Σύνδεση συνδρομητών

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

URL Ιστότοπου: 4 E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Δεν ξέρω γιατί διαβάζουμε. Ίσως να το κάνουμε απλώς από καλά μπηγμένη στον κοινωνικό ιστό γενετική συνήθεια, ίσως η ανάγνωση να είναι ένα meme, μία μονάδα πολιτισμικής μεταβίβασης, καθώς είναι κάτι που μας ακολουθεί, ή το ακολουθούμε, από τότε που δεν υπήρχαν τα βιβλία, για την ακρίβεια: από πολύ πιο παλιά, από τότε που δεν υπήρχε καν η γραφή ή και αυτή η ιδέα της γραφής, από τότε που υπήρχαν μόνο οι λέξεις-που-σκαρώνουν-τις-ιστορίες, εκείνες τις παλιές, παμπάλαιες ιστορίες που πάλιωναν γενιά τη γενιά ακόμη περισσότερο και που ψιθυρίζονταν κοντά στη φωτιά. Τότε, τον παλιό-παλιό καιρό των αρχέγονων φυλών. Γιατί, στ’ αλήθεια, δεν μπορείς να ξεφύγεις από τις ιστορίες: οι ιστορίες γέννησαν ακόμη και τους θεούς, όλους τους θεούς, τότε, τα πρώτα-πρώτα χρόνια, τον παλιό-παλιό καιρό των αρχέγονων φυλών, τότε που γεννήθηκε η μαγεία, που γέννησε με τη σειρά της τη θρησκεία, που γέννησε με τη σειρά της την τέχνη, που γέννησε με τη σειρά της καινούριες θρησκείες και καινούριους θεούς — και καινούρια μαγεία: από τους τραγικούς, μέχρι τον Τζόις. Ίσως λοιπόν να διαβάζουμε επειδή έτσι μάθαμε: όπως μάθαμε να περπατάμε, να οργώνουμε και να κυνηγάμε, ή να πολεμάμε και να φτιάχνουμε οικογένειες και πόλεις και νόμους — εντέλει: να επιβιώνουμε. Και για τον ίδιο λόγο κάνουμε και αφηγηματικές τελετές, τελετές που επαναλαμβάνουν μία χιλιομυριοειπωμένη ιστορία (μα πάντα νέα, πάντα νεογέννητη, και πάντα για μας, είτε είναι μια βάπτιση είτε μια τελετή αποφοίτησης), και για τον ίδιο επίσης λόγο παρακολουθούμε θεάματα: είναι το ίδιο κι αυτά με τις προφορικές ή γραπτές ιστορίες, είναι μια ανάγνωση που γίνεται αλλιώς, χωρίς να ακούς και χωρίς να διαβάζεις, απλώς κοιτώντας και, λιγότερο ή περισσότερο, συμμετέχοντας: οι μαγικές τελετουργίες γεννήθηκαν επίσης τον παλιό-παλιό καιρό των αρχέγονων φυλών, και γέννησαν τα θρησκευτικά μυστήρια, και όλα τα είδη θεάτρου, και τον κινηματογράφο, και την τηλεόραση, και τα games. Ίσως λοιπόν να βλέπουμε σινεμά επειδή έτσι μάθαμε: όπως μάθαμε να επιβιώνουμε. Την ανάγκη μας για κινηματογράφο γεννά μία μονάδα πολιτισμικής μεταβίβασης μπηγμένη στο μυαλό μας. Είμαστε όλοι μας παιδιά της μεταφοράς και της αλληγορίας, του μύθου και των διδαγμάτων, του φόβου και της εκδίκησης, του διαρκούς πολέμου με τη μοίρα, των συμπτώσεων, των μαγικών περιπετειών, των θρυλικών αναζητήσεων, των ερώτων ανάμεσα στους θεούς, και ανάμεσα στους θεούς και στη θνητή ανθρωπότητα, του θανάτου και της αιώνιας καταδίκης, των αενάων επαναλήψεων και των καινοφανών συμβάντων, όλων των στοιχείων που συναπαρτίζουν μια ιστορία — και φυσικά είμαστε παιδιά των τεράτων που κρύβονται στο σκοτάδι περιμένοντας να περάσεις από μπροστά σου για να σε φάνε, αν δεν τα σφάξεις πρώτος με το σπαθί σου. Γι’ αυτό διαβάζουμε ίσως, γι’ αυτό πηγαίνουμε στον κινηματογράφο, γι’ αυτό μάς συγκινούν και έλκουν τόσο μα τόσο πολλούς από μας οι ταινίες και τα βιβλία τρόμου, φρίκης και χαμού: επειδή αυτά, ή κυρίως αυτά, συνδιαλέγονται καλύτερα με τα παλιά, τα αρχέγονα, τα πρώτα-πρώτα, κι επειδή θέλουμε αυτό το δεσμό με το παρελθόν, τον αποζητούμε, επειδή το παρελθόν είναι μία μήτρα ζωής, κάτι που γεννά, ενώ το μέλλον είναι μία ανοιχτή προς το μέρος μας χοάνη, βαλμένη στο τέλος αυτής της κατηφόρας όπου έχουμε παρασυρθεί και πέφτουμε — επειδή το μέλλον είναι θάνατος. [§] Αλλά πάλι δεν ξέρω. 

11 Ιουνίου 2015

Είναι μία και τέταρτο, τελείωσε η συνάντηση Τσίπρα-Μέρκλε-Ολάντ, θα ακολουθήσουν δηλώσεις. Αλλά δεν θα τις διαβάσω, θα ’μαι στο κρεβάτι και θα διαβάζω. Ταλαιπωρώ ένα βιβλίο μια βδομάδα τώρα, ίσως και παραπάνω, περιτρέχοντας χιαστί κάπου δέκα-είκοσι σελίδες κάθε βράδυ, με τα μάτια μου να κλείνουν — καθόλου τίμιο για το βιβλίο. Οπότε, δεν θα ακούσω πόσο κοντά είμαστε σε μια κοινή συμφωνία για παράταση του Μνημονίου, της Συμφωνίας, και όλων αυτών. Δεν πειράζει, ήμουν τις προηγούμενες Πέμπτες απίκο. Και θα είμαι και τη Δευτέρα εδώ, που θα λέγονται, πάλι, τα ίδια άλλα: «Οι αχρείοι δανειστές μάς εξαπατούν, θέλουν το κακό του ελληνικού λαού, δεν θα υποχωρήσουμε πίσω από τις κόκκινες γραμμές μας», μπλα-μπλα-μπλα. Σκέφτομαι όμως αυτά: [§] 1. Τη ρήξη επιθυμούσε, και τη ρήξη θα προκαλέσει, η Κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου. Πιστή στις προεκλογικές εξαγγελίες της, και χωρίς ιταμές υπαναχωρήσεις και κωλοτούμπες. Και παρά τις δεύτερες, κρυφές σκέψεις των ψηφοφόρων τού ΣΥΡΙΖΑ (όχι των ΑΝΕΛ, των ΑΝΕΛ δεν είναι ανόητοι, το πήγαιναν ντουγρού για «ηρωηκή εξοδος»), ότι τάχα άλλα έλεγαν κι άλλα θα ’καναν. Απλώς ήταν αρκετά αφελείς και αστοιχείωτοι —οι νυν κυβερνώντες, εννοώ— να πιστεύουν, εντελώς αδικαιολόγητα, πως θα τους δίνονταν χρήματα από την ΕΕ για να στηρίξουν τον πρώτο κρίσιμο χρόνο ένα νέο, αυταρχικό κράτος, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους: αυτό που θα έχτιζαν έτσι και είχε τελειώσει η αξιολόγηση από την προηγούμενη κυβέρνηση, οπότε και θα είχε συνεχιστεί η αθρόα χρηματοδότηση της χώρας. Χρήματα για να στηρίξουν το νέο αυτό πελατειακό-κομματικό-αριστεροακροδεξιό κράτος δεν πρόκειται να τους δοθούν, δεν υπάρχει «ούτε μία περίπτωση στο εκατομμύριο» να γίνει κάτι τέτοιο. Και όσο για… μεταρρυθμίσεις και φιλευθεροποίηση της οικονομίας από τον Τσίπρα, συγγνώμη αλλά πρόκειται περί αστειότητος. [§] 2. Θα κληθούμε κάποια στιγμή (μακάρι βέβαια, όπως λέω πάντα με τη μεγαλύτερη δυνατή έμφαση, να πέφτω ολοκληρωτικά έξω) να αντιμετωπίσουμε το μεγάλο πρόβλημα της διαχείρισης της ανθρωπιστικής βοήθειας που θα έρθει στη χώρα. Το μοίρασμά της σ’ αυτούς που θα έχουν, όχι τη μεγαλύτερη, αλλά την πιο άμεση ανάγκη. Θα αφεθεί σε δαύτους μια τέτοια δουλειά; Ενδεχομένως ναι, γιατί είμαστε και αυτοκτονικοί τύποι, όπως συχνά στην ιστορία μας αποδεικνύουμε. Αλλά θα πρόκειται για τρομερό και τελεσίδικο έγκλημα, πολύ μεγαλύτερο από τα επαχθέστατα για τους φτωχούς, τους νέους και τους ανέργους μέτρα που προτείνουν οι κυβερνητικοί νόες στην Τρόικα. [§] 3. Διαρκές και πάγιο αίτημά μας για να μη φτάσουμε στο #2 πρέπει να είναι η συγκυβέρνηση από όλα τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα μαζί (όσο φιλοευρωπαϊκά είναι, τέλος πάντων: αλλά αυτά έχουμε, μ’ αυτά θα προχωρήσουμε και όχι με άλλα), η καθημερινή πολιτική πράξη των οποίων πρέπει να παρακολουθείται και να αξιολογείται από τους εταίρους μας βήμα το βήμα. Οι συντεχνίες (όπως αυτή των φαρμακοποιών, καλή ώρα) θα λυσσάξουν, αλλά στο τέλος θα ηττηθούν — και κάποια στιγμή θα καταλάβουν πως τους συνέφερε κι αυτούς το άνοιγμα της αγοράς. Και θα ηττηθούν γιατί: εν τη ενώσει η ισχύς. [§] Αυτά. [§] Δεν έχω ιδέα πόσα ετερόφυλα ζευγάρια υπογράφουν σύμφωνο συμβίωσης χωρίς να παντρευτούν, υποθέτω κανένα. Καλωσορίζουμε σαν πάγιο αίτημά μας τη δυνατότητα να συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης τα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά δεν παύει όλο αυτό να είναι ένα ημίμετρο, ένα παραθυράκι: οι άνθρωποι πρέπει να παντρεύονται πολιτικά όποιον θέλουν: γάμο θέλουμε, δεν θα μείνουμε στα σύμφωνα. Γάμο — ναι, αυτό το μικροστικό κατάλοιπο, όπως θες πες το. 

11 Ιουνίου 2015

Το πρόβλημά μου σήμερα δεν είναι που πέρασε άλλη μία μέρα κατρακύλας, άλλη μια μέρα κατήφορου προς το τέλος, με τους ίδιους θλιβερούς πρωταγωνιστές να φορούν τις περούκες τους και να μπογιατίζουν τα μάγουλά τους για ακόμη μία φορά. Δεν είναι που ο διασυρμός της χώρας παίρνει παραμάζωμα τον κάθε ένα από μας, χωρίς να μας ρωτήσει (άλλωστε, τι θα μπορούσαμε να απαντήσουμε;), κάτι που θα συναντούμε διαρκώς μπροστά μας μέχρι το τέλος του βίου μας («Α, Έλληνας; Μάλιστα…). Δεν είναι που, μολονότι τα άρθρα ανθρώπων με πέντε δράμια μυαλό πολλαπλασιάζονται (κάλλιο αργά παρά ποτέ), η αποχαύνωση του πληθυσμού τα καθιστά απολύτως αόρατα και καταφανώς άσφαιρα, όσο και εκείνα τα πρώτα που φώναζαν και έδειχναν με το δάχτυλο σαν τον τρελό του χωριού. Δεν είναι που άρχισαν και οι πιο δύσπιστοι να καταλαβαίνουν (έφτανε μια φωτιά: είμαστε μικρός τόπος) ότι σε πολύ λίγο, μέσα στο επόμενο δίμηνο, θα βρεθούμε σε ασύλληπτα δεινή θέση, καθώς δεν υπάρχουν πλέον τα μέσα και οι πόροι να αντιμετωπιστούν, όχι οι εμπρησμοί, αλλά ούτε καν οι εποχικές πυρκαγιές. Ούτε είναι που όλη αυτή η πυρκαγιά θα σαρώσει τα νοσοκομεία και τα σχολεία και τους Δήμους, που δεν θα είναι σε θέση να λειτουργήσουν, όχι αξιοπρεπώς, αλλά να λειτουργήσουν απλώς. Δεν είναι που τα υψηλόβαθμα στελέχη των διεθνών οργανισμών εγκαταλείπουν ένας-ένας τον αγώνα απέναντι στη λαίλαπα της μικρονοϊκής αδιαλλαξίας και του τουρκομπαρό ακκισμού, ή υποπτευόμενα πως σ’ αυτό τον δούρειο ίππο, τον στραμμένο προς το εσωτερικό της χώρας, ίσως κρύβεται κάτι πολύ πιο βαθύ και μοιραίο. Δεν είναι καν η κούραση από τη δουλειά, και η αδυναμία μου να προλάβω την ημερομηνία παράδοσης παρά τα καθημερινά δωδεκάωρα. Δεν είναι όλα αυτά. Είναι πάνω απ’ όλα που δεν έχω καπνό —κάπνισα το τελευταίο μου τσιγάρο εδώ και μισή ώρα— και καμία δύναμη να ψάχνω για διανυκτερεύον περίπτερο. Η κόπωση υπερτερεί της έξης, και θα κοιμηθώ με το στόμα μου να διαμαρτύρεται και το μυαλό μου να αρνείται να λειτουργήσει. Εδώ που τα λέμε, απορώ πώς έγραψα κι αυτές τις σκάρτες τριακόσιες πενήντα λέξεις: χωρίς τσιγάρο, δεν μπορώ, κι ούτε θέλω, να γράφω. Κι ούτε θέλω.

10 Ιουνίου 2015

Οποιοσδήποτε σπεκουλάρισε πάνω σε ανθρώπους που φύγαν —κι εδώ αναφέρομαι στους «νεκρούς τής ΕΡΤ», το μεγαλύτερο χυδαιολόγημα που ακούστηκε ποτέ — λυπούμαι πολύ αλλά δεν είναι ιδεολογικός αντίπαλος, δεν είναι συμπολίτης με τον οποίο αναγκαστικά θα συμπορευτώ και μέσα σε φυσιολογικά πλαίσια θα συγκρουστώ όταν —οσονούπω— γκρεμιστεί το καθεστώς των εθνικολαϊκιστών και επανέλθει η χώρα στην επίσης φυσιολογική της παθογένεια, με φτώχεια και με κακομοιριά και με ελπίδα, αλλά επικίνδυνος εχθρός από τον οποίο οφείλω να προστατευτώ παντί τρόπω ο ίδιος, και να προστατεύσω από δαύτον και άλλους. Όποιος σπεκουλάρει πάνω σε νεκρούς (η κολοσσιαία βρομιά με την εκμετάλλευση των αυτοκτονιών συνανθρώπων μας για να καταλάβει την εξουσία η κάθε Μακρή και ο κάθε πολιτικαντίσκος δεν είναι κάτι που θα ξεχαστεί κάποτε, όπως ποτέ δεν πρέπει να βυθίζεται στη λήθη καμία προσβολή νεκρού) είναι αυτόχρημα κοινωνικά επικίνδυνος και ικανός για τα πάντα: είτε πολιτευτής είναι αυτός, είτε ακόμα χειρότερα ένα ανθρωπάκι που παρακαλάει για το μεροκάματο. Είναι ένα πρόβλημα αυτό με τον απολυταρχισμό, και, για μας που θεωρούμε κάθε πολιτική βία φασιστική, το μεγαλύτερο της δημόσιας, ας την πούμε έτσι, ζωής μας: από ένα σημείο και μετά, ιδίως δε μετά την ήττα του, αλλά και πιο πριν, κατά τη διάρκεια της πάλης εναντίον του, ο απολυταρχισμός, η πολιτική τρομοκρατία, σε φτύνει στο στόμα και σε κάνει σαν τα μούτρα της. Μ’ αυτά τα πράγματα θα κληθούμε να παλέψουμε με τον εαυτό μας, και απ’ αυτά συχνά θα ηττώμεθα κατισχύοντας επί των προαναφερομένων. [§] Καμία όρεξη για Ημερολόγιο σήμερα, καμία απαντοχή, κι όχι μόνο επειδή δούλευα ώς αργά: πού και πού, η αίσθηση ότι κάποιοι βάζουν μπενζίνα στα τρίκυκλα των νέων Γκοτζαμάνηδων χτίζοντας μεθοδικά ένα νέο παρακράτος απλώς σε απομακρύνει από τον υπολογιστή και, για να ξεδώσεις, σε παρακινεί να χαϊδέψεις περισσότερο ένα σκυλί και να βυθίσεις τη μούρη σου στη γούνα του, για να αναπνεύσεις.

09 Ιουνίου 2015

Στην εκπομπή που τυχαίνει και έχουμε στο ραδιόφωνο, ρωτώ κάθε Κυριακή τον κεντρικό καλεσμένο (και είναι όλοι τους κορυφαίοι: πολιτικοί, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί) τι πιστεύει πως θέλει στ’ αλήθεια η κυβέρνηση. Μηδενός εξαιρουμένου, και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο απαντούν, όλοι μα όλοι δεν κρύβουν την πεποίθησή τους ότι, μά έτσι μα αλλιώς, στο τέλος το κυβερνών κόμμα (εννοώ τον ΣΥΡΙΖΑ) θα συρθεί σε μία συμφωνία με τους εταίρους της χώρας. Ξαναθέτω, με άλλα λόγια, την ίδια ερώτηση, και πλέον την απαντούν αμεσότατα: ναι, αυτό ήθελαν εξαρχής τα γηραλέα παιδιά που πιάσαν τα πόστα, απλώς το ήθελαν με τους δικούς τους όρους, μα εντέλει είναι ηλίθιοι και υποπίπτουν σε αδιανόητα για έναν οποιοδήποτε σοβαρό άνθρωπο λάθη, εξ ου και η σωρεία (10/10) λανθασμένων επιλογών στις so called διαπραγματεύσεις — οτιδήποτε άλλο, λένε, στερείται λογικής, η ρήξη θα τσάκιζε το μηχανισμό του Τσίπρα και των συνεταίρων του, όχι για μια ή δυο τετραετίες, αλλά για πάντα, για τις μέλλουσες γενεές, άπαξ διά παντός. Το ομολογώ: οι ώρες της εκπομπής είναι οι ώρες της εβδομάδας κατά τις οποίες, ακούγοντας τις τέτοιες αναλύσεις, που στ’ αλήθεια εδράζονται στον Ορθό Λόγο, το ηθικό μου αναπτερώνεται και που μπορώ, για μια φορά, να ηρεμήσω κι εγώ σαν άνθρωπος. Κι ας μη συμμερίζομαι αυτή τη δυσάρεστη πραγματικότητα — δυσάρεστη μόνο υπό την έννοια ότι, προφανώς-προφανέστατα, κάθε λάθος του πρωθυπουργού, κάθε βλακεία τού ΥΠΟΙΚ και κάθε ξετσίπωτη παρόλα τού ΗΕΘΑ Καμμένου και όλων των υπολοίπων απίθανων γραφικών χαρακτήρων αυτής της τραγικωμωδίας μόνο αποτέλεσμα έχουν να ρίξουν με τις χούφτες και με τη σέσουλα και με το φτυάρι φτώχεια και κακομοιριά σε εκατοντάδες χιλιάδες ήδη ταλαιπωρημένους από την Κρίση ανθρώπους (π.χ.: κάθε μήνας χωρίς υπογραφή Μνημονίου σημαίνει έναν επιπλέον χρόνο με τουλάχιστον δύο ΕΝΦΙΑ κατά κεφαλήν, συν ένα γήπεδο νέους ανέργους). Δεν τα συμμερίζομαι όλα αυτά γιατί (κι αν το έχω γράψει και χιλιοξαναγράψει… με σιχαίνεται η ψυχή μου από την επανάληψη) οι πελταστές επικυρίαρχοι επιζητούν τη χρεοκοπία, το κραχ, τη δραχμή, και τη συνακόλουθη έξοδο της Ελλάδας από καθετί δυτικό. [§] Ποιος έχει δίκιο; Για όνομα του Θεού, ελπίζω όχι εγώ. [§] Σήμερα (ή τέλος πάντων χτες) είχαμε τον Παντελή Καψή, και ήταν καταπληκτικός. Κι εγώ, φυσικά, υπέφερα από τρακ, για μισή ώρα πριν τον βγάλουμε, και για μισή ώρα μετά. Και σ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας. [§] Βρέχει όλη μέρα σήμερα, και θα βρέχει κι όλη νύχτα. Και, με τη βροχή να πέφτει, όλοι θα περιμένουμε το καλύτερο, όλοι θα στοιχηματίζουμε στο αισιόδοξο σενάριο, όλοι θα παρακαλάμε να ’χουν δίκιο όσοι μιλούν με σιγουριά για το καλό και όχι για τ’ άδικο. Αμήν. [§] Αμήν. [§] Η Κ. έγραψε για ένα νουάρ του αμερικάνικου Νότου, θα το διαβάσω κι εγώ: https://www.facebook.com/photo.php?fbid=10153062452073208&set=a.95809018207.88162.610398207&type=1&theater.

08 Ιουνίου 2015

Οι νεκρές φύσεις στη ζωγραφική: δεν είναι απαραίτητο να παίζει κεντρικό ρόλο μια ψόφια πάπια στον πίνακα, ένα μπολ με φρούτα αρκεί· ή ένα μπουκέτο λουλούδια. Γιατί τα λουλούδια έχουν αρχίσει να μαραίνονται ήδη από τη στιγμή που κόπηκαν από το βλαστό, και τα φρούτα να σήπονται. Συχνά, μια μύγα ή άλλο έντομο περπατάει επάνω τους, μια σαύρα χαρχαλεύει τη γύψινη προτομή κάποιου παλιού νεκρού, τονίζοντας τη δραματικότητα της σήψης: του θανάτου. Οι νεκρές φύσεις φαινομενικά μόνο δείχνουν την ευμάρεια του αόρατου ιδιοκτήτη. Είναι έργα με υψηλή ειρωνική αξία, καθώς παρουσιάζουν τον υλικό πλούτο να έχει κιόλας περιέλθει στο βασίλειο του θανάτου. Κάπου εκεί μέσα, αν παρατηρήσεις σωστά, βαθιά στο πιο σπαρταριστό άνθος, θα δεις τα σκουλήκια να μασούν περιστρεφόμενα τις ίνες, να απομυζούν τον φρέσκο χυμό, να δοξάζουν διά της θλιβερής ζωής τους το χαμό. Η μεταπολιτευτική πινακοθήκη της Ελλάδας δίνει άπειρα παραδείγματα νεκρών φύσεων, ήδη από τα εορταστικά χρόνια του Ανδρέα Παπανδρέου, για να περάσει από δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες προσωπικότητες του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, καταλήγοντας θριαμβευτικά στη δεκαετία που είχε στο κέντρο της τους Ολυμπιακούς Αγώνες των Αθηνών. Θα ήθελα κάποια στιγμή να δω εκτεθειμένες σε γκαλερί μία επιλογή από αυτές τις φωτογραφίες: τη Νεκρή Φύση του ελληνικού τρόπου. Κάποιοι επιμελητές, κάποια στιγμή, είμαι σίγουρος πως θα την ετοιμάσουν. [§] Έμαθα σήμερα από σύμπτωση πως μπαίνω στο Διαδίκτυο εδώ και μία δεκαπενταετία — νομίζω όχι πολλά χρόνια σε σχέση με άλλους της ηλικίας μου, ή και τουλάχιστον μια δεκαετία μικρότερους. Συμπτώσεις: Διάβαζα για μια εκδήλωση στην οποία θα μιλήσει μεθαύριο ο Βασίλης Μπαμπούρης, ρέκτης της Λογοτεχνίας Τρόμου, ανθολόγος, μεταφραστής και μέγας ειδικός. Από αυτόν έμαθα το 1999 τον σχετικώς άσημο συγγραφέα Τόμας Λιγκότι, του οποίου έβγαλα μία συλλογή ποιημάτων το 2002 (Έχω ένα ξεχωριστό σχέδιο γι’ αυτό τον κόσμο), ενώ διατήρησα μαζί του και μία αραιή ηλεκτρονική αλληλογραφία για μερικά χρόνια. Ο Λιγκότι δεν εμφανίζεται ποτέ στον Τύπο, ελάχιστες μόνο φωτογραφίες του έχουν κυκλοφορήσει λαθραία (πάσχει από αγοραφοβία, είναι με αγωγή), όπως ακριβώς κάνει και ο Πίντσον. Στην Αθήνα έχουμε Εβδομάδα Τόμας Πίντσον τούτες τις μέρες. Το σχετικό με τον Λιγκότι φόρουμ, στο οποίο ο ίδιος δεν έπαιρνε μέρος, ήταν το πρώτο στο οποίο έγινα μέλος. Θυμάμαι ακόμη τη λαχτάρα μου να δω και να μάθω. Θυμάμαι πώς ήμουν, πώς σκεφτόμουν, τι ένιωθα: πάνω-κάτω, ό,τι ακριβώς και σήμερα σε ανάλογες περιπτώσεις. Εννοώ, αισθάνομαι ο ίδιος απολύτως με τότε. Θυμάμαι, δε, το καθετί τόσο καθαρά, λες και όλα αυτά έγιναν χθες. Κι όμως: πέρασαν δεκαπέντε γεμάτα χρόνια. Όχι πολλά για την ιστορία της ανθρωπότητας βέβαια, όχι πολλά γενικά, ναι — αλλά αρκετά για να γεράσουν έναν άνθρωπο. Κι όμως: είμαι ο ίδιος. Ίσως μάλιστα να ’μαι ο ίδιος με τον ακόμη μία δεκαπενταετία νεότερο εαυτό μου. Ίσως από ένα σημείο και μετά, ας πούμε από τα δεκαεφτά με είκοσι, να μη μεγαλώνουμε άλλο. Μόνο εκείνο το  σκουλήκι περιστρέφεται μέσα μας, δαγκώνοντας και απομυζώντας. Είμαστε νεκρές φύσεις. [§] Δούλευα πάλι ώς αργά, η δουλειά που κάνω αυτές τις μέρες είναι πραγματικά δύσκολη, σκέτο σκότωμα, αλλά σταμάτησα όταν άρχισε το ματς. Από το τέταρτο λεπτό και μετά ήμουν με τη Γιουβέντους. Δεν έχω κερδίσει ποτέ μου κανέναν Τελικό. Ούτε Εκλογές. [§] Η Κ., ο Α. και η Φ. κοιμούνται από ώρα, στον καναπέ.

07 Ιουνίου 2015

Λαμβάνω δεκάδες newsletter καθημερινά από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα Μέσα παγκοσμίως, και μέσω αυτών, με τα κουτσοαγγλικά μου, μπορώ να έχω μία καλή άποψη για τον κόσμο σε κάθε τομέα που με ενδιαφέρει, από την πολιτική και τον πολιτισμό μέχρι τις επιστήμες και την τεχνολογία, όταν βρίσκω το χρόνο και τα διατρέχω, ξεχωρίζοντας κάποια, βάζοντας στο «συρτάρι» κάποια άλλα για να τα διαβάσω πιο μετά, όταν θα βρω μια ώρα ελεύθερη, πετώντας κατ’ ανάγκην τα περισσότερα, πετώντας διαρκώς, και με ολοένα αυξανόμενη τάση, τα περισσότερα (ίσως ξεχωρίζω μόνο τα λογοτεχνικά πλέον) απλώς χωρίς καν να τα ανοίξω, τα πετώ όλα μαζί, πατώντας το «Όλα» στο Gmail, και μετά το Delete, και μετά αδειάζοντας και τον Κάδο, γιατί αναγκάζομαι, όποτε έχω δουλειά, να εργάζομαι όλη την ημέρα, από τον πρωινό καφέ μέχρι το βραδινό φαγητό, ή μέχρι να πιάσω αυτό εδώ το Ημερολόγιο, τέτοιες ώρες, μεταμεσονύκτιες, ένα Ημερολόγιο που δεν έχει τίποτε να πει σε κανέναν, κι όταν πάλι δεν έχω δουλειά προσπαθώ να διαβάσω το βιβλίο μου, όσο περισσότερα προλαβαίνω, αλλά και να φυλλομετρήσω τα περιοδικά που έρχονται στο σπίτι, μου αρέσουν άλλωστε πιο πολύ στο χαρτί, τα περιτρέχω με το βλέμμα, προσέχω τις ολοσέλιδες καταχωρίσεις, χώνω τη μούρη μου στις φτηνές, χαμηλού κόστους, μονόστηλες αγγελίες του τελευταίου οχτασέλιδου, παίζω τις σελίδες ανάμεσα σε δείκτη και αντίχειρα για να δω το χαρτί, και κάπως να το αισθανθώ, και θέλω να βλέπω και ταινίες, πρέπει να βλέπω, είμαι εξίσου παιδί του σελουλόιντ όσο και του τυπωμένου χαρτιού, διάολε, μα ακόμα και τότε, ακόμα και έτσι, πάλι πάνε στράφι τα περισσότερα εκείνα newsletter, γίνονται βορά του Κάδου Ανακύκλωσης, που ανάθεμα κι αν ξέρω τι ακριβώς ανακυκλώνει και τι το κάνει μετά, κι έχω κι εδώ και ένα-ενάμιση χρόνο τεράστια έγνοια με τα χρήματα, μεγάλη σκοτούρα αυτό, να το θυμάστε όποτε λέτε για απολύσεις όσοι σάς περισσεύουν κάπως τα λεφτά, κι είναι και οι τελευταίες ημέρες άσχημες ως προς αυτό, το οικονομικό εννοώ, για τους λόγους που έχω αναφέρει σε άλλες ημερολογιακές καταχωρίσεις, πολύ άσχημες όμως, να ’ναι καλά ο πατέρας μου και η μάνα μου που βοηθούν, και ξεχνώ πάντα πως «κανονικά» έπρεπε να εξοικονομούσα χρόνο και, πρωτίστως, σφριγηλότητα, δύναμη, και για να γράφω, υποτίθεται, αλλά δεν γίνεται αυτό, ούτε προβλέπεται να γίνεται υπό το καθεστώς του Τσίπρα (ας το κάνουν άλλοι, εγώ δεν έχω κουράγιο και δύναμη και χρήματα), και σίγουρα όχι αν δεν υπάρχει προοπτική έκδοσης, πράγμα που τώρα είναι σκέτο ανέκδοτο, και, μιας και το ’φερε η κουβέντα, όχι, δεν παρακολούθησα το σημερινό, ή χθεσινό τέλος πάντων, σόου των εθνικιστών τού ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ στη Βουλή, έχασα και το κύκνειο άσμα του Βενιζέλου, και, άρα, και αυτή η καταχώριση είναι άσχετη, irrelevant, και δεν χρειάζεται να διαβαστεί: υπάρχει μόνο για να υπάρξει — είναι κάτι σαν στοίχημα, πια, που όλο χάνεται.

06 Ιουνίου 2015

Μετρώντας μέρες πριν τη ρήξη, ζεστές, καυτές, καλοκαιρινές μέρες και νύχτες, κι ενώ απόψε το Κανάλι της Βουλής θα σπάσει όλα τα προηγούμενα ρεκόρ τηλεθέασης (θα συμβούν διάφορα «απίστευτα» πράγματα στην εκτός ημερήσιας διάταξης συζήτηση που αποφάσισε ο Τσίπρας, απ’ αυτά που σε κάνουν ή να ντρέπεσαι ή να φοβάσαι ή απλώς να χάνεις το κουράγιο σου, ενώ και η Αντιπολίτευση πρόκειται να ηττηθεί πανηγυρικά — δεν πρόκειται να συναινέσει στις λογικότατα σκληρές απαιτήσεις των δανειστών μας: το αντιμνημόνιο είναι το μόνο σίγουρο νόμισμα, απ’ αυτό θέλουν όλοι, κανείς δεν θα τολμήσει να μιλήσει για το κράτος-Γαργαντούα που μόνο με φόρους μπορεί να συντηρηθεί, κανείς δεν θα προτείνει τη μείωσή του, ενώ εξαιτίας του έχουμε ανεργία, ύφεση και φτώχεια), με τη βροχή έξω να ξεσπά κατά κύματα εδώ στη Θεσσαλονίκη, παρέα με αστραπές και βροντές και με μια μεταλλική μυρωδιά στην ατμόσφαιρα εξόχως συναρπαστική, για να μην πω ρομαντική, με ένα βιβλίο τσέπης αγκαλιά και με το μυαλό αλλού (μεταξύ άλλων: στο πόσο θα χαιρόμουν αν πληρωνόταν η δόση σήμερα, αν δεν πήγαιναν όλες μαζεμένες για το τέλος του μηνός, δηλαδή για τα τέλη Ιουλίου, αν συνυπολογίσουμε και την περίοδο χάριτος που προσφέρει το ΔΝΤ), πολύ κουρασμένος από τη δουλειά της ημέρας για να γράψω αυτό το Ημερολόγιο, ή ακόμα και για να δω τον Λίαμ Νίσον στο Taken 3 στο βίντεο, και σκεπτόμενος πως κάποια στιγμή πρέπει να πάω να πάρω γυαλιά για διάβασμα, κακώς το παραβλέπω, δεν θα σταματήσω το χρόνο αν τα αγοράσω επιτέλους και τα κοτσάρω στη μύτη μου, απλώς θα βλέπω μεγαλύτερα τα γράμματα, και χωρίς να συμμερίζομαι τη σιγουριά πολλών φίλων, εξαίρετων αναλυτών, για ένα σκληρό μεν Μνημόνιο δε που τελικώς θα συνυπογραφεί από την Ελλάδα και την Τρόικα, με την Κ. να έχει επιστρέψει από τον Σταυρό (έλειπε δυο μέρες και μια νύχτα) και με τον Α. και τη Φ. να κοιμούνται πάνω της, ενώ κι εκείνη κοιμάται, κουρασμένη, δεν έχω να πω τίποτε, δεν έχω να προσθέσω το παραμικρό. [§] ΥΓ. Αυτό εδώ είναι ένα καλό ντοκιμαντέρ, κάτι σαν το Debtocracyαπό την ανάποδη, δείτε το: http://www.learnliberty.gr/7myths/

05 Ιουνίου 2015

Δεν είναι που δεν υπάρχει σωτηρία και το κραχ βρίσκεται προ των ανοιχτών πυλών — αυτό το ξέραμε από τότε που φάνηκε πως δεν θα εκλεγόταν από την προηγούμενη Βουλή Πρόεδρος Δημοκρατίας, και ιδίως όταν η Αυγή άρχισε να παίζει το χαρτί Χαϊκάλη στο πρωτοσέλιδο και ο Τσίπρας να στολίζει το δέντρο αγκαλιά με τον Καμμένο και να ανταλλάσσουν δώρα μέσα σε τρύπιες αγιοβασιλιάτικες κάλτσες· έκτοτε, ήταν απλώς θέμα ελαχίστου χρόνου. Άλλο είναι. Είναι που έχει ανοίξει από μόνη της η τηλεόραση στο σπίτι μας, σαν να ’ναι στοιχειωμένο, όπως στο Poltergeist, και παίζει με τις ώρες Βουτσά, Ψάλτη, Όμηρο Ευστρατιάδη και Ταμτάκο. Κασέτες με ελληνικές βιντεοταινίες της δεκαετίας του ’80. Κι εμείς καθόμαστε σαν υπνωτισμένοι, ή σαν δεμένοι χειροπόδαρα στον καναπέ, και τους βλέπουμε να περιφέρονται και να λένε τα σκατολογικά χωρατά τους. Η επιθεώρηση τα κατάφερε και έγινε κυβέρνηση. Ένα μπουλούκι, ένας περιφερόμενος θίασος τερατωδών ποικιλιών, ένα freakshow φτηνό όσο δεν πάει, γίναν καπεταναίοι, πήραν τα ηνία, του δίνουν και καταλαβαίνει: οι τρελοί για τα λουριά ανέλαβαν τη διαχείριση του τρελοκομείου. Απίθανοι τύποι, ανεπάγγελτοι και συφοριασμένοι, αμόρφωτοι και άξεστοι, κωθώνια και σκιτζήδες, απ’ αυτούς τους επικίνδυνους κομπογιαννίτες που «ανακάλυψαν το φάρμακο για τον καρκίνο» και το πουλάνε σε μπουκαλάκια με χειρόγραφες ετικέτες, αεριτζήδες και ταβλαδόροι, ιλιγγιωδώς τζουτζέδες, κάτι αθλητικογράφοι και κάτι αστρολόγοι, ανέβηκαν στα πόστα όπου τους τοποθέτησε ο σοφός λαός και οδηγούν κλοτσηδόν τη χώρα πίσω, έρποντας, γλείφοντας και διά των κεράτων τους, ολοταχώς πίσω σε μια ψευδοανδρεϊκή εποχή που θα μοιάζει σε όλα με κείνη — εκτός από τα χρήματα. Όχι, δεν είναι που δεν υπάρχει σωτηρία: είναι που χάσαμε από δαύτους. Από το Δελφινάριο. [§] Γιατί, αν είναι να ζήσεις με όσπρια και πατάτες, θα ζήσεις. Με όσπρια και πατάτες. Αλλά η αηδία της τέτοιας καταβαράθρωσης, της τέτοιας αποξένωσης από τη Δύση, δεν φεύγει από το στόμα. Μια ζωή θα την κουβαλάμε πάνω μας, μέσα μας, και θα την καταπίνουμε — κι εμείς, και η χώρα.

04 Ιουνίου 2015

Ας παραδεχτούμε δυο-τρία πράγματα. [§] 1. Αν κάτι, έστω μόνο κάτι, είναι σίγουρο, αυτό είναι το εξής: ό,τι και να γίνει (είτε επικυρωθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ένα νέο Μνημόνιο, είτε όχι, είτε πάμε σε εκλογές ή σε δημοψήφισμα, είτε έρθουν τα πάνω κάτω, είτε αυτή η κυβέρνηση πέσει από μέσα ή από έξω, είτε αντέξει και συνεργαστεί, είτε…), στο τέλος αυτό που θα πρυτανεύσει θα είναι, ξανά και πάλι, η βία των λόγων, συνεπικουρούμενη από τη σιγουριά όλων των μερών ότι κατίσχυσαν διά της ρώμης τους. Κι επειδή ακόμη (από το ’11) ζούμε υπό καθεστώς βρασμού, κι επειδή όλο αυτό που όλοι μαζί μαγειρεύουμε δεν μπορεί παρά να εκτονωθεί, οφείλουμε να είμαστε, αν όχι προετοιμασμένοι, τουλάχιστον υποψιασμένοι γι’ αυτό που θα συμβεί. Μην παρασύρεστε, παρακαλώ πολύ, από το χαρίεν συναίσθημα που επικρατεί στα socialmedia, με τα εκατέρωθεν αστειάκια (αστειευόμαστε ακόμη και με τη Ραχήλ Μακρή, αντί να χτυπάμε το κεφάλι μας με τα χέρια και να τραβάμε τα μαλλιά μας) και τη συναισθηματική τσαπατσουλιά. Για να μην το κάνω πολύπλοκο, φέρτε στο νου σας ένα μέλος της Τρόικας (εσωτ.) και φανταστείτε τον μετά την καμπή που μας περιμένει: είτε τη δραχμική Κόλαση, είτε τα μέτρα του Μνημονίου — και πάλι μην πάμε μακριά, φανταστείτε απλώς εμένα. Ένα, τέλος πάντων, μεσαίο στέλεχος της Τρόικας (εσωτ.), και σεσημασμένο. Ξαναλέω: δεν υπάρχει καλό σενάριο· το καλύτερο δυνατό είναι μια υπερφορολόγηση των πάντων άνευ προηγουμένου, έμμεση και άμεση, αφόρητη για τους περισσότερους, σε συνδυασμό με ψαλίδισμα του μισθού των δημοσίων υπαλλήλων — το χειρότερο είναι η ανάπτυξη μέσω της μελισσοκομίας των Λαφαζάνη-Κουράκη, που θα οδηγήσει στον πρωτογονισμό. Σκεφτείτε τώρα ποιοι θα υποστούν την δικαία οργή των νεοαγανακτισμένων. [§] 2. Σαν να ταΐζουμε κότες με καραμελωμένο ποπ-κορν της ώρας, σπαταλάμε τα καλύτερά μας βιβλία σε μια ηλικία άδικη και για μας, και για τα βιβλία. Πόσοι Ντοστογιέφσκι, πόσοι Κάφκα, πόσοι Μποντλέρ και Ρεμπό σπαταλήθηκαν, ξεπουλήθηκαν, διαγουμίστηκαν από δεκαπεντάχρονα μάτια — τι έγκλημα καθοσιώσεως είναι αυτό, τι λάθος μέγα που δεν μπορεί να διορθωθεί! Γιατί δεν είναι μόνο η αδυναμία πρόσληψης του έργου τους: είναι που ο χρόνος είναι μικρός, κοντός, βραχύς, λιγοστός, μισερός, και ποτέ δεν προλαβαίνεις να ξαναγυρίσεις σε όλους αυτούς, ποτέ δεν καταδέχεσαι να επιστρέψεις στην παιδική σου ηλικία, ποτέ δεν αποφασίζεις να παραδεχτείς πως δεν ήσουν εσύ αυτός ο νέος, δεν ήταν αυτοί ο Ντοστογιέφσκι, ο Κάφκα, ο Μποντλέρ και ο Ρεμπό, αλλά ήσαστε όλοι κάποιοι άλλοι, τυχαίοι επιβάτες σε ένα αστικό που κάνει το γύρο της πόλης, χωρίς τέρμα και χωρίς αφετηρία. Κυρίως, δε: ακόμη και οι απόπειρές σου να γυρίσεις σε κάποιον από τους νεανικούς σου έρωτες, γίνεται με τα παλιά σου μάτια, τα μυωπικά. Η μεγάλη λογοτεχνία απεχθάνεται τη μυωπία, η μεγάλη λογοτεχνία είναι για πρεσβύωπες. [§] 3. Πούτιν, Ερντογάν, Τσίπρας: η Ευρώπη απειλείται. Και, επειδή απειλείται, θα προστατευτεί, θα ισχυροποιηθεί εσωτερικά, θα αποτινάξει βαρίδια και αντιευρωπαϊστές, και θα επανεκκινήσει τη διαδικασία ομοσπονδοποίησής της από το σημείο όπου (φάνηκε πως) σταμάτησε. Η Γηραιά Ήπειρος δεν είναι όσο γηραιά νομίζουμε. Θα αναγκαστεί να ξανανιώσει. Μακάριοι όσοι την ακολουθήσουν, κι εκείνοι που θα εργάζονται, θα κοινωνικοποιούνται και θα αγαπούν εντός των απαραβίαστων συνόρων της.

03 Ιουνίου 2015
Σελίδα 30 από 57