χωρίς να έχει καμία σχέση με το στόχο της επίθεσης. Δεν υπήρξε ούτε σύμβολο ούτε διαρκής υπενθύμιση της φρίκης της τρομοκρατίας. Για χρόνια αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως μια τραγική εξαίρεση, ως παράπλευρη απώλεια ενός πολέμου που κάποιοι εξακολουθούσαν να περιγράφουν με πολιτικούς όρους. Ακόμη και η δημόσια συζήτηση γύρω από τη δίκη της 17 Νοέμβρη σημαδεύτηκε από εικόνες συμπάθειας προς τους κατηγορουμένους, από διακηρύξεις περί πολιτικών κρατουμένων, από μια διάχυτη απροθυμία να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά ως αυτό που ήταν: δολοφόνοι.

Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από αστυνομικό συγκλόνισε δικαιολογημένα ολόκληρη τη χώρα. Ο δράστης συνελήφθη αμέσως, οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη, καταδικάστηκε και οδηγήθηκε στη φυλακή. Στην περίπτωση αυτή όμως το γεγονός συμβολοποιήθηκε. Ο  δεκαπεντάχρονος Γρηγορόπουλος, ένα αθώο θύμα μιας εγκληματικής πράξης κρατικής αυθαιρεσίας, μετατράπηκε σταδιακά σε διαρκές πολιτικό σύμβολο, σε σημείο αναφοράς ενός ολόκληρου ιδεολογικού χώρου και σε εμβληματική μορφή μιας συγκεκριμένης ανάγνωσης της Μεταπολίτευσης.

Ας μην υπάρξει καμία παρανόηση. Δεν συγκρίνονται οι δύο άνθρωποι, ούτε οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους. Συγκρίνεται αποκλειστικά ο τρόπος με τον οποίο η μεταπολιτευτική Ελλάδα επέλεξε να θυμάται τις δύο υποθέσεις, να τις εντάξει στη συλλογική της μνήμη και να τις μετατρέψει —ή να μην τις μετατρέψει— σε πολιτικά σύμβολα. Αυτό ακριβώς είναι το αποτύπωμα της πολιτισμικής ηγεμονίας. Δεν επιβάλλει απλώς μια γνώμη. Επιλέγει ποια γεγονότα θα αποκτήσουν διαρκή ηθική ακτινοβολία και ποια θα ξεθωριάσουν μέσα στο χρόνο. Δεν κατασκευάζει την πραγματικότητα· κατασκευάζει τη μνήμη της. Και όποιος διαμορφώνει τη συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας, διαμορφώνει τελικά και τα πολιτικά της αντανακλαστικά.

Έτσι εξηγείται γιατί η τρομοκρατία της άκρας Αριστεράς αντιμετωπίστηκε επί δεκαετίες με έναν τρόπο που δύσκολα θα συναντούσε κανείς απέναντι σε οποιανδήποτε άλλη μορφή πολιτικού εξτρεμισμού. Οι δικαστικές καταδίκες δεν συνοδεύτηκαν ποτέ από μια αντίστοιχη ηθική απονομιμοποίηση της τρομοκρατίας στον δημόσιο λόγο. Πάντοτε υπήρχε κάποιος πρόθυμος να μιλήσει για τις κοινωνικές αιτίες, για την οργή της νεολαίας, για την κρατική καταπίεση, για τον καπιταλισμό, για τον ιμπεριαλισμό, για οτιδήποτε άλλο μπορούσε να λειτουργήσει ως πλαίσιο κατανόησης. Σαν να υπήρχαν εγκλήματα που απαιτούσαν μόνο δικαιοσύνη και άλλα που όφειλαν προηγουμένως να γίνουν αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.

Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος θρίαμβος μιας ιδεολογικής κυριαρχίας. Δεν καταφέρνει να πείσει ότι η βία είναι καλή. Καταφέρνει να πείσει ότι υπάρχουν μορφές βίας που αξίζουν περισσότερη κατανόηση από άλλες. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η ίδια η δημοκρατία αρχίζει να εφαρμόζει δύο διαφορετικά ηθικά μέτρα απέναντι στην ίδια εγκληματική πράξη.

Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια εμφανίστηκαν οργανωμένες ομάδες που περιπολούσαν στους δρόμους αναζητώντας ανθρώπους εξαιτίας της εθνικής και της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Αναζητούσαν εβραίους. Μόνο αυτή η φράση θα έπρεπε να αρκεί για να σημάνει συναγερμό σε κάθε δημοκρατικό πολίτη. Η εικόνα αυτή θα έπρεπε να έχει προκαλέσει ένα ενιαίο, ακαριαίο και καθολικό δημοκρατικό αντανακλαστικό. Αντί γι’ αυτό, ακόμα μια φορά εμφανίστηκαν οι γνώριμες επιφυλάξεις, οι εξηγήσεις, οι συμψηφισμοί, η ανάγκη να προηγηθεί η πολιτική ανάλυση πριν από την ηθική καταδίκη.

Η ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου υπενθύμισε κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: ο αντισημιτισμός δεν αλλάζει χαρακτήρα ανάλογα με το ποιος τον εκφράζει. Δεν γίνεται προοδευτικός επειδή κρατά παλαιστινιακή σημαία ούτε αποκτά ηθικό άλλοθι επειδή χρησιμοποιεί αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία. Το μίσος απέναντι σε έναν άνθρωπο εξαιτίας της καταγωγής ή της θρησκείας του παραμένει μίσος, όποια ιδεολογία κι αν επικαλείται. Και τα τάγματα εφόδου παραμένουν τάγματα εφόδου, ακόμη κι όταν αλλάζουν τα συνθήματα ή τα σύμβολά τους.

Η ιστορία, άλλωστε, διδάσκει κάτι που οι ιδεολογίες συχνά αρνούνται να δεχθούν. Εκείνος που συνηθίζει να χωρίζει τους ανθρώπους σε ηθικά άξιους και ηθικά ανάξιους, αργά ή γρήγορα, θα θεωρήσει ότι ορισμένοι δεν δικαιούνται ούτε την ασφάλεια ούτε την αξιοπρέπειά τους. Η απόσταση ανάμεσα στον λεκτικό εκφοβισμό και στη φυσική βία είναι πολύ μικρότερη από όσο συνήθως πιστεύουμε.

Ίσως γι’ αυτό η πολιτική βία ξαναχτύπησε λίγες ημέρες αργότερα χωρίς να προκαλέσει την έκπληξη που θα άρμοζε σε μια ώριμη δημοκρατία. Οι εμπρηστικές επιθέσεις εναντίον κατοικιών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη άφησαν πίσω τους κάτι πολύ βαρύτερο από υλικές καταστροφές. Οδήγησαν στο θάνατο μιας αθώας γυναίκας, της μητέρας της Αφροδίτης Νέστορα. Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα χωρίς καμία συμμετοχή στην πολιτική σύγκρουση που εξελισσόταν γύρω της. Η παρουσία της στο σπίτι αρκούσε για να μετατραπεί, χωρίς να το γνωρίζει, σε θύμα της τυφλής πολιτικής βίας. Σχεδόν ως αναμενόμενο επεισόδιο μιας διαρκούς επαναστατικής εφηβείας. Η βία, όμως, αδιαφορεί για τις ιδεολογίες που επικαλούνται όσοι την ασκούν. Η φωτιά καίει το στόχο και τον περαστικό. Η έκρηξη σκοτώνει τον πολιτικό αντίπαλο και τον άσχετο με την πολιτική. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε ιδεολογικό άλλοθι καταρρέει. Απομένει μόνο η ευθύνη για την εγκληματική πράξη.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αδιέξοδο μιας κοινωνίας που επί δεκαετίες δίδαξε στον εαυτό της να αναζητά πρώτα την ιδεολογική προέλευση του δράστη και ύστερα να αξιολογεί την πράξη. Γιατί όταν η ηθική εξαρτάται από την πολιτική ταυτότητα, η δημοκρατία παύει να διαθέτει μια κοινή κλίμακα δικαιοσύνης. Αποκτά δύο. Και από τη στιγμή που μια δημοκρατία αποδέχεται δύο μέτρα απέναντι στην ίδια μορφή βίας, έχει ήδη αρχίσει να υπονομεύει το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται.

 

 

02 Ιουλίου 2026

Το Βοοks’ Journal δημοσιεύει στη θέση του editorial την ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος για την πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση στο Σίδνεϊ. Επειδή, όντως, «το τρομοκρατικό αυτό χτύπημα αποτελεί πράξη πασίδηλου αντισημιτικού μίσους και πλήγμα όχι μόνον κατά της εβραϊκής κοινότητας, αλλά και κατά των θεμελιωδών αξιών της δημοκρατίας, της θρησκευτικής ελευθερίας και της ειρηνικής συνύπαρξης».

15 Δεκεμβρίου 2025

Η 11η Σεπτεμβρίου και οι αξίες της Δύσης

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Παναγής Παναγιωτόπουλος, Το Γεγονός. Γιατί άλλαξε ο κόσμος μετά την 11η Σεπτεμβρίου, επίμετρο: Νικόλας Σεβαστάκης, Οξύ, β’ έκδοση, Αθήνα 2021

«Καμία ημέρα δεν θα σας σβήσει από τη μνήμη του χρόνου». Αυτή η φράση από την Αινειάδα του Βιργιλίου βρίσκεται στον κεντρικό τοίχο του μνημείου για τα θύματα των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη. Τα χιλιάδες θύματα, οι φωτογραφίες των οποίων υπάρχουν στο μνημείο, είναι η κινητήριος δύναμη της μνήμης για την ημέρα που γκρέμισε τις βεβαιότητες και όρισε τη μετανεωτερικότητα της ασφάλειας του 21ου αιώνα. (Αναδημοσίευση με προσαρμοσμένο τίτλο μεγάλου μέρους της κριτικής για την επανέκδοση του βιβλίου του Παναγή Παναγιωτόπουλου, με αφορμή την επέτειο του Γεγονότος, που καθόρισε τις ζωές και την πορεία όλου του δυτικού κόσμου)

11 Σεπτεμβρίου 2023

20 χρόνια μετά την εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Στις 18 Ιουλίου 2002, ο τότε αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, αντιστράτηγος Φώτης Νασιάκος ανακοινώνει την εξάρθρωση της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη και τη σύλληψη των μελών της. Ήταν το τέλος μιας σειράς γεγονότων που ακολούθησαν την έκρηξη βόμβας στα χέρια του Σάββα Ξηρού, μετά την αποτυχημένη προσπάθειά του να την τοποθετήσει σε σημείο του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ). Τον Σεπτέμβριο παραδόθηκε και ο Δημήτρης Κουφοντίνας, η σύλληψη του οποίου εκκρεμούσε. Ωστόσο, η ελληνική πολιτεία δεν έδωσε με την ίδια αποτελεσματικότητα τον ιδεολογικό αγώνα, με αποτέλεσμα η 17 Νοέμβρη να εξακολουθεί να έχει συμπαθούντες και, κυρίως, να έχει ακόμα επίδοξους μιμητές.

18 Ιουλίου 2022

Το τραύμα στον δημόσιο χώρο

Δέσποινα Λιμνιωτάκη -Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Ας ξεκινήσουμε από τα απλά. Να καθιερώσουμε ένα πλαίσιο εκδηλώσεων, πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων για την Εθνική Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα της Τρομοκρατίας, την τρίτη Κυριακή κάθε Ιανουαρίου.

16 Ιανουαρίου 2022

Το Σεξ στην Τρομοκρατία: ταυτότητα, εγκλωβισμός και επιβολή

Δέσποινα Λιμνιωτάκη -Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Μια σημαντική μεταβλητή για την οργάνωση και την εξέλιξη της τρομοκρατίας είναι το σεξ. Μία μεταβλητή που δεν έχει επαρκώς αναλυθεί και μελετηθεί.

27 Οκτωβρίου 2021
Σελίδα 1 από 2