web only
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ ηθική χρεοκοπία της ΕΣΗΕΑ
Κάποια γεγονότα δεν χρήζουν ιδιαίτερης ερμηνείας. Αρκεί απλώς να τα κοιτάξεις για να καταλάβεις πόσο χαμηλά μπορεί να κατρακυλήσει ένας θεσμός όταν χάσει το μέτρο, τη μνήμη και στοιχειώδη αίσθηση της ευθύνης του. Αυτό ακριβώς συνέβη στις 23 Σεπτεμβρίου, στον τρίτο όροφο της ΕΣΗΕΑ. Εκεί όπου θα περίμενε κανείς να στεγάζεται, έστω συμβολικά, η υπεράσπιση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, της ιστορικής αλήθειας και της ελευθερίας απέναντι στον φανατισμό, φιλοξενήθηκε μια εκδήλωση που παρουσίαζε ως «αντίσταση» πρόσωπα και οργανώσεις συνδεδεμένα με ακραία βία, αντισημιτική ρητορική και αυταρχικά καθεστώτα.
Το περιστατικό θα μπορούσε να περάσει ως μία ακόμη από τις πολλές ιδεολογικές γραφικότητες/αθλιότητες της ελληνικής δημόσιας ζωής, αν δεν είχε συμβεί ακριβώς εκεί. Στην ΕΣΗΕΑ. Στο συνδικαλιστικό όργανο ενός επαγγέλματος που αρέσκεται να παραδίδει μαθήματα δεοντολογίας, να καταγγέλλει τη ρητορική μίσους, να επικαλείται τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα και να απαιτεί από όλους τους άλλους αυστηρότητα απέναντι στο φανατισμό. Όταν όμως ήρθε η στιγμή να εφαρμόσει τα ίδια κριτήρια στη δική της στέγη, η αυστηρότητα εξαφανίστηκε. Έμεινε μόνο εκείνη η παλιά ελληνική συνήθεια: οι αρχές να ισχύουν πάντοτε για τους άλλους.
Κατά τη γνώμη μου, η δημοκρατία έχει αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να ανέχεται παρόμοιες δημοσιογραφικές αθλιότητες. Το πρόβλημα είναι η άνεση με την οποία ένας θεσμός που υποτίθεται ότι υπηρετεί την ενημέρωση παραχώρησε το κύρος και τον χώρο του σε μια τελετή ιταμού πολιτικού εξαγνισμού και ηρωοποίησης. Χωρίς αμηχανία, χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς καν εκείνο το αυτονόητο ερώτημα που θα έπρεπε να προηγείται κάθε δημοσιογραφικής πράξης: ποιον ακριβώς φιλοξενούμε και τι ακριβώς τιμούμε;
Δεν επρόκειτο για μια συζήτηση γύρω από τη Μέση Ανατολή. Δεν ήταν ένα δημοσιογραφικό πάνελ όπου διαφορετικές απόψεις θα επιχειρούσαν να φωτίσουν τη σύγκρουση στον Λίβανο, στο Ιράν, στην Παλαιστίνη ή στην Υεμένη. Ούτε για μια ακαδημαϊκή εξέταση της Χεζμπολάχ, της πολιτικής της διαδρομής και της ιδεολογίας της. Οι ίδιοι οι διοργανωτές φρόντισαν να μη μείνει τέτοια αμφιβολία.
Η εκδήλωση είχε ως κεντρικό σύνθημα «Από τον Αλί Χαμενεΐ μέχρι τον Χασάν Νασράλα, η αντίσταση συνεχίζεται». Στο πρόγραμμά της περιλαμβάνονταν παρουσίαση βιβλίου για τη «Σχολή Σκέψης» του Νασράλα, παρεμβάσεις εκπροσώπων του κινήματος Ansar Allah των Χούθι, του ιρανικού Press TV και της «Λιβανέζικης Αντίστασης», καθώς και βράβευση λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού διαγωνισμού αφιερωμένου στον Αλί Χαμενεΐ. Αυτά αναφέρονται τόσο στην ανακοίνωση της εκδήλωσης όσο και στο υλικό που τη συνόδευσε.
Το να συζητάς για τη «σχολή σκέψης» του Νασράλα και για μια «αντίσταση που συνεχίζεται» δεν ανήκει στη δημοσιογραφική έρευνα, στην περιέργεια ή στην επαγγελματική αρμοδιότητα. Ανήκει στην πολιτική ταύτιση. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα της ΕΣΗΕΑ. Η δημοσιογραφία μπορεί να ερευνήσει τον Νασράλα, τη Χεζμπολάχ, τους Χούθι, το Ιράν, να εξετάσει τις ιδέες, τις πράξεις, τα εγκλήματα, τα αίτια και τις συνέπειές τους. Αυτό είναι το καθήκον της. Εκείνο που δεν μπορεί να κάνει χωρίς να ακυρώνει τον ίδιο της τον ρόλο είναι να μετατρέπει την έρευνα σε τελετουργία θαυμασμού και την κριτική απόσταση σε πολιτική συνηγορία.
Διότι εδώ δεν έχουμε μπροστά μας κάποια εξωτική εκδοχή «αντίστασης», ούτε μια ρομαντική αφήγηση απελευθερωτικών κινημάτων. Έχουμε οργανώσεις και καθεστώτα που συνδέονται με θεοκρατικό αυταρχισμό, πολιτική βία, μαζικές δολοφονίες, προγραφές, καταστολή και διώξεις. Η στρατιωτική πτέρυγα της Χεζμπολάχ βρίσκεται στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της ΕΕ, ενώ το ίδιο το ιρανικό καθεστώς έχει καταγραφεί διεθνώς για εκτελέσεις διαδηλωτών, βασανιστήρια, αυθαίρετες συλλήψεις, διώξεις δημοσιογράφων και σκληρή καταστολή γυναικών και αντιφρονούντων. Οι Χούθι, από την πλευρά τους, έχουν κατηγορηθεί από διεθνείς οργανώσεις για αυθαίρετες κρατήσεις, βασανιστήρια, διώξεις δημοσιογράφων και καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης
Εδώ η εικόνα γίνεται αποκρουστική. Ένα συνδικαλιστικό όργανο δημοσιογράφων φιλοξενεί μια εκδήλωση που υμνεί, ή τουλάχιστον εξιδανικεύει, πολιτικούς και ιδεολογικούς φορείς που σε άλλα μέρη του κόσμου φιμώνουν δημοσιογράφους, φυλακίζουν αντιφρονούντες, στέλνουν διαδηλωτές στην αγχόνη και μετατρέπουν τη δημόσια ζωή σε καθεστώς φόβου. Η αντίφαση δεν είναι απλώς ηθική. Είναι σχεδόν αυτογελοιοποιητική.
Διότι ποια ακριβώς δημοσιογραφική αρχή υπερασπίζεσαι όταν παραχωρείς τον χώρο σου σε όσους περιφρονούν την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του Τύπου; Ποια δεοντολογία επικαλείσαι όταν μεταχειρίζεσαι ως «αντίσταση» μορφές πολιτικής και θρησκευτικής βίας που, αν εκδηλώνονταν στην Ευρώπη, θα τις είχες καταγγείλει ως φανατισμό, τρομοκρατία και σκοταδισμό; Ποια υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων μπορεί να σταθεί όταν οι γυναίκες στο Ιράν καταδιώκονται για την εμφάνισή τους, όταν διαδηλωτές εκτελούνται ύστερα από εξαιρετικά προβληματικές δίκες και όταν οι δημοσιογράφοι γίνονται στόχος αυθαίρετων συλλήψεων και καταστολής;
Μιλάμε για ηθικό, πνευματικό και επαγγελματικό ξεπεσμό, για την αυτοκατάργηση ενός θεσμού που, ενώ διεκδικεί το κύρος του υπερασπιστή της ελευθερίας και της δημοκρατίας, καταλήγει να προσφέρει στέγη, νομιμοποίηση και άλλοθι σε ό,τι τις ποδοπατά.
Κάπου εδώ τελειώνει κάθε επίφαση ουδετερότητας. Δεν πρόκειται για δημοσιογραφία που εξετάζει το σκοτάδι. Πρόκειται για έναν θεσμό που επιτρέπει στο σκοτάδι να εμφανιστεί ως ηθική θέση. Και αυτή είναι η πιο βαριά θεσμική έκπτωση: όταν εκείνοι που έχουν επαγγελματικό καθήκον να αποκαλύπτουν τη βία, την καταπίεση και την προπαγάνδα αρχίζουν να τις βαφτίζουν «αντίσταση», να τις ντύνουν με πολιτιστικό περίβλημα και να τις εγκαθιστούν με άνεση στην ίδια αίθουσα όπου θα έπρεπε να υπερασπίζονται την ελευθερία του λόγου.
Η δημοσιογραφία μπορεί να είναι ενοχλητική, αιχμηρή, άδικη, ακόμη και λανθασμένη. Όταν όμως γίνεται πολιτικό άλλοθι για τον φανατισμό, όταν αμβλύνει ή εξωραΐζει τη θεοκρατική καταστολή και όταν παραχωρεί κύρος σε εκείνους που χτίζουν την εξουσία τους πάνω στην τρομοκρατία, το αίμα, το φόβο, παύει να εκπληρώνει τον δημοκρατικό της ρόλο. Μετατρέπεται σε προπαγανδιστικό παρακολούθημα εκείνων που θα όφειλε να ελέγχει. Και τότε η κρίση δεν αφορά πια μία εκδήλωση. Αφορά την ίδια την ποιότητα του θεσμού που τη φιλοξένησε.
Ένας οργανισμός με το ιστορικό και το συμβολικό βάρος της ΕΣΗΕΑ οφείλει να γνωρίζει τι φιλοξενεί στους χώρους του. Ιδίως όταν η πρόσκληση δεν κρύβει τίποτε. Οι διοργανωτές παρουσίαζαν την εκδήλωση ως φόρο τιμής στην «Αντίσταση» και μιλούσαν για ανθρώπους που έπεσαν από τους «αμερικανο-σιωνιστές δολοφόνους».
Χρειάζονταν περίπου δύο λεπτά ανάγνωσης.
Και μερικά ακόμη λεπτά αναζήτησης για να πληροφορηθεί κανείς ποια ακριβώς ήταν η «σχολή σκέψης» που επρόκειτο να παρουσιαστεί.
Ο Χασάν Νασράλα υπήρξε επί δεκαετίες ο ηγέτης της Χεζμπολάχ. Η στρατιωτική πτέρυγα της οργάνωσης βρίσκεται από το 2013 στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ακόμη σοβαρότερα είναι όσα ο ίδιος είχε πει.
Σε ομιλίες που του αποδίδονται και έχουν δημοσιευθεί επί χρόνια, ο Νασράλα είχε αμφισβητήσει τις ναζιστικές θηριωδίες, είχε μιλήσει για τους Εβραίους ως «καρκίνο» και είχε χρησιμοποιήσει στερεότυπα περί δειλίας και φιλαργυρίας. Ορισμένες δηλώσεις του, μάλιστα, είναι ευρέως τεκμηριωμένες και έχουν συζητηθεί ακόμη και στο βρετανικό Κοινοβούλιο. Αυτό είναι το σημείο όπου η υπόθεση παύει να αφορά αποκλειστικά τη Μέση Ανατολή. Αφορά την ελληνική δημοσιογραφία.
Γιατί η δημοσιογραφία δεν κρίνεται μόνο από όσα αποκαλύπτει, παραποιεί ή αποκρύπτει. Κρίνεται επίσης από όσα συνηθίζει να υποστηρίζει. Και εδώ συναντάμε μια από τις πιο δυσάρεστες ασθένειες της ελληνικής δημόσιας ζωής: τη δεοντολογία α λα καρτ.
Η ίδια ρητορική που, εάν εκφωνείτο από έναν Ευρωπαίο ακροδεξιό, θα προκαλούσε –και ορθώς– κατακραυγή, μοιάζει να αποκτά μια παράξενη ασυλία όταν ντύνεται τον μανδύα του «αντιιμπεριαλισμού». Η σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος παραμένει άρνηση του Ολοκαυτώματος. Ο αντισημιτισμός παραμένει αντισημιτισμός. Η εξύμνηση της πολιτικής βίας δεν εξαγνίζεται επειδή ο άνθρωπος που την εκφέρει βρίσκεται στη σωστή πλευρά ενός γεωπολιτικού χάρτη που έχει σχεδιαστεί σε κάποιο ελληνικό ιδεολογικό εργαστήριο.
Αυτό θα έπρεπε να είναι στοιχειώδες για δημοσιογράφους.
Κι όμως, η ίδια η ιστορία της ΕΣΗΕΑ κάνει την υπόθεση ακόμη πιο ενοχλητική. Το 2005, η Ένωση είχε αντιδράσει στην παρουσία του Ντέιβιντ Ίρβινγκ, του γνωστού αρνητή του Ολοκαυτώματος, θεωρώντας τέτοιες απόψεις ασύμβατες με τις αρχές που όφειλε να υπερασπίζεται. Στο κείμενο που συνοδεύει τη σημερινή καταγγελία υπενθυμίζεται ακριβώς αυτή η αντίφαση: τότε η ιστορική αλήθεια, ο ανθρωπισμός, η δημοκρατία και η ανεκτικότητα θεωρούνταν λόγοι για να κλείσει η πόρτα της ΕΣΗΕΑ.
Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό. Τι άλλαξε; Άλλαξαν οι αρχές ή άλλαξε μόνο η πολιτική ταυτότητα εκείνου που τις παραβιάζει; Εάν ο αντισημιτισμός είναι αποκρουστικός όταν προέρχεται από έναν νεοναζί, πώς μετατρέπεται σε «αντίσταση» όταν προέρχεται από έναν ισλαμιστή; Εάν η άρνηση του Ολοκαυτώματος αποτελεί προσβολή της ιστορικής αλήθειας όταν την εκφέρει ένας Βρετανός ακροδεξιός, γιατί η ίδια αντίληψη αντιμετωπίζεται με τόσο διαφορετικά αντανακλαστικά όταν εμφανίζεται μέσα σε ένα αντιδυτικό ιδεολογικό πλαίσιο;
Αυτή η επιλεκτικότητα καταστρέφει κάθε ηθική αξιοπιστία. Και εδώ η αηδία αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για ένα κομμάτι της ελληνικής δημοσιογραφικής κουλτούρας: την παράξενη ευκολία με την οποία η έρευνα υποχωρεί μπροστά στην ιδεολογική συγγένεια. Λέξεις όπως «αντίσταση», «ιμπεριαλισμός», «σιωνισμός» λειτουργούν συχνά σαν κωδικοί που απαλλάσσουν από την υποχρέωση να εξεταστεί ποιος μιλά, τι έχει πει και τι ακριβώς υπερασπίζεται.
Έτσι όμως η δημοσιογραφία παύει να είναι δημοσιογραφία. Γίνεται μηχανισμός επιβεβαίωσης μιας ήδη σχηματισμένης κοσμοθεωρίας. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε έναν κλάδο που έχει αναγάγει την καταπολέμηση της «ρητορικής μίσους» σε καθημερινό λεξιλόγιο. Που οργανώνει συζητήσεις για την παραπληροφόρηση, τον ρατσισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την προστασία των μειονοτήτων και την ευθύνη του δημόσιου λόγου.
Οι αρχές όμως δοκιμάζονται ακριβώς εκεί όπου γίνονται άβολες. Η ελευθερία του λόγου σημαίνει ότι ακόμη και οι απεχθέστερες ιδέες μπορούν να συζητιούνται. Δεν σημαίνει ότι κάθε θεσμός έχει υποχρέωση να τους προσφέρει αίθουσα τιμής. Και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι μια επαγγελματική ένωση δημοσιογράφων πρέπει να αδιαφορεί για τη διαφορά ανάμεσα στην κριτική εξέταση μιας ιδεολογίας και στην πανηγυρική παρουσίασή της.
Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι ένας χώρος που συμβολίζει την ελληνική δημοσιογραφία χρησιμοποιήθηκε για μια εκδήλωση η οποία, σύμφωνα με το ίδιο της το πρόγραμμα, δεν προσέγγιζε τον Νασράλα ως αντικείμενο έρευνας αλλά ως φορέα μιας πολιτικής και ιδεολογικής κληρονομιάς που άξιζε να συνεχιστεί. Και κάπου εκεί η υπόθεση γίνεται πραγματικά θλιβερή.
Ο αντισημιτισμός δεν αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο επειδή βαφτίστηκε αντιιμπεριαλισμός. Η άρνηση του Ολοκαυτώματος δεν γίνεται προοδευτική όταν μεταφράζεται από τα περσικά ή τα αραβικά. Και η εξύμνηση της πολιτικής βίας δεν μετατρέπεται σε πολιτιστική εκδήλωση επειδή πραγματοποιείται στον τρίτο όροφο της ΕΣΗΕΑ. Αν η ελληνική δημοσιογραφία θέλει πράγματι να μιλά για αξιοπιστία, δεοντολογία και δημοκρατική ευθύνη, ίσως θα έπρεπε κάποτε να αρχίσει από το δυσκολότερο ρεπορτάζ: από τον ίδιο της τον εαυτό.
Ή Έξοδος του Μεσολογγίου σε μια έκδοση
Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Έξοδος / Exodus 1826 – 2026, δίγλωσση έκδοση (ελληνικά/αγγλικά), 2026
Κυκλοφόρησε μια πολύ ενδιαφέρουσα, δίγλωσση έκδοση (ελληνικά-αγγλικά), αφιερωμένη στην κομβική, για την Ελληνική Επανάσταση, Έξοδο του Μεσολογγίου (1826). Αποτελεί τον συνοδευτικό κατάλογο της επετειακής έκθεσης για τα 200 χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου, που λειτουργεί στο Μεσολόγγι, η οποία οργανώθηκε από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας και πραγματοποιείται με την αποκλειστική χορηγία της Πειραιώς στο πλαίσιο της επετείου για τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την Έξοδο. Η έκθεση φιλοξενείται στο Μέγαρο Χρυσόγελου στο Μεσολόγγι από τις 20 Μαρτίου και, κατόπιν παράτασης, θα παραμείνει ανοιχτή για το κοινό έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Ο κατάλογος προσφέρει μια συνοπτική παρουσίαση των γεγονότων της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), ενώ περιγράφει τεκμηριώνοντας τον αντίκτυπο που προκάλεσε και την επίδραση που άσκησε στη διαμόρφωση της εθνικής συλλογικής μνήμης.
Ο κατάλογος της έκθεσης είναι μία έκδοση 288 σελίδων, το περιεχόμενο της οποίας χωρίζεται σε πέντε ενότητες: Η Πολιορκία, Η Έξοδος, Η Μνήμη, Το Άλας του Αγώνα και Η Έξοδος Αλλιώς. Η έκδοση, όπως και η έκθεση, εκτός από τα ιστορικά γεγονότα, επιχειρεί να προβάλει τις συνθήκες υπό τις οποίες βίωσαν οι πολιορκούμενοι τον αποκλεισμό, αλλά και την κορύφωση της αγωνίας τους μέχρι την απόφαση της Εξόδου, προτάσσοντας μαρτυρίες και περιγραφές των τελευταίων υπερασπιστών του Μεσολογγίου. Εστιάζει σε προσωπικές ιστορίες μαχητών, διασωθέντων και αιχμαλώτων, παρουσιάζει την καθημερινότητα στο πολιορκημένο Μεσολόγγι και την πρώτη εντύπωση των αυτοπτών μαρτύρων μετά την καταστροφή. Τέλος, διερευνά την αποτύπωση του γεγονότος στην τοπική αλλά και την επίσημη ιστορία καθώς και την πρόσληψή του στη συλλογική μνήμη, ως η κορυφαία συλλογική θυσία κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Ο κατάλογος περιλαμβάνει το σύνολο των εκθεμάτων και των κειμένων της έκθεσης αλλά και επιλεγμένα συμπληρωματικά τεκμήρια, όπως οι ξυλογραφίες της Βάσως Κατράκη, ενώ ο αναγνώστης έχει πρόσβαση, μέσω QR code, και στην ψηφιακή τεκμηρίωση (αφηγηματικά βίντεο και animation). Ο προσεγμένος σχεδιασμός του προβάλλει εντυπωσιακά τα μοναδικά κειμήλια, έργα τέχνης, προσωπικά αντικείμενα και όπλα, ενδυμασίες και μετάλλια από τις συλλογές του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου αλλά και το πλούσιο αρχειακό υλικό, έγγραφα, εφημερίδες και φωτογραφίες από το Αρχείο Ιστορικών Εγγράφων και το Φωτογραφικό Αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, ενώ εκτενείς μεταγραφές επιλεγμένων αρχειακών τεκμηρίων δημοσιεύονται για πρώτη φορά, συνοδεύοντας τις φωτογραφίες των εγγράφων.
Ανάμεσα στα τεκμήρια ξεχωρίζουν το τμήμα του τυπογραφείου της πόλης, όπου τυπώνονταν τα Ελληνικά Χρονικά, το ακρόπρωρο του πλοίου Άρης του Ανδρέα Μιαούλη ο οποίος ηγήθηκε των επιχειρήσεων ανεφοδιασμού, το «Σχέδιο της Φρουράς του Μεσολογγίου» του μηχανικού Μιχαήλ Κοκκίνη, προσωπογραφίες αγωνιστών όπως εκείνη του προκρίτου Χρήστου Καψάλη από τον Πολυχρόνη Λεμπέση – ένα έργο που προβλήθηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των εορτασμών της 200ετηρίδας της Εξόδου. Επίσης, ο πίνακας του Θεοδώρου Βρυζάκη Η Θυσία του Καψάλη, από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, και οι ελαιογραφίες Οι εναπομείναντες της φρουράς του Μεσολογγίου βάζουν φωτιά στην πυριτιδαποθήκη του A. Jaquème και η Σκηνή από την πολιορκία του Μεσολογγίου του Horace Vernet, από τη συλλογή Μιχάλη και Δήμητρας Βαρκαράκη. Τέλος, η ενότητα Η Έξοδος αλλιώς αποτελεί μια πρωτότυπη προσέγγιση του ιστορικού γεγονότος με αποτυπώσεις της Εξόδου στη δημόσια ιστορία: α) φιγούρες Εξοδιτών και σκηνικές συνθέσεις του θεάτρου σκιών, έργα του Θανάση Τζοΐτη β) διοράματα με φιγούρες Playmobil ειδικής κατασκευής, του Άγγελου Γιακουμάτου και της Βασιλικής Φατή και γ) σελίδες από το graphic novel ’21: Η Μάχη της Πλατείας του Soloùp (εκδόσεις Ίκαρος).
Την έκδοση προλογίζουν η δρ. Ολυμπία Βικάτου, γενική γραμματέας Πολιτισμού του υπουργείου Πολιτισμού, ο Νεκτάριος Φαρμάκης, περιφερειάρχης Δυτικής Ελλάδας, ο Γεώργιος Χαντζηνικολάου, πρόεδρος του Δ.Σ. της Πειραιώς, ο Χρήστος Μεγάλου, διευθύνων σύμβουλος της Πειραιώς, η Μαριέττα Δ.-Α. Μινώτου, πρόεδρος του Δ.Σ. της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος και η Δρ. Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, γενική γραμματέας της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Ο κατάλογος διατίθεται στο φυσικό και στο ηλεκτρονικό κατάστημα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.
Η συμμετοχή της Πειραιώς στους εορτασμούς για τη συμπλήρωση 200 ετών από την Έξοδο του Μεσολογγίου εντάσσεται στο πλαίσιο της Εταιρικής της Υπευθυνότητας EQUALL, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ένα ευρύ πλέγμα δράσεων για την ανάδειξη του Πολιτισμού και τη διαφύλαξη της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.

Επιμέλεια καταλόγου: Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου
Κείμενα & τεκμηρίωση: Ιφιγένεια Βογιατζή, Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου
Μεταφραστικές εργασίες: Άννα Κάνδια
Επιμέλεια μεταφράσεων: Δρ Χαρίκλεια Δημακοπούλου
Τυπογραφικός σχεδιασμός: Βασίλης Γεωργίου, Nestor Pavlidès
Με στοιχεία από δελτίο Τύπου
Οι εκλογές στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο. Μια πρώτη εκτίμηση
Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία
Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, το AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) έρχεται πρώτο με 38,3,% και 32 βουλευτές· οι Σοσιαλδημοκράτες δεύτεροι με 35,4% και 29 βουλευτές· η Αριστερά τρίτη με 6,5% και 5 βουλευτές· και οι Πράσινοι με 5,6% και επίσης 5 βουλευτές. Οι Χριστιανοδημοκράτες μένουν εκτός Βουλής, καθώς δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το πλαφόν του 5%. Το ίδιο ισχύει και για τον «Συνασπισμό» της Σάρας Βάγκενκνεχτ –το πρώτο προσωποπαγές κόμμα της μεταπολεμικής Γερμανίας που κατάφερε να αποκτήσει μια πολιτική φήμη και εκπροσώπηση σε τοπικό Κοινοβούλιο– που με 4,8% μένει εκτός νυμφώνος.
Η πανωλεθρία των Χριστιανοδημοκρατών μπορεί να αποτελεί κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτό το παραδοσιακό κόμμα της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, πρέπει να θεωρηθεί ευλογία, γιατί επιτρέπει την παραμονή της τωρινής πρωθυπουργού Μανουέλα Σβέζικ στο αξίωμά της με μια κυβέρνηση συνασπισμού υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών. Απ’ αυτή τη σκοπιά, το «τείχος πυροπροστασίας» άντεξε.
Ο λόγοι της πανωλεθρίας των Χριστιανοδημοκρατών δεν είναι τόσο ξεκάθαροι και έχουν κατά τη γνώμη μου να κάνουν κυρίως με το γεγονός ότι στα ανατολικά ομόσπονδα κράτη η διαφορά ανάμεσα σε «απλούς» συντηρητικούς με χριστιανικό πρόσημο και τον πολιτικό χώρο που στην Ελλάδα αποκαλείται «λαϊκή δεξιά», χωρίς όμως θρησκευτικό προσανατολισμό, είναι δυσδιάκριτη για τους «δεξιούς» ψηφοφόρους. Σε αυτό προστίθενται και διάφοροι άλλοι παράγοντες που έχουν να κάνουν με την «πολιτική διαθήκη» της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, παράγοντες που όπως φαίνεται παρέμειναν σε λανθάνουσα κατάσταση σχεδόν τρεις δεκαετίες και αναζωπυρώθηκαν με τις τρέχουσες γεωπολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες. Επιπλέον, και σε αυτές τις εκλογές το AfD κατάφερε να κινητοποιήσει μέχρι τώρα αδρανείς ψηφοφόρους.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, όμως, το αποτέλεσμα των εκλογών στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία είναι για το AfD μια πύρρειος νίκη – εκτός και αν το κόμμα της Αριστεράς αλλάξει στάση, κάτι που θεωρώ απίθανο και αυτοκτονικό για το κόμμα αυτό. Το AfD δεν θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση και δεν θα μπορέσει να επηρεάσει την πολιτική σε ομοσπονδιακό επίπεδο μέσω του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου.
Βερολίνο
Στο Βερολίνο η κατάσταση είναι από τη μια μεριά πιο «κανονική», αλλά από την άλλη πιο περίπλοκη. H κανονικότητα έγκειται στο γεγονός ότι η volonté générale εκφράστηκε κατανεμημένη πιο ομοιόμορφα ανάμεσα στα κόμματα, οδηγώντας σε μια πεντακομματική Βουλή με έναν πιο εξισορροπημένο καταμερισμό της πολιτικής ισχύος (Χριστιανοδημοκράτες 18,9% και 35 εκπρόσωποι, Σοσιαλδημοκράτες 12,1% και 22 εκπρόσωποι, Πράσινοι 14,3% και 26 εκπρόσωποι, Αριστερά 25,6% και 47 εκπρόσωποι και AfD 16,1% και 29 εκπρόσωποι – Κόμμα Βάγκενκνεχτ και κλασικοί Φιλελεύθεροι εκτός νυμφώνος).
Τα κλασικά «δυτικά» κόμματα υπέστησαν και στο Βερολίνο σημαντικές απώλειες, ενώ τα «ανατολικογερμανικά» κόμματα (Αριστερά και AfD) κατάφεραν να αυξήσουν τη δύναμή τους. Το εκλογικό αποτέλεσμα αντικατοπτρίζει παράλληλα και τις διαφορές ανάμεσα στις δυτικές και τις ανατολικές εκλογικές περιφέρειες του Βερολίνου, δείχνοντας ταυτόχρονα ότι το κόμμα της Αριστεράς κατάφερε να προσελκύσει ένα μέρος των ψηφοφόρων των Σοσιαλδημοκρατών και των Πράσινων και το AfD ένα μέρος των Χριστιανοδημοκρατών. Και τα δυο κόμματα κατάφεραν και στο Βερολίνο να κινητοποιήσουν μεγάλο μέρος ψηφοφόρων που απείχαν μέχρι τώρα από εκλογές.
Η κατανομή της εκλογικής ισχύος κάνει πιθανή μια τρικομματική κυβέρνηση συνασπισμού (Αριστερά, Πράσινοι, Σοσιαλδημοκράτες με 95 έδρες από τις 159) υπό την ηγεσία του κόμματος της Αριστεράς και της υποψηφίου της για το αξίωμα της κυβερνώσης δημάρχου Έλιφ Έραλπ. Εάν καταφέρει να εκλεγεί δήμαρχος του Βερολίνου, η Έραλπ θα είναι η δεύτερη αρχηγός κυβέρνησης ομόσπονδου κράτους της Γερμανίας με τουρκικές ρίζες μετά τον πρωθυπουργό της Βάδης-Βυρττεμβέργης Τσεμ Οζντεμίρ – που ανήκει στο κόμμα των Πρασίνων.
Είναι όμως δυνατός και ένας τρικομματικός συνασπισμός μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών, Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων (83/159). Οι άλλοι αριθμητικά δυνατοί συνδυασμοί είναι πολιτικά ανέφικτοι.
Εάν το κόμμα της Αριστεράς σχηματίσει κυβέρνηση θα βρεθεί σε δύσκολη θέση καθώς θα πρέπει να εξισορροπήσει αντικρουόμενες πολιτικές τάσεις όπως η υποστήριξη στους Παλαιστίνιους και η προστασία της εβραϊκής κοινότητας από πράξεις αντισημιτισμού. Επίσης, έχει να αντιμετωπίσει οξύ στεγαστικό πρόβλημα με μεγάλη αύξηση των ενοικίων σε ένα οικιστικό περιβάλλον που δεν έχει πολλές εφεδρείες οικοδομικής ανάπτυξης και χαρακτηρίζεται από ολιγοπωλιακές μορφές ιδιοκτησίας – περίπου 52% των κατοικιών ανήκουν σε μεγάλες εταιρείες διαχείρισης ακινήτων, οικοδομικούς συνεταιρισμούς και στο κράτος, ενώ το ποσοστό ιδιοκατοίκησης είναι μόνο 15%. Το Βερολίνο είναι παραδοσιακά η «πόλη των ενοικιαστών».
Το κόμμα της Αριστεράς καταδικάζει ξεκάθαρα την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία. Από την άλλη μεριά όμως, όπως σχεδόν κάθε αριστερό κόμμα στην Ευρώπη, τάσσεται κατά εξοπλισμών και κατά της στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία. Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ και το Παλαιστινιακό, το κόμμα υποστηρίζει τη λεγόμενη «λύση των δυο κρατών», καταδικάζει τη Χαμάς ως τρομοκρατική οργάνωση, τάσσεται κατά του αντισημιτισμού – όμως θεωρεί την επέμβαση του Ισραήλ στη Γάζα μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023 γενοκτονική. Το αν και το πώς μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία της κ. Έραλπ θα υποστηρίξει αυτή τη γραμμή στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, το συνταγματικό όργανο εκπροσώπησης των ομόσπονδων κρατών στην κεντρική διοίκηση, μένει να φανεί.
... και η κυβέρνηση Μερτς;
Η άνοδος του AfD και των αριστερών κομμάτων οφείλεται κατά ένα μέρος στην πολιτική και το κυβερνητικό στυλ του ομοσπονδιακού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς. Ακούγονται ήδη φωνές που ζητούν την παραίτηση του. Όμως αυτό δεν είναι τόσο απλό – όπως π.χ. στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η αντικατάσταση του πρωθυπουργού είναι θέμα της κυβερνώσης κοινοβουλευτικής ομάδας. Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η αντικατάσταση του καγκελαρίου απαιτεί μια διαδικασία ψήφου δυσπιστίας με την παράλληλη ανακήρυξη του προσώπου που θα τον αντικαταστήσει. Στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε ισχυρές αναταράξεις στον κυβερνητικό μηχανισμό και ίσως οδηγούσε σε νέες εκλογές με αβέβαιο αποτέλεσμα. Ο ίδιος ο Μερτς φαίνεται αποφασισμένος να συνεχίσει τη μεταρρυθμιστική πολιτική του και σε αυτό φαίνεται να έχει την υποστήριξη τόσο του κόμματός του όσο και των άλλων δυο κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού (CSU και Σοσιαλδημοκρατών). Η στήριξή τους είναι επίσης δεδομένη σε ό,τι αφορά τη στήριξη της Ομσσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Ουκρανία, την ενίσχυση της αμυντικής ισχύος της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη σύσφιγξη των σχέσεων με τον Καναδά και άλλα θέματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής.
Η κρίσιμη πολιτική συγκυρία δεν αποκλείεται να δώσει στον κ. Μερτς τη δυνατότητα να αναδείξει ένα πιο έντονο ηγετικό προφίλ. Το εκλογικό αποτέλεσμα της 20ής Σεπτεμβρίου 2026 δεν φαίνεται να είναι σε θέση να φέρει μεγάλα εμπόδια στην υλοποίηση του κυβερνητικού του προγράμματος. Παράλληλα, η υλοποίηση των προγραμμάτων των τοπικών κυβερνήσεων εξαρτάται σε ένα βαθμό από την στήριξη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Έτσι μέχρι τις επόμενής εκλογές τον Απρίλιο του 2027 στo Σάαρλαντ, το Σλέσβικ-Χόλσταϊν και τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, η κυβέρνηση Μερτς δεν θα πορεύεται μεν σε ήρεμα νερά, θα αποφύγει όμως και έναν πολιτικό τυφώνα.
Άνι Ντίλαρντ (1945-2026): Η τέχνη να βλέπεις
Η Άννι Ντίλαρντ (Annie Dillard), σπουδαία αμερικανίδα συγγραφέας, που πέθανε σε ηλικία 81 ετών στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, στο σπίτι της στο Σάουθ Γουέλφλιτ της Μασαχουσέτης, παρατηρούσε τη φύση όχι για να παρηγορηθεί από την ομορφιά της, αλλά για να αναμετρηθεί με το μυστήριο, τη βία και τη σιωπή της. Μαθήτρια και συγχρόνως ανυπάκουη κληρονόμος του Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, η Ντίλαρντ έγραψε για τον κόσμο σαν να τον αντίκριζε για πρώτη φορά.
Η Άννι Ντίλαρντ ήταν από τις σημαντικότερες αμερικανίδες δοκιμιογράφους του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Είχε πάψει βέβαια εδώ και χρόνια να εμφανίζεται δημοσίως ενώ είχε σχεδόν αποσυρθεί και από τη συγγραφή. Το έργο της, ωστόσο, δεν έπαψε να διαβάζεται ούτε να επηρεάζει συγγραφείς που αναζητούσαν έναν τρόπο να μιλήσουν για τη φύση χωρίς εύκολους λυρισμούς και για τη θρησκευτική εμπειρία χωρίς τη βεβαιότητα της πίστης.
Η Ντίλαρντ είχε γεννηθεί το 1945 στο Πίτσμπουργκ. Ήταν κόρη μιας εύπορης αλλά αντισυμβατικής οικογένειας. Από μικρή διάβαζε ακατάπαυστα: βιβλία για τη ζωγραφική, τα πετρώματα, τα πουλιά, τα έντομα, την ιατρική, τις λίμνες και τα ποτάμια. Αυτή η αδηφάγος περιέργεια δεν εγκατέλειψε ποτέ τη γραφή της. Η Ντίλαρντ δεν παρατηρούσε τον κόσμο για να τον ταξινομήσει, αλλά για να αιφνιδιαστεί απ’ αυτόν. Η γνώση δεν λειτουργούσε στα βιβλία της ως αντίδοτο στο θαύμα· το έκανε βαθύτερο και περισσότερο ανησυχητικό.
Το 1974, προτού ακόμη συμπληρώσει τα τριάντα της χρόνια, δημοσίευσε το Pilgrim at Tinker Creek (Προσκυνήτρια στο Τίνκερ Κρικ), το βιβλίο που την έκανε διάσημη και της χάρισε, την επόμενη χρονιά, το Βραβείο Πούλιτζερ στην κατηγορία του δοκιμίου. Αφετηρία του ήταν οι περίπατοι και οι σημειώσεις της γύρω από το Τίνκερ Κρικ, κοντά στο σπίτι της στο Ρόανοκ της Βιρτζίνια. Ο τόπος δεν ήταν μια απρόσιτη αμερικανική ερημιά, αλλά ένα ρυάκι που περνούσε μέσα από μια κατοικημένη περιοχή. Η Ντίλαρντ άφησε έξω από το βιβλίο τα σπίτια και τους δρόμους, όχι για να εξαπατήσει τον αναγνώστη, αλλά για να συγκεντρώσει το βλέμμα του σε όσα συνήθως περνούν απαρατήρητα.
Το βιβλίο εκείνο το είχε αποκαλέσει «μετεωρολογικό ημερολόγιο του νου». Η διατύπωση περιγράφει με ακρίβεια τη μέθοδό της: το εξωτερικό τοπίο μεταβάλλεται μαζί με τον εσωτερικό κόσμο της συγγραφέα, η επιστημονική παρατήρηση γίνεται μεταφυσική απορία και η λεπτομέρεια ενός φυτού ή ενός εντόμου πααρουσιάζεται αίφνης πάνω στην άβυσσο. «Δεν είμαι επιστήμονας, αλλά ποιήτρια και περιπατήτρια, με υπόβαθρο στη θεολογία και αδυναμία στα παράξενα γεγονότα», έγραψε για τον εαυτό της.
Στο Pilgrim at Tinker Creek, που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, η φύση δεν αποτελεί το ασφαλές καταφύγιο μιας κουρασμένης ανθρωπότητας. Είναι εκθαμβωτική, αλλά συγχρόνως αδιάφορη και βίαιη. Η Ντίλαρντ μπορεί να παρατηρεί το φως πάνω σε ένα δέντρο σαν θεϊκή αποκάλυψη και, λίγο αργότερα, να περιγράφει έναν βάτραχο που αδειάζει κυριολεκτικά από τα σωθικά του, καθώς τον καταβροχθίζει ένα γιγάντιο υδρόβιο έντομο. Η δημιουργία γεννά αδιάκοπα ζωή και εξίσου αδιάκοπα την αφανίζει. Η συγγραφέας δεν προσπαθεί να επιλύσει αυτή την αντίφαση. Απλώς, την παρατηρεί.
Γι’ αυτό και η Ντίλαρντ απέρριπτε τον βολικό χαρακτηρισμό της «συγγραφέως της φύσης». Θεωρούσε ότι έγραφε θεολογία. Δεν την απασχολούσε μόνο τι βλέπει ο άνθρωπος όταν κοιτάζει τον φυσικό κόσμο, αλλά τι είδους Θεός θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει έναν κόσμο τέτοιας ομορφιάς και τέτοιας αγριότητας. Η θρησκευτική της σκέψη δεν κατέληγε σε δόγμα. Παρέμενε μια ανοιχτή αναμέτρηση με την ύπαρξη, την οποία διέσχιζαν άλλοτε η έκσταση και άλλοτε ο τρόμος.
Η συγγένειά της με τον Χένρι Ντέιβιντ Θορώ ήταν αναπόφευκτη. Είχε αφιερώσει τη μεταπτυχιακή της εργασία στο Walden ή Η ζωή στο δάσος και, όπως εκείνος, οργάνωσε ένα βιβλίο γύρω από έναν συγκεκριμένο τόπο και τον κύκλο ενός έτους. Ωστόσο, δεν υπήρξε απλώς μια θηλυκή ή μεταγενέστερη εκδοχή του Θορώ. Ο Θορώ πήγε στη λίμνη Γουόλντεν για να ζήσει συνειδητά και να αποσπάσει από τη ζωή το ουσιώδες. Η Ντίλαρντ πήγε στο Τίνκερ Κρικ για να εκπαιδεύσει την όρασή της — και ανακάλυψε ότι το ουσιώδες δεν είναι κατ’ ανάγκην παρήγορο.
Η σχέση της με τον Θορώ υπήρξε και προσωπική. Χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου βιβλίου της, έστειλε μια επιστολή θαυμασμού στον Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον, συγγραφέα μιας σημαντικής βιογραφίας του. Γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν το 1988· έμειναν μαζί ώς το θάνατό του, το 2020. Η Ντίλαρντ δίδαξε περισσότερα από είκοσι χρόνια στο Πανεπιστήμιο Γουέσλιαν, αλλά προστάτευε πεισματικά τη μοναχικότητα που απαιτούσε η εργασία της.
Έγραψε ποίηση, δοκίμια, αυτοβιογραφία, λογοτεχνική θεωρία και δύο μυθιστορήματα. Μεταξύ των σημαντικών βιβλίων της περιλαμβάνονται: Holy the Firm, Teaching a Stone to Talk, An American Childhood, For the Time Being και The Writing Life. Στο περίφημο δοκίμιό της Total Eclipse μετέτρεψε την παρατήρηση μιας ολικής έκλειψης σε εμπειρία αποξένωσης από τον κόσμο, σαν να είχε αφαιρεθεί στιγμιαία η προστατευτική επιφάνεια της πραγματικότητας.
Το 1992 δημοσίευσε το ιστορικό μυθιστόρημα The Living, ενώ το 2007 κυκλοφόρησε το The Maytrees, μια ιστορία αγάπης, εγκατάλειψης και συγχώρεσης που διαδραματίζεται στο Κέιπ Κοντ. Είναι το μοναδικό βιβλίο της που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, με τον τίτλο Οι Μέιτρις, σε μετάφραση Γιώργου Μπαρουξή από τις εκδόσεις Ίνδικτος. Το 2015, ο Μπάρακ Ομπάμα τής απένειμε το Εθνικό Μετάλλιο Ανθρωπιστικών Επιστημών για τους στοχασμούς της πάνω στην ανθρώπινη ζωή και τη φύση.
Τα τελευταία χρόνια είχε σχεδόν σιωπήσει. Διάβαζε και ζωγράφιζε, θεωρώντας ίσως ότι είχε ήδη πει όσα μπορούσε να πει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Η σιωπή αυτή ταίριαζε σε μια συγγραφέα που δεν αντιμετώπιζε τη δημόσια παρουσία ως προέκταση της λογοτεχνίας. Για εκείνη η γραφή δεν ήταν παραγωγή περιεχομένου ούτε διαρκής επιβεβαίωση της προσωπικότητας του συγγραφέα. Ήταν μια άσκηση απόλυτης προσήλωσης.
«Το πώς περνάμε τις μέρες μας είναι, φυσικά, το πώς περνάμε τη ζωή μας», έγραφε η Άννι Ντίλαρντ στο βιβλίο της The Writing Life. Και συμβούλευε τους συγγραφείς να μη φυλάσσουν τίποτα για αργότερα: να ξοδεύουν αμέσως το καλύτερο υλικό τους, να το δίνουν ολόκληρο, επειδή η τέχνη δεν δημιουργείται από τη φειδώ αλλά από τη διακινδύνευση.
Χριστιανικές Εκκλησίες Σαξονίας-Άνχαλτ: «Θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε όλα όσα θεμελιώνουν τη δημοκρατία μας»
Μετά το εκλογικό αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ στις 6 Σεπτεμβρίου 2026 και την καταγραφή ενός θριαμβικού 43,8% από την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το κόμμα της ακραίας Δεξιάς, τρεις χριστιανικές Εκκλησίες, η Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας, η Γερμανική Καθολική Επισκοπική Σύνοδος και η Ένωση Χριστιανικών Εκκλησιών, εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση. Το Books’ Journal βρίσκει πολύ σημαντική αυτή την ανακοίνωση, γι’ αυτό και τη δημοσιεύει:
Λαμβάνουμε υπόψη ότι η AfD αναδείχθηκε, με μεγάλη διαφορά, πρώτη πολιτική δύναμη στη Σαξονία-Άνχαλτ. Οι χειρότεροι φόβοι μας επιβεβαιώθηκαν, όμως το αποτέλεσμα πρέπει να γίνει αποδεκτό.
Η ανησυχία των Εκκλησιών αφορά πρωτίστως τη συνύπαρξη και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων στη Σαξονία-Άνχαλτ και, ιδιαίτερα, το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που είναι δοσμένη από τον Θεό και ανήκει ανεπιφύλακτα σε κάθε άνθρωπο. Αφορά επίσης την ελεύθερη δημοκρατική συνταγματική τάξη στη Σαξονία-Άνχαλτ.
Καλούμε τους νικητές των εκλογών να σεβαστούν απαρέγκλιτα το Σύνταγμα του κρατιδίου και τον Θεμελιώδη Νόμο της Γερμανίας και να διαφυλάξουν την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων, ανεξάρτητα από καταγωγή, θρησκεία, τρόπο ζωής, επιτεύγματα ή κοινωνική θέση.
Ως Εκκλησίες είμαστε δεσμευμένες στο μήνυμα του Ευαγγελίου και στη χριστιανική αντίληψη για τον άνθρωπο. Με βάση αυτή τη δέσμευση, θα παρακολουθούμε στενά και κριτικά την πολιτική δράση της μελλοντικής κυβέρνησης του κρατιδίου.
Δεν θα στρέψουμε αλλού το βλέμμα και δεν θα σιωπήσουμε όταν παραβιάζεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όταν τίθεται σε κίνδυνο η δημοκρατία μας ή όταν υπονομεύεται το κράτος δικαίου. Γιατί πάντοτε πρόκειται για ανθρώπους που υφίστανται πιέσεις, απειλούνται ή περιθωριοποιούνται.
Θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε όλα όσα θεμελιώνουν τη δημοκρατία μας και να συμβάλλουμε στη συνοχή της κοινωνίας. Για τον σκοπό αυτό χρειάζονται, πάνω απ’ όλα, χώροι συνάντησης, διαλόγου και αλληλοκατανόησης. Εδώ τα δημοκρατικά κόμματα έχουν ευθύνη. Και οι Εκκλησίες μπορούν να αποτελέσουν σημαντικούς χώρους συνάντησης.
Ένα εκλογικό αποτέλεσμα καταμετρά τις ψήφους μιας Κυριακής. Στην καθημερινότητα, όμως, μετρά και αυτό που κρατά ενωμένη αυτή τη χώρα εβδομάδα με την εβδομάδα.
Το εκλογικό αποτέλεσμα δείχνει πόσο μεγάλη είναι η δυσαρέσκεια και πόσο βαθιά η απώλεια εμπιστοσύνης. Αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Παραμένει, όμως, γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στη Σαξονία-Άνχαλτ και σε ολόκληρη τη Γερμανία νοιάζονται καθημερινά ο ένας για τον άλλο, αναλαμβάνουν ευθύνες και στηρίζουν την κοινωνία μας.
Θέλουμε να συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε και να ενισχύουμε την αισιοδοξία, την αλληλεγγύη και την προσφορά τους. Μαζί θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για μια κοινωνία που παραμένει ενωμένη – με ευθύνη απέναντι στον Θεό και στους ανθρώπους.
Ο Τσίπρας, η προπαίδεια και τα κοσμήματα της γιαγιάς
Σχεδόν συγκινητική μοιάζει η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη με ένα ακόμη οικονομικό πρόγραμμα. Σαν να ξαναβρίσκεις ύστερα από χρόνια ένα παλιό οικογενειακό άλμπουμ. Οι άνθρωποι έχουν μεγαλώσει, ορισμένοι άλλαξαν κόμμα, άλλοι άλλαξαν μαλλιά, κάποιοι απέκτησαν περισσότερη εμπειρία, αλλά κάπου μέσα στις φωτογραφίες αναγνωρίζεις αμέσως το σπινθηροβόλο γνώριμο βλέμμα εκείνης της ακατανίκητης ιδεολογικής αισιοδοξίας ότι, αν οι αριθμοί δεν συμφωνούν μαζί μας, ίσως χρειάζονται λίγη πολιτική καθοδήγηση.
Το νέο οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛΑΣ παρουσιάστηκε με τη μορφή που έχουν συνήθως οι μεγάλες εποχικές εκπτώσεις: όλα κάτω. Φόροι κάτω, ΦΠΑ κάτω, λογαριασμοί ρεύματος κάτω. Αλλά μισθοί πάνω, επιδόματα πάνω, ενισχύσεις πάνω. Κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ, αυξήσεις σε εκπαιδευτικούς, γιατρούς και νοσηλευτές, φοιτητικό επίδομα, φθηνότερη ενέργεια. Έλειπε σχεδόν μόνο το «δύο στην τιμή του ενός» και η ένδειξη «η προσφορά ισχύει μέχρι εξαντλήσεως του δημοσιονομικού χώρου».
Ανάμεσα στις προσφορές εμφανίστηκε και μια από τις ωραιότερες φράσεις της νέας εποχής: η «πατριωτική εισφορά». Ο πλούτος καλείται πλέον να συνεισφέρει όχι απλώς επειδή φορολογείται, αλλά επειδή αγαπά την πατρίδα. Εξαιρετική ιδέα. Μένει μόνο να διευκρινιστεί αν ο νέος αυτός οικονομικός πατριωτισμός θα επεκταθεί κάποτε και στη χρηματοδότηση των πανάκριβων κομματικών μηχανισμών εξουσίας: ποιος πληρώνει τι, ποιοι ενισχύουν ποιον και με πόση διαφάνεια. Γιατί το μεγάλο κεφάλαιο έχει αποδείξει διαχρονικά ότι ο πατριωτισμός του παρουσιάζει αξιοθαύμαστη ευελιξία, ιδίως όταν πρόκειται για την καλλιέργεια καλών σχέσεων με εκείνους που ενδέχεται αύριο να κυβερνούν. Θα είχε λοιπόν ενδιαφέρον να μάθουμε αν η «πατριωτική εισφορά» αποτελεί φόρο επί του μεγάλου πλούτου ή ένα είδος παράλληλου οικονομικού προγράμματος εξόφλησης της παλιάς του σχέσης με την πολιτική εξουσία.
Το ωραιότερο, πάντως, είναι ότι ακόμη και οι ίδιες οι προσφορές φαίνεται να έχουν διαφορετική τιμή ανάλογα με το φυλλάδιο που κρατά κανείς. Στην ομιλία της Θεσσαλονίκης ο Τσίπρας ανακοίνωσε, μεταξύ άλλων, προσλήψεις 30.000 εκπαιδευτικών, μηδενική συμμετοχή των συνταξιούχων στα φάρμακα, αυξήσεις 500 ευρώ σε γιατρούς και νοσηλευτές, 300 ευρώ στους εκπαιδευτικούς και επίδομα 500 ευρώ στους φοιτητές. Στο «Δημοσιονομικό Πρόγραμμα 2027–2030» που διανεμήθηκε κατόπιν στους δημοσιογράφους, η κυβέρνηση εντόπισε διαφορετικά χρονοδιαγράμματα και ποσά. Η ΕΛΑΣ απάντησε ότι τίποτε δεν άλλαξε και ότι απλώς τα μέτρα εφαρμόζονται σταδιακά σε τέσσερα χρόνια.
Με άλλα λόγια, έχουμε πλέον και πρόγραμμα βιτρίνας και πρόγραμμα ταμείου. Στη βιτρίνα βλέπεις «500 ευρώ». Στο ταμείο πληροφορείσαι ότι αρχίζεις από 125 και, αν όλα πάνε καλά, φτάνεις στα 500 το 2030. Στη βιτρίνα γράφει «300 ευρώ στους εκπαιδευτικούς». Στην κοστολόγηση η διαδρομή αρχίζει από 75. Δεν πρόκειται, μας εξηγούν, για διαφορετική προσφορά. Είναι η ίδια προσφορά σε τέσσερις ετήσιες δόσεις.
Και κάπου εδώ αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν επέστρεψε απλώς με νέο οικονομικό πρόγραμμα. Επέστρεψε με ολόκληρη νέα εμπορική πολιτική: άλλο βλέπεις στην προθήκη, άλλο διαβάζεις στα ψιλά γράμματα και στο τέλος χρειάζεσαι το οικονομικό επιτελείο για να σου εξηγήσει πόσο ακριβώς κοστίζει αυτό που μόλις σου χάρισαν. Στο μεταξύ η πλευρά Τσίπρα κοστολογεί το πρόγραμμα στα 7,39 δισ. ευρώ στην τετραετία, ενώ η κυβέρνηση ανεβάζει πολύ ψηλότερα τον λογαριασμό, μιλώντας για περίπου 13 δισ. στο έτος πλήρους εφαρμογής.
Και τότε εμφανίστηκε ο αναπληρωτής τομεάρχης Οικονομικών Γιώργος Παππάς για να βάλει τάξη στους αριθμούς. Μόνο που οι αριθμοί, όπως αποδείχθηκε, είχαν διαφορετική γνώμη. Το φοιτητικό επίδομα των 500 ευρώ τον μήνα για δέκα μήνες δίνει 5.000 ευρώ τον χρόνο. Επί 80.000 φοιτητές, 400 εκατομμύρια. Ως εδώ όλα πήγαιναν θαυμάσια και μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι η αριθμητική είχε επιτέλους συμφιλιωθεί με την Αριστερά.
Το πρόβλημα παρουσιάστηκε όταν μπήκε στη συζήτηση η τετραετία. Τα 400 εκατομμύρια τον χρόνο, αντί να πολλαπλασιαστούν επί τέσσερα, διαιρέθηκαν διά τέσσερα και έγιναν 100 εκατομμύρια. Έτσι γεννήθηκε, έστω για λίγα λεπτά, μια νέα σχολή οικονομικής σκέψης: όσο περισσότερο διαρκεί μια κρατική δαπάνη τόσο φθηνότερη γίνεται.
Η ανακάλυψη έχει τεράστιες δυνατότητες. Με αυτή τη μέθοδο μπορεί κανείς να λύσει σχεδόν όλα τα δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας. Ένα μέτρο κοστίζει ένα δισεκατομμύριο το χρόνο για τέσσερα χρόνια; Διαίρεσέ το διά τέσσερα και έπεσε στα 250 εκατομμύρια. Το πρόγραμμα εξακολουθεί να εφαρμόζεται κανονικά, οι δικαιούχοι εξακολουθούν να πληρώνονται κανονικά και τα χρήματα απλώς εξαφανίζονται κάπου μεταξύ πολλαπλασιασμού και διαίρεσης. Πρόκειται για οικονομική πολιτική που θα ενθουσίαζε κάθε υπουργό Οικονομικών, αρκεί να μην είχε περάσει ποτέ από το δημοτικό.
Κάπου εδώ αρχίζει να αποκτά νόημα και η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα. Γιατί η σχέση του πολιτικού του χώρου με τους αριθμούς υπήρξε ανέκαθεν δημιουργική. Το 2015 είχαμε ένα ολόκληρο καλοκαίρι κατά το οποίο η χώρα ανακάλυπτε καθημερινά νέες δυνατότητες της οικονομικής επιστήμης: παράλληλα συστήματα πληρωμών, IOU, σχέδια για εναλλακτικά νομίσματα, δραχμές που εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν από τη δημόσια συζήτηση, τράπεζες κλειστές και πολίτες που μάθαιναν ότι εξήντα ευρώ την ημέρα είναι αρκετά για να συνεχίσει κανείς να αισθάνεται Ευρωπαίος.
Ο Γιάνης Βαρουφάκης είχε τουλάχιστον το πλεονέκτημα ότι οι θεωρίες του απαιτούσαν μια κάποια εξοικείωση με τα οικονομικά για να τις παρακολουθήσεις. Χρειαζόσουν παράλληλα συστήματα, ηλεκτρονικές πλατφόρμες, φορολογικούς λογαριασμούς, IOU και αρκετές ώρες συζήτησης για να καταλάβεις τι ακριβώς επρόκειτο να συμβεί. Η νέα γενιά απλοποίησε αποφασιστικά τη μέθοδο. Δεν χρειάζονται πια πολύπλοκα νομισματικά σχέδια. Χρειάζεται μόνο να ξεχάσεις ποια πράξη κάνουμε όταν κάτι επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές.
Από αυτή την άποψη, η εξέλιξη είναι εντυπωσιακή. Το 2015 συζητούσαμε για παράλληλο νόμισμα. Το 2026 φτάσαμε στην παράλληλη προπαίδεια.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σταθερό στοιχείο της οικονομικής σκέψης γύρω από τον Τσίπρα: οι λογαριασμοί έχουν μιαν ενοχλητική συνήθεια να βγαίνουν διαφορετικοί όταν περνούν από το χαρτί στην πραγματικότητα. Το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης κόστιζε κάποτε πολύ λιγότερο πριν δοκιμαστεί στην εξουσία. Η «σκληρή διαπραγμάτευση» θα έφερνε καλύτερη συμφωνία μέχρι που κατέληξε σε τρίτο μνημόνιο. Και τώρα μια τετραετής δαπάνη των 400 εκατομμυρίων το χρόνο κατάφερε για λίγο να κοστίζει συνολικά 100 εκατομμύρια!
Το καλό με την πολιτική είναι ότι διαθέτει πάντοτε μια λέξη για να διορθώσει έναν αριθμό. Αν ο λογαριασμός δεν βγαίνει, μπορείς να τον ονομάσεις «δημοσιονομικό χώρο». Αν το μέτρο κοστίζει περισσότερο, μπορείς να μιλήσεις για «σταδιακή εφαρμογή». Αν ο φόρος είναι φόρος, τον λες «πατριωτική εισφορά». Και αν 400 επί τέσσερα κάνουν 1,6 δισεκατομμύρια, μπορείς πάντοτε να ελπίζεις ότι μέχρι να φτάσει ο λογαριασμός στο ταμείο ο ψηφοφόρος θα θυμάται μόνο τα 500 ευρώ της βιτρίνας.
Αλλά εκεί όπου νόμιζες ότι το νέο οικονομικό επιτελείο είχε εξαντλήσει τις δημιουργικές του δυνατότητες, ήρθαν οι θυρίδες. Ο Γιώργος Παππάς εξήγησε ότι στο πλαίσιο του περιουσιολογίου για την περίφημη «πατριωτική εισφορά» θα μπορούσαν να καταγράφονται ακόμη και κοσμήματα και τιμαλφή που φυλάσσονται στις τραπεζικές θυρίδες. Η οικονομική πολιτική απέκτησε ξαφνικά κάτι από ενεχυροδανειστήριο με εθνικό πρόσημο.
Η «πατριωτική εισφορά» είναι, ομολογουμένως, μία από εκείνες τις φράσεις που μόνο η Αριστερά μπορεί να εφεύρει. Ο φόρος αποκτά ηθικό πλεονέκτημα.
Πάντως, για μια παράταξη που θέλει να πείσει τη μεσαία τάξη, η οποία δεν διατηρεί και τις καλύτερες αναμνήσεις, ότι έχει διδαχθεί από την προηγούμενη κυβερνητική της θητεία, η εικόνα στελέχους του οικονομικού της επιτελείου να συζητά δημόσια για καταγραφή κοσμημάτων σε θυρίδες είναι ένας κάπως πρωτότυπος τρόπος επαναπροσέγγισης. Και όλα αυτά μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες από την παρουσίαση ενός προγράμματος το οποίο φιλοδοξεί να αποδείξει ότι ο Τσίπρας επέστρεψε ωριμότερος, σοβαρότερος και κυρίως οικονομικά πειστικότερος.
Εδώ βρίσκεται ο τραγέλαφος αυτής της ιστορίας. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένα στέλεχος έκανε μια λάθος πράξη στην τηλεόραση. Λάθη κάνουν όλοι. Ούτε ότι ένας φόρος περιουσίας μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα ή λιγότερα στοιχεία. Ας δεχτούμε ότι αυτό αποτελεί πολιτική επιλογή και συζητείται. Το κωμικό γεννιέται από τη συνάντηση αυτών των δύο περιστατικών με μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική βιογραφία.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ελληνική πολιτική ζωή προτείνοντας ένα φιλόδοξο οικονομικό πρόγραμμα. Έχει ήδη κυβερνήσει. Έχει ήδη διαπραγματευθεί. Έχει ήδη παρουσιάσει ένα άλλο πρόγραμμα στη Θεσσαλονίκη. Έχει ήδη ζήσει το καλοκαίρι του 2015, τις τράπεζες, τα capital controls, το δημοψήφισμα, τον Βαρουφάκη και τελικά το τρίτο μνημόνιο. Επομένως κάθε νέα οικονομική εξαγγελία του κουβαλάει αναγκαστικά μαζί της έναν παλιό λογαριασμό.
Και ο λογαριασμός αυτός δεν παραγράφεται με διαίρεση.
Αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο μάθημα της νέας ΕΛΑΣ. Μπορείς να αλλάξεις όνομα κόμματος, συνθήματα, συνεργάτες και πολιτική συσκευασία. Μπορείς να αντικαταστήσεις το «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» με «Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης», το 2015 με το 2026 και τον Βαρουφάκη με ένα καινούργιο οικονομικό επιτελείο.
Υπάρχει όμως ένα πεισματάρικο πράγμα που δεν εκσυγχρονίζεται εύκολα. Το τέσσερα επί τετρακόσια εξακολουθεί να κάνει χίλια εξακόσια. Και προς μεγάλη απογοήτευση της πολιτικής, αυτό ίσχυε και το 2015. Κάπου, βέβαια, αυτά τα χρήματα πρέπει να βρεθούν. Και όταν μια τετραετία αρνείται πεισματικά να κοστίσει όσο θα θέλαμε, αρχίζει η αναζήτηση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης. Έτσι φτάσαμε στις θυρίδες.
Σε κάθε περίπτωση, η ακολουθία των γεγονότων είναι υποδειγματική. Πρώτα ανακοινώνεις τις προσφορές. Ύστερα το οικονομικό επιτελείο μπερδεύει τον πολλαπλασιασμό με τη διαίρεση. Μετά, όταν ο λογαριασμός αρχίζει να αποκτά το πραγματικό του μέγεθος, κοιτάζεις προς τις θυρίδες.
Το 2015 ψάχναμε παράλληλο νόμισμα. Το 2026 ψάχνουμε το βραχιόλι της γιαγιάς.
Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε πράγματι ανανεωμένος. Η οικονομική φαντασία του πολιτικού του χώρου παραμένει, ευτυχώς, απολύτως αναγνωρίσιμη.
Αλέξης Τσίπρας – Ι: Η άνοδος πάνω στην οργή
2010–2014: Από την αγανάκτηση στην πόρτα της εξουσίας
Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε. Για την ακρίβεια, επέστρεψε ξανά. Αυτή τη φορά με νέο κόμμα, νέα διακήρυξη, νέα πρόσωπα, νέα εθνική πυξίδα και την υπόσχεση για ένα «σοκ εντιμότητας και δημοκρατίας». Ζήτησε ακόμη και μια «νέα Μεταπολίτευση». Η νέα Μεταπολίτευση έχει προς το παρόν ένα μικρό πρόβλημα: επικεφαλής της βρίσκεται ένας από τους κεντρικούς αρνητικούς πρωταγωνιστές της προηγούμενης. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί ιδιαίτερα τον πρώην πρωθυπουργό. Άλλωστε, αν υπάρχει ένα πραγματικό πολιτικό χάρισμα που διαθέτει ο Αλέξης Τσίπρας, είναι η ικανότητά του να εμφανίζεται κάθε φορά σαν να συστήνεται για πρώτη φορά στο εκλογικό σώμα...
Θα είχε ίσως νόημα, πριν υποστούμε το νέο σοκ εντιμότητας, να θυμηθούμε το προηγούμενο. Και ας δεχτούμε εξαρχής ότι οι πολιτικοί δικαιούνται να αλλάζουν – και συχνά οφείλουν να το κάνουν. Ας λησμονήσουμε ακόμη ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν υπήρξε πάντοτε εξίσου γενναιόδωρος με αυτό το δικαίωμα όταν επρόκειτο για τους πολιτικούς του αντιπάλους. Υπάρχει όμως κάποια διαφορά ανάμεσα στην αλλαγή γνώμης και στη συστηματική αντικατάσταση της χθεσινής «αλήθειας» από μια καινούργια, χωρίς την ενοχλητική μεσολάβηση της παραδοχής ότι η προηγούμενη αποδείχθηκε ψευδής.
Θα του κάνουμε και μία ακόμη παραχώρηση. Δεν θα επιχειρήσουμε να χωρέσουμε εδώ ολόκληρη τη δημόσια πολιτική του διαδρομή, έναν μαραθώνιο υποσχέσεων που ξεχάστηκαν, βεβαιοτήτων που διαψεύστηκαν, ανθρώπων που στοχοποιήθηκαν και ευθυνών που, όταν έφθασε η ώρα του λογαριασμού, είχαν μια παράξενη τάση να μετακομίζουν στους συνεργάτες του. Θα περιοριστούμε σε ορισμένες χαρακτηριστικές στιγμές της πορείας του προς τον λαό και, κυρίως, προς την εξουσία. Η επιλογή είναι αναγκαστικά αποσπασματική. Το υλικό, δυστυχώς, είναι άφθονο.
Η αφετηρία βρίσκεται στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Το 2010, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία, το πρώτο Μνημόνιο και μια κοινωνία που έβλεπε εισοδήματα, δουλειές και βεβαιότητες μιας ολόκληρης εποχής να καταρρέουν. Η οργή ήταν πραγματική. Πραγματικές ήταν και οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος που είχε οδηγήσει τη χώρα μέχρι εκεί. Μέσα σε αυτή την οργή, όμως, γεννήθηκε και μια καινούργια πολιτική γλώσσα. Το Μνημόνιο δεν παρουσιαζόταν απλώς ως λανθασμένη ή επώδυνη πολιτική. Ήταν «πειρατεία», κατά τον ίδιο τον Τσίπρα. Οι αντίπαλοι δεν έκαναν απλώς λάθος, αλλά υπηρετούσαν ένα καθεστώς υποταγής. Η πολιτική διαφωνία άρχισε να αποκτά ηθικούς ενόχους και, πολύ γρήγορα, προδότες.
Στις 5 Μαΐου 2010, μέσα σε μια τεράστια αντιμνημονιακή διαδήλωση, τρεις εργαζόμενοι της Marfin –ανάμεσά τους μία έγκυος γυναίκα– δολοφονήθηκαν όταν κουκουλοφόροι πυρπόλησαν το υποκατάστημα της Σταδίου. Το έγκλημα αυτό άφησε στη συλλογική συνείδηση της κοινωνίας ένα βαθύ τραύμα και συνδέθηκε έκτοτε με ένα κλίμα πολιτικής βίας, στοχοποίησης και ανεξέλεγκτης οργής. Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε στον Τσίπρα ή στον ΣΥΡΙΖΑ ευθύνη για το ίδιο το έγκλημα για να αναρωτηθούμε ποιο πολιτικό κλίμα είχε αρχίσει να διαμορφώνεται γύρω του. Θα μπορούσε, ωστόσο, να είχε λειτουργήσει ως όριο. Ως υπενθύμιση ότι, όταν η πολιτική οργή απελευθερώνεται από κάθε μέτρο και ο αντίπαλος παύει να αντιμετωπίζεται ως αντίπαλος και μετατρέπεται σε εχθρό του λαού, κάποια στιγμή εμφανίζονται άνθρωποι που παίρνουν τα συνθήματα στην κυριολεξία.
Έναν χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 2011, εμφανίστηκαν οι Αγανακτισμένοι. Αν δεν μπορεί να αποδοθεί στον ΣΥΡΙΖΑ η δημιουργία του κινήματος, είναι δύσκολο να αγνοηθεί ότι η πολιτική εγγύτητα του κόμματος με τμήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, του αντιεξουσιαστικού χώρου και διαφόρων κινηματικών συλλογικοτήτων τού επέτρεψε να αντιληφθεί πολύ γρήγορα τη δυναμική του και να επενδύσει πολιτικά σε αυτήν περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο κοινοβουλευτικό κόμμα.
Στην πλατεία Συντάγματος συνυπήρξαν άνθρωποι σχεδόν όλων των πολιτικών πεποιθήσεων: αριστεροί, δεξιοί, εθνικιστές, πολίτες συντετριμμένοι από την κρίση, συνωμοσιολόγοι και κάθε πιθανή απόχρωση της αντισυστημικής οργής. Ο Τσίπρας όμως κατάλαβε νωρίς ότι εκεί διαμορφωνόταν ένα νέο πολιτικό ακροατήριο. Χαρακτήρισε το Σύνταγμα «μια ιδιότυπη Εκκλησία του Δήμου» και είδε στους Αγανακτισμένους τη γέννηση μιας κοινωνικής δύναμης που πολύ σύντομα θα άλλαζε και τους εκλογικούς συσχετισμούς. Ο θυμός της πλατείας είχε αρχίσει να αποκτά πολιτικό εκφραστή.
Το πραγματικό πρόβλημα βρισκόταν στη γλώσσα με την οποία νομιμοποιήθηκε ένα κλίμα όπου οι κοινοβουλευτικοί αντίπαλοι έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως φορείς μιας πολιτικής που έπρεπε να ηττηθεί και άρχισαν να παρουσιάζονται ως εχθροί του λαού. Όταν άρχισαν οι προπηλακισμοί βουλευτών, ο Τσίπρας συμβούλευε τους πολίτες να προσέχουν μήπως, με τις αποδοκιμασίες τους, επιτρέψουν σε όσους είχαν ψηφίσει το Μνημόνιο να μετατραπούν «από θύτες του ελληνικού λαού σε θύματα». Η προτροπή κατέληγε βεβαίως στη δημοκρατική λύση της κάλπης. Η λέξη «θύτες» όμως είχε ήδη κάνει τη δουλειά της.
Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ο πιο επιτυχημένος κοινοβουλευτικός εκφραστής αυτής της οργής, χωρίς να είναι ο μόνος. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή εκτινάχθηκαν επίσης σε ποσοστά αδιανόητα λίγα χρόνια νωρίτερα, αντλώντας από την ίδια δεξαμενή θυμού, απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και αντιμνημονιακής αγανάκτησης. Η διαφορά ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να μετατρέψει αυτήν την κοινωνική έκρηξη όχι απλώς σε εκλογική ενίσχυση, αλλά σε πραγματική προοπτική εξουσίας.
Μέσα σε αυτή την ακραία τοξικότητα, την εμφυλιοπολεμική ρητορική και τις προσωπικές στοχοποιήσεις, τις περίφημες «δολοφονίες χαρακτήρων», υπήρχε πάντως και μια αξιοπρόσεκτη εξαίρεση. Ο Κώστας Καραμανλής, πρωθυπουργός την περίοδο κατά την οποία η δημοσιονομική εκτροπή της χώρας πήρε καταστροφικές διαστάσεις και με βαρύτατες πολιτικές ευθύνες για όσα ακολούθησαν, βρέθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό έξω από το πεδίο πυρός του ΣΥΡΙΖΑ. Η οργή που περίσσευε για τους περισσότερους πρωταγωνιστές της Μεταπολίτευσης, εμφάνιζε εδώ μια παράξενη εγκράτεια.
Η στάση αυτή αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν τη δει κανείς υπό το φως όσων ακολούθησαν. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έφθασε στην εξουσία, ο Προκόπης Παυλόπουλος εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος ανέλαβε κεντρικό ρόλο στο υπουργείο Δικαιοσύνης και ο Πάνος Καμμένος έγινε κυβερνητικός εταίρος. Τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει κάποια υπόγεια συμφωνία. Δείχνει όμως ότι η καταγγελία του «παλιού συστήματος» δεν κατευθυνόταν με την ίδια ένταση προς όλες τις πλευρές του. Η πολιτική οργή, όπως αποδείχθηκε, είχε και τις προτιμήσεις της.
Τα αποτελέσματα φάνηκαν γρήγορα. Το κόμμα που το 2009 είχε πάρει 4,60% εκτοξεύθηκε στο 16,78% τον Μάιο του 2012 και στο 26,89% έναν μήνα αργότερα. Σε δυόμισι χρόνια ο Τσίπρας είχε μετακινηθεί από την ηγεσία ενός μικρού κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στη θέση του βασικού διεκδικητή της εξουσίας. Δεν ήταν βεβαίως ο μόνος που εκμεταλλεύθηκε την κατάρρευση του παλιού πολιτικού συστήματος. Ήταν όμως εκείνος που κατάλαβε καλύτερα ότι μια οικονομική κρίση μπορούσε να μετατραπεί σε ηθικό εμφύλιο. Από τη μία ο λαός και από την άλλη το «μνημονιακό σύστημα», οι «μερκελιστές», η διαπλοκή, οι πρόθυμοι, οι υποταγμένοι.
Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε και η γεωπολιτική εναλλακτική. Το 2012, η Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες ήταν για τον Τσίπρα «ένα μοντέλο που πρέπει να ακολουθήσουμε», ώστε η Ευρώπη να αφήσει πίσω της το καπιταλιστικό μοντέλο. Δεν επρόκειτο για μια φευγαλέα νεανική κουβέντα σε κάποια κομματική ταβέρνα. Ήταν πολιτική τοποθέτηση ενός ανθρώπου που είχε ήδη γίνει αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και διεκδικούσε την πρωθυπουργία.
Έναν χρόνο αργότερα, ο στενότερος συνεργάτης του, Νίκος Παππάς, ταξίδευε στη Βενεζουέλα μαζί με τον Κύπριο δικηγόρο Αρτέμη Αρτεμίου, το όνομα του οποίου εμφανίστηκε αργότερα στα Panama Papers. Όταν το ταξίδι αποκαλύφθηκε, ο Παππάς εξήγησε ότι διερευνούσε, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα αγοράς προϊόντων από τα κρατικά σουπερμάρκετ της χώρας και προετοίμαζε πιθανή επίσκεψη Τσίπρα. Δεν χρειάζεται κανείς να προσθέσει μαρούλια, ντομάτες ή άλλες λεπτομέρειες που γέννησε αργότερα η λαϊκή φαντασία. Η επίσημη εκδοχή είναι από μόνη της αρκετά ευφάνταστη.
Το 2014, ο Τσίπρας είχε πλέον μετατρέψει αυτή την πολιτική σε ένα απολύτως καθαρό δίλημμα. «ΣΥΡΙΖΑ ή μνημόνια;» ρωτούσε πριν από τις ευρωεκλογές. Η λαϊκή θέληση, διαβεβαίωνε, θα «σαρώσει τα μνημόνια». Οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν πέσει, κατά τη δική του ανάγνωση, από τους αγώνες του λαού και ερχόταν η σειρά της κυβέρνησης Σαμαρά.
Όταν τον ρώτησαν ευθέως αν πράγματι θα «σκίσει τα μνημόνια», η απάντηση που καταγράφηκε ήταν αντάξια της εποχής: «Και θα είναι μέρα μεσημέρι». Το Μνημόνιο, εξηγούσε, θα τελείωνε την πρώτη ημέρα της κυβέρνησης της Αριστεράς. Αργότερα, όταν τα γεγονότα απέκτησαν τη γνωστή δυσάρεστη επιμονή τους, θα δήλωνε ότι ποτέ δεν είχε πει πως τα μνημόνια θα σκίζονταν «με έναν νόμο». Κυριολεκτικά μπορεί κανείς να συζητήσει επί ώρες για τη διαφορά ανάμεσα στο «θα τα σκίσουμε μέρα μεσημέρι» και στο «θα τα σκίσουμε με έναν νόμο». Η ελληνική πολιτική ζωή έχει γνωρίσει σοβαρότερες φιλολογικές διαμάχες, αλλά τόσο διασκεδαστικές.
Έτσι οικοδομήθηκε η μεγάλη υπόσχεση. Οι προηγούμενοι είχαν αποτύχει όχι επειδή η χώρα ήταν χρεοκοπημένη, οι επιλογές περιορισμένες και οι διεθνείς συσχετισμοί δυσμενείς, αλλά επειδή δεν είχαν το θάρρος να συγκρουστούν. Η Ευρώπη μπορούσε να υποχωρήσει. Το Μνημόνιο μπορούσε να τελειώσει. Οι εφαρμοστικοί νόμοι μπορούσαν να καταργηθούν. Οι απώλειες μπορούσαν να αποκατασταθούν. Η αξιοπρέπεια θα επέστρεφε. Και όλα αυτά χωρίς εκείνο το δυσάρεστο τίμημα που οι προηγούμενοι επέμεναν να παρουσιάζουν ως αναπόφευκτο.
Εκατομμύρια άνθρωποι είχαν κάθε λόγο να θέλουν να το πιστέψουν. Είχαν κουραστεί, είχαν φορολογηθεί, είχαν χάσει εισοδήματα, δουλειές και εμπιστοσύνη σε ένα πολιτικό σύστημα που έφερε τεράστιες ευθύνες για τη χρεοκοπία της χώρας. Μαζί του, όμως, ευθύνες είχε και η ίδια η κοινωνία που για χρόνια αποδεχόταν, ανεχόταν ή και απαιτούσε ένα κράτος δανεικών, διορισμών, πρόωρων συντάξεων, φοροδιαφυγής και παροχών χωρίς αντίκρισμα. Το περιβόητο «μαζί τα φάγαμε» του Θόδωρου Πάγκαλου, που τότε ακούστηκε σχεδόν ως ύβρις, με την απόσταση των χρόνων ακούγεται λιγότερο προκλητικό και περισσότερο σαν μια ενοχλητική αλήθεια που η κοινωνία δεν ήταν ακόμη έτοιμη να ακούσει.
Αντίθετα, ο Τσίπρας είχε καταλάβει με ακρίβεια τι ήθελε να ακούσει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Ήταν σχεδόν απολύτως συμβατός με εκείνον τον γνώριμο Έλληνα του καφενείου που, αν γινόταν πρωθυπουργός για μία ημέρα, θα σου εξηγούσε με απόλυτη βεβαιότητα πώς λύνεται το χρέος, πώς μπαίνουν στη θέση τους οι Ευρωπαίοι, πώς φορολογούνται οι πλούσιοι, πώς αυξάνονται οι μισθοί και, αν περίσσευε λίγος χρόνος, πώς φτιάχνεται και ο κόσμος ολόκληρος.
Ο Τσίπρας αποδείχθηκε ο ικανότερος εκφραστής αυτής της αυταπάτης. Την κατάλαβε, μίλησε τη γλώσσα της και τελικά την έκανε πολιτικό πρόγραμμα – για να ονομάσει αργότερα «αυταπάτες» όσα ο ίδιος είχε προηγουμένως παρουσιάσει ως βεβαιότητες και πάνω στα οποία οικοδόμησε την πορεία του προς την εξουσία.
Σε λίγο θα είχαν την ευκαιρία να ανακαλύψουν αν ήταν πράγματι έτσι.
Ύστερα ήρθε η εξουσία.
*Το πρώτο από μια σειρά άρθρων υπό τον γενικό τίτλο «Ο άνθρωπος που επιστρέφει πάντα αθώος»
Ποιος ήταν ο ζωγράφος και ποιητής Χρήστος Μαρκίδης
Νεκρός στο σπίτι του βρέθηκε στις 24 Αυγούστου 2026 ο ζωγράφος και ποιητής Χρήστος Μαρκίδης, σε ηλικία 72 ετών. Η ποίησή του διακρίνεται για την οικονομία της και το μέτρο, είτε εμπνέεται από μυθικά αρχαιοελληνικά μοτίβα είτε από τη χριστιανική παράδοση – είτε, στα ώριμα χρόνια, με εξπρεσιονιστικές νότες, από την κυριαρχία του χρόνου και του θανάτου.
Ο Χρήστος Μαρκίδης είχε γεννηθεί στη Δράμα το 1954. Σπούδασε από το 1974 έως το 1979 στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, με αντικείμενα τη ζωγραφική, τη νωπογραφία, την ιστορία της τέχνης, τη ρυθμολογία και την παιδαγωγική ψυχολογία. Μετά τις σπουδές του έζησε και εργάστηκε για ένα διάστημα στο Παρίσι, ενώ την περίοδο 1985-1988 υπήρξε υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών για την εκπόνηση καλλιτεχνικού έργου στην Ελλάδα.
Η εκθεσιακή του δραστηριότητα εκτεινόταν σε περισσότερα από 40 χρόνια. Από την πρώτη ατομική του έκθεση στην γκαλερί Νέες Μορφές το 1984 έως την αναδρομική παρουσίαση του έργου του στο Art Project Space το 2025, ο Μαρκίδης πραγματοποίησε συνολικά 15 ατομικές εκθέσεις.
Έργα του παρουσιάστηκαν, μεταξύ άλλων, στις Νέες Μορφές, στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών, στην Titanium, στην Gallery 7 και στην Thanassis Frissiras Gallery στην Αθήνα, αλλά και σε χώρους τέχνης στη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα.
Παράλληλα, συμμετείχε σε περισσότερες από 70 ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, διαμορφώνοντας μια συνεχή παρουσία στον εικαστικό χώρο.
Η ζωγραφική δεν ήταν, ωστόσο, η μοναδική περιοχή στην οποία κινήθηκε δημιουργικά ο Χρήστος Μαρκίδης. Από το 1992 δημοσίευε κείμενα και ποιήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά, αναπτύσσοντας σταδιακά ένα εκτεταμένο ποιητικό και δοκιμιακό έργο.
Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: Μονόζυγο. Τέσσερα Σχεδιάσματα (1999), Έως (2001), Άτια στο σκοτεινό νερό (2003), Αμώεν (2004), Κιννάβαρι (2009), Δράκων κατήλθες (2013) και Έρεβος ή το άλλο φως (2020). Το 2023 οι εκδόσεις Αρμός εξέδωσαν τον συγκεντρωτικό τόμο Ποιήματα 1999-2020, στον οποίο συγκεντρώνεται η ποιητική του διαδρομή περισσότερων από δύο δεκαετιών.
Στην ποίησή του, ο Μαρκίδης ξεκίνησε από το παράδοξο και την ονειρική εικόνα των πρώτων πεζοποιημάτων του, όπου συναντιούνται στοιχεία της χριστιανικής παράδοσης και της αρχαιοελληνικής μυθολογίας. Στις επόμενες συλλογές στράφηκε σε ολιγόστιχα, συχνά γνωμικού χαρακτήρα ποιήματα, με ερμητικές εικόνες αλλά και παιγνιώδη χρήση των λέξεων. Στην τελευταία συλλογή του, Έρεβος ή Το άλλο φως, ο λόγος γίνεται αμεσότερος και οι εικόνες καθαρότερες, ενώ κυριαρχούν ο χρόνος και ο θάνατος. Συνολικά, η ποίησή του χαρακτηρίζεται από αυθεντικότητα, οικονομία και μέτρο.
Στο δοκιμιακό του έργο περιλαμβάνονται τα Επτά κείμενα περί Τέχνης και Κατάματα, το οποίο κυκλοφόρησε σε διαδοχικές εκδόσεις το 2005, το 2014 και το 2022.
Το 2025 κυκλοφόρησε το λεύκωμα Χρήστος Μαρκίδης. Ζωγραφική-Σχέδια.
Ακολουθεί το ποίημα «Φάσμα», δείγμα γραφής από την τελευταία ποιητική συλλογή του Χρήστου Μαρκίδη, Έρεβος ή άλλο φως (Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2020):
Στη σιωπή εν μέσω της νυκτός
Το φάσμα ήρθε και μου μίλησε.
Άκου, μου είπε, τ’ αλόγατα σε φέραν ώς εδώ
κι άκου να δεις τι είπαν:
Έρπουν λογής λογής νιφάδες
ο ουρανός ανέτειλε, κατέβηκε στη γη.
Κι εκείνη τη σκηνή με τον Ζαγρέα
ο μανιασμένος άνεμος τη σήκωσε απ’ τα βάθρα
την έριξε στης οικουμένης το σταμνί
ευχή ειρκτή να βρεις εσύ, να τη νυμφεύσεις πάλι.
Εγώ εξέπεσα, καλέ
μήτε γ’ αρνί οδύρομαι μήτε για λύκο.
Εντόσθια μόνον ενθυμούμαι.
Η βία κατά των υγειονομικών
Θα περιγράψω τα γεγονότα όπως τα έζησα. Το απόγευμα της 21ης Αυγούστου 2026, ασθενής 57 ετών αισθανόμενος αναφερόμενη αδιαθεσία προ τριημέρου, προσήλθε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών (ΤΕΠ) μεγάλου νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης. Δυσανασχετώντας με την άνω της μιας ώρας αναμονή, εισέβαλε στο καρδιολογικό ιατρείο υβρίζοντας νοσηλευτές και γιατρούς, προπηλακίζοντας, ρίχνοντας στο δάπεδο τον εφημερεύοντα καρδιολόγο επιχειρώντας να τον γρονθοκοπήσει. Στο χώρο των ΤΕΠ επικράτησε πανδαιμόνιο, η εύρυθμη λειτουργία σταμάτησε. Δυο ψύχραιμοι και χειροδύναμοι συνάδελφοι υγειονομικοί παρενέβησαν και, γνωρίζοντας τον τρόπο, ακινητοποίησαν τον μαινόμενο δράστη. Οι αρχές προσήλθαν και με τη συνδρομή τους οι, προηγουμένως προπηλακισθέντες, θεράποντες ολοκλήρωσαν τις κλινικές, απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις του δράστη. Μετά το πέρας αυτών, οι αστυνομικές αρχές έπραξαν τα νενομισμένα.
Αν δούμε το θέμα της βίας κατά των υγειονομικών από μια κάποια απόσταση θα καταλάβουμε ότι το κίνητρο σχεδόν ποτέ δεν είναι η αγανάκτηση για την πολύωρη αναμονή. Αυτή είναι πάντα η αφορμή. Η αιτία είναι ένα νοσηρό ταξικό μίσος, ένας πληγωμένος εγωισμός που πασχίζει να βρει διέξοδο. Ένα παράλογο σύνδρομο κατωτερότητας σε συνδυασμό με διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Πάνω στην οργή της βίας, ο δράστης θεωρεί εαυτόν επαναστάτη που στρέφεται κατά της κοινωνικής ιεραρχίας που αυτός έχει πλάσει στο μυαλό του και που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα. Αισθάνεται πανίσχυρος υπεράνω κοινωνικών συμβάσεων που μπορεί να προπηλακίσει μια νοσηλεύτρια και να ρίξει στο πάτωμα έναν γιατρό…
Αυτό που περιγράφω δεν είναι μια μεμονωμένη ψυχοπαθολογία. Είναι μια περιθωριακή νοοτροπία ενός, όλο και αυξανόμενου, μέρους της κοινωνίας μας. Οι δράστες τέτοιων περιστατικών βλέπουν την ασυδοσία ως δικαίωμα που τους εξασφαλίζει το δρόμο προς την –όποια αυτοί νομίζουν– καθιέρωση.
Μέσα στις εξαντλητικές βάρδιες μας, όσοι δουλεύουμε στο σύστημα υγείας έχουμε να αντιμετωπίσουμε κι αυτούς. Και τα περιστατικά βίας κατά των υγειονομικών ανά την Ελλάδα όλο και πληθαίνουν.
Γι’ αυτό προτείνουμε και ζητάμε την καθιέρωση ειδικού «Panic Button», αντίστοιχου με αυτό που έχουν τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο θα βρίσκεται σε χρήση από τον υπεύθυνο βάρδιας προς άμεση κλήτευση των αστυνομικών αρχών όταν παραστεί ανάγκη.
Ο Στέφανος Μάνος (1939-2026) και ο φιλελευθερισμός
Ο Στέφανος Μάνος, που πέθανε στις 15 Αυγούστου 2026 σε ηλικία 87 ετών, υπήρξε μία από τις πιο διακριτές περιπτώσεις πολιτικού της μεταπολιτευτικής Κεντροδεξιάς. Όχι επειδή έμεινε σε αυτήν μέχρι τέλους –δεν έμεινε– αλλά επειδή εξέφρασε με συνέπεια μια εκδοχή της που στην Ελλάδα ούτε αυτονόητη ήταν ούτε δημοφιλής: τη φιλελεύθερη.
Ο Στέφανος Μάνος μπήκε στην πολιτική το 1977, με τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αφού είχε προηγηθεί μια ενδεκαετής επιχειρηματική διαδρομή. Μηχανολόγος μηχανικός του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης, με MBA από το Χάρβαρντ, δεν είχε ούτε τη διαδρομή ούτε τη γλώσσα του επαγγελματία κομματικού στελέχους. Ο Καραμανλής τον χρησιμοποίησε αμέσως: υφυπουργός Δημοσίων Έργων και, στη συνέχεια, υπουργός του νεοϊδρυθέντος τότε υπουργείου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος. Στην κυβέρνηση Ράλλη έγινε υπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας.
Η πρώτη εκείνη κυβερνητική περίοδος του Στέφανου Μάνου κυρίως χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια διάσωσης της Πλάκας, κάτω από την Ακρόπολη. Ως ο πρώτος περιβαλλοντικός υπουργός, εργάστηκε για τη διάσωση του ιστορικού κέντρου από την ανεξέλεγκτη κυκλοφορία των αυτοκινήτων, από χρήσεις που το υποβάθμιζαν και από την οικοδομική πίεση – έργα που δύσκολα θυμάται κανείς ότι κάποτε δεν ήταν αυτονόητα. Με τον Μάνο συνδέθηκε επίσης η απομάκρυνση του εργοστασίου φωταερίου από το Γκάζι. Ήταν μια πρώτη ένδειξη ενός χαρακτηριστικού που θα τον ακολουθούσε: του άρεσε περισσότερο να αλλάζει κάτι συγκεκριμένο παρά να εξηγεί επί μακρόν γιατί δεν μπορεί να αλλάξει.
Η σημαντικότερη πολιτική περίοδός του, ωστόσο, ήταν η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, το 1990-1993. Εκεί, ο Στέφανος Μάνος βρήκε το πολιτικό περιβάλλον που βρισκόταν πιο κοντά στις ιδέες του. Ως υπουργός ΠΕΧΩΔΕ συνδέθηκε με τη δρομολόγηση μεγάλων έργων υποδομής –μεταξύ αυτών του Μετρό της Αθήνας–, με το σχεδιασμό της Αττικής Οδού και με την απόσυρση των παλαιών, ρυπογόνων αυτοκινήτων. Κατόπιν, ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, βρέθηκε στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής μιας κυβέρνησης που επιχείρησε, με μεγάλο πολιτικό κόστος και όχι πάντα με επιτυχία, να περιορίσει τον κρατισμό της δεκαετίας του 1980.
Ο Στέφανος Μάνος ήταν καθαρόαιμος φιλελεύθερος. Πίστευε στην οικονομία της αγοράς, στις ιδιωτικοποιήσεις, στον ανταγωνισμό, στον περιορισμό του πελατειακού κράτους, στη δημοσιονομική πειθαρχία και στην αξιολόγηση του αποτελέσματος. Αντιμετώπιζε με βαθιά καχυποψία την ιδέα ότι το κράτος οφείλει να παράγει το ίδιο ό,τι μπορεί να εξασφαλίσει καλύτερα για τον πολίτη εποπτεύοντας την αγορά. Και πίστευε ότι το κόστος μιας δημόσιας πολιτικής δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια αλλά πολιτικό και ηθικό δεδομένο: επειδή τελικά οι πολίτες πληρώνουν.
Αυτές οι αντιλήψεις τον έφεραν σταδιακά σε σύγκρουση με το κόμμα του, τη ΝΔ, και την κυρίαρχη στο εσωτερικό και στην ελληνική κοινωνία λαϊκή Δεξιά, που αποθέωνε τον κρατισμό, μια στερεότυπη εθνικοφροσύνη, ενώ και ο κοινωνικός χαρακτήρας της πολιτικής της απέβλεπε στην εκλογική ανταποδοτικότητα. Η σύγκρουση έγινε ρήξη το 1998, επί προεδρίας τη ΝΔ του Κώστα Καραμανλή. Μαζί με άλλους φιλελεύθερους βουλευτές της παράταξης (Γιώργος Σουφλιάς, Βασίλης Κοντογιαννόπουλος, Αναστάσης Παπαληγούρας, Πέτρος Τατούλης, Νίκος Κάκκαλος), ο Στέφανος Μάνος υποστήριξε τη ρύθμιση Παπαντωνίου που επέτρεπε την αλλαγή των κανονισμών προσωπικού στις ζημιογόνες ΔΕΚΟ, επειδή θεωρούσε τη μεταρρύθμιση απολύτως συμβατή με όσα υποστήριζε η ίδια η ΝΔ και αρνήθηκε να ακολουθήσει την κομματική γραμμή της καταψήφισης. Διαγράφηκε. Και έκτοτε, η πορεία του ήταν ενός παρεμβατικού ανθρώπου, που υπερασπιζόταν τις ιδέες του και, ιδίως, τις φιλελεύθερης κατεύθυνσης μεταρρυθμίσεις στο ελλυνικό κράτος.
Το 1999 ίδρυσε τους Φιλελευθέρους («Ταύροι», λόγω του εμβλήματός τους). Η φιλοδοξία ήταν μεγαλύτερη από το εκλογικό αποτέλεσμα: στις ευρωεκλογές το κόμμα έμεινε περίπου στο 1,6%. Το 2000 συνεργάστηκε ξανά με τη ΝΔ με την οποία επανεξελέγη βουλευτής. Αργότερα συνεργάστηκε εκλογικά με το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, με το οποίο εξελέγη βουλευτής επικρατείας.
Παρότι συχνά επικρίθηκε για τις πολιτικές του μετακινήσεις, ο Στέφανος Μάνος δεν μετακινήθηκε από τον βασικό του στόχο, τον οποίο θεωρούσε ζωτικής σημασίας για τη χώρα: την οικονομική ελευθερία, τις μεταρρυθμίσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις με στόχο ένα μικρότερο αλλά αποτελεσματικότερο κράτος. Με τις μειοψηφικές αυτές θέσεις, το 2009 συνέβαλε στην ίδρυση αμιγώς φιλελεύθερου κόμματος, της Δράσης.
Όπως όμως οι Φιλελεύθεροι δεν απέκτησαν κοινωνική βάση, έτσι και η Δράση δεν κατόρθωσε να γίνει μαζικό κόμμα. Ο Στέφανος Μάνος είχε επιρροή μόνο σε όσους δημοσίως υποστήριζαν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, ενώ η μεγάλη πλειονότητα του πολιτικού συστήματος τον απαξίωνε ως νεοφιλελεύθερο και οι πολιτικές του απόπειρες αποδοκιμάζονταν εκλογικά. Τα τελευταία χρόνια μετατράπηκε σε έναν πολιτικό οι παρεμβάσεις του οποίου υπεδείκνυαν τι όφειλε να κάνει η χώρα. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν είχαν αποδέκτες, γι’ αυτό άλλωστε η Ελλάδα πορεύτηκε στο δρόμο της χρεοκοπίας.
Η χρεοκοπία, ωστόσο, και η αδυναμία των πολιτικών κομμάτων να υιοθετήσουν και να υλοποιήσουν τα μνημόνια τα οποία είχαν συνυπογράψει, οδήγησε στη μεγάλη περιπέτεια για τη χώρα της δεκαετίας του 2010. Και επανέφερε, ως στρατηγική σωτηρίας, ιδέες που η προ Κυριάκου Μητσοτάκη ΝΔ αποστρεφόταν ως υπερβολικά φιλελεύθερες. Ιδιωτικοποιήσεις, αξιολόγηση, συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα, δημοσιονομική πειθαρχία, λιγότερη ανοχή στις ζημιογόνες κρατικές επιχειρήσεις είναι μερικές από τις ιδέες που πρότεινε ο Στέφανος Μάνος και προσπαθούν να υλοποιήσουν οι κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η διαμάχη, δηλαδή, που ο Στέφανος Μάνος άνοιξε μέσα στη συντηρητική παράταξη δεν έκλεισε με τη διαγραφή του. Κατά έναν παράξενο τρόπο, μάλιστα, έφυγε από τη ΝΔ πολύ πριν ορισμένες από τις ιδέες του επιστρέψουν σε αυτήν. Από την άποψη αυτή, θα ένιωθε σε μεγάλο βαθμό δικαιωμένος.