Σύνδεση συνδρομητών

Φρίντριχ Μερτς, ο Δον Κιχώτης της Γερμανίας

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2025 01:59
O Φρίντριχ Μερτς, φωτογραφημένος για την προεκλογική προβολή του στον Τύπο. Μετεκλογικά, παρά τη νίκη του, τα πρώτα δείγματα γραφής που έδωσε είναι αψυχολόγητα και δεν αποκαλύπτουν κάποια ηγετική ιδιοφυΐα.
Tobias Koch
O Φρίντριχ Μερτς, φωτογραφημένος για την προεκλογική προβολή του στον Τύπο. Μετεκλογικά, παρά τη νίκη του, τα πρώτα δείγματα γραφής που έδωσε είναι αψυχολόγητα και δεν αποκαλύπτουν κάποια ηγετική ιδιοφυΐα.

Μια σειρά από κινήσεις του, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, επόμενου γερμανού καγκελάριου μετά τις εκλογές αφήνουν πολλά ερωτήματα για την ικανότητά του στην ερμηνεία των δεδομένων της πολιτικής συγκυρίας και αν μπορεί να σταθεί στο ύψος των διεθνών περιστάσεων, αφού μοιάζουν με επιθέσεις σε πολιτικούς ανεμόμυλους. Ελπίζουμε να μη δίνουν και τον τόνο της μελλοντικής του Καγκελαρίας.

 Ένα από τα μετρημένα πράγματα στα οποία συμφωνώ με την Άνγκελα Μέρκελ: θεωρούσα πάντα πως ο Φρίντριχ Μερτς δεν είναι για πολλά. Για εμένα, θα είναι πάντα ο άνθρωπος που ως αρχηγός του μεγαλύτερου γερμανικού κόμματος δήλωσε πως οι ουκρανοί πρόσφυγες κάνουν «κοινωνικό τουρισμό» στη Γερμανία, που χαρακτήρισε τους γερμανούς μαθητές αραβικής καταγωγής «μικρούς πασάδες» και κατηγόρησε τους μετανάστες πως κλέβουν… τα ραντεβού των Γερμανών στον οδοντίατρο. Καλό είναι επίσης να θυμόμαστε ότι ο Μερτς δεν έχει αναλάβει ποτέ κάποιο κυβερνητικό πόστο, ούτε σε ομοσπονδιακό επίπεδο ούτε σε επίπεδο κρατιδίων ή κοινοτήτων (Gemeinden/Kommunen). Δεν έχει υπάρξει καν μέλος κάποιας δημοτικής αρχής.

Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος τα κατάφερε εντέλει να είναι ο υποψήφιος του CDU για την καγκελαρία, με την τρίτη και φαρμακερή προσπάθεια. Μετά τις εκλογές της Κυριακής, ο Μερτς και οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU/CSU) πρέπει να διαπραγματευτούν τον σχηματισμό κυβέρνησης με τους απερχόμενους κυβερνώντες Σοσιαλδημοκράτες (SPD), αν δε θέλουν να συγκυβερνήσουν με την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD). Στόχος καθόλου εύκολος, δεδομένων των σημαντικών διαφορών στα προεκλογικά προγράμματα των δυο κομμάτων, αλλά και της έντονης επίθεσης που εξαπέλυσαν μέλη του CDU κατά του SPD την προεκλογική περίοδο. Τα δυο κόμματα πρέπει να βρουν δισεκατομμύρια για τον γερμανικό στρατό, να συμφωνήσουν για το ακανθώδες ζήτημα της μετανάστευσης και να λύσουν τις διαφορές τους σε μια σειρά άλλων ζητημάτων, όπως την αύξηση του κατώτατου μισθού και την ηλικία συνταξιοδότησης. Ταυτόχρονα, στο διεθνές προσκήνιο κυριαρχεί το απόλυτο χάος που ξεχύθηκε από το κουτί της Πανδώρας που άνοιξε ο Τραμπ.

Με τι επέλεξε να ασχοληθεί ο Μερτς, που βρίσκεται στο μάτι αυτού του κυκλώνα, τις τρεις ημέρες μετά τις εκλογές; Με δυο κοντόφθαλμες, μικροπολιτικές επιθέσεις κατά της απερχόμενης κυβέρνησης, με τους επικεφαλής της οποίας θα πρέπει να σχηματίσει τη νέα κυβέρνηση, για θέματα αμιγώς κομματικά, που δεν απασχολούν μάλλον καν τους ψηφοφόρους του.

Α, και δηλώνοντας πως θα βρει τρόπο να τον επισκεφτεί ο Μπένγιαμιν Νετανιάχου στη Γερμανία, παρά το ένταλμα σύλληψης που έχει εκδώσει εις βάρος του το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και παρ’ όλο που το Ισραήλ τάχθηκε με τη Ρωσία, τη Βόρεια Κορέα και τις ΗΠΑ και κατά των Ευρωπαίων στο πρόσφατο ψήφισμα του ΟΗΕ για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Γιατί, Φρίντριχ, γιατί;

Πρώτη προτεραιότητα: Δεξιά κατά Γιαγιάδων

Το πρώτο θέμα που καίει τον «σημαντικότερο άντρα της Ευρώπης» και το κόμμα του μετά την όχι-και-τόσο θριαμβευτική τους νίκη στις εκλογές είναι το αν μια σειρά από ΜΚΟ, όπως μεταξύ άλλων η Greenpeace, οι «Γιαγιάδες κατά της Δεξιάς» και ο δημοσιογραφικός οργανισμός Correctiv παραβιάζουν το σκοπό ύπαρξής τους με το να κάνουν επίθεση στους Χριστιανοδημοκράτες. Θα μου πείτε: εδώ ο κόσμος καίγεται. Ο Μερτς απαντά: ναι, αλλά. Αφορμή υπήρξαν τα καλέσματα κάποιων οργανώσεων για συμμετοχή στις παγγερμανικές διαδηλώσεις κατά της Ακροδεξιάς που πυροδότησε η επιλογή του Μερτς να συνεργαστεί με το ακροδεξιό AfD σε δυο ψηφοφορίες στη γερμανική Βουλή τα τέλη Ιανουαρίου. Το CDU ισχυρίζεται πως, σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, αυτές οι οργανώσεις δεν επιτρέπεται να εκφράζονται κατά συγκεκριμένων κομμάτων επειδή είναι χαρακτηρισμένες ως κοινωφελείς οργανισμοί και λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση. Γι’ αυτό, λίγο πριν από τις εκλογές, το CDU έστειλε στην απερχόμενη κυβέρνηση 551 ερωτήσεις για τη χρηματοδότηση των οργανώσεων αυτών. Εν τω μεταξύ, η Greenpeace, οι «Γιαγιάδες κατά της Δεξιάς» και το Correctiv δεν λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση, ενώ το τελευταίο ούτε κάλεσε σε συμμετοχή στις συγκεντρώσεις ούτε συμμετείχε σε αυτές. Προφανώς, κάποιες από τις ανεξάρτητες δημοσιογραφικές του έρευνες ενόχλησαν.

Η κίνηση προκάλεσε γενική κατακραυγή, αφού οι περισσότεροι σχολιαστές και εμπλεκόμενοι την εκλαμβάνουν ως απόπειρα εκφοβισμού και ως μέρος ενός πολιτιστικού πολέμου (Kulturkampf) κατά της κοινωνίας των πολιτών. Ο Μερτς, αντί να προσπαθήσει να αποσιωπήσει μετεκλογικά το ζήτημα, επέλεξε αντ’ αυτού να ρίξει λάδι στη φωτιά μέσω υψηλόβαθμων στελεχών του κόμματος, οι οποίοι μιλάνε ασταμάτητα στα μέσα, με αποτέλεσμα το ζήτημα να κυριαρχεί σε τίτλους ειδήσεων και πρωτοσέλιδα. Το μέλλον διαγράφεται δυσοίωνο όταν, ενώ οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες περικυκλώνονται από ανελεύθερα καθεστώτα, οι μελλοντικοί κυβερνώντες στη Γερμανία δανείζονται κόλπα από το playbook του Όρμπαν, του Τραμπ και του AfD.

Όμως, ακόμα κι αν το δούμε εντελώς κυνικά, εμένα μου προκαλεί εξίσου μεγάλη, αν όχι μεγαλύτερη ανησυχία, και για έναν άλλο λόγο: μαρτυρά αδυναμία στρατηγικής σκέψης, κακή πολιτική επικοινωνία και εντελώς λάθος προτεραιότητες. Πού είναι η αίσθηση του κατεπείγοντος όταν η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με πολιτική αποσταθεροποίηση και στρατιωτικές απειλές; Και γιατί να επιτεθεί κανείς αμέσως μετά τις εκλογές στην κυβέρνηση που τις έχασε και με μέλη της οποίας πρέπει να συγκυβερνήσει, για ένα τόσο ασήμαντο ζήτημα που δεν θα παίξει κανένα ρόλο στην αυριανή διακυβέρνηση;

Δεύτερη προτεραιότητα: επίθεση στο SPD - Σάντσο Πάντσα

Και πάμε τώρα στο δεύτερο και ίσως ακόμα πιο άστοχο θέμα, το οποίο ο Μερτς επέλεξε να βάλει προκαταβολικά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό κυβέρνησης: την ανάκληση της μεταρρύθμισης του εκλογικού συστήματος της κυβέρνησης SPD. Κατά κοινή ομολογία των ειδικών, η μεταρρύθμιση ήταν σωστή, κατά κοινή ομολογία των πολιτικών σχολιαστών ήταν ίσως το μεγαλύτερο νομοθετικό επίτευγμα της προηγούμενης κυβέρνησης και κατά κοινή ομολογία των περισσότερων Γερμανών, δεν ήξεραν καν πώς ακριβώς λειτουργούσε το προηγούμενο σύστημα, και συγγνώμη, για ποιο πράγμα μιλούσαμε;

Για να μη γίνουν άστοχες συγκρίσεις με την Ελλάδα, αλλά και για να καταλάβετε πόσο τετριμμένο είναι το ζήτημα, συνοψίζω: στο εκλογικό σύστημα της Γερμανίας υπάρχουν δυο ψήφοι, η πρώτη, με την οποία επιλέγεις απευθείας έναν υποψήφιο, και η δεύτερη, με την οποία ψηφίζεις ένα κόμμα που έχει μια λίστα υποψηφίων, στους οποίους οι έδρες κατανέμονται με τη σειρά. Η μεταρρύθμιση αποσκοπούσε στο να μη «φουσκώνει» η γερμανική Βουλή με επιπλέον έδρες, κάτι το οποίο συνέβαινε όταν σε κάποιες εκλογικές περιφέρειες έβγαιναν μέσω της πρώτης ψήφου πρώτοι υποψήφιοι κομμάτων, το ποσοστό των οποίων  στην επικράτεια δεν τους παρείχε αρκετές έδρες ώστε να μπουν από την κομματική λίστα. Οι υποψήφιοι αυτοί έμπαιναν στη Βουλή και ταυτόχρονα αποζημιώνονταν τα άλλα κόμματα με περισσότερες έδρες για να μην προκύπτει δυσαναλογία με το εκλογικό αποτέλεσμα.

Έτσι, ενώ υποτίθεται πως η Βουλή είχε 598 έδρες, μετά τις εκλογές του 2021 κατέληξε να έχει 730. Με το νέο νόμο καταργήθηκε αυτή η πρόβλεψη αλλά αυξήθηκαν οι έδρες στις 630. Έτσι, στις φετινές εκλογές, 23 υποψήφιοι που βγήκαν πρώτοι σε ψήφους στις περιφέρειές τους δεν μπήκαν στη Βουλή, εκ των οποίων 18 είναι από το CDU/CSU. Έτσι, ο Μερτς παραπονιέται για αδικία, ενώ προφανώς δεν πρόκειται για αδικία, αφού και τα άλλα κόμματα θα αποζημιώνονταν με περισσότερες έδρες αν είχαν μπει οι δικοί του υποψήφιοι. Πρόκειται δηλαδή για ένα ανούσιο, κοστοβόρο παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος που το μόνο που καταφέρνει είναι να αυξάνει τη γραφειοκρατία και τα έξοδα του Κοινοβουλίου και να περιπλέκει κάθε διακομματική διαπραγμάτευση. Υποτίθεται δε πως το δημοσιονομικά συντηρητικό CDU είναι κατά της περιττής γραφειοκρατίας και των άχρηστων κρατικών εξόδων.

Υπάρχουν κι άλλα πολλά και καλά επιχειρήματα κατά της στάσης του Μερτς στο συγκεκριμένο ζήτημα, (το CDU έχει ήδη προσφύγει στο συνταγματικό δικαστήριο κατά της μεταρρύθμισης και δεν δικαιώθηκε). Θέτω, όμως, πάλι το ερώτημα: ποια η σκοπιμότητα τού να δίνεται μετεκλογικά προτεραιότητα σε αυτό το ζήτημα; Εν ολίγοις, γιατί ήταν τίτλος είδησης τη Δευτέρα μετά τις εκλογές; Υπάρχει περίπτωση να συμφωνήσει το SPD με την εξ ολοκλήρου αναίρεση της σημαντικότερης, ίσως, μεταρρύθμισής του; Ακόμη και να συμφωνούσε, όμως, η αναίρεση της μεταρρύθμισης αφορά εκλογές που θα ξαναγίνουν σε πέντε χρόνια, οπότε γιατί προωθεί το CDU αυτό το ζήτημα ενώ δεν έχουν καν αρχίσει οι διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό τη νέας κυβέρνησης;

Μέχρι στιγμής, ο Μερτς επιτίθεται σε πολιτικούς ανεμόμυλους (αλλά και σε αληθινές ανεμογεννήτριες, τις οποίες θεωρεί άσχημες). Εύχομαι, παρ’ όλα αυτά, ολόψυχα ο Φρίντριχ Μερτς, παρά το κακό ιστορικό του και την παντελή έλλειψη εμπειρίας στη διακυβέρνηση, να επιτύχει στο έργο του και να ηγηθεί μιας δυναμικής και αποτελεσματικής κυβέρνησης που μπορεί να διαχειριστεί κρίσεις, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να προστατέψει τη δημοκρατία στην Ευρώπη. Όμως, τα προγνωστικά των προκριματικών δεν είναι καλά.

Ειρήνη Σωτηροπούλου

Έχει σπουδάσει φιλοσοφία και σινολογία στο Ελεύθερο
Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Έχει εργαστεί στο πρότζεκτ «Βιώσιμες Κυκλάδες» και γράφει για το inside story.

Τελευταία άρθρα από τον/την Ειρήνη Σωτηροπούλου

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.