Την 12η Δεκεμβρίου 1962 στην αίθουσα συναυλιών της Στοκχόλμης, έξι επίσημα ντυμένοι άνδρες ποζάρουν για μια αναμνηστική φωτογραφία. Κρατούν στα χέρια τους το δερμάτινο ντοσιέ με το περίτεχνο δίπλωμα Νόμπελ που έλαβαν λίγο πιο πριν από τα χέρια του βασιλέα της Σουηδίας. Οι πέντε από αυτούς είναι βιολόγοι. Και μεταξύ αυτών οι Τζέιμς Γουότσον, Φράνσις Κρικ και Μόρις Γουίλκινς που τιμήθηκαν για την ανακάλυψη της δίκλωνης έλικας του DNA. Αλλά και ο έκτος, ο μυθιστοριογράφος που κοιτάζει το φακό με σοβαρότητα, που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους ζωηρούς, νεότερους επιστήμονες οι οποίοι βρίσκονται δίπλα του, δεν είναι άσχετος με τη βιολογία.
Είναι ο Τζον Στάινμπεκ που, ως νεαρός φοιτητής του Στάνφορντ, είχε παρακολουθήσει μαθήματα θαλάσσιας βιολογίας τα οποία επηρέασαν το λογοτεχνικό έργο για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ.
Και πράγματι, στα μυθιστορήματά του οι σχέσεις των ηρώων, μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους, απεικονίζονται υπό το πρίσμα μιας ολιστικής και μη τελεολογικής θεώρησης που είναι συναφής με τη βιολογία. Και από όλα τα βιβλία του, ένα που δεν αποτελεί μυθοπλασία αποκαλύπτει αρκετά για τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας του προσελάμβανε τον κόσμο και συνέθετε τις νουβέλες του.
Το βιβλίο αυτό που φέρει τον τίτλο, Ημερολόγιο από τη θάλασσα του Κορτέζ, εξιστορεί το ταξίδι που έκανε με τον φίλο του βιολόγο, Εντ Ρίκετς, το 1940, στον κόλπο της Καλιφόρνιας (θάλασσα του Κορτέζ). Το ταξίδι ξεκίνησε από το Μοντερέι με ένα ψαροκάικο, το Western Flyer. Κι όταν μετά 40 ημέρες και 4.000 μίλια οι δυο φίλοι αποβιβάστηκαν στο Σαν Ντιέγκο, μπορούσαν να είναι βέβαιοι ότι η αποστολή τους είχε αποφέρει τους καρπούς για τους οποίους ξεκίνησε: εκατοντάδες είδη θαλάσσιων ασπόνδυλων –μερικά από τα οποία, ώς τότε, άγνωστα– και ένα ημερολόγιο με περιστατικά και στοχασμούς που τροφοδότησαν το βιβλίο το οποίο εκδόθηκε ένα χρόνο μετά.
Ο Στάινμπεκ αντιλαμβανόταν την ολότητα, ως εγγενή ιδιότητα για κάθε μονάδας ύπαρξης. Ας αφήσουμε λοιπόν κάποια αποσπάσματα του βιβλίου να μιλήσουν για την αντίληψη αυτή. Με την ελπίδα ότι η σύνθεσή τους θα αναδείξει την κοινή ματιά που είχε ο Στάινμπεκ, είτε ερευνούσε τους οργανισμούς που αποκαλύπτονταν στην ακτή –όταν η παλίρροια αποσυρόταν– είτε τους ήρωές του στα εργοστάσια, στους δρόμους και στα χωράφια: ένα οικοσύστημα, βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων, τις αλληλεπιδράσεις των οποίων επεδίωκε να καταγράψει και να κατανοήσει, χωρίς να τις παραμορφώσει, για να τις πειθαρχήσει ως προδιαγεγραμμένες συνέπειες μιας απώτατης αιτίας.
Την 23η Μαρτίου 1940, λοιπόν, το ημερολόγιο σημειώνει:
Αυτή την ημέρα, ο ήλιος που έλαμπε στην παραλία μάς έκανε να αισθανόμαστε καλά. Μας θύμισε τον Κάρολο Δαρβίνο, ο οποίος έφτασε αργά το βράδυ με το Beagle στον κόλπο του Βαλπαραΐσο. Όταν το πρωί ξύπνησε και κοίταξε στην ακτή, ένιωσε τόσο όμορφα, ώστε να γράψει: «Όταν ήρθε το πρωί, όλα φαίνονταν υπέροχα. Μετά τη Γη του Πυρός, το κλίμα ήταν θαυμάσιο, η ατμόσφαιρα τόσο ξηρή και ο ουρανός, τόσο καθαρός και γαλάζιος με τον ήλιο να λάμπει έντονα, που όλη η φύση φαινόταν να πάλλεται από ζωή».
Κι ο Στάινμπεκ, για να δηλώσει ότι δεν υπάρχει τίποτε κακό όταν ο παρατηρητής γίνεται μέρος του αντικειμένου της παρατήρησής του, παρατηρεί: «Ο Δαρβίνος δεν έλεγε πώς ήταν το Βαλπαραΐσο, αλλά πώς ήταν αυτός εντός του Βαλπαραΐσο».
Κι αν γεννηθεί στον αναγνώστη η ένσταση ότι η υποκειμενικότητα είναι ακατάλληλη διανοητική στάση για να παρατηρεί κανείς τα πράγματα, ο Στάινμπεκ, από την εισαγωγή του βιβλίου, του έχει ήδη ξεκαθαρίσει:
Ούτως ή άλλως, δεν θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε μια «αντικειμενική» Θάλασσα του Κορτέζ διότι, αυτόν τον μοναχικό και ακατοίκητο Κόλπο, το σκάφος μας και εμείς οι ίδιοι θα τον «αλλάζαμε» από τη στιγμή που θα φτάναμε.
Δύο ημέρες αργότερα, το ημερολόγιο παρατηρεί:
Υπάρχουν αποικίες πελαγικών χιτωνοφόρων που έχουν το σχήμα του δακτύλου ενός γαντιού. Κάθε μέλος της αποικίας είναι ένα μεμονωμένο ζώο, αλλά η αποικία είναι ένα άλλο μεμονωμένο ζώο, που δεν μοιάζει καθόλου με το άθροισμα των ατόμων της. Μερικοί από τους αποίκους, περικυκλώνοντας το ανοιχτό άκρο, έχουν αναπτύξει την ικανότητα να κάνουν μια παλμική κίνηση που μοιάζει πολύ με μυϊκή. Άλλοι από τους αποίκους συλλέγουν την τροφή και τη διανέμουν, ενώ το εξωτερικό του γαντιού έχει σκληρυνθεί για να προστατεύεται από τη μηχανική προσβολή. Έτσι, αν ένας άνθρωπος αναρωτηθεί: ποιο είναι το ζώο; η αποικία ή το άτομο; προτιμότερο θα ήταν να εγκαταλείψει το συγκεκριμένο είδος λογικής και να πει: μα, είναι δύο ζώα και δεν είναι όμοια, όπως τα κύτταρα του σώματός μου δεν είναι όμοια με εμένα. Είμαι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των κυττάρων μου και, απ’ όσο γνωρίζω, αυτά, είναι πολύ περισσότερα από τη διαίρεση του εαυτού μου. Δεν υπάρχει κάποιου είδους διδακτισμός σε μια τέτοια αποδοχή, αλλά μάλλον η βάση για μια πολύ βαθύτερη κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου μας.
Αυτή λοιπόν την κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου μας, που επιδίωξε στη λογοτεχνία του, συνόψισε –παραφράζοντας τον Απόστολο Ιωάννη– στον επίλογο της ομιλίας του κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ:
Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος είναι ο άνθρωπος, και ο Λόγος είναι με τον άνθρωπο.