Σύνδεση συνδρομητών

Η ευθύνη προστασίας: αν όχι στην Ουκρανία, τότε πού;

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2026 04:13
Η ευθύνη προστασίας: αν όχι στην Ουκρανία, τότε πού;
11 Οκτωβρίου 2026, Ζαπορίζια, Ουκρανία. Είκοσι νεκροί, ανάμεσά τους τρία παιδιά, στο Ζαπορίζια, μετά το νυχτερινό χτύπημα των πολυκατοικιών της πόλης απ' τους Ρώσους.

Καθώς η Ρωσία εντείνει τις επιθέσεις εναντίον αμάχων και κρίσιμων υποδομών, η υπεράσπιση της Ουκρανίας έχει καταστεί δοκιμασία για το αν η διεθνής δέσμευση για την προστασία των αμάχων εξακολουθεί να έχει πρακτική σημασία.

ΚΙΕΒΟ. Στην Παγκόσμια Σύνοδο Κορυφής του 2005 με θέμα «Οι Αναπτυξιακοί Στόχοι της Χιλιετίας: Πέντε χρόνια μετά», κάθε κράτος-μέλος του ΟΗΕ επιβεβαίωσε την ευθύνη του για την προστασία των αμάχων – γνωστή ως R2P (Responsibility-to-Protect). Η σύνοδος κορυφής δεν περιορίστηκε μόνο στο να δηλώσει ότι «κάθε μεμονωμένο κράτος έχει την ευθύνη να προστατεύει τον πληθυσμό του από τη γενοκτονία, τα εγκλήματα πολέμου, την εθνοκάθαρση και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». Η «διεθνής κοινότητα, μέσω των Ηνωμένων Εθνών, έχει επίσης την ευθύνη να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα διπλωματικά, ανθρωπιστικά και άλλα ειρηνικά μέσα, σύμφωνα με τα Κεφάλαια VI και VIII του Χάρτη [των Ηνωμένων Εθνών], για να συμβάλει στην προστασία των πληθυσμών».

Η ιδέα και η ορολογία της προστασίας είναι, επομένως, κατ’ αρχήν, γνωστές στη διεθνή διπλωματία. Ωστόσο, η εφαρμογή της R2P στην πράξη δεν είναι. Βεβαίως, η R2P δεν αποτελεί μια νέα, αυτόνομη εξουσιοδότηση για τη χρήση βίας· η συλλογική δράση με τη χρήση βίας εξακολουθεί να διέπεται από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Όμως, η αρχή αυτή είναι ευρύτερη από τη στρατιωτική επέμβαση και όχι λιγότερο σημαντική.

Γράφοντας από το Κίεβο, είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς πόσο πολύ έχει αλλάξει η αεροπορική εκστρατεία της Ρωσίας τους τελευταίους μήνες. Οι συναγερμοί για αεροπορικές επιδρομές δεν διακρίνονται πλέον σαφώς σε εκείνους που αφορούν επικίνδυνες νύκτες και αυτούς που αφορούν σχετικά κανονικές ημέρες. Τώρα, διακόπτουν την εργασία, τα σχολεία, τις δημόσιες υπηρεσίες, τα εμπορικά κέντρα και τις δημόσιες συγκοινωνίες. όλα σταματούν για λίγο και ξαναρχίζουν. Η ζωή των πολιτών οργανώνεται όλο και περισσότερο με βάση την προσδοκία ότι θα γίνουν επιθέσεις.

Οι αριθμοί το επιβεβαιώνουν. Την τελευταία διαθέσιμη εβδομάδα, το Κίεβο βίωσε 56 συναγερμούς αεροπορικών επιδρομών που διήρκεσαν πάνω από 87 ώρες — κατά μέσο όρο πάνω από 12 ώρες την ημέρα. Η πρωτεύουσα παρέμεινε σε κατάσταση συναγερμού για περισσότερες από 18 ώρες στις 27 Σεπτεμβρίου και για 20 ώρες και 47 λεπτά στις 30 Σεπτεμβρίου. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου, οι συναγερμοί διήρκεσαν 242 ώρες και 40 λεπτά, δηλαδή το ένα τρίτο ολόκληρου του μήνα. Το Κίεβο συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά αποτελεί πλέον μια πρωτεύουσα που ζει υπό σχεδόν συνεχή πίεση, με ορισμένες υπηρεσίες να έχουν διακοπεί και άλλες να διατρέχουν ολοένα και μεγαλύτερο κίνδυνο.

Οι ανθρώπινες συνέπειες εκτείνονται σε ολόκληρη την Ουκρανία. Η Αποστολή Παρακολούθησης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών επιβεβαίωσε 2.222 νεκρούς πολίτες και 13.058 τραυματίες μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου του 2026 — συνολικά 15.280 θύματα, αριθμός κατά 55 τοις εκατό υψηλότερος από ό,τι κατά την ίδια περίοδο του 2025. Κατά τις πρώτες 24 ημέρες του Σεπτεμβρίου, κατέγραψε άλλους 200 νεκρούς και 1.234 τραυματίες, σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία. Στο Κίεβο, σημειώθηκαν απώλειες αμάχων σε 16 από αυτές τις 24 ημέρες, μια συχνότητα χωρίς προηγούμενο από την έναρξη της πλήρους εισβολής.

Οι επιθέσεις στοχεύουν επίσης τα συστήματα που καθιστούν δυνατή τη ζωή των πολιτών, και μάλιστα σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό. Ο ΟΗΕ έχει τεκμηριώσει επανειλημμένες ρωσικές επιθέσεις σε υποδομές παραγωγής και μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ενέργειας για θέρμανση, με αποτέλεσμα εκατομμύρια άνθρωποι να αντιμετωπίζουν έκτακτες διακοπές ρεύματος και εκατοντάδες χιλιάδες να μένουν χωρίς θέρμανση. Τα σχέδια της Ρωσίας που υποκλάπηκαν για περαιτέρω καταστροφή των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης, φυσικού αερίου, ύδρευσης και μεταφορών εν όψει του χειμώνα θα μπορούσαν να καταστήσουν τμήματα της χώρας προσωρινά ακατοίκητα και να προκαλέσουν ένα νέο κύμα προσφύγων.

Η Ουκρανία αποτελεί μια ξεκάθαρη περίπτωση: ένα κυρίαρχο κράτος προσπαθεί να προστατεύσει τον πληθυσμό του από εξωτερική επιθετικότητα και ζητά βοήθεια από τη διεθνή κοινότητα. Τα συστήματα αεροπορικής άμυνας, τα πυρομαχικά, οι πληροφορίες, η εκπαίδευση και οι ικανότητες που απαιτούνται για την αποτροπή περαιτέρω ρωσικών προωθήσεων βοηθούν την Ουκρανία να εκπληρώσει την ευθύνη της να προστατεύει τους πολίτες από εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Η διεθνής νομική βάση είναι επίσης ασυνήθιστα σαφής. Τον Μάρτιο του 2022, 141 μέλη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ καταδίκασαν την επιθετικότητα της Ρωσίας, επιβεβαίωσαν την κυριαρχία της Ουκρανίας και απαίτησαν την απόσυρση των ρωσικών δυνάμεων. Το άρθρο 51 του Χάρτη κατοχυρώνει το δικαίωμα ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας των κρατών μετά από ένοπλη επίθεση. Η Ουκρανία μπορεί, επομένως, να αμυνθεί και να ζητήσει τη βοήθεια άλλων κρατών.

Παρά ταύτα, αυτοαποκαλούμενες ειρηνιστικές και απλώς φιλορωσικές δυνάμεις —δύο διακριτές ομάδες— σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενισχυόμενες από τη Μόσχα, συνεχίζουν να υποστηρίζουν ότι η διακοπή της στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία είναι απαραίτητη για την ειρήνη. Αυτοί —είτε από άγνοια είτε εκ προθέσεως— παραβλέπουν ότι το διεθνές δίκαιο δεν απαιτεί από τα θύματα επιθετικότητας να αποδυναμώσουν τον εαυτό τους για να αποδείξουν τη δέσμευσή τους στην ειρήνη.

Αντίθετα, η Ουκρανία έχει επανειλημμένα δείξει τη βούλησή της να συμβιβαστεί για να τερματιστεί η άσκοπη αιματοχυσία, ενώ η Ρωσία συνεχίζει την επιθετικότητά της και αρνείται ακόμη και προσωρινές εκεχειρίες. Αυτό που οι ειρηνιστές φαίνεται να αγνοούν —και οι φιλορωσικές δυνάμεις γνωρίζουν πολύ καλά— είναι ότι η μείωση της υποστήριξης προς την Ουκρανία δεν θα φέρει την ειρήνη. Θα ενθαρρύνει τη Ρωσία να συνεχίσει τις επιθέσεις της.

Ούτε η αποτυχία να παρέμβουν για την προστασία αμάχων σε άλλα μέρη πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για την εγκατάλειψη της Ουκρανίας. Οι άμαχοι στη Γάζα, το Σουδάν, τη Μιανμάρ και σε άλλες συγκρούσεις έχουν υποστεί τεράστια δεινά, καθώς οι διεθνείς οργανισμοί ανταποκρίθηκαν με ασυνέπεια. Δεν υπάρχει δικαιολογημένη ιεράρχηση των θυμάτων, ούτε πρέπει να υπάρχει. Όμως, η απάντηση στην επιλεκτική προστασία είναι η μεγαλύτερη συνέπεια — όχι η μείωση της προστασίας όταν η νόμιμη και αποτελεσματική δράση είναι δυνατή και απαραίτητη.

Η Ευρώπη, ως επί το πλείστον, έχει ήδη αναλάβει δράση σε εξαιρετική κλίμακα από την έναρξη του πολέμου κατά της Ουκρανίας. Μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, η ΕΕ και τα κράτη μέλη της υπολόγισαν τη συνολική βοήθεια σε 224,5 δισεκατομμύρια ευρώ, συμπεριλαμβανομένων 93 δισεκατομμυρίων ευρώ για τις ένοπλες δυνάμεις της Ουκρανίας. Μεγάλο μέρος αυτού αντιπροσωπεύει στην πράξη την «Ευθύνη Προστασίας» της Ουκρανίας, και όχι την κήρυξη πολέμου κατά της Ρωσίας.

Τα οικονομικά μεγέθη, ωστόσο, δεν αποκαλύπτουν αν ένας πύραυλος αναχαιτίζεται, αν ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει λειτουργικό ή αν μια οικογένεια αποφασίζει ότι πρέπει να εγκαταλείψει τη χώρα. Καθώς η Ρωσία μεταβάλλει την κλίμακα και τον σκοπό της εκστρατείας της, η Ευρώπη πρέπει να αναρωτηθεί αν η μορφή και το επιχειρησιακό αποτέλεσμα της υποστήριξής της παραμένουν επαρκή για την προστασία της Ουκρανίας και του άμαχου πληθυσμού της.

Τα ευρωπαϊκά κράτη που το επιθυμούν θα πρέπει να εξετάσουν πιο ολοκληρωμένες αμυντικές ρυθμίσεις με την Ουκρανία: κοινό σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης, ταχύτερη παράδοση και κοινή λειτουργία αναχαιτιστικών πυραύλων, προστασία καθορισμένων υποδομών και αναχαίτιση πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών που πλησιάζουν τα ευρωπαϊκά σύνορα. Κατόπιν πρόσκλησης της Ουκρανίας, σύμφωνα με το Άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, τέτοια μέτρα θα μπορούσαν να εμπίπτουν στο πλαίσιο της συλλογικής αυτοάμυνας.

Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμηθεί ούτε ο κίνδυνος, καθώς η άμεση αναχαίτιση θα ενείχε κινδύνους κλιμάκωσης και θα μπορούσε να καταστήσει τα συμμετέχοντα κράτη μέρη της σύγκρουσης. Οποιαδήποτε αποστολή θα απαιτούσε γεωγραφικούς περιορισμούς, σαφείς κανόνες εμπλοκής, ενοποιημένη διοίκηση και δημόσια λογοδοσία. Από την άλλη πλευρά, η συνεχής αυτοσυγκράτηση δεν είναι ούτε αυτή χωρίς κινδύνους. Ρωσικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και αεροπλάνα έχουν παραβιάσει τον εναέριο χώρο της Πολωνίας, της Ρουμανίας, της Λιθουανίας και άλλων συμμάχων του ΝΑΤΟ, ενώ η Μολδαβία έχει καταγράψει επανειλημμένα μη εξουσιοδοτημένες εισβολές. Αυτά τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια υποδηλώνουν σαφώς την πρόθεση της Μόσχας να επεκτείνει την αντίληψη της απειλής πέρα από τα σύνορα της Ουκρανίας.

Το συμπέρασμα είναι ότι, εάν η Ουκρανία αναγκαστεί να υποχωρήσει περαιτέρω λόγω έλλειψης υποστήριξης, αυτό θα σήμαινε περισσότερο έδαφος υπό κατοχή, περισσότερες πόλεις εντός εμβέλειας, εκατομμύρια επιπλέον πρόσφυγες και ένα πιο εκτεθειμένο σύνορο του ΝΑΤΟ. Η Ευρώπη θα μπορούσε τότε να αντιμετωπίσει υψηλότερο κόστος αποτροπής, ενώ θα βρισκόταν αντιμέτωπη με μια μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση — όλα αυτά υπό χειρότερες στρατηγικές συνθήκες.

Τέλος, η ενίσχυση της ικανότητας της Ουκρανίας να αμυνθεί όχι μόνο θα συνέβαλε στην προστασία του λαού της, αλλά θα βελτίωνε και τις προοπτικές για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Θα μπορούσε να καταστήσει δυνατές σοβαρές συνομιλίες. Όταν μια κυβέρνηση διαπραγματεύεται ενώ ο άμαχος πληθυσμός και το ενεργειακό της δίκτυο παραμένουν συστηματικά εκτεθειμένα, τότε υφίσταται εξαναγκασμό και όχι προσφορά βιώσιμης ειρήνης. Οποιαδήποτε βιώσιμη λύση θα απαιτήσει παρακολούθηση, επιβολή, αξιόπιστες εγγυήσεις και τη συνεχή ικανότητα της Ουκρανίας να αμυνθεί.

Η «Ευθύνη Προστασίας» (R2P) υιοθετήθηκε μετά από επανειλημμένες αποτυχίες στην υπεράσπιση των αμάχων πριν από την καταστροφή. Η Ουκρανία δεν αποτελεί τη μοναδική δοκιμασία της. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή ο επιτιθέμενος είναι αναγνωρίσιμος, έχει ζητηθεί βοήθεια και υπάρχουν νόμιμα μέσα συλλογικής άμυνας.

Η Ευρώπη έχει ήδη κάνει πολλά, και οι περιορισμοί της είναι πραγματικοί. Το ερώτημα είναι αν θα προσαρμόσει τη στήριξή της πριν η ζημιά καταστεί μη αναστρέψιμη. Εάν η R2P δεν μπορεί να καθοδηγήσει την πολιτική υπό αυτές τις συνθήκες, ποιο πρακτικό νόημα διατηρεί; Αν όχι στην Ουκρανία, τότε πού;

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.