Σύνδεση συνδρομητών

Θάνος Χ. Καψάλης

Θάνος Χ. Καψάλης

Καθηγητής βιολογίας. Βιβλία του: Μια μέρα σαν κι αυτή στην ιστορία της βιολογίας (2017), Η γενετική σε δύσκολους καιρούς και τόπους (2020), Το δωμάτιο με τις μύγες (2023).

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Την 12η Δεκεμβρίου 1962 στην αίθουσα συναυλιών της Στοκχόλμης, έξι επίσημα ντυμένοι άνδρες ποζάρουν για μια αναμνηστική φωτογραφία. Κρατούν στα χέρια τους το δερμάτινο ντοσιέ με το περίτεχνο δίπλωμα Νόμπελ που έλαβαν λίγο πιο πριν από τα χέρια του βασιλέα της Σουηδίας. Οι πέντε από αυτούς είναι βιολόγοι. Και μεταξύ αυτών οι Τζέιμς Γουότσον, Φράνσις Κρικ και Μόρις Γουίλκινς που τιμήθηκαν για την ανακάλυψη της δίκλωνης έλικας του DNA. Αλλά και ο έκτος, ο μυθιστοριογράφος που κοιτάζει το φακό με σοβαρότητα, που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους ζωηρούς, νεότερους επιστήμονες οι οποίοι βρίσκονται δίπλα του, δεν είναι άσχετος με τη βιολογία.

 

 

Είναι ο Τζον Στάινμπεκ που, ως νεαρός φοιτητής του Στάνφορντ, είχε παρακολουθήσει μαθήματα θαλάσσιας βιολογίας τα οποία επηρέασαν το λογοτεχνικό έργο για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ.

Και πράγματι, στα μυθιστορήματά του οι σχέσεις των ηρώων, μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους, απεικονίζονται υπό το πρίσμα μιας ολιστικής και μη τελεολογικής θεώρησης που είναι συναφής με τη βιολογία. Και από όλα τα βιβλία του, ένα που δεν αποτελεί μυθοπλασία αποκαλύπτει αρκετά για τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας του προσελάμβανε τον κόσμο και συνέθετε τις νουβέλες του.

Το βιβλίο αυτό που φέρει τον τίτλο, Ημερολόγιο από τη θάλασσα του Κορτέζ, εξιστορεί το ταξίδι που έκανε με τον φίλο του βιολόγο, Εντ Ρίκετς, το 1940, στον κόλπο της Καλιφόρνιας (θάλασσα του Κορτέζ). Το ταξίδι ξεκίνησε από το Μοντερέι με ένα ψαροκάικο, το Western Flyer. Κι όταν  μετά 40 ημέρες και 4.000 μίλια οι δυο φίλοι αποβιβάστηκαν στο Σαν Ντιέγκο, μπορούσαν να είναι βέβαιοι ότι η αποστολή τους είχε αποφέρει τους καρπούς για τους οποίους ξεκίνησε: εκατοντάδες είδη θαλάσσιων ασπόνδυλων –μερικά από τα οποία, ώς τότε, άγνωστα– και ένα ημερολόγιο με περιστατικά και στοχασμούς που τροφοδότησαν το βιβλίο το οποίο εκδόθηκε ένα χρόνο μετά.

Ο Στάινμπεκ αντιλαμβανόταν την ολότητα, ως εγγενή ιδιότητα για κάθε μονάδας ύπαρξης. Ας αφήσουμε λοιπόν κάποια αποσπάσματα του βιβλίου να μιλήσουν για την αντίληψη αυτή. Με την ελπίδα ότι η σύνθεσή τους θα  αναδείξει την κοινή ματιά που είχε ο Στάινμπεκ, είτε ερευνούσε τους οργανισμούς που αποκαλύπτονταν στην ακτή –όταν η παλίρροια αποσυρόταν– είτε τους ήρωές του στα εργοστάσια, στους δρόμους και στα χωράφια: ένα οικοσύστημα, βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων, τις αλληλεπιδράσεις των οποίων επεδίωκε να καταγράψει και να κατανοήσει, χωρίς να τις παραμορφώσει, για να τις πειθαρχήσει ως προδιαγεγραμμένες συνέπειες μιας απώτατης αιτίας.

Την 23η Μαρτίου 1940, λοιπόν, το ημερολόγιο σημειώνει:

Αυτή την ημέρα, ο ήλιος που έλαμπε στην παραλία μάς έκανε να αισθανόμαστε καλά. Μας θύμισε τον Κάρολο Δαρβίνο, ο οποίος έφτασε αργά το βράδυ με το Beagle στον κόλπο του Βαλπαραΐσο. Όταν το πρωί ξύπνησε και κοίταξε στην ακτή, ένιωσε τόσο όμορφα, ώστε να γράψει: «Όταν ήρθε το πρωί, όλα φαίνονταν υπέροχα. Μετά τη Γη του Πυρός, το κλίμα ήταν θαυμάσιο, η ατμόσφαιρα τόσο ξηρή και ο ουρανός, τόσο καθαρός και γαλάζιος με τον ήλιο να λάμπει έντονα, που όλη η φύση φαινόταν να πάλλεται από ζωή».

Κι ο Στάινμπεκ, για να δηλώσει ότι δεν υπάρχει τίποτε κακό όταν ο παρατηρητής γίνεται μέρος του αντικειμένου της παρατήρησής του, παρατηρεί: «Ο Δαρβίνος δεν έλεγε πώς ήταν το Βαλπαραΐσο, αλλά πώς ήταν αυτός εντός του Βαλπαραΐσο».

Κι αν γεννηθεί στον αναγνώστη η ένσταση ότι η υποκειμενικότητα είναι ακατάλληλη διανοητική στάση για να παρατηρεί κανείς τα πράγματα, ο Στάινμπεκ, από την εισαγωγή του βιβλίου, του έχει ήδη ξεκαθαρίσει:

Ούτως ή άλλως, δεν θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε μια  «αντικειμενική» Θάλασσα του Κορτέζ διότι, αυτόν τον μοναχικό και ακατοίκητο Κόλπο, το σκάφος μας και εμείς οι ίδιοι θα τον «αλλάζαμε» από τη στιγμή που θα φτάναμε.

Δύο ημέρες αργότερα, το ημερολόγιο παρατηρεί:

Υπάρχουν αποικίες πελαγικών χιτωνοφόρων που έχουν το σχήμα του δακτύλου ενός γαντιού. Κάθε μέλος της αποικίας είναι ένα μεμονωμένο ζώο, αλλά η αποικία είναι ένα άλλο μεμονωμένο ζώο, που δεν μοιάζει καθόλου με το άθροισμα των ατόμων της. Μερικοί από τους αποίκους, περικυκλώνοντας το ανοιχτό άκρο, έχουν αναπτύξει την ικανότητα να κάνουν μια παλμική κίνηση που μοιάζει πολύ με μυϊκή. Άλλοι από τους αποίκους συλλέγουν την τροφή και τη διανέμουν, ενώ το εξωτερικό του γαντιού έχει σκληρυνθεί για να προστατεύεται από τη μηχανική προσβολή. Έτσι, αν ένας άνθρωπος αναρωτηθεί: ποιο είναι το ζώο; η αποικία ή το άτομο; προτιμότερο θα ήταν να εγκαταλείψει το συγκεκριμένο είδος λογικής και να πει: μα, είναι δύο ζώα και δεν είναι όμοια, όπως τα κύτταρα του σώματός μου δεν είναι όμοια με εμένα. Είμαι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των κυττάρων μου και, απ’ όσο γνωρίζω, αυτά, είναι πολύ περισσότερα από τη διαίρεση του εαυτού μου. Δεν υπάρχει κάποιου είδους διδακτισμός σε μια τέτοια αποδοχή, αλλά μάλλον η βάση για μια πολύ βαθύτερη κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου μας.

Αυτή λοιπόν την κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου μας, που επιδίωξε στη λογοτεχνία του, συνόψισε –παραφράζοντας τον Απόστολο Ιωάννη– στον επίλογο της ομιλίας του κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ:

Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος είναι ο άνθρωπος, και ο Λόγος είναι με τον άνθρωπο.

 

06 Ιουλίου 2026

Richard J. Bernstein, Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Άρεντ, μετάφραση από τα αγγλικά: Βασιλική Σουλαδάκη, επιμέλεια: Δημήτρης Ψυχογιός, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2019, 135 σελ.

Το βιβλίο Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Άρεντ είναι ένα μικρό, πυκνό, και διαυγές δοκίμιο. Στις 135 σελίδες του, ο συγγραφέας του, ο αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Μπερνστάιν (1932-2022), παρουσιάζει στον αναγνώστη τις βασικές πλευρές του έργου της μεγάλης γερμανοαμερικανίδας φιλοσόφου, με έναν κύριο σκοπό: να τον προτρέψει να τη διαβάσει, ειδικά στους καιρούς που διανύουμε σήμερα.

 

Ο Μπερνστάιν είχε λόγους να προτρέπει τους αναγνώστες του να διαβάζουν Χάνα Άρεντ. Πρώτον, διότι, ανήκοντας στην παράδοση του αμερικανικού πραγματισμού, δεν αντιλαμβανόταν  τη φιλοσοφία ως κάτι αποκομμένο από τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές πτυχές του σύγχρονου βίου. Και δεύτερον, επειδή συμμεριζόταν κι ο ίδιος  την άποψη της Άρεντ, ότι ζούμε σε ζοφερούς καιρούς. Σε καιρούς στους οποίους η δημόσια σφαίρα, δηλαδή ο χώρος όπου οι άνθρωποι μπορούν να δείξουν ποιοι είναι και τι μπορούν να κάνουν μαζί με άλλους, έχει συσκοτιστεί. Κι έχει συσκοτιστεί από την υπονόμευση της αξιοπιστίας. Από τα λόγια που κρύβουν κάτω από το χαλί αυτό που πράγματι υπάρχει. Και τέλος από ηθικολογικές και άλλες παραινέσεις που, υπό το πρόσχημα ότι υπηρετούν παλιές αλήθειες, υποβαθμίζουν την αλήθεια, σε κενές περιεχομένου κοινοτοπίες.

Παραδόξως, όμως, η Άρεντ που ξεπηδά από τις σελίδες του βιβλίου δεν είναι ένας απαισιόδοξος άνθρωπος. Αντιθέτως, είναι αισιόδοξα στοχαστική και πιστεύει ότι, ακόμη και στους δύσκολους καιρούς, μπορούμε να ελπίζουμε ότι υπάρχει φως. Φως που δεν προέρχεται μόνο από τις φιλοσοφικές θεωρίες και τις έννοιές τους, αλλά και από τη ζωή και τις πράξεις καθενός μας.

Αν λοιπόν με το βιβλίο του μας προτρέπει να γνωρίσουμε την Άρεντ, δεν είναι μόνο για τη διορατικότητα του έργου της. Είναι και για την εμπεριστατωμένη αισιοδοξία που το διαπνέει. Την αισιοδοξία που πηγάζει από την επίγνωση ότι το κακό, ακόμη και στη χειρότερη εκδοχή του –αυτή που προκάλεσε τις φρικαλεότητες του ναζιστικού καθεστώτος και των γκουλάγκ–, δεν χρειάζεται τέρατα. Του φτάνουν οι άνθρωποι που έχουν πάψει να σκέφτονται.

 

Μια φιλόσοφος για τους καιρούς μας

Το βιβλίο του Μπερνστάιν είναι διαρθρωμένο σε 10 κεφάλαια. Στην εισαγωγή ο συγγραφέας επισημαίνει ότι όταν η Χάνα Άρεντ απεβίωσε, το 1975, το όνομά της ήταν κυρίως συνδεδεμένο με την αντιπαράθεση γύρω από το δημοσιογραφικό κείμενό της «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ» και την πασίγνωστη έννοια της «κοινοτοπίας του κακού» που ανέπτυσσε σε αυτό. Διέθετε βεβαίως έναν κύκλο θαυμαστών και επικριτών τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Γερμανία. Ελάχιστοι όμως απ’ αυτούς θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι, τα χρόνια που θα ακολουθούσαν, θα αναγνωριζόταν διεθνώς ως μια από τις σημαντικότερες πολιτικούς φιλοσόφους του 20ού και του 21ου αιώνα. Στα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου, ο Μπερνστάιν εξηγεί ότι αυτό οφείλεται σε ένα απλό γεγονός. Ότι όσο περισσότερο σκύβουμε στο έργο της, τόσο περισσότερο ανακαλύπτουμε σε αυτό τα πολύτιμα εργαλεία που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τους ζοφερούς καιρούς μας. Την προσφυγική κρίση, τον πολιτικό φανατισμό, τη διάβρωση της αλήθειας, την απώλεια του δημόσιου χώρου κ.ά. προβλήματα και προκλήσεις που δεν έχουν εξαλειφθεί, αλλά είναι δραματικά παρόντα.

Στο 1ο κεφάλαιο του βιβλίου, που επιγράφεται «Ανιθαγένεια και πρόσφυγες», ο Μπερνστάιν αναδεικνύει ένα από τα πιο κύρια χαρακτηριστικά της Άρεντ, ως πολιτικής φιλοσόφου. Πίστευε βαθιά ότι κάθε σοβαρός στοχασμός οφείλει να ξεκινά από τη βιωματική εμπειρία καθενός μας. Και η ίδια, ως Γερμανοεβραία που διέφυγε από τη ναζιστική Γερμανία και έζησε στη Γαλλία, ως ανιθαγενής πρόσφυγας, βίωσε την εμπειρία του απάτριδος και στερημένου οποιασδήποτε νομικής υπόστασης ανθρώπου, ώστε να την καταστήσει θεμέλιο της ανάλυσής της. Και στην ανάλυσή της, μας προειδοποίησε ότι οι πρόσφυγες θα αποτελούσαν, ολοένα περισσότερο, τη χαρακτηριστική ομάδα-σύμπτωμα της σύγχρονης πολιτικής. Την ομάδα δηλαδή των ανθρώπων, που δεν έχουν χάσει απλώς τα σπίτια τους, αλλά το δημόσιο πεδίο, εντός του οποίου οι πράξεις τους και ο λόγος τους μπορούν να έχουν νόημα.

Στο 2ο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν παρουσιάζει την περίφημη έννοια του δικαιώματος, να έχει κανείς δικαιώματα, την οποία η Άρεντ ανέπτυξε στο βιβλίο της, Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η Άρεντ ήταν πολύ επιφυλακτική ως προς την αποτελεσματικότητα της επίκλησης των αφηρημένων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ενώ υποτίθεται ότι είναι αναπαλλοτρίωτα, στην πραγματικότητα είναι άνευ νοήματος όταν έχεις στερηθεί την οργανωμένη πολιτική κοινότητα, όπου ο λόγος σου ακούγεται και οι πράξεις σου έχουν σημασία. Με λίγα λόγια ότι, όταν βιώνεις την απώλεια του δικαιώματος να έχεις δικαιώματα και απομένεις μόνο «άνθρωπος», αποτελείς μια υπόσταση εντελώς στερημένη από κάθε είδος προστασίας.   

Στο 3ο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν αναλύει τη σχέση της Άρεντ με την εβραϊκή ταυτότητά της και τον σιωνισμό, αναδεικνύοντας το θάρρος της να λειτουργήσει ως η «εσωτερική αντιπολίτευση» στην ιδεολογική σιωνιστική ομοφωνία. Η Άρεντ δεν αρνιόταν τη δημιουργία εβραϊκής πατρίδας στην Παλαιστίνη. Αρνιόταν τη δημιουργία εβραϊκού έθνους-κράτους, διότι θεωρούσε ότι δεν θα ήταν βιώσιμο και ότι θα θέριευε τον εθνικισμό τόσο μεταξύ των εβραίων όσο και μεταξύ των Αράβων.

Φαίνεται όμως πως το θάρρος της Άρεντ, που την ωθούσε, όπως επισημαίνει ο Μπερνστάιν, να «μη διστάζει να διατυπώνει τις απόψεις της, με την πιο δυνατή γλώσσα», την εξέθετε, ταυτοχρόνως, στο ενδεχόμενο να μεγεθύνει και τις αστοχίες της, όπως είχε συμβεί σε μια παρέμβασή της στα εσωτερικά ζητήματα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ήταν το 1957, όταν της ζητήθηκε να γράψει ένα άρθρο για την πολύκροτη υπόθεση του Λιτλ Ροκ, κατά την οποία η Ελίζαμπεθ Έκφορντ, μια μαύρη δεκαπεντάχρονη μαθήτρια, εμποδίστηκε από άνδρες της εθνοφρουράς και από αγανακτισμένο όχλο να μπει στο Λύκειο του Λιτλ Ροκ. Στο άρθρο εκεόινο, η Άρεντ αντιτάχθηκε στην κρατική επιβολή της ενσωμάτωσης στα δημόσια σχολεία, με το επιχείρημα ότι οι κοινωνικές διακρίσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με πολιτικά μέσα. Κι ο Μπερνστάιν, στο οικείο κεφάλαιο, αφού επισημάνει ότι η Άρεντ υπέπεσε στο ατόπημα που η ίδια είχε καταδικάσει –να βιάζουν δηλαδή οι διανοούμενοι τη σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα ώστε να χωράει στις δικές τους ταξινομήσεις–, της αναγνωρίζει ότι εντέλει παραδέχτηκε με παρρησία το σφάλμα της όταν πείστηκε ότι το είχε διαπράξει.

Στο 5ο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν εστιάζει σε μια σειρά άρθρων στον Νew Yorker, με τα οποία η Άρεντ κάλυψε τη δίκη του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Εξαιτίας αυτών των άρθρων, δέχτηκε οξύτατες επιθέσεις και αποξενώθηκε από την εβραϊκή κοινότητα της Νέας Υόρκης. Της καταλογίστηκε ότι κατέρριψε την εικόνα του Άιχμαν ως ενός σατανικού τέρατος με βαθιά αντισημιτικά κίνητρα, παρουσιάζοντάς τον ως ανιαρό  γραφειοκράτη που ωθήθηκε να διαπράξει μαζικά εγκλήματα πρωτοφανούς αγριότητας λόγω της σοκαριστικής εκ μέρους του απουσίας σκέψης,. Ακόμη και η γνωστή έκφραση την οποία είχε χρησιμοποιήσει, περί της κοινοτοπίας του κακού, θεωρήθηκε προσβλητική για τα εκατομμύρια των θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Ο Μπερνστάιν την υπερασπίζεται εξηγώντας πως είναι άδικη η κατηγορία ότι με τα άρθρα της αθώωσε τον Άιχμαν, καθώς υπερασπίστηκε τη νομιμότητα και την απόφαση του δικαστηρίου, ενώ ποτέ δεν υποστήριξε ότι ο Άιχμαν ήταν άμοιρος των εγκλημάτων που διέπραξε. Απλώς, με τη φράση «κοινοτοπία του κακού», δεν θέλησε να αναπτύξει μια θεωρία για τη δαιμονικότητα των ναζί, αλλά να διατυπώσει μια πραγματολογική διαπίστωση που ήταν εμφανής σε όλη τη διάρκεια της δίκης.

Στο επόμενο κεφάλαιο, με τίτλο «Αλήθεια, ψεύδη και πολιτική», ο Μπερνστάιν εξετάζει ένα ερώτημα που η Άρεντ αντιμετώπισε με τον πιο προσωπικό τρόπο. Μετά τη θύελλα των επιθέσεων που δέχτηκε λόγω των άρθρων της για τον Άιχμαν, διαπίστωσε ότι οι επικριτές της δεν στρέφονταν εναντίον αυτών που πράγματι είχε γράψει, αλλά εναντίον μιας ψευδούς εικόνας που οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει. Αυτή η εμπειρία την οδήγησε στο δοκίμιο «Αλήθεια και Πολιτική», όπου έθεσε το ερώτημα αν είναι στη φύση της αλήθειας να είναι εύθραυστη και στη φύση της εξουσίας να εξαπατά.

Για να το απαντήσει, διέκρινε δύο είδη αλήθειας: την έλλογη —την αλήθεια των μαθηματικών και των λογικών συλλογισμών— και την πραγματολογική, την αλήθεια των γεγονότων. Η δεύτερη, σε αντίθεση με την πρώτη, είναι εξαιρετικά ευάλωτη, ειδικά στην πολιτική σφαίρα, διότι εξαρτάται από την ενδεχομενικότητα των γεγονότων και τον τρόπο με τον οποίον τα προσλαμβάνουμε. Για την Άρεντ, όμως, το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι το ψεύδος που κατασκευάζει η οργανωμένη προπαγάνδα. Είναι κάτι χειρότερο: η ολοκληρωτική καταστροφή του κριτηρίου μας να διακρίνουμε το αληθές από το ψευδές.

Στο 7ο κεφάλαιο, ο Μπερνστάιν υπογραμμίζει τη σύνδεση ανάμεσα στη φιλοσοφική ανθρωπολογία της Άρεντ και στην πολιτική της θεωρία. Η Χάνα Άρεντ δεν έχει αυταπάτες για την πολιτική — «δεν είναι παιδικός σταθμός», έγραφε. Και όμως, πιστεύει ότι μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ένα πεδίο μάχης ιδιοτελών συμφερόντων που ανταγωνίζονται για κέρδος και εξουσία.

Το κλειδί βρίσκεται στην έννοια της πληθυντικότητας. Στο γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι ταυτοχρόνως ίσοι και ριζικά διαφορετικοί — ο καθένας με τη δική του οπτική για τον κόσμο. Αυτή η συνθήκη, συνδεδεμένη με την πράξη και τη γεννητικότητα —το εγγενές δυναμικό που φέρει κάθε νέος άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο—, είναι για την Άρεντ το θεμέλιο του οράματός της για την ευγένεια της πολιτικής.

Στο 8ο κεφάλαιο, ο συγγραφέας εξετάζει τις διαφορές που εντόπισε η Άρεντ ανάμεσα στη Γαλλική και στην Αμερικανική Επανάσταση οι οποίες, παρά την ομοιότητα των επιδιώξεών τους, ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους. Η πρώτη οδηγήθηκε στην τρομοκρατία, ενώ η δεύτερη στη συγκρότηση του δημόσιου χώρου, των θεσμών και στην κατάρτιση του συντάγματος,  πράξη την οποία η Άρεντ θεωρεί το αυθεντικό στοιχείο κάθε επανάστασης.

 

Η έννοια της ευθύνης

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν θίγει το ζήτημα της ευθύνης, που διατρέχει το σύνολο του έργου της Χάνα Άρεντ. Διαχωρίζει αυστηρά την προσωπική ηθική ευθύνη από τη συλλογική πολιτική ευθύνη. Η πολιτική ευθύνη αφορά τα πράγματα που επωμιζόμαστε ως μέλη μιας κοινότητας για πράξεις που, ενώ δεν διαπράξαμε εμείς οι ίδιοι, έχουν γίνει στο όνομά μας. Η Άρεντ αντιτίθεται προς τη θεωρία της «συλλογικής ενοχής» (όταν όλοι είναι ένοχοι, κανείς δεν είναι), επιμένοντας ότι η ενοχή είναι αυστηρά προσωπική, και θεωρεί ότι, ακόμα και στις πιο σκοτεινές περιόδους, το άτομο διατηρεί την ευθύνη να αρνηθεί τη συνεργασία με το κακό. Η Άρεντ απέρριπτε τόσο την απερίσκεπτη απελπισία όσο και την απερίσκεπτη αισιοδοξία· πίστευε ακράδαντα ότι λόγω της «γεννητικότητάς» μας, της ικανότητάς μας δηλαδή να πράττουμε, οι άνθρωποι έχουμε εγγενώς το δυναμικό να διακόπτουμε την υποτιθέμενη νομοτέλεια της ιστορίας και να αναζωογονούμε τον δημόσιο χώρο.

Το βιβλίο του Μπερνστάιν γιαν τη Χάνα Άρεντ είναι ένα πυκνό, ενδιαφέρον και ευανάγνωστο βιβλίο, στο οποίο ο συγγραφέας του, αν και συμμερίζεται το έργο της Άρεντ, στέκεται κριτικά απέναντί του. Μιλώντας για την επικαιρότητα της σκέψης της, μιλά για την επικαιρότητα της προστασίας της δημοκρατίας και των εύθραυστων θεσμών της.

30 Ιουνίου 2026

Έβγαλε τα γυαλιά του, τα ακούμπησε στο γραφείο του και, ικανοποιημένος από την πρόοδο της εργασίας του, αποφάσισε να χαρίσει στον εαυτό του λίγες στιγμές χαλάρωσης. Παραμέρισε το κουτί με τις κάρτες αρχειοθέτησης που έφερε την ετικέτα Λολίτα και ανέσυρε από το κάτω συρτάρι του γραφείου του την πινακίδα από φελλό με τις καρφιτσωμένες πεταλούδες πάνω της. Χαμογελώντας στη σκέψη ότι η ανθρώπινη ψυχή –το αντικείμενό του ως συγγραφέα– μοιράζεται την ίδια λέξη στην αρχαία ελληνική γλώσσα με τις πεταλούδες, ξαναφόρεσε τα γυαλιά του κι έστρεψε τον μεγεθυντικό φακό του στη λεπτεπίλεπτη καλλονή με τα ιριδίζοντα φτερά που κρατούσε η λαβίδα του.

04 Ιουνίου 2026
Πριν από 16 χρόνια ο εμπρησμός της Μαρφίν οδήγησε στον θάνατο τριών ανθρώπων κι ενός αγέννητου παιδιού. Η μνήμη της Βίβιαν Ζούλια, της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου και του Επαμεινώνδα Τσάκαλη, δεν πρέπει να λησμονηθεί.
05 Μαϊος 2026

«Αυτά τα έργα πρέπει να τα αποκτήσουμε οπωσδήποτε» είπε στον συνομιλητή του ο Ρόμπερτ Έρσκιν, αρχίατρος της Ρωσίας, δείχνοντας στον συνομιλητή του τον πίνακα με τις δυο μπλε πεταλούδες. Κι εκείνος τον κοίταξε σιωπηλός. Έπειτα, ξεσπώντας σε ένα βροντερό γέλιο, χτύπησε δυνατά στον ώμο το φίλο και σύμβουλό του και του είπε: «Προχώρα, κι ό,τι χρειαστεί, εγώ είμαι εδώ».

25 Απριλίου 2026

Στα χρόνια 1903-1908, ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε έστειλε δέκα γράμματα σε έναν άγνωστο νεαρό θαυμαστή του που του είχε ζητήσει να αξιολογήσει τα ποιήματά του. Τα γράμματα δημοσιεύθηκαν το 1929 σε ένα βιβλίο με τίτλο Γράμματα σε έναν νέο ποιητή και, έκτοτε, κατέχουν τη θέση μιας συνόψισης των αντιλήψεων του Ρίλκε για την ποιητική, αλλά και για την ίδια τη ζωή.

30 Μαρτίου 2026

Είναι εδραιωμένη η πεποίθηση ότι η Τέχνη και η Επιστήμη διαφέρουν  ως προς το αντικείμενό τους και ως προς τον τρόπο με τον οποίο το χειρίζεται η καθεμιά. Ωστόσο υπάρχουν παραδείγματα που δείχνουν ότι οι τροχιές αυτών των δυο δραστηριοτήτων, συχνότατα, τέμνονται.

20 Φεβρουαρίου 2026

Θα θυμάστε την ταινία La vita è bella στην οποία ο Ρομπέρτο Μπενίνι υποδυόταν έναν Ιταλοεβραίο, που όταν αυτός και ο μικρός του γιος μεταφέρθηκαν σε ένα ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης χρησιμοποίησε τη φαντασία του για να πείσει το παιδί του ότι η φρικτή πραγματικότητα που τους περιέβαλε δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι;

03 Φεβρουαρίου 2026

Ό,τι σχεδόν γνωρίζουμε στις νευροεπιστήμες τελικώς ανάγεται στην έρευνα, αλλά και στην καλλιτεχνική ματιά ενός επιστήμονα που τον βοήθησε να μη χαθεί στην πολυπλοκότητα του Νευρικού Συστήματος ώστε να «δει» την ενοποιητική αρχή που το διέπει.

24 Ιανουαρίου 2026

Την 19η Οκτωβρίου του 1800, δύο πλοία του Γαλλικού Ναυτικού,  ο Γεωγράφος και ο Φυσιοδίφης, απέπλεαν από το λιμάνι της Χάβρης έχοντας βάλει πλώρη για τις ακτές της Νέας Ολλανδίας – όπως τότε ονομαζόταν η Αυστραλία. Η αποστολή, που είχε οργανωθεί κατ’ εντολήν του Ναπολέοντα, αποσκοπούσε στην επέκταση της γαλλικής επικράτειας στην Ωκεανία και, για το λόγο αυτό, στο πλήρωμα, εκτός από το στρατιωτικό προσωπικό, περιλαμβάνονταν γεωγράφοι, ζωολόγοι και βοτανολόγοι που με την άφιξή τους στην ήπειρο θα χαρτογραφούσαν την περιοχή και θα μελετούσαν τη Φυσική Ιστορία της. 

12 Ιανουαρίου 2026