Σύνδεση συνδρομητών

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

URL Ιστότοπου: 4 E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Απόψε οι πιστωτές-αρωγοί της χώρας σηκώνουν ανάστημα με το τελεσίγραφο που απευθύνουν στην Ελλάδα, και δεν είναι αυτή τίποτε λιγότερο από μια στιγμή δέους. Είμαστε μια κουκκίδα στο χάρτη της παγκόσμιας Ιστορίας, ναι, Έλληνες, ξένοι, όλοι όσοι τέλος πάντων ζούμε σ’ αυτή τη χώρα — αλλά μέσα σε τούτη την κουκκίδα στριμωχνόμαστε κι εσύ, κι εγώ. Κι εμείς είμαστε πρόσωπα: μικρά, ασήμαντα, μπορεί να κινηθεί ο κόσμος και χωρίς την παρουσία μας, ναι, κανείς δεν θα σκοτιστεί όταν θα λείψουμε, ναι, αλλά: πρόσωπα· και στομάχια· και σχέδια που μείναν μισά, και φιλιά που δεν δόθηκαν. Και στριμωχνόμαστε, κι εσύ, κι εγώ, μέσα σε τούτη την κουκκίδα. Κι εγώ, κι εσύ: ο μοναδικός αδερφός μου. (Γιατί εγώ άλλον αδερφό δεν έχω). Στριμώχνεται ακόμη και μας τρυπά με τον αγκώνα του στα πλευρά —γιατί είναι μια κουκκίδα όλη κι όλη, δεν έχει απλοχωριά— κι αυτός που χαίρεται και θαυμάζει με ό,τι καλπάζει καταπάνω μας. Κι αυτός ο άλλος που θριαμβολογεί. Κι αυτός που τρέμει, κι αυτός που κλαίει. Κι αυτός που δικαιώνεται και γελά, κι αυτός που δικαιώνεται και που το κρύβει, το καταπίνει, το ξεχνά. Κι αυτός που κρύβει το πρόσωπό του με ψηφιακές κουκούλες και που επιμένει, ακόμη και τώρα, να ασχημονεί και να μασά τα νύχια του, μόνος και δυστυχής. Κι ο μοναχικός εκείνος γείτονάς σου, που δεν ανταλλάσσει λέξη με κανέναν στην οικοδομή. Όλοι μας. Όλοι στριμωχνόμαστε εδώ. Και οι άνθρωποι της κυβέρνησης, που καπνίζουν μόνοι στου Μαξίμου και κοκκινίζει το μάτι τους από το ξενύχτι και τους καφέδες, έξω από το παιχνίδι, όπως έξω υπήρξαν πάντα, από την αρχή ακόμη, διαρκώς αμέτοχοι και αφόρητα αδαείς. Στριμώχνονται στην ίδια κουκκίδα της παγκόσμιας Ιστορίας κι αυτοί, βιβλιογραφικές υποσημειώσεις που δεν θα διαβάσει κανείς στο τέλος. Στριμώχνονται επίσης —και δεν μπορούν να αναπνεύσουν— και αυτοί που περιμένουν το τέλος, και αγωνιούν, και που πιάνεται η καρδιά τους. Αλλά κι αυτοί που το ζουν το τέλος εδώ και καιρό. (Το τέλος δεν είχε φύγει ποτέ, δεν φεύγει ποτέ: απλώς επέλεγε). Κι αυτοί που τα θέλουν όλα είναι εδώ μέσα, με τα μέλη τους μπλεγμένα με τα δικά μας. Κι αυτοί που δεν έχουν τίποτε. Κι αυτοί που έχουν πολλά. Κι εσύ. Κι εγώ. [§] Δεν θα θριαμβολογήσω, δεν θα ελεεινολογήσω, δεν θα ανακουφιστώ. Απλώς, μονάχα θα ελπίζω. Για έλεος, για τύχη, για λογική. Και για να υπογραφεί, να ψηφιστεί και να εφαρμοστεί αυτό το τρίτο, στη σειρά, Μνημόνιο, που θα είναι βαρύ σαν στεγνό πρόγραμμα απεξάρτησης, αλλά θα είναι προσωρινό και θα θεραπεύσει τον μονίμως νοσούντα, το τζάνκι της Ευρώπης. Η πενταμερής έκανε αυτό που επέβαλαν οι καιροί. Δεν μας τιμωρεί άμεσα (δεν τιμωρεί κάποια κυβέρνηση: ακόμη κι αυτή, την κυβέρνηση των αξιοθρήνητων, των ανδρεικέλων — όλους μας θα τιμωρούσαν, και δικαίως), γιατί τα πράγματα είναι μεν άσχημα, αλλά μπορούν να γίνουν άγρια, και μπορούν να φέρουν έναν πολύ δριμύ χειμώνα. Τώρα πια, περιμένουμε να αλλάξουν όλα. Να πέσει στον γκρεμό ο Τσίπρας και να σωθεί, ή να παραμείνει στο χείλος της αβύσσου και να πέσουμε εμείς μέσα της. [§] Σήμερα, συμπτωματικά ίσως, τέλειωσαν, σώθηκαν, τα χρήματα και στους δύο λογαριασμούς μας. Κόπηκε και η πιστωτική τις προάλλες, και δεν θα ’χουμε πια τα προνόμιά της. Τα ξέραμε αυτά. Θα ερχόταν κάποτε η στιγμή. Το ξέραμε. Αλλά να προετοιμαστείς; Πώς δηλαδή γίνεται να είσαι προετοιμασμένος; [§] Ας είναι. [§] Ξεκινά η άδεια της Κ. αύριο. Ένας μήνας. Αν μη τι άλλο, έχουμε πολλά αδιάβαστα βιβλία στο σπίτι. Θα αρχίσει και τρέξιμο. Ίσως του χρόνου να ’μαστε καλύτερα, σωστά;

02 Ιουνίου 2015

Με τον Αρμάο (άλλους ανθρώπους τους λες μόνο με το επώνυμό τους, άλλους μόνο με το μικρό: ο Αρμάος ήταν ο Αρμάος, όχι ο Δημήτρης — αλλά στις αναμεταξύ μας κουβέντες ήταν αποκλειστικά και μόνο ο Μήτσος) πρέπει να διαφέραμε σε πολύ, πολύ, πολύ πιο πολλά απ’ όσα μοιάζαμε, αλλά αυτά που μοιραζόμασταν ήταν τα βασικά. Και ήταν, ας πούμε: η μανία να βγάζουμε τα πνεύματα έξω από τις περασιές, αν μ’ εννοείτε· η τάση να στενεύουμε ένα 8% τα Απλά στη φωτοσύνθεση του «Αναγράμματος», να ρίχνουμε δύο στιγμές τα καπιταλάκια (ενίοτε και δυόμισι, στα ντουζένια μας) και να προσθέτουμε τέσσερις στα πρωτογράμματα)· τα πάρα πολλά τσιγάρα, και συχνά τα ακόμη περισσότερα· τα στιγμόμετρα, η αγάπη για τα στιγμόμετρα· το ουίσκι, τόσο το καλό όσο και το φτηνό· το πολυτονικό· το Αντιλεξικόν του Βοσταντζόγλου· ο Δημητράκος· η λογοτεχνία για νέους· τα λαμπατέρ δίπλα στις πολυθρόνες, σε δωμάτια κατά τα άλλα θεοσκότεινα, και έξω να ’χει σκοτάδι πίσσα· οι βαριές γραφομηχανές, αυτές με την τσιμεντένια βάση, να μην κουνάνε ούτε με σεισμό του θανατά· τα χειροποίητα χαρτιά· οι προσεκτικές απαντήσεις στα λογοτεχνικά περιοδικά· τα λογοτεχνικά περιοδικά· ο Βιζυηνός· ο Έντγκαρ Άλαν Πόε· ο Λορεντζάτος· η Βαρβάρα, η γάτα που είχαμε βρει ανήμερα της γιορτής της Αγίας στην πρασιά, και που κάτι μήνες μετά γέννησε μέσα στις κάσες με τα τυπογραφικά στοιχεία εκεί στον «Gutenberg», σ’ ένα μελανωμένο συρτάρι (άγνωστο πώς χώρεσε εκεί μέσα), στο μαγαζί, και που τις τελευταίες ημέρες την μπερδεύω με τη δικιά μας, τη Φαντομά, που όλο τη φωνάζω Βαρβάρα και Βαρβάρα και δεν γυρίζει να με κοιτάξει. [§] Ανδρέου Μεταξά, Διδότου, Χαριλάου Τρικούπη, Καλλιδρομίου. «Τρίτο Μάτι», «Παρασκήνιο», «Ένοικος», «Άμα Λάχει». Μπαλής, Καπένης, Γκόνης, Πρίφτης. Φωτοσυνθέσεις και μονταζιεράδικα, τυπογραφεία και βιβλιοδετεία. Κοπίδια και στένσιλ και ρολά δοκιμίων. Ηρακλής, Ξενοφών, Κωστής, Πέτρος. Ένας κατάλογος μεζεδοπωλείου του Βόλου, που από μονόφυλλο κατέληξε να γίνει βιβλίο 64 σελίδων, δίχρωμο, με γκραβούρες και αρχαίο κείμενο με αντικριστή μετάφραση, με εξώφυλλο από βαρύ ιταλικό χαρτί, πανάκριβο. Η περιπέτεια της έκδοσης του Μόμπι-Ντικ. Το ξενύχτι, τα ξενύχτια, οι ολονυκτίες, οι μαραθώνιοι με κουβεντολόι όχι μόνο για τα Γράμματα. Κάτι τέτοια. [§] Διαφέραμε σε όλα τα άλλα. Εγώ ήμουν πεζός, καθημερινός, χωρίς πολλά-πολλά να με ξεχωρίζουν· συνηθισμένος, πες. Εκείνος είχε πάντα στο νου του σχέδια που θα άλλαζαν τον κόσμο ολοκληρωτικά: βιβλία, τυπογραφικά στοιχεία, αρχιγράμματα, χρυσές τομές, εκδόσεις απάντων των ευρισκομένων, ποίηση, ποίηση, ποίηση, κι άλλα τυπογραφικά στοιχεία, μπορεί δικά του, μπορεί του Άλδου Μανούτιου. Ένα μοναστηριακό εργαστήρι από μόνος του. Και μια γενιά τυπογράφων από μόνος του. Δεν έχουμε άλλον σαν κι αυτόν, ούτε μπορούμε να βρούμε. Όσοι τον ξέρουν, όσοι τον ήξεραν, καταλαβαίνουν. Έτυχε κι έγραφα τις προάλλες που πηγαίναμε, τότε, και σβήναμε λιγάκι τα ήδη τυπωμένα χρώματα στο τυπογραφείο, με ένα επιπολής χτύπημα της πρέσας, χωρίς να καταλαβαίνει καν ο τυπογράφος τι κάναμε: αυτός το σκέφτηκε, δεν έχει ξαναγίνει ποτέ αλλού, όχι σ’ αυτό τον κόσμο. [§] Δεν με εννοείτε. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει τούτο: Βλάχος, Καλιακάτσος, Αρμάος. Με χρονολογική σειρά. Ο Αρμάος ήταν μακράν ο καλύτερος όλων. Και μάζευε πάντα τα πιο καλά και λιγότερο τσακισμένα κουτιά από παπούτσια για να φυλάει τις χιλιάδες καρτέλες του για τα ευρετήρια, τις φωτοτυπίες από σχέδια παμπάλαιων βιβλίων, τα φιλμάκια από παλιές λέξεις, από παλιές εικόνες, που όλες μαζί θα συνέθεταν κάποτε το αρτιότερο βιβλίο που θα τυπωνόταν ποτέ. Κι ας μην το διάβαζε κανείς. [§] Κατάφερε και έβγαλε τα βιβλία που μπορούσε να προλάβει να βγάλει (κυρίως: που του επετράπη να βγάλει…), και έτσι, δι’ αυτών, άλλαξε τον κόσμο. [§] Αν έμαθα πέντε πράγματα από τυπογραφία, είναι που μου έδωσε αυτός πέντε από τα εκατόν πέντε δικά του. Μπορούσε να τα δώσει όλα αν ήθελες: εγώ δεν ήμουν για περισσότερα. [§] Γεια σου, Μήτσο.

Λατρεύω τα social media: το Διαδίκτυο, παιδί των υπολογιστών, είναι το αντίστοιχο της Βιομηχανικής Επανάστασης της εποχής μας, που υπήρξε το αντίστοιχο της τυπογραφίας και των κινητών στοιχείων, που υπήρξαν το αντίστοιχο του ατσαλιού και του χαλκού της εποχής τους, που υπήρξαν το αντίστοιχο πέτρινο υνί των προϊστορικών ανδρών και γυναικών, που υπήρξε το αντίστοιχο της φωτιάς των πρωτογόνων, ή εκείνου του πρώτου οστέινου εργαλείου που ο Άρθουρ Κλαρκ οραματίστηκε στην Οδύσσεια 2001 σαν πρόγονο των μελλοντικών υπερδιαστημοπλοίων με τα οποία, λέει, και ξέρει τι λέει, θα γνωρίσουμε κάποτε τις εσχατιές του σύμπαντος και, ίσως, τις ρίζες μας — τον εαυτό μας. Τίποτε δεν είναι σε θέση να με κάνει να αλλάξω γνώμη για όλες αυτές τις κατακτήσεις της ανθρώπινης απορίας, για τα στάδια αυτά στο ανασκάλεμα της αγάτρευτης κατάστασης που λέμε Τραγωδία της Ύπαρξης, δηλαδή της συνείδησης του επικείμενου θανάτου και του πεπερασμένου —πλην μη ανώφελου— της ζωής. Δεν θα υπάρξει επιχείρημα ή γεγονός που να με κάνει να σιχαθώ και να αποτάξω την ψηφιακή ανθρώπινη δραστηριότητα, την ανάγκη της ιντερνετικής επικοινωνίας, τα νεύματα από μακριά, τον ιδρώτα που θαρρείς μυρίζει μέσα από τις μικροΐνες και μέσα από το πανηγύρι του ηλεκτρισμού. Ακόμη και οι πιο ποταπές περσόνες, ακόμη και οι διαρκείς απόπειρες φόνων που επιχειρούν καθημερινά χιλιάδες ανώνυμοι και μη χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ακόμη-ακόμη και οι θλιβερές περιπτώσεις ανθρώπων όπως ο Κανέκος, που ζουν δύσμορφα, άθλια, ποταπά, στρεβλά, όπως ακριβώς ζούσαν οι διαταραγμένοι γιατροί των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Χίτλερ αν και σχετικώς άοπλοι οι ίδιοι και ασφαλώς (δόξα τω Θεώ) χωρίς καμία εξουσία θανάτου. Ας συνεχίσουν. Δεν πιστεύω σε κάποιο «καλύτερο» μέλλον, αποκαθαρμένο και υγιές — γιατί δεν θα ήταν υγιές χωρίς βρομιά, θα ήταν άρρωστο και θα ήταν λάθος. Αλλά πιστεύω στη διαρκή και αιώνια αγάπη, κι ας μην αγαπώ εγώ παρά ελαχίστους· πιστεύω στο δόσιμο και στα ωραία χαμόγελα, κι ας μη δίνω εγώ κι ας μη χαμογελώ· πιστεύω στην πραγματικότητα της δωρεάς, κι ας μη χαρίζω εγώ το παραμικρόώ· πιστεύω στη δύναμη κάποιων να αντιπαλεύουν βουνά, κι ας μην περνούσε καν από το δικό μου το μυαλό να κάνω κάτι τέτοιο, γιατί είμαι δειλός. Τα πιστεύω γιατί τα κάνουν άλλοι. Και γιατί κάνουν, έτσι, και τη ζωή λιγότερο δύσβατη: πιο μοσχομυριστή. Και την καθιστούν ικανή να αντεπεξέρχεται στη βορβορώδη λαίλαπα της συμπαντικής, δηλαδή κοινωνικής, εντροπίας. Γιατί η εντροπία δεν είναι νόμος της  φύσης: είναι η κοινή ανθρώπινη μοίρα, the way of all flesh. Είναι εσύ που με φτύνεις, και είναι εγώ που σε μαχαιρώνω. Κι ας μην το ήθελα πραγματικά, κι ας ήθελα να φιλιόμασταν στο στόμα. [§] Για τον Πέτρο Χατζόπουλο, τον αγαπημένο Αύγουστο Κορτώ. Μαζί, αγαπημένε μου. Δεν θα σε βάλει κάτω κανείς. Δεν θα σε παρασύρει κανένα τρολ, κανένα πράγμα στο χώμα του. Θα 'μαστε μαζί, και θα 'μαστε πολλοί. Και όρθιοι.

Έτσι όπως περνά ο καιρός χωρίς τίποτε να γίνεται, τίποτε απολύτως, και καθώς ζούμε σε μία κατάσταση άχρονη, βουλιαγμένοι σε μιαν ακίνητη κινούμενη άμμο μέχρι τις λαγόνες, καθετί πάνω μας έχει αμβλυνθεί: περπατάμε μέσα στη ζωή με τα χέρια στις τσέπες και το κεφάλι κατεβασμένο, κανείς δεν έχει όρεξη ή δύναμη για να φωνάξει πολύ, να οργιστεί πολύ, για να απαιτήσει ή έστω για να αισθανθεί καν ολοκληρωτικά αυτά που (δεν) γίνονται. Βαρεθήκαμε, μπαφιάσαμε, κουραστήκαμε. Ακόμα κι εκείνο το γάνιασμα που μας συνείχε, πάει κι αυτό. Θυμάται κανείς την πρώτη παλλαϊκή συγκέντρωση στήριξης της κυβέρνησής μας κατά τον μεγάλο αγώνα που έδινε στο Eurogroup, τη «μητέρα των μαχών» που είπε και ο Θεοδωράκης; Που τη διαφήμιζαν για μέρες και μέρες τα περισσότερα Αριστερά και σύσσωμα τα εθνικιστικά και νεοναζιστικά σάιτ; Ε, πάει, ξεφούσκωσαν κι αυτοί, ή μάλλον: ακόμα κι αυτοί. Έγινε άλλη μία τέτοια συγκέντρωση πρώην αγανακτισμένων νυν τροπαιούχων, δεν πήγαν παρά κάτι γραφικοί ντυμένοι Μεγαλέξανδροι και δυο-τρεις σαλταρισμένοι κομουνιστές, και μετά: πάει — μείναν σπίτια τους και δαύτοι και βλέπουν τηλεόραση ξύνοντας τον καβάλο τους. Βρισκόμαστε στο παρά πέντε από το κραχ (κατά κάποιους ευφάνταστους, βρισκόμαστε πριν την υπογραφή μιας συμφωνίας με τους εταίρους…), και όλη η χώρα είναι λες και πίνει μπάφους από το πρωί ίσαμε το βράδυ. Βαρείς μπάφους, καλαματιανούς. Διανοητική οκνηρία, αβελτηρία, ζαμανφουτισμός, πνιγμένη απόγνωση, στιφάδα, κατσιφάρα. Έτσι και φταρνιστεί κανείς στο δρόμο λίγο πιο δυνατά από το κανονικό, θα πάθουμε καμιά καρδιά από την τρομάρα και το ξάφνιασμα, θα χάσει καμιά έγκυος το παιδί της, θα αποβάλει. Πού είναι οι παλιές ένδοξες μέρες, πέρσι-πρόπερσι, με τους αστέγους που τους τραβολογούσαν με τα ρόπαλα και τους παράχωναν στα πανεπιστήμια, πού είναι οι ατάιστοι μαθητές που σπάγαν σαν κλαράκια στα προαύλια, πού είναι οι αυτόχειρες φτωχοί που πέφταν από τα μπαλκόνια εκτοξεύοντας αρές κατά της κυβέρνησης των δωσιλόγων, πού είναι έστω οι τρέλες των προσκόπων τού ΣΥΡΙΖΑ και των ναυτοπροσκόπων του ΗΕΘΑ Καμμένου των πρώτων ημερών, που λέγανε ωραίες βλακειούλες και χαίρονταν οι διανοούμενοι στο Φίλιον και στο DeFactoκαι σούφρωναν τα χειλάκια και έπαιζαν τα βλέφαρα πάνω από τα φλιτζανάκια τους; Αχ! κι αυτοί ακόμα σκυλοβαρέθηκαν, γκώσανε, και διαβάζουν μισοκοιμισμένοι τις νέες τους ποιητικές συλλογές στα μπαράκια, ανάμεσα στα δικά τους χασμουρητά και στα χασμουρητά της γκαρσόνας. Και ούτε καν σε κατιτί άλλο δεν μετουσιώθηκε όλη εκείνη η πνευματική ρώμη, σε κάποιο νέο παραμύθι, ότι, ας πούμε, ανεστήθη κάποιος αυτόχειρ, ότι επρώτευσε στην πάλη ένας μαθητής που δεν ταϊζότανε καλά μέχρι τα πέρυσι, ότι σπιτώθηκε έναςάστεγος, στο πλευρό μιας τίμιας εργάτριας της ΔΕΗ. Τίποτα, τίποτα, τίποτα. Ούτε καν διηγήματα εθνικοσοσιαλιστικού ρεαλισμού δεν δημοσιεύει πια η Αυγή, που καν και καν τα περιμέναμε όλοι μας. Κι όλα αυτά μέσα σε τέσσερις μήνες! Χάρη στο τέλμα που τεχνηέντως φτιάχνουν με χώμα και σάλια, σ’ αυτό το «αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων», και χάρη φυσικά στον απίθανο τυπάκο που έχουμε για πρωθυπουργό, έναν τόσο βαριά άσχετο ανθρωπάκο, ένα αμορφωτάκι τόσο λίγο, που το μόνο συναίσθημα που σου προκαλεί είναι λύπηση — λύπηση, όχι λύπη. Μια λύπηση με το λαιμό γεμάτο παλιά σκόνη και πίσσα από φτηνά ελληνικά τσιγάρα. Είναι ένας σαραντάρης που μοιάζει να καπνίζει Καρέλια κασετίνα και να στρώνει το βρακί του καθώς προχωράει χαζοχαμογελώντας. Μια μορφή που τη λυπάσαι. Που δεν σε εξιτάρει. Αλλά και που για χάρη της —για όνομα του Θεού δηλαδή— ζεις, κι εσύ, μέσα σ’ αυτό το ακούνητο πράγμα, στο βάλτωμα, στην πηχτή, υγρή ατμόσφαιρα, στο τέλμα. Και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο: να σκεφτείς, να διαβάσεις, να γράψεις, να ονειρευτείς, να σχεδιάσεις, να οργανώσεις. Τίποτε. Τέλμα. Σκουριά. [§] Να δεις που στο τέλος, ακόμα και το κακό που θα ’ρθει (και, λυπάμαι, αλλά θα ’ρθει) θα είναι κάτι, θα είναι κάτι καινούριο, μία πνοή, κάτι που θα πανηγυριστεί απλώς και μόνο γιατί θα δημιουργήσει από το τίποτα (επειδή για το τίποτα μιλάμε) κάτι. Έστω τις πρώτες ημέρες. Γιατί μετά θα γίνει σκοτωμός.

Η συζήτηση έχει βέβαια από μέρες φτάσει στο θεωρητικό, φιλοσοφικό ερώτημα για το τι πρέπει να κάνουν τα τρία δημοκρατικά κόμματα της αντιπολίτευσης με τη συμφωνία (όχι συμφωνία εφ’ όλης της ύλης, αλλά ρύθμιση που θα θυμίζει αντιγραφή επί τα χείρω της συμφωνία Ελλάδας, Eurogroup και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου τον Νοέμβριο του 2012, συμφωνία που αφορούσε τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους), εν πάση περιπτώσει: με ένα Τρίτο, και σκληρότερο, Μνημόνιο που θα φέρει ο πρωθυπουργός για ψήφιση στη Βουλή — πρέπει τάχα να την ψηφίσουν; ή όχι; και, αν ναι, υπό ποίους όρους; και τι θα σημαίνει τυχόν υπερψήφιση της συμφωνίας; ότι η κυβέρνηση ενισχύεται πολιτικά, ηθικά και οικονομικά, καρπούται δε τα χρήματα από το εξωτερικό και τα χρησιμοποιεί για να ισχυροποιήσει την ίδια, τους εταίρους της και το καθεστώς που ονειρεύεται; ή η όλη συζήτηση ξεχνά το προφανές, ότι η χώρα πρέπει και υποχρεούται να ζήσει, άρα η υπερψήφιση του Μνημονίου από τα φιλοευρωπαϊκά-προοδευτικά-μεταρρυθμιστικά κ.ο.κ. κόμματα είναι εκ των ων ουκ άνευ, οπότε κακώς το συζητάμε, θέση που ενδεχομένως πολύ-πολύ βιαστικά έσπευσε να πάρει το κόμμα του Σταύρου Θεοδωράκη; κι όσο για την ίδια την κυβέρνηση, μετά την καταμέτρηση των διαρροών που σαφώς θα έχει, και που θα είναι πολλές, και προς τα Αριστερά και προς τα Ακροδεξιά της, θα μπορέσει να σταθεί στην εξουσία; ή θα καταρρεύσει; και είναι αυτό —η στήριξη της κυβέρνησης μέσω της διεύρυνσής της από τους τρεις αντιπάλους— όρος για να υπερψηφίσει σύσσωμη η αντιπολίτευση το Μνημόνιο, μια αντιπολίτευση που θα μπορούσε έτσι να διεκδικήσει και να πάρει υπουργεία, σχηματίζοντας μαζί με τον goodΣΥΡΙΖΑ μία κυβέρνηση εκτάκτου ανάγκης, εθνικής σωτηρίας ή έστω διαχείρισης της κρίσης; [§] Ξέρουμε όλοι πως κατά πάσα λογική πιθανότητα καμία συμφωνία δεν θα έρθει στη Βουλή, αλλά είπαμε πως η συζήτηση γίνεται σε θεωρητική βάση. Για να το πω αλλιώς: δεν θα έρθει προς συζήτηση μία συμφωνία που δεν θα της αρκούσαν οι ψήφοι τού ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ. Δηλαδή μία συμφωνία αντιμνημονιακή, η οποία μάλιστα, εξίσου με μία μνημονιακή, δεν θα έχει ελπίδες να ευοδωθεί και να υλοποιηθεί. Τα ζάρια έχουν ριχτεί προ πολλού. [§] Και αυτές οι συζητήσεις, που γίνονται μονομερώς και δίχως καμία διακομματική κρυφή συνεννόηση προηγουμένως, μόνο κακό κάνουν, και μόνο το «χώρο» περαιτέρω διασπούν. (Βάζω τη λέξη σε εισαγωγικά τόσο γιατί είναι ούτως ή άλλως αστεία, όσο και γιατί ο φιλοευρωπαϊκός-προοδευτικός-μεταρρυθμιστικός κ.ο.κ. χώρος είναι σαν την περιβόητη επιτροπή σοφών που της ζήτησαν να φτιάξει ένα άλογο. Και έκανε μια καμήλα). [§] Προσωπικά επιμένω να συμβουλεύω φίλους και γνωστούς να στοκάρουν αγαθά (βιβλία, λάδι, καφέ, καπνό, συνδρομές σε ξένα περιοδικά), γιατί το άμεσο μέλλον, ξέρετε: θα έχει ξηρασία και θα θέλει νερό. [§] Έχω γράψει δεκάδες φορές πως νομοτελειακά σε κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας θα καταλήξουμε, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ούτε η πιθανότητα μιας άλλης βιώσιμης λύσης. Αλλά δεν θα γίνει τώρα άμεσα αυτό, πολύ φοβούμαι. Θα γίνει όταν αυτές οι δύο λέξεις θα κυριολεκτούν κατ’ απόλυτο τρόπο. Κατ’ απόλυτο τρόπο. [§] Από σήμερα άρχισαν οι δυναμικές νυχτερινές βόλτες με τα καραβάκια εδώ στην παραλία, με τη μουσική να σε ξαφνιάζει στη μία η ώρα τη νύχτα, και οι φωνές των παιδιών που κάνουν τη βόλτα τους και χορεύουν πίνοντας να σου ηχεί πολύ ξένη, πολύ άκαιρη, πολύ λάθος. Αλλά μπορεί να είναι και τουρίστες όλοι αυτοί. Ή κάποιοι που θέλουν να πενθήσουν προκαταβολικά πανηγυρίζοντας και κορυβαντιώντας. [§] Προσπαθούμε μανιωδώς να κλείσουμε όλες τις τρύπες, πληρώνοντας ό,τι μπορεί να πληρωθεί. Τα καταφέρνουμε, αλλά μείναμε από ρευστό. Και έληξε και η κάρτα μου, και δεν μου εκδίδουν άλλη λόγω Τειρεσία: είπαν, πληρώνουμε ό,τι μπορεί να πληρωθεί, οπότε ένα δάνειο που χρωστώ ακόμα, μικρό μεν αλλά δάνειο μια φορά, με έριξε στο καναβάτσο. Κρίμα. [§] Αλλά αύριο είναι μια άλλη μέρα.

Είναι μια από τις μέρες εκείνες που, σκεπτόμενος κανείς (ή: αναλογιζόμενος) αυτά που είναι να ’ρθουν, ούτε να θυμώσει μπορεί, ούτε να οργιστεί, ούτε να βρίσει, μα ούτε καν, και κυρίως, να αστειευτεί ξορκίζοντας το κακό — υποτίθεται, αν μη τι άλλο, ότι η σάτιρα έχει αυτό το προνόμιο. Ναι, το έχει, αλλά δεν είναι πάντα ώρα για σάτιρες και για χωρατά. Και δεν είναι ώρα ούτε για βρισιές, για οργή και θυμό. Είναι ώρα για πίκρα. (Και τη μισώ την πίκρα: το αίσθημα του αδύναμου, ενός γέροντα ας πούμε, που τρώει ξύλο από νεαρούς: αυτό είναι η πίκρα). Τα χρήματα που δεν υπάρχουν για να πάρουν μέρος στους μαθητικούς Ολυμπιακούς Αγώνες, ή όπως λέγονται αυτοί οι διεθνείς διαγωνισμοί, οι μαθητές που φοιτούν στα ελληνικά σχολεία (ελληνικής ή μη καταγωγής, μην το ξεχνάμε: τα ξενάκια πεθαίνουν για κάτι τέτοια), κάτι ψωροχιλιάρικα που αντιστοιχούν στον ετήσιο μισθό μίας καθαρίστριας του υπουργείου Οικονομικών (αλήθεια; επαναπροσελήφθησαν αυτές οι έρμες; μακάρι), δεν είναι μόνο χρήματα που δεν μπορούν να βρεθούν όποια αποθεματικά και να δημευθούν — άλλωστε, δεν πρέπει να απέμειναν πια και καθόλου άλλα, «μόνο τα αποθεματικά των πολυκατοικιών», όπως λένε οι φίλοι «για να γελάμε», αυτά που βαστάει στο συρτάρι ο διαχειριστής για τις σκάλες και για τη συντήρηση του ασανσέρ: ξοδεύτηκαν όλα για να σταθεί η κυβέρνηση έναν επιπλέον μήνα. Εννοώ, κοίτα λοιπόν να δεις, κοίτα να δεις! Δεν μπορούν να βρεθούν μικροποσά, το κράτος δεν έχει πια για… για χαρτζιλίκι. Γι’ αυτό, καλά ήταν τα ψέματα που είπαμε ώς εδώ. Τώρα μπορούμε μόνο να κλαίμε, να βαράμε το κεφάλι μας στον τοίχο από την απελπισιά και να ελπίζουμε — σε τι; Δεν ξέρω. Ιδέαν δεν έχω. Δεν ξέρω αν μπορούν πια να κάνουν τίποτε περισσότερο η Μέρκελ με τον Σόιμπλε, ίσως κουράστηκαν κι αυτοί οι δυο, ίσως απηύδησαν, ίσως δεν υπάρχει κανείς πια για να ελπίζεις. Και φυσικά όχι οι φίλοι μας οι Αμερικανοί, που στέλνουν υπερατλαντικές ευχές και χαιρετισμούς, έτσι, για την τιμή των όπλων. Άρα; Άρα δεν ξέρω. Ιδέαν δεν έχω. Και είναι, αυτή, μια από τις μέρες εκείνες που δεν πιστεύεις σε ό,τι ακόμη και ο ίδιος (ή κυρίως ο ίδιος) αφήνεις, σε ιδιωτικές συνομιλίες και συνδιαλέξεις, να διαφανεί, πως τάχα λίγες βδομάδες έμειναν ακόμη, όλα θα πάνε καλά, θα πέσουν, θα φύγουν, δεν θ’ αντέξουν, «Όλα καλά, όλα καλά, μην ανησυχείς». Είναι μια από τις μέρες αυτές η σημερινή. [§] Να φταίει πως πληρώσαμε και ό,τι μπορούσαμε να πληρώσουμε, και είδαμε, έτσι στα ξαφνικά, ότι δεν μείναν καθόλου μα καθόλου χρήματα στους λογαριασμούς μας; Να φταίει που έληξε και η κάρτα μας και δεν ξέρουμε αν θα μας βγάλουν άλλη και πότε; (Και έληξε και στο τσακ που θέλαμε να ανανεώσουμε κάτι βασικές συνδρομές σε περιοδικά, διάολε). Ναι: για το συναίσθημα, αυτό το βαρύ συναίσθημα, της πίκρας, φταίνε κάτι τέτοια, ιδίως όταν (καλήν ώρα) είσαι καβατζαρισμένα πενήντα και δεν έχεις σπίτι, αιρκοντίσιον και ηλεκτρική κουζίνα, και μετράς τα ψιλά για τα τσιγάρα σου, αλλά με το άλλο θέμα (γιατί αυτά τα συνήθισες), το μείζον θέμα, αυτό που αγγίζει όλους εδώ μέσα, στον ευλογημένο τόπο, δεν έχουν να κάνουν. Αυτό έχει δρομολογηθεί. Και έρχεται. Και θα ’χει τα μάτια τους.

Υπήρξε μια βαθύτατα πλούσια ημέρα η σημερινή, καθώς —όχι, δεν είδα ειδήσεις, εργαζόμουν μέχρι πολύ αργά, μίλησα μόνο με λίγους φίλους για τα γνωστά θέματα: παρηγορούμε ο ένας τον άλλο σαν τρόφιμοι πτέρυγας ανιάτων νόσων—, καθώς, έλεγα, έπιασα στα χέρια μου τον συγκινητικά όμορφο τόμο Το Ημερολόγιο του Ιουλίου Ρόντμαν, υπό Edgar Allan Poe, από τις εκδόσεις «Περισπωμένη». Έχω το βιβλίο τώρα δα που γράφω δίπλα μου, παρά τους μύριους όσους περισπασμούς της ζωής που με τσιγκλάνε μέσα από την οθόνη (πολιτική, λέει, και οικονομία, και παλιές, σκουριασμένες, αχρηστεμένες από την πολλή και πολύ άσχημη χρήση λέξεις — ας πούμε: «Αριστερά»), και είναι σαν να έχω ξεκρεμάσει ένα έργο από τον τοίχο, και να το ’χω βγάλει και από την κορνίζα του. Ένα παλλόμενο έργο. Πλούσια έκδοση, δωρική και αρχοντική συνάμα, κομψή και στέρεη — ζηλευτή. Η τέχνη της παραδοσιακής τυπογραφίας, σχεδόν ιαπωνικών καταβολών θα έλεγε κανείς παρά την καθαρά ευρωπαϊκή της ταυτότητα, θεραπεύεται ακόμη από κάποιους λίγους στην Ελλάδα, και από κάποιους λίγους γενικώς, που όλοι τους γνωρίζουν ότι τα βιβλία τους δεν πρόκειται, εκτός από ελαχιστότατες περιπτώσεις, να τύχουν ευρείας αποδοχής, να αγοραστούν πολύ, να αγαπηθούν πλατιά. Πράγματα που σαφώς και έχουν σημασία, μα που δεν μπορούν να σε επηρεάσουν. Όχι όταν σε καίνε οι ωραίες χρυσές τομές των παλιών μαστόρων σε μια καλά ισορροπημένη σελίδα τίτλου. (Τα βιβλία έχουν αυτό το σχήμα γιατί αυτό είναι το σχήμα του ανθρώπου, των βουνών και των δέντρων. Τα tablet έχουν, με τη σειρά τους, το σχήμα των βιβλίων). Καμιά φορά μού θυμίζει η σύγχρονη-παραδοσιακή τυπογραφία (όχι του πιεστηρίου, όχι της μονοτυπίας, αλλά του υπολογιστή) εκείνα τα πολύ σπάνια, πολύ παλιά μολτ που τα βρίσκεις μόνο σε συγκεκριμένες κλειστές λέσχες, οπότε δεν τα γεύεσαι παρά μόνο αν είσαι μέλος: δεν τα βρίσκεις, ακούς μόνο να μιλούν για την επίγευσή τους και για το περιβάλλον όπου σερβιρίστηκαν· είναι μακριά μας, είναι εστέτ, είναι ακριβή: μα είναι ένα ποτό που μπορείς να το πιεις, αν αποφύγεις κάποιους, και πάλι, περισπασμούς. Η αυστηρή γλυκύτητα των Απλών στοιχείων με τις λυγερές πατούρες, το αναγκαίο έρμα του πολυτονικού, τα αριστοκρατικά, φαρδιά περιθώρια, το κιμπάρικο χαρτί, η προσεκτική στοιχειοθεσία, η ορθή διαστίχωση, η τυπική σελιδαρίθμηση, οι τηλεγραφικές πληροφορίες του κολοφώνα, του πιο ποιητικού μέλους τού όλου βιβλίου, η καλά ραφτή βιβλιοδεσία: εδώ η «Περισπωμένη» κάνει θαύματα, απλώς υπακούοντας στην παράδοση, με δυο-τρεις ωραίες, διακριτές πινελιές προσωπικού εκδοτικού touch. [§] Και, έπειτα, είναι ο Πόε. Δεν τα κατάφερα ποτέ να γίνω συγγραφέας, αλλά για χάρη του ξεκίνησα την προσπάθεια (οι Ιστορίες υπερβολής τού ’87, που έφεραν την επιγραφή 7 Οκτωβρίου 18.., την ημέρα του θανάτου του δηλαδή, πήραν τον αστεία ματαιόδοξο τίτλο τους από το Tales of the Grotesque {and Arabesque}), οπότε δεν θέλει και πολύ κανείς για να καταλάβει μπροστά σε τι τέμενος βρίσκομαι. Δεν ξέρω καν αν μπορώ να το διαβάσω. Δεν ξέρω, ειλικρινά. Αλλά θα αργήσω να το στριμώξω στο ράφι. [§] Η «Περισπωμένη» έχει τέσσερα χρόνια που δραστηριοποιείται, τέσσερα από τα πιο δύσκολα χρόνια στην ιστορία των ελληνικών εκδόσεων, και της οφείλουμε ήδη πολλά. Καλά κουράγια, συνάδελφε και αδελφέ εν όπλοις Σελαβή!

Δεν παρακολούθησα την ανάκριση που διεξήχθη υπό την εθνική μας ιεροεξετάστρια Κωνσταντοπούλου: όχι επειδή εργαζόμουν ώς αργά και επειδή οι deadline είναι οι μοχθηρές αδελφές του ελεύθερου επαγγελματία, θα μπορούσα σαφώς να κρυφοκοιτάξω, αλλά για τους ίδιους λόγους που δεν έχω δει ποτέ πλάνο με τον Μιχαλολιάκο ή τον Κασιδιάρη —ούτε μισή φορά, ούτε κατά λάθος—, ή κάποιο από τα reality show— ποτέ μου, ούτε καν φωτογραφίες του Big Brother έχω δει. Είναι μια ενστικτώδης απόφαση που πήρα πριν από πολλά χρόνια, και, όπως έχω ξαναπεί, δεν αλλάζω τις αποφάσεις που παίρνω, γιατί δεν υπάρχει λόγος να αλλάξουν. Είναι, για να εξηγούμε, μια απόφαση που έχει να κάνει και με το πόσο λίγα βιβλία διαβάζω — δεν χρειάζεται να μολύνω το χρόνο μου απλώς και μόνο για να ξέρω. Ξέρω ούτως ή άλλως. Ωστόσο, ρίχνω συνεχώς ματιές στο Twitter. Δεν μπορείς να αποφύγεις το φασισμό ούτε μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού σου — και δεν πρέπει, εν πολλοίς· δεν πρέπει να ξεφεύγεις εσύ μόνο, είναι τρελό. Και δεν γίνεται να ξεφύγεις, άλλωστε. Από το φασισμό ξεφεύγεις μόνο έγκλειστος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, εκτοπισμένος σε ξερονήσι ή σκαλίζοντας παγωμένο χώμα με τα νύχια σε γκουλάγκ: γιατί εκεί έχεις να κάνεις με ατόφιο πόνο και με απόγνωση, και κατά βάσιν με ανθρώπους, με φρουρούς, όχι με ένα σκοτεινό σύστημα διακυβέρνησης. Το σύστημα αφορά και τύπτει τούς ακόμη ελεύθερους. Στις φυλακές απλώς βασανίζεσαι τιμωρητικά. [§] Ωστόσο, άλλα από όσα διημείφθησαν τα κατάλαβα, και άλλα όχι. Τι κατάλαβα: Τα στελέχη που προτάθηκαν για τη διοίκηση της ΕΡΤ εξετάστηκαν εξονυχιστικά, δήλωσαν ταπεινότητα, αφοσίωση και ευπείθεια και, υποθέτω, πέρασαν τη δοκιμασία. Δεν έχει σημασία αυτό, και δεν έχει να κάνει με τα πρόσωπα: οποιοσδήποτε θα καταδεχόταν να υποστεί έναν τέτοιο εξευτελισμό είναι ένα μη ανακυκλώσιμο σκουπίδι, απλό άχθος αρούρης, δεν μας αφορά, και σίγουρα δεν αφορά εμένα που δεν με λες και υπέρμαχο της χριστιανικής ισότητας: θέλει αρετήν και τόλμην η ισότης — και σήμερα, άλλωστε, ο κάθε Λάμπης Ταγματάρχης καταστράφηκε τόσο επαγγελματικά όσο και ηθικά, και για πάντα. Σημασία έχει μόνο πως η κακόμοιρη Κωνσταντοπούλου, μία τραγική προσωπικότητα που έχει τη συμπάθεια όλων μας, γέννημα-θρέμμα ενός άγριου και απάνθρωπου περιβάλλοντος από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει χωρίς διαρκή και σκληρό αγώνα, και με στιβαρή βοήθεια, απεδείχθη για άλλη μία φορά πως αυτή η ίδια είναι η δυνάμει και η όντως ηγέτιδα του ΣΥΡΙΖΑ, αυτού του εθνικολαϊκιστικού συμπιλήματος που φέρει στις τάξεις του από βασιλόφρονες και χουντικούς μέχρι φουκαράδες αριστεριστές και κατά φαντασίαν αναρχικούς, για να μην αναφέρουμε τις κλινικές περιπτώσεις τύπου Μιχελογιαννάκη, ή τις λουλουδούδες σαν τη Μακρή — αυτή η ίδια κουμαντάρει με σιδηρά αμιγώς φασιστική πυγμή το υπό διάλυσιν κόμμα (και εμάς: με εξίσου σιδηρά αμιγώς φασιστική πυγμή), και όχι ο ολίγιστος Τσίπρας, που η αστική τάξη της χώρας έφτασε στο σημείο να τον παρακαλά (Θε μου…) να επιδείξει αρχηγικά αντανακλαστικά και να υποδυθεί τον σοσιαλδημοκράτη. Το αστείο, δε, έτσι όπως έχει εμπλακεί το δύσμοιρο παιδί, είναι πως από καμιά φορά σκέφτεται όντως να το επιχειρήσει στ’ αλήθεια, πράγμα που θα τον οδηγήσει σε φιάσκο και σε απομόνωση. [§] Αυτά τα κατάλαβα, άλλα πολλά θα μείνουν σκοτεινά στο μυαλό μου (όπως το γιατί την ψήφισε ο Βενιζέλος για Πρόεδρο της Βουλής). Αλλά δεν θα τα βάψω και μαύρα[§] Αυτά. Δεν θέλω να τα πολυλογώ άλλο, ήδη λέω τόσο πολλά. Απλώς τούτο: νά, μάθαμε καλά σήμερα πως κάπως έτσι, με μια νέα ΥΕΝΕΔ, με ευφρόσυνα εμβατήρια και στητό κορμό, θα αποχαιρετήσουμε την Ευρώπη. Κι ύστερα σειρά έχουν οι ερπύστριες.

Στα διαλείμματα της δουλειάς καθόμουν και διάβαζα παλιά κείμενα, πενταετίας, τετραετίας (βοηθάει το νέο εργαλείο τού Facebook πολύ σ’ αυτό), που δημοσιεύαμε όπου δημοσιεύαμε τότε, και με το στιλ που υιοθετούσαμε τότε, ανάλογα με το Μέσο, ανάλογα με τα περιρρέοντα, ανάλογα με τον ψυχισμό μας. Προφανώς, λέγαμε τα ίδια που λέμε και σήμερα, άλλες μέρες με περισσότερο τρόμο, άλλες με λιγότερο, όλες τους με φόβο πάντως. Υπάρχουν δύο θέματα εδώ. Το ένα έχει να κάνει με τους φίλους που μας ελέγχουν λέγοντας: «Μπα; Ακόμα δεν χρεοκοπήσαμε; Ακόμα δεν πήγαμε μετανάστες στην Αλβανία; Ακόμα δεν ζούμε σε περιβάλλον Mad Max; Μα εσείς αλλιώς μάς τα λέγατε τότε». Ναι, αλλιώς τα λέγαμε, δίκιο έχετε. Χτυπούσαμε λάθος συναγερμό, και όλα, στο μεταξύ αυτό, πάνε καλά στον τόπο, ή, για να το πούμε αλλιώς: Δεν πάθαμε δα και τίποτα. Αν μη τι άλλο, έχουμε χρήματα για να πληρωθούν οι συντάξεις ενός μηνός ακόμη… Παρακαλώ σας πολύ, μη μας ελέγχετε άλλο, είμαστε ιδιαιτέρως ευαίσθητοι, έχουμε περάσει και πολλά, και όλο αυτό που έχει συμβεί, και όλο αυτό (μη γελάτε) που έρχεται, μας πεθαίνει. Αλλά υπάρχει κι ένα άλλο θέμα, ένα δεύτερο: του τύπου que sera, sera. Παρατηρώντας κανείς από απόσταση, και με την εκ των υστέρων γνώση, τις τρικλοποδιές που μας βάζει η Ιστορία, δεν βγάζει πολλά συμπεράσματα περισσότερα ή καλύτερα από αυτό το ένα και μόνο: ό,τι φαίνεται πως μπορεί να γίνει, ό,τι αποκτά αργά-αργά δυναμική, ό,τι σχήμα και μορφή να έχει, πλουσίων ιπποτών ή φτωχών βαζιβουζούκων, πάντα συμβαίνει τελικώς, θέλουμε δεν θέλουμε. Πάντα θα πέφτει η Ρώμη, πάντα θα σπάζει σε χίλια μύρια κομμάτια τα τείχη της Πόλης η μπομπάρδα, πάντα θα πνίγει ο χειμώνας τα στρατεύματα εκστρατείας. Ξεδιάντροπα, η Ιστορία αποδεικνύει πάντα πως η εκάστοτε τελευταία της λέξη είναι η πιο σκληρή. Έτσι πάει. Έτσι γίνεται πάντα. Ό,τι φαίνεται πως μπορεί να γίνει πάντα συμβαίνει στο τέλος. Οι από μηχανής θεοί επινοήθηκαν στο θέατρο ακριβώς γι’ αυτό: για να απαλύνουν τον πόνο της αλήθειας. Με άλλα λόγια: τα μαντάτα δεν είναι καλά. Ας είμαστε προετοιμασμένοι. Δεν θα είναι για πάντα, αλλά όσο κρατήσει θα είναι δριμύς. Ο χειμώνας. [§] Καλές ήταν οι προειδοποιητικές βολές όσων φώναζαν από κάπως παλιά, μα τώρα ζούμε μέσα στον Σπένγκλερ: ο παρηκμασμένος φελαχολαός παραδίδει το πνεύμα. Αλλά για τον Σπένγκλερ —που η στήλη εκτιμά και πιστεύει πολύ— θα πούμε άλλη μέρα, τώρα είναι αργά, κι είμαστε όλοι τόσο μα τόσο κουρασμένοι. Ξεκινά μια καινούρια εβδομάδα, έχουμε λίγο καιρό ακόμη. Εδώ θα ’μαστε. [§] Στα δικά μας: το πρωί είδαμε τον Νίκο Βατόπουλο στο Νερό που Καίει, το βράδυ είχαμε την Όλγα Σελλά στην εκπομπή, πολλή Καθημερινή. Ωραία ήταν, και στον καφέ το πρωί, και στο ραδιόφωνο το βράδυ. Όλο μαθαίνεις, και χαίρεσαι να μαθαίνεις, από τέτοιους ανθρώπους. Πλούτος. [§] Ωραίο πράγμα ο πλούτος. [§] Ο Α. και η Φ. τα πήγαν λίγο καλύτερα σήμερα, και αύριο θα κάνουν ακόμη ένα βήμα ο καθένας τους. Οι υποχωρήσεις που κάνουν είναι μεγαλειώδεις. Ο αγώνας τους καθηλωτικός. Σπουδαίος και ο ένας, σπουδαία και η άλλη. Και είναι και πανέμορφα τα άτιμα — πανέμορφα.

Δεν παρακολούθησα το διάγγελμα του Πρωθυπουργού, ή ό,τι ήταν ο λόγος που απηύθυνε κάπου, δεν είδα καν τη Eurovision (αν και της αφιερώσαμε και ειδική εκπομπή στον Αμάγκι — που μάλιστα κατέγραψε ρεκόρ ακροαματικότητας, ας σημειωθεί), οπότε δεν έχω να πω κάτι για την ημέρα. Λαμπρή εξαίρεση θα μπορούσε να θεωρηθεί το άρθρο που έγραψε ο Παναγιώτης ο Λαφαζάνης για την επέτειο θανάτου του Φλωράκη («Χαρίλαε, ψηλά στο λόφο του Αϊ-Λια, στο Παλιοζογλώπι, που αναπαύεσαι, έχεις διαλέξει καλή θέα για να αγναντεύεις και να περιμένεις να δεις τη λεύτερη, ανεξάρτητη και σοσιαλιστική Ελλάδα που οραματίστηκες μέσα από τα βάθη της καρδιάς σου. Ίσως να μην περιμένεις για πολύ!»), αλλά τέλος πάντων πρόκειται περί φαιδρότητος, πρώτον, και αυτά που ζούμε, last but not least, είναι ένα όνειρο από το οποίο κάποια στιγμή θα λυτρωθούμε: είτε ξυπνώντας είτε βλέποντας ένα άλλο όνειρο μες στο όνειρο. [§] Οπότε θα αρκεστώ στην απλή αναφορά των δέκα τελευταίων βιβλίων που πέρασαν από το κομοδίνο μου (δεν έχουμε κομοδίνα, αλλά είναι σαν να έχουμε) ή που είναι ακόμη εκεί και περιμένουν. [§] Τζόναθαν Λέθεμ, Οι κόκκινες βασίλισσες («Κέδρος»), η ιστορία των ΗΠΑ μέσα από τα μάτια, και τις περιπέτειες, της εκεί ριζοσπαστικής Αριστεράς. Για μας που μεγαλώνοντας μείναμε να χάσκουμε με το Zabriskie Point είναι must. Ο Λέθεμ είναι καλός συγγραφέας. [§] James Sallis, Στη λίμνη («Πόλις»), το πρώτο της σειράς νουάρ μυθιστορημάτων με ήρωα τον Λιου Γκρίφιν. Φαίνεται λαχταριστό. Ο Σάλις έχει γράψει το μυθιστόρημα στο οποίο βασίστηκε το Drive, η εντυπωσιακή ταινία του Νίκολας Γουίνντινγκ Ρεφν (που ανέδειξε τον Τομ Χάρντι). [§] StephenKing, Αναβίωση Bell»). Δεν χρειάζονται λόγια, ο μετρ είναι ο μετρ, και ό,τι γράφει μας αρέσει, ακόμη κι αν είναι για πέταμα. [§] Samuel Bjork, Παγωμένος άγγελος («Διόπτρα»), σκανδιναβικό αστυνομικό, γρήγορο, με ωραίους χαρακτήρες, με παιδοκτόνο σίριαλ-κίλερ, με μία καταθλιπτική ηρωίδα και έναν υπέρβαρο αστυνομικό επιθεωρητή από δίπλα της. Νορβηγία, χιόνι, επιμέρους μικροϊστορίες που ενώνονται σε ένα κουβάρι στο τέλος. [§] Αλεξάντερ Πόουπ, Περί βάθους («Αντίποδες»). Η χαρά της ζωής, η χαρά του αναγνώστη. Πνεύμα, χιούμορ, ευφυΐα, βάθος, πλατιά επισκόπηση, εποπτεία, ευρύ αναγνωστικό-φιλοσοφικό πεδίο. Και μια έκδοση-κόσμημα. [§] Κόλουμ ΜακΚαν, Υπερατλαντικός (Καστανιώτης). Μεγαλειώδης μετάφραση, πολύ καλύτερη από το ίδιο το κείμενο. Απίστευτος γλωσσικός πλούτος, δεν θα ήθελα να αναλάμβανα την επιμέλεια ενός τέτοιου βιβλίου (σωρεία πραγματολογικών στοιχείων), αλλά θα χαιρόμουν να συνεργαζόμουν με την Κατερίνα Σχινά. [§] Marcus Sedgwick, Δεν είναι αόρατη (Παπαδόπουλος). Εφηβικό, με ηρωίδα μια τυφλή κοπελίτσα που το σκάει από το σπίτι της στο Λονδίνο μαζί με τον εφτάχρονο αδελφό της (και οδηγό της, εν μέρει) για να βρουν στην Αμερική τον πατέρα τους που φαίνεται να χάθηκε, ή να τους εγκατέλειψε. Ωραίο βιβλίο για νέους, τολμηρό, δεν γράφουμε τέτοια εδώ. [§] Αντρέα Καμιλλέρι, Το παιχνίδι με τους καθρέφτες (Πατάκης), το πολλοστό της σειράς με ήρωα τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο: αν διαβάσεις ένα, θέλεις και τα υπόλοιπα. Ο Καμιλλέρι, θυμίζω, ξεκίνησε να γράφει στα εξήντα του. Έχουμε καιρό λοιπόν. [§] John Green, Χάρτινες πόλεις (Λιβάνης). Το τρίτο βιβλίο του Γκριν στον Λιβάνη. Ο νεαρός αυτός κάνει χίλια δυο πράγματα, και τον ζηλεύεις. Γράφει και μυθιστορήματα, έτσι εύκολα, που γίνονται και ταινίες στο Χόλιγουντ. Νεανική πεζογραφία, έρωτες και περιπέτειες, αλλά όλα δοσμένα με τον πιο έξυπνο και σπιρτόζο τρόπο. Δεν ξέρω τι θα κάνει αυτό το παιδί όταν μεγαλώσει. [§] Καζούο Ισιγκούρο, Ο θαμμένος γίγαντας (Ψυχογιός). Περίεργο βιβλίο. Ή σου αρέσει, ή το παρατάς κάπου στο εν τρίτον. Αγγλία του 5ου αιώνα, δράκοι και γητειές, ομίχλες που στερούν από τους ανθρώπους τη μνήμη, πόλεμος και ειρήνη που θυμίζει πόλεμο. Και ένα ιππότης της Στρογγυλής Τραπέζης που θυμίζει δον Κιχώτη και είναι τρομερά, τρομερά καταβεβλημένος και γέρος. Ο Ιάπωνας γράφει ό,τι θέλει, όπως το θέλει. Και καλά κάνει. [§] Στα δικά μας: ο Α. προσπαθεί να εξοικειωθεί με τη Φ., που του βγάζει νύχια. Ζούμε δράματα.

Σελίδα 31 από 57