ΚΚΣΕ
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΌταν φοιτητές και εργάτες εξεγέρθηκαν εναντίον του «εργατικού κράτους»
Ουγγαρία, 23 Οκτωβρίου 1956. Εβδομήντα χρόνια από μια επανάσταση που συνέτριψαν τα σοβιετικά τανκς, αλλά που εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις πιο αποκαλυπτικές στιγμές της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας.
Στις 23 Οκτωβρίου 1956, μια ειρηνική φοιτητική διαμαρτυρία στη Βουδαπέστη εξελίχθηκε σε πραγματική λαϊκή επανάσταση. Χιλιάδες εργάτες και πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους, γκρέμισαν το τεράστιο άγαλμα του Στάλιν και διεκδίκησαν την ελευθερία και την ανεξαρτησία της χώρας τους. Η εξέγερση εξαπλώθηκε με ταχύτητα, παρασύροντας το κομμουνιστικό καθεστώς σε μια κρίση από την οποία δεν μπορούσε πλέον να εξέλθει με τα συνηθισμένα μέσα της πολιτικής καταστολής.
Υπάρχει μια φωτογραφία από την ουγγρική επανάσταση του 1956 που συμπυκνώνει το νόημά της. Μια ουγγρική σημαία κυματίζει στους δρόμους της Βουδαπέστης, έχοντας μια μεγάλη τρύπα στο κέντρο της. Οι διαδηλωτές έχουν αφαιρέσει το κομμουνιστικό έμβλημα από το εθνικό τους σύμβολο. Εκείνο το κενό, μέσα στο ύφασμα, εκφράζει μια ολόκληρη πολιτική διεκδίκηση. Ένας λαός απαιτεί να αποκτήσει ξανά την κυριότητα της χώρας του.
Το κίνημα αποκτά σύντομα συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Ο Ίμρε Νάγκυ, μεταρρυθμιστής κομμουνιστής, αναλαμβάνει την πρωθυπουργία. Στις 30 Οκτωβρίου ανακοινώνεται η κατάργηση του μονοκομματικού συστήματος και η αποκατάσταση του πολυκομματισμού, ενώ ανοίγει ο δρόμος για ελεύθερες εκλογές. Την 1η Νοεμβρίου η Ουγγαρία κηρύσσει την ουδετερότητά της και την αποχώρησή της από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Για μερικές ημέρες, η Βουδαπέστη ζει την εμπειρία μιας ελευθερίας που έμοιαζε αδιανόητη στο σοβιετικό στρατόπεδο.
Το ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον της ουγγρικής επανάστασης βρίσκεται στο γεγονός ότι σημαντικό μέρος των εξεγερμένων προερχόταν από τις κοινωνικές δυνάμεις στο όνομα των οποίων υποτίθεται ότι κυβερνούσε το κομμουνιστικό καθεστώς. Οι εργάτες συγκροτούσαν επαναστατικά συμβούλια, διεκδικούσαν πραγματική συμμετοχή στη διοίκηση των εργοστασίων και απαιτούσαν την αποκατάσταση της εθνικής ανεξαρτησίας. Ανάμεσά τους υπήρχαν άνθρωποι που εξακολουθούσαν να πιστεύουν στον σοσιαλισμό, αλλά αρνούνταν τη σοβιετική κηδεμονία και την κομματική δικτατορία.
Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα καθιστούσε την επανάσταση ιδιαίτερα επικίνδυνη για τη Μόσχα. Αποκάλυπτε ότι η εργατική τάξη μπορούσε να εξεγερθεί εναντίον ενός κράτους που ισχυριζόταν ότι κυβερνούσε για λογαριασμό της. Οι κοινωνίες μπορούσαν να απορρίψουν τον ολοκληρωτισμό χωρίς να χρειάζονται καθοδήγηση από κάποια ξένη δύναμη. Η ελευθερία αποδεικνυόταν διεκδίκηση ισχυρότερη από την ιδεολογική πειθαρχία.
Η σοβιετική ηγεσία είχε ήδη επέμβει στρατιωτικά από τις πρώτες ημέρες της εξέγερσης. Στις 4 Νοεμβρίου εξαπέλυσε τη μεγάλη επιχείρηση καταστολής. Χιλιάδες στρατιώτες και τεθωρακισμένα εισέβαλαν στη Βουδαπέστη και στις υπόλοιπες εξεγερμένες περιοχές. Οι οδομαχίες υπήρξαν σκληρές. Οι Ούγγροι αντιστάθηκαν με όσα μέσα διέθεταν απέναντι σε μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές μηχανές του κόσμου.
Περισσότεροι από 2.500 Ούγγροι έχασαν τη ζωή τους, περίπου 200.000 εγκατέλειψαν τη χώρα και χιλιάδες άνθρωποι γνώρισαν τις φυλακές, τις διώξεις και τις εκτοπίσεις. Εκατοντάδες εκτελέστηκαν κατά τη διάρκεια των αντιποίνων. Ανάμεσά τους ο ίδιος ο Ίμρε Νάγκυ, που εκτελέστηκε στις 16 Ιουνίου 1958, ύστερα από μια πολιτική δίκη.
Η επανάσταση είχε ηττηθεί στρατιωτικά. Οι συνέπειές της όμως υπερέβησαν κατά πολύ τα ουγγρικά σύνορα.
Το 1956 αποτέλεσε μια βαθιά δοκιμασία για την ευρωπαϊκή Αριστερά και ιδιαίτερα για τη διανόηση που εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τη Σοβιετική Ένωση ως ιστορικό φορέα της ανθρώπινης χειραφέτησης. Μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, ο Νικήτα Χρουστσόφ είχε καταγγείλει στο 20ό Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης τα εγκλήματα του Στάλιν. Τώρα, η ίδια η σοβιετική εξουσία έστελνε τα άρματά της για να συντρίψουν ένα λαό που ζητούσε ελευθερία.
Η αντίφαση ήταν συντριπτική. Για όσους είχαν ταυτίσει τον σοσιαλισμό με τη δημοκρατική χειραφέτηση, η Βουδαπέστη επέβαλλε μια επώδυνη αναθεώρηση. Για άλλους, η κομματική πίστη αποδείχθηκε ισχυρότερη από την πραγματικότητα. Η εξέγερση βαφτίστηκε «αντεπανάσταση», οι επαναστάτες παρουσιάστηκαν ως όργανα του ιμπεριαλισμού και η στρατιωτική εισβολή ως αναγκαία προστασία του σοσιαλισμού.
Επρόκειτο για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιδεολογικής διαστροφής της γλώσσας: η κατοχή ονομαζόταν απελευθέρωση και η συντριβή μιας λαϊκής επανάστασης υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων.
Ο Αλμπέρ Καμύ υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πνευματικές φωνές που υπερασπίστηκαν τους Ούγγρους. Στο κείμενό του Το αίμα των Ούγγρων κατήγγειλε τη σοβιετική τρομοκρατία, αλλά και την ευκολία με την οποία ο δυτικός κόσμος χειροκροτούσε τους αγωνιστές της ελευθερίας, χωρίς να αναλαμβάνει το κόστος της υπεράσπισής τους. Η Χάνα Άρεντ, στη μελέτη της Ολοκληρωτικός ιμπεριαλισμός: Σκέψεις για την ουγγρική επανάσταση (1958), αναγνώρισε στη συλλογική και αυθόρμητη πολιτική δράση των εξεγερμένων μια εντυπωσιακή απόδειξη της ανθρώπινης ικανότητας για ελευθερία. Οι παρεμβάσεις αυτές είχαν ιδιαίτερη σημασία. Αντιμετώπιζαν την ουγγρική επανάσταση ως γεγονός με αυτόνομη ιστορική και ηθική αξία, πέρα από τις σκοπιμότητες του Ψυχρού Πολέμου.
Η Δύση, άλλωστε, παρά τις δημόσιες διακηρύξεις της, απέφυγε οποιαδήποτε στρατιωτική αναμέτρηση με τη Σοβιετική Ένωση για την Ουγγαρία. Η ταυτόχρονη κρίση του Σουέζ απορροφούσε μεγάλο μέρος της διεθνούς προσοχής. Οι Ούγγροι ανακάλυψαν με τον σκληρότερο τρόπο τα όρια της διεθνούς αλληλεγγύης και της γεωπολιτικής πραγματικότητας.
Εβδομήντα χρόνια αργότερα, η ουγγρική επανάσταση εξακολουθεί να θέτει ένα ερώτημα που αφορά ολόκληρη την ευρωπαϊκή ιστορία: με ποιο δικαίωμα μια εξουσία, επικαλούμενη έναν ανώτερο ιστορικό σκοπό, στερεί από έναν λαό την ελευθερία να αποφασίζει για την τύχη του;
Η απάντηση δόθηκε στους δρόμους της Βουδαπέστης, πολύ πριν καταρρεύσει το σοβιετικό οικοδόμημα. Την έδωσαν οι φοιτητές που διαδήλωσαν, οι εργάτες που συγκρότησαν συμβούλια, οι πολίτες που αντιστάθηκαν στα τανκς και όσοι πλήρωσαν την εξέγερσή τους με τη ζωή ή την εξορία.
Η 23η Οκτωβρίου 1956 αποτελεί μια από τις μεγάλες επαναστατικές στιγμές του ευρωπαϊκού εικοστού αιώνα. Και υπενθυμίζει κάτι που οι ιδεολογίες και οι αυτοκρατορίες επιχείρησαν επανειλημμένα να διαγράψουν: η ελευθερία ενός λαού δεν μπορεί να τίθεται υπό την έγκριση εκείνων που τον κυβερνούν, πολύ περισσότερο εκείνων που τον κατέχουν.
«Ζήσε ακόμα πολύ, πάρα πολύ, μεγάλε Στάλιν!»
Στις 18 Δεκεμβρίου 1949, μερικές εβδομάδες μετά τη συντριβή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) στον Γράμμο και τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, ένας από τους πιο «φωτισμένους» ηγέτες του ΚΚΕ, ο Νίκος Μπελογιάννης, ο «άνθρωπος με το γαρύφαλλο», που αγιοποιήθηκε στα χρόνια της Μεταπολίτευσης όσο λίγοι άλλοι, απηύθυνε ομιλία προς τα μέλη του ΚΚΕ με την ευκαιρία των γενεθλίων του Στάλιν (18 Δεκεμβρίου 1878, Γκόρι, Γεωργία).
«Ανήκαν ή όχι στον Χριστό τα ρούχα που φορούσε;»
Πάλι για την Τριλογία του Στρατή Τσίρκα. Μια ανταπάντηση στον Γιάννη Παπαθεοδώρου. Τεύχος 146 (Τα κείμενα του διαλόγου, με τη σειρά δημοσίευσής τους: Η πρώτη παρέμβαση του Περικλή Φ. Κωνσταντινίδη: https://booksjournal.gr/dialogos/4540-organosi-sto-strato-ean-sas-eixa-stin-ispania-tha-sas-ekteloysa?fbclid=IwAR0rPb6WNATv0Z14v953rhYagsf3nQgLF6lAFpreJQvSrS4SY2VgD4x8ceU Ακολουθεί η απάντηση του καθηγητή Γιάννη Παπαθεοδώρου: https://booksjournal.gr/dialogos/4590-ena-tsigaro-dromos Παρατίθεται και η παρέμβαση του Γιώργου Σίμου: https://booksjournal.gr/dialogos/4625-i-kritiki-ston-tsirka Το κείμενο που ακολουθεί κλείνει (προσωρινά, επειδή όταν ανοίγουν τέτοια ζητήματα δεν κλείνουν εύκολα) τη συζήτηση.