Σύνδεση συνδρομητών

ΜεκλεμβούργοΔυτική Πομερανία

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Μετά την παρουσίαση της Σαξονίας-Άνχαλτ θα παρουσιάσουμε σήμερα τα επόμενα δυο ομόσπονδα κράτη της Γερμανίας, στα οποία, την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026, έλαβαν χώρα εκλογές για τα τοπικά Κοινοβούλια.

Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία

Το κράτος αυτό ιδρύθηκε, όπως όλα τα μεταπολεμικά ομόσπονδα κράτη, από τις αρχές των δυνάμεων κατοχής, πιο συγκεκριμένα από τη Σοβιετική Στρατιωτική Διοίκηση, την 9η Ιουλίου 1945. Στην επικράτεια του νέου κράτους συνενώθηκαν τα δυο κράτη μέλη του προπολεμικού Γερμανικού Ράιχ Μεκλεμβούργο-Στρέλιτς και Μεκλεμβούργο-Σβερίν, τα οποία είχαν ήδη σχηματίσει επί ναζιστικής κυριαρχίας το 1934 το Κράτος του Μεκλεμβούργου, και οι περιοχές της δυτικής Πομερανίας που ανήκαν στο κράτος της Πρωσίας – ενώ οι ανατολικές περιοχές της πρωσικής επαρχίας της Πομερανίας πέρασαν στο έλεγχο της μεταπολεμικής Πολωνίας. Στην επικράτεια του νεοσύστατου κράτους συμπεριελήφθη και μια κοινότητα γειτονικής της πρωσικής επαρχίας του Αννοβέρου. Το 1952, το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία (εφεξής: Μεκλεμβούργο-ΔΠ) καταλύθηκε όπως όλα τα ανατολικογερμανικά κράτη και στη θέση του ιδρύθηκαν τρεις νομοί, ο νομός του Ρόστοκ, ο νομός του Σβερίν και ο νομός του Νέου Βρανδεμβούργου (που είναι μια πόλη και δεν πρέπει να συγχέεται με την ομώνυμη περιοχή και το ομόσπονδο κράτος του Βρανδεμβούργου με το οποίο το Μεκλεμβούργο-ΔΠ συνορεύει προς τον Νότο). Προς το Βορρά βρέχεται από τη Βαλτική Θάλασσα, στα δυτικά συνορεύει με την Κάτω Σαξονία και το Σλέσβικ-Χολστάιν και στα ανατολικά με την Πολωνία. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας (SED), το Μεκλεμβούργο-ΔΠ επανιδρύθηκε και προσχώρησε το 1990 μαζί με τα υπόλοιπα ανατολικογερμανικά κράτη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ).

Η σημερινή επιφάνεια του Μεκλεμβούργου-ΔΠ είναι 23.213 τετραγωνικά χιλιόμετρα και ο πληθυσμός του είναι 1.573.685 κάτοικοι. Η πρωτεύουσά του είναι το Σβερίν και τα δυο πιο σημαντικά αστικά κέντρα είναι το λιμάνι του Ρόστοκ και το Γκράιφσβαλντ. Ρόστοκ και Γκράιφσβαλντ είναι πανεπιστημιουπόλεις από τον 15ο αιώνα.

Η οικονομία του Μεκλεμβούργου-ΔΠ επικεντρώνεται στον εφοπλιστικό και τον ναυπηγοεπισκευαστικό τομέα, στην αεροναυπηγική, στην παραγωγή ενέργειας, στην κατασκευή μηχανημάτων, στον αγροτικό τομέα και στον τουρισμό. Με ένα κατά κεφαλήν εισόδημα 25.350 €, το Μεκλεμβούργο-ΔΠ έρχεται προτελευταίο σε παγγερμανική κατάταξη (πριν από τη Σαξονία-Άνχαλτ), ενώ το ποσοστό ανεργίας το 2025 ήταν στο 8%.

Από το 1990, στην πολιτική ζωή κυριάρχησαν στην αρχή οι Χριστιανοδημοκράτες και από το 1998 μέχρι σήμερα οι Σοσιαλδημοκράτες. Παράλληλα, το κόμμα της Αριστεράς (πρώην Κόμμα του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού – PDS) είχε μια ισχυρή παρουσία. Οι Πράσινοι είναι επίσης παρόντες, αν και αρκετές φορές δεν εκπροσωπήθηκαν στο τοπικό Κοινοβούλιο  επειδή δεν κατάφεραν να πιάσουν το πλαφόν του 5%. Στο τελευταίο Κοινοβούλιο ήταν παρόντες με 6,3%, ενώ στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου 2026 κατάφεραν να πάρουν ένα 5,7% και να εκλέξουν 5 βουλευτές. Το AfD έκανε την πρώτη του εμφάνιση στον πολιτικό στίβο το 2016, όταν κατάφερε να συγκεντρώσει ένα 20,8% των ψήφων. Στις εκλογές του 2021 πήρε 16,7% και στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου 2026 38,5% καταφέρνοντας να εκλέξει 32 βουλευτές. Στις εκλογές αυτές, ως γνωστόν, οι Σοσιαλδημοκράτες ήρθαν δεύτεροι με 35,5% και 29 βουλευτές, ενώ οι Χριστιανοδημοκράτες έμειναν για πρώτη φορά στην ιστορία του κόμματος εκτός Βουλής. Το κόμμα της Αριστεράς συρρικνώθηκε στο 6,5% και εκπροσωπείται στο νέο Κοινοβούλιο επίσης με πέντε βουλευτές.

Η κατανομή των εδρών στο νέο Κοινοβούλιο κάνει πολύ πιθανό τον σχηματισμό μιας τρικομματικής κυβέρνησης συνασπισμού υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών και της μέχρι τώρα πρωθυπουργού Μανουέλας Σβέζικ. Σε ό,τι αφορά την κατανομή των ψήφων, οι Σοσιαλδημοκράτες υπερίσχυσαν στα αστικά κέντρα και στις εκλογικές περιφέρειες που συνορεύουν με την Κάτω Σαξονία και το Σλέσβικ-Χόλσταϊν, ενώ το AfD υπερίσχυσε στις εκλογικές περιφέρειες της υπαίθρου.

Όπως και στη Σαξονία-Άνχαλτ, το AfD κατάφερε και στο Μεκλεμβούργο-ΔΠ να κινητοποιήσει μεγάλο αριθμό αδρανών ψηφοφόρων. Επίσης, κατάφερε να κερδίσει μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων των Χριστιανοδημοκρατών. Το τελευταίο οφείλεται κυρίως στο ότι στα ανατολικά ομόσπονδα κράτη δεν αναπτύχθηκαν ισχυροί δεσμοί κομματικής πίστης όπως στη δυτική Γερμανία, ιδιαίτερα στο δεξιό μέρος του εκλογικού σώματος. Επιπλέον, οι ψηφοφόροι στην ανατολική Γερμανία είναι πολύ λιγότερο προσανατολισμένοι προς τη θρησκεία – μόνο το περίπου 16% του πληθυσμού του Μεκλεμβούργου-ΔΠ ανήκει σε μια από τις δυο μεγάλες εκκλησίες, με το ποσοστό των καθολικών να είναι μόνο 3%. Αυτό σημαίνει ότι το πρόθεμα «Χριστιανο-« συμβάλλει ελάχιστα στην ταύτιση των ψηφοφόρων με τον κεντροδεξιό χώρο, στον οποίο παραδοσιακά στην ΟΔΓ κυριαρχούσαν οι Χριστιανοδημοκράτες (μαζί με τη Βαυαρική Χριστιανοκοινωνική Ένωση - CSU). Επιπλέον, για τους κατοίκους της ανατολικής Γερμανίας, η Χριστιανοδημοκρατία δεν είναι συνυφασμένη με μια φιλεργατική και κοινωνική οικονομική πολιτική, όπως αυτό συμβαίνει για του κατοίκους της δυτικής Γερμανίας (στους κόλπους της δυτικής Χριστιανοδημοκρατίας αναπτύχθηκε η θεωρία της Κοινωνικής Οικονομίας της Αγοράς και το μοντέλο του «Καπιταλισμού του Ρήνου»). Έτσι, για τους κεντροδεξιούς ψηφοφόρους στην ανατολική Γερμανία τα όρια ανάμεσα σε μια κοινωνική, κοσμοπολιτική και πολιτικά φιλελεύθερη Δεξιά και μια σοβινιστική, απομονωτιστική, οικονομικά καπιταλιστική Ακροδεξιά δεν είναι ευδιάκριτα. Η στάση του AfD απέναντι σε θέματα έμφυλου αυτοπροσδιορισμού (ΛΟΑΤΚΙ+ κλπ.) που για τους «Δυτικούς» φαίνεται αντιφατική, χάνει την αντιφατικότητά της αν κατανοήσουμε ότι είναι η συνέχεια της στάσης της τέως ΛΔΓ, η οποία όπως φαίνεται έχει περάσει υποδόρια στην ψυχοσύνθεση του εκλογικού κοινού του AfD. Όπως και το AfD, η ΛΔΓ ακολουθούσε σε αυτό το θέμα μια πολιτική αποκλεισμού από τον δημόσιο κοινωνικό χώρο και περιορισμού του έμφυλου αυτοπροσδιορισμού αποκλειστικά στην προσωπική και την ιδιωτική σφαίρα.

Βερολίνο

Το Βερολίνο συστάθηκε ως ενεργό ομόσπονδο κράτος το 1990, αν και το σύνταγμα της ΟΔΓ αναγνώριζε την πόλη του Βερολίνου ως ομόσπονδο κράτος. Όμως αυτή η διάταξη παρέμενε ανενεργή λόγω του καθεστώτος κατοχής. Έτσι, μέχρι την κατάλυση της ΛΔΓ, το δυτικό μέρος του Βερολίνου ήταν μια αυτόνομη περιοχή που εξέδιδε δικά της ταξιδιωτικά έγγραφα, ενώ το ανατολικό μέρος είχε ενσωματωθεί παράτυπα στη ΛΔΓ και εθεωρείτο η πρωτεύουσά της. Μετά την προσχώρηση των ανατολικών κρατών στην ΟΔΓ, το Βερολίνο καθιερώθηκε διά νόμου ως πρωτεύουσα της ΟΔΓ και απέκτησε το στάτους του ομόσπονδου κράτους με δικό του σύνταγμα, κυβέρνηση και Κοινοβούλιο.

Το σημερινό Βερολίνο εκτείνεται στην περιοχή του προπολεμικού Μείζονος Βερολίνου σε μια επιφάνεια 891 τετραγωνικών χιλιομέτρων και έχει 3,7 εκατομμύρια κατοίκους – κάτι που το καθιστά τη μεγαλύτερη πόλη της ΟΔΓ. Ο πληθυσμός του Βερολίνου συμπεριλαμβάνει μεγάλο αριθμό μεταναστών, περίπου το 22% είναι αλλοδαποί, ιδιαίτερα τουρκικής καταγωγής – την δεκαετία το 1980 το Βερολίνο είχε τη φήμη της μεγαλύτερης τουρκικής πόλης δυτικά της Κωνσταντινούπολης. Γεωγραφικά, το Βερολίνο περιβάλλεται από το ομόσπονδο κράτος του Βρανδεμβούργου, ενώ προπολεμικά ανήκε διοικητικά στην ομώνυμη επαρχία του Ράιχ.

Με κατά κεφαλήν εισόδημα 59.097 ευρώ, το Βερολίνο έρχεται έκτο στην κατάταξη των ομόσπονδων κρατών, ενώ η ανεργία το 2025 ανερχόταν στο 10,1%. Οι σημαντικότεροι οικονομικοί τομείς του Βερολίνου είναι ο πολιτισμός (θέατρα, τέχνες, μουσεία), ο τουρισμός, η βιοτεχνολογία, η ιατρική τεχνολογία, η φαρμακευτική βιομηχανία, η πληροφορική, οι τηλεπικοινωνίες, οι οικοδομές, το λιανικό εμπόριο, τα συστήματα μεταφορών, η οπτική και η ενεργειακή τεχνολογία. Πάνω από το 80% του ΑΕΠ του Βερολίνου παράγεται από τον τομέα των υπηρεσιών.

Στο Βερολίνο έχουν την έδρα τους τρία κρατικά πανεπιστήμια, μια Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, τρία μη κρατικά πανεπιστήμια με δικαίωμα απονομής διδακτορικού διπλώματος, πέντε ΑΕΙ τεχνικής εκπαίδευσης, 26 μη κρατικά ΑΕΙ, δυο εκκλησιαστικά ΑΕΙ και τέσσερις ανώτατες σχολές εικαστικών τεχνών και μουσικής. Το Βερολίνο έχει επίσης πολύ ζωντανή πολιτιστική ζωή με πλήθος θεάτρων, δυο όπερες, την περίφημη Φιλαρμονική του Βερολίνου και, φυσικά, άπειρα στέκια και εστιατόρια.

Οι ρίζες του Βερολίνου ανάγονται στον 11ο μ.Χ. αιώνα, όταν διάφορα σλαβικά φύλα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Το όνομα Βερολίνο είναι σλαβικής προέλευσης και σημαίνει «μέρος στο βάλτο». Δυο αιώνες αργότερα έφτασαν έμποροι από την περιοχή του Ρήνου και ίδρυσαν την κώμη Κολωνία. Για αρκετό καιρό το Βερολίνο έφερε το διπλό όνομα Βερολίνο-Κολωνία, ενώ σήμερα το όνομα αυτό σώζεται στο όνομα της συνοικίας Neuköln. Η ιστορία του Βερολίνου είναι πλούσια και περίπλοκη και στο διάβα του χρόνου ο μικρός εμπορικός σταθμός με το διπλό όνομα έγινε έδρα αρχόντων, επισκοπή, πρωτεύουσα του βασιλείου της Πρωσίας, του κράτους της Πρωσίας, των δυο Ράιχ και στο τέλος της σύγχρονης Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Το ότι ο θυρεός του Βερολίνου είναι μια αρκούδα δεν σημαίνει ότι το όνομα κατάγεται από τη γερμανική λέξη για την αρκούδα «Bär», αλλά ότι η επιλογή του θυρεού οφείλεται σε μια ετυμολογική παρανόηση.

Η κατάστασή της ως διχοτομημένη πόλη μετά τον πόλεμο συνέβαλε στην διαμόρφωση ενός ιδιαίτερου πολιτικού τοπίου: στο ανατολικό μέρος κυβερνούσε το «εθνικό μέτωπο» της ΛΔΓ υπό την ηγεσία του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας (SED), το οποίο συμπεριελάμβανε τα υπόλοιπα αστικά κόμματα –τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Φιλελεύθερους–, μαζί με το Αγροτικό Κόμμα, το Κόμμα των «μετανοημένων» Ναζί (NDPD) και εκπροσώπους των συνδικάτων κα άλλων κοινωνικών φορέων. Στο δυτικό μέρος αναπτύχθηκε το δυτικογερμανικό πολιτικό κοινοβουλευτικό σύστημα με τα τρία κλασικά κόμματα CDU, SPD και FDP, στα οποία προστέθηκε αργότερα το κόμμα των Πρασίνων. Μετά την ένωση των δυο μερών, στην ενιαία πλέον πόλη-κράτος του Βερολίνου το SED μεταλλάχθηκε σταδιακά στο σημερινό κόμμα της Αριστεράς, ενώ τα άλλα κόμματα της ΛΔΓ απορροφήθηκαν από τους δυτικούς Χριστιανοδημοκράτες ή διαλύθηκαν – για να κάνουν την επανεμφάνισή τους τριάντα χρόνια αργότερα με τη μορφή του AfD.

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 20ής Σεπτεμβρίου 2026 αντανακλά την ακόμα και σήμερα υπολανθάνουσα διχοτόμηση της πόλης: στις δυτικές συνοικίες, τα εύπορα προάστια που αποτελούσαν τον κορμό του Δυτικού Βερολίνου, επικράτησαν οι Χριστιανοδημοκράτες, ενώ στις ανατολικές συνοικίες, που συμπεριλαμβάνουν και πολλές εργατικές περιοχές είναι ξεκάθαρη η υπεροχή του AfD. Το κόμμα της Αριστεράς επικράτησε στο κέντρο του Βερολίνου, δηλαδή στις συνοικίες που συγκεντρώνουν νέους, μετανάστες, φοιτητές, δηλαδή τη μοντέρνα μεσαία τάξη και το πρεκαριάτο. Αυτές είναι οι συνοικίες όπου σε παλαιότερες εκλογές επικρατούσαν οι Σοσιαλδημοκράτες. Στο επίπεδο των μονοεδρικών εκλογικών περιφερειών η εικόνα είναι λίγο πιο διαφοροποιημένη, γιατί σε αρκετές κεντρικές συνοικίες εξελέγησαν οι υποψήφιοι των Πρασίνων και σε μια περίπτωση ο υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών. Είναι ίσως παρήγορο ότι το AfD κέρδισε πολύ λιγότερες μονοεδρικές περιφέρειες σε σχέση με το αναλογικό του αποτέλεσμα.

Όπως έχει ειπωθεί και αλλού, τα κύρια θέματα του εκλογικού αγώνα ήταν το στεγαστικό, η εγκληματικότητα και η καθαριότητα. Αυτά τα προβλήματα θα κληθεί να αντιμετωπίσει η επόμενη κυβέρνηση που θα είναι είτε ένας συνασπισμός της Αριστεράς με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους, είτε ένας συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών, Σοσιαλδημοκρατών και Πράσινων. Το AfD θα παραμείνει κατά πάσα πιθανότητα στην αντιπολίτευση με την ελπίδα να έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της εκλογικής του δύναμης.

Στο επόμενο γράμμα θα ασχοληθούμε με το Βρανδεμβούργο και την ιστορική του πρωτεύουσα, το Πότσνταμ.

22 Σεπτεμβρίου 2026

Οι εκλογές στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο. Μια πρώτη εκτίμηση

 

Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία

Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, το AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) έρχεται πρώτο με 38,3,% και 32 βουλευτές· οι Σοσιαλδημοκράτες δεύτεροι με 35,4% και 29 βουλευτές· η Αριστερά τρίτη με 6,5% και 5 βουλευτές· και οι Πράσινοι με 5,6% και επίσης 5 βουλευτές. Οι Χριστιανοδημοκράτες μένουν εκτός Βουλής, καθώς δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το πλαφόν του 5%. Το ίδιο ισχύει και για τον «Συνασπισμό» της Σάρας Βάγκενκνεχτ –το πρώτο προσωποπαγές κόμμα της μεταπολεμικής Γερμανίας που κατάφερε να αποκτήσει μια πολιτική φήμη και εκπροσώπηση σε τοπικό Κοινοβούλιο– που με 4,8% μένει εκτός νυμφώνος.

Η πανωλεθρία των Χριστιανοδημοκρατών μπορεί να αποτελεί κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτό το παραδοσιακό κόμμα της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, πρέπει να θεωρηθεί ευλογία, γιατί επιτρέπει την παραμονή της τωρινής πρωθυπουργού Μανουέλα Σβέζικ στο αξίωμά της με μια κυβέρνηση συνασπισμού υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών. Απ’ αυτή τη σκοπιά, το «τείχος πυροπροστασίας» άντεξε.

Ο λόγοι της πανωλεθρίας των Χριστιανοδημοκρατών δεν είναι τόσο ξεκάθαροι και έχουν κατά τη γνώμη μου να κάνουν κυρίως με το γεγονός ότι στα ανατολικά ομόσπονδα κράτη η διαφορά ανάμεσα σε «απλούς» συντηρητικούς με χριστιανικό πρόσημο και τον πολιτικό χώρο που στην Ελλάδα αποκαλείται «λαϊκή δεξιά», χωρίς όμως θρησκευτικό προσανατολισμό, είναι δυσδιάκριτη για τους «δεξιούς» ψηφοφόρους. Σε αυτό προστίθενται και διάφοροι άλλοι παράγοντες που έχουν να κάνουν με την «πολιτική διαθήκη» της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, παράγοντες που όπως φαίνεται παρέμειναν σε λανθάνουσα κατάσταση σχεδόν τρεις δεκαετίες και αναζωπυρώθηκαν με τις τρέχουσες γεωπολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες. Επιπλέον, και σε αυτές τις εκλογές το AfD κατάφερε να κινητοποιήσει μέχρι τώρα αδρανείς ψηφοφόρους.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, όμως, το αποτέλεσμα των εκλογών στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία είναι για το AfD μια πύρρειος νίκη – εκτός και αν το κόμμα της Αριστεράς αλλάξει στάση, κάτι που θεωρώ απίθανο και αυτοκτονικό για το κόμμα αυτό. Το AfD δεν θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση και δεν θα μπορέσει να επηρεάσει την πολιτική σε ομοσπονδιακό επίπεδο μέσω του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου.

Βερολίνο

Στο Βερολίνο η κατάσταση είναι από τη μια μεριά πιο «κανονική», αλλά από την άλλη πιο περίπλοκη. H κανονικότητα έγκειται στο γεγονός ότι η volonté générale εκφράστηκε κατανεμημένη πιο ομοιόμορφα ανάμεσα στα κόμματα, οδηγώντας σε μια πεντακομματική Βουλή με έναν πιο εξισορροπημένο καταμερισμό της πολιτικής ισχύος (Χριστιανοδημοκράτες 18,9% και 35 εκπρόσωποι, Σοσιαλδημοκράτες 12,1% και 22 εκπρόσωποι, Πράσινοι 14,3% και 26 εκπρόσωποι, Αριστερά 25,6% και 47 εκπρόσωποι και AfD 16,1% και 29 εκπρόσωποι – Κόμμα Βάγκενκνεχτ και κλασικοί Φιλελεύθεροι εκτός νυμφώνος).

Τα κλασικά «δυτικά» κόμματα υπέστησαν και στο Βερολίνο σημαντικές απώλειες, ενώ τα «ανατολικογερμανικά» κόμματα (Αριστερά και AfD) κατάφεραν να αυξήσουν τη δύναμή τους. Το εκλογικό αποτέλεσμα αντικατοπτρίζει παράλληλα και τις διαφορές ανάμεσα στις δυτικές και τις ανατολικές εκλογικές περιφέρειες του Βερολίνου, δείχνοντας ταυτόχρονα ότι το κόμμα της Αριστεράς κατάφερε να προσελκύσει ένα μέρος των ψηφοφόρων των Σοσιαλδημοκρατών και των Πράσινων και το AfD ένα μέρος των Χριστιανοδημοκρατών. Και τα δυο κόμματα κατάφεραν και στο Βερολίνο να κινητοποιήσουν μεγάλο μέρος ψηφοφόρων που απείχαν μέχρι τώρα από εκλογές.

Η κατανομή της εκλογικής ισχύος κάνει πιθανή μια τρικομματική κυβέρνηση συνασπισμού (Αριστερά, Πράσινοι, Σοσιαλδημοκράτες με 95 έδρες από τις 159) υπό την ηγεσία του κόμματος της Αριστεράς και της υποψηφίου της για το αξίωμα της κυβερνώσης δημάρχου Έλιφ Έραλπ. Εάν καταφέρει να εκλεγεί δήμαρχος του Βερολίνου, η Έραλπ θα είναι η δεύτερη αρχηγός κυβέρνησης ομόσπονδου κράτους της Γερμανίας με τουρκικές ρίζες μετά τον πρωθυπουργό της Βάδης-Βυρττεμβέργης Τσεμ Οζντεμίρ – που ανήκει στο κόμμα των Πρασίνων.

Είναι όμως δυνατός και ένας τρικομματικός συνασπισμός μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών, Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων (83/159). Οι άλλοι αριθμητικά δυνατοί συνδυασμοί είναι πολιτικά ανέφικτοι.

Εάν το κόμμα της Αριστεράς σχηματίσει κυβέρνηση θα βρεθεί σε δύσκολη θέση καθώς θα πρέπει να εξισορροπήσει αντικρουόμενες πολιτικές τάσεις όπως η υποστήριξη στους Παλαιστίνιους και η προστασία της εβραϊκής κοινότητας από πράξεις αντισημιτισμού. Επίσης, έχει να αντιμετωπίσει οξύ στεγαστικό πρόβλημα με μεγάλη αύξηση των ενοικίων σε ένα οικιστικό περιβάλλον που δεν έχει πολλές εφεδρείες οικοδομικής ανάπτυξης και χαρακτηρίζεται από ολιγοπωλιακές μορφές ιδιοκτησίας – περίπου 52% των κατοικιών ανήκουν σε μεγάλες εταιρείες διαχείρισης ακινήτων, οικοδομικούς συνεταιρισμούς και στο κράτος, ενώ το ποσοστό ιδιοκατοίκησης είναι μόνο 15%. Το Βερολίνο είναι παραδοσιακά η «πόλη των ενοικιαστών».

Το κόμμα της Αριστεράς καταδικάζει ξεκάθαρα την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία. Από την άλλη μεριά όμως, όπως σχεδόν κάθε αριστερό κόμμα στην Ευρώπη, τάσσεται κατά εξοπλισμών και κατά της στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία. Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ και το Παλαιστινιακό, το κόμμα υποστηρίζει τη λεγόμενη «λύση των δυο κρατών», καταδικάζει τη Χαμάς ως τρομοκρατική οργάνωση, τάσσεται κατά του αντισημιτισμού – όμως θεωρεί την επέμβαση του Ισραήλ στη Γάζα μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023 γενοκτονική. Το αν και το πώς μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία της κ. Έραλπ θα υποστηρίξει αυτή τη γραμμή στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, το συνταγματικό όργανο εκπροσώπησης των ομόσπονδων κρατών στην κεντρική διοίκηση, μένει να φανεί.

... και η κυβέρνηση Μερτς;

Η άνοδος του AfD και των αριστερών κομμάτων οφείλεται κατά ένα μέρος στην πολιτική και το κυβερνητικό στυλ του ομοσπονδιακού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς. Ακούγονται ήδη φωνές που ζητούν την παραίτηση του. Όμως αυτό δεν είναι τόσο απλό – όπως π.χ. στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η αντικατάσταση του πρωθυπουργού είναι θέμα της κυβερνώσης κοινοβουλευτικής ομάδας. Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η αντικατάσταση του καγκελαρίου απαιτεί μια διαδικασία ψήφου δυσπιστίας με την παράλληλη ανακήρυξη του προσώπου που θα τον αντικαταστήσει. Στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε ισχυρές αναταράξεις στον κυβερνητικό μηχανισμό και ίσως οδηγούσε σε νέες εκλογές με αβέβαιο αποτέλεσμα. Ο ίδιος ο Μερτς φαίνεται αποφασισμένος να συνεχίσει τη μεταρρυθμιστική πολιτική του και σε αυτό φαίνεται να έχει την υποστήριξη τόσο του κόμματός του όσο και των άλλων δυο κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού (CSU και Σοσιαλδημοκρατών). Η στήριξή τους είναι επίσης δεδομένη σε ό,τι αφορά τη στήριξη της Ομσσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Ουκρανία, την ενίσχυση της αμυντικής ισχύος της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη σύσφιγξη των σχέσεων με τον Καναδά και άλλα θέματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής.

Η κρίσιμη πολιτική συγκυρία δεν αποκλείεται να δώσει στον κ. Μερτς τη δυνατότητα να αναδείξει ένα πιο έντονο ηγετικό προφίλ. Το εκλογικό αποτέλεσμα της 20ής Σεπτεμβρίου 2026 δεν φαίνεται να είναι σε θέση να φέρει μεγάλα εμπόδια στην υλοποίηση του κυβερνητικού του προγράμματος. Παράλληλα, η υλοποίηση των προγραμμάτων των τοπικών κυβερνήσεων εξαρτάται σε ένα βαθμό από την στήριξη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Έτσι μέχρι τις επόμενής εκλογές τον Απρίλιο του 2027 στo Σάαρλαντ, το Σλέσβικ-Χόλσταϊν και τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, η κυβέρνηση Μερτς δεν θα πορεύεται μεν σε ήρεμα νερά, θα αποφύγει όμως και έναν πολιτικό τυφώνα.

21 Σεπτεμβρίου 2026

Τα ομόσπονδα κράτη της μεταπολεμικής Γερμανίας και η σχέση τους με ομώνυμες περιοχές και κρατικά μορφώματα της προπολεμικής Γερμανίας.

 

Εισαγωγή

Με την ευκαιρία των πρόσφατων εκλογών στο ομόσπονδο κράτος της Σαξονίας-Άνχαλτ και τις επικείμενες εκλογές στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο. θα βοηθούσε προς αποφυγή συγχύσεων και δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων να ασχοληθούμε με την ιστορία των μεταπολεμικών ομόσπονδων κρατών που συγκροτούν τη σημερινή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) και τη σχέση τους με ομώνυμα κράτη ή περιοχές του προπολεμικού Γερμανικού Κράτους, του γνωστού ως Γερμανικό Ράιχ, που και αυτό είχε μια ομοσπονδιακή δομή.

 

Η μεταπολεμική συγκρότηση των ομοσπονδιακών κρατών έγινε με γνώμονα τη διάλυση του κράτους της Πρωσίας που αποτελούσε την κυρίαρχη δύναμη στο Γερμανικό Ράιχ, από την ίδρυσή του μετά τον γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870. Μετά την κατάρρευση του Ναζισμού, οι σύμμαχοι θεώρησαν την Πρωσία κινητήρια δύναμη πίσω από τους δυο καταστροφικούς παγκόσμιους πολέμους του 20ού αιώνα. Η Πρωσία διαλύθηκε ως κρατική οντότητα με τον υπ’ αριθμόν 46 νόμο του Συμμαχικού Συμβουλίου Ελέγχου της 25ης Φεβρουαρίου 1947. Ένα μέρος της επικράτειάς της, η ανατολική Πρωσία, η Πομερανία και η Σιλεσία, πέρασε στην κατοχή της ΕΣΣΔ και της Πολωνίας, ενώ τα εδάφη της δυτικά της γραμμής Όντερ-Νάισσε κατανεμήθηκαν στα περισσότερα σημερινά ομοσπονδιακά κράτη, τα οποία ιδρύθηκαν μετά το τέλος του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου. Από τα ομοσπονδιακά κράτη του προπολεμικού Ράιχ, μόνο οι δύο πόλεις-κράτη, το Αμβούργο και η Βρέμη, επέζησαν από τη μετάβαση με λίγο-πολύ άθικτα σύνορα. Ακόμα και η Βαυαρία έχασε εδάφη.

Σε αυτό και στα επόμενα σημειώματα θα ασχοληθούμε με την ιστορία της ίδρυσης των μεταπολεμικών γερμανικών ομόσπονδων κρατών και με τις συνέπειες που είχαν αυτές οι ιδρύσεις στην οικονομική, την πολιτισμική και την πολιτική δομή των κατοίκων τους.

Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι η νέα χάραξη συνόρων και η δημιουργία αυτών των νέων ημικυρίαρχων κρατικών δομών διευκολύνθηκε κατά κάποιον τρόπο από την κατάλυση της κυριαρχίας των ομόσπονδων κρατών του προπολεμικού Ράιχ με τον Νόμο για την Αναδόμηση του Ράιχ της 30ής Ιανουαρίου 1934. Με αυτόν τον νόμο καταργήθηκε η κρατική υπόσταση όλων των ομόσπονδων κρατών που συνιστούσαν το Ράιχ, συμπεριλαμβανομένης και της Πρωσίας, τα τοπικά Κοινοβούλια διαλύθηκαν, οι κυβερνήσεις τους αντικαταστάθηκαν από επιτρόπους της κεντρικής κυβέρνησης και οι υπηκοότητές τους ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν από μια ενιαία υπηκοότητα του Ράιχ. Μέχρι τότε, η υπηκοότητα του Ράιχ ήταν επικουρική και συνόδευε τις επιμέρους υπηκοότητες των ομόσπονδων κρατών.

Στην περιοχή κυριαρχίας του Συμμαχικού Συμβουλίου Ελέγχου ιδρύθηκαν ή επανιδρύθηκαν δεκαέξι κράτη από τα οποία ένδεκα δημιούργησαν τη (δυτική) Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ/BRD) και πέντε την (ανατολική) Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ/DDR). Η πόλη του Βερολίνου παρέμεινε υπό την άμεση διοίκηση των συμμάχων και, αργότερα, στο ανατολικό μέρος της πόλης εγκαταστάθηκε η κυβέρνηση της ΛΔΓ κατά παράβαση των συμφωνιών, με την ανοχή της σοβιετικής κατοχικής δύναμης. Μέχρι τη διάλυση της ΛΔΓ το 1989, οι μόνιμοι κάτοικοι του Δυτικού Βερολίνου ταξίδευαν με διαβατήρια που εξέδιδε η Δημαρχία του Δυτικού Βερολίνου και δεν εθεωρούντο πολίτες της ΟΔΓ. Ένα παρόμοιο καθεστώς ίσχυε και για τους κατοίκους το Ανατολικού Βερολίνου. Από τα ένδεκα ομόσπονδα κράτη της ΟΔΓ, τρία συνενώθηκαν το 1952 και σχημάτισαν τη σημερινή Βάδη-Βυρτεμβέργη, ενώ το Σάαρλαντ (Χώρα του ποταμού Σάαρ) προσχώρησε ως ομόσπονδο κράτος στην ΟΔΓ το 1957.

Τα πέντε ομόσπονδα κράτη της ΛΔΓ καταλύθηκαν το 1952 με μια συνταγματική μεταρρύθμιση και αντικαταστάθηκαν από δεκατέσσερεις νομούς (Bezirke). Η ανασύσταση των κρατών έγινε το 1990, λίγο πριν τη διάλυση της ΛΔΓ και την προσχώρησή τους στην ΟΔΓ – νομικά δηλαδή δεν ενώθηκε η ΛΔΓ με την ΟΔΓ. Παράλληλα, η πόλη του Βερολίνου μετατράπηκε σε πόλη-κράτος, οπότε η σημερινή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας  αποτελείται από δεκατρία ομόσπονδα κράτη και τρεις πόλεις-κράτη:

Αμβούργο (πόλη-κράτος)

Βάδη-Βυρτεμβεργη

Βαυαρία

Βερολίνο (πόλη-κράτος)

Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία

Βρανδεμβούργο

Βρέμη (πόλη-κράτος)

Έσση

Θουριγγία

Κάτω Σαξονία

Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία

Ρηνανία-Παλατινάτο

Σάαρλαντ

Σαξονία

Σαξονία-Άνχαλτ

Σλέσβικ-Χόλσταϊν

 

Η Σαξονία-Άνχαλτ

Λόγω της εκλογικής συγκυρίας που έφερε το ομόσπονδο κράτος της Σαξονίας-Άνχαλτ στο προσκήνιο της επικαιρότητας, θα ξεκινήσουμε τη σειρά μας με αυτό.

Η μεταπολεμική Σαξονία-Άνχαλτ ιδρύθηκε το 1947 από τη Σοβιετική Κατοχική Αρχή με τη συνένωση της λεγόμενης Επαρχίας της Σαξονίας με το Ελεύθερο Κράτος του Άνχαλτ, που αποτελούσε ένα από τα ομόσπονδα κράτη του Ράιχ πριν από την κατάλυσή τους από τους Ναζί. Η νέα περιοχή που αρχικά έφερε το όνομα Επαρχία της Σαξονίας-Άνχαλτ συμπεριέλαβε και μερικούς δήμους και περιφέρειες από γειτονικές περιοχές. Το 1947 απέκτησε σύνταγμα και μετετράπηκε έτσι σε κρατική οντότητα υπό την εποπτεία της Σοβιετικής Κατοχικής Αρχής. Η πρώτη πρωτεύουσά της ήταν η πόλη Χάλλε.

Η Επαρχία της Σαξονίας ανήκε στην Πρωσία και δεν πρέπει να συγχέεται με το Βασίλειο και τη μετέπειτα Δημοκρατία της Σαξονίας που είναι ξεχωριστή κρατική οντότητα. Η επαρχία δημιουργήθηκε το 1815 ως συνέπεια των Ναπολεόντειων πολέμων, από εδάφη που η Πρωσία είχε αποσπάσει από το Βασίλειο της Σαξονίας και από άλλα γερμανικά βασίλεια ή πριγκιπάτα. Πρωτεύουσά της ήταν το Μαγδεβούργο, το οποίο είναι και η πρωτεύουσα της σημερινής Σαξονίας-Άνχαλτ. Μετά την κατάλυση των ομόσπονδων κρατών της ΛΔΓ, η Σαξονία-Άνχαλτ χωρίστηκε σε δυο νομούς, Μαγδεβούργου και Χάλλε.

Τα κύρια αστικά κέντρα είναι το Μαγδεβούργο, η Χάλλε και το Ντέσαου-Ρόσλαου. Το Ντέσαου είναι η πόλη που μεταξύ του 1926 και του 1932 φιλοξένησε τη φημισμένη σχολή αρχιτεκτόνων και σχεδιαστών Μπάουχαους.

Η σημερινή έκταση της Σαξονίας-Άνχαλτ είναι 20.451 τ. χλμ. και ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 2,1 εκατομμύρια κατοίκους (απογραφή του 2025). Στην επικράτειά της συμπεριλαμβάνονται πολλές πόλεις με μεγάλη ιστορική παράδοση, όπως το Μερσεβούργο, το Κουέντλινγκμπουργ και το Νάουμπουργκ –πόλεις που ήταν πρωτεύουσες μεσαιωνικών πριγκιπάτων και έδρες καθολικών επισκοπών –, η γενέτειρα του Λούθηρου Άισλεμπεν, και το Βίττεμπεργκ όπου θυροκόλλησε τις ενενήντα εννέα θέσεις του κατά των πρακτικών της Καθολικής Εκκλησίας.

Γύρω από το Χάλλε, το Μερσεβούργο, και το Μπίτερφελντ εγκαταστάθηκαν από τις αρχές του 20ού αιώνα μεγάλα πετροχημικά και χημικά εργοστάσια που αποτέλεσαν αργότερα τη ραχοκοκαλιά της χημικής βιομηχανίας της ΛΔΓ. Παρ’ όλη τη συρρίκνωση που υπέστη η χημική βιομηχανία της περιοχής κατά τη μεταβατική περίοδο μετά την κατάλυση της ΛΔΓ και την προσχώρηση των ανατολικών κρατών στην ΟΔΓ το 1990, οι πετροχημικές εγκαταστάσεις κατάφεραν να επιβιώσουν, ενώ στο χώρο των χημικών εγκαταστάσεων έχει δημιουργηθεί ένα αξιόλογο χημικό βιομηχανικό πάρκο.

Η σημερινή οικονομική δραστηριότητα επικεντρώνεται στην παραγωγή χημικών και πετροχημικών, φαρμάκων και εμβολίων, στη συμμετοχή στην παραγωγική αλυσίδα της αυτοκινητοβιομηχανίας και στον πρωτογενή τομέα με κέντρο βάρους την οινοπαραγωγή, την παραγωγή και επεξεργασία τροφίμων και την παραγωγή σοκολάτας.

To ονομαστικό ΑΕΠ κυμαινόταν το 2025 στα 81,8 δισ. ευρώ και η ανεργία τον Αύγουστο του 2026 ήταν στο 8,2%. Στην κατάταξη των ομόσπονδων κρατών, η Σαξονία-Άνχαλτ βρίσκεται σε σχέση με το ΑΕΠ στη 12η θέση και σε σχέση με την ανεργία στη 13η.

Όμως, η οικονομική ανάπτυξη χωρίς την επιρροή του πληθωρισμού ήταν το 2025 αρνητική (– 0,2%) ενώ η ανεργία των νέων αυξήθηκε σημαντικά.

Σε ότι αφορά τη βασική και την εφαρμοσμένη έρευνα, στη Σαξονία-Άνχαλτ βρίσκονται τα Πανεπιστήμια του Μαγδεβούργου (έτος ιδρύσεως 1993) και του Χάλλε-Βίτεμπεργκ (έτη ιδρύσεως: Βίτεμπεργκ 1502, Χάλλε: 1694, έτος συνένωσης: 1817) καθώς και τέσσερα Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών (πρώην ΤΕΙ).

Η πολιτική ζωή μετά την ενσωμάτωση στην ΟΔΓ το 1990 ακολούθησε αρχικά τη γενική εξέλιξη στη Γερμανία, με τους Χριστιανοδημοκράτες να είναι πρώτο κόμμα μέχρι το 2021, με μια εξαίρεση το 1998, όταν σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών. Στις πρόσφατες εκλογές, όμως, η εκλογική του δύναμη μειώθηκε στο 17,2%, χάνοντας περίπου 80.000 ψηφοφόρους στο ακραίο εθνικιστικό κόμμα AfD που βγήκε πρώτο με 43,8%.

Το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD) αρχικά είχε ικανοποιητικά ποσοστά, αλλά από το 2016 η δύναμή του άρχισε να φθίνει φτάνοντας στο μονοψήφιο 9,3% των πρόσφατων εκλογών. Παρόμοια εξέλιξη της εκλογικής τους δύναμης είχαν και τα υπόλοιπα κόμματα (Αριστερά, Πράσινοι, Φιλελεύθεροι – αυτοί δεν κατάφεραν να υπερβούν το πλαφόν του 5% και θα μείνουν εκτός Κοινοβουλίου).

Το ακραίο εθνικιστικό, αντιευρωπαϊκό, φιλορωσικό, ξενοφοβικό και εν μέρει αναθεωρητικό κόμμα AfD κατάφερε μέσα σε τρεις κοινοβουλευτικές περιόδους από το 2016 κι ύστερα να διπλασιάσει σχεδόν το ποσοστό του στο 43,8%, αφού κινητοποίησε 170.000 ψηφοφόρους που στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις δεν συμμετείχαν. Eνα άλλο κόμμα που κατάφερε να εκπροσωπηθεί με την πρώτη στο Κοινοβούλιο, συγκεντρώνοντας 5,3% των ψήφων, είναι το BSW (Συνασπισμός Σάρα Βάγκενκνεχτ), το οποίο είναι λίγο-πολύ μια αριστερή εθνικιστική, αντιευρωπαϊκή, ξενοφοβική και φιλορωσική εκδοχή του AfD και μάλλον θα συνασπιστεί μαζί του ή θα το στηρίξει.

Το πολιτικό πρόγραμμα του AfD περιλαμβάνει, εκτός από γενικόλογες υποσχέσεις για εξορθολογισμό των οικονομικών και ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας, την αποχώρηση της Σαξονίας-Άνχαλτ από τον κοινό ραδιοτηλεοπτικό σταθμό MDR (Mitteldeutscher Rundfunk, Ραδιοφωνία της Μέσης Γερμανίας) στον οποίο συνεργάζονται η Σαξονία, η Σαξονία-Άνχαλτ και η Θουριγγία, την κατάργηση της υποχρεωτικής φοίτησης σε δημόσια ή ιδιωτικά σχολεία και την αντικατάστασή της από μια «υποχρέωση για μόρφωση» που θα επιτρέπει την κατ’ οίκον και κατά μόνας διδασκαλία των παιδιών (Homeschooling), την άμεση παύση της χορήγησης ασύλου σε πρόσφυγες, την αναίρεση των ήδη αναγνωρισμένων αιτήσεων ασύλου και την άμεση επαναπροώθηση των αιτούντων άσυλο και των παράτυπων μεταναστών σε τρίτες «ασφαλείς» χώρες ή στις χώρες καταγωγής τους συνάπτοντας αν χρειαστεί και ανάλογες συμβάσεις με τρίτες χώρες (κάτι για το οποίο ένα ομόσπονδο κράτος δεν έχει καμία αρμοδιότητα), και γενικά τη μείωση των εργαζομένων από χώρες εκτός της ΕΕ και την αντικατάστασή τους από Γερμανούς πολίτες που ζουν στο εξωτερικό και στους οποίους θα δοθούν κίνητρα για να εγκατασταθούν στην περιοχή. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσης την παύση της αναγνώρισης των Ουκρανών που κατοικούν στην περιοχή ως προσφύγων πολέμου, την επανασύσφιγξη των πολιτιστικών σχέσεων με τη Ρωσία, την επαναφορά της διδασκαλίας της ρωσικής γλώσσας στα σχολεία, την κατάργηση της συμμετοχής παιδιών με ειδικές ανάγκες στο κανονικό σχολικό μάθημα και τη δημιουργία ειδικών σχολικών τάξεων, την αναθεώρηση του μαθήματος της ιστορίας και γενικά των σχολικών βιβλίων, την κατάργηση της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού και άλλα.

Επίσης το AfD θέλει να περιορίσει την επιρροή των δυο μεγάλων εκκλησιών και να ενισχύσει μικρά ευαγγελικά εκκλησιαστικά σχήματα. Θέλει επίσης να απαγορεύσει το μάθημα ισλαμικών θρησκευτικών στα σχολεία.

 

Γιατί νίκησε το AfD

Κατά τη γνώμη μου, οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτή τη σαρωτική του AfD δεν μπορούν να αναχθούν σε κλασικές κοινωνικο-οικονομικές αναλύσεις. Στη Σαξονία-Άνχαλτ ζουν πολύ λίγοι άνθρωποι με καταγωγή από ισλαμικές χώρες, για να δικαιολογήσουν μια καθημερινή τριβή με τους κατοίκους. Επίσης, η οικονομική κατάσταση δεν είναι πολύ διαφορετική από υπόλοιπες περιοχές της ΟΔΓ, ενώ η ανεργία των νέων είναι μεν πιο υψηλή από τον μέσο όρο, αλλά και αυτό δεν αρκεί για να εξηγήσει την απήχηση που έχει το κόμμα στους νέους ψηφοφόρους. Επίσης το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και εισόδημα στήριξε το AfD δεν σημαίνει ότι έχει ιδιαίτερα ερείσματα στην εργατική τάξη ή στο οικονομικο-κοινωνικό στρώμα των τεχνιτών και εξειδικευμένων εργατών.

Οι πραγματικοί λόγοι που οδηγούν στην ενίσχυση αυτού του, ακόμα και για ένα ευρωπαϊκό εθνικιστικό και ευρωσκεπτικιστικό κόμμα, ιδιόμορφου κόμματος θα φανούν καλύτερα μετά την παρουσίαση των υπόλοιπων ανατολικογερμανικών ομόσπονδων κρατών στα επόμενα σημειώματα και τη σύγκρισή τους με τα δυτικά ομόσπονδα κράτη.

Λόγω των επικείμενων εκλογών, θα συνεχίσουμε με την παρουσίαση στο επόμενο σημείωμα του κράτους του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας και της πόλης-κράτους του Βερολίνου.

17 Σεπτεμβρίου 2026