Σύνδεση συνδρομητών

Ελλάδα

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Αντισιωνισμός εναντίον Ελλήνων

Βάνα Νικολαΐδου-Κυριανίδου

Αφιερώνεται στη μνήμη της Αιμιλίας Καμπελή,

επιζησάσης του Ολοκαυτώματος

Στη χώρα μας, το αντισιωνιστικό κίνημα θεριεύει. Με άλλα λόγια, ο «ενάρετος» αντισημιτισμός, ο οποίος αποτελεί επί της ουσίας τη σύγχρονη μορφή τού εξοντωτικού αντιεβραϊσμού, δεδομένης της ύπαρξης πλέον του Ισραήλ, έχει κατακυριεύσει τα πανεπιστήμια, τον καλλιτεχνικό κόσμο, όπως και τους δρόμους. Aντιμέτωποι με αυτό το κύμα εχθρότητας, οι Έλληνες εβραϊκού θρησκεύματος δεν αισθάνονται πλέον ασφαλείς στην πατρίδα τους, σε βαθμό απόκρυψης της συγκεκριμένης ταυτότητάς τους.

 

Απότοκο της εναντίωσης στον οικουμενισμό –ο οποίος είναι ενύπαρκτος στις φιλοσοφικές καταβολές της σύγχρονης δημοκρατίας–, ο αντισιωνισμός, με σημαία τη δικαίωση των «καταπιεσμένων», συνδέεται στενά με την «προοδευτική» αξίωση κατάτμησης της κοινωνίας σε  αμοιβαία αποκλειόμενες ταυτοτικές κατηγορίες.  Προκαλώντας την υποχώρηση του «δημόσιου πνεύματος» προς έναν εχθροπαθή «ηθικισμό new look, ακόμη πιο αστόχαστο και ψευδεπίγραφο από τις προηγούμενες εκδοχές του»,[1] οι στεγανοποιημένες αυτές εμπόλεμες ομάδες συγκροτούνται με βάση το χρώμα του δέρματος, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την εθνοτική καταγωγή και τη θρησκευτική ένταξη, όπως αυτά νοούνται υπό το πρίσμα της αντι-αποικιοκρατικής αφήγησης και αναδιατάσσονται μέσω της διαθεματικής λογικής. Η τελευταία αντιμετωπίζει τα επιμέρους ταυτοτικά γνωρίσματα ως αλληλοδιαπλεκόμενες μορφές κοινωνικής θέσης, μέσα από τις οποίες παράγονται σύνθετες εξαρτήσεις κυριαρχίας και καταπίεσης.  

Αντιστρέφοντας την ιεραρχική σχέση μεταξύ ανώτερου και κατώτερου, την οποία είχε θεσμοποιήσει η παραδοσιακή ρατσιστική κλίμακα αξιών, η αντι-λευκή θυματοκεντρική λογική επαναφέρει τους γνώριμους μηχανισμούς αποκλεισμού, αναπαράγοντας, αυτή τη φορά από την πλευρά των πρώην αποκλεισμένων, την αντίληψη σύμφωνα με την οποία «η ιδιαίτερη ταυτότητα πηγάζει από μια παγιωμένη και αξεπέραστη ένταξη»· συνακόλουθα, «μετατρέπει το άτομο σε φορέα μιας υποτιθέμενης ουσίας και παύει να το βλέπει ως μοναδικό πρόσωπο· το αντιμετωπίζει πλέον μόνο ως την ενσάρκωση ενός συνόλου, του οποίου αποτελεί, τρόπον τινά, το στερεοτυπικό πρότυπο».[2]  

Στο πλαίσιο αυτού του λυσσώδους αντιδυτικισμού των αντισυστημικών κομμάτων και οργανώσεων –στοιχείου που υπήρξε κοινός παρονομαστής όλων των ολοκληρωτικών ιδεολογιών–, η αριστερόστροφη επαναστατικότητα συναντάται επικίνδυνα με τον ακροδεξιό αντισημιτισμό. Αγιοποιώντας τον εξεγερμένο ισλαμιστή και δαιμονοποιώντας το Ισραήλ ως λευκό και αποικιοκρατικό, ο αντισιωνισμός ενεργοποίησε ξανά το σύνολο σχεδόν των παραδοσιακών αντιεβραϊκών στερεοτύπων.  Θα μπορούσαμε μάλιστα να μιλήσουμε για έναν ιδιότυπο εκσυγχρονισμό του μεσαιωνικού θρησκευτικού αντι-εβραϊσμού, συμβατό με τη σύγχρονη αγιοποίηση του «αδυνάμου», όπου το  κατηγορητήριο της θεοκτονίας μεταλλάσσεται σε μια νέα μορφή συλλογικού καταλογισμού: την κατηγορία της «Παλαιστινοκτονίας».

Υποκαθιστώντας τις ναζιστικές συνδηλώσεις της φυλής με την ενοχοποίηση της συναισθηματικής, ιστορικής και θρησκευτικής σχέσης με το Ισραήλ, η λογική αυτή, εκτός από τους Ισραηλινούς, στοχοποιεί τους εβραίους ανεξαρτήτως υπηκοότητας, υπάγοντάς τους σε ένα καθεστώς συλλογικής ευθύνης για τις δράσεις ενός κράτους που έχει εκ προοιμίου καταταγεί στην κατηγορία του ηθικά έκπτωτου.  

Έτσι, μέσα σε ένα κλίμα όπου η αξίωση αφανισμού του Ισραήλ προβάλλεται ως απολύτως θεμιτή, οι Έλληνες εβραϊκού θρησκεύματος βρέθηκαν, όπως και στην υπόλοιπη Δύση, αντιμέτωποι με μια εχθρότητα που προμηθεύεται τα δηλητηριώδη βέλη της από τη συνωμοσιολογική, πλασματική εικόνα του «αιώνιου Εβραίου», στον οποίο αποδίδονται  όλες οι θανάσιμες αμαρτίες του κόσμου.

Βασιζόμενη στις θεωρήσεις της Χάννα Άρεντ, θα επιχειρήσω να αναδείξω τις συνέπειες αυτού του αντιεβραϊκού μένους για τον δημοκρατικά οργανωμένο τρόπο συνύπαρξής μας. Με αυτόν τον στόχο, θα προσεγγίσω την έννοια τού πολιτικά συγκροτημένου «εμείς», εξετάζοντας παράλληλα και τη συναισθηματική διάσταση των δεσμών του ανήκειν. Μέσω αυτής της μεθοδολογικής διάκρισης ανάμεσα στις δύο μορφές κοινοτικής ύπαρξης, επιζητώ να φωτίσω την απειλή που αντιπροσωπεύει για όλους μας –ανεξαρτήτως θρησκεύματος– η εξάπλωση ενός μίσους που δρα διαλυτικά για τον κοινό κόσμο τον οποίο έχουμε οικοδομήσει: έναν κόσμο μέσα στον οποίο, σε αντίθεση με τις καταβολές και τα γνωρίσματα που δεν επιλέγουμε, έχουμε αποφασίσει να συνυπάρχουμε ως ελεύθεροι και ίσοι πολίτες.

 

Συμπολίτες

Ο δημοκρατικός τρόπος ζωής, στην αντίθεσή του από τον αγελαίο οπαδισμό, συνίσταται στην ίδρυση ενός κοινού κόσμου. Μέσα σε αυτόν οι άνθρωποι συνυπάρχουν υπό τους όρους της επικοινωνιακής αλήθειας, αυτής δηλαδή που αναδύεται μέσα από το διάλογο ισότιμων ανθρώπων, ικανών να υποστηρίξουν τις απόψεις τους, προβάλλοντας ορθολογικά επιχειρήματα, όπως και να κατανοήσουν εκείνα των διαφωνούντων.

Η δημοκρατική αρχή της ισοτιμίας αντλεί το κύρος της από το γεγονός ότι, σε οντολογικό επίπεδο, είμαστε όλοι το ίδιο, δηλαδή ανθρώπινα όντα. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητά μας έγκειται στην ικανότητά μας να υπερβαίνουμε την απρόσωπη ομοιογένεια του ζωικού είδους στο οποίο ανήκουμε. Η ανθρώπινη ιδιότητά μας ανάγεται στη δυνατότητά μας να είμαστε πέραν από βιολογικές υπάρξεις και πρωταγωνιστές μιας βιογραφίας, η οποία, στη διάκρισή της από τις διαδικασίες της βιολογικής ζωής, δεν ταυτίζεται με κανενός άλλου. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρώπινη ιδιότητά μας αντιστοιχεί στην εγγενή μας ικανότητα, ως προσώπων, να διαφέρουμε μεταξύ μας.

Αυτή η ανομοιότητα, ο σεβασμός προς την οποία αποτελεί θεμέλιο των αμιγώς ανθρώπινων συνθηκών συμβίωσης, οφείλεται στην ανάδυση της μοναδικής προσωπικής μας ταυτότητας. Και κάνω λόγο για ανάδυση, επειδή αυτή η ταυτότητα αποκαλύπτεται μέσα από τους λόγους και τα έργα μας τα οποία συνυφαίνουν τον κοινωνικοπολιτικό μας βίο. Εξ αυτού, όντας αφηγηματική, η εν λόγω ανάδειξη της ατομικότητας παραμένει αλληλένδετη με την κοινοτική μας ύπαρξη. Ειδικότερα μάλιστα υπαγορεύει τις οριζόντιες σχέσεις που απαιτεί η συνομιλία και η σύμπραξη, στη διάκρισή τους από την κάθετη, μονολογική, κατ’ ουσίαν, σχέση της εντολής / εκτέλεσης.  Συνάμα, με γνώμονα την πολιτική ανθρωπολογία στην οποία αναφερθήκαμε –άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δημόσια σφαίρα που ιδρύεται στη δημοκρατία– καθίσταται κατανοητό ότι οι καθοδηγητικές αρχές που εκφράζονται μέσα από τις δράσεις τού πολιτικά δρώντος υποκειμένου είναι καθολικεύσιμες και, ως εκ τούτου, υπερβαίνουν τα στενά όρια μιας συγκεκριμένης κοινότητας. Αυτό σημαίνει ότι ο αφηγηματικός χαρακτήρας της μοναδικής ταυτότητας του πολιτικού υποκειμένου δεν εγκλωβίζεται στους ορίζοντες ενός ενδοστρεφούς κοινοτισμού. 

Υπ’ αυτή την προοπτική, η δημοκρατική αρχή της ισοτιμίας παραμένει ουσιωδώς συνδεδεμένη με τον σεβασμό προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και τούτο, επειδή εκφράζει θεμελιακά την ικανότητά μας να δημιουργούμε, από κοινού, θεσμούς και οργανωτικές δομές που εξασφαλίζουν και εγγυώνται στον καθένα μια θέση μέσα στον κοινό κόσμο.  Επομένως, για τον δημοκρατικό τρόπο συνύπαρξης, η ανθρωπινότητα αναδύεται μέσω της συν-οικοδόμησης ενός κόσμου φιλόξενου για όλα τα μη ομοιόμορφα μέλη του, τόσο στο εσωτερικό των πολιτικών κοινοτήτων όσο και στο διεθνές επίπεδο.[3]

Έτσι, η έννοια της ανθρωπότητας που συνάδει προς το δημοκρατικό φρόνημα αντιπαρατίθεται σε εκείνη η οποία, στο όνομα μιας φαντασιακής «γνησιότητας» ή «αυθεντικότητας», αποκλείει όσους δεν πληρούν τα κριτήρια που η ίδια αυθαίρετα θεσπίζει (καταγωγή, θρήσκευμα, φυλή, κοινωνική τάξη κ.λπ.). 

Με άλλα λόγια, το δημοκρατικό φρόνημα παραμένει απολύτως ξένο προς εκείνη την αντίληψη περί ανθρωπότητας που υιοθέτησαν οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες, οδηγώντας τους θιασώτες τους στο συμπέρασμα ότι, προς όφελος της ίδιας της ανθρωπότητας, θα ήταν προτιμότερο να εξοντωθούν ορισμένα από τα μέλη της.[4]

Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η δημοκρατικά νοούμενη συμβίωση διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων και κοινοτήτων είναι η μόνη ελπιδοφόρα απάντηση στην πικρή διαπίστωση του φιλοσόφου Αλαίν Φινκιελκρότ, την οποία επιβεβαίωσε το μέγα τραύμα του 20ού αιώνα:

Αυτό που επί μακρόν διέκρινε τους ανθρώπους από την πλειονότητα των άλλων ζωικών ειδών, είναι ακριβώς το ότι αυτοί δεν αναγνωρίζονται μεταξύ τους.[5]   

  

Ο οικουμενισμός που βρίσκεται στα θεμέλια της σύγχρονης  δημοκρατικής  συνύπαρξης ανιχνεύεται  στην ανοικτότητά της, δηλαδή στη μη ετεροφοβική της σύσταση. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει την «οικοφοβική»  ρευστοποίηση των πολιτισμικών ταυτοτικών της γνωρισμάτων, σε βαθμό αποξένωσης από τον ίδιο της τον «εαυτό». Η εν λόγω ανοικτότητα, ως διαλεκτική σχέση μεταξύ της δεδομένης ύπαρξης και της ελευθερίας επιλογών που απεγκλωβίζουν από το δεδομένο, απορρέει από την ίδια την «έκκεντρη» δομή της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας, σύμφωνα με τον όρο του Ρεμί Μπραγκ, ο οποίος γράφει:  

Στην περίπτωση της Ευρώπης, οι Ευρωπαίοι επέλεξαν οι ίδιοι να αναγάγουν σε προγόνους τους τους αρχαίους Έλληνες και το Ισραήλ, αυτές τις επιβλητικές και δοξασμένες καταβολές, αντί για τους πραγματικούς προγόνους τους, οι οποίοι ήταν απλοί άνθρωποι, για να μην πούμε απλοϊκοί.[6]

Μεταφερόμενος στη δημόσια σφαίρα, αυτός ο έκκεντρος χαρακτήρας φωτίζει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ τού «τι» είναι κάποιος –συνάθροιση των πολλαπλών «εμείς» και ταυτοτήτων στα οποία αναφέρεται το εγώ– και του «ποιος» αποκαλύπτεται ότι είναι μέσα από τα λόγια και τα έργα του.[7] Πρόκειται για την κουλτούρα της ατομικότητας, σε αντίθεση προς τον ατομικισμό, η οποία αξιώνει αφενός την αμοιβαία αποδέσμευση από τους δεδομένους προ-πολιτικούς προκαθορισμούς και αναφορές και αφετέρου την ικανότητα να αυτο-επιλέγεσαι ως δημόσια παρουσία. Με αυτό εννοώ, κατά το παράδειγμα της Ευρώπης, την υιοθέτηση ιστορικών παραδειγμάτων –των ένδοξων «προγόνων»– από τα οποία αντλούνται οι ηθικοπολιτικές αρχές που διέπουν τη συγκρότηση ενός κοινού δημόσιου κόσμου ως πεδίου ελευθερίας, δηλαδή ανεμπόδιστης κίνησης, δράσης και επικοινωνίας μεταξύ ακηδεμόνευτων και διαφορετικών ανθρώπων.

Υπ’ αυτή την προοπτική, η διαβούλευση επί των δημόσιων ζητημάτων υπό όρους ισηγορίας καθιστά την πολλαπλότητα των επιμέρους οπτικών αναγκαία προϋπόθεση για την κοινή κατανόηση των διακυβευμάτων, καθώς μόνον έτσι μπορούν να φωτιστούν όλες οι πτυχές τους και να αξιολογηθούν οι διαφορετικές θέσεις, βάσει και της συμβατότητας των αρχών που εκφράζουν με τις κανονιστικές προϋποθέσεις συγκρότησης της δημόσιας σφαίρας.

Η θέση την οποία λαμβάνεις ως πολίτης έχει μια αντικειμενική πλευρά  –αλληλένδετη με το απαιτούμενο πολιτικό ήθος– δεδομένου ότι δεν αφορά ένα προσωπικό ζήτημα, αλλά μια κοινή υπόθεση.  Από την άλλη, ο εξατομικευτικός της χαρακτήρας συνδέεται με την υποκειμενική πλευρά της.

Η υποκειμενική διάσταση της άποψης παραμένει αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την αρνητική ελευθερία. Η τελευταία δεν σημαίνει μόνο προστασία από αυθαίρετες παρεμβάσεις στην ιδιωτική ζωή των πολιτών. Ως ρυθμιστική αρχή της κοινωνικής σφαίρας, σημαίνει επίσης ότι ο καθένας είναι ελεύθερος να επιλέγει τη μορφή ζωής του και τους προσωπικούς του προσανατολισμούς. Σημαίνει ακόμη ότι είναι ελεύθερος να διατηρεί τις ιδιαίτερες πολιτισμικές του παραδόσεις, τις επιμέρους ταυτότητές του και τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, χωρίς να απειλείται η συμμετοχή του στον κοινό πολιτικό κόσμο. Εντός πάντοτε της δημόσιας σφαίρας,  η ανεμπόδιστη νοερή επίσκεψη όλων αυτών των διαφορετικών υποκειμενικών θέσεων, ενόψει της λήψης μιας απόφασης, διασφαλίζει, μέσω της αμοιβαίας μετακίνησης σε αυτές, τη σφαιρική αντιμετώπιση των κοινών υποθέσεων. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πλευρές, καταλήγουμε στην εκφορά μιας αμερόληπτης κρίσης.

Αλληλένδετη με την αμεροληψία του νόμου, αυτή η «απαθής» λήψη αποφάσεων προτάσσει τη συναίνεση έναντι της «άφωνης», επί της ουσίας, ομοφωνίας. Προϋποθέτοντας την παρουσία και την αντιπαράθεση πολλαπλών απόψεων στη δημόσια διαβούλευση, η πολιτική ελευθερία αντιστρατεύεται ευθέως κάθε αξίωση ταυτοτικής ομοιομορφίας, στην οποία εδράζεται ο εθνοφυλετισμός.

Ακριβώς γι’ αυτό, η ελευθερία αυτή πραγματώνεται εντός ενός πολιτικού έθνους, η ενότητα του οποίου δεν απορρέει από προπολιτικές καταγωγικές, φυλετικές ή θρησκευτικές ομοιότητες, αλλά από την πολιτική τους υπέρβαση – η οποία όμως δεν επιτάσσει την αποστειρωμένη συζήτηση μεταξύ αποσαρκωμένων εαυτών.  

Η ενότητα του δημοκρατικά ιδρυμένου πολιτικού «εμείς» αξιώνει μια μέριμνα για τα κοινά, η οποία διασφαλίζει τη διαφορετικότητά σου, ακριβώς επειδή δεν σε εγκλωβίζει στα ταυτοτικά σου γνωρίσματα. Αυτός ο εγκλωβισμός θα καθιστούσε αδύνατη τη συγκρότηση ενός κοινού ορίζοντα επικοινωνιακής αλήθειας  Με άλλα λόγια, ως μέλος ενός πολιτικού έθνους ανταποκρίνεσαι στο ρόλο σου του πολίτη, στο μέτρο που αναγνωρίζεις ότι  «το δικαίωμα στη διαφορά προϋποθέτει την ελευθερία να διαφέρεις από τη διαφορετικότητά σου».[8] Υπό αρεντικούς όρους, πρόκειται για την ελευθερία τού να βλέπεις τα πράγματα και από τη σκοπιά των άλλων, χωρίς να «εκκενώνεις» τη θέση σου, μέσω της εξομοίωσής σου.

Αυτή η ανομοιογενής ενότητα  βασίζεται στην πολιτική φιλία, η οποία διαχωρίζεται από τις κοινωνικές συναναστροφές ή τις συναισθηματικά φορτισμένες στενές διαπροσωπικές σχέσεις. Εξ αυτού, δεν πρόκειται για φιλία που στηρίζεται στην ομογνωμία και στην ταύτιση των ατομικών συμφερόντων. Πολυφωνική και φλύαρη, τρέφεται μέσα από την αντιπαράθεση των απόψεων γύρω από ένα δημόσιο ζήτημα.

Σύμφωνα με την Άρεντ, πρόκειται για ένα είδος φιλίας «χωρίς ιδιωτικότητα και οικειότητα».[9] Με άλλα λόγια, αυτό που συνδέει εκείνους που μετέχουν στα κοινά δεν είναι οι σχέσεις συγγένειας ή αμοιβαίας αγάπης μεταξύ τους, αλλά το γεγονός ότι όλοι τους, ανεξαρτήτως των φυσικών, κοινωνικών, θρησκευτικών ή ιδιαίτερων πολιτισμικών αναφορών τους και πεποιθήσεων, ενδιαφέρονται για το ίδιο κοινό πράγμα.

Η θεσμική έκφραση αυτής της φιλίας είναι η ιδιότητα του πολίτη. Πέραν της αμιγώς νομικής σημασίας της, η εν λόγω ιδιότητα αξιώνει, από ηθικοπολιτική άποψη, τρόπους δράσης των οποίων η κινητήρια αρχή είναι συμβατή με τις θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού τρόπου συμβίωσης. Παράλληλα, επειδή το δημοκρατικό πολίτευμα λειτουργεί μέσω της διαβούλευσης, η ιδιότητα του πολίτη προϋποθέτει μια κοινή γνώση και κατανόηση των ιστορικών παραδειγμάτων, αναφορών και νοημάτων που συγκροτούν την πολιτισμική παράδοση μέσα στην οποία εντάσσεται, με τις ιδιαιτερότητές της, η πολιτική κουλτούρα μιας συγκεκριμένης πολιτικής κοινότητας. Η κοινή αυτή γνώση λειτουργεί ενοποιητικά, καθόσον διαμορφώνει έναν κοινό ορίζοντα νοήματος και αμοιβαίας κατανόησης, χωρίς τον οποίο η δημοκρατική διαβούλευση καθίσταται αδύνατη.

 Σύμφωνα και πάλι με τη Χάννα Άρεντ:

κανείς ο οποίος δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο Καίσαρ ή ο Ναπολέων δεν μπορεί να καταλάβει για ποιο πράγμα μιλάς, όταν μιλάς για καισαρισμό ή βοναπαρτισμό.[10]  

Ο εβραϊκού θρησκεύματος έλληνας πολίτης, ως αναπόσπαστο μέλος του πολιτικού «εμείς» της πατρίδας μας, μετέχει της πολιτικής κουλτούρας που συγκροτεί τη δημόσια σφαίρα μας, διαθέτει τα ίδια δικαιώματα και υπέχει τις ίδιες υποχρεώσεις με κάθε συμπολίτη του, αναλαμβάνοντας εξίσου την ευθύνη για τις επιτυχίες, τις αποτυχίες και το κοινό μέλλον της χώρας. Αυτό το μέλλον συνδέεται αναγκαία και με την κοινωνική σφαίρα της οποίας είμαστε όλοι μέλη, συμβάλλοντας από κοινού, ανάλογα με τις δυνατότητές μας, στον εμπλουτισμό τής πολιτισμικής μας ζωής, της οικονομικής μας ανάπτυξης και της επιστημονικής μας προόδου.

Οι εκδηλώσεις εναντίον των συμπολιτών μας εβραϊκού θρησκεύματος πολιτικοποιούν, κατά τη λογική του ρατσισμού, ένα καθεαυτό πολιτικά αδιάφορο ταυτοτικό γνώρισμα· αυτό σημαίνει ότι καταλύουν τις συνθήκες δυνατότητας της δημόσιας σφαίρας, εφόσον η μοναδικότητα του «ποιος/α» είναι κάποιος/α εξαλείφεται από το ομογενοποιητικό «τι». Ενοχοποιούν ακόμα και τους συναισθηματικούς δεσμούς με μια πολιτική κοινότητα συνδεδεμένη με το επιμέρους αυτό γνώρισμα. Υπ’ αυτούς μάλιστα τους όρους, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το παράδοξο μιας στάσης που, ενώ απορρίπτει μετά βδελυγμίας την εθνικιστική ακροδεξιά ιδεολογία –με εξαίρεση τον νεόκοπο παλαιστινιακό εθνικισμό– υιοθετεί εμμέσως πλην σαφώς μια από τις θεμελιώδεις παραδοχές της: οι ιδιαίτεροι εθνοτικοί, θρησκευτικοί ή ιστορικοί δεσμοί των πολιτών αποτελούν κριτήριο για την ένταξή τους στους «δικούς» μας ή στους «αλλότριους» εντός των τειχών. Έτσι, οι συμπολίτες μας εβραϊκού θρησκεύματος, μέσω της μετατροπής τους σε υποκατάστατα του εγκληματοποιημένου Ισραήλ, αντιμετωπίζονται ως ξένο και μάλιστα εχθρικό σώμα. Αυτό το επιβεβαιώνει και ο τρόπος με τον οποίο οι έλληνες εβραίοι  εισπράττουν και απαντούν σε αυτή την εχθροπάθεια:

ο έλληνας εβραίος δεν χρειάζεται να απολογηθεί για τίποτα. Δεν είναι «ξένος». Δεν είναι «εκπρόσωπος». Είναι πολίτης αυτού του τόπου.[11]

Η προσπάθεια αντικατάστασης του αντισημιτισμού από έναν ηθικιστικό ριζοσπαστικό «αντι-ισραηλινισμό» μπορεί να επιτρέπει στους αντισιωνιστές να αποστασιοποιηθούν από τον φυλετισμό· ωστόσο, το γεγονός ότι αντιμετωπίζουν τους συμπολίτες τους, αποκλειστικά λόγω του θρησκεύματός τους, ως ενόχους για τις δράσεις ενός ξένου κράτους, τους εγγράφει στη λογική ενός ακροδεξιού υπερεθνικισμού, υπέρμαχου της ομοιογενούς οργανικής ενότητας του συλλογικού σώματος.

Υπ’ αυτή την προοπτική, οι «εξεγερμένοι» αντισιωνιστές δεν εκφράζουν επί της ουσίας παρά τη βούληση αποσάθρωσης του ελληνικού λαού ως πολιτικής έννοιας. Επιβάλλοντας τις μανιχαϊστικές διαιρέσεις ενός ανελεύθερου τρόπου ζωής, υπονομεύουν τις κανονιστικές αρχές του δημόσιου βίου. Εν ολίγοις, παραβιάζουν κατάφωρα τους όρους πολιτικής συνύπαρξης που ισχύουν σε μια δημοκρατική χώρα, όπως θέλουμε να είναι η δική μας. 

Ομοίως, στο κοινωνικό πεδίο, επιστρατεύοντας μηχανισμούς αποκλεισμού, αντιστρατεύονται τις σχέσεις αμοιβαιότητας, εμπιστοσύνης και συνεργασίας που προϋποθέτει η κοινωνική ευημερία, συνυφασμένη, οπωσδήποτε, με ένα πνεύμα εξωστρέφειας το οποίο την εμπλουτίζει μέσω των ανταλλαγών και των αλληλεπιδράσεων με τα μέλη άλλων κοινοτήτων.

 

Συμπατριώτες

Αφήνοντας τώρα κατά μέρος την πολιτική φιλία που συνέχει αποκλειστικά την πολιτική κοινωνία, θέλω να αναδείξω και μια άλλη πλευρά του συν-είναι.

Θέλω να μιλήσω για το «εμείς», το οποίο, μολονότι αποκτά πολιτειακή μορφή μέσω της νομικο-πολιτικής θέσπισης, εντούτοις δεν εξαντλείται σε αυτήν. Αναφέρομαι σε ένα «εμείς» που θεμελιώνεται στην αίσθηση του ανήκειν σε μια κοινότητα, και συνδέεται με την επιζήτηση της αμοιβαίας αναγνώρισης. Αυτήν την οποία ο φιλόσοφος Αϊζάια Μπερλίν, διακρίνοντάς την, λόγω των νοηματικών συγχύσεων, από τη θετική και την αρνητική ελευθερία του ατόμου και πολίτη, την ανάγει στον «βαθύ πανανθρώπινο πόθο» για «αλληλοκατανόηση», «αμοιβαία εξάρτηση» ακόμα και «αμοιβαία θυσία».[12]  Τη σημασία αυτής της επιζήτησης, την οποία, εν προκειμένω, δεν τη συνδέω με ζητήματα που αφορούν στην εξουσία, την αναδεικνύει το παράπονο του ξεριζωμένου:  «εδώ, κανείς δεν ξέρει ποιος είμαι».[13]

Αυτή τη δεύτερη σημασία της κοινής ύπαρξης τη συγκροτούν δεσμοί από τους οποίους απορρέει ένα είδος οικειότητας που διαμορφώνει, θα λέγαμε μεταφορικά, την ιδιαίτερη ψυχή μιας κοινότητας. Κάνοντας έτσι λόγο για οικειότητα, αναφέρομαι σ’ έναν κοινά δημιουργημένο βιωμένο κόσμο, η συνοχή του οποίου δεν εδράζεται σε τυπικές νομικές αρχές και διαδικασίες ούτε βέβαια σε φυσικοποιημένα γνωρίσματα, αλλά αποτελεί ένα κοινό αισθητηριακό, τρόπον τινά, και μνημονικό σύμπαν.

Ένα σύμπαν καθημερινής γειτνίασης το οποίο διαμορφώνουν οι γεύσεις, οι οσμές, τα τοπία, οι οικείοι γλωσσικοί τονισμοί, οι χειρονομίες, οι συνήθειες, οι κώδικες ευγένειας, κ.λπ. Πρόκειται για έναν κόσμο που παραλαμβάνουμε και τον οποίο θα κληροδοτήσουμε.

Προσαρμόζοντας στα καθ’ ημάς μια σχετική με αυτό το ζήτημα διατύπωση του Αλαίν Φινκιελκρότ, θα έλεγα:

Με τις ελιές και τα πεύκα της, τα τοπία και την ιστορία της, το ιδιαίτερο πνεύμα της και τα δάνεια που ενσωμάτωσε, τη γλώσσα, τα έργα και τις ανταλλαγές της, η ελληνική εκδοχή του ευρωπαϊκού πολιτισμού διαμορφώνει έναν κόσμο. Και αυτός ο κόσμος προσφέρεται τόσο στους γηγενείς όσο και στους νεοεισερχόμενους.[14]   

Αυτή την ιδιαίτερη σχέση με έναν συγκεκριμένο κόσμο, η Άρεντ την εξέφρασε σε ένα ποίημά της που αναφέρεται στον εκπατρισμό και στην άφιξη σε ξένο τόπο:

Ήρθε η ώρα της άφιξης / Το ψωμί δεν λέγεται πια ψωμί / και το κρασί, όταν το πίνεις σε ξένη γλώσσα, αλλάζει τους όρους της συνομιλίας.[15]

Αυτό ακριβώς το βίωμα της υπαρξιακής ένταξης σε μια κοινότητα, θεμελιωμένο και στην κοινή γλώσσα ως όρο άμεσης αμοιβαίας κατανόησης, το αποδίδει με ιδιαίτερη ενάργεια και ο γνωστός συγγραφέας Γιάκομπ Βάσερμαν (Jacob Wassermann), ο οποίος  στο αυτοβιογραφικό έργο του, όπου στοχάζεται πάνω στη γερμανοεβραϊκή του ταυτότητα, γράφει: 

Η γλώσσα είναι για μένα η ίδια η πνοή της ζωής […], οι λέξεις και ο ρυθμός της συνιστούν τον εσώτατο πυρήνα της ύπαρξής μου […].  Είναι τόσο βαθιά μέρος του εαυτού μου, σαν να μου ανήκε από πάντα  […], δίδαξε την καρδιά μου να αισθάνεται και τον νου μου να σκέπτεται· συμπύκνωσε αμετάκλητα σε μια μοναδική εικόνα όλα όσα είχα δει, όλα όσα είχα φανταστεί και σκεφτεί, όλα όσα είχαν φτάσει έως εμένα μέσα από την ιστορία και τη ροή τής καθημερινής ζωής.[16]

Άρρηκτα συνδεδεμένο με την πανανθρώπινη επιθυμία του «είναι-μαζί», το θεμελιακό «εμείς» συνιστά τη γενεσιουργό αιτία ενός πάθους που ως τέτοιο παραμένει ξένο προς την ψυχρή λογική και τους  ιδιοτελείς  υπολογισμούς, και το οποίο συνηθίζουμε να το αποκαλούμε αγάπη για την πατρίδα.

Αυτή η αγάπη, λειτουργώντας ως κινητήρια αρχή, σύμφωνα με τον ορισμό του Μοντεσκιέ, έχει τη δύναμη να ωθήσει στην αυτοθυσία, γεννώντας, εν προκειμένω, τους δικούς μας ήρωες. Ανάμεσα σε αυτούς σημαντική θέση, για παράδειγμα, κατέχει στη σύγχρονη ιστορία μας ο Μαρδοχαίος Φριζής.[17] Ο έλληνας αξιωματικός, ο οποίος, όταν αιχμαλωτίστηκε στη Σμύρνη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αρνήθηκε να εγκαταλείψει τους συμπολεμιστές του και παρέμεινε αιχμάλωτος μαζί τους, αν και   οι ομόθρησκοί του είχαν συγκεντρώσει χρήματα για την απελευθέρωσή του. Είναι ο πρώτος ανώτερος έλληνας αξιωματικός που έπεσε μαχόμενος, το 1940, στο αλβανικό μέτωπο, ενώ εμψύχωνε τους άνδρες του, με το να παραμένει ο ίδιος έφιππος υπό ιταλικό βομβαρδισμό.

Αυτήν την ίδια αγάπη, την εξέφρασε, το 1945, ως μελλοθάνατος, ο Θεσσαλονικιός Μαρσέλ Νατζαρή, σε μια συνταρακτική επιστολή του που βρέθηκε κομματιασμένη, στον περίβολο του Άουσβιτς όπου την είχε θάψει, και στην οποία διαβάζουμε:

Πεθαίνω ευχαριστημένος, αφού ξέρω ότι αυτή τη στιγμή […] η Ελλάς μας είναι απελευθερωμένη. […] οι τελευταίες μου λέξεις θα είναι: Ζήτω η Ελλάς.[18]

Οι συμπατριώτες μας εβραϊκού θρησκεύματος είναι συνιδρυτές και συνυφαντές αυτού του θεμελιακού «εμείς». Είναι το αδιάσπαστο κομμάτι της κοινής μας ψυχής, χάρη στην οποία μπορούμε να βιώνουμε ως δικές μας εμπειρίες την εθνική υπερηφάνεια ή την ταπείνωση, το θρίαμβο ή τη συμφορά – είτε πρόκειται για ιστορικές δοκιμασίες που αγγίζουν το έθνος στο σύνολό του είτε για τη χαρά και τη συγκίνηση που μας προκαλεί η διάκριση ενός συμπατριώτη μας, ακόμη και σε μια διεθνή αθλητική διοργάνωση.

Είναι λοιπόν τουλάχιστον επονείδιστο το να επιτρέπουμε σε φανατικές αντιδημοκρατικές μειοψηφίες να ασελγούν πάνω στην ίδια την ιστορική και συμβολική υπόσταση της κοινότητας που οικοδομήσαμε και συνεχίζουμε να οικοδομούμε· να βεβηλώνουν τους τόπους λατρείας των εβραίων συμπατριωτών μας, τα κοιμητήρια όπου είναι θαμμένα τα προσφιλή τους πρόσωπα και τα μνημεία που κρατούν άσβεστη τη μνήμη των θυμάτων του Ολοκαυτώματος.

Είναι επονείδιστο, όχι μόνο στο όνομα των οικουμενικών ανθρωπιστικών αξιών, αλλά και επειδή προσβάλλει το «εμείς» –υπό τη διττή του σημασία–, χάρη στο οποίο  διασώζεται η ιστορική μας διάρκεια μέσα στον χρόνο. Οι τόποι λατρείας, στους οποίους αναφέρθηκα, ανήκουν στο τοπίο της δικής μας πολιτισμικής κληρονομιάς· στα κοιμητήρια που βανδαλίζονται αναπαύονται και δικοί μας νεκροί ως μέλη της ελληνικής κοινότητας· και τα θύματα του Ολοκαυτώματος αποτελούν ένα από τα πλέον τραυματικά νήματα του κοινού μας ιστορικού αφηγήματος.

 

Το νόημα της αλληλεγγύης

Αυτή η εχθρότητα απέναντι στην οποία έχουν βρεθεί αντιμέτωποι οι συμπατριώτες μας, εξαιτίας της έξαρσης του αντιεβραϊσμού, προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα στην αρχή της αλληλεγγύης.

Σύμφωνα με τη σχετική θεώρηση της Άρεντ, σε αντίθεση με τα ανορθόλογα πάθη, η πολιτικά νοούμενη αλληλεγγύη δεν αποποιείται ποτέ τη λογική, παρότι πάντα παρακινείται από τη συγκίνηση  μπροστά στον ανθρώπινο πόνο:

για να αντιδράσει κανείς λογικά, θα πει πρώτα απ’ όλα να «συγκινηθεί».[19]

Σύμφωνα μάλιστα με την ίδια, η απάθεια και η στάση του αμέτοχου παρατηρητή μπροστά σε μια ανθρώπινη τραγωδία δεν είναι ένδειξη αυτοκυριαρχίας, αλλά σημάδι απανθρωπισμού.

Η σύνδεση ακριβώς της αλληλεγγύης με τη λογική, η οποία την προφυλάσσει από την άκριτη μεροληψία της αγάπης ή του μίσους, της επιτρέπει να λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ ανθρώπων που δεν μοιράζονται τις ίδιες συνθήκες ζωής, εντός και εκτός μιας δεδομένης κοινότητας.

Εντός μιας πολιτικής κοινότητας, η αλληλεγγύη συνδέεται άμεσα με την κοινωνική δικαιοσύνη, καθόσον υπαγορεύει πολιτικές λύσεις που υπερβαίνουν τη μεροληπτική λογική της διάκρισης μεταξύ ταξικού φίλου και ταξικού εχθρού. Στο ίδιο πλαίσιο, υπηρετεί τη συνοχή της κοινωνίας, εκφραζόμενη μέσω της έμπρακτης συμπαράστασης προς όλα ανεξαιρέτως τα μέλη ή τις ομάδες της που δοκιμάζονται από αντίξοες περιστάσεις.

Παράλληλα, δεδομένου ότι εμπνέεται από οικουμενικές αρχές και αξίες –όπως η ηθική επιταγή της αλληλοβοήθειας, η αναγνώριση της «αξιοπρέπειας του ανθρώπου», το μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης ή «η τιμή του ανθρωπίνου γένους»–,  η αλληλεγγύη, ως πολιτική αρχή, διαθέτει αναπόδραστα μια κοσμοπολιτική διάσταση. Εξ αυτού, μετατρέπει σε υπόθεση όλων μας κάθε πλήγμα εναντίον του κοινού ανθρώπινου κόσμου, καθιστώντας αδύνατη την αδρανή στάση απέναντι σε ανθρώπους ή λαούς οι οποίοι, όσο μακριά κι αν βρίσκονται από εμάς, χειμάζονται από φυσικές καταστροφές, δεινοπαθούν από απάνθρωπες δράσεις, πολιτική καταπίεση και καταπάτηση των δικαιωμάτων τους ή υφίστανται ιστορικές δοκιμασίες που απειλούν την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους.

Σε συμβολικό επίπεδο, συνθήματα όπως το πασίγνωστο «Ich bin ein Berliner» του Τζον Φ. Κένεντι, το «Nous sommes tous Américains» (Είμαστε όλοι Αμερικανοί) που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde, δύο μέρες μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου,[20] το μεταγενέστερο «Είμαστε όλοι Ουκρανοί» που χρησιμοποιήθηκε ευρέως στην Ευρώπη μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ή το «Je suis Charlie» που κατέκλυσε το διαδίκτυο μετά τη σφαγή των συντακτών του σατιρικού περιοδικού Charlie Hebdo, αποδίδουν εύγλωττα το νόημα αυτής της  αρχής που υπερβαίνει τα όρια της άμεσης εθνικής, θρησκευτικής ή πολιτισμικής ταύτισης.

Υπό την ίδια ακριβώς προοπτική, μετά την 7η Οκτωβρίου «είμαστε όλοι Ισραηλινοί». Με άλλα λόγια, εδώ επίσης, η αλληλεγγύη και τα συναισθήματα που την υποκινούν δεν προϋποθέτει να έχεις κάποια ιδιαίτερη σύνδεση με το Ισραήλ, προκειμένου να ξεσηκωθείς απέναντι στα εγκλήματα γενοκτονικής πρόθεσης που, τεκμηριωμένα –και μάλιστα από τους ίδιους τους δράστες τους– διαπράχθηκαν εναντίον πολιτών αυτού του κράτους.

Η συμβολική ταύτιση, την οποία εκφράζουν τα εν λόγω συνθήματα, με ανθρώπους και λαούς που δεν ανήκουν στη δική μας κοινότητα, προϋποθέτει την αναγνώριση μιας ευρύτερης σχέσης με τον ανθρώπινο κόσμο στο σύνολό του.

Το ερώτημα όμως τώρα που τίθεται είναι τι σημαίνει το «είμαστε όλοι Έλληνες», όταν αυτό το λέμε εμείς οι ίδιοι; Όταν δηλαδή είναι η απάντησή μας σ’ εκείνους τους λίγους, οι οποίοι στοχοποιούν τους συμπατριώτες και συμπολίτες μας, εμφορούμενοι από το γνωστό ανορθόλογο μίσος που στιγμάτισε ανεξίτηλα τη δυτική πολιτική και πολιτισμική παράδοση; Εδώ το συγκεκριμένο σύνθημα δεν εκφράζει μια φανταστική ταύτιση και γι’ αυτό δεν εξαντλείται στην εξ αποστάσεως έκφραση των συναισθημάτων μας ούτε καλεί στην έξωθεν παρέμβασή μας.  

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν εστιάσουμε στα συναισθήματα, τότε θα έπρεπε να κάνουμε λόγο για εντονότερους χτύπους της καρδιάς, καθώς αυτοί δυναμώνουν όσο μικραίνει η απόσταση που μας χωρίζει από  εκείνους που πλήττονται από μια αδικία..

Αν εστιάσουμε τώρα στη δυνατότητα παρέμβασης, τότε το εν λόγω σύνθημα αποκτά μια ιδιάζουσα βαρύτητα, καθόσον αναφέρεται σε εμάς τους ίδιους ως κοινότητα· αποτελεί, δηλαδή, μια έκκληση που το συλλογικό «εμείς» απευθύνει στον ίδιο του τον εαυτό. Πρόκειται, εν προκειμένω, για μια πρόσκληση να αντιταχθούμε σε όσους επιχειρούν να δηλητηριάσουν την κοινή καθημερινότητά μας, διαβρώνοντας τους συνεκτικούς δεσμούς που συγκροτούν την ιστορική μας ταυτότητα και το πλέγμα των σχέσεων που δομούν την κοινωνική μας ζωή. Συνακόλουθα, το διακύβευμα είναι βαθύτατα πολιτικό. Και τούτο, επειδή έχουμε να κάνουμε με ένα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο υπονομεύει την ίδια τη θεσμική οργάνωση του δημόσιου βίου μας, εφόσον ο αντισημιτισμός, όταν ιδεολογικοποιείται, αποτελεί ευθεία απειλή εναντίον του δημοκρατικού  φρονήματος και των μορφών συλλογικής ζωής που συνάδουν προς αυτό.

Σε αντίθεση με τη βία που στηρίζεται στη φυσική ισχύ ή στη δύναμη των όπλων, η αμιγώς πολιτική εξουσία πηγάζει πάντοτε από τους πολλούς. Χωρίς τη συναίνεση της πλειοψηφίας, την οποία την εκφράζει και με τη σιωπή της, είτε το αντιλαμβάνεται είτε όχι, κανένα πολιτειακό σχήμα δεν μπορεί πραγματικά να διαρκέσει, όπως και καμία μειοψηφία δεν μπορεί να επιβάλει τις αντιλήψεις της. Στο ίδιο πλαίσιο,  τα όρια της ανοχής τίθενται εκεί όπου αρχίζει η έμπρακτη αμφισβήτηση των αρχών από τις οποίες η ίδια αντλεί τη θεσμική της νομιμοποίηση.

Η πλειοψηφία που παρακολουθεί αδρανής τα αντισημιτικά κηρύγματα και τη δραστηριότητα μιας εχθροπαθούς μειοψηφίας, εκχωρώντας στην πραγματικότητα τη δύναμή της, καθίσταται στην πράξη σύμμαχός της. Έτσι, ανοίγει το δρόμο στην εμπέδωση ανελεύθερων αντιλήψεων και στην κανονικοποίηση φασιστικών συμπεριφορών.

Ερμηνεύοντας, από αυτή τη σκοπιά και με τα λόγια του Μονταίνιου την κατάσταση με την οποία είμαστε σήμερα αντιμέτωποι, δεν μπορώ παρά να επισημάνω:  

Κάθε πράγμα γεννιέται αδύναμο και εύθραυστο. Γι’ αυτό οφείλουμε να είμαστε άγρυπνοι απέναντι στις απαρχές· γιατί όσο το κακό βρίσκεται ακόμη στα πρώτα του στάδια, δεν αντιλαμβανόμαστε τον κίνδυνο· όταν όμως έχει πλέον διογκωθεί, δεν βρίσκουμε πια το φάρμακο.[21]

Υπ’ αυτή την έννοια, η υιοθέτηση του συνθήματος  «είμαστε όλοι Έλληνες», όταν δεν συνιστά απλή διακήρυξη αλλά μετουσιώνεται σε πολιτική στάση,  αποτελεί  έμπρακτη δημοκρατική αυτοάμυνα και πολιτική αυτοσυντήρησης του δικού μας κόσμου.

natzari

Ο Μαρσέλ Νατζαρή, εβραίος από τη Θεσσαλονίκη. Κρατούμενος στο Άουσβιτς, έκρυψε επιστολή σε ένα λάκκο στον περίβολο του στρατοπέδου, η οποία βρέθηκε αργότερα. Μεταξύ άλλων, έγραφε: «Πεθαίνω ευχαριστημένος, αφού ξέρω ότι αυτή τη στιγμή […] η Ελλάς μας είναι απελευθερωμένη. […] οι τελευταίες μου λέξεις θα είναι: Ζήτω η Ελλάς».



[1] Marcel Gauchet, La démocratie contre elle-même, Paria, Gallimard, 2002, σ. 213.

[2] François Rachline, L’Autre et nous. Racisme et antisémitisme, Paris, Hermann, 2023, σ. 18-19.

[3] Βλ. H. Arendt, Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Τρίτο μέρος: Ολοκληρωτισμός, μτφρ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2017, σ. 209.

[4] Ιδ., Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Δεύτερο μέρος: Ιμπεριαλισμός, ό.π., σ. 229.

[5] A. Finkielkraut, L’humanité perdue. Essai sur le XXe siècle, Paris, Seuil, 1996, σ. 13 [Τα πλάγια είναι του συγγραφέα].

[6] R. Brague, «Notre identité excentrique», στο J. Birnbaum (επιμ.), L’identité pour quoi faire?, Paris, Gallimard, 2020, empl. 887

[7] Βλ. ενδεικτικά H. Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση (vita activa), μετ. Σ. Ροζάνης / Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, Γνώση, 1986, σ. 246 επ.

[8] Α. Finkielkraut, L’identité malheureuse, Paris, Stock, 2013, empl. 163.

[9] H. Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση, ό.π., σ. 330.

[10] Ιδ., «Some Questions of Moral Philo­sophy» στο Iδ., Responsibility and Judgment. Edited and with an Introduction by J. Kohn, New York, Schocken Books, 2003, σ. 144.

[11] Ηλίας  Πέσσαχ, «Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας εβραϊκού θρησκεύματος στην Ελλάδα του 2025», https://www.liberal.gr/politiki/ti-simainei-na-eisai-ellinas-ebraikoy-thriskeymatos-stin-ellada-toy-2025

[12] I. Berlin, Τέσσερα δοκίμια περί ελευθερίας, μτφρ. Γ. Παπαδημητρίου, Αθήνα, Scripta, 2001, σ. 312-313.

[13] Η. Arendt, Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Δεύτερο μέρος: Ιμπεριαλισμός, ό.π., σ. 214 [η μετάφραση είναι ελαφρώς τροποποιημένη. The origins of Totalitarianism. New Edition with Added Prefaces, San Diego, New York, London, A Harvest Book, 1979, σ. 287].

[14] Α. Finkielkraut, L’identité malheureuse, ό.π., empl.1224.

[15] H. Arendt, Heureux celui qui n’a pas de patrie. Poèmes de pensée, δίγλωσση έκδοση (γερμανικά/αγγλικά), μτφρ. στα γαλλικά F. Mathieu, Paris, Payot, 2015, σ. 108/109.

[16]  J. Wasermann, My Life as German and Jew, μτφρ. S. N. Brainin, New York, Coward-McCann, 1933, σ. 81-82.

[17] Βλ. ενδεικτικά https://www.mixanitouxronou.gr/o-ellinoevraios-iroas-toy-40-stamatise-toys-italoys-stin-pindo-kai-aichmalotise-ekatontades-o-thanatos-pano-sto-alogo/. Όπως και https://athjcom.gr/2021/05/12/emvlimatikes-morfes-toy-ellinikoy-evr-2/   

[18] Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Το Ολοκαύτωμα στις μαρτυρίες των Ελλήνων Εβραίων, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1993, σ. 51.

[19] H. Arendt, Περί Βίας, μτφρ. Β. Νικολαΐδου-Κυριανίδου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2000, σ. 124.

[20]  https://www.lemonde.fr/idees/article/2011/09/09/nous-sommes-tous-americains_1569503_3232.html

[21] Montaigne, Les Essais, Éditions la bibliothèque digitale, III. 10, empl. 20504-20516

05 Αυγούστου 2026

Αν πιστέψουμε όσα ισχυρίζεται η αντιπολίτευση (σύσσωμη) για την ακρίβεια στην Ελλάδα, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι: α) η ακρίβεια είναι αποτέλεσμα της πολιτικής Μητσοτάκη, β) η ακρίβεια είναι ένας επιπλέον φόρος αφού επιτρέπει στην κυβέρνηση να μαζεύει παραπάνω έμμεσους φόρους (το είπε στη Βουλή ο Νίκος Ανδρουλάκης), γ) ο Μητσοτάκης εξυπηρετεί τα καρτέλ που αισχροκερδούν εις βάρος μας, δ) η ακρίβεια στην  Ελλάδα είναι χειρότερη σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Από τις συζητήσεις που κάνουμε με φίλους έχουμε καταλήξει ότι, λέγε-λέγε, η αντιπολίτευση πείθει. Μάλλον η πλειονότητα των Ελλήνων πιστεύει ότι η χώρα μας έχει τη χειρότερη επίδοση ακρίβειας στην Ευρώπη. Πώς έχει όμως η πραγματικότητα; Αν κοιτάξουμε το γράφημα της Eurostat, που δημοσιεύεται στην κορυφή αυτού του σημειώματος, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ακολουθεί την ίδια ακριβώς πορεία με τον μέσο όρο της ΕΕ. Και μόνο αυτή η διαπίστωση αρκεί για να δείξει το ανυπόστατο των επιχειρημάτων της αντιπολίτευσης. Ας τα δούμε όμως πιο αναλυτικά. Ο πληθωρισμός άρχισε να ανεβαίνει πάνω από τα «υγιή» επίπεδα (περίπου 2% κατ’ έτος) στο τέλος του 2021, όταν ο πλανήτης έβγαινε  από την καραντίνα για τον κορονοϊό και, ενώ αυξανόταν η ζήτηση, δεν είχαν ακόμη αποκατασταθεί οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Η 2η και χειρότερη περίοδος ήρθε σύντομα, αρχές 2022, με την ενεργειακή κρίση που ξέσπασε μετά την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία. Και ενώ η κατάσταση άρχισε να εξομαλύνεται, ο πόλεμος στον Περσικό κόλπο έδωσε νέα πνοή στον πληθωρισμό. Με άλλα λόγια, ο πληθωρισμός έχει αναμφισβήτητα εξωγενείς αιτίες.

Παραμένει βέβαια το ερώτημα αν στην Ελλάδα ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε στα ύψη, αντίθετα με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ που έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα για να τον συγκρατήσουν. Τίποτα ανακριβέστερο! Η πραγματικότητα προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat. Η ετήσια μεταβολή των τιμών καταναλωτή, δηλαδή η μεταβολή των τιμών καταναλωτή σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους, παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε κάθε χώρα ξεχωριστά και βέβαια στη χώρα μας (βλέπε γράφημα). Χαρακτηριστικά, την περίοδο Αυγούστου/Νοεμβρίου 2022, περίοδο με τον υψηλότερο πληθωρισμό σε όλες τις χώρες της ΕΕ, η Ελλάδα φτάνει τον Σεπτέμβριο στον υψηλότερο δείκτη πληθωρισμού, 12,1%, ενώ η ΕΕ έφτασε στο 10,9 (διαφορά 1,2% λιγότερο στην ΕΕ). Όμως τον επόμενο μήνα (10/2022) καταγράφεται ο υψηλότερος πληθωρισμός στην ΕΕ, 11,5%, ενώ στην Ελλάδα αρχίζει η πτώση και ο πληθωρισμός καταγράφεται στο 9,5% (διαφορά 2% λιγότερο στην Ελλάδα). Την περίοδο αυτή όλες οι χώρες φτάνουν στον υψηλότερο πληθωρισμό τους, με τον δείκτη να κινείται μεταξύ 15 και 26% σε δέκα απ’ αυτές. Στις χώρες αυτές περιλαμβάνονται κυρίως οι πρώην σοσιαλιστικές αλλά και δυτικές χώρες, όπως η Ολλανδία, όπου ο πληθωρισμός καταγράφεται  στο 17% τον Σεπτέμβριο του 2022.

Η γενική εικόνα είναι ότι η Ελλάδα κάποιους μήνες καταγράφει πληθωρισμό κάτω του μέσου όρου της ΕΕ και κάποιους άλλους πάνω από τον μέσο όρο. Αυτό που παραμένει, όμως, σταθερό καθ΄ όλη την περίοδο είναι η στάση της αντιπολίτευσης. Δεν αναφέρονται καθόλου στον πληθωρισμό τους μήνες που η Ελλάδα έχει καλές επιδόσεις και κατακεραυνώνουν την κυβέρνηση (και βεβαίως οι ευθύνες προσωποποιούνται στον Μητσοτάκη) τους μήνες που η χώρα έχει κακές επιδόσεις.  

Το γράφημα εμπεριέχει πολλές επιπλέον πληροφορίες, βλέπουμε τη σύγκριση της Ελλάδας (καφετί) με τον μέσο όρο της ΕΕ (σκούρο μπλε), την Ολλανδία (ανοιχτό μπλε) και την Ισπανία (πράσινο). Για την τελευταία έχει γίνει πολύς λόγος για τις επιτυχείς πολιτικές που έχει εφαρμόσει και που, αν ακολουθούσε η ελληνική κυβέρνηση, θα είχε συγκρατηθεί ο πληθωρισμός. Όπως φαίνεται κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει η σωρευτική ακρίβεια μεταξύ 2010 και 2025, που, όπως φαίνεται στο επόμενο γράφημα (στοιχεία της Διεθνούς Τράπεζας και του IMF), η Ελλάδα έχει τον μικρότερο αθροιστικά πληθωρισμό σε σύγκριση με όλες τις χώρες της Ευρωζώνης. Έτσι, αν για να αγοράσουμε το 2010 τα Χ προϊόντα χρειαζόμασταν 100€, το 2024 χρειαζόμασταν 118,78€, ήτοι πληθωρισμός 18,78%. Συγκριτικά, χώρες όπως για παράδειγμα η Αυστρία ή η Ισπανία καταγράφουν την ίδια περίοδο αθροιστικό πληθωρισμό 48% και 31,5% αντίστοιχα.

Στις διαδραστικές ιστοσελίδες της Εurostat, του IMF και  της Διεθνούς Τράπεζας είναι εύκολο να γίνουν συγκρίσεις μεταξύ χωρών, αν κάποιος θέλει να έχει μια πλήρη εικόνα. Υπάρχουν επίσης και άλλες χρήσιμες πληροφορίες, για όσους θέλουν να σχηματίσουν ιδία γνώμη.

https://ec.europa.eu/eurostat/cache/dashboard/prices/

https://ec.europa.eu/eurostat/cache/website/economy/food-price-monitoring/

https://ourworldindata.org/grapher/consumer-price-index?time

 

 

14 Ιουλίου 2026

Π. Κ. Ιωακειμίδης, Πέρα από τα στερεότυπα. Νέα προοδευτική εξωτερική και ευρωπαϊκή πολιτική, Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2025, 201 σελ.

Το τελευταίο βιβλίο του καθηγητή Π. Κ. Ιωακειμίδη, έχει ένα σκοπό: περιγράφει την αναγκαιότητα χάραξης και συγκρότησης από την Ελλάδα μιας, όπως την αποκαλεί, προοδευτικής εξωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της πολιτικής αυτής; Πόσο είναι ρεαλιστική; Θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από την κοινωνία; Και θα μπορούσαν οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως προοδευτικοί πολιτικοί χώροι να την υπηρετήσουν;

 

 

Ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης, ομότιμος καθηγητής ευρωπαϊκής ενοποίησης και πολιτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, έχει μακρά  επαγγελματική ακαδημαϊκή, συγγραφική, διπλωματική και πολιτική σταδιοδρομία. Το τελευταίο βιβλίο του συμπυκνώνει τους προβληματισμούς και τις απόψεις του για τα θέματα που τόσο πολύ  τον απασχόλησαν στον ακαδημαϊκό και πολιτικό του βίο, την εξωτερική πολιτική με επίκεντρο την ευρωπαϊκή πολιτική και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Και στην κορυφή των προβληματισμών του θέτει τη χάραξη και τη συγκρότηση μιας, όπως την αποκαλεί, προοδευτικής εξωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής. Η έκδοση περιλαμβάνει ακόμα ένα αδημοσίευτο κείμενο του Κώστα Σημίτη για τα ελληνοτουρκικά ενώ σε τέσσερα ξεχωριστά παραρτήματα ο συγγραφέας παραθέτει χαρακτηριστικά κείμενα των πρωθυπουργών Κώστα Σημίτη, Κωνσταντίνου Καραμανλή, Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για την εξωτερική πολιτική και τα ελληνοτουρκικά. Στον επίλογο παραθέτει τις 10 κεντρικές θέσεις του σχήματος που ορίζει ως «προοδευτική εξωτερική πολιτική» ενώ συμπεριλαμβάνει και μια πολύ χρήσιμη επιλογή ξενόγλωσσης και ελληνόγλωσσης βιβλιογραφίας.

Η προκαταρκτική θέση του Π. Κ. Ιωακειμίδη είναι ότι κάθε δημόσια πολιτική έχει ιδεολογικό πρόσημο. Μπορεί να είναι προοδευτική ή συντηρητική, αριστερή ή δεξιά. Αυτό ισχύει και για την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας. Κατά συνέπεια, γι’ αυτόν το πρόσημο προοδευτική ή συντηρητική εξωτερική  πολιτική έχει νόημα, όπως π.χ. έχει νόημα ο προσδιορισμός μιας εξωτερικής πολιτικής ως εθνικιστικής. Τι ισχύει στην ελληνική περίπτωση; Υποστηρίζει ότι υπάρχει μόνο «η συντηρητική εξωτερική πολιτική σε διαφορετικές κλίμακες έντασης». Ιδιαίτερα αφότου, από το 1986 και μετά, το ΠΑΣΟΚ αποδέχτηκε οριστικά τη συμμετοχή της χώρας στην τότε ΕΟΚ και στο ΝΑΤΟ, δεν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που να αμφισβητούν τις βασικές επιλογές του στρατηγικού προσανατολισμού της χώρας (με εξαίρεση το ΚΚΕ).[i]

Ωστόσο, υπάρχει εναλλακτική εξωτερική πολιτική, την οποία οφείλουν να έχουν επεξεργαστεί τα κόμματα στο όνομα της προόδου με προοπτική εξουσίας σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Θα επανέλθω στο θέμα στο τέλος αυτού του κειμένου. Εισαγωγικά, υπογραμμίζω ότι ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι χωρίς ιδεολογικό κίνητρο η κοινωνία δεν κινητοποιείται, κατά συνέπεια οι «προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις» χρειάζονται και πακέτο πρακτικών μέτρων και ιδέες που να απευθύνονται στο θυμικό, στο συναίσθημα. Η πολιτική πρέπει να κατακτά και το νου και την καρδιά.

Si Vis Pacem

Ο συγγραφέας ορθώς τάσσεται υπέρ της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών μας με την Τουρκία. Αυτονόητο. Όμως, όχι  μόνο μιας και μόνο διαφοράς, της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ που αναγνωρίζει επισήμως η ελληνική πλευρά. Ο Ιωακειμίδης καταγράφει 9 συνολικά διαφορές, συν το Κυπριακό και θέματα μειονοτήτων, προσφυγικά και μεταναστευτικά (σ. 64-65). Δεν είναι ο μόνος που τα επισημαίνει. Έχουν συζητηθεί μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας σε παρελθόντα χρόνο, και μάλιστα σε επίσημο διπλωματικό επίπεδο. Ο Ιωακειμίδης δεν παύει να τονίζει την πεποίθησή του ότι ο «εγκλωβισμός» της Τουρκίας εντός της Ευρώπης δημιουργεί καλύτερες συνθήκες διαλόγου και επίλυσης των διαφορών για την ελληνική πλευρά, τη στιγμή μάλιστα που το τεράστιο για τις οικονομικές δυνατότητες πρόγραμμα εξοπλισμών της χώρας δεν εγγυάται αυτομάτως και περισσότερη ασφάλεια, όπως υποστηρίζει. Ωστόσο, εκτός των άλλων επιχειρημάτων που μπορούν να αντιταχτούν στην άποψη αυτή, σχετικά πρόσφατη έρευνα του ΕΛΙΑΜΕΠ έδειξε[ii] ότι «η στρατηγική που μετέτρεπε την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας σε εργαλείο για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών δε θεωρείται πλέον ρεαλιστική».[iii] Ιδιαίτερα, υπό τις παρούσες συνθήκες  έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και αμερικανικής πολιτικής υπό τον πρόεδρο Τραμπ. Έχει μάλιστα χαρακτηρίσει νεοφασιστικό το εσωτερικό καθεστώς που ήδη έχει οικοδομήσει ο αμερικανός πρόεδρος.[iv] Δεν είναι βέβαια λογικό να αναμένει κανείς ότι η Τουρκία θα γίνει ποτέ πλήρες μέλος της ΕΕ. Ουδέποτε ήταν. Κι αυτό το γνώριζαν άπαντες. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να της προσφερθεί μια «ειδική σχέση», και ως προς αυτό πρέπει κι εμείς να είμαστε ειλικρινείς. Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς «φίλους».

Η συζήτηση σχετικά με την «ομπρέλα» ασφάλειας που θεωρητικά τουλάχιστον παρείχε η Αμερική στην Ελλάδα (στρατιωτικές βάσεις, ΝΑΤΟ, διμερής στρατηγική σχέση κ.λπ.) έχει για τα καλά ανάψει και γίνεται αντικείμενο όχι μόνο σοβαρών σταθμίσεων και αναπροσανατολισμών αλλά και πολιτικής αντιπαράθεσης. Τα διλήμματα σχετικά με τις επιλογές της χώρας υπό την έννοια του μεγαλύτερου βάρους είναι σαφώς υπαρκτά. Η  Ελλάδα έχει επιλέξει την Ευρώπη, αλλά επί του παρόντος δεν έχει διαρραγεί η διμερής αμυντική στρατηγική μας σχέση με την Αμερική. Και δεν πρέπει να διαρραγεί. Τουναντίον, ενισχύεται και δεν περιορίζεται μόνο σε παροχή στρατιωτικής τεχνολογίας και εξοπλισμών  (π.χ. πολεμικά αεροσκάφη F-35, κ.λπ.). Ο Κάθετος Διάδρομος και η πρόσφατη (16/2/26) παραχώρηση τεράστιας έκτασης θαλασσίων «οικοπέδων» προς διερεύνηση πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και εμπορικά εκμεταλλεύσεων σε αμερικανικές εταιρείες κολοσσούς (Exxon Mobile και Chevron) σαφώς αναβαθμίζει το ρόλο και τη γεωπολιτική σημασία της χώρας μας στην περιοχή. Παρέχει ακόμα ένα εχέγγυο ασφάλειας διά του κοινού συμφέροντος.

Ωστόσο, προκύπτουν κάποια ερωτήματα που δύσκολα μπορούν να απαντηθούν με γνώμονα την προοδευτική πολιτική. Η διμερής αναβαθμισμένη αμυντική στρατηγική συνεργασία της Ελλάδας με την Αμερική και η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ  έχει προοδευτικό ή συντηρητικό χαρακτήρα ή απλώς μπορεί να αξιολογηθεί από άποψη εθνικού συμφέροντος και μόνο; Μπορεί να σταθμιστεί με κριτήρια την «ενσυναίσθηση»  και άλλες «αξίες» που σύμφωνα με τον συγγραφέα πρέπει να διέπουν την προοδευτική πολιτική; Πρόκειται για κάποιο εκ γενετής  «πλεονέκτημα» ή  «μονοπώλιο» κάποιας «προοδευτικής» παράταξης; Στερείται αξιών η συντηρητική παράταξη; Δεν αποτέλεσε μια από τις δυο μεγάλες πολιτικές οικογένειες που οικοδόμησαν τη μεταπολεμική Ευρώπη; Κι ακόμα, είναι «προοδευτική» ή «συντηρητική» η εξωτερική μας πολιτική σε σχέση με τις ΗΠΑ; Πόσο συμβατές είναι οι «αξίες» μιας προοδευτικής εξωτερικής πολιτικής με τις διμερείς σχέσεις μας με την Αμερική (όταν η προεδρία Τραμπ χαρακτηρίζεται νεοφασιστικό καθεστώς) ή με ένα ολοκληρωτικό κομμουνιστικό καθεστώς, όπως η Κίνα; Και τι δέον γενέσθαι; Ήταν συμβατές οι «αξίες» των «προοδευτικών και σοσιαλιστικών» κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κι οι σχέσεις της με το καθεστώς του Καντάφι, τα κόμματα Μπάαθ στη Μέση Ανατολή (π.χ. Ιράκ) ή με τον δικτάτορα της κομμουνιστικής Πολωνίας Γιαρουζέλσκι; Ήταν συμβατές με τη μη αναγνώριση του Ισραήλ; Εξυπηρετούσαν άραγε το εθνικό συμφέρον;

Βούτυρο και κανόνια

Το επιχείρημα του συγγραφέα περί λογικών εξοπλισμών της Ελλάδος, ιδιαίτερα σε περίπτωση ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με την Τουρκία, έχει μεν το σκεπτικό του, δεν είναι όμως βέβαιο ότι θα άντεχε τη δοκιμασία της πραγματικότητας. Το μέγεθος των στρατιωτικών δαπανών (σήμερα 3,08% του ΑΕΠ) δεν επιβάλλεται μόνο λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων ως μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά και από τις σχέσεις μας με την Τουρκία. Δεν εξαρτάται μόνο  από την Ελλάδα η απόφαση να ακολουθεί erga omnes το θέσφατο Si vis pacem para pacem (Εάν θέλεις ειρήνη εργάσου για ειρήνη), όπως επιθυμεί ο συγγραφέας κι όπως όλοι θα επιθυμούσαμε. Είναι προφανές ότι η Ελλάδα ακολουθεί φιλειρηνική πολιτική καλής γειτονίας απέναντι σ’ έναν απαιτητικό, ενίοτε επιθετικό και αναθεωρητικό γείτονα η στρατιωτική και οικονομική ισχύς του οποίου διαρκώς ενισχύεται. Είναι εξίσου προφανές ότι, λόγω οικονομικού και πληθυσμιακού μεγέθους, δεν είναι λογικό ούτε εφικτό η χώρα μας να εμπλακεί σε έναν ανταγωνισμό εξοπλισμών που δεν μπορεί να κερδίσει. Μπορεί, όμως, να χτίσει μια αξιόπιστη δύναμη αποτροπής, με την κυριολεκτική σημασία του όρου, προσπαθώντας να προηγείται, κατά το δυνατόν, στον αμυντικό τεχνολογικό τομέα. Δεν μπορεί δηλαδή να την αντιμετωπίσει μόνο με μια φιλειρηνική  πολιτική, ιδίως σήμερα που η ισχύς στις διεθνείς σχέσεις επανέρχεται με ωμή σφοδρότητα και ασκείται χωρίς κανόνες και περιορισμούς επί δικαίων και αδίκων. Επομένως, η οικοδόμηση αξιόπιστης «σκληρής ισχύος» είναι για την Ελλάδα μονόδρομος.

Ακόμα και κάποια συμφωνία ελέγχου των εξοπλισμών μεταξύ των δύο χωρών φαντάζει ουτοπική, όχι διότι δεν θα το επιθυμούσε η Ελλάδα ή επειδή δεν θα ήταν προς το συμφέρον της αλλά διότι η Τουρκία, ως ανερχόμενη και υπολογίσιμη  ισχυρή περιφερειακή δύναμη, έχει ευρύτερες φιλοδοξίες. Δεν χάνει μάλιστα την ευκαιρία να το προβάλλει σε κάθε περίπτωση. Κατά συνέπεια, τόσο η αμυντική της βιομηχανία όσο και οι εξοπλισμοί της από τρίτες χώρες για την απόκτηση τεχνολογικού πλεονεκτήματος σε πολλούς αμυντικούς τομείς έχουν καθοριστική σημασία για την πραγμάτωση των φιλοδοξιών αυτών. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Χακάν Φιντάν, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο απόκτησης πυρηνικών όπλων από την Τουρκία (11/2/2026), ενδεχόμενο που θα έπρεπε να σταθμιστεί ανάλογα από τους σχεδιαστές της δικής μας αμυντικής πολιτικής. Γι’ αυτό, παρά το οικονομικό και πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η προσπάθεια της Ελλάδας για εξοπλισμούς υψηλής τεχνολογίας (χωρίς να παραγνωρίζεται και ο σημαντικός παράγων αποτελεσματικών όπλων χαμηλού κόστους, καθώς και η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής σε αμυντικούς τομείς), η συγκρότηση αξιόπιστης δύναμης αποτροπής σε κάθε στάδιο και επίπεδο των σχέσεών μας με την Τουρκία, δυστυχώς δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί. Ο αείμνηστος καθηγητής μας Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Ευσταθιάδης μας έλεγε: «Αν θέλεις ειρήνη, εργάσου και για ειρήνη και για πόλεμο - Si vis pacem, para pacem bellumque»).

Ήρεμα νερά

Ο Ιωακειμίδης μπορεί να ασχολείται με την προοδευτική εξωτερική πολιτική, όμως το θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων το χειρίζεται υπεύθυνα η κυβέρνηση της ΝΔ. Σαφώς με «συντηρητικό» τρόπο, όχι διότι είναι ιδεολογικά συντηρητική αλλά διότι το επιβάλλουν οι συνθήκες. Τόσο η σθεναρή στάση της σε Έβρο και Αιγαίο από το 2020 απέναντι στην ασφυκτική και σχεδιασμένη πίεση της Τουρκίας όσο και οι εξοπλισμοί και ο οργανωτικός και επιχειρησιακός εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων συντέλεσαν στη μεταβολή της τουρκικής στάσης. Η Τουρκία αναγκάστηκε να προσχωρήσει σε μορφές διμερούς συνεργασίας που εγγυώνται «ήρεμα νερά» λησμονώντας το «Μητσοτάκης Γιοκ». Το κλίμα συνεννόησης και συνεργασίας και η αποφυγή εντάσεων επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα, από την επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και τη σύγκλιση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας μεταξύ των δυο χωρών στην Άγκυρα (11/2/2026). Η καθυστέρηση της επίσκεψης αυτής κατά περίπου ένα έτος είχε δημιουργήσει εύλογες ανησυχίες για την ομαλή πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Αλλά, ακόμα και μια τέτοια συντήρηση σχέσεων, ακόμα και μια απλή συνάντηση και συνομιλία με την τουρκική  πλευρά βάλλεται εκ των ένδον, εκ δεξιών και εξ ευωνύμων σε απίθανο βαθμό. Δεν είναι μόνο οι εσωκομματικές τριβές στο κυβερνών κόμμα και οι πιο «εθνικιστικές» φωνές, δεν είναι μόνο η ακατανόητη κριτική πρώην πρωθυπουργών της ΝΔ, διαγραμμένων  και μη, πραγματικά εθνικά ακατανόητη και επικίνδυνη πλην πολιτικά εμφανής ως προς το στόχο της. Είναι κυρίως η εχθρότητα και η παράνοια που επικρατεί γενικότερα. Ακόμα και μια απλή συνομιλία του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο της Τουρκίας θωρείται από ορισμένες πολιτικές δυνάμεις εκ προοιμίου εθνικό έγκλημα και προδοσία.

Οι θετικές αποτιμήσεις για την επίσκεψη και τα αποτελέσματά της εκ μέρους όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης ήταν χλιαρές έως κομπλεξικές κι ανύπαρκτες. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι μια ιωακειμίδιος προσέγγιση θα οδηγούσε τον πρωθυπουργό και τους χειριστές της εξωτερικής μας πολιτικής στο εκτελεστικό απόσπασμα. Όποια άλλη προσέγγιση, δηλαδή, διάθεση για την οποία διαφάνηκε να υπάρχει σε κάποιο αρχικό στάδιο επί κυβερνήσεως ΝΔ, δεν είναι πολιτικά εφικτή. Δεν έχει την αναγκαία εσωτερική  πολιτική στήριξη ούτε καν από τις πολιτικές δυνάμεις οι ίδιες ως κυβέρνηση είχαν επιλέξει τις συνομιλίες με την άλλη πλευρά προς επίλυση των διαφορών.

Εθνικιστικός παροξυσμός

Είναι αφόρητα αποκρουστικό να διαπιστώνει κανείς το μέγεθος του μίσους και της ηλιθιότητας στα ελληνοτουρκικά που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία και σημαντικό μέρος του κομματικού συστήματος. Δημοσιογράφος, π.χ., συγκεκριμένης στήλης στην εφημερίδας Τα Νέα έγραφε (7-8/2/2026) για την επίσκεψη στην Άγκυρα, με τίτλο «Το πιο δυσοίωνο ταξίδι», ότι ο έλληνας πρωθυπουργός «είχε ήδη ηττηθεί και μάλιστα βαριά πριν αναχωρήσει». Ότι όφειλε να διαθέτει «την ελάχιστη επάρκεια». Ότι απελπισμένος από την αδιαφορία των Αμερικανών απέναντί του κάνει το ένα βαρύ λάθος μετά το άλλο. Ότι κάνει τραγικές υποχωρήσεις (ποιες δεν αναφέρει). Ο ίδιος δεν θεώρησε σκόπιμο να ανασκευάσει ούτε ένα κόμμα μετά την επίσκεψη και τα εμφανώς θετικά αποτελέσματά της. Δεν ήταν ο μόνος. Ήταν απίθανα αυτά που ειπώθηκαν, ακούστηκαν  και γράφηκαν πριν και μετά  την επίσκεψη από διάφορους «τουρκοφάγους» που θέλουν «πυγμή», νταηλίκι. Τζάμπα μάγκες. Όχι βέβαια αυτοί στα νησιά του Αιγαίου που κατακλύζονται από τούρκους τουρίστες, λόγω των ρυθμίσεων για παροχή ολιγοήμερης τουριστικής βίζας. Όλα αυτά για να εκθέσουν την κυβέρνηση ως «ενδοτική». Ότι δεν δείχνει τη δέουσα πυγμή στους «Τουρκαλάδες».

Θα ήταν ενδιαφέρον από πολλές απόψεις να γνωρίζαμε τις απόψεις και την πολιτική καταγωγή των 30.000 νέων της χώρας ηλικίας, 18-22 ετών, επί των οποίων ενέσκηψε επιδημία σοβαρών  ψυχολογικών νοσημάτων για να απαλλαγούν από τη στοιχειώδη υποχρέωση των πολιτών απέναντι στην πατρίδα τους, τη στράτευση για 9 μήνες. Κρίμα!

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα στο οποίο μόνο κραυγές επικίνδυνες, άναρθρες κι ανόητες,  εθνικιστικού παροξυσμού, ακούγονται  στο πολιτικό επίπεδο, με μόνο στόχο να πλήξουν τον πρωθυπουργό, δεν είναι τυχαία η εμφανής σύγχυση της κοινής γνώμης. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της εταιρείας GPO (14/2/2026), την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης κρίνει θετικά μόνο το 18,4% ενώ ένα άλλο 20,5% την κρίνει μάλλον θετικά, σύνολο 38,9% έναντι 59,7% που την κρίνει αρνητικά (34,9% αρνητικά και 24,8% μάλλον αρνητικά). Εύλογο, σε μια χώρα που η ρωσοφιλία και ο θαυμασμός για τον Πούτιν που συμβαδίζει μεν τον αντιδυτικισμό την καθιστούν τρόπον τινα εξαίρεση στην ΕΕ.[v]

Αντί επιλόγου

Ο συγγραφέας είναι άκρως συνεπής ευρωπαϊστής, θερμός υποστηρικτής της ΕΕ. Έχει δώσει μεγάλες μάχες για το εθνικό συμφέρον στους κόλπους της. Δίνει μεγάλη σημασία στη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Συνθήκης της Λισαβόνας (τέθηκε σε ισχύ στα τέλη του 2009) όπως διατυπώνεται στο  άρθρο 47.2 και δικαίως υποστηρίζει την ενίσχυσή της. Δεν κρύβει την ικανοποίησή του για το γεγονός  ότι η πρόσφατη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια «ανέδειξε την κεντρικότητα της Ευρώπης ως δυνητικά αυτόνομης γεωπολιτικής οντότητας».[vi]

Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση ασυμβατότητας μεταξύ αξιών και εθνικού συμφέροντος; Ο συγγραφέας είναι πεπεισμένος  (σ. 51) ότι η εξισορρόπηση αξιών και συμφερόντων είναι δυνατή. Όμως δεν είναι πάντα δυνατή.

Από την ανάλυση του Ιωακειμίδη γεννιέται ένα ακόμα ερώτημα: ποιες είναι οι «προοδευτικές» πολιτικές δυνάμεις οι οποίες θα μπορούσαν να υιοθετήσουν την ανάλυσή του περί προοδευτικής πολιτικής; Ο ίδιος αποφεύγει να κατονομάσει τα κόμματα της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας τα οποία αντιστοιχούν στοιχειωδώς στους ιδεατούς πολιτικοϊδεολογικούς χώρους που σκιαγραφεί (σ. 14, σημ. 5), ήτοι τα κόμματα «που καλύπτουν το πολιτικό φάσμα από τη δημοκρατική Αριστερά και σοσιαλδημοκρατία, Κεντροαριστερά μέχρι μετριοπαθή φιλελεύθερο συντηρητικό χώρο». Καμία αντίρρηση. Ψάχνω όμως και δεν βρίσκω την αντιστοιχία τους σε υπαρκτά κομματικά σχήματα στην εγχώρια πολιτική σκηνή.

Συγκεκριμένα, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανακαλύψω κάποια ίχνη τους: η «δημοκρατική Αριστερά» είναι περίεργο φρούτο. Η κληρονομιά του Κύρκου, του Παπαγιαννάκη, του Γιάνναρου και του Λυκούδη λειτουργεί περισσότερο στο επίπεδο της πολιτικής ηθικής, του ήθους και του πολιτικού ρεαλισμού. Δεν συνεπήρε τις «μάζες». Οι ιδέες της, το πολιτικό και ηθικό της κύρος δεν μεταφράστηκαν σε ισχυρή επιρροή και σε ανάλογη εκλογική απήχηση. Η ανανεωτική, δημοκρατική Αριστερά δεν κατάφερε να γίνει αξιόλογη πολιτική δύναμη. Επικράτησαν οι λαϊκιστές και οι νεοσταλινικοί, διάσπαρτοι στα κομμουνιστογενή κόμματα και τις διάφορες σημερινές σέχτες. Κυβερνώντας μάλιστα οδήγησαν τη χώρα στο χείλος της αβύσσου.

Μιλώντας για «σοσιαλδημοκρατία και κεντροαριστερά» είναι σαν να διηγούμαστε ανέκδοτο. Για τη διαβόητη «Κεντροαριστερά», πολύ κακό για το τίποτα.  Στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως αντισυστημική, εκφραζόταν μάλιστα και εκφράζεται εν μέρει (παγκόσμια πρωτοτυπία) από τη συριζαϊκή κομμουνιστογενή Αριστερά. Όσοι διεκδικούν σήμερα αυτό το χώρο, τα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά του οποίου αφήνουν εν πολλοίς απροσδιόριστα και ασαφή, ουδεμία σχέση κι αντιστοιχία έχουν με την ευρωπαϊκή πολιτική παράδοση. Οι υπουργοί του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, σφετεριστή σήμερα του χώρου, είχαν στα γραφεία τους το πορτρέτο του Άρη Βελουχιώτη κι όχι του Αλέξανδρου Σβώλου. Οι εν Ελλάδι «κεντροαριστεροί» αναγνώριζαν περισσότερο τον εαυτό τους στον Τσίπρα παρά στον Ευάγγελο Βενιζέλο ή στο ΠΑΣΟΚ.

Το ΠΑΣΟΚ, απ’ την πλευρά του, θεωρεί κληρονομιά του και κυρίαρχο ιδεολογικό του συστατικό τον ανδρεοπαπανδρεϊκό λαϊκισμό  κι όχι τον εκσυγχρονισμό του Σημίτη. Όσο για τη σοσιαλδημοκρατία (ο όρος συχνά επικαλύπτεται ή συγχωνεύεται με την Κεντροαριστερά), η οργανωμένη πολιτική της έκφραση και σημαντική της πολιτική και εκλογική απήχηση ήταν και είναι κυριολεκτικά μηδαμινή έως ανύπαρκτη. Δεν πρέπει να συγχέεται ένας οργανωμένος πολιτικός χώρος με την άσκηση σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, όπως κατ’ εξοχήν συνέβη από τις κυβερνήσεις του Κώστα Σημίτη (1998-2004), σε πολλά δε πεδία κι από τις κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη (2019-).

Με λίγα λόγια, η αξιόλογη προσπάθεια του Π. Κ. Ιωακειμίδη για ορισμό, προσδιορισμό και επεξεργασία μιας «προοδευτικής εξωτερικής πολιτικής» δεν φαίνεται να έχει ούτε πρόθυμους ούτε θεσμικούς αποδέκτες και συνομιλητές στα αριστερά και στα κεντροαριστερά τμήματα του πολιτικού φάσματος. Απομένει ο οργανωμένος πολιτικός χώρος της φιλελεύθερης, δημοκρατικής και κεντροδεξιάς παράταξης και οι θεσμικές δεξαμενές σκέψης κι άλλοι όμιλοι και fora, καθώς και  άτομα, ειδήμονες, καθηγητές, ερευνητές και γενικώς σχετικοί για να συζητούν γόνιμα και απροκατάληπτα τέτοιες ιδέες. Αυτό μπορεί να δώσει στον συγγραφέα μια κάποια ικανοποίηση, πέραν της ακαδημαϊκής.


[i] Θα πρόσθετα και την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ,των φαιοκόκκινων λαϊκιστών που έφεραν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού το εφιαλτικό πρώτο εξάμηνο του 2015. Ωστόσο, με τη σθεναρή και εθνικά υπεύθυνη στάση των κομμάτων τότε της αντιπολίτευσης τότε (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι) υποχρεώθηκαν με «κωλοτούμπες» και ταπεινωτικούς συμβιβασμούς να βάλουν την ουρά στα σκέλια, επιφέροντας όμως ανήκεστη οικονομική, θεσμική και ηθική βλάβη στο φιλελεύθερο, δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό πολίτευμα της χώρας.

[ii] Πρόκειται για κοινή έρευνα-δημοσκόπηση του ανεξάρτητου ερευνητικού οργανισμού διαΝΕΟσις με τη δεξαμενή σκέψης ΕΛΙΑΜΕΠ που διεξήχθη σε Ελλάδα και Τουρκία την περίοδο 19-21/2/2021 από την ελληνική εταιρία MRB και την τουρκική KONDA. Τα αποτελέσματα της έρευνας αναρτήθηκαν στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ με ημερομηνία 19/7/2021. Τα συμπεράσματα συνοψίζει ο καθηγητής (και πρέσβης της Ελλάδος στον ΟΟΣΑ) Γιώργος Παγουλάτος.

[iii] Ό.π. στο σημείο 6 των συμπερασμάτων της Έρευνας.

[iv] Βλ. συνέντευξή του στο Πρώτο Θέμα (6/3/2025). Εκεί διατυπώνει και την άποψη ότι σε περίπτωση που η χώρα μας δεχτεί επίθεση ή εμπλακεί σε σύρραξη, «η Αμερική δεν πρόκειται να μας βοηθήσει., δεν έχουν προτεραιότητα τη Μεσόγειο παρά μόνο το Ισραήλ». Ευρώπη και Αμερική δεν έχουν πλέον κοινές αξίες.

[v] Όλες οι σχετικές έρευνες καταδεικνύουν υψηλά ποσοστά δημοτικότητας του ρώσου προέδρου Πούτιν στην Ελλάδα. Ενδεικτικά, σε έρευνα της εταιρείας MRB (18/12/25), στις προτιμήσεις ξένων ηγετών κρατών, ο Πούτιν έρχεται πρώτος με ποσοστό 31,8%. Η δημοτικότητα του Πούτιν είναι υψηλή μεν στα ακροδεξιά και λαϊκιστικά κόμματα στην Ευρώπη, αλλά στο γενικό σύνολο η εικόνα του είναι απολύτως αρνητική σε ποσοστά άνω του 80%. Σύμφωνα με έρευνα του γνωστού  οργανισμού Pew Research Center (23/6/2025), οι Έλληνες έρχονται πρώτοι στην Ευρώπη αναφορικά με την εμπιστοσύνη προς τον Πούτιν με ποσοστό 40%. Ξεπερνάμε ακόμα και την Ουγγαρία (32%). Σύμφωνα με το πιο πρόσφατο Ευρωβαρόμετρο (Φθινόπωρο 2025, τα ευρήματα του οποίου δημοσιεύτηκαν στις 3/2/2026) μόνο το 32% των Ελλήνων θεωρούν προτεραιότητα της ΕΕ την άμυνα και την ασφάλεια έναντι 40% στο σύνολο της ΕΕ. Συνάμα, μόνο το 40% θεωρεί τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ θετικό γεγονός έναντι 62% του συνόλου στην ΕΕ.

[vi] Βλ. Π. Κ. Ιωακειμίδης, «Η αντεκδίκηση της “τολμηρής Ευρώπης”», Τα Νέα, 16/2/2026.

08 Ιουλίου 2026

Τουρκία: το τέλος του Επιτήδειου Ουδέτερου

Κωνσταντίνος-Νεκτάριος Μπαλούτσος

Αναφερόμενοι στην Τουρκία, οι εν Ελλάδι πολιτικοί αναλυτές και διεθνολόγοι επιλέγουν ως όρο για να τη χαρακτηρίσουν αυτόν του επιτήδειου ουδέτερου. Ο όρος αυτός ανήκει στον Φρανκ Βέμπερ (Frank Weber) ο οποίος, στο βιβλίο του με τίτλο Ο Επιτήδειος Ουδέτερος[1], προσπάθησε να περιγράψει συνοπτικά τις καιροσκοπικές πολιτικές του τουρκικού κράτους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Ποιες όμως ήταν οι πολιτικές που ακολούθησε το τουρκικό κράτος για να χαρακτηριστεί ο επιτήδειος ουδέτερος της παγκόσμιας γεωπολιτικής σκακιέρας και τι μπορεί να μας διδάξει η ιστορία του επιτήδειου ουδέτερου για το μέλλον; Μήπως βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή όπου οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, με την επικείμενη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας», βρισκόμαστε στο «τέλος» της επιτήδειας ουδέτερης Τουρκίας και στην «αρχή» τής –και με τη βούλα– αναθεωρητικής Τουρκίας;

Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρήσουμε τη σκιαγράφηση των πολιτικών επιλογών του τουρκικού κράτους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και να αναδείξουμε ότι ο όρος «επιτήδειος ουδέτερος», που χρησιμοποιείται (από πολλούς) για την Τουρκία, ειδικά αν κάνει πράξει την απειλή της είναι πλέον παρωχημένος και δεν μπορεί να τη χαρακτηρίζει.

Στον Μεσοπόλεμο

Το τουρκικό κράτος, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου (αλλά και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου) επέλεξε να εφαρμόσει μια ρεαλιστική εξωτερική πολιτική (λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική του θέση και τη γεωπολιτική του σημασία στα γεωστρατηγικά σχέδια των πλανητικών και των περιφερειακών δυνάμεων)[2] και να μην επιτρέψει τη χειραγώγησή του από οποιαδήποτε ξένη δύναμη.[3] Έτσι, το τουρκικό κράτος ακολούθησε μια ενεργητική πολιτική ουδετερότητας[4] η οποία του επέτρεψε τη συνεχή και επί ίσοις όροις διαπραγμάτευση, έχοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα των αντιμαχόμενων πλευρών.[5]

Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου ο κόσμος αποτελούνταν από δύο διακριτές κατηγορίες χωρών. Στην πρώτη ανήκαν οι χώρες που επιθυμούσαν τη διατήρηση των εδαφικών συνόρων και των διεθνών συνθηκών ενώ στη δεύτερη ανήκαν οι χώρες που στόχευαν στην αναθεώρηση της καθεστηκυίας τάξεως.[6] Έχοντας να αντιμετωπίσει τις αναθεωρητικές επιδιώξεις τόσο της Ιταλίας όσο και της Βουλγαρίας, η Τουρκία επιθυμούσε τη διατήρηση του status quo της νοτιοανατολικής Ευρώπης.[7] Βασικός της στόχος ήταν η διατήρηση της εδαφικής της ακεραιότητας και, εν συνεχεία, η αύξηση της αποτρεπτικής της ισχύος μέσω της αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης, εντός της οποίας εντασσόταν το καθεστώς της αποστρατιωτικοποιήσεως των Στενών.[8]

Η συνθήκη του Μοντρέ (Montreux)

Η επαναστρατιωτικοποίηση των Στενών μέσω της αναθεώρησης της συνθήκης της Λωζάννης ήταν ένα ζήτημα που οι τούρκοι αξιωματούχοι έφερναν συνεχώς στο προσκήνιο. Στον αντίποδα όμως, η Κοινωνία των Εθνών δεν φαινόταν πρόθυμη για κάτι ουσιαστικό. Η ιταλική επέμβαση στην Αιθιοπία και, κυρίως, η συγκυρία της επαναστρατιωτικοποίησης της Ρηνανίας από τη Γερμανία άνοιξαν ουσιαστικά τη συζήτηση για το καθεστώς των Στενών.[9] Η Μεγάλη Βρετανία είχε επιβάλει την αποστρατιωτικοποίηση στα Στενά για να μπορέσει να εισέλθει κατά τη διάρκεια ενός πιθανού ρωσο-αγγλικού πολέμου στη Μαύρη Θάλασσα. Η επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας όμως και η ιταλική επέμβαση στην Αιθιοπία, ήταν δύο γεγονότα που ξεπερνούσαν κατά πολύ τις βρετανικές ανησυχίες για τον σοβιετικό στόλο. Έτσι, το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών προσέγγισε την τουρκική πλευρά με στόχο την υπογραφή μιας αγγλο-τουρκικής συμμαχίας που θα απέτρεπε τη μονομερή επαναστρατιωτικοποίηση των Στενών από την Τουρκία.[10] Τελικώς, η υπογραφή της συνθήκης του Μοντρέ ήταν για το τουρκικό κράτος μια διπλωματική επιτυχία που αποτέλεσε την απαρχή των υπόλοιπων τουρκικών διεκδικήσεων και αιτημάτων. Χαρακτηριστικά, την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών ακολούθησε η επαναστρατιωτικοποίηση της Θράκης και η προσάρτηση της Αλεξανδρέττας, η οποία βρισκόταν υπό γαλλική εντολή το 1939.[11]

Στις απαρχές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου

Καθ’ όλη τη διάρκεια των διερευνητικών επαφών με τη Μεγάλη Βρετανία, το τουρκικό κράτος είχε μέγιστη επιδίωξη την υπογραφή μιας συμφωνίας που θα συμπεριελάμβανε και τη Σοβιετική Ένωση.[12] Το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης Ρίμπεντροπ-Μολότοφ υπήρξε για την Τουρκία μεγάλο σοκ, τόσο για την κατάσταση ασφαλείας της όσο και για τη γεωστρατηγική της πολιτική, καθώς η Τουρκία δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση και με οποιονδήποτε τρόπο να προκαλέσει μια ρωσική επίθεση εις βάρος της.

Η επιδίωξη αυτή δεν έπαυσε ούτε με την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ το 1939. Οι τουρκικοί φόβοι πιθανόν να ήταν αβάσιμοι αλλά ήταν πέρα για πέρα αληθινοί. Τις εν λόγω ανησυχίες γνώριζαν πολύ καλά τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Βρετανοί, οι οποίοι προσπάθησαν να τις εργαλειοποιήσουν στις διαπραγματεύσεις τους, έχοντας απώτερο σκοπό τη διατήρηση της τουρκικής ουδετερότητας. Όμως, η Σοβιετική Ένωση δεν χρησιμοποιήθηκε μονάχα ως φόβητρο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Οι βρετανοί πολιτικοί, όπως και οι γερμανοί ομόλογοί τους, γνώριζαν πως η Τουρκία μπορούσε να προσεγγίσει τη Σοβιετική Ένωση και, ώς ένα σημείο, να την επηρεάσει.[13]

Η εγκατάλειψη της ουδετερότητας

Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία ώθησε το τουρκικό κράτος στην οριστική προσέγγιση των συμμαχικών δυνάμεων. Στις διαβουλεύσεις που ακολούθησαν, οι τούρκοι αξιωματούχοι έθιξαν το ζήτημα πιθανής τουρκικής στρατιωτικής ανάπτυξης στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο[14] καθώς και την περίπτωση κατάληψης των Δωδεκανήσων. Παρ’ όλα αυτά, η τελική συμφωνία προέβλεπε την εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο μόνο σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής στη Μεσόγειο[15] και εφόσον αυτή δεν ήταν κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[16]

Μετά την υπογραφή της τριμερούς, άρχισαν να εξετάζονται πιθανές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Σε αυτές τις επιχειρήσεις προβλεπόταν η χρήση του τουρκικού εδάφους ως προκεχωρημένη βάση για τους συμμάχους. Το κλίμα όμως δεν άργησε να ανατραπεί, καθώς η Τουρκία άρχισε να αναθεωρεί πολλές από τις έως τότε εκτιμήσεις της. Το θέμα της τουρκικής αμυντικής αδυναμίας στη Θράκη, που προέταξε η Τουρκία, ήταν η πρώτη ένδειξη της επικείμενης αναθεώρησης της στάσης της.[17] Η δεύτερη ένδειξη ήταν η αρνητική τουρκική στάση στη μελέτη των συμμάχων –ύστερα από γαλλική πρόταση– για πιθανό βομβαρδισμό των κοιτασμάτων πετρελαίου του Μπακού μέσω τουρκικού εδάφους, ούτως ώστε να επιτευχθεί η διεύρυνση του μετώπου μακριά από τα σύνορα της Γαλλίας.[18] Οι Βρετανοί διαφώνησαν με τη γαλλική πρόταση καθώς κατανοούσαν ότι ο βομβαρδισμός του Μπακού μέσω τουρκικών βάσεων θα πρόσφερε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στη Σοβιετική Ένωση για να εισβάλει στην Τουρκία.[19] Έτσι, υπό το φόβο της τουρκικής υποχώρησης, η Μεγάλη Βρετανία έβαλε φρένο στην πραγματοποίηση της εν λόγω επιχείρησης,[20] προτάσσοντας τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας στη βρετανική γεωστρατηγική της Μέσης Ανατολής.[21]

Η υπεκφυγή και η επιστροφή στην ουδετερότητα

Με τη διάσπαση της γαλλικής άμυνας και την ένταξη της Ιταλίας στον πόλεμο, η Μεγάλη Βρετανία έμεινε να πολεμά μόνη της απέναντι στον Άξονα.[22] Για τη Μεγάλη Βρετανία, η ιταλική κήρυξη πολέμου στην ίδια και στη Γαλλία[23] αποτελούσε πράξη που υποχρέωνε την Τουρκία να εμπλακεί στον πόλεμο. Αντίθετα όμως, το τουρκικό κράτος διακήρυξε την ουδετερότητά του.[24]

Για τη διατήρηση της ουδετερότητάς του, το τουρκικό κράτος στηρίχθηκε στο επιχείρημα ότι, μέσω της γερμανο-σοβιετικής συμφωνίας μη επίθεσης, η στάση της Τουρκίας υπέρ των συμμάχων και κατά του Άξονα θα διακινδύνευε τη σύγκρουσή της με τη Σοβιετική Ένωση, υπενθυμίζοντας την ύπαρξη του όρου της τριμερούς συμφωνίας[25] που περιέγραφε ότι μια τέτοια περίπτωση την αποδέσμευε από τις υποχρεώσεις της για σύμπραξη.[26] Επίσης, το τουρκικό κράτος ισχυρίστηκε ότι η συνθηκολόγηση της Γαλλίας στις 20 Ιουνίου καθιστούσε αυτομάτως άκυρη την τριμερή του Οκτωβρίου του 1939. Τέλος ένα ακόμη επιχείρημα που χρησιμοποίησαν οι τούρκοι αξιωματούχοι ήταν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 της τριμερούς,  η Τουρκία ανέμενε την παραχώρηση ολόκληρου του συμμαχικού στρατιωτικού εξοπλισμού προκειμένου να εμπλακεί στον πόλεμο, το οποίο όμως δεν είχε ακόμα παραδοθεί στην ολότητά του από τους Βρετανούς.[27] Το τουρκικό κράτος λοιπόν, με τον πλέον επίσημο τρόπο διακήρυξε στις 26 Ιουνίου του 1940 την ουδετερότητά του, ισχυριζόμενο πως η συνθηκολόγηση της Γαλλίας και ο κίνδυνος εμπλοκής της Τουρκίας σε πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση ήταν οι δύο κυριότεροι λόγοι οι οποίοι αποδέσμευαν την Τουρκία από τις υποχρεώσεις της έναντι των συμμάχων.[28]

Η ουδέτερη Τουρκία

Η Τουρκία δεν ήθελε να επαναλάβει τα λάθη του 1914 και να συμμετάσχει σε έναν πόλεμο που δεν της ανήκε, παίρνοντας βιαστικές αποφάσεις. Η γαλλική ήττα μέσα σε μόλις 20 μέρες ήταν ένα μεγάλο τράνταγμα που θορύβησε την τουρκική πολιτική ελίτ, η οποία αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν να εξαναγκάσει μια χώρα όπως η Γαλλία –η οποία συνθηκολόγησε με τη ναζιστική Γερμανία στις 22 Ιουνίου– την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο. Η ισορροπία δυνάμεων είχε διαταραχθεί και η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο δεν επέτρεπε οποιαδήποτε επιπόλαια τουρκική απόφαση.[29]

Το τουρκικό κράτος κατήγγειλε την τριμερή συμφωνία, κρατώντας μια θέση ίσων αποστάσεων σε μια περίοδο που η ναζιστική Γερμανία φάνταζε ανίκητη. Έτσι, η Τουρκία άρχισε να απομακρύνεται από τη Μεγάλη Βρετανία και να προσεγγίζει τη Γερμανία.[30] Η απόφαση αυτή όμως ελήφθη παρά το γεγονός ότι οι τούρκοι αξιωματούχοι συνέχιζαν τις διαπραγματεύσεις με τη Μεγάλη Βρετανία για την είσοδο στον πόλεμο, αξιώνοντας μάλιστα ως ανταλλάγματα τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, τη βουλγαρική Θράκη και την εντολή στην Αλβανία.[31]

Ο πόλεμος φτάνει στα Βαλκάνια

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της τριμερούς συμφωνίας, η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας στις 28 Οκτωβρίου 1940 ενεργοποιούσε την τουρκική υποχρέωση για την εμπλοκή της στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία επανέλαβε τα ίδια επιχειρήματα που είχε χρησιμοποιήσει και κατά τη διάρκεια του περασμένου καλοκαιριού.[32] Η Τουρκία αντιλαμβανόταν ότι η κατάρρευση του δυτικού μετώπου άφηνε τη Μεγάλη Βρετανία να πολεμά μόνη της τον Άξονα, γεγονός που επιβεβαίωνε ότι δεν θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική υποστήριξη στην Τουρκία.[33]

Η ελληνική αντίσταση και η ιταλική ήττα στα ελληνοαλβανικά σύνορα τροποποίησαν ριζικά τους υπολογισμούς των Γερμανών για τον πόλεμο. Στις 4 Νοεμβρίου 1940, η Γερμανία –παρά την αρχική της θέση για μη εμπλοκή στα Βαλκάνια– έλαβε την απόφαση για επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα,[34] καθώς οι ελληνικές νίκες στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου θα επέτρεπαν την οριστική εγκατάσταση των Βρετανών στον ελλαδικό χώρο.[35]

Η απόφαση της Γερμανίας για επίθεση στα Βαλκάνια λήφθηκε εννιά μέρες πριν από τη συνάντηση του Χίτλερ με τον Μολότοφ, στις 13 Νοεμβρίου 1940, στην οποία έγινε ξεκάθαρο ότι τα περιθώρια συνεργασίας μεταξύ των δύο συμμάχων είχαν πλέον εκλείψει. Έτσι, ο Χίτλερ, τρεις εβδομάδες μετά τις συνομιλίες του με τον Μολότοφ, αποφάσισε τη γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[36] Όμως, για την πραγματοποίηση της επίθεσης, οι Γερμανοί όφειλαν να εξασφαλίσουν πως δεν θα αντιμετώπιζαν οποιονδήποτε κίνδυνο από το Νότο. Η Γερμανία λοιπόν, προχώρησε στην επιχείρηση εισβολής κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας με σκοπό να αποκλειστεί η πιθανότητα εγκατάστασης βρετανικών βάσεων στη Βαλκανική που θα μπορούσαν να πλήξουν τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας και να πλευροκοπήσουν τις γερμανικές δυνάμεις, οι οποίες θα επιχειρούσαν στην επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[37]

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, η Γερμανία προσπάθησε να προσεγγίσει την Τουρκία, καθώς η ουδετερότητά της κρινόταν αναγκαία για την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση. Η τουρκική ουδετερότητα εμπόδιζε τη συνένωση των βρετανικών και των σοβιετικών στρατευμάτων, δυσχέραινε το βομβαρδισμό των ρουμανικών πετρελαιοπηγών και, τέλος. προστάτευε τα πλευρά της Βέρμαχτ (Wehrmacht‎‎).[38]

Έτσι, οι ομολογουμένως ψυχρές τουρκο-γερμανικές σχέσεις της περιόδου 1939-41 άρχισαν σταδιακά να αναθερμαίνονται και να βρίσκουν κοινό πεδίο δράσης, λόγω της γεωπολιτικής σημασίας της Τουρκίας στα γεωστρατηγικά σχέδια της Γερμανίας τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Μέση Ανατολή.

Η συμφωνία μη επίθεσης με τη Γερμανία

Η κατάληψη της Ελλάδας από τη Γερμανία, σε συνδυασμό με το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο και τη βουλγαρική ένταξη στον Άξονα, είχε φέρει την Τουρκική Δημοκρατία σε μια πολύ ευάλωτη θέση, η οποία τελικά οδήγησε στην υπογραφή της τουρκο-γερμανικής συμφωνίας στην Άγκυρα στις 18 Ιουνίου 1941.[39]

Τέσσερις μέρες μετά την τουρκο-γερμανική συμφωνία ακολούθησε η γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.[40] Η είδηση προκάλεσε στην Τουρκία ένα αίσθημα ενθουσιασμού, καθώς απομακρυνόταν με μαθηματική ακρίβεια η πιθανότητα γερμανικής ή σοβιετικής επίθεσης. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν η Τουρκία γνώριζε, όταν υπέγραφε τη συμφωνία μη επίθεσης, για την επικείμενη γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Όμως ο ενθουσιασμός του τούρκου υπουργού Εξωτερικών Σουκρού Σαράτζογλου (Şükrü Saracoğlu) κατά τις πρώτες μέρες της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα ήταν τέτοιος ώστε να δηλώσει πως η γερμανική επίθεση υπήρξε αποτέλεσμα της τουρκο-γερμανικής συμφωνίας στις 18 Ιουνίου.[41]

Νέες πιέσεις από τις Συμμαχικές Δυνάμεις

Οι επιτυχίες των Συμμαχικών Δυνάμεων στο Στάλινγκραντ και στη Βόρεια Αφρική, στα τέλη του 1942 και στις αρχές του 1943, έγειραν αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ αυτών.[42] Αυτό όμως δεν αναιρούσε το γεγονός ότι οι Σύμμαχοι, με πρωτεργάτη τoν Ουίνστον Τσώρτσιλ (Winston Churchill), είχαν ακόμη βασική προτεραιότητα την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο,[43] την οποία χρειάζονταν κυρίως ως προκεχωρημένη βάση για τα στρατεύματά τους.[44] Στον αντίποδα, όμως, το τουρκικό κράτος επιθυμούσε τη διατήρηση της ουδετερότητας του καθώς θεωρούσε ότι η Γερμανία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βομβαρδίσει τη Δυτική Τουρκία.[45]

Η μυστική συνάντηση στα Άδανα

Ο Τσώρτσιλ επιθυμούσε την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο όσο κανένας άλλος ηγέτης. Μάλιστα, στις 9 Νοεμβρίου 1942, παρουσίασε για πρώτη φορά στρατιωτικά σχέδια υπολογίζοντας ότι στις τάξεις των συμμάχων θα συμμετείχε ενεργά και η Τουρκία.[46] Τα βρετανικά σχέδια προέβλεπαν την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο για να δημιουργηθεί ένα τρίτο μέτωπο κατά της Γερμανίας. Η Τουρκία αποτελούσε τη χώρα κλειδί γι’ αυτά τα σχέδια, καθώς η εγγύτητά της με τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας θα επέτρεπε στις συμμαχικές δυνάμεις να επιτεθούν σε αυτές, ενώ ταυτόχρονα θα εξασφάλιζε την παρουσία των συμμάχων στη Συρία.[47] Έτσι, το βρετανικό πρέσσινγκ οδήγησε τελικώς στη συμφωνία της μυστικής συνάντησης στα Άδανα.[48]

Στα Άδανα συζητήθηκαν η περίπτωση εκχώρησης της βόρειας Συρίας, ο εκσυγχρονισμός των αεροπορικών βάσεων και η παραλαβή αμυντικού στρατιωτικού εξοπλισμού για την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο.[49] Τελικά, η μόνη σαφής και ξεκάθαρη συμφωνία με τους συμμάχους ήταν η υλικοτεχνική υποδομή και η στρατιωτική ενίσχυση για μια πιθανή μελλοντική συμμετοχή της Τουρκίας στον πόλεμο.[50]

Τα συμφωνηθέντα απαιτούσαν χρόνο τόσο για να αποσταλούν (όταν μιλάμε για στρατιωτικό εξοπλισμό) όσο και για να υλοποιηθούν (όταν μιλάμε για θέματα υποδομών). Ενώ ταυτόχρονα χρειαζόταν η αποστολή προσωπικού, το οποίο θα αναλάμβανε την εκπαίδευση των Τούρκων.[51] Είναι φανερό λοιπόν ότι η τουρκική ηγεσία είχε κερδίσει, μέσω της συμφωνίας, τον απαιτούμενο χρόνο που χρειαζόταν για να μην εμπλακεί η Τουρκία άμεσα στον πόλεμο.[52]

Η βρετανική επιχείρηση επέμβασης στο Αιγαίο

Η τουρκική απροθυμία για συμμετοχή στον πόλεμο επιβεβαιώθηκε και κατά τη σχεδίαση της βρετανικής επιχείρησης κατάληψης των νήσων του Αιγαίου, τον Σεπτέμβριο του 1943, όπου οι Τούρκοι αρνήθηκαν την εμπλοκή τους.[53]

Η Τουρκία δεν επιδίωξε κάποια εμπλοκή στην εν λόγω επιχείρηση εξαιτίας των ανησυχιών της, διότι η Γερμανία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βομβαρδίσει τα τουρκικά παράλια. Αλλά, στον αντίποδα αυτής της ερμηνείας, οι Βρετανοί πίστευαν ότι η Τουρκία δεν αποφάσιζε την ενεργό εμπλοκή της στην επιχείρηση επειδή φοβόταν ότι μέσω αυτής μπορούσε να απελευθερωθεί η Ελλάδα και ότι μια ελεύθερη Ελλάδα θα μπορούσε να ενσωματώσει τα Δωδεκάνησα, αν αυτά παραχωρούνταν με δημοψήφισμα.[54]

 Inonu Cairo

5 Δεκεμβρίου 1943. Ο αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ, ο τούρκος πρόεδρος Ινονού και ο βρετανός πρωθυπουργός Τσώρτσιλ στη δεύτερη συνδιάσκεψη του Καΐρου.

http://www.history.army.mil/books/wwii/sp1943-44/chapter16.htm

 

Στο Κάιρο και στην Τεχεράνη

Στη Διάσκεψη του Καΐρου, οι συμμαχικές δυνάμεις ζήτησαν εκ νέου την ένταξη της Τουρκίας στον πόλεμο και την παραχώρηση των τουρκικών βάσεων. Σε αντίθεση όμως με το παρελθόν, η Μόσχα δεν έδειχνε το ίδιο θερμή με την προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στον πόλεμο.[55] Μετά το Κάιρο, η βρετανική αντιπροσωπεία μετέβη στην Τεχεράνη για συζητήσεις με τον Στάλιν. Εκεί, ο Τσώρτσιλ εξέφρασε ακόμα μια φορά την πεποίθησή του ότι η Τουρκία όφειλε να ενταχθεί στο πλευρό των συμμάχων, καθώς αυτό θα ανάγκαζε τη Γερμανία σε αναδίπλωση και τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία σε πιθανή αποχώρηση από τον πόλεμο. Την ίδια άποψη εξέφρασε και η Σοβιετική Ένωση, που έλπιζε πως η ένταξη της Τουρκίας στον πόλεμο θα της προσέφερε καλύτερες δυνατότητες ανεφοδιασμού.[56] Παρ’ όλα αυτά, οι συζητήσεις στην Τεχεράνη απέβησαν άκαρπες ώστε, έκτοτε, η Σοβιετική Ένωση να παύσει οποιαδήποτε νέα προσπάθεια εξώθησης της Τουρκίας στον πόλεμο.[57]

Στον αντίποδα, η Μεγάλη Βρετανία προσπάθησε να πείσει για μια τελευταία φορά την Τουρκία στη δεύτερη συνδιάσκεψη του Καΐρου, που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 2 - 7 Δεκεμβρίου 1943. Για μια ακόμη φορά ακούστηκαν οι ίδιες τουρκικές αντιρρήσεις και ανησυχίες, γεγονός που εκνεύρισε τους Συμμάχους. Ο Φράνκλιν Ρούζβελτ (Franklin Roosevelt) εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Τουρκία δεν σκόπευε να εμπλακεί στον πόλεμο αλλά επιθυμούσε το στρατιωτικό συμμαχικό υλικό, γιατί θα της χάριζε την επιθυμητή υπεροχή στην Ανατολική Μεσόγειο μετά τον πόλεμο.[58] Έτσι, σταδιακά, οι συμμαχικές πιέσεις στην Τουρκία μειώθηκαν και τελικώς έπαυσαν ολοκληρωτικά μετά τον Φεβρουάριο του 1944.

Η επιθετικότητα της Σοβιετικής Ένωσης

Στις 19 Μαρτίου, η Σοβιετική Ένωση κατήγγειλε και επίσημα την τουρκο-σοβιετική συνθήκη του 1925 ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο Στάλιν πραγματοποίησε μια ευθεία καταγγελία κατά της συνθήκης του Μοντρέ, χαρακτηρίζοντάς την ακατάλληλη.[59] Η σοβιετική επιθετικότητα προκάλεσε έντονες ανησυχίες, οι οποίες εντάθηκαν όταν οι σοβιετικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Βουλγαρία, τον Σεπτέμβριο του 1944. Τελικά, οι τουρκικές ανησυχίες καταλάγιασαν κάπως ύστερα από τις βρετανικές προσπάθειες εγκαθίδρυσης μια σταθερής κυβέρνησης στην Ελλάδα. Η Τουρκία, μπροστά στη σοβιετική αναθεωρητική απειλή, αναγνώρισε τα κοινά συμφέροντά της με τη Μεγάλη Βρετανία και την Ελλάδα και, έτσι, από τον Νοέμβριο του 1944, εγκατέλειψε οποιαδήποτε αξίωση είχε για τα Δωδεκάνησα.[60]

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η Τουρκία κατάφερε να αποφύγει την είσοδο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ, όταν πλέον η νίκη των Συμμάχων ήταν προδιαγεγραμμένη, διέκοψε και επισήμως τις διπλωματικές της σχέσεις με τη Γερμανία, στις 2 Αυγούστου 1944. Τέλος, η Τουρκία, ύστερα από την απόφαση των Συμμάχων στη Γιάλτα ότι η ένταξη στον ΟΗΕ θα περιοριζόταν στα κράτη που πολέμησαν στο πλευρό των Συμμάχων, κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία στις 23 Φεβρουαρίου 1945.[61]

Συμπεράσματα

Η εξωτερική πολιτική του τουρκικού κράτους των τελευταίων χρόνων έμοιαζε αρκετά με αυτή της περιόδου του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η Τουρκία ακολούθησε μια πολιτική ίσων αποστάσεων ανάμεσα στη Ρωσία και τις ΗΠΑ, προσπαθώντας να ικανοποιήσει και τον χωροφύλακα και τον αστυφύλακα (γεγονός που δικαιολογούσε σε μεγάλο βαθμό τη χρήση του όρου «επιτήδειος ουδέτερος» από πολιτικούς αναλυτές και διεθνολόγους της χώρας μας).

Αλλά οι τελευταίες εξελίξεις στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, και ιδιαίτερα ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, φαίνεται πως αλλάζουν άρδην την τουρκική γεωστρατηγική πολιτική. Σε αντίθεση με το παρελθόν, βρισκόμαστε μπροστά σε έναν πολυπολικό κόσμο, στον οποίο η Τουρκία δεν απειλείται από κανέναν και, αντιθέτως, επιθυμεί να παίξει ηγεμονικό ρόλο με αναθεωρητικές βλέψεις.

Έχοντας υπόψη μας τα προαναφερθέντα, μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα ότι η χρήση του όρου επιτήδειος ουδέτερος για την Τουρκία είναι πλέον παρωχημένος και δεν μπορεί να τη χαρακτηρίζει.



[1] Frank Weber, Ο επιτήδειος ουδέτερος, μτφρ. Εύη Νάντσου, Θετίλη, Αθήνα 1985, 309 σ.

[2] Ahmet Davutoğlu, Το Στρατηγικό Βάθος. Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, μτφρ Ν. Ραπτόπουλος,

Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2010, σ. 123 Την ίδια άποψη περί ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής εκφράζει και ο καθηγητής ιστορίας Erik Zürcher. βλ. Erik Ζürcher, Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, μτφρ. Β. Κεχριώτης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004, σ. 269.

[3] Χαρακτηριστικά ο ιστορικός Erik Zürcher αναφέρει ότι στη μνήμη της τουρκικής πολιτικής ελίτ υπήρξε βαθιά χαραγμένος ο τρόπος που η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί ως γερμανικό εργαλείο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Erik Ζürcher, ό.π. σ. 274.

[4] Osman Yalcin, "İkinci Dunya Savaşında İsmet İnonu ve Churchill Arasında Yapılan Adana

Goruşmesi.", Ataturk Yolu Dergisi, 12.47 (2011) 701-731, σ. 705.

[5] Βύρων Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι και Εμείς. Α΄ τόμος, Καθημερινές Εκδόσεις, Αθήνα 2018, σ. 121

[6] Mevlut Celebi, "Ataturk Donemi ve Sonrasında Turkiye-İtalya İlişkilerini Etkileyen Faktorler." Ataturk Araştırma Merkezi Dergisi 31.91 (2015): 69-92.

[7] William Hale, Τουρκική Εξωτερική Πολιτική 1774-2000, μτφρ. Ρ. Βασιλάκη & Σ. Σφυρόερα, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2016, σ. 95

[8] Άγγελος Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, Πατάκη, Αθήνα 2014, σ. 83

[9] Frank Weber, ό.π., σ. 30.

[10] Στο ίδιο, σ. 30-31.

[11] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 83-85.

[12] Erik Ζürcher, ό.π., σ. 272

[13] Selim Deringil, “The preservation of Turkey's neutrality during the second world war: 1940”, Middle Eastern Studies, 18:1, (1982) 30-52, DOI: 10.1080/00263208208700494. σ. 32-33

[14] Frank Weber, ό.π., σ. 69- 72.

[15] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 88.

[16] Frank Weber, ό.π., σ. 78.

[17] William Hale, ό.π., σ. 114.

[18] Selim Deringil, ό.π., σ. 30.

[19] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 126-127.

[20] William Hale, ό.π., σ. 114-115.

[21] Selim Deringil, ό.π., σ. 32.

[22] William Hale, ό.π., σ. 115.

[23] Frank Weber, ό.π., σ. 83.

[24] Ηλίας Ηλιοπούλου, Διεθνείς Σχέσεις της Τουρκίας 1935-1945: Η Ημισέληνος μεταξύ Βρεττανικού

Λέοντος, Γερμανικής Σβάστικας και Ρωσσικής Άρκτου, Λειμών, Αθήνα 2017, σ. 118

[25] Selim Deringil, ό.π., σ. 39

[26] Ataov Turkkaya, Turkish Foreign Policy: 1939-1945, Ankara Universitesi Siyasat, Ankara 1965, σ. 70

[27] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 121

[28] William Hale, ό.π., σ. 115-116.

[29] Selim Deringil, ό.π., σ. 34.

[30] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 119-124.

[31] Frank Weber, ό.π., σ. 96.

[32] William Hale, ό.π., σ. 115-116.

[33] Στο ίδιο, σ. 116.

[34] Γενικό Επιτελείο Στρατού, Η συμβολή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 2009, σ. 10.

[35] Ιωάννης Κολιόπουλος, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 385.

[36] Selim Deringil, ό.π., σ. 33.

[37] Ιωάννης Κολιόπουλος, ό.π., σ. 385.

[38] Frank Weber, ό.π., σ. 198-200.

[39] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 90.

[40] William Hale, ό.π., σ.123-124.

[41] Frank Weber, ό.π., σ. 151-152.

[42] Weisband Edward, Turkish Foreign Policy, 1943- 1935: Small State and Great Power Politics, Princeton University Press, 1973, σ. 119.

[43] Στο ίδιο, σ. 122.

[44] Erik Ζürcher, ό.π., σ. 273.

[45] Osman Yalcin, ό.π., σ. 707.

[46] William Hale, ό.π., σ. 131-132.

[47] İzzet Öztoprak, "İkinci Dünya Savaşı Döneminde Adana Görüşmelerinin Askeri Yönü", Belleten 63.237 (2000): 597- 618, σ. 597.

[48] Στο ίδιο, σ. 598-599.

[49] Frank Weber, ό.π., σ. 221.

[50] William Hale, ό.π., σ. 133.

[51] İzzet Öztoprak, ό.π., σ. 612.

[52] Frank Weber, ό.π., σ. 228-229.

[53] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 141.

[54] Frank Weber, ό.π., σ. 229.

[55] Frank Weber, ό.π., σ. 249.

[56] Στο ίδιο, σ. 252.

[57] William Hale, ό.π., σ. 134.

[58] Frank Weber, ό.π., σ. 255.

[59] Στο ίδιο, σ. 138-140.

[60] William Hale, ό.π., σ. 139.

[61] Frank Weber, ό.π., σ. 138-140.

29 Ιουνίου 2026

Οι έμποροι της εθνικής ανησυχίας

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Ο Κώστας Καραμανλής αποφάσισε ξανά να μιλήσει. Και όπως συμβαίνει συνήθως τα τελευταία χρόνια, η δημόσια παρέμβασή του συνοδεύτηκε από προειδοποιήσεις για την πορεία της χώρας, αιχμές για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης και υπαινιγμούς για τα περίφημα «ήρεμα νερά» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

29 Μαϊος 2026

Η Ελλάδα και ο γεωπολιτισμός

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος

Γεώργιος Διον. Πουκαμισάς, Το Γεωπολιτισμικό Ανάπτυγμα των Ελλήνων, Δοκίμιο, Εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα, 2025.

«Το γεωπολιτισμικό εύρος της Ελλάδος είναι συνάρτηση της ιστορίας της, στη διαχρονική συνέχεια του χώρου, της γλώσσας του ελληνικού κόσμου, της γεωγραφικής θέσης της στο σημείο συνάντησης τριών ηπείρων και της ιδιοσυστασίας της, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, παρ’ όλες τις ρήξεις και τις προσμείξεις», ισχυρίζεται ο Γεώργιος Πουκαμισάς. Πού έχει δίκιο, πού έχει άδικο και γιατί. [ΤΒJ]

25 Μαρτίου 2026

Υπάρχουν σήμερα άνθρωποι που στηρίζουν το θεοκρατικό και δολοφονικό καθεστώς του Ιράν – ένα καθεστώς που έπνιξε στο αίμα τις διαδηλώσεις εκατομμυρίων ανθρώπων οι οποίοι ζήτησαν δημοκρατία, ελευθερία, δικαίωμα στο αύριο και πήραν ως απάντηση πισώπλατους πυροβολισμούς, μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, καταδίκες για προδοσία και εκτελέσεις; Οι δήθεν ευαίσθητοι οι οποίοι, στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δεν ήταν με τον αμυνόμενο αλλά «με τον άνθρωπο» γενικά και αφηρημένα, στην περίπτωση του Ιράν θυμήθηκαν την αυτοδιάθεση των κρατών – και υποστηρίζουν ότι η καταπάτηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων των πολιτών του Ιράν είναι εσωτερική υπόθεση και δεν πρέπει η Δύση και η Διεθνής Κοινότητα να παρέμβουν.

13 Μαρτίου 2026

Η Ελλάδα και η Ευρώπη σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες δοκιμάζονται. Με αφορμή τη συνέντευξη του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, στο Foreign Policy

07 Φεβρουαρίου 2026

Τι πραγματικά είπε ο Λαβρόφ για το 1922

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ προκάλεσε «πολιτικό σεισμό» με τις πρόσφατες δηλώσεις του για τα γεγονότα του 1922. Για πρώτη φορά,  επισήμως και δημόσια, ένας τόσο υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Κρεμλίνου παραδέχτηκε όχι απλά την ιστορική αλήθεια, αλλά την ενεργό συμμετοχή της Σοβιετικής Ρωσίας στην ενίσχυση του στρατού του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Όχι ότι δεν το γνωρίζαμε ή ότι εκπλαγήκαμε...

04 Φεβρουαρίου 2026

Η πραγματική γεωπολιτική ιστορία πίσω από τις αυταπάτες

Από τον 19ο αιώνα μέχρι και σήμερα, ένα μέρος της ελληνικής δημόσιας σφαίρας κινείται σαν να κουβαλά μέσα της μια κληρονομημένη έλξη προς «τη μεγάλη προστασία της Ανατολής». Η Ορθόδοξη Εκκλησία, με την οργανική της συνέχεια προς το Πατριαρχείο και την παλιά βυζαντινή οικουμένη, καλλιέργησε επί δεκαετίες ένα ήπιο αλλά σταθερό ρεύμα ρωσοφιλίας. Η Ρωσία, «η άλλη ορθόδοξη αυτοκρατορία», παρουσιάστηκε σαν φυσικός συγγενής, ένας αδελφός λαός που θα προστάτευε το Γένος. Αυτή η κουλτούρα διαχύθηκε από το εκκλησιαστικό σώμα προς την κοινωνία και στο φαντασιακό πολλών ταύτισε την πίστη με μια ασαφή γεωπολιτική προσμονή. Έτσι, σταθεροποιήθηκε ένα υπόστρωμα ευνοϊκό για κάθε μελλοντική φιλορωσική αφήγηση.

27 Νοεμβρίου 2025
Σελίδα 1 από 11