Σύνδεση συνδρομητών

Μέση Ανατολή

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Ο πολυθρησκευτικός Λίβανος

Δημήτρης Λυβάνιος

Δημήτρης Κούρκουλας, Λίβανος. Μια ξεχωριστή χώρα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 160 σελ.

Δεν αποτελεί υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι κάθε χώρα επιθυμεί να είναι «ξεχωριστή», με τους δικούς της τρόπους και για τους δικούς της λόγους. Λίγες, όμως, φαίνεται να το κατόρθωσαν στο βαθμό που το πέτυχε ο Λίβανος· και από την άποψη αυτή, ο τίτλος του βιβλίου του Δημήτρη Κούρκουλα είναι εύστοχος. Πράγματι, η μικρή αυτή χώρα της Μέσης Ανατολής, με έκταση όση η μισή Πελοπόννησος, παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες, οι οποίες την καθιστούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση για τη μελέτη μιας σειράς ζητημάτων, όπως οι προκλήσεις της οικοδόμησης εθνικής ταυτότητας σε μια κατακερματισμένη κοινωνία, ο ρόλος της θρησκείας σε μια πολυθρησκευτική χώρα και η επίδρασή της στο πολιτικό σύστημα.

Στιγμιότυπο οθόνης 2026 09 22 11.47.50 μμ

Τέσσερις χάρτες του Λιβάνου, σε τέσσερις διαφορετικές χρονικές περιόδους. 1. Χάρτης του 1862, συνταγμένος από τη γαλλική αποστολή του Beaufort d’Hautpoul, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως πρότυπο για τα σύνορα του Μεγάλου Λιβάνου το 1920. 2. Xάρτης του Μουτεσαφιράτου του Όρους Λιβάνου, περίπου του 1900. 3. Χάρτης της Γαλλικής Εντολής και των κρατών που δημιουργήθηκαν το 1920. 4. Πρόσφατος χάρτης, που δείχνει την κατανομή των θρησκευτικών ομάδων του Λιβάνου σύμφωνα με τα δεδομένα των δημοτικών εκλογών του 2009. Με διακεκομμένη γραμμή προσδιορίζονται τα όρια του Μουτεσαριφάτου.

Με δεδομένο ότι ο Λίβανος βρίσκεται στη Μέση Ανατολή, είναι εύλογο να ξεκινήσει η απαρίθμηση των ιδιαιτεροτήτων του από τη θρησκεία: ο Λίβανος είναι η μοναδική χώρα της περιοχής όπου το χριστιανικό στοιχείο, αν και όχι πλέον αριθμητικά κυρίαρχο, όπως ήταν στα αρχικά στάδια της ιστορικής του πορείας, εξακολουθεί να έχει εξαιρετικά σημαντική παρουσία και να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή. Η έντονη αυτή χριστιανική διάσταση του Λιβάνου (η οποία ενισχύεται περαιτέρω και από τα όχι ευάριθμα δυτικά εκπαιδευτικά του ιδρύματα) του έχει επιτρέψει επίσης και μια, σχετική πάντοτε, πολιτισμική εγγύτητα προς την Ευρώπη, η οποία δεν ανιχνεύεται με την ίδια ένταση σε άλλες αραβικές ή ισλαμικές χώρες. Μια δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι και αυτή συνδεδεμένη με τη θρησκεία: παρότι ο Λίβανος ακολουθεί σε γενικές γραμμές τις τυπικές αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τα πολιτικά αξιώματα δεν δίδονται στη βάση των εκλογικών αποτελεσμάτων των κομμάτων αλλά διαμοιράζονται ανάλογα με το θρήσκευμα. Τέλος, σε μια περιοχή όπου η δημοκρατία είτε είναι εξαιρετικά αδύναμη είτε δεν υπάρχει καθόλου, ο Λίβανος παραχωρεί στους πολίτες του σημαντικά περιθώρια πολιτικής ελευθερίας, ενώ θεωρείται και ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της αραβικής διανόησης. Όπως παρατηρεί ο Κούρκουλας:

Παρ’ όλες τις αδυναμίες του πολιτικού του συστήματος, [ο Λίβανος] είναι αναμφίβολα η πιο δημοκρατική χώρα στον αραβικό κόσμο, είναι η χώρα που προστατεύει την ελευθερία έκφρασης και την ελευθερία του Τύπου, γεγονός που έχει καταστήσει τη Βηρυτό σημαντικό κέντρο των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης. (σ. 31)

Οι ιδιαιτερότητες αυτές οφείλονται, βέβαια, στο ιστορικό παρελθόν της χώρας και συνεπώς μπορούν να κατανοηθούν μόνο αν τοποθετηθούν στο ιστορικό τους πλαίσιο. Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η χρήση του όρου «Λίβανος» ως δηλωτικού της σημερινής χώρας είναι σχετικά πρόσφατη. Πριν από τον 20ό αιώνα, η λέξη «Λίβανος» αναφερόταν σε μια μικρή περιοχή η οποία περιοριζόταν κυρίως στο όρος Λίβανος και τα γύρω εδάφη. Η περιοχή αυτή ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τον 16ο έως και τις αρχές του 20ού αιώνα και είχε εσωτερική αυτονομία. H μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού της ήταν χριστιανοί Μαρωνίτες, ενώ ακολουθούσαν οι Δρούζοι, οι ορθόδοξοι χριστιανοί (οι οποίοι είναι γνωστοί με τον όρο «Ελληνορθόδοξοι»), οι Μελκίτες (γνωστοί και ως «Ελληνοκαθολικοί») και οι σουνίτες μουσουλμάνοι.[1] Αρχικά, η ημιαυτόνομη αυτή οντότητα ήταν Εμιράτο και οι εμίρηδες ήταν Δρούζοι και στη συνέχεια Μαρωνίτες ή σουνίτες μουσουλμάνοι· από το 1861, μετά από έναν αιματηρό εμφύλιο μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων, η περιοχή έγινε Mουτεσαριφάτο.[2]

 

Mουτεσαριφάτο

Η περίοδος του οθωμανικού Mουτεσαριφάτου (1861-1918), του πρώτου προπλάσματος του μεταγενέστερου λιβανέζικου κράτους, σηματοδότησε μια «μακρά ειρήνη» σε ό,τι αφορούσε την εσωτερική του κατάσταση, καθώς Μαρωνίτες, Ορθόδοξοι, Δρούζοι και Σουνίτες συμβίωναν χωρίς υπέρμετρη οξύτητα και διακοινοτική βία.[3] Δεδομένου ότι στην προνεωτερική Οθωμανική Αυτοκρατορία η θρησκεία έπαιζε τον κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση των συλλογικών ταυτοτήτων, οι Λιβανέζοι δεν αποτελούσαν εξαίρεση: καθ’ όλη την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας η ισχυρότερη ταυτοτική τους συνθήκη παρέμεινε η θρησκεία τους και όχι κάποια αίσθηση εθνικής (και διαθρησκειακής) ταυτότητας. Έτσι, για παράδειγμα, οι άραβες ορθόδοξοι χριστιανοί του Mουτεσαριφάτου του Λιβάνου ανήκαν και αυτοί στην ορθόδοξη κοινότητα του οθωμανικού «Μιλλέτ των Ρωμιών» («Millet-i Rum»), μαζί με τους Έλληνες, τους Σλάβους, τους Βλάχους, τους ορθόδοξους Αλβανούς και, βεβαίως, τους άλλους ορθόδοξους Άραβες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (οι οποίοι βρέθηκαν τον 20ό αιώνα στη Συρία, στο Ιράκ και στην Ιορδανία).

Η βάση της διοίκησης του Mουτεσαριφάτου ήταν ο Οργανικός Νόμος του 1861, προϊόν διαπραγματεύσεων των Οθωμανών με τις ευρωπαϊκές Μεγάλες Δυνάμεις και ιδίως με την Αυστρία και τη Γαλλία, η οποία και είχε αναγορεύσει τον εαυτό της προστάτη των καθολικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ένα ρόλο που πολλοί Μαρωνίτες έβλεπαν με συμπάθεια. Το Μουτεσαριφάτο είχε εσωτερική αυτονομία και τους μουτεσαρίφες τους επέλεγε ο σουλτάνος· δεν είχαν καταγωγή ή άλλου είδους σχέση με τον Λίβανο και ήταν απλά ανώτατοι οθωμανοί αξιωματούχοι με κύρος και εμπειρία, ήταν δε πάντοτε χριστιανοί και μάλιστα καθολικοί: από τους οκτώ μουτεσαρίφες της περιόδου 1861-1914 δύο ήταν αρμένιοι καθολικοί, τρεις ήταν Μελκίτες και τρεις ρωμαιοκαθολικοί (ένας Αλβανός, ένας ιταλικής καταγωγής και ένας πολωνικής).[4] Ο Οργανικός Νόμος προέβλεπε επίσης και ένα δωδεκαμελές συμβουλευτικό όργανο, στο οποίο συμμετείχαν όλες οι θρησκευτικές ομάδες.  Από τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι η ανάδυση του Λιβάνου στη νεότερη ιστορία ως μια οθωμανική ημιαυτόνομη επαρχία τού προσέδωσε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία και επρόκειτο να απολαύσουν μιαν ασυνήθιστα μακρά ζωή: πρώτον, το όρος Λίβανος (είτε ως Εμιράτο είτε ως Μουτεσαριφάτο) θα ήταν μια ουσιαστικά χριστιανική νησίδα μέσα σε μια ισλαμική θάλασσα· δεύτερον, η εξουσία θα διαμοιραζόταν στη βάση θρησκευτικών και όχι πολιτικών ή άλλων κοσμικών κριτηρίων και, τρίτον, καμία θρησκευτική ομάδα (ανεξαρτήτως του πληθυσμιακού μεγέθους της) δεν θα έμενε εκτός εξουσίας αλλά όλες θα είχαν μια θεσμικά κατοχυρωμένη θέση και πολιτική εκπροσώπηση.

Ο Λίβανος με τα σύνορα και την έκταση που έχει σήμερα είναι αποτέλεσμα της γαλλικής κυριαρχίας στην περιοχή. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Συρία και ο Λίβανος πέρασαν στη γαλλική σφαίρα επιρροής. Αρχικά αυτό έγινε με την περίφημη (και για πολλούς: διαβόητη)  «Συμφωνία Σάικς-Πικό» (1916) ανάμεσα στη Γαλλία και τη Βρετανία, η οποία και έσυρε «μια γραμμή στην άμμο» των μεταοθωμανικών αραβικών περιοχών· στη συνέχεια, η γαλλική παρουσία επισημοποιήθηκε με την «Εντολή» («Mandate») της Κοινωνίας των Εθνών. Στο πλαίσιο αυτό, η Γαλλία δημιούργησε  τον λεγόμενο «Μεγάλο Λίβανο» («Grand Liban») το 1920, προσθέτοντας στο παλαιό οθωμανικό Μουτεσαριφάτο την κοιλάδα Μπεκάα, ορισμένες σημαντικές πόλεις (Βηρυτός, Τρίπολη, Τύρος και Σιδώνα) καθώς και εκτεταμένα εδάφη στον νότο.[5] Όπως είναι προφανές, η απόφαση αυτή σφράγισε τη μετέπειτα φυσιογνωμία της χώρας.

 

Η ανεξαρτησία

Η μεγέθυνση του Λιβάνου ήταν επιθυμητή από τους Μαρωνίτες, καθώς θα επέτρεπε στο νεοπαγές κράτος να έχει μια αυτόνομη πορεία και επιπλέον θα του έδινε και μια σημαντική οικονομική ενίσχυση με την εύφορη κοιλάδα Μπεκάα και την πρόσκτηση των πόλεων και ιδίως της ακμάζουσας Βηρυτού.[6] Από την άλλη μεριά, η εισδοχή των νέων εδαφών, όπου κατοικούσαν κυρίως μουσουλμάνοι, απομείωσε την αριθμητική ισχύ του χριστιανικού στοιχείου, αν και αυτό θα παρέμενε πλειοψηφικό για αρκετά χρόνια ακόμα. Επιπλέον, η δημιουργία του «Μεγάλου Λιβάνου» είχε επακόλουθο και την εμφάνιση για πρώτη φορά στη λιβανέζικη ιστορία ενός σημαντικού αριθμού σιιτών μουσουλμάνων, οι οποίοι κατοικούσαν κυρίως στον νότο και την κοιλάδα Μπεκάα, γεγονός που επρόκειτο να αποκτήσει ιδιαίτερο ειδικό βάρος στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Για τους Μαρωνίτες (αλλά και για ένα μέρος των υπόλοιπων χριστιανών), η ύπαρξη του Λιβάνου ως ανεξάρτητου κράτους ήταν η μόνη επιλογή που θα διασφάλιζε την πολιτική τους θέση (ενίοτε και την κυριαρχία τους), καθώς η εναλλακτική λύση θα ήταν η πλήρης απορρόφησή του από μια μουσουλμανική «Μεγάλη Συρία», κάτι που απεύχονταν μεν οι Μαρωνίτες αλλά επιθυμούσαν οι μουσουλμάνοι τόσο της Συρίας όσο και του Λιβάνου. Έναν ανεξάρτητο Λίβανο, βέβαια, ευνοούσαν και οι Γάλλοι (αν και όχι ομόθυμα) για την προώθηση των δικών τους συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Αρχικά, οι Γάλλοι διοικούσαν άμεσα τη χώρα μέσω γάλλων διοικητών, τους οποίους επικουρούσε ένα συμβουλευτικό σώμα με μέλη από όλες τις θρησκείες, σύμφωνα και με τη λιβανέζικη παράδοση. Από το 1926, ωστόσο, ο Λίβανος απέκτησε σύνταγμα και το ίδιο έτος ιδρύθηκε η «Δημοκρατία του Λιβάνου», αλλά ο γαλλικός έλεγχος παρέμεινε και η χώρα απέκτησε τελικά την ανεξαρτησία της το 1943, ενώ οι τελευταίοι γάλλοι στρατιώτες αποχώρησαν το 1946.[7]

Μια κεφαλαιώδης εξέλιξη στη νεότερη πολιτική ιστορία του Λιβάνου ήταν αναμφίβολα η σύναψη του λεγόμενου «Εθνικού Συμφώνου», το 1943. Το Σύμφωνο αυτό ήταν μεν προφορικό αλλά αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτικό και αποτέλεσε την κρηπίδα πάνω στην οποία χτίστηκε η ιστορική πορεία του Λιβάνου ως ανεξάρτητου κράτους. Ακολουθώντας την παράδοση, το Σύμφωνο προέβλεπε ότι οι θέσεις εξουσίας θα διαμοιράζονταν με βάση την αναλογική εκπροσώπηση όλων των δογμάτων και των θρησκειών της χώρας και όριζε ότι ο πρόεδρος θα είναι πάντοτε Μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός σουνίτης μουσουλμάνος και ο πρόεδρος της Βουλής σιίτης. Τόσο οι βουλευτικές έδρες όσο και οι θέσεις του δημόσιου τομέα θα υπάγονταν στη συνέχεια και αυτές σε ένα ανάλογο καθεστώς με βάση τη θρησκεία, έτσι ώστε όλα τα δόγματα να έχουν έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών και δημόσιων λειτουργών. Προκειμένου δε να υπολογιστούν οι θέσεις που θα καταλάμβανε η κάθε θρησκεία, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία που προέκυψαν από την απογραφή του 1932, η οποία και είχε δώσει μια οριακή χριστιανική πλειοψηφία, με τους Μαρωνίτες να είναι η μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα, ακολουθούμενη από τους σουνίτες, τους σιίτες, τους ορθόδοξους, τους Δρούζους και τους Μελκίτες. Είναι σημαντικό να αναφερθεί εδώ ότι, προκειμένου να διατηρηθούν οι πρόνοιες αυτές (αλλά και η βαρύνουσα θέση των χριστιανών στη χώρα), ο Λίβανος δεν διενήργησε καμία άλλη απογραφή, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή να διερευνηθεί με απόλυτη ακρίβεια και από επίσημες πηγές η εξέλιξη των δημογραφικών μεγεθών της χώρας μετά το 1932.[8]

Εκτός από αυτές τις σημαντικές διατάξεις, όμως, το «Εθνικό Σύμφωνο» σηματοδοτούσε κάτι πολύ ευρύτερο: επρόκειτο, ουσιαστικά, για μια δέσμευση των χριστιανών και των μουσουλμάνων ηγετών του Λιβάνου ότι η χώρα θα εξακολουθούσε να υφίσταται ως ανεξάρτητο κράτος. Προκειμένου να συμβεί αυτό, βέβαια, έπρεπε να γίνουν εκατέρωθεν παραχωρήσεις, οι οποίες, εκτός από το ζήτημα της πολιτικής ισχύος, άγγιζαν και ουσιαστικά ζητήματα ταυτότητας: οι μεν μουσουλμάνοι θα αναγνώριζαν την ανεξάρτητη ύπαρξη του Λιβάνου και θα εγκατέλειπαν την προοπτική εισόδου του σε μια «Μεγάλη Συρία», ενώ οι Μαρωνίτες θα εγκατέλειπαν τα όποια σχέδια είχαν για πρόσδεση της χώρας στη Γαλλία και θα αποδέχονταν ότι ο Λίβανος έχει μια καθαρά αραβική ταυτότητα. Οι παραχωρήσεις αυτές δεν ήταν εύκολες, ούτε και έγιναν ειλικρινώς αποδεκτές από όλους: πολλοί Μαρωνίτες εξακολούθησαν να αρνούνται ότι είναι εθνοτικά  Άραβες, υιοθέτησαν την άποψη ότι κατάγονται από τους Φοίνικες και τόνιζαν τη «μεσογειακή» διάσταση της ταυτότητάς τους, ενώ σημαντικό μέρος των μουσουλμάνων αρνείτο να ενταφιάσει τα φιλοσυριακά ή/και παναραβικά του αισθήματα.

Σε κάθε περίπτωση, αυτός ο ιδιότυπος «ιστορικός συμβιβασμός» μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων απεδείχθη εξαιρετικά ανθεκτικός και ο Λίβανος εξακολουθεί να υφίσταται ως ενιαίο κράτος στο οποίο συμβιώνουν διαφορετικές θρησκείες, παρά τη θυελλώδη πολιτική ζωή της χώρας και τις εξαιρετικά αντίξοες τοπικές και διεθνείς συνθήκες. Οι προκλήσεις και οι δυσχέρειες που αντιμετώπισε ο Λίβανος μετά την ανεξαρτησία του δεν ήταν λίγες: ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος (1975-1990), η μακρόχρονη συριακή παρουσία (1976-2005), η ισραηλινή κατοχή νότιων εδαφών της χώρας (1982-2000), η εμπλοκή του Λιβάνου στο Παλαιστινιακό Ζήτημα, η πολύχρονη εγκατάσταση χιλιάδων παλαιστίνιων προσφύγων και η ανάδυση της σιιτικής οργάνωσης Χεζμπολάχ, ως όργανο του Ιράν αλλά και φορέα ενδυνάμωσης του σιιτικού στοιχείου, έφεραν συχνά τον Λίβανο στα όριά του και έθεσαν σε κίνδυνο ακόμα και αυτή την ύπαρξή του. Επιπλέον, την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, ο Λίβανος βρίσκεται μπροστά σε νέες και εξαιρετικά δυσοίωνες εξελίξεις λόγω του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν και της συμμετοχής σε αυτόν της Χεζμπολάχ, γεγονός που οδήγησε σε νέο κύκλο ισραηλινών επιθέσεων.

Lebanese Christian men from Mount Lebanon late 1800s

Λιβανέζοι χριστιανοί στρατιώτες του Μουτεσαριφάτου του Όρους Λιβάνου με πλήρη εξάρτυση, τέλη του 19ου αιώνα. Η περίοδος του οθωμανικού Mουτεσαριφάτου (1861-1918), του πρώτου προπλάσματος του μεταγενέστερου λιβανέζικου κράτους, σηματοδότησε μια «μακρά ειρήνη» σε ό,τι αφορούσε την εσωτερική του κατάσταση, καθώς Μαρωνίτες, Ορθόδοξοι, Δρούζοι και Σουνίτες συμβίωναν χωρίς υπέρμετρη οξύτητα και διακοινοτική βία.

mideastimage.com

 

Ιδιαιτερότητες

Εύλογα, η σημερινή κατάσταση αναζωπύρωσε και στην Ελλάδα το ενδιαφέρον για τον Λίβανο και, κατά συνέπεια, το βιβλίο του Δημήτρη Κούρκουλα δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί σε προσφορότερη συγκυρία. Ο συγγραφέας, ανώτατο στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και υφυπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας (2012-2015), έχει την απαιτούμενη σκευή για να προσεγγίσει με επάρκεια το θέμα του, καθώς υπηρέτησε ως πρέσβης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον Λίβανο την περίοδο 1997-2001 και ήταν, μάλιστα, ο πρώτος πρέσβης που έστειλε η ΕΕ στη χώρα μετά τον εμφύλιο πόλεμο.[9] Δύο σημεία χρειάζεται να αναφερθούν εξαρχής: το πρώτο είναι ότι το βιβλίο αυτό (έκτασης 157 σελίδων) έχει εισαγωγικό χαρακτήρα και είναι γραμμένο για να διαβαστεί από τον μέσο, πεπαιδευμένο αναγνώστη, ο οποίος ενδιαφέρεται να αποκτήσει μια πρώτη επαφή με τη λιβανέζικη πραγματικότητα. Το στόχο αυτό ο Κούρκουλας τον πετυχαίνει απολύτως και γιατί γράφει με στρωτή και συγκροτημένη γλώσσα χωρίς βερμπαλισμούς αλλά και διότι επεξηγεί με σαφήνεια τις ποικίλες διαστάσεις των ζητημάτων που παρουσιάζει, χωρίς να είναι αναγκαίο να έχει ο αναγνώστης πρότερη γνώση της χώρας.

Το δεύτερο σημείο είναι, ίσως, ακόμα πιο χρήσιμο για τον αναγνώστη: είναι σύνηθες για πολλούς «δυτικούς» παρατηρητές, και ιδίως για όσους έχουν ελλιπή γνώση της περιοχής, να γράφουν για την αραβική «Ανατολή» (όπως άλλωστε και για τα Βαλκάνια) με ένα, συγκαλυμμένο ή όχι, αίσθημα ανωτερότητας. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στο βιβλίο αυτό. Ο συγγραφέας του προσεγγίζει με πρόδηλη συμπάθεια και (γιατί όχι;) αγάπη τον Λίβανο και τους κατοίκους του: «αυτό που κάνει τον Λίβανο αξιαγάπητο», γράφει, «είναι η ζεστασιά των ανθρώπων, η ενεργητικότητά τους και η αγάπη τους για ζωή» (σ. 145). Όταν πρωτοπήγε στη χώρα, η «αναρχία» που επικρατούσε στο αεροδρόμιο αλλά και γενικότερα, τα κατεστραμμένα κτίρια και τα πολλαπλά σημεία ελέγχου από πάνοπλους (αλλά συχνά ρακένδυτους) στρατιώτες τον ώθησαν να βρει τρόπους για να επιστρέψει στις Βρυξέλλες. «Σε πολύ σύντομο διάστημα», ωστόσο, «συνεπαρμένος από τη ζωντάνια της Βηρυτού, είχα αρχίσει να σκέφτομαι το ακριβώς αντίθετο: πώς θα μπορούσα να παρατείνω τη διαμονή μου» (σ. 25-26). Είναι προφανές ότι το έργο αυτό δεν είναι μόνο καρπός γνώσης και πολιτικής εμπειρίας αλλά και ένας θερμός χαιρετισμός σε έναν πραγματικά αξιαγάπητο όσο και μαρτυρικό λαό.

Η δομή του βιβλίου είναι και αυτή στρωτή και αναπτύσσεται με χρονολογική σειρά: 15 κεφάλαια αναλύουν με περιεκτικό αλλά ακριβή τρόπο τις σημαντικότερες πτυχές που συνθέτουν τη λιβανέζικη εμπειρία. Έπειτα από δύο εισαγωγικά κεφάλαια όπου διαγράφεται σε αδρές γραμμές η ιστορική εξέλιξη του Λιβάνου από την οθωμανική εποχή μέχρι και την ανεξαρτησία (σ. 28-42), ο συγγραφέας προχωρά στην κάλυψη ευρείας γκάμας θεμάτων, η οποία εκτείνεται από το πολιτικό σύστημα του Λιβάνου, το θρησκευτικό του μωσαϊκό και τον εμφύλιο πόλεμο μέχρι τη συριακή παρουσία στη χώρα, τη διακυβέρνηση του Ραφίκ Χαρίρι (1992-1998, 2000-2004) και την ελληνική κοινότητα της Βηρυτού. Η λιβανέζικη οικονομία αλλά και η λιβανέζικη κουζίνα (πολυπολιτισμική και αυτή) έχουν επίσης τα δικά τους κεφάλαια. Παρότι το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου εστιάζει στην πολιτική κατάσταση και στις διεθνείς σχέσεις της χώρας, δεν λείπουν οι αναφορές σε ορισμένα ενδιαφέροντα ζητήματα της κοινωνικής ζωής του Λιβάνου, όπως, για παράδειγμα, στη σιιτική πρακτική του «γάμου προσωρινής απόλαυσης» (nikah al-mutah), μιας πραγματικά ευφάνταστης λύσης για τη σύντομη συμβίωση ανδρών και γυναικών στο πλαίσιο μιας παραδοσιακής και πατριαρχικής κοινωνίας. Η πρακτική αυτή επιτρέπει τη νόμιμη συμβίωση για ένα προκαθορισμένο χρονικό διάστημα, μετά την παρέλευση του οποίου ο «γάμος» λύεται αυτομάτως χωρίς περαιτέρω νομικές διαδικασίες, ενώ η «σύζυγος» λαμβάνει και ένα χρηματικό ποσό (σ. 48). Το βιβλίο πλαισιώνεται από ένα χρήσιμο χρονολόγιο, το οποίο καλύπτει την ιστορία του Λιβάνου από τη φοινικική αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας και από σύντομα βιογραφικά σημειώματα 11 προσωπικοτήτων που άφησαν το στίγμα τους στην πολιτική, οικονομική αλλά και πολιτιστική ζωή του Λιβάνου, όπως ο μαρωνίτης πολιτικός Μισέλ Αούν, ο χριστιανός συγγραφέας Αμίν Μααλούφ, ο δρούζος ηγέτης  Καμάλ Τζουμπλάτ (πατέρας του σημερινού ηγέτη των Δρούζων, Ουαλίντ) και ο σιίτης Ναμπίχ Μπέρι, ο οποίος είναι μακράν «ο μακροβιότερος πρόεδρος Κοινοβουλίου παγκοσμίως», καθώς εκλέγεται στην προεδρία της Βουλής του Λιβάνου συνεχώς από το 1992 (σ. 152). Θα βοηθούσε τον αναγνώστη η ύπαρξη ενός χάρτη που να δείχνει την εδαφική εξέλιξη της χώρας από το Εμιράτο του Λιβάνου μέχρι και τον «Μεγάλο Λίβανο», όπως και ένα ευρετήριο κύριων ονομάτων. Καλό θα ήταν αυτά να προστεθούν στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου.

Ο Κούρκουλας είναι προσεκτικός στις παρατηρήσεις του και αποφεύγει τις εύκολες γενικεύσεις. Εξετάζοντας τον εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος ξεκίνησε ως σύγκρουση μεταξύ Μαρωνιτών και μουσουλμάνων, για παράδειγμα, αναφέρεται στη σφοδρή διαμάχη, το 1978, ανάμεσα στον φιλοσύριο Μαρωνίτη Σουλεϊμάν Φρανζί (πρόεδρος: 1970-1976) και τον επίσης Μαρωνίτη αλλά φιλοϊσραηλινό Μπασίρ Τζεμαγιέλ, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος τον Αύγουστο του 1982 αλλά δολοφονήθηκε λίγες μέρες αργότερα. Η σύγκρουση αυτή, κατά την οποία ο γιος του Σουλεϊμάν, Αντουάν (Τόνι), μαζί με την κόρη και τη σύζυγο του γιου του, δολοφονήθηκαν από άνδρες του Τζεμαγιέλ, επιτρέπει στον Κούρκουλα να τονίσει ότι η αιματηρή ενδομαρωνιτική διαμάχη «δείχνει πόσο περίπλοκος ήταν ο εμφύλιος πόλεμος και δεν ήταν απλώς μια αντιπαράθεση χριστιανών και μουσουλμάνων, αλλά συχνά χριστιανών εναντίον χριστιανών και μουσουλμάνων εναντίον μουσουλμάνων, με συνεχώς εναλλασσόμενες συμμαχίες και μέτωπα» (σ. 62-63). Η παρατήρηση αυτή υπογραμμίζει μια σημαντική σταθερά της νεότερης ιστορίας του Λιβάνου. Όπως ακριβώς ο εμφύλιος του 20ού αιώνα δεν ήταν απλά ένας θρησκευτικός πόλεμος, έτσι και η εμφύλια σύρραξη μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων στο όρος Λίβανος το 1860, όπως παρατηρεί ο διαπρεπής ιστορικός του αραβικού κόσμου Albert Hourani, είχε κυρίως πολιτικά και κοινωνικά αίτια και δεν μπορεί να αποδοθεί μονοσήμαντα στη θρησκεία. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη διαφορετικών θρησκειών δεν οδηγεί αναπόδραστα σε σύγκρουση. Από την άλλη πλευρά, η διακοινοτική βία δεν ήταν ο κανόνας αλλά μάλλον η εξαίρεση: σε γενικές γραμμές, συμπεραίνει ο Hourani, γράφοντας το 1946, οι θρησκευτικές κοινότητες του Λιβάνου συμβίωναν ειρηνικά και με σεβασμό στη θρησκεία και στις παραδόσεις των γειτόνων τους.[10]

Επιπλέον, η σημαντική προσωπική εμπειρία που απέκτησε ο Κούρκουλας στη χώρα λόγω της θέσης του, του δίνει τη δυνατότητα να διανθίσει το κείμενό του με ενδιαφέρουσες βινιέτες, οι οποίες εικονογραφούν άριστα τα βασικά ζητήματα που αναλύει. Όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, για παράδειγμα, διαπίστωσε με έκπληξη ότι η ΕΕ είχε τέσσερις οδηγούς διαφορετικού θρησκεύματος, μια πρακτική την οποία θεώρησε σπατάλη. Σύντομα, όμως, κατάλαβε τη σκοπιμότητα της επιλογής αυτής: ανάλογα με το εκάστοτε πρόγραμμα μετακινήσεων του πρέσβη, το αυτοκίνητό του έπρεπε να περάσει από συγκεκριμένα σημεία στρατιωτικού ελέγχου, τα οποία επάνδρωναν συγκεκριμένες πολιτοφυλακές. Έτσι, η πρεσβεία επέλεγε τον οδηγό του πρεσβευτικού  αυτοκινήτου ανάλογα με το ποιος θα επάνδρωνε τα checkpoints, από τα οποία έπρεπε να περάσει. Δεν αποτελεί έκπληξη, βέβαια, ότι ο μαρωνίτης οδηγός (και πρώην πυγμάχος) ο οποίος και τον παρέλαβε από το αεροδρόμιο «έσπρωχνε με δύναμη για να μου ανοίξει διάδρομο να περάσω ανάμεσα στο πλήθος», ενώ στη συνέχεια του είπε: «Καλωσορίσατε και συγγνώμη για την αναστάτωση, αλλά βρισκόμαστε στο μουσουλμανικό τμήμα της Βηρυτού» (σ. 20-21).

Όπως θα περίμενε κανείς, ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετές σελίδες στο ιδιόμορφο πολιτικό σύστημα του θρησκευτικού κοινοτισμού του Λιβάνου, το οποίο, όπως έχει επισημανθεί,  διαμοιράζει τα πολιτικά αξιώματα με βάση τη θρησκεία και είναι γνωστό στη διεθνή βιβλιογραφία ως «confessionalism» και «sectarianism». Στα ελληνικά, ο Κούρκουλας τον αποδίδει με τον όρο «ομολογητισμός» (σ. 45) και σημειώνει, με μια ισορροπημένη διατύπωση, ότι το σύστημα αυτό, «[θ]εωρήθηκε, δικαίως, εμπόδιο στην εύρυθμη λειτουργία των θεσμών και μια από τις κύριες αιτίες της διαφθοράς που υπονομεύει τη χώρα Οι υπερασπιστές του ισχύοντος συστήματος εξακολουθούν να το βλέπουν ως τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή που επιτρέπει σε μια πολυθρησκευτική κοινωνία να βιώνει μια μορφή ενότητας και να αποτρέπει την κυριαρχία μιας θρησκευτικής κοινότητας έναντι των υπολοίπων» (σ. 47). Πράγματι, το σύστημα αυτό επικρίνεται συχνά ως «αρχαϊκό» και έχει όντως εμποδίσει τη δημιουργία ενός ισχυρού κεντρικού κράτους. Ωστόσο, όχι μόνο αποτρέπει την απόλυτη κυριαρχία μιας θρησκείας αλλά, καθώς συμπεριλαμβάνει όλες τις θρησκείες και τα δόγματα του Λιβάνου, δεν αφήνει καμία κοινότητα ανέστια και χωρίς θεσμοθετημένη θέση στο πολιτικό σύστημα. Είναι επίσης σημαντικό να προστεθεί και το ότι η αδυναμία του λιβανέζικου κεντρικού κράτους απέτρεψε την οικοδόμηση μιας πανίσχυρης αλλά και δικτατορικής κεντρικής εξουσίας, ανάλογης με αυτή της Συρίας ή του Ιράκ, με τα γνωστά σε όλους θλιβερά αποτελέσματα για τους λαούς των χωρών αυτών.

Η ύπαρξη του θρησκευτικού κοινοτισμού, ωστόσο, όπως σημειώνει ο Κούρκουλας, είχε και μια ακόμα διάσταση: την αδυναμία δημιουργίας ενός κοινού εθνικού αισθήματος «και την έλλειψη κοινού εθνικού αφηγήματος, μιας κοινής ερμηνείας ή ανάγνωσης της Ιστορίας» (σ. 48). Η εκτίμηση αυτή είναι απολύτως βάσιμη, καθώς πολλοί Λιβανέζοι (αν και λιγότεροι από ό,τι στο παρελθόν) εξακολουθούν να προσλαμβάνουν τον εαυτό τους κυρίως ως μέλος μιας θρησκευτικής και όχι μιας εθνικής ομάδας. Στο σημείο αυτό θα ήταν διαφωτιστική μια σύγκριση με μια άλλη εδαφικά μικρή, θρησκευτικά πλουραλιστική και μεταοθωμανική χώρα, η οποία, όμως, κατάφερε, σε πλήρη  αντίθεση με τον Λίβανο, να δημιουργήσει μια ισχυρή εθνική ταυτότητα: την Αλβανία.  Η σύγκριση με την Αλβανία ίσως ξενίζει αλλά δεν θα έπρεπε: όπως και ο Λίβανος έτσι και η Αλβανία ανήκε επί αιώνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και περιείχε διαφορετικές θρησκείες και δόγματα: ορθόδοξους και καθολικούς χριστιανούς, σουνίτες μουσουλμάνους και Μπεκτασήδες, μια μυστικιστική και συγκρητιστική θρησκευτική ομάδα, γέννημα της λαϊκής ισλαμικής θρησκευτικότητας. Ο αλβανικός εθνικισμός εκδήλωσε τα πρώτα του σκιρτήματα στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα αλλά άργησε να κυριαρχήσει, παρότι υπήρχε αλβανικό κράτος από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ο κύριος λόγος της καθυστέρησης αυτής ήταν ότι υπήρχαν πολλές διαιρετικές τομές ανάμεσα στους Αλβανούς: η χώρα ήταν χωρισμένη ανάμεσα στους (μουσουλμάνους και καθολικούς χριστιανούς) Γκέκηδες, που ζούσαν στον φυλετικά οργανωμένο βορρά, και στους (ορθόδοξους χριστιανούς και μουσουλμάνους) Τόσκηδες, που κατοικούσαν στον αγροτικό νότο, ο οποίος και βασιζόταν στη διευρυμένη οικογένεια.[11] Η αλβανική κοινωνία, με άλλα λόγια, ήταν και αυτή κατακερματισμένη θρησκευτικά όπως και ο Λίβανος.

Ο δρόμος που ακολούθησε η Αλβανία, ωστόσο, ήταν εντελώς διαφορετικός από αυτόν του Λιβάνου: στην Αλβανία, η άνοδος στην εξουσία του Ενβέρ Χότζα, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έφερε στη χώρα ένα δικτατορικό κομμουνιστικό καθεστώς, το οποίο κυριολεκτικά ξεθεμέλιωσε βίαια όλα τα ερείσματα της θρησκείας από την Αλβανία, ενώ την ανακήρυξε και επισήμως ως την «πρώτη αθεϊστική χώρα» τη δεκαετία του 1960. Ο εξοστρακισμός της θρησκείας και η επίσης βίαιη διάλυση των φυλετικών δομών του βορρά δημιούργησαν ένα ταυτοτικό κενό, το οποίο και καλύφθηκε πλήρως από τον αλβανικό εθνικισμό, τον λεγόμενο «Αλβανισμό», που προωθούσε το κομμουνιστικό καθεστώς.[12] Η διαδικασία αυτή οδήγησε στην πλήρη εδραίωση του εθνικισμού στην Αλβανία και αποδεικνύει κάτι σημαντικό: η ανάπτυξη εθνικού αισθήματος σε πολυθρησκευτικές, μεταοθωμανικές κοινωνίες δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί χωρίς την ύπαρξη μιας αυταρχικής κεντρικής εξουσίας, η οποία και θα διαλύσει τις εστίες αφοσίωσης που είναι ανταγωνιστικές προς τον εθνικισμό, όπως η θρησκεία, οι φυλετικές δομές και ο τοπικισμός. Η Αλβανία του Χότζα το κατάφερε αυτό, οικοδομώντας στην πορεία μια εθνική ταυτότητα. Ο Λίβανος, αντιθέτως, δεν ακολούθησε το δρόμο αυτό: όχι μόνο δεν επιτέθηκε στις θρησκείες που κατακερματίζουν τη λιβανέζικη κοινωνία αλλά τις κατέστησε, όπως έχει ήδη επισημανθεί, κυρίαρχο πολιτικό μηχανισμό, υιοθετώντας τον θρησκευτικό κοινοτισμό. Έτσι, απέφυγε μεν τη δικτατορία του κομμουνιστικού καθεστώτος και τη βαρβαρότητα της ισχυρής κεντρικής εξουσίας αλλά δεν κατάφερε να οικοδομήσει ένα κοσμικό έθνος.

 

Η Χεζμπολάχ

Η παρουσία στον Λίβανο της Χεζμπολάχ απασχολεί διαρκώς την πολιτική επικαιρότητα και δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από το βιβλίο αυτό. Ο Κούρκουλας κάνει αρκετές αναφορές στην οργάνωση αυτή (κυρίως στις σ. 99-112) και ανατέμνει με διεισδυτικότητα την ανάδυση και την εξέλιξή της, καθώς και τη διαδρομή του ηγέτη της Χασάν Νασράλα, ο οποίος σκοτώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024 από τους Ισραηλινούς. Η Χεζμπολάχ («Το κόμμα του Θεού») εγγράφεται στη σταδιακή πολιτική «αφύπνιση» των σιιτών του Λιβάνου, οι οποίοι αρχικά ήταν «πολιτικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένοι» (σ. 100). Η οργάνωση αυτή ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από το σιιτικό Ιράν και παραμένει υπό τον στενό του έλεγχο μέχρι και σήμερα, αποτελώντας σημαντικό κρίκο της ιρανικής «Αντίστασης» μαζί με ιρακινές πολιτοφυλακές σιιτών, την παλαιστινιακή (αλλά σουνιτική) Χαμάς, τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και τους Χούθι της Υεμένης. Όπως σημειώνει ο Κούρκουλας, δεν πρόκειται για μια μονοδιάστατα τρομοκρατική οργάνωση, όπως εκτιμούν πολλοί, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ. Η Χεζμπολάχ είναι ένας σύνθετος φορέας που περιέχει έναν αξιόμαχο, άριστα εκπαιδευμένο και καλά εξοπλισμένο στρατιωτικό βραχίονα, ένα πολιτικό κόμμα που συμμετέχει πλήρως στην πολιτική και κοινοβουλευτική ζωή του Λιβάνου και μια οργάνωση που υποστηρίζει ποικίλες κοινωνικές δράσεις στις σιιτικές περιοχές, χτίζει νοσοκομεία και σχολεία, ενισχύει τις οικογένειες μαχητών που σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις με το Ισραήλ, ενώ ανοικοδομεί και τις περιοχές που κατά καιρούς πλήττονται από τις ισραηλινές επιθέσεις. Η Χεζμπολάχ έφτασε στο απόγειο της δύναμης και της δημοτικότητάς της το 2000, όταν οι επιθέσεις των μαχητών της ανάγκασαν το Ισραήλ να αποχωρήσει από τα εδάφη που κατείχε στον νότιο Λίβανο. Σήμερα, βέβαια, η οργάνωση αυτή έχει δεχτεί σφοδρά χτυπήματα από το Ισραήλ, ενώ έχει αλλάξει δραματικά και η συνολική στρατηγική εικόνα της Μέσης Ανατολής με την εκδίωξη του Άσαντ από τη Συρία, τα συντριπτικά ισραηλινά πλήγματα εναντίον της Χαμάς και τον πόλεμο στο Ιράν. Παραμένει εξαιρετικά δύσκολο, ωστόσο, το να προβλέψει κανείς πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση στον Λίβανο αλλά και το ποια θα είναι τα επόμενα βήματα της Χεζμπολάχ, καθώς και το αν θα καταφέρει το εξαιρετικά αδύναμο λιβανέζικο κράτος να την αφοπλίσει. 

Στην αρχή του κειμένου αυτού επισημάνθηκε ότι ο χαρακτηρισμός «ξεχωριστή χώρα», που αποδίδει στον Λίβανο ο υπότιτλος του βιβλίου του Κούρκουλα είναι απολύτως εύστοχος. Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός, ωστόσο, έχει και άλλες αναγνώσεις. Πράγματι, ο Λίβανος δεν είναι «ξεχωριστός» μόνο επειδή έχει ιδιαιτερότητες που δεν απαντώνται στις άλλες μεσανατολικές χώρες αλλά και διότι μέχρι σήμερα κατάφερε να ξεπεράσει τις δυσκολίες και τις προκλήσεις που συνάντησε με δημιουργικότητα, θυσίες και επιμονή· και αυτό τον κάνει δυο φορές ξεχωριστό. Όσοι ενδιαφέρονται  να κατανοήσουν τις προκλήσεις αυτές και τους τρόπους αντιμετώπισής τους  θα βρουν στο βιβλίο του Κούρκουλα έναν προσεκτικό, καλογραμμένο και αξιόπιστο οδηγό.

Hezbollah drill in Aaramta 03

Μάιος 2023. Συστοιχίες πυραυλικών συστημάτων της Χεζμπολάχ και οι χειριστές τους, στην περιοχή του χωριού Ααράμτα, στον νότιο Λίβανο. Η Χεζμπολάχ ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από το σιιτικό Ιράν και παραμένει υπό τον στενό του έλεγχο μέχρι και σήμερα, αποτελώντας σημαντικό κρίκο της ιρανικής «Αντίστασης» μαζί με ιρακινές πολιτοφυλακές σιιτών, την παλαιστινιακή (αλλά σουνιτική) Χαμάς, τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και τους Χούθι της Υεμένης.

Tasnim News Agency

 

 

[1] Οι Μαρωνίτες ανήκουν στις «ανατολικές καθολικές εκκλησίες» και, παρότι έχουν διαφορετικό τυπικό από τους ρωμαιοκαθολικούς, βρίσκονται σε κοινωνία με τη Ρώμη και αποδέχονται την παπική ηγεσία. Το ίδιο κάνουν και οι Μελκίτες, οι ελληνόρυθμοι Ελληνοκαθολικοί, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ορθοδοξία στις αρχές του 18ου αιώνα και αναγνώρισαν τον Πάπα, διατηρώντας το τυπικό τους. Η χρήση του όρου «Ελληνορθόδοξοι», όπως επισημαίνει ο Κούρκουλας, δεν σημαίνει ότι έχουν ελληνική εθνοτική καταγωγή, καθώς ο όρος αυτός είναι μετάφραση του οθωμανικού «ρουμ ορτοντόκς» (σ. 123-124). Ομοίως και οι «Ελληνοκαθολικοί», είναι και αυτοί άραβες, ενώ και αυτός ο όρος είναι μετάφραση του αντίστοιχου οθωμανικού. Η θρησκεία των Δρούζων προέρχεται ιστορικά από τον ισμαηλιτικό κλάδο του σιιτικού Ισλάμ και έχει έντονα συγκρητιστικό χαρακτήρα, καθώς ενσωματώνει στοιχεία διαφόρων θρησκειών και φιλοσοφικών ρευμάτων. Για περιεκτικές εισαγωγές στις θρησκευτικές αυτές κοινότητες βλ. τα οικεία λήμματα στο έργο των Gabor Agoston Bruce Masters (eds), Encyclopedia of the Ottoman Empire (New York 2001). Για την πρώιμη ιστορία των  ανατολικών καθολικών εκκλησιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας  βλ και Charles A. Frazee, Catholics and Sultans: The Church and the Ottoman Empire 1453-1923 (Cambridge 1983), 48-55 και για τον 19ο αιώνα 275-292.

[2] Μεταξύ του Εμιράτου και του Μουτεσαριφάτου μεσολάβησε και μία σύντομη περίοδος (1843-1861) όπου, κατόπιν πιέσεων από τις Μεγάλες Δυνάμεις, η περιοχή του όρους του Λιβάνου χωρίστηκε σε δύο οντότητες, μια μαρωνιτική και μία υπό τον έλεγχο των Δρούζων. Κατά τις διαπραγματεύσεις αυτές με τους Οθωμανούς, η Βρετανία υποστήριζε τους Δρούζους και η Αυστρία τους Μαρωνίτες. Ο κυβερνήτης της κάθε περιοχής έφερε τον τίτλο του καϊμακάμη. Βλ. Bruce Masters, The Arabs of the Ottoman Empire, 1516-1918: A Social and Cultural History (Cambridge 2013), 166.

[3] Ο όρος ανήκει στο βιβλίο του Engin Akarli, The Long Peace: Ottoman Lebanon, 1861-1920. (Berkeley 1993), ενός από τα σημαντικότερα βιβλία για το Μουτεσαριφάτο. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του (σ. 1), η περίοδος αυτή ήταν «το μεγαλύτερο διάστημα εσωτερικής ειρήνης στη νεότερη ιστορία του Λιβάνου» («the  longest span of internal peace in modern Lebanese history»).

[4] Ο αλβανός μουτεσαρίφης ήταν ο Πάσκο Βάσα (ή Βάσα πασά), ένας πολύγλωσσος οθωμανός αξιωματούχος, για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω. Για την εσωτερική οργάνωση και εξέλιξη του μουτεσαριφάτου βλ.επίσης: Fawwaz Traboulsi, A History of Modern Lebanon (London 2012), 41-51. Για τη γαλλική πολιτική βλ. Frazee, Catholics, ό.π., passim.

[5] Κατά τη συμφωνία αυτή οι Γάλλοι θα έλεγχαν τη Συρία και τον Λίβανο και οι Βρετανοί το Ιράκ, την (υπερ)Ιορδανία και την Παλαιστίνη, βλ. James Barr, Μια γραμμή στην άμμο 1915-1949: Η Βρετανία, η Γαλλία και η διαμάχη που διαμόρφωσε τη Μέση Ανατολή (Αθήνα 2025).

[6] Για ένα ενδιαφέρον πορτρέτο της Βηρυτού ως μιας «λεβαντίνικης» πόλης βλ Φίλιπ Μάνσελ, Λεβάντε: Μεγαλείο και Καταστροφή στη Μεσόγειο (Αθήνα 2010), και ιδίως τα κεφ. Θ΄ και ΙΕ΄.

[7] Για τη μεσοπολεμική ιστορική εξέλιξη του Λιβάνου βλ. M. E. Yapp, The Near East Since the First World War (London - New York 1991), 104-115.

[8] Για το «Εθνικό Σύμφωνο» του 1943 βλ. Farid El-Khazen, The Communal Pact of National Identities: The Making and Politics of the 1943 National Pact (Papers on Lebanon 12, Oxford Centre for Lebanese Studies 1991).

[9] Εκτός από την κεντρική υπηρεσία της ευρωπαϊκής επιτροπής, ο Κούρκουλας υπηρέτησε και ως πρέσβης της ΕΕ στη Βουλγαρία την περίοδο 2001-2006 και στη Βοσνία (2006-2010). Έχει γράψει και άλλα δυο βιβλία, τα οποία σχετίζονται και αυτά με την επαγγελματική του διαδρομή: Μην πυροβολείτε την Ευρώπη. Γιατί είναι απαραίτητη η Ευρωπαϊκή Ένωση (Αθήνα 2021) και Βοσνιακά θραύσματα. Μια νάρκη στην καρδιά της Ευρώπης (Αθήνα 2024).

[10] Albert Hourani, Syria and Lebanon: A Political Essay (Oxford 1946), 130.

[11] Για την ιστορική εξέλιξη του αλβανικού εθνικισμού βλ. Stavro Skendi, The Albanian national awakening, 1878-1912 (Princeton 1967)· Nathalie Clayer, Οι απαρχές του αλβανικού εθνικισμού (Ιωάννινα 2009). Για τους Μπεκτασήδες βλ. Βασίλης Νιτσιάκος, «Θρησκεία και εθνική ταυτότητα στην Αλβανία. Η περίπτωση των Μπεκτασήδων», Εισήγηση στο Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών με θέμα: Διαστάσεις της μετάβασης και η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Φλώρινα, 10-12/11/2006. Αναρτημένη στον ιστότοπο: https://argolikivivliothiki.gr/2012/01/23/religion/ Για τη φυλετική κοινωνία της βόρειας Αλβανίας, βλ. M. Edith Durham, Βόρεια Αλβανία. Φυλή, τιμή και βία σε μια προνεοτερική κοινωνία (Αθήνα 2026).

[12] Για τη θρησκευτική πολιτική του Χότζα βλ. Bernhard Tonnes, “Religious persecution in Albania,” στο περιοδικό: Religion in Communist Lands τ.10, νο. 3 (1982), 242-255. Η έννοια του «Αλβανισμού» είχε δημιουργηθεί ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Πάσκο Βάσα, ο οποίος έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω ως μουτεσαρίφης του Λιβάνου. Ο Βάσα ήταν από τις σημαντικότερες μορφές του αλβανικού εθνικισμού και στο ποίημά του «Ω φτωχή Αλβανία», κάλεσε τους συμπατριώτες του να μη σκέφτονται «την εκκλησία ή το τζαμί» και κατέληγε: «η πίστη των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός.». Βλ. Βασίλης Νιτσιάκος, «Θρησκεία και εθνική ταυτότητα», όπ.π.

22 Σεπτεμβρίου 2026

Όλα για τη Μέση Ανατολή

Πλάμεν Τόντσεφ

Κώστας Υφαντής, Κωνσταντίνος Φίλης, Αλέξανδρος Διακόπουλος, Μέση Ανατολή 1945-2025. Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων. Συνομιλίες με τον Μάκη Προβατά, Πατάκη, Αθήνα 2025, 404 σελ.

Τρεις ειδικοί στα ζητήματα της γεωπολιτικής και, ιδίως, της ιστορίας της Μέσης Ανατολής, συνομιλούν με ένα δημοσιογράφο για την περιοχή των αλλεπάλληλων κρίσεων. Ένα βιβλίο πολύ χρήσιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει τί συμβαίνει στην πολύπαθη και αιματοβαμμένη Μέση Ανατολή. [ΤΒJ]

 

Είναι η Δύση σε θέση να διαβάσει σωστά τη Μέση Ανατολή ή τη βλέπει μέσα από το απλοϊκό πρίσμα του «οριενταλισμού», που τείνει να τσουβαλιάζει όλα τα μουσουλμανικά έθνη στην περιοχή; Διανύει η Μέση Ανατολή προνεωτερική φάση ή τη φάση της πρώιμης νεωτερικότητας; Μπορεί να επέλθει ειρήνευση στην ευρύτερη περιοχή χωρίς τη λύση δύο κρατών στο Παλαιστινιακό ζήτημα; Πώς ορίζεται η τρομοκρατία και πώς ακριβώς διαφέρει από τους απελευθερωτικούς αγώνες; Πώς εμπλέκονται οι μεγάλες δυνάμεις στο κουβάρι της περιοχής και πώς μπορούν να συμβάλουν στην επίλυση συγκρούσεων; Ποιες τάσεις διαφαίνονται στη διαμόρφωση της γεωπολιτικής σκακιέρας της Μέσης Ανατολής;

Αυτά είναι μερικά μόνο από τα κρίσιμα ερωτήματα, στα οποία φιλοδοξεί να απαντήσει το βιβλίο Μέση Ανατολή 1945-2025. Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων (Πατάκη, 2025). Τέσσερις διανοητές –ο Κώστας Υφαντής, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο Κωνσταντίνος Φίλης, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, ο Αλέξανδρος Διακόπουλος, αντιναύαρχος (ε.α.) Π.Ν. και επίτιμος διοικητής της Σχολής Εθνικής Άμυνας και ο δημοσιογράφος Μάκης Προβατάς– αποτολμούν το δύσκολο εγχείρημα να «ξεναγήσουν» τον αναγνώστη στο λαβύρινθο της Μέσης Ανατολής, προσφέροντας τις γνώσεις τους και τις προσωπικές ερμηνείες τους.

 

 

Η αόρατη ισχύς των αντιλήψεων

Το βιβλίο ξεχωρίζει εξαρχής χάρη σε δύο πρωτοτυπίες του – τόσο ως προς τη δομή του όσο και ως προς την ουσία. Είναι χαρακτηριστικη η χαλαρή μορφή των συζητήσεων, με την  εναλλαγή των ομιλητών να προσδίδει ζωντάνια στην αφήγηση και να δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι είναι μέρος της παρέας. Το βιβλίο δομείται πάνω σε εννιά συνεδρίες, από τον Μάρτιο του 2024 έως τον Ιούλιο του 2025. Ο Μάκης Προβατάς αναλαμβάνει το ρόλο του διευθυντή της ορχήστρας, αλλά μιας ορχήστρας χωρίς παρτιτούρες και προαποφασισμένες ερωτήσεις. Ενώ όλοι οι συντελεστές ανήκουν στη ρεαλιστική σχολή σκέψης, δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση απόψεων και οι επιμέρους διαφοροποιήσεις εμπλουτίζουν τον προβληματισμό, φωτίζοντας πρόσθετες πτυχές των θεμάτων.

Η δεύτερη πρωτοτυπία σχετίζεται με την έμφαση στις «άυλες» αντιλήψεις, τις αυτοπροσλήψεις, τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες που χαρακτηρίζουν έθνη και μη κρατικούς δρώντες στην ευρύτερη περιοχή. Υπ’ αυτή την έννοια, το βιβλίο δανείζεται αναλυτικά εργαλεία από το πεδίο της κοινωνικής και της πολιτικής ψυχολογίας. Είναι εμπνευσμένος και εύστοχος ο τίτλος Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων. Όπως τονίζει ο Αλέξανδρος Διακόπουλος, «οι άνθρωποι είναι πρωτίστως συναισθηματικά όντα», προσπαθούν να εκλογικεύσουν τις συναισθηματικές προδιαθέσεις τους (σ. 122) και, συχνά, «τείνουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το φίλτρο των αντιλήψεών τους» (σ. 62).

Ομολογουμένως, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να εξηγηθεί το βαθιά ριζωμένο μίσος για τον αντίπαλο που, εν πολλοίς, είναι η κινητήρια δύναμη στη Μέση Ανατολή. Ένα μοτίβο που διατρέχει τις συζητήσεις είναι όχι απλά η επιβολή του ισχυροτέρου ως δείγμα πολιτικού δαρβινισμού, αλλά ο αέναος πόλεμος μέχρι την εξόντωση του αντιπάλου. Βέβαια, διατυπώνεται ο αντίλογος ότι η βουλησιαρχία και οι μη ρεαλιστικές επιδιώξεις οδηγούν σε λάθη, τα οποία πληρώνονται σε βάθος χρόνου. Είναι καταρχήν σωστή η νηφάλια αυτή επισήμανση, πλην όμως δεν φαίνεται να βρίσκει εφαρμογή στη Μέση Ανατολή. Διότι η τραγική ειρωνεία είναι ότι αιώνιοι αντίπαλοι στην περιοχή εμφορούνται από παρεμφερείς αντιλήψεις.

Οι στρατηγικές επιλογές της ισραηλινής ηγεσίας πάντα καθορίζονταν από την «κουλτούρα της περικύκλωσης» και το πρόταγμα επιβίωσης σε ένα άκρως εχθρικό περιβάλλον. Αυτό εξηγεί γιατί ύψιστη προτεραιότητα του Ισραήλ είναι η ασφάλεια, όχι η διεθνής εικόνα του, ακόμη κι αν αυτό μεταφράζεται σε σύνδρομο «στρατηγικής τύφλωσης» (Κωνσταντίνος Φίλης, σ. 153). Ως αποτέλεσμα, η χώρα έχει απωλέσει μεγάλο μέρος του ηθικού κύρους και της συμπάθειας που απολάμβανε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μάκης Προβατάς υπενθυμίζει στους συνομιλητές του κάτι που έχει ακούσει από υψηλόβαθμο Ισραηλινό: «Έτσι κι αλλιώς, αδίκως μας μισεί το 95% στον κόσμο – αν αυτό γίνει 96%, μικρή η διαφορά» (σ. 95).

Το δε σιιτικό Ιράν παραδοσιακά θεωρούσε εαυτό θύμα της σουνιτικής πλειοψηφίας, όπως και του δυτικού ιμπεριαλισμού και του σιωνισμού. Το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης, επίσης, αισθάνεται περικυκλωμένο, εξ ου και το περιφερειακό δίκτυο πληρεξουσίων του ως αντίβαρο στους θανάσιμους εχθρούς του. Απόλυτη είναι η στάση και της Χαμάς ως φορέα του «απελευθερωτικού αγώνα» των Παλαιστινίων, διακηρύσσοντας τον χωρίς όρια ιερό πόλεμο μέχρι την εξαφάνιση του Ισραήλ.

Το Παλαιστινιακό καλύπτεται εκτενώς στο βιβλίο ως κεντρικό ζήτημα στη Μέση Ανατολή, αλλά αναδεικνύεται και ο υψηλός  βαθμός εργαλειοποίησής του από πολλούς δρώντες στην περιοχή. Το συμπέρασμα που αναδύεται στο βιβλίο είναι ότι όλη η συζήτηση για το Παλαιστινιακό είναι «προφάσεις εν αμαρτίαις», καθώς η βασική δυσκολία είναι η απουσία πολιτικής βούλησης για την επίλυσή του. Το Ιράν το επικαλείται παγίως ως νομιμοποιητική βάση για την εμμονή του με την εξάλειψη του Ισραήλ από το χάρτη, ενώ η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν θα έπληττε περισσότερο τα συμφέροντα της Τεχεράνης από μια διευθέτηση του Παλαιστινιακού. Εννοείται ότι ούτε το Ισραήλ επιθυμεί τη λύση των δύο κρατών και το αποδεικνύει παντοιοτρόπως τόσο στη Γάζα όσο και στη Δυτική Όχθη.

Οι δε αραβικές χώρες ουσιαστικά αδιαφορούν για τους Παλαιστινίους, αν δεν τους θεωρούν πολιτικό πρόβλημα. Ορθώς επισημαίνει ο Κ. Φίλης την παραδοξότητα ότι «δύο μη αραβικές χώρες, το Ιράν και η Τουρκία, φαινομενικά στηρίζουν τους Παλαιστινίους περισσότερο απ’ ό,τι οι αραβικές ηγεσίες του Κόλπου, με την εξαίρεση του Κατάρ» (σ. 140). Είναι πράγματι αξιοσημείωτο ότι ο τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν έχει μεγαλύτερη δημοτικότητα στον αραβικό κόσμο από πολλούς άραβες ηγέτες, αν και η αντιπαλότητα της Άγκυρας με το Ισραήλ είναι πρωτίστως γεωπολιτική και μόνο κατ’ επίφαση έχει ηθικό ή θρησκευτικό υπόβαθρο.

Είτε σχεδιάστηκε με την εμπλοκή του Ιράν είτε όχι, η επίθεση της Χαμάς της 7ης Οκτωβρίου 2023 επανέφερε το Παλαιστινιακό ζήτημα στο προσκήνιο και ανέβαλε τη διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ που προωθούν οι ΗΠΑ στην περιοχή. Σε ό,τι αφορά την ιρανοαμερικανική αντιπαράθεση, οι συγγραφείς τονίζουν δύο μείζονες χαμένες ευκαιρίες για την διευθέτησή της. Πρώτον, τη διάθεση της Τεχεράνης να προσεγγίσει τις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η οποία όμως σκόνταψε στην προτίμηση του νεότερου Τζορτζ Μπους να κατατάξει το Ιράν στον «άξονα του κακού». Η δεύτερη ευκαιρία, η συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, χάθηκε με την απόσυρση των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας Τραμπ.

Η Ρωσία, άλλος ένας εξωτερικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή, ενεπλάκη στρατιωτικά στην Συρία και έδωσε παράταση ζωής στο καθεστώς Άσαντ, αλλά πλέον δεν είναι σε θέση να διαδραματίσει κάποιον ουσιαστικό ρόλο στην περιοχή. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η αναφορά στους σαρωτικούς ρωσικούς βομβαρδισμούς στη Συρία τον Νοέμβριο του 2015, οι οποίοι συνέβαλαν στην κατακόρυφη αύξηση των προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη – κάτι που η Ελλάδα έζησε κατά τρόπο δραματικό εκείνη την εποχή.

 

 

Το εύρος της θεματολογίας

Ενώ είναι εντυπωσιακό το εύρος της θεματολογίας, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς τι άλλο έδαφος θα μπορούσε να είχε καλύψει το βιβλίο; Πιθανώς κάποιους παραλληλισμούς με άλλες ανάλογες περιπτώσεις στον πλανήτη, για λόγους πληρότητας και καλύτερης κατανόησης των προβλημάτων. Λόγου χάρη, η δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν τον Νοέμβριο του 1995 λόγω των συμφωνιών του Όσλο θυμίζει τη δολοφονία του Μαχάτμα Γκάντι τον Ιανουάριο του 1948, επειδή οι φανατικοί ινδουιστές τον θεώρησαν ασυγχώρητα διαλλακτικό ως προς την απόσχιση του Πακιστάν από τον κορμό της Ινδίας. Και, όπως μαθαίνουμε στη σ. 117, ο Γιάσερ Αραφάτ φοβόταν πως θα τον σκότωναν ως προδότη, αν υπέγραφε την ειρηνευτική συμφωνία στο Καμπ Ντέιβιντ. Οι αναλογίες με άλλες περιοχές θα κατεδείκνυαν το γεγονός ότι οι δυσκολίες του επώδυνου συμβιβασμού δεν ταλανίζουν μόνο τη Μέση Ανατολή. Επιπροσθέτως, σε μια από τις συνεδρίες τίθεται το ερώτημα αν, εκτός από το Παλαιστινιακό ζήτημα, υπάρχει κάποιο άλλο πρόβλημα που να μοιάζει τόσο δυσεπίλυτο στην παγκόσμια ιστορία. Η απάντηση θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η διένεξη για το Κασμίρ μετά το 1947-48, την ίδια εποχή που ιδρύθηκε το Ισραήλ στα εδάφη των Παλαιστινίων.

Δεδομένου ότι οι συζητήσεις περατώθηκαν στα τέλη του 2025, το βιβλίο προφανώς δεν καλύπτει τον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου που ξέσπασε με την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Ακόμη και το σχέδιο Τραμπ για την ειρήνευση στη Γάζα τον Σεπτέμβριο του 2025 και η σύνοδος στο Σαρμ Ελ Σέιχ λίγες εβδομάδες εργότερα σχολιάζονται «εμβόλιμα» στα τρία επίμετρα στο τέλος του βιβλίου.

Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, σε κάποια θέματα δικαιώνονται και σε άλλα διαψεύδονται, αλλά σίγουρα δεν διστάζουν να «τσαλακωθούν» και να διατυπώσουν τις απόψεις τους. Δικαιώνονται, π.χ., στην  πρόβλεψή τους πως η κατά μέτωπον αναμέτρηση Ισραήλ-Ιράν, πάντα με τη βοήθεια των ΗΠΑ, είναι αναπόφευκτη. Οι συζητήσεις τους προϊδεάζουν τον αναγνώστη ότι το ενδεχόμενο αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί. Όπως υπογραμμίζει ο Κώστας Υφαντής, σύμφωνα με μια σχολή σκέψης «το Ισραήλ θεωρεί ότι έχει έρθει η στιγμή να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με το Ιράν» (σ. 92). Ως προς τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες της Κίνας ανάμεσα στο Ιράν και τη Σαουδική Αραβία ή τις φατρίες των Παλαιστινίων, ορθώς τις χαρακτηρίζουν «θεατρικές» και συμφωνούν πως το Πεκίνο δεν μπορεί να συνεισφέρει επί της ουσίας σε μια ειρηνική λύση.

Από την άλλη, η εκτίμηση των συγγραφέων ότι «οι ΗΠΑ είναι η μόνη δύναμη ικανή να αποτρέψει μια περιφερειακή κρίση από το να εξελιχθεί σε παγκόσμια κρίση» δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Η ειρωνεία είναι ότι οι επιλογές του Τραμπ στον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου –σε συνδυασμό με την αδιαλλαξία του Ισραήλ και του Ιράν– έχουν συμβάλει σε μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση με απρόβλεπτες γεωπολιτικές συνέπειες. Ενδιαφέρον θα είχε να δούμε αν οι συγγραφείς θα επιχειρούσαν μια νέα, συμπληρωματική, προσπάθεια με στόχο την επικαιροποιημένη επανέκδοση του βιβλίου. Αν όντως το αποφασίσουν, ασφαλώς θα προσέφεραν πολύτιμη υπηρεσία στο αναγνωστικό κοινό, αν και το sequel θα μπορούσε να είναι κατά τι πιο σφιχτό και εστιασμένο σε λιγότερα ερωτήματα.

Είναι πολύ χρήσιμα τα επεξηγηματικά ένθετα για θέματα που δεν είναι ευρέως γνωστά, όπως είναι π.χ. ο οριενταλισμός του Σαΐντ, η ιστορία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ή των σιωνιστικών παραστρατιωτικών οργανώσεων στην Παλαιστίνη, όπως και οι ιδέες του Ζεέβ Ζαμποτίνσκι που έχουν εμποτίσει σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή ισραηλινή κοινωνία. Το δε χρονολόγιο στο τέλος του βιβλίου βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί το ιστορικό βάθος των τωρινών εξελίξεων στην Μέση Ανατολή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το παράρτημα με τα μεγάλα έργα υποδομής που έχουν κατασκευαστεί και σχεδιάζονται ή δρομολογούνται σε μια τεράστια περιοχή, από τον Κόλπο και την Αραβική Χερσόνησο έως την Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.

Οι 404 σελίδες του βιβλίου δεν διαβάζονται απνευστί. Είναι πιθανό σε αρκετά σημεία ο αναγνώστης να νοιώσει την ανάγκη να κάνει παύση και να πάρει ανάσα, προκειμένου να αφομοιώσει τον τεράστιο όγκο πληροφοριών και να «συμφιλιωθεί» με την πολυπλοκότητα των ζητημάτων. Τρόπον τινά, το βιβλίο αυτό αποτελεί πρόσκληση για ένα διανοητικό ταξίδι. Ταξίδι όχι ευχάριστο, αλλά πάρα πολύ χρήσιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει τί συμβαίνει στην πολύπαθη και αιματοβαμμένη Μέση Ανατολή. Δεδομένης, μάλιστα, της γεωγραφικής εγγύτητας της περιοχής με την Ελλάδα, πρόκειται για ένα άτυπο «εγχειρίδιο» για έλληνες διπλωμάτες, αλλά και ερευνητές και φοιτητές στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Χωρίς να έχει αυστηρά ακαδημαϊκή μορφή, το βιβλίο αυτό προστίθεται στη βιβλιογραφία για μια περιοχή που παραμένει υποβαθμισμένη στις πανεπιστημιακές σπουδές στην Ελλάδα.

30 Ιουλίου 2026

Μέσα στον ορυμαγδό της επικαιρότητας, εκεί όπου οι ειδήσεις πέφτουν κατά ριπάς και η μία προλαβαίνει να ακυρώσει την προηγούμενη πριν καν τη διαβάσουμε, υπάρχουν μερικές φράσεις που χάνονται για λίγο μέσα στην ακατάπαυστη ροή των πληροφοριών, σαν ένα μικρό χαρτί που παρασύρεται από τον αέρα σε μια πολύβουη λεωφόρο. Μία από αυτές μου τράβηξε πρόσφατα την προσοχή καθώς ανασκάλευα, όπως συνηθίζω, το αχανές καλάθι του διαδικτύου με την περιέργεια εκείνου που εξακολουθεί να πιστεύει ότι τα κείμενα αξίζει να διαβάζονται και όχι απλώς να καταναλώνονται. Με τη συνήθεια, ίσως παλιομοδίτικη πια, να σταματώ σε ορισμένες διατυπώσεις και να αναρωτιέμαι γιατί ειπώθηκαν, από ποιον ειπώθηκαν και κυρίως γιατί ειπώθηκαν τώρα.

 

Ο ισραηλινός υπουργός Διασποράς και Καταπολέμησης του Αντισημιτισμού, Αμιχάι Τσίκλι, δήλωσε ότι η Τουρκία και η νέα Συρία αποτελούν πλέον μεγαλύτερη πρόκληση για το Ισραήλ από το Ιράν και ότι «η εποχή της σιιτικής αυτοκρατορίας του Ιράν έχει τελειώσει». Πρόσθεσε μάλιστα πως ο νέος άξονας της περιοχής είναι η Τουρκία, η Συρία και το Κατάρ.

Δεν ξέρω αν έχει δίκιο. Ξέρω όμως κάτι άλλο, έναν παλιό και αρκετά αξιόπιστο κανόνα της πολιτικής ανάγνωσης: ότι συχνά πίσω από τη φράση βρίσκεται ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται σε υπουργεία, επιτελεία, υπηρεσίες πληροφοριών και δεξαμενές σκέψης. Τα κράτη, όπως και οι άνθρωποι, σπάνια αλλάζουν πορεία από τη μια μέρα στην άλλη. Πρώτα αλλάζουν το λεξιλόγιό τους, ύστερα τις προτεραιότητές τους και μόνο στο τέλος τις πράξεις τους.

Και κάπου εκεί η συγκεκριμένη δήλωση παύει να αφορά τον Τσίκλι και αρχίζει να αφορά όλη τη Μέση Ανατολή. Γιατί ίσως περιγράφει μια αλλαγή που βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της στάδια, αλλά ήδη γίνεται ορατή σε όσους έχουν την υπομονή να κοιτάζουν πίσω από τα πρωτοσέλιδα. Από τότε που άρχισα να διαβάζω περισσότερο Ιστορία παρά επικαιρότητα, απέκτησα μια μικρή καχυποψία απέναντι στις ειδήσεις. Όχι επειδή είναι κυρίως ψευδείς αλλά επειδή είναι βιαστικές.

Η επικαιρότητα μοιάζει με μυθιστόρημα που γράφεται μπροστά στα μάτια μας χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη το τέλος του. Οι περισσότεροι αναγνώστες παρασύρονται από τις εκρήξεις, τις ανατροπές, τους θανάτους των ηρώων και τις μεγάλες σκηνές.

Η Ιστορία σπάνια αλλάζει κατεύθυνση με τυμπανοκρουσίες. Τις περισσότερες φορές προειδοποιεί διακριτικά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να μην έχει ακόμη αποφασίσει ούτε η ίδια προς τα πού πηγαίνει. Αφήνει εδώ κι εκεί μικρές σημειώσεις στο περιθώριο, σαν εκείνα τα μολυβένια υπογραμμίσματα που βρίσκει κανείς στα μεταχειρισμένα βιβλία και αναρωτιέται ποιος αναγνώστης τα άφησε πίσω του και γιατί.

Σε αυτό το πνεύμα διάβασα και τη δήλωση του Τσίκλι. Δεν μου έκανε εντύπωση η κριτική προς το Ιράν. Αυτή την ακούμε χρόνια. Δεν μου έκανε εντύπωση ούτε η αναφορά στην Τουρκία. Οι εντάσεις ανάμεσα στην Άγκυρα και το Τελ Αβίβ είναι γνωστές.

Εκείνο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν η αίσθηση ότι ένας άνθρωπος του ισραηλινού κράτους, κάτι που πάντα λαμβάνω υπόψη μου πολύ σοβαρά, επιχειρούσε να μετακινήσει τον προβολέα. Σαν να έλεγε στους συνομιλητές του: «κοιτάζαμε επί είκοσι χρόνια προς μία κατεύθυνση· ίσως ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε προς μια άλλη». Και τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως η συγκεκριμένη δήλωση δεν αφορά καθόλου το Ιράν. Ίσως αφορά το τέλος μιας εποχής.

Για δύο δεκαετίες σχεδόν κάθε συζήτηση για τη Μέση Ανατολή κατέληγε στην Τεχεράνη. Το Ιράν εμφανιζόταν ως ο μεγάλος αναθεωρητής της περιοχής, η δύναμη που οικοδομούσε δίκτυα, εξόπλιζε συμμάχους, χρηματοδοτούσε οργανώσεις και διεύρυνε διαρκώς την επιρροή της. Ακόμη και όσοι διαφωνούσαν για τα μέσα συμφωνούσαν για το βασικό γεγονός: η ιστορία της περιοχής γραφόταν σε μεγάλο βαθμό γύρω από το ιρανικό ζήτημα.

Ξαφνικά εμφανίζεται ένας ισραηλινός υπουργός και λέει, περίπου, ότι το βιβλίο αυτό τελειώνει. Όχι ότι το Ιράν εξαφανίζεται. Τα κράτη δεν εξαφανίζονται τόσο εύκολα. Οι αυτοκρατορικές φιλοδοξίες ακόμη δυσκολότερα.

Εκείνο που υπονοεί είναι κάτι πιο ενδιαφέρον. Ότι η κεντρική σύγκρουση του επόμενου κεφαλαίου ίσως δεν έχει ακόμη γραφτεί πλήρως, αλλά τα πρώτα της πρόσωπα έχουν ήδη εμφανιστεί στη σκηνή. Και ανάμεσά τους βρίσκεται η Τουρκία. Αυτός είναι ο λόγος που κράτησα τη φράση. Την κράτησα επειδή μου θύμισε κάτι που συναντά κανείς συχνά στην Ιστορία. Τη στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι συνεχίζουν να συζητούν για τον κόσμο που φεύγει, ενώ οι πιο προσεκτικοί έχουν αρχίσει ήδη να παρατηρούν τον κόσμο που έρχεται.

Και καμιά φορά ο κόσμος που έρχεται εμφανίζεται πρώτα ως μια φράση που περνά  σχεδόν απαρατήρητη ανάμεσα σε εκατό άλλες ειδήσεις που την επόμενη μέρα κανείς δεν θα θυμάται. Εκτός ίσως από εκείνους που εξακολουθούν να διαβάζουν την επικαιρότητα όπως διαβάζουν ένα καλό μυθιστόρημα: αργά, υπομονετικά και με το μολύβι στο χέρι. Ίσως βέβαια όλα αυτά να αποδειχθούν λανθασμένα. Η Μέση Ανατολή είναι ο τόπος όπου οι βεβαιότητες έχουν μικρό προσδόκιμο ζωής. Σχεδόν κάθε δεκαετία γεννά τον δικό της «αναπόφευκτο νικητή» και σχεδόν κάθε δεκαετία φροντίζει να τον διαψεύσει. Όμως οι δηλώσεις σαν αυτή δεν έχουν αξία επειδή προβλέπουν το μέλλον. Έχουν αξία επειδή αποκαλύπτουν πώς το φαντάζονται όσοι προσπαθούν να το διαμορφώσουν.

Για πολλά χρόνια η περιοχή έμοιαζε να περιστρέφεται γύρω από ένα μόνο ερώτημα: τι θα γίνει με το Ιράν; Σήμερα, για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, εμφανίζονται άνθρωποι μέσα στο ίδιο το ισραηλινό κατεστημένο που μοιάζουν να αναζητούν αλλού τον επόμενο μεγάλο αντίπαλο. Ίσως έχουν δίκιο. Ίσως όχι. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η συζήτηση μετακινείται. Και όταν μετακινείται η συζήτηση, συνήθως έχει προηγηθεί η μετακίνηση της πραγματικότητας.

Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τις ιστορικές αλλαγές όταν έχουν πλέον ολοκληρωθεί. Όταν έχουν αποκτήσει όνομα, χρονολογία και κεφάλαιο στα βιβλία. Τότε όλα φαίνονται λογικά και αναμενόμενα. Η Σοβιετική Ένωση έμοιαζε καταδικασμένη αφού κατέρρευσε. Η αμερικανική μονοκρατορία έμοιαζε αυτονόητη αφού εγκαθιδρύθηκε. Η άνοδος της Κίνας φαίνεται σήμερα σχεδόν αναπόφευκτη, λες και δεν υπήρξαν δεκαετίες κατά τις οποίες ελάχιστοι την είχαν προβλέψει.

Η Ιστορία όμως δεν βιώνεται έτσι. Βιώνεται μέσα στην αβεβαιότητα. Μέσα σε μικρές ενδείξεις, μισοτελειωμένες εξελίξεις, υπαινιγμούς και φράσεις που μοιάζουν ασήμαντες μέχρι να αποκτήσουν εκ των υστέρων νόημα.

Γι’ αυτό στάθηκα σε αυτή τη δήλωση.

Όχι επειδή πιστεύω ότι ένας υπουργός του Ισραήλ γνωρίζει το μέλλον της Μέσης Ανατολής. Αλλά επειδή, διαβάζοντάς την, είχα για μια στιγμή εκείνη τη γνώριμη αίσθηση που έχει κανείς όταν διαβάζει ένα καλό μυθιστόρημα και πέφτει πάνω σε μια φράση που μοιάζει δευτερεύουσα. Μια φράση που ο αναγνώστης υπογραμμίζει σχεδόν ενστικτωδώς, χωρίς να ξέρει ακόμη γιατί. Και ύστερα συνεχίζει την ανάγνωση. Γιατί υποψιάζεται ότι κάπου παρακάτω θα καταλάβει πως εκεί, σε εκείνη ακριβώς τη γραμμή, ο συγγραφέας είχε αφήσει το πρώτο σημάδι ότι η ιστορία ετοιμαζόταν να αλλάξει κατεύθυνση.

 

25 Ιουνίου 2026

David Frum: Πού βαδίζει ο κόσμος

Γιώργος Ναθαναήλ

 

Ο senior editor του Atlantic για την Αμερική του Τραμπ, την αμήχανη Ευρώπη και τις παγκόσμιες αναταράξεις. 

Συνέντευξη στον Γιώργο Ναθαναήλ

25 Μαϊος 2026

Ο καθηγητής Ιστορίας Eugene Rogan για τον Αραβικό Κόσμο. Συνέντευξη στον Βαγγέλη Κούμπουλη

Να το πούμε απλά: ο αμερικανός ιστορικός Γιουτζίν Ρόγκαν (Eugene Rogan) δεν μοιάζει καθόλου στη στερεότυπη εικόνα που θα μπορούσε να έχει ο καθένας για τους καθηγητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Εκτός δηλαδή από ένας επιστήμονας με στιβαρή γνώση του αντικειμένου του, αποτέλεσμα και της σχεδόν τριακονταετούς ενεργού παρουσίας του στο Πανεπιστήμιο και ως δάσκαλος και  ως συγγραφέας, ταυτόχρονα είναι κι ένας αληθινά “jolly good fellow”. Από τις πιο διασκεδαστικές στιγμές της συναναστροφής που είχαμε μαζί του ήταν όταν έγινε αναφορά στην παλαιά κωμική σειρά του BBC, Yes Minister / Yes, Prime Minister, που, όπως αποδείχτηκε, υπήρξε αδυναμία και των δυο μας: η σάτιρα της πολιτικής εξουσίας και της δημόσιας διοίκησης διασκεδάζει και τους σπουδαίους καθηγητές, το ακαδημαϊκό έργο των οποίων είναι βαθύ και δεν αφήνει περιθώρια για πλάκα.

30 Μαρτίου 2026

Υπάρχουν σήμερα άνθρωποι που στηρίζουν το θεοκρατικό και δολοφονικό καθεστώς του Ιράν – ένα καθεστώς που έπνιξε στο αίμα τις διαδηλώσεις εκατομμυρίων ανθρώπων οι οποίοι ζήτησαν δημοκρατία, ελευθερία, δικαίωμα στο αύριο και πήραν ως απάντηση πισώπλατους πυροβολισμούς, μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, καταδίκες για προδοσία και εκτελέσεις; Οι δήθεν ευαίσθητοι οι οποίοι, στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δεν ήταν με τον αμυνόμενο αλλά «με τον άνθρωπο» γενικά και αφηρημένα, στην περίπτωση του Ιράν θυμήθηκαν την αυτοδιάθεση των κρατών – και υποστηρίζουν ότι η καταπάτηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων των πολιτών του Ιράν είναι εσωτερική υπόθεση και δεν πρέπει η Δύση και η Διεθνής Κοινότητα να παρέμβουν.

13 Μαρτίου 2026

Τι άλλαξε στη Μέση Ανατολή από τις 7/10

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Οι συμφωνίες του Αβραάμ που υπογράφτηκαν το 2020, μια από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες της πρώτης Διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, είχαν πετύχει να δημιουργήσουν μια νέα δυναμική σταθερότητας και συνεργασίας μεταξύ του Ισραήλ και των χωρών της περιοχής (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μπαχρέιν, αλλά και Μαρόκο, Σουδάν). Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνταν και η Συμφωνία που είχαν επεξεργαστεί το Ισραήλ με τη Σαουδική Αραβία, η οποία και θα άλλαζε εκ νέου τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, δημιουργώντας μια νέα συνθήκη απέναντι στον λεγόμενο «Άξονα της Αντίστασης», στην εχθροπαθή συμμαχία προθύμων του Ιράν, δηλαδή, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και η Χαμάς.

Και τότε ήρθε η τρομοκρατική επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 που συγκλόνισε το Ισραήλ και τον κόσμο. Μια από τις άμεσες επιπτώσεις αυτής της μαύρης στιγμής ήταν η ακύρωση της συμφωνίας με τη Σαουδική Αραβία.

04 Δεκεμβρίου 2025

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, που άρχισε μετά τη σφαγή αμάχων Ισραηλινών από τρομοκράτες της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου 2023, δεν είναι μια σύγκρουση του Ισραήλ με Άραβες. Είναι ιερός πόλεμος, ένας προνεωτερικός πόλεμος και στόχος του είναι η καταστροφή του κράτους του Ισραήλ. Γι’ αυτό το Ισραήλ δεν έχει άλλη επιλογή από την κλιμάκωση – όχι μόνο κατά της Χαμάς, αλλά και κατά της Χεζμπολά και του Ιράν, του κράτους που χρηματοδοτεί πληρεξούσιους τρομοκράτες στην περιοχή. Το οξύμωρο είναι ότι οι διανοούμενοι και πολλοί ριζοσπάστες φοιτητές στα δυτικά πανεπιστήμια στηρίζουν βαθιά αντιδραστικά, ακροδεξιά κινήματα. Όσο για τα Ηνωμένα Έθνη, έχουν αποτύχει να συμβάλουν στην ειρήνευση στην περιοχή – και  είναι εύλογο να μην τα λαμβάνει υπόψη το Ισραήλ. Μια αποκλειστική συνέντευξη του καθηγητή Jeffrey C. Herf στον Γιώργο Ναθαναήλ φωτίζει όλες τις όψεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Αναδημοσιεύεται στη δεύτερη επέτειο από το πογκρόμ της τρομοκρατικής Χαμάς κατά αμάχων στο Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023.

07 Οκτωβρίου 2025

Θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να διεξαγόταν ένα συνέδριο πολιτικής ψυχανάλυσης – όχι για κάποιον ηγέτη, ούτε για ένα λαό εν συνόλω, αλλά για μια ιδεολογική υποκατηγορία: τον εγχώριο «προοδευτικό  χώρο». Αυτόν τον τύπο που διαμορφώθηκε στα πανεπιστήμια μετά τη μεταπολίτευση, αυτοπροσδιορίστηκε ως ηθικός εκπρόσωπος της αριστερής ιστορίας και απέκτησε από νωρίς ισχύ πάνω στον δημόσιο λόγο και τη διανοητική παραγωγή της χώρας. Η Ελλάδα του «προοδευτιστάν» –ένας ιδεολογικός χώρος εθισμένος στα έτοιμα αφηγήματα– ίσως αξίζει ν’ αναλυθεί.

14 Ιουνίου 2025

Πόλεμος και πολιτική

Γιάννης Χαραλαμπίδης

Τάσος Σακελλαρόπουλος, Ειρήνη, πόλεμος, πολιτική, συνωμοσίες. Οι Έλληνες αξιωματικοί 1935-1945, Πατάκη, Αθήνα 2024, 448 σελ.

Το σώμα των αξιωματικών ήταν ο καταλύτης των πολιτικών διεργασιών στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού 20ού αιώνα. Ενώ όμως το αίσθημα παρεμβατισμού στην πολιτική ήταν διαρκές χαρακτηριστικό του, η ιδεολογική του συγκρότηση και οι πολιτικές κατευθύνσεις του δεν υπήρξαν σταθερές. Σε μια περίοδο κρίσιμων εσωτερικών και εξωτερικών μεταλλαγών, υπέστη μια συστατική μεταβολή τέτοιας έκτασης που θα απέβαινε ρυθμιστής της πολιτικής ζωής για μια ολόκληρη γενιά, οδηγώντας ακόμα και σε μια εθνική τραγωδία.

01 Φεβρουαρίου 2025
Σελίδα 1 από 2