αδυνατώ [aδinató]Ρ10.9α (μόνο στο ενεστ. θ.):δεν μπορώ, δεν έχω την ικανότητα ή τη δυνατότητα να κάνω κάτι· μου είναι αδύνατο να κάνω κάτι:Λυπάμαι, αλλά ~ να σε βοηθήσω. Aδυνατούν να κρίνουν ή να αποφασίσουν μόνοι τους.
αδυνατίζω
1.(αμετάβατο) χάνω βάρος και γίνομαι πιο αδύνατος
2.(αμετάβατο) γίνομαι λιγότερο ισχυρός, εξασθενώ
η άμυνα σ' αυτό το σημείο του τείχους είχε αδυνατίσει
3.(μεταβατικό) προκαλώ σε κάποιον απώλεια βάρους ή/και δυνάμεων
τον αδυνάτισε η αρρώστια
ο σκακιστής με μια λανθασμένη κίνηση αδυνάτισε την άμυνά του
Αυτά μας λένε τα λεξικά.
Φαίνεται, ωστόσο, ότι για κάποια αδέσμευτα και ανατρεπτικά πνεύματα το τι λένε τα λεξικά είναι αδιάφορο. Έτσι βλέπουμε –και ακούμε- κατά καιρούς σημεία και τέρατα.
Ένα τέτοιο τερατάκι ήταν και το «αδυνατούμε το επιχείρημα» που ακούστηκε πρόσφατα από τα χείλη του κυρίου Τσίπρα. Φαίνεται δεν ήταν αρκετός ο πυροβολισμός στο πόδι –έπρεπε να σκοτώσουμε κι ένα ρηματάκι.
Όσο κι αν τα άρθρα που ακολούθησαν, σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, διορθώνουν με δική τους πρωτοβουλία (;) το λάθος αντικαθιστώντας το με το ρήμα «αποδυναμώνουν», το βίντεο που ακολουθεί (κάπου εκεί στο 9:44) αποδεικνύει ότι μπορεί μεν κάποια scripta να αλλοιώνουν την αλήθεια, αλλά κάποια έπεα παύουν να είναι πτερόεντα όταν απαθανατίζονται χάρη στο φακό.
https://www.youtube.com/watch?v=f74z0MyPc2w
Τώρα, θα μου πει κανείς... ψιλά γράμματα. Και μπορεί να ‘χει και δίκιο.