2010–2014: Από την αγανάκτηση στην πόρτα της εξουσίας
Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε. Για την ακρίβεια, επέστρεψε ξανά. Αυτή τη φορά με νέο κόμμα, νέα διακήρυξη, νέα πρόσωπα, νέα εθνική πυξίδα και την υπόσχεση για ένα «σοκ εντιμότητας και δημοκρατίας». Ζήτησε ακόμη και μια «νέα Μεταπολίτευση». Η νέα Μεταπολίτευση έχει προς το παρόν ένα μικρό πρόβλημα: επικεφαλής της βρίσκεται ένας από τους κεντρικούς αρνητικούς πρωταγωνιστές της προηγούμενης. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί ιδιαίτερα τον πρώην πρωθυπουργό. Άλλωστε, αν υπάρχει ένα πραγματικό πολιτικό χάρισμα που διαθέτει ο Αλέξης Τσίπρας, είναι η ικανότητά του να εμφανίζεται κάθε φορά σαν να συστήνεται για πρώτη φορά στο εκλογικό σώμα...
Θα είχε ίσως νόημα, πριν υποστούμε το νέο σοκ εντιμότητας, να θυμηθούμε το προηγούμενο. Και ας δεχτούμε εξαρχής ότι οι πολιτικοί δικαιούνται να αλλάζουν – και συχνά οφείλουν να το κάνουν. Ας λησμονήσουμε ακόμη ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν υπήρξε πάντοτε εξίσου γενναιόδωρος με αυτό το δικαίωμα όταν επρόκειτο για τους πολιτικούς του αντιπάλους. Υπάρχει όμως κάποια διαφορά ανάμεσα στην αλλαγή γνώμης και στη συστηματική αντικατάσταση της χθεσινής «αλήθειας» από μια καινούργια, χωρίς την ενοχλητική μεσολάβηση της παραδοχής ότι η προηγούμενη αποδείχθηκε ψευδής.
Θα του κάνουμε και μία ακόμη παραχώρηση. Δεν θα επιχειρήσουμε να χωρέσουμε εδώ ολόκληρη τη δημόσια πολιτική του διαδρομή, έναν μαραθώνιο υποσχέσεων που ξεχάστηκαν, βεβαιοτήτων που διαψεύστηκαν, ανθρώπων που στοχοποιήθηκαν και ευθυνών που, όταν έφθασε η ώρα του λογαριασμού, είχαν μια παράξενη τάση να μετακομίζουν στους συνεργάτες του. Θα περιοριστούμε σε ορισμένες χαρακτηριστικές στιγμές της πορείας του προς τον λαό και, κυρίως, προς την εξουσία. Η επιλογή είναι αναγκαστικά αποσπασματική. Το υλικό, δυστυχώς, είναι άφθονο.
Η αφετηρία βρίσκεται στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Το 2010, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία, το πρώτο Μνημόνιο και μια κοινωνία που έβλεπε εισοδήματα, δουλειές και βεβαιότητες μιας ολόκληρης εποχής να καταρρέουν. Η οργή ήταν πραγματική. Πραγματικές ήταν και οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος που είχε οδηγήσει τη χώρα μέχρι εκεί. Μέσα σε αυτή την οργή, όμως, γεννήθηκε και μια καινούργια πολιτική γλώσσα. Το Μνημόνιο δεν παρουσιαζόταν απλώς ως λανθασμένη ή επώδυνη πολιτική. Ήταν «πειρατεία», κατά τον ίδιο τον Τσίπρα. Οι αντίπαλοι δεν έκαναν απλώς λάθος, αλλά υπηρετούσαν ένα καθεστώς υποταγής. Η πολιτική διαφωνία άρχισε να αποκτά ηθικούς ενόχους και, πολύ γρήγορα, προδότες.
Στις 5 Μαΐου 2010, μέσα σε μια τεράστια αντιμνημονιακή διαδήλωση, τρεις εργαζόμενοι της Marfin –ανάμεσά τους μία έγκυος γυναίκα– δολοφονήθηκαν όταν κουκουλοφόροι πυρπόλησαν το υποκατάστημα της Σταδίου. Το έγκλημα αυτό άφησε στη συλλογική συνείδηση της κοινωνίας ένα βαθύ τραύμα και συνδέθηκε έκτοτε με ένα κλίμα πολιτικής βίας, στοχοποίησης και ανεξέλεγκτης οργής. Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε στον Τσίπρα ή στον ΣΥΡΙΖΑ ευθύνη για το ίδιο το έγκλημα για να αναρωτηθούμε ποιο πολιτικό κλίμα είχε αρχίσει να διαμορφώνεται γύρω του. Θα μπορούσε, ωστόσο, να είχε λειτουργήσει ως όριο. Ως υπενθύμιση ότι, όταν η πολιτική οργή απελευθερώνεται από κάθε μέτρο και ο αντίπαλος παύει να αντιμετωπίζεται ως αντίπαλος και μετατρέπεται σε εχθρό του λαού, κάποια στιγμή εμφανίζονται άνθρωποι που παίρνουν τα συνθήματα στην κυριολεξία.
Έναν χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 2011, εμφανίστηκαν οι Αγανακτισμένοι. Αν δεν μπορεί να αποδοθεί στον ΣΥΡΙΖΑ η δημιουργία του κινήματος, είναι δύσκολο να αγνοηθεί ότι η πολιτική εγγύτητα του κόμματος με τμήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, του αντιεξουσιαστικού χώρου και διαφόρων κινηματικών συλλογικοτήτων τού επέτρεψε να αντιληφθεί πολύ γρήγορα τη δυναμική του και να επενδύσει πολιτικά σε αυτήν περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο κοινοβουλευτικό κόμμα.
Στην πλατεία Συντάγματος συνυπήρξαν άνθρωποι σχεδόν όλων των πολιτικών πεποιθήσεων: αριστεροί, δεξιοί, εθνικιστές, πολίτες συντετριμμένοι από την κρίση, συνωμοσιολόγοι και κάθε πιθανή απόχρωση της αντισυστημικής οργής. Ο Τσίπρας όμως κατάλαβε νωρίς ότι εκεί διαμορφωνόταν ένα νέο πολιτικό ακροατήριο. Χαρακτήρισε το Σύνταγμα «μια ιδιότυπη Εκκλησία του Δήμου» και είδε στους Αγανακτισμένους τη γέννηση μιας κοινωνικής δύναμης που πολύ σύντομα θα άλλαζε και τους εκλογικούς συσχετισμούς. Ο θυμός της πλατείας είχε αρχίσει να αποκτά πολιτικό εκφραστή.
Το πραγματικό πρόβλημα βρισκόταν στη γλώσσα με την οποία νομιμοποιήθηκε ένα κλίμα όπου οι κοινοβουλευτικοί αντίπαλοι έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως φορείς μιας πολιτικής που έπρεπε να ηττηθεί και άρχισαν να παρουσιάζονται ως εχθροί του λαού. Όταν άρχισαν οι προπηλακισμοί βουλευτών, ο Τσίπρας συμβούλευε τους πολίτες να προσέχουν μήπως, με τις αποδοκιμασίες τους, επιτρέψουν σε όσους είχαν ψηφίσει το Μνημόνιο να μετατραπούν «από θύτες του ελληνικού λαού σε θύματα». Η προτροπή κατέληγε βεβαίως στη δημοκρατική λύση της κάλπης. Η λέξη «θύτες» όμως είχε ήδη κάνει τη δουλειά της.
Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ο πιο επιτυχημένος κοινοβουλευτικός εκφραστής αυτής της οργής, χωρίς να είναι ο μόνος. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή εκτινάχθηκαν επίσης σε ποσοστά αδιανόητα λίγα χρόνια νωρίτερα, αντλώντας από την ίδια δεξαμενή θυμού, απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και αντιμνημονιακής αγανάκτησης. Η διαφορά ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να μετατρέψει αυτήν την κοινωνική έκρηξη όχι απλώς σε εκλογική ενίσχυση, αλλά σε πραγματική προοπτική εξουσίας.
Μέσα σε αυτή την ακραία τοξικότητα, την εμφυλιοπολεμική ρητορική και τις προσωπικές στοχοποιήσεις, τις περίφημες «δολοφονίες χαρακτήρων», υπήρχε πάντως και μια αξιοπρόσεκτη εξαίρεση. Ο Κώστας Καραμανλής, πρωθυπουργός την περίοδο κατά την οποία η δημοσιονομική εκτροπή της χώρας πήρε καταστροφικές διαστάσεις και με βαρύτατες πολιτικές ευθύνες για όσα ακολούθησαν, βρέθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό έξω από το πεδίο πυρός του ΣΥΡΙΖΑ. Η οργή που περίσσευε για τους περισσότερους πρωταγωνιστές της Μεταπολίτευσης, εμφάνιζε εδώ μια παράξενη εγκράτεια.
Η στάση αυτή αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν τη δει κανείς υπό το φως όσων ακολούθησαν. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έφθασε στην εξουσία, ο Προκόπης Παυλόπουλος εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος ανέλαβε κεντρικό ρόλο στο υπουργείο Δικαιοσύνης και ο Πάνος Καμμένος έγινε κυβερνητικός εταίρος. Τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει κάποια υπόγεια συμφωνία. Δείχνει όμως ότι η καταγγελία του «παλιού συστήματος» δεν κατευθυνόταν με την ίδια ένταση προς όλες τις πλευρές του. Η πολιτική οργή, όπως αποδείχθηκε, είχε και τις προτιμήσεις της.
Τα αποτελέσματα φάνηκαν γρήγορα. Το κόμμα που το 2009 είχε πάρει 4,60% εκτοξεύθηκε στο 16,78% τον Μάιο του 2012 και στο 26,89% έναν μήνα αργότερα. Σε δυόμισι χρόνια ο Τσίπρας είχε μετακινηθεί από την ηγεσία ενός μικρού κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στη θέση του βασικού διεκδικητή της εξουσίας. Δεν ήταν βεβαίως ο μόνος που εκμεταλλεύθηκε την κατάρρευση του παλιού πολιτικού συστήματος. Ήταν όμως εκείνος που κατάλαβε καλύτερα ότι μια οικονομική κρίση μπορούσε να μετατραπεί σε ηθικό εμφύλιο. Από τη μία ο λαός και από την άλλη το «μνημονιακό σύστημα», οι «μερκελιστές», η διαπλοκή, οι πρόθυμοι, οι υποταγμένοι.
Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε και η γεωπολιτική εναλλακτική. Το 2012, η Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες ήταν για τον Τσίπρα «ένα μοντέλο που πρέπει να ακολουθήσουμε», ώστε η Ευρώπη να αφήσει πίσω της το καπιταλιστικό μοντέλο. Δεν επρόκειτο για μια φευγαλέα νεανική κουβέντα σε κάποια κομματική ταβέρνα. Ήταν πολιτική τοποθέτηση ενός ανθρώπου που είχε ήδη γίνει αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και διεκδικούσε την πρωθυπουργία.
Έναν χρόνο αργότερα, ο στενότερος συνεργάτης του, Νίκος Παππάς, ταξίδευε στη Βενεζουέλα μαζί με τον Κύπριο δικηγόρο Αρτέμη Αρτεμίου, το όνομα του οποίου εμφανίστηκε αργότερα στα Panama Papers. Όταν το ταξίδι αποκαλύφθηκε, ο Παππάς εξήγησε ότι διερευνούσε, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα αγοράς προϊόντων από τα κρατικά σουπερμάρκετ της χώρας και προετοίμαζε πιθανή επίσκεψη Τσίπρα. Δεν χρειάζεται κανείς να προσθέσει μαρούλια, ντομάτες ή άλλες λεπτομέρειες που γέννησε αργότερα η λαϊκή φαντασία. Η επίσημη εκδοχή είναι από μόνη της αρκετά ευφάνταστη.
Το 2014, ο Τσίπρας είχε πλέον μετατρέψει αυτή την πολιτική σε ένα απολύτως καθαρό δίλημμα. «ΣΥΡΙΖΑ ή μνημόνια;» ρωτούσε πριν από τις ευρωεκλογές. Η λαϊκή θέληση, διαβεβαίωνε, θα «σαρώσει τα μνημόνια». Οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν πέσει, κατά τη δική του ανάγνωση, από τους αγώνες του λαού και ερχόταν η σειρά της κυβέρνησης Σαμαρά.
Όταν τον ρώτησαν ευθέως αν πράγματι θα «σκίσει τα μνημόνια», η απάντηση που καταγράφηκε ήταν αντάξια της εποχής: «Και θα είναι μέρα μεσημέρι». Το Μνημόνιο, εξηγούσε, θα τελείωνε την πρώτη ημέρα της κυβέρνησης της Αριστεράς. Αργότερα, όταν τα γεγονότα απέκτησαν τη γνωστή δυσάρεστη επιμονή τους, θα δήλωνε ότι ποτέ δεν είχε πει πως τα μνημόνια θα σκίζονταν «με έναν νόμο». Κυριολεκτικά μπορεί κανείς να συζητήσει επί ώρες για τη διαφορά ανάμεσα στο «θα τα σκίσουμε μέρα μεσημέρι» και στο «θα τα σκίσουμε με έναν νόμο». Η ελληνική πολιτική ζωή έχει γνωρίσει σοβαρότερες φιλολογικές διαμάχες, αλλά τόσο διασκεδαστικές.
Έτσι οικοδομήθηκε η μεγάλη υπόσχεση. Οι προηγούμενοι είχαν αποτύχει όχι επειδή η χώρα ήταν χρεοκοπημένη, οι επιλογές περιορισμένες και οι διεθνείς συσχετισμοί δυσμενείς, αλλά επειδή δεν είχαν το θάρρος να συγκρουστούν. Η Ευρώπη μπορούσε να υποχωρήσει. Το Μνημόνιο μπορούσε να τελειώσει. Οι εφαρμοστικοί νόμοι μπορούσαν να καταργηθούν. Οι απώλειες μπορούσαν να αποκατασταθούν. Η αξιοπρέπεια θα επέστρεφε. Και όλα αυτά χωρίς εκείνο το δυσάρεστο τίμημα που οι προηγούμενοι επέμεναν να παρουσιάζουν ως αναπόφευκτο.
Εκατομμύρια άνθρωποι είχαν κάθε λόγο να θέλουν να το πιστέψουν. Είχαν κουραστεί, είχαν φορολογηθεί, είχαν χάσει εισοδήματα, δουλειές και εμπιστοσύνη σε ένα πολιτικό σύστημα που έφερε τεράστιες ευθύνες για τη χρεοκοπία της χώρας. Μαζί του, όμως, ευθύνες είχε και η ίδια η κοινωνία που για χρόνια αποδεχόταν, ανεχόταν ή και απαιτούσε ένα κράτος δανεικών, διορισμών, πρόωρων συντάξεων, φοροδιαφυγής και παροχών χωρίς αντίκρισμα. Το περιβόητο «μαζί τα φάγαμε» του Θόδωρου Πάγκαλου, που τότε ακούστηκε σχεδόν ως ύβρις, με την απόσταση των χρόνων ακούγεται λιγότερο προκλητικό και περισσότερο σαν μια ενοχλητική αλήθεια που η κοινωνία δεν ήταν ακόμη έτοιμη να ακούσει.
Αντίθετα, ο Τσίπρας είχε καταλάβει με ακρίβεια τι ήθελε να ακούσει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Ήταν σχεδόν απολύτως συμβατός με εκείνον τον γνώριμο Έλληνα του καφενείου που, αν γινόταν πρωθυπουργός για μία ημέρα, θα σου εξηγούσε με απόλυτη βεβαιότητα πώς λύνεται το χρέος, πώς μπαίνουν στη θέση τους οι Ευρωπαίοι, πώς φορολογούνται οι πλούσιοι, πώς αυξάνονται οι μισθοί και, αν περίσσευε λίγος χρόνος, πώς φτιάχνεται και ο κόσμος ολόκληρος.
Ο Τσίπρας αποδείχθηκε ο ικανότερος εκφραστής αυτής της αυταπάτης. Την κατάλαβε, μίλησε τη γλώσσα της και τελικά την έκανε πολιτικό πρόγραμμα – για να ονομάσει αργότερα «αυταπάτες» όσα ο ίδιος είχε προηγουμένως παρουσιάσει ως βεβαιότητες και πάνω στα οποία οικοδόμησε την πορεία του προς την εξουσία.
Σε λίγο θα είχαν την ευκαιρία να ανακαλύψουν αν ήταν πράγματι έτσι.
Ύστερα ήρθε η εξουσία.
*Το πρώτο από μια σειρά άρθρων υπό τον γενικό τίτλο «Ο άνθρωπος που επιστρέφει πάντα αθώος»