Ισραήλ
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΔιαδηλώσεις που δεν προάγουν ισονομία και δικαιώματα
Το Σάββατο 10 Οκτωβρίου διαδηλώσεις υπέρ της ελευθερίας της Παλαιστίνης πραγματοποιήθηκαν σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, ανάμεσά τους το Λονδίνο και η Αθήνα. Με αφορμή αυτές ξαναγύρισα στις γνώριμες εικόνες: πανό με το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη» ή, αλλού, «…ισλαμική», και μέσα στο πλήθος γυναικείες και ΛΟΑΤΚΙ ομάδες. Όλοι συμπάσχουμε με τους αμάχους της Γάζας, όπως κάθε άνθρωπος: για να πενθήσει κανείς τα παιδιά που πεθαίνουν δεν χρειάζεται να έχει ταχθεί με κάποιο πολιτικό στρατόπεδο.
Οι ακτιβιστές λένε ότι υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, επειδή τα θεμελιώδη δικαιώματα και η ισονομία είναι πανανθρώπινες αξίες και πανανθρώπινη υποχρέωση, όπως ορίζουν ο ΟΗΕ και οι διεθνείς συνθήκες. Η προσήλωση της Δύσης σε αυτές είναι τόσο βαθιά, ώστε ο Michael Ignatieff, στο Human Rights as Politics and Idolatry, να προειδοποιεί ότι τείνουν να γίνουν ειδωλολατρία, και ότι γι' αυτό δέχονται κριτική από την Ασία και τον ισλαμικό κόσμο, όπου, λόγω πολιτισμικής και θρησκευτικής σχετικότητας, τα αντιμετωπίζουν διαφορετικά.
Η παρουσία γυναικείων και ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεων σε τέτοιες διαδηλώσεις, με σημαίες της Παλαιστίνης, απ’ όσο είδα χωρίς πανό υπέρ της ειρήνης, και με το «η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη» στα χείλη, πλάι σε διαδηλωτές ανάμεσα στους οποίους πιθανότατα βρίσκονται και φανατικοί ισλαμιστές, φαίνεται ανεξήγητη. Οργανώσεις του ίδιου χώρου διαδηλώνουν με εξαιρετική θέρμη εναντίον του Ερντογάν και της κυβέρνησής του, με τις ρίζες στο πολιτικό Ισλάμ, όταν στρέφεται κατά της κοινότητάς τους: τον Σεπτέμβριο του 2026, μετά τις τουρκικές επιδρομές σε ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεις, ομάδες ΛΟΑΤΚΙ κάλεσαν σε συγκέντρωση έξω από την τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα.
Η αντίφαση οξύνεται με την αφωνία τους απέναντι στο Ιράν, στη Σαουδική Αραβία και στο Κατάρ: οι ίδιοι ακτιβιστές δεν οργάνωσαν συγκεντρώσεις αντίστοιχης έκτασης έξω από τις πρεσβείες του Ιράν τον Ιανουάριο του 2026, όταν το καθεστώς σκότωνε χιλιάδες διαδηλωτές, πριν από τον πόλεμο. Οι ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων μιλούν για τουλάχιστον 6.126 νεκρούς, η Τεχεράνη παραδέχεται περίπου 3.000. Δεν έχουν λάβει χώρα πορείες αντίστοιχης έκτασης ούτε έξω από την πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας, όπου το 2025 θανατώθηκαν 356 άνθρωποι, ούτε του Κατάρ. Οι πορείες οργανώνονται σχεδόν αποκλειστικά έξω από τις πρεσβείες του Ισραήλ και των ΗΠΑ.
Τι συμβαίνει σε όσους δεν χωράνε
Για τη Χαμάς, το «η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη» σημαίνει κράτος χωρίς Ισραήλ, ενώ το «ισλαμική» διατυπώνει ανοιχτά το όραμά της: μια Παλαιστίνη με ισλαμική ταυτότητα από τον Ιορδάνη ώς τη Μεσόγειο. Στη Γάζα, που η Χαμάς κυβερνά εδώ και δύο δεκαετίες, ισχύει ακόμη νομοθεσία της βρετανικής εντολής που ποινικοποιεί την ομοφυλοφιλία· το 2019 η αστυνομία της Παλαιστινιακής Αρχής απαγόρευσε τις δραστηριότητες της queer οργάνωσης Al-Qaws. Τον Ιούλιο του 2023 ο Χασάν Νασράλα, τότε ηγέτης της Χεζμπολάχ, δήλωσε ότι οι ομοφυλόφιλοι πρέπει να θανατώνονται, και το Euro-Mediterranean Human Rights Monitor το κατέγραψε ως προτροπή σε βία.
Η 7η Οκτωβρίου
Στις 7 Οκτωβρίου 2023 μαχητές της Χαμάς σκότωσαν σχεδόν 1.200 Ισραηλινούς και απήγαγαν 251 ομήρους. Ανάμεσα στα θύματα υπήρχαν και ΛΟΑΤΚΙ Ισραηλινοί: η Aguda, η κύρια ομπρέλα των ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεων του Ισραήλ, ταυτοποίησε ονομαστικά τουλάχιστον τέσσερις, τον Αντιέλ Τβίτο και τον Ντανιέλ Κοέν στο φεστιβάλ κοντά στο Ρέιμ, τον Άλον Τολεδάνο από το Σντερότ, που πήγαινε στη συναγωγή για τις προσευχές της γιορτής, και τον λοχαγό Σάγκι Γκολάν, έφεδρο, που έσπευσε χωρίς διαταγή στο κιμπούτς Μπέρι και έπεσε στις μάχες, αφού, σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, είχε σώσει δεκάδες ανθρώπους.
Τα θύματα της Γάζας
Οι ακτιβιστές επικαλούνται τα χιλιάδες θύματα της ισραηλινής επέμβασης. Ο ΟΗΕ έχει όμως καταγράψει ότι και η Χαμάς, με άλλες παλαιστινιακές ένοπλες ομάδες, διεξήγαγε εχθροπραξίες μέσα από πυκνοκατοικημένες περιοχές, καθώς και 249 περιπτώσεις εξωδικαστικών εκτελέσεων έως τις αρχές του 2026, με τουλάχιστον 60 να αφορούν δυνάμεις συνδεδεμένες με τη Χαμάς. Τίποτε από αυτά δεν αναιρεί ότι μια στρατιωτική επέμβαση προκαλεί πόνο, καταστροφή και θύματα, δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι η επέμβαση ήρθε ως απάντηση στη μεγαλύτερη τρομοκρατική σφαγή Ισραηλινών.
Η άλλη όχθη
Στο Ισραήλ η εικόνα είναι διαφορετική, χωρίς να είναι άψογη. Το κράτος δίκασε και καταδίκασε τον υπερορθόδοξο δολοφόνο της 16χρονης Σίρα Μπάνκι στο Pride της Ιερουσαλήμ το 2015. Τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ, όπως και η ισονομία και η ισοπολιτεία τους, προστατεύονται από τον νόμο και τα δικαστήρια, με ένα κενό: ο γάμος και το διαζύγιο ανήκουν στα θρησκευτικά δικαστήρια, και πολιτικός γάμος δεν υπάρχει. Στη Γάζα τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ είναι ανύπαρκτα και των γυναικών βαριά περιορισμένα· στη Δυτική Όχθη η κατάσταση είναι καλύτερη, πολύ μακριά όμως από την ισονομία: οι νόμοι προσωπικού καθεστώτος εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των γυναικών και τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ είναι κουτσουρεμένα, αν όχι ανύπαρκτα.
Και στην Ευρώπη;
Στη Δανία ο ιμάμης Μοχάμαντ Τζαμάλ καταδικάστηκε επειδή παρομοίασε τους ομοφυλόφιλους με παιδόφιλους. Στο Χάκνεϊ του Λονδίνου, κήρυγμα που μετέδωσε η Daily Mail φέρεται να λέει ότι o «Λαός του Λωτ» («οι κάτοικοι των Σοδόμων», «οι Σοδομίτες») «εκτελούνται βάσει του νόμου της σαρία». Η θανάτωση παρουσιάζεται ως θεία επιταγή μέσα στην Ευρώπη και οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε όπως κάθε ρητορική μίσους.
Μια προσωπική μαρτυρία
Δεν μιλάω από το κενό. Μιλώ βάσει προσωπικών εμπειριών. Το 1999, όταν έκανα το μεταπτυχιακό μου, γνώρισα, στις κοινωνικές εκδηλώσεις των πανεπιστημιακών ομάδων, μουσουλμάνους φοιτητές από την Παλαιστίνη, τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Ιράν και τη Νιγηρία, προφανώς από τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, αφού σπούδαζαν στη Βρετανία. Όταν συζητούσαμε για την ισονομία των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ, προσπαθούσαν με ιδιαίτερη θέρμη και φανατισμό να με πείσουν ότι η Δύση είναι διεφθαρμένη επειδή ανέχεται τους ΛΟΑΤΚΙ, ενώ θα έπρεπε να τους διώκει και να τους θανατώνει, και ότι οι γυναίκες οφείλουν να παραμένουν αποκλειστικά στο σπίτι και να υπακούν στους συζύγους τους, χωρίς να εργάζονται. Το έλεγαν με ζέση. Δεν ήταν άνθρωποι του περιθωρίου, αλλά μορφωμένοι νέοι από εύπορες οικογένειες, και οι απόψεις τους δεν προέκυπταν από τη φτώχεια ούτε από τον πόλεμο.
Τι λένε τα κείμενα
Το άρθρο 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ απαγορεύει ρητά τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Η Διακήρυξη του Καΐρου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στο Ισλάμ (1990), που υιοθέτησε ο Οργανισμός Ισλαμικής Συνεργασίας, λέει κάτι εντελώς διαφορετικό: το άρθρο 6 μιλά για ισότητα της γυναίκας με τον άνδρα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στα καθήκοντά της, όχι σε ίσα δικαιώματα, ενώ τα άρθρα 24 και 25 υπάγουν όλα τα δικαιώματα στη Σαρία ως μοναδική πηγή ερμηνείας.
Ο Michael Freeman του Πανεπιστημίου του Έσσεξ μας λέει στο βιβλίο του Human Rights ότι η καθολική αποδοχή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως τα εννοούμε στη Δύση, δεν είναι αυτονόητη: οι πολιτισμικοί και θρησκευτικοί παράγοντες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτά και αποδεκτά τα δικαιώματα, καθώς και η ισονομία και η ισοπολιτεία, σε πολλές κουλτούρες και περιοχές της γης. Παράλληλα, υπάρχουν φωνές, όπως επισημαίνει ο Freeman, που υποστηρίζουν ότι η καθολικότητά τους, όπως την ορίζει η Δύση, αποτελεί μορφή δυτικού πολιτισμικού ιμπεριαλισμού.
Αυτό φαίνεται ακόμη και στα πλέον εξελιγμένα κράτη του Κόλπου: στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα η σαρία παραμένει η κύρια πηγή του οικογενειακού δικαίου των μουσουλμάνων και η συναινετική σχέση μεταξύ ανδρών είναι παράνομη, ενώ στο Μπαχρέιν εκδικάζουν οικογενειακές υποθέσεις δικαστήρια βασισμένα στη σαρία. Οι ηγεσίες της περιοχής δεν δέχονται μαθήματα από τη Δύση: το 2018 το σαουδαραβικό υπουργείο Εξωτερικών απάντησε στον Καναδά, που ζήτησε την απελευθέρωση ακτιβιστριών για τα δικαιώματα των γυναικών, ότι δεν θα δεχθεί εντολές, και ο τότε υπουργός Εξωτερικών Αντέλ αλ-Τζουμπέιρ χαρακτήρισε «εξοργιστικό» το ότι μια χώρα τούς κάνει κήρυγμα.
Οι ενστάσεις
Οι ακτιβιστές αντιτάσσουν ότι το «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα» είναι κυρίως αίτημα ισότητας και ότι είναι άδικο να αποδίδεται σε όλους η ερμηνεία της Χαμάς. Παλαιστινιακές queer και γυναικείες οργανώσεις υποστηρίζουν ότι ο αγώνας κατά της κατοχής και ο αγώνας για τα ΛΟΑΤΚΙ δικαιώματα και τα δικαιώματα της γυναίκας συνδέονται, καθώς και ότι η προβολή των ΛΟΑΤΚΙ δικαιωμάτων και της ισονομίας των γυναικών στο Ισραήλ λειτουργεί ως pinkwashing και purplewashing. Σημειώνουν δε ότι υπάρχουν μουσουλμάνοι κληρικοί, όπως η Σεϊράν Ατές, και γυναικείες οργανώσεις, όπως η Musawah και οι Sisters in Islam, που υποστηρίζουν την ισονομία· οι εξτρεμιστές ιμάμηδες αποτελούν μειοψηφία και η γενίκευση τροφοδοτεί την ισλαμοφοβία. Οι ακτιβιστές ισχυρίζονται ακόμη ότι το σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων στη Δύση και στο Ισραήλ δεν είναι επαρκές ούτε άψογο, και έχουν δίκιο: κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι το δυτικό σύστημα είναι άψογο και δεν επιδέχεται βελτίωση. Αυτό όμως που αποκρύπτουν επιμελώς, ή δεν αντιλαμβάνονται, είναι ότι, παρά τις ατέλειες, τις αβλεψίες και τις ελλείψεις του, παραμένει πολύ αρτιότερο από εκείνο που υποστηρίζουν τα κράτη της Διακήρυξης του Καΐρου, κατά των οποίων σχεδόν ποτέ δεν διαδηλώνουν.
Όλα αυτά έχουν την αξία τους, δεν αναιρούν όμως το κεντρικό επιχείρημα. Κατά τη γνώμη μου, κυρίαρχα η επικρατούσα θεολογική και πολιτική ερμηνεία του σουνιτικού και του σιιτικού Ισλάμ, όπως αυτή εφαρμόζεται στα κράτη και διδάσκεται από τους θρησκευτικούς θεσμούς και δασκάλους που την κρατούν στα χέρια τους, οδηγεί σε κατάφωρη παραβίαση της ισονομίας, των στοιχειωδών αρχών δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τόσο για τις γυναίκες όσο και για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα.
Μια αντίφαση που δεν στέκει
Η ριζοσπαστικοποίηση μερίδας των μουσουλμάνων της Ευρώπης δείχνει ότι, όσο πιο θρησκευόμενοι είναι, τόσο συχνότερα επηρεάζονται από φονταμενταλιστικές ερμηνείες· έρευνες, όπως του Ρουντ Κούπμανς το 2015, καταγράφουν ότι μεγάλο μέρος τους τοποθετεί τους θρησκευτικούς κανόνες πάνω από τους νόμους της χώρας όπου ζει. Οι περισσότεροι δεν ριζοσπαστικοποιούνται, το ρεύμα όμως που συγκρούεται με τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ και των γυναικών δεν είναι αμελητέο. Και στις περισσότερες μουσουλμανικές χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Μέσης και Εγγύς Ανατολής η ομοφυλοφιλία τιμωρείται ποινικά, στο Ιράν και στη Σαουδική Αραβία με θάνατο. Μια Παλαιστίνη «ισλαμική» δεν θα αποτελούσε εξαίρεση.
Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Το ίδιο αναρωτιέμαι για τις γυναικείες και ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεις που, γνωρίζοντας ποιος κυβερνά τη Γάζα, τραγουδούν το «η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη» και αποφεύγουν να σταθούν δίπλα στις γυναίκες και στους αντιστασιακούς του Ιράν που σφαγιάστηκαν από ένα καθεστώς που εκτελεί ομοφυλόφιλους και επιβάλλει την υποχρεωτική μαντίλα.
Ο θάνατος της Μαχσά Αμινί στο Ιράν πυροδότησε μεν ένα πρωτόγνωρο κύμα εξέγερσης και αλληλεγγύης το 2022, ωστόσο, κατά την άποψή μου, αυτό δεν ανήχθη σε μόνιμο σημείο αναφοράς, με ευθύνη των γυναικείων ακτιβιστικών οργανώσεων.
Το βρίσκω ακατανόητο και οξύμωρο. Mε την τακτική που μετέρχονται οι γυναικείες και οι ΛΟΑΤΚΙ ακτιβιστικές οργανώσεις αναιρούν, υποσκάπτουν και διαβρώνουν επί της ουσίας την καθολικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς συντάσσονται στην πράξη με την εκπεφρασμένη άποψη και πρακτική των ισλαμικών κρατών και καθεστώτων, που υποστηρίζουν ότι τα δικαιώματα καθορίζονται εν πολλοίς από τις πολιτισμικές επιταγές και δεν πρέπει να συγκρούονται με τις πολιτισμικές αξίες ή την επικρατούσα θρησκεία.
Οι ακτιβιστικές οργανώσεις έρχονται έτσι σε αντίφαση με τις ίδιες τις καταστατικές αρχές τους της απόλυτης ουμανιστικής καθολικότητας, που στηρίζεται στην ιδεολογική και κρατική ουδετερότητα, αρχές τις οποίες υποτίθεται ότι υπερασπίζονται με τόσο σθένος και πάθος. Φέρονται ωσάν η δράση τους μάλλον να επηρεάζεται από παρωχημένες μαρξιστικές και νεομαρξιστικές ιδεοληψίες, που δαιμονοποιούν τη Δύση και το Ισραήλ, ενώ για έναν ανεξήγητο λόγο παρουσιάζουν σχεδόν πάντοτε ως θύματα τα ισλαμιστικά καθεστώτα όπως το Ιράν και οργανώσεις, όπως, τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ. Πολιτεύονται έτσι παράδοξα και υποκριτικά: αγωνίζονται με πάθος και δικαίως προκειμένου μουσουλμάνες γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙ άτομα από το Ιράν, το Αφγανιστάν, την Παλαιστίνη, το Πακιστάν και άλλα κράτη της Διακήρυξης του Καΐρου να λαμβάνουν άσυλο στη Δύση ή στο Ισραήλ, ενώ για κάποιον ανεξήγητο λόγο αποφεύγουν τις όποιες διαδηλώσεις και την όποια έμπρακτη καταδίκη κατά των καθεστώτων που διώκουν ακριβώς αυτά τα άτομα.
Η εκδήλωση αλληλεγγύης προς τους αμάχους της Γάζας συνιστά μεν πράξη αναγκαία και αξιέπαινη, εντούτοις το συγκεκριμένο σύνθημα κρίνεται εντελώς αδόκιμο, καθώς στερείται οποιασδήποτε θέσης στο εν λόγω πλαίσιο και ουδόλως συμβάλλει στον σκοπό αυτόν: μπορεί κανείς να ζητά κατάπαυση του πυρός, ανθρωπιστική βοήθεια και δίκαιη λύση, χωρίς να στέκεται δίπλα σε οράματα που δεν θα του επέτρεπαν να διαδηλώνει με περηφάνια, όπως διαδηλώνει στην Αθήνα, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στο Λονδίνο ή όπου αλλού. Όπως έγραψε ο Michael Ignatieff στο δοκίμιό του «The Cost of Nostalgia» τον Ιούνιο του 2025, αν είχε υπάρξει ένα μη βίαιο παλαιστινιακό κίνημα ελευθερίας, εμπνευσμένο από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μαχάτμα Γκάντι και όχι από τον Γιασέρ Αραφάτ και τις ψευδομαρξιστικές φαντασιώσεις, θα μπορούσε να υπάρχει ήδη παλαιστινιακό κράτος. Κατά τη γνώμη μου, αν οι Παλαιστίνιοι είχαν επιλέξει από την αρχή αυτόν τον δρόμο, το πιθανότερο είναι ότι θα είχαμε σήμερα ειρήνη, δύο κράτη και πολύ λιγότερες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και δεν βλέπω πώς η σημαία του ουράνιου τόξου, ο αγώνας των γυναικών για ισότητα και αυτό το σύνθημα μπορούν να βαδίσουν στον ίδιο δρόμο.
Ήρθε η ώρα οι ακτιβιστές και οι ακτιβίστριες να βρεθούν αντιμέτωποι με τις ευθύνες τους και να αποφασίσουν: πιστεύουν πράγματι στην καθολικότητα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή, λόγω ιδεολογικής στρέβλωσης και μηχανιστικής αναπαραγωγής παγιωμένων ιδεοληψιών, αποδέχονται εντέλει ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξαρτάται από πολιτισμικούς παράγοντες;
Επιδιώκεται μόνο η καταστροφή του Ισραήλ
Το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί» (From the river to the sea, Palestine will be free) είναι καταρχήν ανιστόρητο αλλά ταυτοχρόνως η κατεξοχήν έκφραση του αντισημιτισμού στη σύγχρονη εποχή.
Όταν ακούει κανείς στους δρόμους των δυτικών μεγαλουπόλεων το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί», εύκολα μπορεί να παρασυρθεί από την ελκυστική ρητορική ενός υποτιθέμενου αγώνα απελευθέρωσης. Όμως, πίσω από τις προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα που δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Το συγκεκριμένο χωρίο, το οποίο εξετάζουμε, δεν αποτελεί μια αθώα έκκληση υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι μια φράση βαθιά ανιστόρητη, η οποία στην πράξη συνιστά την κατεξοχήν έκφραση του σύγχρονου αντισημιτισμού, καθώς δεν ζητά τη συνύπαρξη, αλλά την ολοκληρωτική εξαφάνιση του εβραϊκού κράτους και του λαού του από τον χάρτη.
Προκειμένου να καταλάβουμε γιατί η ρητορική αυτή είναι τόσο επικίνδυνη, οφείλουμε να αφήσουμε στην άκρη τα συναισθηματικά αφηγήματα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και να κοιτάξουμε κατάματα τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο και τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου.
Η αιώνια εβραϊκή παρουσία και ο μύθος της αποικιοκρατίας
Η θεωρία ότι οι Άραβες Παλαιστίνιοι υπήρξαν οι μόνοι αυτόχθονες κάτοικοι της περιοχής και ότι οι Εβραίοι εμφανίστηκαν ξαφνικά ως ξένοι αποικιοκράτες τον 20ό αιώνα καταρρίπτεται από την ίδια την αρχαιολογία και την παγκόσμια ιστορία. Η εβραϊκή σύνδεση με τη γη του Ισραήλ μετρά πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια, από την εποχή των αρχαίων βασιλείων του Δαβίδ και του Σολομώντα μέχρι την καταστροφή του Δεύτερου Ναού από τους Ρωμαίους. Ακόμα και μετά τους μεγάλους διωγμούς και τη διασπορά, η εβραϊκή παρουσία στην Ιερουσαλήμ, τη Χεβρώνα, τη Σαφέδ και την Τιβεριάδα δεν διακόπηκε ποτέ. Όταν οι Άραβες κατέκτησαν την περιοχή κατά την ισλαμική επέκταση του 7ου αιώνα μ.Χ., οι Εβραίοι ζούσαν ήδη εκεί για αιώνες. Η γη αυτή, λοιπόν, δεν ανήκε ποτέ αποκλειστικά σε μία κοινότητα. Ήταν ένας τόπος που οι Εβραίοι μοιράζονταν ανέκαθεν με άλλους λαούς, διατηρώντας αναφαίρετα ιστορικά, θρησκευτικά και ιδιοκτησιακά δικαιώματα.
Πριν από το 1948: η γέννηση της αραβικής επιθετικότητας
Η πεποίθηση ότι η βία στην περιοχή ξεκίνησε το 1948 ως αντίδραση στην ίδρυση του Ισραήλ αποτελεί ένα τεράστιο ιστορικό παράδοξο. Η οργανωμένη, αιματηρή βία ξεκίνησε πολύ νωρίτερα και ξεκίνησε ξεκάθαρα με πρωτοβουλία των Αράβων. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, κατά τη διάρκεια της Βρετανικής Εντολής, οι εβραϊκές κοινότητες βρέθηκαν στο στόχαστρο άγριων, απρόκλητων επιθέσεων. Το 1929, με την ανοιχτή υποκίνηση του σκληροπυρηνικού Μουφτή της Ιερουσαλήμ, Χατζ Αμίν αλ Χουσεΐνί, εξαπολύθηκε ένα τρομακτικό πογκρόμ. Στην πόλη της Χεβρώνας, μια εβραϊκή κοινότητα που ζούσε ειρηνικά για αιώνες σφαγιάστηκε, με αποτέλεσμα το θάνατο 67 Εβραίων και τον βίαιο εκτοπισμό των επιζώντων, ενώ ανάλογες σφαγές ισοπέδωσαν τη Σαφέδ. Ακολούθησε η αραβική εξέγερση του 1936-1939, η οποία δεν ήταν τίποτα λιγότερο από μια παρατεταμένη εκστρατεία ανταρτοπόλεμου και δολοφονιών εναντίον Εβραίων αμάχων.
Όταν το 1947 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ πρότεινε το Σχέδιο Διανομής μέσω της Απόφασης 181 για τη δημιουργία δύο ανεξάρτητων κρατών, οι Εβραίοι το δέχτηκαν, παρά τους επώδυνους εδαφικούς συμβιβασμούς. Οι Άραβες, όμως, το απέρριψαν ασυζητητί, επιλέγοντας τον δρόμο του πολέμου. Την επόμενη κιόλας μέρα της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας του Ισραήλ, τον Μάιο του 1948, πέντε τακτικοί στρατοί αραβικών κρατών εισέβαλαν στο νεοσύστατο κράτος. Από την άποψη του διεθνούς δικαίου, η επίθεση αυτή ήταν μια παράνομη πράξη επιθετικότητας, καθώς παραβίαζε την κυριαρχία ενός αναγνωρισμένου υποκειμένου, αναγκάζοντας το Ισραήλ να ασκήσει το φυσικό δικαίωμα της νόμιμης άμυνας.
Casus Belli: τα ιστορικά πλήγματα κατά της ισραηλινής κυριαρχίας
Το ίδιο μοτίβο απρόκλητης επιθετικότητας επαναλήφθηκε το 1967 και το 1973. Πριν από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, η Αίγυπτος του Νάσερ απέλασε τις ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ, συγκέντρωσε τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις στο Σινά και απέκλεισε παράνομα τα Στενά του Τιράν για την ισραηλινή ναυσιπλοΐα. Στο διεθνές δίκαιο, ο ναυτικός αποκλεισμός θεωρείται ξεκάθαρη πολεμική ενέργεια (casus belli), γεγονός που νομιμοποίησε πλήρως το προληπτικό πλήγμα του Ισραήλ ως αμυντική ενέργεια απέναντι σε μια επικείμενη ασφυξία. Όσο για το 1973, στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, η Αίγυπτος και η Συρία επέλεξαν την πιο ιερή ημέρα του ιουδαϊσμού για να εξαπολύσουν μια αιφνιδιαστική και εντελώς απρόκλητη επίθεση, εκμεταλλευόμενες τη θρησκευτική κατάνυξη των Ισραηλινών πολιτών.
Η γεωπολιτική μοιρασιά και η αραβική υποκρισία
Υπάρχει, όμως, και μια γεωπολιτική λεπτομέρεια της περιόδου μετά το 1945 που η παλαιστινιακή προπαγάνδα προσπαθεί επιμελώς να σβήσει από τη συλλογική μνήμη. Μετά τον πόλεμο του 1948, τα εδάφη που προορίζονταν για το αραβικό κράτος της Παλαιστίνης δεν κρατήθηκαν από το Ισραήλ. Αντίθετα, καταλήφθηκαν από τα ίδια τα γειτονικά αραβικά κράτη, βάσει των δικών τους επεκτατικών επιδιώξεων. Η Ιορδανία κατέλαβε και προσάρτησε τη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, εκδιώκοντας κάθε Εβραίο από την Παλιά Πόλη και καταστρέφοντας δεκάδες ιστορικές συναγωγές. Η Αίγυπτος κατέλαβε και έθεσε υπό αυστηρή στρατιωτική διοίκηση τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ η Συρία χρησιμοποιούσε τα Υψίπεδα του Γκολάν για να βομβαρδίζει ισραηλινά χωριά.
Για 19 ολόκληρα χρόνια, από το 1948 έως το 1967, η Ιορδανία και η Αίγυπτος είχαν υπό τον απόλυτο έλεγχό τους τα εδάφη που σήμερα θεωρούνται ο πυρήνας ενός μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους. Γιατί δεν ίδρυσαν τότε μια ανεξάρτητη Παλαιστίνη; Η απάντηση είναι απλή και κυνική. Ο στόχος των αραβικών καθεστώτων δεν ήταν ποτέ η αυτοδιάθεση των Παλαιστινίων αλλά η εκμηδένιση του Ισραήλ και η διανομή των εδαφών του μεταξύ τους, παραβιάζοντας την αρχή της διαδοχής κρατών και τις υποχρεώσεις τους ως δυνάμεις κατοχής.
Η πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια τρομοκρατία
Όταν η στρατιωτική ισχύς των αραβικών κρατών απέτυχε να λυγίσει το Ισραήλ στα πεδία των μαχών, η παλαιστινιακή ηγεσία στράφηκε σε μια νέα, σκοτεινή μέθοδο, την ασύμμετρη τρομοκρατία προκειμένου να επιτύχει το στόχο της, τον αφανισμό του Ισραήλ καθώς και την εκδίωξη των Ισραηλιτών από τη περιοχή. Οι παλαιστινιακές οργανώσεις, με πρωτεργάτη την PLO του Γιάσερ Αραφάτ, υπήρξαν οι παγκόσμιοι πρωτοπόροι της σύγχρονης διεθνούς τρομοκρατίας, μετατρέποντας ανυποψίαστους πολίτες σε ολόκληρο τον πλανήτη σε πολιτικούς και πολεμικούς στόχους. Αυτοί εισήγαγαν τη μέθοδο των αεροπειρατειών σε πολιτικά αεροσκάφη, όπως οι συντονισμένες αεροπειρατείες στα αεροδρόμια Ντόσον το 1970. Αυτοί συγκλόνισαν την ανθρωπότητα με τη σφαγή των Ισραηλινών αθλητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972 από την οργάνωση Μαύρος Σεπτέμβρης.
Οι παλαιστινιακές οργανώσεις είναι εκείνες που καθιέρωσαν τις φρικιαστικές επιθέσεις αυτοκτονίας σε λεωφορεία, καφετέριες και εμπορικά κέντρα κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα, μια στρατηγική που παραβιάζει κατάφωρα το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τις Συμβάσεις της Γενεύης, οι οποίες απαγορεύουν ρητά τη στοχοποίηση αμάχων. Αυτή η βιομηχανία θανάτου κορυφώθηκε με την πρόσφατη, κτηνώδη σφαγή και τις μαζικές απαγωγές της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς, αποδεικνύοντας ότι η παλαιστινιακή τρομοκρατία δεν υπήρξε ποτέ ένα κίνημα απελευθέρωσης, αλλά μια συστηματική παραβίαση κάθε έννοιας δικαίου.
Το μόνιμο παλαιστινιακό «Όχι» στις ευκαιρίες ειρήνης
Το πλέον τραγικό κομμάτι αυτής της ιστορίας είναι ότι οι Παλαιστίνιοι θα μπορούσαν να έχουν το δικό τους κυρίαρχο κράτος εδώ και δεκαετίες. Όμως, η ιστορία των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων είναι η ιστορία της δικής τους μόνιμης άρνησης. Η δεκαετία του 1990 ξεκίνησε με μια τεράστια ελπίδα για την ανθρωπότητα, όταν η ισραηλινή ηγεσία υπό τον Γιτζάκ Ράμπιν προχώρησε σε μια ιστορική, οδυνηρή υποχώρηση. Με τις Συμφωνίες του Όσλο το 1993, το Ισραήλ αναγνώρισε επίσημα την PLO, επέτρεψε στον Γιάσερ Αραφάτ να επιστρέψει από την εξορία και του παρέδωσε τη διοίκηση της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας, δημιουργώντας την Παλαιστινιακή Αρχή με σκοπό την οριστική επίλυση του προβλήματος. Αντί όμως αυτή η παραχώρηση γης να χρησιμοποιηθεί ως θεμέλιο για την οικοδόμηση ενός ειρηνικού κράτους, η παλαιστινιακή πλευρά αθέτησε σταδιακά τις δεσμεύσεις της για την ασφάλεια. Η στρατηγική αυτή της υπαναχώρησης οδήγησε στην απόλυτη κατάρρευση των συνομιλιών.
Το 2000, στη σύνοδο κορυφής του Καμπ Ντέιβιντ, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Εχούντ Μπάρακ έκανε μια πρωτοφανή προσφορά στον Γιάσερ Αραφάτ, η οποία προέβλεπε την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους στο 92% της Δυτικής Όχθης, στο 100% της Λωρίδας της Γάζας και με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Ο Αραφάτ αρνήθηκε, εγκατέλειψε τις συνομιλίες χωρίς καν να καταθέσει αντιπρόταση και επέστρεψε για να εξαπολύσει το λουτρό αίματος της Δεύτερης Ιντιφάντα.
Το 2008, ο Εχούντ Όλμερτ προχώρησε ακόμα παραπέρα, προσφέροντας στον Μαχμούντ Αμπάς σχεδόν το 94% της Δυτικής Όχθης με ανταλλαγές εδαφών και διεθνή έλεγχο στους Άγιους Τόπους. Ο Αμπάς απλώς αποχώρησε και δεν απάντησε ποτέ. Από την πλευρά του δικαίου των συνθηκών, το Ισραήλ επέδειξε επανειλημμένα καλή πίστη (bona fides), ενώ η παλαιστινιακή πλευρά επέλεγε σταθερά τον μαξιμαλισμό και την άρνηση.
Όταν το σύνθημα συναντά τα σύμβολα του μίσους
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσία του προβλήματος με το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί». Αυτή η γεωγραφική ζώνη περιλαμβάνει ολόκληρη την επικράτεια του κράτους του Ισραήλ. Όταν, λοιπόν, κάποιος φωνάζει ότι η περιοχή αυτή πρέπει να απελευθερωθεί, δεν ζητά τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους δίπλα στο Ισραήλ, αλλά την ολοκληρωτική εξάλειψη του Ισραήλ. Αυτό καθιστά το σύνθημα βαθιά αντισημιτικό για τρεις συγκεκριμένους νομικούς και πολιτικούς λόγους.
Πρώτον, συνιστά άρνηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση. Ο σύγχρονος αντισημιτισμός εκφράζεται ως αντισιωνισμός, δηλαδή η άρνηση στον εβραϊκό λαό, και μόνο σε αυτόν, του βασικού δικαιώματος να έχει τη δική του εθνική εστία, δικαίωμα που κατοχυρώνεται για όλους τους λαούς από τον Χάρτη του ΟΗΕ.
Δεύτερον, αποτελεί μια έμμεση έκκληση για γενοκτονία και εθνοκάθαρση. Στην περιοχή αυτή κατοικούν σήμερα περισσότεροι από επτά εκατομμύρια Εβραίοι. Για να γίνει η περιοχή αποκλειστικά παλαιστινιακή, αυτοί οι άνθρωποι πρέπει είτε να εξολοθρευθούν είτε να εκδιωχθούν βίαια, γεγονός που παραβιάζει τη Σύμβαση για τη Γενοκτονία του 1948.
Τρίτον, το σύνθημα αυτό αποτελεί επίσημο κομμάτι του καταστατικού χάρτη της τρομοκρατικής οργάνωσης Χαμάς, η οποία ζητά ρητά την καταστροφή του Ισραήλ. Όποιος το επαναλαμβάνει, γίνεται ηχείο μιας γενοκτονικής αντισημιτικής και φονταμενταλιστικής ισλαμιστικής ατζέντας.
Αυτή η αντισημιτική φύση του συνθήματος δεν κρύβεται πλέον πίσω από θεωρητικές αναλύσεις, αλλά αποκαλύπτεται με τον πιο ξεκάθαρο και τρομακτικό τρόπο στους δρόμους των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Στο Παρίσι, το Βερολίνο, το Λονδίνο και τις Βρυξέλλες, το συγκεκριμένο χωρίο εμφανίζεται όλο και πιο συχνά ως γκράφιτι σε τοίχους, δημόσια κτίρια, ακόμη και σε εβραϊκά νεκροταφεία ή συναγωγές.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι αυτά τα γκράφιτι δεν μένουν μόνα τους. Τουναντίον συνοδεύονται πολύ συχνά από σβάστικες, κέλτικους σταυρούς και άλλα πασίγνωστα ναζιστικά και φασιστικά σύμβολα. Αυτή η οπτική ταύτιση αποδεικνύει ότι ο πυρήνας της ρητορικής αυτής, όταν χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο σύνθημα, δεν εκφράζει μια προοδευτική ανησυχία για την ειρήνη, αλλά συναντάται ευθέως με τον πιο σκοτεινό, παραδοσιακό ευρωπαϊκό αντισημιτισμό και τον ολοκληρωτισμό, υιοθετώντας τα ίδια ακριβώς σύμβολα μίσους που οδήγησαν στις μεγαλύτερες τραγωδίες του 20ού αιώνα.
Η ιστορική αλήθεια απέναντι στα συνθήματα
Η ιστορία δεν παραγράφεται και η αλήθεια δεν μπορεί να πνιγεί κάτω από εύπεπτα πολιτικά συνθήματα. Το χωρίο «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί» είναι ανιστόρητο, γιατί παραβλέπει την αιώνια εβραϊκή παρουσία και την αδιαμφισβήτητη αραβική επιθετικότητα που εμπόδισε την ειρήνη. Κυρίως, όμως, είναι μια ξεκάθαρη έκφραση αντισημιτισμού, διότι κηρύσσει το μίσος και την καταστροφή ενός κυρίαρχου κράτους-μέλους του ΟΗΕ.
Η πραγματική δικαιοσύνη και η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή θα έρθουν μόνο όταν αναγνωριστεί το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει με ασφάλεια και όταν η παλαιστινιακή ηγεσία αποφασίσει να πει επιτέλους το «ναι» στη νόμιμη συνύπαρξη αντί για το «ναι» στον τρόμο.
7 Οκτωβρίου: από τη σφαγή στην ενοχοποίηση του Ισραήλ
Τρία χρόνια μετά, η 7η Οκτωβρίου κινδυνεύει ήδη να υποστεί εκείνο που παθαίνουν συχνά τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα: να αποκοπεί από όσα προηγήθηκαν και να διαλυθεί μέσα σε όσα ακολούθησαν. Η σφαγή να χαθεί πίσω από τον πόλεμο στη Γάζα, οι όμηροι πίσω από τις διαπραγματεύσεις, οι νεκροί πίσω από τους αριθμούς των επόμενων μηνών. Κι έτσι, ένα γεγονός που θα έπρεπε να αποτελεί αφετηρία κατανόησης μετατρέπεται σταδιακά σε μία ακόμη ημερομηνία μέσα στον ατελείωτο κατάλογο της Μέσης Ανατολής.
Όμως η 7η Οκτωβρίου 2023 δεν ήταν άλλη μία ημέρα του ισραηλινοπαλαιστινιακού πολέμου. Το πρωί εκείνο, ένοπλοι της Χαμάς και άλλων οργανώσεων πέρασαν τα σύνορα από τη Γάζα και εισέβαλαν σε ισραηλινές κοινότητες. Μπήκαν σε σπίτια, επιτέθηκαν σε κιμπούτς, δολοφόνησαν ανθρώπους στο μουσικό φεστιβάλ Nova, άρπαξαν γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένους και στρατιώτες και τους οδήγησαν στη Γάζα. Περίπου 1.200 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 251 απήχθησαν. Ήταν η μεγαλύτερη μαζική δολοφονία Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα.
Δεν χρειάζεται καμία υπερβολή για να περιγραφεί αυτό που συνέβη. Αντιθέτως, όσο περισσότερο απαλλάσσεται η αφήγηση από τις ανεπιβεβαίωτες ιστορίες που κυκλοφόρησαν τις πρώτες ημέρες, τόσο καθαρότερη μένει η πραγματικότητα: εκ προθέσεως δολοφονίες αμάχων, απαγωγές, βασανισμοί, σεξουαλική βία, δημόσια διαπόμπευση νεκρών. Τα γεγονότα αρκούν.
Και υπάρχει ένα στοιχείο που δεν επιδέχεται υπεκφυγές. Στις 7 Οκτωβρίου 2023 δεν υπήρχαν ισραηλινοί οικισμοί μέσα στη Γάζα. Το Ισραήλ είχε αποχωρήσει από τη Λωρίδα το 2005, απομακρύνοντας στρατό και εποίκους. Οι άνθρωποι που δολοφονήθηκαν εκείνο το πρωί βρίσκονταν μέσα στο Ισραήλ, στα σπίτια τους, στους δρόμους τους, σε ένα φεστιβάλ μουσικής.
Η επίκληση της «κατοχής» δεν εξηγεί ούτε δικαιολογεί τίποτε από αυτά. Πολύ περισσότερο όταν η άρνηση της ύπαρξης εβραϊκού κράτους είναι παλαιότερη από το 1967, παλαιότερη από τους σημερινούς εποικισμούς και παλαιότερη από όλα όσα επιστρατεύονται σήμερα ως εκ των υστέρων αιτιολογία της σφαγής.
Το 1947 ο ΟΗΕ πρότεινε τη δημιουργία δύο κρατών, ενός εβραϊκού και ενός αραβικού. Η εβραϊκή πλευρά αποδέχθηκε τη διχοτόμηση. Η αραβική την απέρριψε. Στις 14 Μαΐου 1948 ανακηρύχθηκε το κράτος του Ισραήλ και την επομένη εισέβαλαν αραβικοί στρατοί. Τότε δεν υπήρχαν «κατεχόμενα του 1967», ούτε εποικισμοί στη Δυτική Όχθη, ούτε αποκλεισμός της Γάζας. Υπήρχε ήδη όμως το θεμελιώδες ερώτημα: θα γινόταν αποδεκτή ή όχι η ύπαρξη ενός εβραϊκού κράτους στην περιοχή;
Το ίδιο ερώτημα επανήλθε με διαφορετικές μορφές σε ολόκληρη τη μεταπολεμική ιστορία. Το 1967 ακολούθησαν τα περίφημα «τρία όχι» του Χαρτούμ: καμία ειρήνη, καμία αναγνώριση, καμία διαπραγμάτευση με το Ισραήλ. Αργότερα ήρθαν το Όσλο, το Καμπ Ντέιβιντ, νέες προτάσεις και νέες αποτυχίες. Το 2005 το Ισραήλ αποχώρησε από τη Γάζα. Το 2007 η Χαμάς κατέλαβε βίαια την εξουσία, εξουδετερώνοντας τη Φατάχ, και μετέτρεψε σταδιακά τη Λωρίδα σε στρατιωτικοποιημένο θύλακα.
Από εκεί αρχίζει ο άμεσος δρόμος προς την 7η Οκτωβρίου.
Κάτω από τα πόδια ενός πληθυσμού που εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη διεθνή βοήθεια δημιουργήθηκε ένα τεράστιο υπόγειο δίκτυο στρατιωτικών σηράγγων, το οποίο η ίδια η Χαμάς ισχυρίστηκε ότι έφθανε περίπου τα 500 χιλιόμετρα. Παράλληλα οργανώθηκε ένα σύνθετο σύστημα χρηματοδότησης, φορολόγησης, εξωτερικών ενισχύσεων και στρατιωτικής υποστήριξης. Το Ιράν παρείχε χρήματα, όπλα, εκπαίδευση και τεχνογνωσία. Το Κατάρ φιλοξενούσε επί χρόνια την πολιτική ηγεσία της οργάνωσης. Η Τουρκία διατηρούσε ανοικτούς διαύλους μαζί της.
Η 7η Οκτωβρίου απέδειξε επίσης πόσο λανθασμένο ήταν να αντιμετωπίζεται η Χαμάς ως ένας απομονωμένος τοπικός παλαιστινιακός παράγων. Μία ημέρα μετά τη σφαγή άνοιξε το μέτωπο του Λιβάνου με τη Χεζμπολάχ. Ακολούθησαν οι Χούθι από την Υεμένη, φιλοϊρανικές οργανώσεις από το Ιράκ και τη Συρία και τελικά το ίδιο το Ιράν. Η Γάζα ήταν η θρυαλλίδα μιας πολύ ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης.
Η ακολουθία των γεγονότων είναι σαφής και έχει σημασία να παραμείνει σαφής. Στις 7 Οκτωβρίου, η Χαμάς εισέβαλε στο Ισραήλ, δολοφόνησε περίπου 1.200 ανθρώπους και απήγαγε 251. Ο πόλεμος που ακολούθησε ήταν η απάντηση σε αυτή την επίθεση. Η 8η Οκτωβρίου δεν προηγήθηκε της 7ης.
Κι όμως, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, μεγάλο μέρος της διεθνούς συζήτησης κατάφερε να μετακινήσει σχεδόν ολοκληρωτικά το σημείο αφετηρίας. Η σφαγή πέρασε στο βάθος, οι όμηροι έγιναν υποσημείωση και το Ισραήλ βρέθηκε να απολογείται επειδή αντέδρασε σε μια επίθεση που κανένα κυρίαρχο κράτος δεν θα μπορούσε να αφήσει αναπάντητη.
Και εδώ αποκαλύφθηκε ίσως η θλιβερότερη πλευρά της Δύσης: η υποκρισία της. Ένα ετερόκλητο μέτωπο άκρας Δεξιάς και άκρας Αριστεράς, με τον αντισημιτισμό να λειτουργεί ως κοινός παρονομαστής, κατόρθωσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο να αντιστρέψει τους ρόλους. Το δημοκρατικό κράτος που δέχθηκε τη μεγαλύτερη σφαγή Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα βρέθηκε στο εδώλιο, ενώ η τρομοκρατική οργάνωση που εισέβαλε σε σπίτια, δολοφόνησε αμάχους και άρπαξε ομήρους απέκτησε σε τμήμα του δυτικού δημόσιου λόγου το φωτοστέφανο της «αντίστασης».
Δεν επρόκειτο απλώς για μετατόπιση της συζήτησης. Ήταν μετάθεση ευθύνης. Ο θύτης άρχισε να εξαφανίζεται πίσω από τις συνέπειες του εγκλήματός του και το Ισραήλ να εγκαλείται επειδή υπερασπίστηκε την ύπαρξή του. Πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης, πολιτικές ελίτ και οργανώσεις που επικαλούνται με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια τα ανθρώπινα δικαιώματα ανακάλυψαν ξαφνικά πλήθος ελαφρυντικών για εκείνους που τα καταπάτησαν με τον πιο ωμό τρόπο.
Και πίσω από την ηθική αυτή σύγχυση βρίσκεται συχνά κάτι ακόμη λιγότερο ευγενές: το συμφέρον. Η Δύση που διακηρύσσει τις αξίες της δεν έπαψε ποτέ να συναλλάσσεται με καθεστώτα που χρηματοδοτούν, φιλοξενούν ή πολιτικά προστατεύουν οργανώσεις εχθρικές προς το Ισραήλ. Τα πετροδολάρια, οι επενδύσεις, οι ενεργειακές εξαρτήσεις και οι γεωπολιτικοί υπολογισμοί αποδείχθηκαν πολλές φορές ισχυρότεροι από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις περί δημοκρατίας και ελευθερίας.
Αυτό ακριβώς δεν πρέπει να επιτρέψει η επέτειος της 7ης Οκτωβρίου: τη διαγραφή της αιτίας μέσα στις συνέπειές της. Το Ισραήλ δεν ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε να ανοίξει έναν πόλεμο στη Γάζα. Είχε προηγηθεί μια σχεδιασμένη επίθεση στην επικράτειά του, μια μαζική σφαγή και η αρπαγή εκατοντάδων ανθρώπων. Αν αυτή η ακολουθία χαθεί, δεν παραποιείται απλώς μια ημερομηνία. Παραποιείται η ίδια η ιστορία.
Ίσως γι’ αυτό η 7η Οκτωβρίου αφορά τελικά κάτι περισσότερο από την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση. Αφορά τη μνήμη και την ευκολία με την οποία οι κοινωνίες επιλέγουν τι θα θυμούνται όταν τα γεγονότα δυσκολεύουν τις ιδεολογικές τους βεβαιότητες.
Για το Ισραήλ, πάντως, εκείνο το πρωί επέστρεψε ένα ερώτημα που συνοδεύει την ιστορία του από την πρώτη ημέρα της ύπαρξής του. Όχι πού ακριβώς θα χαραχθούν τα σύνορα ούτε ποιος θα κυβερνήσει ποιο έδαφος. Ένα ερώτημα πολύ πιο στοιχειώδες: αν οι Εβραίοι δικαιούνται τελικά να έχουν ένα κράτος στο οποίο να μπορούν να ζουν χωρίς να χρειάζεται κάθε γενιά να αποδεικνύει με τα όπλα το δικαίωμά της να υπάρχει.
Ο αντισημιτισμός στα χρόνια της «προοδευτικής» ιδεολογίας
Η επιστροφή στη Δύση του αντισιωνισμού μαζί με ένα εξισλαμισμένο μίσος εναντίον της
Εδώ και περίπου σαράντα χρόνια, ο Vladimir Jankélévitch είχε γράψει:
«Ο αντισιωνισμός» προσφέρει επιτέλους στο σύνολο των συμπολιτών μας τη δυνατότητα να είναι αντισημίτες, παραμένοντας δημοκράτες. Τι ανέλπιστη τύχη! Αυτή η ευχαρίστηση δεν θα αποτελεί πλέον αποκλειστικό προνόμιο της Δεξιάς[1].
Στις μέρες μας, σε όλες τις δυτικές κοινωνίες, παράλληλα με πλήθος εκδηλώσεων μίσους εναντίον των Εβραίων, αντηχεί το γνωστό σύνθημα «From the River to the sea». Το εν λόγω σύνθημα θυμίζει το ναζιστικό Judenrein, εφόσον σημαίνει ότι, από τον Ιορδάνη ποταμό έως τη Μεσόγειο, η Παλαιστίνη θα είναι απαλλαγμένη από τους Εβραίους. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται επί της ουσίας για αίτημα εθνικής ανεξαρτησίας, αλλά για αγωνιστικό πρόταγμα εκκαθάρισης της περιοχής από το εβραϊκό στοιχείο[2]. Αυτή η έκρηξη της Ιουδαιοφοβίας, με πρόσχημα τον αμυντικό πόλεμο στον οποίο εξωθήθηκε το Ισραήλ μετά την 7η Οκτωβρίου, καλλωπίζεται με τη χρήση του όρου «αντισιωνισμός». Μετά την ίδρυση του Ισραήλ και τις νίκες του εναντίον των Αράβων, ο ιδεολογικο-πολιτικός χαρακτήρας του αντισιωνισμού, όσον αφορά την προέλευσή του, απαλλάσσοντάς τον από το στίγμα του ρατσισμού, του επέτρεψε να λειτουργήσει ως ψιμύθιο του αντισημιτισμού. Δηλωτικός πλέον της εναντίωσης στην ύπαρξη του συγκεκριμένου κράτους, ο αντισιωνισμός, στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, δανείσθηκε τον εξολοθρευτικό χαρακτήρα που είχε ο δαρβινικός αντισημιτισμός.
Θέτοντας στην υπηρεσία του τα αντι-εβραϊκά, στερεότυπα, ο αντισιωνισμός δεν περιορίζεται σε μια κριτική των πολιτικών που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις του Ισραήλ, οι οποίες είναι θεμιτό να ασκούνται και από μερίδα των πολιτών αυτού του κράτους. Αντίθετα, αξιοποιώντας στο έπακρο τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών[3], επαναφέρει τη φαντασίωση περί της εβραϊκής libido dominandi. Ανεξαρτήτως της υπηκοότητάς τους, ως παγκόσμιοι σιωνιστές, μέλη μιας κακοποιού ολότητας που ελέγχει τα κέντρα εξουσίας στη Δύση, οι Εβραίοι, στο αντισιωνιστικό αφήγημα, δαιμονοποιούνται.
Ο αριστερός αντισημιτισμός
Με όχημα το Παλαιστινιακό, η αντικατάσταση του ακροδεξιού αντισημιτισμού από τον απο-φυλετικοποιημένο αντισιωνισμό κατέστησε την άκρα Αριστερά συνοδοιπόρο του γενοκτονικού ριζοσπαστικού ισλαμισμού. Αυτός ο «νεο-αντισημιτισμός»[4], αφισάροντας την πλέον ευγενή μορφή ανθρωπισμού και αντιρατσιστικών αισθημάτων, λειτούργησε ως ο νέος μοχλός βίαιης εξέγερσης των κατατρεγμένων ενάντια στα όσα αντιπροσωπεύει η ένοχη δυτική τάξη πραγμάτων.
Το αποτέλεσμα αυτού του νέου επαναστατικού προτάγματος ήταν η εμφάνιση ενός ρατσισμού, το ίδιο επικίνδυνου με εκείνον που γνώρισε ο εικοστός αιώνας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο τωρινός ρατσισμός, αντλώντας τα διαπιστευτήριά του από την ευγενή εναντίωση στα δεινά που προξένησε στην υπόλοιπη ανθρωπότητα η αποικιοκρατική ρατσιστική Δύση –στην οποία ανήκει το Ισραήλ, ανήκουν και οι Εβραίοι εν γένει–, πλασάρεται ως αντι-ρατσισμός. Οι όροι αντιστρέφονται, δεδομένου ότι ρατσισμός πλέον θεωρείται ο αγώνας κατά των διακρίσεων στο όνομα της οικουμενικότητας. Αντίθετα, ο «γνήσιος» αντιρατσισμός υποστηρίζει το διαμελισμό της κοινωνίας σε πολιτισμικές και θρησκευτικές κοινότητες και, εν γένει, στις στεγανοποιημένες (δι-)εκδικητικές μειονότητες. Εκφράζοντας την εναντίωση στην ιμπεριαλιστική λευκότητα, ο εξ αριστερών αντισιωνισμός, ο οποίος σήμερα έχει τον πρώτο λόγο, βρήκε πρόσφορο έδαφος στο αντιδυτικιστικό, μετααποικιακό, αποικιοαποδομητικό κίνημα που ξεπήδησε από το διανοητικό ρεύμα του μεταμοντερνισμού[5]. Χέρι χέρι με τον νέο αντιρατσισμό, ο «αντισημιτοσιωνισμός»[6], προσάρμοσε, θα λέγαμε, τη σοβιετική ρητορική, ενάντια στο ιμπεριαλιστικό Ισραήλ και τους πλουτοκράτες σιωνιστές οι οποίοι διαφεντεύουν την Αμερική, στη woke εκδοχή της πάλης μεταξύ καταπιεστών και καταπιεσμένων.
Ως πολεμική in actu, η αποδόμηση, με κεντρικό της γνώρισμα την «εσπεροφοβία», δεν αρκέσθηκε στην κριτική ενάντια στα κακώς κείμενα, η οποία και αποτελεί το αποκλειστικό προνόμιο ενός πολιτισμού που δεν σταμάτησε να εξετάζει τις καθοδηγητικές αρχές του και τα πεπραγμένα του. Πηγαίνοντας πολύ πιο πέρα και με πυξίδα τη θυματοποίηση, επιδόθηκε στη μηδενιστική όσο και αυτάρεσκη καταδίκη όλης της συγκεκριμένης πολιτισμικής παράδοσης.
Έτσι, ανήγαγε τον Λόγο σε ιδεολόγημα και αντικατέστησε την αλήθεια με έναν άνευ όρων προοπτικισμό, σύμφωνα με τον οποίο η γεγονική αλήθεια παύει να αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο διαμορφώνονται οι απόψεις. Εξ αυτού, στο όνομα της μετα-αλήθειας, η έννοια της παραπληροφόρησης χάνει το νόημά της, ενώ η ορθότητα μιας άποψης δεν κρίνεται από τα επιχειρήματα που τη στηρίζουν, αλλά με βάση την απροϋπόθετη λατρεία της θυματοποιημένης διαφορετικότητας και τις συναισθηματικές εξάρσεις που γεννά. Η ανενδοίαστη παράβλεψη ή διαστρέβλωση των ιστορικών συμβάντων και η άκριτη υιοθέτηση της ισλαμιστικής προπαγάνδας αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στο ίδιο πλαίσιο, οι επιστημονικές αλήθειες αντιμετωπίζονται ως αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες στοχεύουν να συντηρούν τις αόρατες εξουσιαστικές μορφές καταπίεσης που δομούν την κοινωνία. Η απαξίωση της γνώσης ως κοινωνικής κατασκευής οδηγεί στην ενθρόνιση της συνωμοσιολογίας. Αναγόμενη η τελευταία σε έγκυρο τρόπο εξήγησης της ιστορικο-κοινωνικο-πολιτικής πραγματικότητας, επιτρέπει, όπως συμβαίνει στα παραμύθια, την αδιαφορία για την αρχή της αντίφασης. Έτσι, η αντιρατσιστική, πράγματι, εναντίωση στην ιδέα της φυλής ως φορέα ψυχοπνευματικών γνωρισμάτων συνυπάρχει εδώ με μια άνευ ορίων φυλετικοποίηση, εφόσον η αντι-αποικιοκρατική καταγγελτική θεώρηση των πραγμάτων κάνει λόγο για «λευκή επιστήμη», «λευκή κουλτούρα», «λευκό άνδρα» κ.ο.κ. Μάλιστα, η «ιερή αγανάκτηση» ενάντια στη λευκότητα αναδείχθηκε το μόνο έγκυρο κριτήριο αξιολογικής διάκρισης των απόψεων.
Προς μεγάλη, λοιπόν, χαρά του Καρλ Σμιτ, η επαγγελλόμενη από τα παραπάνω πολιτική έχει προσλάβει τον χαρακτήρα της υπαρξιακής διάκρισης μεταξύ φίλου και εχθρού. Μέσω της υπαγωγής της πολιτικής των ταυτοτήτων σε έναν ουσιοποιητικό μανιχαϊσμό, αυτή η διάκριση ανάγεται τώρα στο διαχωρισμό των καλών ταυτοτήτων από τις κακές. Πρόκειται για την ηθικιστική μετάλλαξη του εχθρού σε φυλετικοποιημένο θύτη και του φίλου στα πολλαπλού είδους θύματά του. Έτσι, «πολλοί στην ‟αφυπνισμένη” Αριστερά υποβαθμίζουν το Ολοκαύτωμα, αποκαλώντας το “έγκλημα λευκών εις βάρος λευκών”» και δηλώνοντας ότι «τέτοιου είδους εγκλήματα δεν έχουν σημασία»[7]. Στη βάση της συγκεκριμένης εννόησης της πάλης μεταξύ καταπιεσμένων και καταπιεστών, κατανοείται και η ταύτιση του Ισραήλ με το ρατσιστικό ναζιστικό κράτος.
Όσο οξύμωρο κι αν είναι, μπορούμε να μιλάμε για την ανάδυση ενός «μεροληπτικού μηδενισμού», στο μέτρο που ο τελευταίος, στη σύγχρονη εκδοχή του, υποστηρίζει ότι «όλα επιτρέπονται», υπό την προϋπόθεση ότι αναφερόμαστε στα θύματα, του ιμπεριαλιστικού «φαλλο-λογο-κεντρισμού». Η παραδοξότητα εδώ συνεχίζεται, εφόσον η «παντοδυναμία» του θύματος βασίζεται στις απολυτοποιημένες επιταγές ενός ηθικισμού ο οποίος συνυπάρχει με την αδυναμία καθολίκευσης των ηθικών αξιών.
Μίσος για τη δημοκρατική Δύση
Όλα αυτά μας τα έδειξε με ανάγλυφο τρόπο ο αχαλίνωτος αντισημιτισμός που έχει επικρατήσει μετά την 7η Οκτωβρίου στη Δύση, όπου η εβραϊκή ιδιότητα έχει, και πάλι, ιδεολογικοποιηθεί, δικαιολογώντας την απροϋπόθετη εχθρότητα απέναντι στον φορέα της. Πρόκειται για εχθρότητα παραπληρωματική με την αναγωγή των «γενοκτονικής πρόθεσης εγκλημάτων»[8] που διέπραξε η Χαμάς, σε συγγνωστές πράξεις αντίστασης. Πρόκειται για μια εχθρότητα την οποία υπάγω στον ορισμό της βαρβαρότητας, στο μέτρο που αυτός παραπέμπει στην άρνηση να αναγνωρίσεις στον άλλον ανθρώπινα χαρακτηριστικά και, επομένως, να τον αντιμετωπίσεις ως συνάνθρωπο. Και εδώ αναφέρομαι στην πλήρη απουσία ευαισθησίας για τους άμαχους πολίτες που βασανίσθηκαν και σφαγιάσθηκαν βάναυσα, για τους ανηλεείς βιασμούς και ακρωτηριασμούς αθώων γυναικών, για τους ομήρους, ανάμεσά τους παιδιά και βρέφη, που [κρατήθηκαν για πολλούς μήνες] στα λαγούμια της Γάζας. Σε καμία διαδήλωση δεν ακούσθηκε το αίτημα υπέρ της επιστροφής των ομήρων, καμία φεμινιστική διαμαρτυρία δεν υπήρξε ενάντια στους βιασμούς, καμία κραυγή για κατάπαυση του πυρός δεν συμπεριελάμβανε και τη μέριμνα για την ασφάλεια του ισραηλινού λαού. Eπίσης, ουδόλως δείχνει να ενοχλεί το γεγονός ότι ως «μαχητές της ελευθερίας» νοούνται τα μέλη μιας τρομοκρατικής οργάνωσης που ενεργούν στο όνομα μιας ολοκληρωτικής ιδεολογίας[9]. Άλλωστε, βλέπουμε τους ζηλωτές των ακραία χειραφετητικών πολιτικών, παρά την άοκνη προσήλωσή τους στην αστυνόμευση ενάντια στις παντοειδείς μικρο-επιθἐσεις, να παραβλέπουν το γεγονός ότι οι επιτιθέμενοι στο Ισραήλ επιβάλλουν την κατάλυση όλων των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών, ενώ καταδικάζουν τις γυναίκες σε αορατότητα, καθιστώντας τις κτήμα του εκάστοτε άρρενα κηδεμόνα τους. Αντίθετα, η οποιαδήποτε έκφραση υποστήριξης προς το Ισραήλ και αλληλεγγύης στον λαό του θεωρείται απολύτως καταδικαστέα ως φασίζουσα και ισλαμοφοβική.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο αντισημιτισμός των ισλαμο-εθνικιστών Παλαιστινίων, που ναζιστικοποίησε ο Χίτλερ[10], επέστρεψε στη Δύση υπό τη μορφή ενός αντισιωνισμού αλληλένδετου με ένα εξισλαμισμένο μίσος εναντίον της. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι ο αντι-εβραϊσμός άνθησε πάντα τις εποχές αμφισβήτησης του δημοκρατικού πολιτεύματος και απαξίωσης των δημοκρατικών θεσμών. Με βάση αυτή την εμπειρία, συμφωνώ απολύτως με την Anne Rosancher, η οποία, υιοθετώντας «τη μεταφορά του καναρινιού στο ορυχείο, που το χρησιμοποιούσαν ως δείκτη της επικείμενης έκρηξης αερίου», υποστηρίζει ότι «η αναζωπύρωση του αντισημιτισμού μάς προειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά στην κοινωνία μας»[11].
Η μετατροπή των πάγιων εμπειρικών γνωρισμάτων ενός ατόμου σε κριτήριο αξιολόγησής του, εν προκειμένω ως θύτη ή θύματος, και η αντιμετώπισή του με βάση την ομάδα στην οποία ανήκει, δυνάμει αυτών των γνωρισμάτων, αποτελεί την πεμπτουσία της ρατσιστικής σκέψης με ή χωρίς φυλή. Έτσι, ζούμε στην εποχή που η εβραϊκή ιδιότητα δεν συνιστά εμπειρικό γνώρισμα, ανάμεσα στα άλλα, αλλά καλεί σε εχθρικές ενέργειες εναντίον του φορέα της. Είναι επομένως σαφές ότι η επιβίωση του δημοκρατικού τρόπου ζωής και των οικουμενικών αρχών που τον διέπουν εναπόκειται στην έμπρακτη στήριξή τους. Άλλωστε, απέναντι σε αυτό το τσουνάμι του αντισημιτισμού που απειλεί με κοινωνικό αποκλεισμό τους «αντιφρονούντες», οφείλω να επισημάνω ότι, όπως είπε η Χάννα Άρεντ, η πολιτική αρετή κατεξοχήν είναι το θάρρος, άρρηκτα συνδεδεμένο με την παρρησία.
[1] Vl. Jankélévitch, L’imprescriptible. Pardonner? Dans l’honneur et la dignité, Paris, Seuil, 1986, σ. 32.
[2] Βλ. και τις δηλώσεις των στελεχών και των μελών της Χαμάς: https://www.adl.org/ resources/blog/hamas-its-own-words.
[3] P.-A. Taguieff, «Les Protocoles des sages de Sion et ‟le complot sinistre mondial”», DDV, no 693 (2024), σ. 46-50.
[4] J. Givet, La Gauche contre Israel? Essai sur le néo-antisémitisme, Jean-Jacques Pauvert, Hollande 1968, εκδ. kindle empl. 30 επ.
[5] P.-A. Taguieff, Pourquoi Déconstruire. Origines philosophiques et avatars politiques de la French Theory, Paris 2022.
[6] Fr.-O. Giesbert, «Face à l’“antisémitosionisme”. Comment je suis devenu Juif», στο Revue des deux mondes, Οκτώβριος 2020, εκδ. kindle, empl.1246 επ.
[7] D. L. Bernstein, Forward by N. Sharansky, Woke Antisemitism: How a Progressive Ideology Harms Jews, Wicked Son, 2022, εκδ. Kindle, σ. 7.
[8] M. Iacub, «Antisionisme et antisémitisme, droit et histoire», 2024, σ. 1-153 και ιδίως στη σ. 19. Προσβάσιμο: https://hal.science/ hal-04659366.
[9] Ε. Young-Bruehl, «On the Origins of a New Totalitarianism», Social Research, vol. 69, no 2 (2002), 567-578, στη σ. 573 επ. Επίσης, Ιδ., Why Arendt Matters, New Ηeaven & London 2006, σ. 69 επ.
[10] P.-A. Taguieff, «L’islamo-dro-itisme, ça existe aussi», Le Point Débats, 02/11/2020. Προσβάσιμο: http://www.lepoint.fr/debats/taguieff-l-islamo-droitisme-ca-existeaussi-02-11-2020-2399030_2.php.
[11] Anne Rosencher, «Je préfère la ‟citoyenneté” au ‟vivre ensemble”», Le DDV, no 687/2022, σ. 24-27 και ιδίως στη σ. 26.
ΚΙΣΕ: «Οραματιζόμαστε έναν κόσμο όπου Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι θα ζουν πλάι πλάι»
Το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος εξέδωσε, στις 6/10/2026, την ακόλουθη ανακοίνωση, για την επέτειο της φονικής τρομοκρατικής επίθεσης της Χαμάς, στις 7/10/2023:
Τρία χρόνια έχουν περάσει από τη στυγερή τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς εναντίον του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου του 2023. 1.200 άγρια σφαγιασθέντες, 250 όμηροι στη Γάζα, χιλιάδες τραυματίες. Ανεξίτηλο έχει μείνει το τραύμα στην Ισραηλινή κοινωνία και στον εβραϊσμό, καθώς το δηλητήριο του φανατισμού και του αντισημιτισμού εξαπλώθηκε στον κόσμο.
Θυμόμαστε τις σκηνές μιας απίστευτης φρικαλεότητας, που από τις 6.30 το πρωί εκείνης της αποφράδας ημέρας μεταδίδονται ζωντανά από τα κινητά τηλέφωνα των θυμάτων. Οι πρώτες σκληρές εικόνες βιασμών, αποκεφαλισμών, αποτρόπαιων βασανισμών και εμπρησμών κατακλύζουν το διαδίκτυο στη διάρκεια της ημέρας… από τα ανθρωπόμορφα όντα που αποθανατίζουν τα εγκλήματά τους. Πτώματα κατακρεουργημένα, κρανία ακόμη και μωρών, σπίτια κατεστραμμένα, αυτοκίνητα με επιβάτες απανθρακωμένους… Και ένα μεγάλο τραύμα στις ψυχές των Ισραηλινών πολιτών! Η μεγαλύτερη σφαγή Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα!
Στην επέτειο της τραγικότερης σελίδας στην ιστορία του σύγχρονου Ισραήλ, θυμόμαστε τα τρία χρόνια ανθεκτικότητας στα οποία οι Ισραηλινοί κλήθηκαν να αντέξουν την απώλεια, τον πόλεμο, την επίθεση στην ίδια την αίσθηση ασφάλειας, και να συνεχίσουν να στέκονται όρθιοι παρά τα χτυπήματα, να συνεχίσουν να ζουν κανονικά.
Με το ίδιο πνεύμα αντοχής, θετικής σκέψης και ελπίδας που χαρακτηρίζει την ισραηλινή κοινωνία, κι εμείς οι Έλληνες Εβραίοι, όπως και οι Εβραίοι όλου κόσμου, επιλέγουμε να οραματιζόμαστε έναν κόσμο όπου Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι θα ζουν πλάι πλάι – με ασφάλεια πρωτίστως, με δικαιοσύνη, με ελευθερία. Όπου οι νεότερες γενιές δεν θα ζουν με το βάρος του μίσους, αλλά με την ελπίδα ότι μπορούν να χτίσουν μαζί.
Αθήνα, 6 Οκτωβρίου 2026
ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΙΣΡΑΗΛΙΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ
KIS Message on the 3-Year Anniversary of the October 7th Terrorist Attack against Israel
Three years have passed since the atrocious terrorist attack launched by Hamas against Israel on October 7, 2023. 1,200 brutally slaughtered, 250 hostages held in Gaza, thousands wounded. The trauma remains indelibly marked upon Israeli society and world Jewry, as the poison of fanaticism and antisemitism spread across the globe.
We remember the scenes of unimaginable atrocity that, starting at 6:30’ a.m. on that fateful day, were broadcast live from the victims' mobile phones. The first harrowing images of rapes, beheadings, horrific tortures, and arson flooded the internet throughout the day… captured by the unhuman perpetrators who immortalized their own crimes. Mutilated bodies, skulls –even of infants– destroyed homes, cars with passengers burned to ashes… And a deep wound in the souls of Israeli citizens! The largest massacre of Jews since the Holocaust!
On the anniversary of this darkest page in the history of modern Israel, we mark three years of resilience – years during which Israelis were called upon to endure loss, war, and an attack on their very sense of security, yet continued to stand tall despite the blows and persevere in living normal lives.
In the same spirit of endurance, positive resolve, and hope that characterizes Israeli society, we, the Greek Jews, alongside Jews all over the world, choose to envision a world where Israelis and Palestinians will live side by side – above all in security, with justice, and with freedom. A world where younger generations will not live under the burden of hatred, but with the hope that they can build a future together.
Athens, 6 October 2026
CENTRAL BOARD OF JEWISH COMMUNITIES IN GREECE
Από τον «Εβραϊκό Αιώνα» στον αντιεβραϊκό αιώνα;
Στην αρχή του μπεστ σέλερ του που εκδόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2004, Ο Εβραϊκός Αιώνας (The Jewish Century), ο ιστορικός Γιούρι Σλέζκιν (Yuri Slezkine) αναγγέλλει την ακόλουθη θέση:
Αν ο 20ός αιώνας έγινε ο Εβραϊκός Αιώνας, είναι μεταξύ άλλων επειδή η επιχείρηση που έκανε ο Χίτλερ να κάνει πράξη την αντίληψή του προκάλεσε την καθιέρωση των ναζί ως εκπροσώπων του απόλυτου Κακού και την επανανάδυση των Εβραίων ως οικουμενικών θυμάτων[1].
Η θέση αυτή ισοδυναμεί με μια άλλη αντίληψη, που θεωρεί ότι οι Εβραίοι επωφελήθηκαν από τη θέση του θύματος που τους προσέδωσε η διεθνής αναγνώριση της ναζιστικής γενοκτονίας των Ευρωπαίων Εβραίων. Γιατί, όπως σημειώνει ο Σλέζκιν, «η θέση του θύματος είναι ένα οικουμενικό σύμβολο αρετής»[2]. Αυτή όμως η περιγραφή που θέλει να είναι αισιόδοξη και καθησυχαστική για τον «Εβραϊκό Αιώνα» φαίνεται σήμερα ξεπερασμένη, αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων. Η αποεβραιοποίηση του νέου αιώνα που ξεκίνησε, είναι σε λειτουργία και αναδιπλασιάζεται από μία εγκληματοποίηση των Εβραίων που καθίσταται αποδεκτή από μια αντισιωνιστική προπαγάνδα της οποίας η αποτελεσματικότητα είναι αυξανόμενη, φερόμενη από τη συμπόνια για τον «παλαιστινιακό λαό», η εικόνα του οποίου είναι αυτή ενός συνόλου θυμάτων ή μαρτύρων. Αυτή η συμπόνια, ανάμεικτη με ενσυναίσθηση, παρέχει λόγους στράτευσης με διάφορους τρόπους κατά του Ισραήλ και των «σιωνιστών».
Από την απο-θυματοποίηση των Εβραίων στην εγκληματοποίησή τους
Οι Εβραίοι όλο και λιγότερο θεωρούνται θύματα και όλο και περισσότερο δήμιοι, μέχρι του σημείου να κατηγορούνται ως «γενοκτόνοι» με «σιωνιστικό» πρόσωπο. Έχασαν το μονοπώλιο της θέσης του θύματος που τους προστάτευε από τις εκφράσεις μίσους, μνησικακίας και από την επιθυμία εκδίκησης. Χωρίς να ξεχνάμε την κινητήρια δύναμη του φθόνου, που οφείλεται στο σχεδόν-μονοπώλιο της θέσης του θύματος μετά το 1945. Κάνοντας έναν πρώτο απολογισμό των ενδείξεων, των διαφορετικών ειδών συμπτωμάτων και των αναγγελτικών σημείων τα οποία, από την αρχή της δεκαετίας του 2000, επιτρέπουν να φανταστούμε το μέλλον των Εβραίων, υπάρχει κίνδυνος ο 21ος αιώνας να είναι ένας νέος αντιεβραϊκός αιώνας.
Αν είναι αλήθεια ότι, παλαιότερα, οι σιωνιστές μπορούσαν να ισχυρίζονται πως «η πραγματική συνταγή για την εβραϊκή τρωτότητα δεν προϋποθέτει όλος ο κόσμος να γίνει εβραϊκός, αλλά αντιθέτως οι Εβραίοι να γίνουν όπως όλος ο κόσμος»[3], τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η υπόσχεση εξομάλυνσης δεν πραγματοποιήθηκε, τουλάχιστον για τους εχθρούς τους. Οι Εβραίοι ξαναφόρεσαν ακόμα μια φορά τα σήματα της αρνητικής εξαίρεσής τους τα οποία ιστορικά τροφοδότησαν τις αντιεβραϊκές κινητοποιήσεις. Ήδη, τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο θυματικός ανταγωνισμός διεξήχθη σε βάρος της εικόνας των Εβραίων, που εξομοιώνονται με τους «σιωνιστές» και γίνονται αντικείμενο φαντασίωσης ως «αποικιοκράτες», «ιμπεριαλιστές» και «ρατσιστές». Η προστατευτική ισχύς της Σοά σιγά σιγά αποδυναμώθηκε, έπειτα έσβησε, ενώ η μνήμη της Νάκμπα δεν έπαψε να τροφοδοτεί ένα θυματικό φαντασιακό σφραγισμένο από μια βούληση εκδίκησης. Σε αυτή την διαδικασία μετατόπισης και υποκατάστασης, μπορούμε να δούμε μια απεικόνιση του γεγονότος ότι η αποικιοκρατία έγινε, μέσω της woke προπαγάνδας της επικεντρωμένης στην αποαποικιοποίηση και τη διατομεακότητα, το κεφαλαιώδες αμάρτημα στην καθημερινή πολιτική ηθική. Η αποικισμένη και, συνεπώς, «εκφυλετισμένη» Παλαιστίνη ενσαρκώνει στο εξής τον τύπο του κατεξοχήν θύματος, καταρχάς μέσα από μια «εθνοκάθαρση» που ξεκίνησε με τη Νάκμπα κι έπειτα με μια υποτιθέμενη «γενοκτονία» που διαπράττεται στη Γάζα.
Μετά την πρώτη Ιντιφάντα (που εξαπολύθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1987), μια διεθνής εκστρατεία οργανώθηκε κατά του Ισραήλ, ήδη θεμελιωμένη στη ναζιστικοποίηση του στόχου. Η απο-θυματοποίηση των Εβραίων ήταν καθ’ οδόν, ταυτόχρονα με την εγκληματοποίησή τους. Αυτή η «αντισιωνιστική» εκστρατεία εξαπολύθηκε εκ νέου μετά τη δεύτερη Ιντιφάντα, η οποία άρχισε στις 28 Σεπτεμβρίου 2000. Αλλά τα περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία αυτής της βίαιης εκστρατείας ήταν παρόντα από το τέλος της δεκαετίας του 1980. Συμπυκνώθηκαν στη μιντιακή εικόνα του αββά Πιέρ, «του πιο λαϊκού ανθρώπου της Γαλλίας», συνοδοιπόρου του αντισιωνιστή-αρνητιστή Ροζέ Γκαρωντύ[4], στον οποίο οφείλουμε την εμβληματική διατύπωση της κατηγορίας: «Παρατηρώ ότι μετά την συγκρότηση του κράτους τους, οι Εβραίοι, από θύματα, έγιναν δήμιοι»[5]. Παρουσιαζόμενο με διαστροφικό τρόπο ως παρατήρηση, αυτό το μήνυμα κατηγορίας που εξαπολύθηκε το 1991 επαναλήφθηκε έκτοτε άπειρες φορές υπό διαφορετικές μορφές, κυρίως από μιντιακές πεοσωπικότητςες που σήμερα δεν υπάρχουν, όπως ο Στεφάν Εσσέλ (Stéphane Hessel), ο Εντγκάρ Μορέν ή ο Ντέσμοντ Τούτου[6]. Στην διάρκεια των τριών δεκαετιών που ακολούθησαν, η κατηγορία αποπεριθωριοποιήθηκε πλήρως, σε σημείο να μετασχηματισθεί σε ιδεολογική προφάνεια αποτελώντας μέρος της κυρίαρχης ιδεολογίας. Και οι «δήμιοι» πήραν τη μορφή των «γενοκτόνων».
Τα μαθήματα του Ροζέ Γκαρωντύ και του αββά Πιέρ
Οι κατηγορίες κατά του Ισραήλ από τους ριζοσπάστες «αντισιωνιστές» (εκείνους οι οποίοι ονειρεύονται να καταστρέψουν το εβραϊκό κράτος) θεμελιώνονται συχνά σε μια πολεμική χρήση εβραϊκών θρησκευτικών κειμένων τα οποία διαβάζονται με σημερινά μάτια. Ο στόχος, για παράδειγμα, είναι να νομιμοποιηθεί η εξομοίωση του μυθικού προσώπου του Ιησού του Ναυή με τον Χίτλερ, πρόσωπο ιστορικό (αλλά και μυθοποιημένο). Έτσι, οι «αντισιωνιστές» πολεμιστές και προπαγανδιστές αποσκοπούν να δικαιολογήσουν τη θέση σύμφωνα με την οποία οι Εβραίοι έχουν μια πανάρχαια τάση στη γενοκτονία των μη εβραϊκών πληθυσμών, πράγμα που καθιστά τους Εβραίους γεννημένους εγκληματίες.
Αυτόν τον τύπο ειδικού συλλογισμού, ο οποίος ουσιοποιεί και εγκληματοποιεί «τους Εβραίους», τον συναντάμε σε πολλούς συγκαιρινούς συγγραφείς – στη Γαλλία, οι διασημότεροι ήσαν ο αββάς Πιέρ και ο Ροζέ Γκαρωντύ. Το 2004, με την ίδια στόχευση, ο ακροαριστερός διανοούμενος Λουί Σαλά-Μολάνς (Louis Sala-Molins) δημοσίευσε ένα λιβελογράφημα με τίτλο πέραν πάσης αμφισημίας: Το Κόκκινο Βιβλίο του Γιαχβέ [ Le Livre rouge de Yahvé], που ισοδυναμεί με ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον εβραϊσμό[7]. Αρχίζει ως εξής:
Από την πρώτη λέξη της Τορά μέχρι την τελευταία του Βιβλίου του Ιησού του Ναυή, ο Γιαχβέ οδηγεί την υπόθεσή του: από τη δημιουργία του κόσμου ώς την εγκατάσταση των Ισραηλιτών, των παραχαϊδεμένων του, σε όχι και λίγα εκτάρια στα ανατολικά του Ιορδάνη και σε όλο το δυτικό μέρος του ποταμού μέχρι τη θάλασσα, περιλαμβανομένης της λωρίδας της Γάζας. Είναι η «γη Ισραήλ» (“eretz Israël”) για την οποία μιλάνε ακόμα οι τωρινοί Ισραηλινοί σε απευθείας σύνδεση με τους Ισραηλίτες τού τότε. Τόσο το χειρότερο για τους Χαναναίους και τους Φιλισταίους τού τότε, τόσο το χειρότερο για τους Παλαιστίνιους τού σήμερα.[8]
Όσο για τους «υιούς του Ιακώβ», ταυτοποιούνται από τον καθηγητή πανεπιστημίου ως «οι πρώτοι γενοκτόνοι της ισραηλιτικής γενεαλογίας»[9]. Με δυο λόγια, «το Ισραήλ είναι η πηγή της βαρβαρότητας την οποία αφηγείται η Τορά»[10].
Η γενοκτονική διδασκαλία της Βίβλου, σύμφωνα με τον Ροζέ Γκαρωντύ και τον αββά Πιέρ, αρχίζει με ένα μάθημα για τον Ιησού του Ναυή, που παρουσιάζεται ως ο πρώτος γενοκτόνος κατακτητής:
Ο όρος «γενοκτονία», σε όλα τα λεξικά, έχει ένα ακριβές νόημα. Το Λαρούς δίνει, για παράδειγμα, αυτόν τον ορισμό: «Γενοκτονία. Μεθοδική καταστροφή μιας εθνοτικής ομάδας μέσα από την εξόντωση των ατόμων της». Αυτός ο ορισμός δεν μπορεί να εφαρμοσθεί κατά γράμμα παρά στην περίπτωση της κατάκτησης της Χαναάν από τον Ιησού του Ναυή, όπου μας λέγεται για κάθε κατακτημένη πόλη: «δεν έμεινε επιζών κανένας τους» (για παράδειγμα, στους Αριθμούς XXI, 35).[11]
Το θέμα της κατηγορίας επαναλαμβάνεται από τον αββά Πιέρ σε ένα γράμμα προς τον Ροζέ Γκαρωντύ με ημερομηνία 15 Απριλίου 1996: «Αλλά με τον ΙΗΣΟΥ ΤΟΥ ΝΑΥΗ, ανακάλυψα (βέβαια διηγημένο αιώνες μετά το γεγονός) πώς πραγματοποιήθηκε μια πραγματική “Σοά” σε κάθε υπαρκτή ζωή στη “Γη της Επαγγελίας”»[12]. Και στις δύο περιπτώσεις, η ταύτιση ανάμεσα στη μυθικο-θρησκευτική και την ιστορικο-πολιτική διάσταση παίζει το ρόλο ενός οπερατέρ διαβολοποίησης του σιωνισμού και του κράτους του Ισραήλ.
Στις 27 Μαρτίου 1993, στη διάρκεια μιας συζήτησης με τον Μπερνάρ Κουσνέρ, ο αββάς Πιέρ προσέγισε με τον ακόλουθο τρόπο το ζήτημα της «Γης της Επαγγελίας»: «Τι απομένει από μία επαγγελία όταν το επαγγελλόμενο το αρπάζουμε σκοτώνοντας με πραγματικές γενοκτονίες τους λαούς που κατοικούσαν ειρηνικά εκεί, πριν αυτοί εισέλθουν; […] Όταν ξαναδιαβάζουμε το βιβλίο του Ιησού του Ναυή, είναι τρομακτικό! Είναι σειρά γενοκτονιών, της μιας ομάδας μετά την άλλη, για να διασφαλίσουν την κατοχή! Λοιπόν, παρατήστε μας με τα σχετικά περί της Γης της Επαγγελίας!»[13] Έτσι, η ιστορία του εβραϊκού λαού μεταμορφώνεται σε μια μακρά διαδοχή «βάρβαρων επεισοδίων»[14], με χρονολογικά τελευταίο τη «γενοκτονία των Παλαιστινίων της Γάζας».
Καταγγέλλοντας τον «σιωνισμό» ως ένοπλο βραχίονα του «παγκόσμιου εβραϊσμού»
Αυτό που έχουν κατά νου οι «αντισιωνιστές» είναι ένα μείγμα μύθων κατηγορίας διαφορετικών προελεύσεων, με στόχο τον «σιωνισμό» και το Ισραήλ. Προσδιορισμένος ως ο απόλυτος εχθρός, «ο σιωνισμός» αποτελεί παίγνιο αόριστων και αντιφατικών ορισμών, οι παραλλαγές των οποίων εξαρτώνται από τα συμφέροντα και τα πάθη τα οποία κυριαρχούν στη μια ή στην άλλη κοινωνικο-ιστορική συγκυρία. Αυτό που οι «αντισιωνιστές» εννοούν με τη λέξη «σιωνισμός», αποκλειστικά πολεμικής χρήσης, δεν σχετίζεται τόσο με το νόημα αυτού του τελευταίου όσο με τη διαβολοποιητική ισχύ του υποτιθέμενου γνωστού φαινομένου για τον απωθητικό του χαρακτήρα. Η πλέον διαδεδομένη αναπαράσταση του «σιωνισμού», εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο εμφανίζεται σε ένα σαουδαραβικό σχολικό εγχειρίδιο υπό την ακόλουθη διατύπωση: «Ο σιωνισμός [...] αποτελεί τον επίσημο εκτελεστικό μηχανισμό του παγκόσμιου εβραϊσμού»[15]. Αν ο «σιωνισμός» είναι ο ένοπλος βραχίονας του «παγκόσμιου εβραϊσμού», τότε αυτός ο τελευταίος μπορεί να γίνει αντικείμενο φαντασίωσης ως δυναμικής και πλανητικής έκτασης οργάνωση, σύμφωνα με το μοντέλο του χταποδιού («με τα αναρίθμητα πλοκάμια») που η ιδεολογία του προσανατολίζει τις καταδικαστέες «σιωνιστικές» πρακτικές.
Συνεπώς, πίσω από τον «σιωνισμό» πρέπει να βλέπουμε τον «εβραϊκό κίνδυνο». Γιατί ο «σιωνισμός», διευκρινίζει ένα άλλο σαουδαραβικό σχολικό εγχειρίδιο, είναι «ένα φαινόμενο ρατσιστικού και επιθετικού εθνικισμού που παίρνει το χαρακτήρα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, η οποία είναι [ένας τύπος] δυτικού ιμπεριαλισμού»[16]. Ρατσισμός και αποικιοκρατία: πράγματι, αυτά είναι τα δύο βασικά θέματα για την κατηγορία της «αντισιωνιστικής» προπαγάνδας. Έτσι, οριζόμενος και εγκληματοποιούμενος, ο «σιωνισμός» ανάγεται, για τους κατηγόρους του, σε μια ιστορική εκδήλωση της διιστορικής ή «αιώνιας» φύσης των Εβραίων, ένα από τα διακριτά χαρακτηριστικά των οποίων είναι το «μίσος για το ανθρώπινο είδου», το οποίο προϋποθέτει κακία και ωμότητα: «Οι Εβραίοι είναι η κακία στην ίδια της την ουσία»[17]. Αν στα μάτια των «αντισιωνιστών» ο σιωνισμός αποτελεί μια μορφή ρατσισμού, αυτό συμβαίνει επειδή είναι μια από τις σύγχρονες εκδηλώσεις του «εβραϊκού ρατσισμού»[18], ενός ρατσισμού που εντοπίζεται στην καρδιά του εβραϊσμού.
Ας επιστρέψουμε στη Γαλλία, όπου η πλειονότητα των αντισιωνιστών ήταν για μεγάλο διάστημα, πριν ο εξισλαμισμός της «παλαιστινιακής υπόθεσης» καταστεί ιερή υπόθεση, το φαινόμενο των ακροαριστερών κύκλων που αυτοχαρακτηρίζονται «προοδευτικοί», «ουμανιστές» και υπερασπιστές της κοσμικότητας. Στο βιβλίο του Οι Δαίμονές μου (Mes démons), δοκίμιο που εκδόθηκε το 1994, ο Εντγκάρ Μορέν εκθέτει με μια ορισμένη επιθετικότητα την εγγενώς αρνητική αντίληψή του για τον σιωνισμό και το Ισραήλ, αξεχώριστη από την απόρριψη της εβραϊκής του ταυτότητας[19], την οποία ανάγει σε μια μισαλλόδοξη μορφή αυτο-εγκλεισμού, εκμυστηρευόμενος ότι έχει πλέον «απηυδήσει με τον περιούσιο λαό»[20], και επίσης δεν κρύβει την απόρριψή του για τη «λατρεία της μνήμης της Σοά»: «Είμαι ξένος σε κάθε ιδέα περί περιούσιου λαού και να δικαιολογώ την περιουσιότητα μέσω της ιερής αποστολής του Ισραήλ, μου φαίνεται κωμική ιδέα. […] Το να ορίζω το εβραϊκό έθνος μέσα από την κατάκτηση μιας ξένης επαγγελλόμενης γης με κάνει να αισθάνομαι απέχθεια»[21]. Και διευκρινίζει, ως «κοσμικός», τι είναι αυτό το «απεχθές»: «Το κλείσιμο στον εαυτό, η μιαρότητα των μη-εβραίων, το αίσθημα της ανωτερότητας της περιουσιότητας, οι θεϊκές αιτιολογήσεις για κάθε βιαιοπραγία στην κατάκτηση της γης της επαγγελίας»[22]. Ο μετα-θυματικός μετασχηματισμός της εικόνας του Εβραίου έγινε σαφής στη διάρκεια της δεκαετίας του 1975-1985:
Η εικόνα του Γαλλο-εβραίου του μεταπολέμου, αναγνωρισμένου ουσιαστικά ως αθώο θύμα μιας γενοκτονικής επιχείρησης το οποίο έγινε ένα ελεύθερο ον σε μια ελεύθερη κοινωνία, αργά αργά εξαλείφθηκε προς όφελος ενός κοινοτικού όντος, εκπροσωπούμενου από κοσμικούς και θρησκευτικούς θεσμούς, όλοι δεμένοι με έναν ομφάλιο λώρο με το Ισραήλ, που έχουν αφιερωθεί στην απροϋπόθετη υπεράσπιση όχι πλέον του Ισραήλ που απειλείται από τους γείτονές του, αλλά του Ισραήλ νικητή, κυριαρχικού, φορέα προσάρτησης, εισβολέα.[23]
Το αντιρατσιστικό φαντασιακό κινητοποιείται από τον αντισιωνιστή διανοούμενο μέσω επισφαλών αναλογιών που παρέχονται από την κοινωνικο-οικονομική ιστορία (τις εκστρατείες κατά του αντινεγκρικού ρατσισμού της Νότιας Αφρικής): «Ο κοινοτικός σιωνισμός και ο σοσιαλισμός των θεμελιωτών καταβροχθίστηκαν από μια “ομαλή” κοινωνία, η οποία είναι σε διαδικασία να κατασπαραχθεί από τον εθνικισμό και από μια νέα αποικιοκρατία. Η Τσαχάλ, εργαλείο επιβίωσης του Ισραήλ, έγινε η λύση για κάθε πρόβλημα. Οδεύουμε προς μια νέου τύπου “νοτιοαφρικανοποίηση”»[24]. Κατηγοριοποιώντας το Ισραήλ ως ρατσιστικό κράτος, ο Μορέν καλεί να γυρίσουμε τη σελίδα της «μνήμης της Σοά», η οποία καταγγέλλεται ως ένα είδος όπιου του ισραηλινού λαού, που νανουρίζεται από μια θυματική βία η οποία του κρύβει την πραγματικότητα:
Η φρικτή γενοκτονική διαδικασία του 1942-1945 δεν οδηγεί στο να ιεροποιείται το κράτος του Ισραήλ το 1989. Η Σοά δεν πρέπει να θέλει να πει ότι οφείλουμε να εξακολουθούμε να θεωρούμε θύματα εκείνους οι οποίοι πυροβολούν με σφαίρες παιδιά Παλαιστινίων που εκτοξεύουν πέτρες, καθώς και αυτούς οι οποίοι επιδοκιμάζουν αυτούς τους φόνους. Εκείνοι η εβραϊκή ιδιαιτερότητα των οποίων τους οδήγησε να αισθάνονται αλληλέγγυοι με όλους των διωκόμενους, βλέπουν σήμερα τους εαυτούς τους τραγικά αντιμέτωπους με ένα εθνικιστικό, κυριαρχικό, αλαζονικό, κατασταλτικό Ισραήλ το οποίο αναπόφευκτα θα παρασυρθεί σε μια μοιραία απόκλιση για τους γείτονές του και το ίδιο, αν εσωτερικές και εξωτερικές παρεμβάσεις δεν συνεργασθούν για να σταματήσουν αυτή τη διαδικασία.[25]
Ορισμένοι διανοούμενοι στρατευμένοι στην Αριστερά υιοθετούν μια κριτική πολιτικοποίησης της αναφοράς στη Σοά, που προϋποθέτει τη «λατρεία της μνήμης της Σοά», ενδεικτικά π.χ. είναι όσα έχει πει ο Γεχούντα Ελκανά (Yehuda Elkana) για το «δικαίωμα στην λήθη» σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην [εφημερίδα] Le Monde στις 8 Απριλίου 1994[26]: «Αυτό που αμφισβητώ, είναι να μετατρέπουμε τη Σοά σε μηχανή πολιτικού πολέμου. Η λατρεία της γενοκτονίας, ιδιαίτερα από εκείνους οι οποίοι δεν την έζησαν, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να προκαλεί μια αφόρητη εβραϊκή ηθική ύβρι. Χειρότερα, περιόρισε κάθε δημιουργικότητα, υποκαθιστώντας την από μια αλαζονεία η οποία έχει την αξίωση να νομιμοποιείται στη διαιώνιση του διωγμού». Ένα από τα πρωταρχικά επιχειρήματα που προβάλλονται από τους Ισραηλινούς επικριτές, που τα οικειοποιούνται οι Άραβες αντισιωνιστές προπαγανδιστές και οι Δυτικοί αριστεριστές, είναι ότι ο μνημονικός μαχητισμός τροφοδοτεί έναν εβραιοκεντρισμό και μια παρανοϊκή αντίληψη του κόσμου, τον «πανεχθρισμό» (από την ελληνική λέξη «εχθρός») –ταυτοποιημένος παλαιότερα από τον Μαξίμ Ροντενσόν (Maxime Rodinson[27])–, οι συνέπειες του οποίου είναι επικίνδυνες για τους Ισραηλινούς και γενικότερα για τους Εβραίους. Αντί να εκπαιδεύει στην αρετή της δικαιοσύνης, ενσταλάζει μία ακόρεστη επιθυμία εκδίκησης:
Δεν ξέρω αν το Ισραήλ είχε πραγματικά ανάγκη τη δίκη του Άιχμαν. Αυτό όμως που ξέρω είναι ότι αυτή η δίκη μάς προξένησε θεαματικές ζημιές. Αφύπνισε μέσα μας το πνεύμα της εκδίκησης. Χειρότερα, έδωσε την ψευδαίσθηση ότι αυτή η εκδίκηση ήταν δυνατή. Για εμένα, οι επισκέψεις των μαθητών λυκείου, που τα ισραηλινά σχολεία διοργανώνουν σήμερα στο Άουσβιτς, είναι παράλογες. Προκαλούν ηθικές καταστροφές. Ενισχύουν στους νέους την εντύπωση ότι όλος ο κόσμος είναι εναντίον τους. Με αυτή τη λατρεία της μνήμης, το Ισραήλ είχε, επιπλέον, μια άκρως επιβλαβή επιρροή σε όλες τις εβραϊκές κοινότητες.[28]
Μια σύνοψη «αντισιωνιστικής» κατήχησης
Σε ένα συλλογικό άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 3 Ιουνίου 2002, με τίτλο «Ισραήλ-Παλαιστίνη: ο καρκίνος», γραμμένο επί της ουσίας από τον Εντγκάρ Μορέν, βρίσκουμε μια περίληψη της νέας «αντισιωνιστικής» κατήχησης, αδιακρίτως «αντισιωνιστικής», αντι-ισραηλινής και αντιεβραϊκής, αυτής του αρχόμενου 21ου αιώνα:
«Στον καταπιεσμένο του χθες, ο καταπιεστής του σήμερα», έλεγε ο Βίκτωρ Ουγκώ. Το Ισραήλ παρουσιάζεται ως ο εκπρόσωπος των εβραίων θυμάτων ενός διωγμού αιώνων μέχρι την επιχείρηση της ναζιστικής εξόντωσης […]. Είναι η συνείδηση ότι ήταν θύμα η οποία επιτρέπει στο Ισραήλ να γίνει ο καταπιεστής του παλαιστινιακού λαού. Η λέξη «Σοά», η οποία καθιστά μοναδικό το εβραϊκό θυματικό πεπρωμένο και κοινοτοποιεί όλα τα άλλα (του γκουλάγκ, των Τσιγγάνων, των σε καθεστώς δουλείας Μαύρων, των Ινδιάνων της Αμερικής), γίνεται η νομιμοποίηση μιας αποικιοκρατίας, ενός απαρτχάιντ και μιας γκετοποίησης για τους Παλαιστίνιους.[29]
Επαναλαμβάνεται, εδώ, και αναπτύσσεται η αντίληψη του αββά Πιέρ:
Δυσκολεύεται κανείς να φαντασθεί ότι ένα έθνος φυγάδων, βγαλμένο μέσα από τον μακροβιότερο διωγμό στην ιστορία της ανθρωπότητας, έχοντας υποστεί τις χειρότερες ταπεινώσεις και τη χειρότερη περιφρόνηση, θα ήταν ικανό να μεταβληθεί μέσα σε δυο γενιές σε «λαό κυριαρχικό και αλαζονικό» και, με την εξαίρεση μιας θαυμαστής μειοψηφίας, σε λαό περιφρονητικό που ευχαριστείται να ταπεινώνει.
Και ο εγκληματοποιητικός ισχυρισμός σημαδιακά επαναλαμβάνεται, σαν εμμονικό θέμα:
Και να ’μαστε στο απίστευτο παράδοξο. Οι εβραίοι του Ισραήλ, απόγονοι των θυμάτων ενός απαρτχάιντ που ονομάσθηκε γκέτο, γκετοποιούν τους Παλαιστίνιους. Οι εβραίοι οι οποίοι ταπεινώθηκαν, περιφρονήθηκαν, διώχθηκαν, διώκουν τους Παλαιστίνιους. Οι εβραίοι οι οποίοι ήταν θύματα μιας ανελέητης τάξης επιβάλλουν τη δική τους ανελέητη τάξη στους Παλαιστίνιους. Οι εβραίοι θύματα της απανθρωπότητας επιδεικνύουν μια τρομακτική απανθρωπότητα.
Η συμβολική αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας οφείλεται, εν μέρει τουλάχιστον, στην πολιτική που ακολουθείται από ορισμένες ισραηλινές κυβερνήσεις, οι οποίες, για να αντιμετωπίσουν την πραγματική «υπαρξιακή απειλή» κατά του εβραϊκού κράτους, φαίνονται να στρατεύονται σε έναν ολικό πόλεμο μη διακρίνοντας με σαφήνεια τις ένοπλες ομάδες από τον άμαχο πληθυσμό. Αυτό όμως που συχνά συγχωρείται σε ορισμένα κράτη τα οποία προβαίνουν σε μαζικούς βομβαρδισμούς προξενώντας παράπλευρες απώλειες δεν συγχωρείται στο Ισραήλ, συνηθισμένο θύμα τού «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Η «προκατάληψη επιβεβαίωσης της υπόθεσης» λειτουργεί κατά του Ισραήλ, η κυρίαρχη εικόνα του οποίου δομείται σήμερα από αρνητικά στερεότυπα.
Κοινοτοποίηση της κατηγορίας της «γενοκτονίας» μετά την 7η Οκτωβρίου
Η μιμητική αντιπαλότητα γέννησε ένα τέρας: τον αιματηρό «σιωνιστή» ή τον ισραηλινό «γενοκτόνο», μείζονα απωθητική φιγούρα η οποία διαδόθηκε παγκοσμίως μετά την 7η Οκτωβρίου, ώστε να καταστεί βάση πολεμικής αναγωγής όλων των Εβραίων, με την εξαίρεση εκείνων οι οποίοι προέβησαν σε δήλωση υποστήριξης σε κάποια ισλαμο-παλαιστινιστική ομάδα εγκωμιαζόμενη ως «αντιστασιακή» συλλογικότητα – οι νέοι «καλοί Εβραίοι», που αποτελούν τη «θαυμαστή μειοψηφία», εκθειαζόμενη από τον Μορέν και τους πιστούς κονδυλοφόρους του.
Τον Νοέμβριο του 2025, η κοινωνιολόγος Ντομινίκ Σναπέρ (Dominique Schnapper) έκανε την ακόλουθη, ορθή και ανησυχητική, παρατήρηση: «Οι προοπτικές του διατομεακού και μετα-φεμινιστικού κινήματος μετέτρεψαν τον Εβραίο σε πρώτο εκπρόσωπο του “Αρσενικού, Λευκού, Κυριαρχικού ”, στον απόλυτο εχθρό. Οι εβραίοι φοιτητές κρύβουν τα ορατά σημεία της εβραϊκότητάς τους γιατί φοβούνται»[30]. Κατά πρώτο λόγο, το ζήτημα τίθεται στον κόσμο του πανεπιστημίου, στο εσωτερικό του οποίου οι διδάσκοντες και οι φοιτητές που προσλαμβάνονται ως Εβραίοι είναι όλο και περισσότερο αντικείμενο διακρίσεων, μποϋκοτάζ, ύβρεων, απειλών[31]. Δεν πρέπει να αρνούμαστε να υποδεικνύουμε τις πρακτικές συνέπειες της εγκληματοποίησης των Εβραίων, οι οποίοι «αντιμετωπίζουν σειρά ατιμωτικών εξομοιώσεων που μπορούν να συνοψισθούν έτσι: Εβραίοι = σιωνιστές = Ισραηλινοί = οπαδοί της πολιτικής του Νετανιάχου = γενοκτόνοι ». Αλλά αν οι Εβραίοι αναγνωρίζονται ως «γενοκτόνοι», τότε «όλα τα μέτρα που υιοθετούνται εναντίον τους είναι νόμιμα»[32].
Στη νέα διεθνή θυματική τάξη, οι διαβολοποιημένοι κατηγορούμενοι δεν είναι πλέον οι «νεο-ναζί» ή οι «αντισημίτες» οι θεωρούμενοι ότι κατακλύζουν τα καταραμένα εδάφη της «άκρας Δεξιάς», αλλά οι «σιωνιστές» και ευρύτερα οι υποτιθέμενοι φιλο-ισραηλινοί «Εβραίοι», που καταγγέλλονται ως οι «νέοι ναζί». Ο νέος υποδεικνυόμενος εχθρός από τους «προοδευτικούς», τους «αντιφασίστες» και τους «αντιρατσιστές» του σήμερα, όλοι στρατευμένοι στην «παλαιστινιακή υπόθεση», μπορεί στο εξής να χαρακτηρίζεται «εβραιο-ναζί»[33]. Η αγιοποίηση του παλαιστινιακού θύματος υπήρξε το πρωταρχικό εργαλείο της ναζιστικοποίησης των Εβραίων.
Ναζιστικοποιώντας τον εχθρό: μετ’ επιστροφής
Υπάρχει, εδώ, μια αντιεβραϊκή αντιστροφή ενός πολεμικού επιχειρήματος που χρησιμοποιήθηκε από τους ίδιους τους Εβραίους, ιδιαίτερα από τους Ισραηλινούς, για να απαξιώσουν ριζικά τους εχθρούς τους. Πρέπει εδώ να θυμίσουμε ότι η αντισιωνιστική άκρα Αριστερά, στο Ισραήλ όπως και αλλού, στο όνομα της αναζήτησης «της ειρήνης», είχε καταγγείλει τη ναζιστικοποίηση του αντιπάλου ή του εχθρού από τους Ισραηλινούς υπό την επιρροή του Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, ο οποίος, το 1951, είχε δηλώσει, έχοντας κατά νου τις αντιεβραϊκές δράσεις του «Μεγάλου Μουφτή» της Ιερουσαλήμ[34], «αυτού του ναζί ηγέτη των Αράβων»: «Δεν θέλουμε οι άραβες ναζί να έλθουν να μας σφάξουν!»[35].
Ο Χατζ Αμίν αλ-Χουσεϊνί, ο «Μεγάλος Μουφτής της Ιερουσαλήμ», είχε, όντως, δηλώσει, στις 2 Νοεμβρίου 1943, ενώ βρισκόταν στην χιτλερική Γερμανία από τις 6 Νοεμβρίου 1941: «Ο Αλλάχ θέλησε να μην υπάρξει καθεστηκυία τάξη για τους Εβραίους και να μην έχουν κράτος». Την 1η Μαρτίου 1944, στη ραδιοφωνική εκπομπή του από το ναζιστικό ραδιόφωνο στο Βερολίνο, ο Αλ-Χουσεϊνί, επιθυμώντας να επεκταθούν στη Μέση Ανατολή οι μαζικές εξοντώσεις οι καθοδηγούμενες από τους ναζί, παρότρυνε τους Άραβες μουσουλμάνους στο φόνο των Εβραίων στο όνομα του Αλλάχ:
Άραβες, εγερθείτε σαν άνδρες και πολεμήστε για τα ιερά σας δίκαια. Σκοτώστε τους Εβραίους όπου τους βρίσκετε. Αυτό ευχαριστεί το Θεό, την Ιστορία, τη θρησκεία. Αυτό σώζει την τιμή σας. Ο Θεός μαζί σας.[36]
Η αριστερή ισραηλινή ιστορικός Ίντιθ Ζέρταλ (Idith Zertal) θυμίζει τη σημασία και την επαναφορά αυτής της ναζιστικοποίησης του αραβο-μουσουλμάνου αντιπάλου στον μαχητικό ισραηλινό λόγο: «Η ναζιστικοποίηση του αντιπάλου, όποιος και αν είναι ο αντίπαλος, και η μετατροπή των απειλών ασφάλειας σε κίνδυνο ολικής εκμηδένισης του κράτους, φαίνεται ότι έχουν χαρακτηρίσει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τις τροπικότητες του εκφερόμενου λόγου από τις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές ελίτ του Ισραήλ»[37]. Όμως, έναντι των ναζί, δεν διαπραγματευόμαστε, μπαίνουμε σε πόλεμο. Αυτό είναι το πρακτικό συμπέρασμα που οι ισραηλινοί πασιφιστές δεν έπαψαν να καταγγέλλουν. Οι αντίπαλοί τους τους εξέλαβαν αναπόφευκτα ως δειλούς ή ως προδότες. Το ζήτημα όμως δεν σταματά να τίθεται: από ποια πλευρά βρίσκεται ο πολιτικός ρεαλισμός; Όπως και να ’χει, η επιχειρούμενη διαίρεση του ισραηλινού πληθυσμού σε δύο αντιτιθέμενα στρατόπεδα αφορά την αντίληψη περί εχθρού: υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν ότι πρέπει και μπορούν να διαπραγματευθούν με τον εχθρό, και οι άλλοι.
μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος
Το άρθρο του φιλόσοφου και ιστορικού των ιδεών, Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ, με τίτλο: «Du «Siècle juif» au siècle antijuif?», δημοσιεύθηκε στη γαλλική ηλεκτρονική πολιτική επιθεώρηση Telos-eu (28/6/2026), https://www.telos-eu.com/fr/du-siecle-juif-au-siecle-antijuif.html

Mάιος 1944, Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Διαλογή γυναικών εβραϊκής καταγωγής από την Ουγγαρία, αμέσως μετά την άφιξη τρένου στο στρατόπεδο. Η ανθρωπότητα και οι Εβραίοι θυμούνται τη Σοά και τη γενοκτονική πολιτική του ναζισμού εναντίον της εβραϊκής ταυτότητας. Σοβαρή μερίδα της αριστερής διανόησης στον δυτικό κόσμο, ωστόσο, ισχυρίζεται ότι η λέξη «Σοά» καθιστά μοναδικό το εβραϊκό θυματικό πεπρωμένο, το οποίο νομιμοποιεί «μια αποικιοκρατία, ένα απαρτχάιντ και μια γκετοποίηση για τους Παλαιστίνιους».
Bundesarchiv, Bild 183-N0827-318 / CC-BY-SA 3.0
[1] Yuri Slezkine, Le Siècle juif [2004], γαλλ. μετ. Marc Saint-Upéry, Παρίσι, La Découverte, 2009, σ. 9.
[2] Στο ίδιο, σ. 394.
[3] Στο ίδιο, σ. 8.
[4] Βλέπε Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, Παρίσι, Éditions Mille et une nuits, 1996ˑ Pierre-André Taguieff, « L’abbé Pierre et Roger Garaudy. Négationnisme, antijudaïsme, antisionisme », Esprit, τχ. 224, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1996, σ. 205-216.
[5] Abbé Pierre, στο La Vie, τχ. 2378, 29 Μαρτίου 1991 (συνέντευξη). Βλέπε Pierre-André Taguieff, Les Protocoles des Sages de Sion. Faux et usages d’un faux, νέα αναθεωρημένη έκδοση, Παρίσι, Berg International/Fayard, 2004, σ. 229-230.
[6] Pierre-André Taguieff, Une France antijuive ? Regards sur la nouvelle configuration judéophobe. Antisionisme, propalestinisme, islamisme, Παρίσι, CNRS Éditions, 2015, σ. 74 επ.
[7] Louis Sala-Molins, Le Livre rouge de Yahvé, Παρίσι, La Dispute / Snédit, 2004.
[8] Στο ίδιο, σ. 7.
[9] Στο ίδιο, σ. 236.
[10] Στο ίδιο, σ. 243. Βλέπε Pierre-André Taguieff, Criminaliser les Juifs. Le mythe du «meurtre rituel» et ses avatars (antijudaïsme, antisémitisme, antisionisme), Παρίσι, Hermann, 2020, σ. 333-334.
[11] Roger Garaudy, Les Mythes fondateurs de la politique israélienne, Παρίσι, La Vieille Taupe, Δεκέμβριος 1995, σ. 136-137ˑ επανεκδ., 1996, σ. 152ˑ νέα έκδ. επαυξημένη, Βηρυττός, Al Fihrist, 1998, σ. 217. Βλέπε Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, ό.π., σ. 6-7.
[12] Abbé Pierre, 15 Απριλίου 1996ˑ γράμμα που παρατίθεται από τον Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, ό.π., σ. 7.
[13] Abbé Pierre, 27 Μαρτίου 1993ˑ παρατίθεται από τον Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, ό.π., σ. 11.
[14] Louis Sala-Molins, Le Livre rouge de Yahvé, ό.π., σ. 243.
[15] Hadîth et culture islamique, τάξη της 2ας, 2001, σ. 101ˑ παρατίθεται στο CMIP, La Démocratie en danger. L’enseignement scolaire saoudien, αποσπάσματα από σχολικά εγχειρίδια μεταφρασμένα και παρουσιασμένα από τον Arnon Groiss, πρόλογος από τον Antoine Sfeir, Παρίσι, Berg International, 2004, σ. 103.
[16] Biographie du Prophète et Histoire de l’État musulman, τάξη της 2ας, 2001, σ. 90ˑ αναφέρεται στο CMIP, στο ίδιο, σ. 101.
[17] Exercice de langue. Faciliter les règles de la langue arabe, τάξη της 3ης, 2ο μέρος, 1999, σ. 24ˑ αναφέρεται στο CMIP, στο ίδιο, σ. 80. Γι’ αυτό το θέμα κατηγορίας, βλέπε Pierre-André Taguieff, La Judéophobie des Modernes. Des Lumières au Jihad mondial, Παρίσι, Éditions Odile Jacob, 2008, σ. 250 επ.
[18] Pierre-André Taguieff, La Judéophobie des Modernes, ό.π., σ. 340 επ.
[19] Βλέπε Edgar Morin, στο ραδιόφωνο της France Culture, εκπομπή «À voix nue», σειρά συνομιλιών που ξεκίνησε στις 24 Ιανουαρίου 2000: « Ποτέ δεν θέλησα να αφεθώ να προσδιορισθώ από την εβραϊκή μου ταυτότητα».
[20] Edgar Morin, Mes démons, Παρίσι, Stock, 1994, σ. 165.
[21] Στο ίδιο, σ. 156.
[22] Στο ίδιο, σ. 157.
[23] Στο ίδιο, σ. 160. Ο Μορέν γράφει «εβραίος» και όχι «Εβραίος». Το εξηγεί αλλού. Βλέπε Edgar Morin, «Juif: adjectif ou substantif», Le Monde, 11 Οκτωβρίου 1989, https://www.lemonde.fr/archives/article/1989/10/11/point-de-vue-juif-adjectif-ou-substantif_4127587_1819218.html.
[24] Edgar Morin, Mes démons, ό.π., σ. 174.
[25] Στο ίδιο, σ. 175.
[26] « La leçon iconoclaste du professeur Elkana » (συνέντευξη), 8 Απριλίου 1994, https://www.lemonde.fr/archives/article/1994/04/08/debats-shoah-la-lecon-iconoclaste-du-professeur-elkana_3827039_1819218.html. Ο Εντγκάρ Μορέν στο Mes démons (ό.π., σ. 164, σημείωση 1), παραθέτει και επιδοκιμάζει τη θέση του Ελκανά.
[27] Maxime Rodinson, «Quelques thèses critiques sur la démarche poliakovienne», στο Maurice Olender (επιμ.), Pour Léon Poliakov. Le Racisme, mythes et sciences, Βρυξέλλες, Éditions Complexe, 1981, σ. 318.
[28] «La leçon iconoclaste du professeur Elkana», ό.π.
[29] Edgar Morin, Sami Naïr & Danièle Sallenave, «Israël-Palestine: le cancer», 3 Ιουνίου 2002, https://www.lemonde.fr/archives/article/2002/06/03/israel-palestine-le-cancer-par-edgar-morin-sami-nair-et-daniele-sallenave_278484_1819218.html. Στα παρατιθέμενα αποσπάσματα σέβομαι την ορθογραφική επιλογή των συνυπογραφόντων: «εβραίο(ι)» και όχι «Εβραίο(ι)».
[30] Dominique Schnapper, « Le retour de l’antisémitisme », Telos, 20 Νοεμβρίου 2025, https://www.telos-eu.com/fr/societe/le-retour-de-lantisemitisme.html.
[31] Βλέπε τη μελέτη της κοινωνιολόγου Valérie Boussard, « Sur les campus français, la guerre des mots: quand “sioniste” sert à dire “juif”», 3 Ιουνίου 2026, https://www.crif.org/articles/actualites/2026-06-03/sur-les-campus-francais-la-guerre-des-mots-quand-sioniste-sert-a-dire-juif/.
[32] Dominique Schnapper, « Le retour de l’antisémitisme », ό.π.
[33] Βλέπε για παράδειγμα τον προπαγανδιστικό «αντισιωνιστικό» λίβελο με τίτλο Le Manifeste «Judéo-Nazi» d’Ariel Sharon ou Les Origines du génocide actuel des Palestiniens, Al-Quds – Gaza – Strasbourg – Paris, Le Parti des Musulmans de France, Le Parti de la France Plurielle, l’Arab Commission of Human Rights, La Pierre et l’Olivier, Le Collectif de la Comm. Tun. en Europe, Απρίλιος 2002, 63 σελ.ˑ Youssef Hindi, «Qu’est-ce que le judéo-nazisme?», 17 Μαΐου 2022, https://egaliteetreconciliation.fr/Qu-est-ce-que-le-judeo-nazisme-68163.html.
[34] Για τον Αλ-Χουσεϊνί, δείτε: Maurice Pearlman, Mufti of Jerusalem: The Story of Haj Amin el Husseini, Λονδίνο, Victor Gollancz, 1947ˑ Josef B. Schechtman, The Mufti and the Fuehrer: The Rise and Fall of Haj Amin el-Husseini, Νέα Υόρκη & Λονδίνο, Thomas Yoseloff, 1965ˑ David G. Dalin & John F. Rothmann, Icon of Evil: Hitler’s Mufti and the Rise of Radical Islam, Νέα Υόρκη, Random House, 2008.
[35] David Ben Gourion, ομιλία στην Κεντρική Επιτροπή του Mapaï, 13 Δεκεμβρίου 1951ˑ απόσπασμα που παρατίθεται από τον Idith Zertal, La Nation et la mort. La Shoah dans le discours et la politique d’Israël [2002], γαλλ. μετ. Marc Saint-Upéry, Παρίσι, La Découverte, 2004, σ. 241.
[36] Amin al-Husseini, 1η Μαρτίου 1944, παρατίθεται από τον Maurice Pearlman, Mufti of Jerusalem, ό.π., σ. 51.
[37] Idith Zertal, La Nation et la mort, ό.π., σ. 24.
Ο πολυθρησκευτικός Λίβανος
Δημήτρης Κούρκουλας, Λίβανος. Μια ξεχωριστή χώρα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 160 σελ.
Δεν αποτελεί υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι κάθε χώρα επιθυμεί να είναι «ξεχωριστή», με τους δικούς της τρόπους και για τους δικούς της λόγους. Λίγες, όμως, φαίνεται να το κατόρθωσαν στο βαθμό που το πέτυχε ο Λίβανος· και από την άποψη αυτή, ο τίτλος του βιβλίου του Δημήτρη Κούρκουλα είναι εύστοχος. Πράγματι, η μικρή αυτή χώρα της Μέσης Ανατολής, με έκταση όση η μισή Πελοπόννησος, παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες, οι οποίες την καθιστούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση για τη μελέτη μιας σειράς ζητημάτων, όπως οι προκλήσεις της οικοδόμησης εθνικής ταυτότητας σε μια κατακερματισμένη κοινωνία, ο ρόλος της θρησκείας σε μια πολυθρησκευτική χώρα και η επίδρασή της στο πολιτικό σύστημα.

Τέσσερις χάρτες του Λιβάνου, σε τέσσερις διαφορετικές χρονικές περιόδους. 1. Χάρτης του 1862, συνταγμένος από τη γαλλική αποστολή του Beaufort d’Hautpoul, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως πρότυπο για τα σύνορα του Μεγάλου Λιβάνου το 1920. 2. Xάρτης του Μουτεσαφιράτου του Όρους Λιβάνου, περίπου του 1900. 3. Χάρτης της Γαλλικής Εντολής και των κρατών που δημιουργήθηκαν το 1920. 4. Πρόσφατος χάρτης, που δείχνει την κατανομή των θρησκευτικών ομάδων του Λιβάνου σύμφωνα με τα δεδομένα των δημοτικών εκλογών του 2009. Με διακεκομμένη γραμμή προσδιορίζονται τα όρια του Μουτεσαριφάτου.
Με δεδομένο ότι ο Λίβανος βρίσκεται στη Μέση Ανατολή, είναι εύλογο να ξεκινήσει η απαρίθμηση των ιδιαιτεροτήτων του από τη θρησκεία: ο Λίβανος είναι η μοναδική χώρα της περιοχής όπου το χριστιανικό στοιχείο, αν και όχι πλέον αριθμητικά κυρίαρχο, όπως ήταν στα αρχικά στάδια της ιστορικής του πορείας, εξακολουθεί να έχει εξαιρετικά σημαντική παρουσία και να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή. Η έντονη αυτή χριστιανική διάσταση του Λιβάνου (η οποία ενισχύεται περαιτέρω και από τα όχι ευάριθμα δυτικά εκπαιδευτικά του ιδρύματα) του έχει επιτρέψει επίσης και μια, σχετική πάντοτε, πολιτισμική εγγύτητα προς την Ευρώπη, η οποία δεν ανιχνεύεται με την ίδια ένταση σε άλλες αραβικές ή ισλαμικές χώρες. Μια δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι και αυτή συνδεδεμένη με τη θρησκεία: παρότι ο Λίβανος ακολουθεί σε γενικές γραμμές τις τυπικές αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τα πολιτικά αξιώματα δεν δίδονται στη βάση των εκλογικών αποτελεσμάτων των κομμάτων αλλά διαμοιράζονται ανάλογα με το θρήσκευμα. Τέλος, σε μια περιοχή όπου η δημοκρατία είτε είναι εξαιρετικά αδύναμη είτε δεν υπάρχει καθόλου, ο Λίβανος παραχωρεί στους πολίτες του σημαντικά περιθώρια πολιτικής ελευθερίας, ενώ θεωρείται και ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της αραβικής διανόησης. Όπως παρατηρεί ο Κούρκουλας:
Παρ’ όλες τις αδυναμίες του πολιτικού του συστήματος, [ο Λίβανος] είναι αναμφίβολα η πιο δημοκρατική χώρα στον αραβικό κόσμο, είναι η χώρα που προστατεύει την ελευθερία έκφρασης και την ελευθερία του Τύπου, γεγονός που έχει καταστήσει τη Βηρυτό σημαντικό κέντρο των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης. (σ. 31)
Οι ιδιαιτερότητες αυτές οφείλονται, βέβαια, στο ιστορικό παρελθόν της χώρας και συνεπώς μπορούν να κατανοηθούν μόνο αν τοποθετηθούν στο ιστορικό τους πλαίσιο. Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η χρήση του όρου «Λίβανος» ως δηλωτικού της σημερινής χώρας είναι σχετικά πρόσφατη. Πριν από τον 20ό αιώνα, η λέξη «Λίβανος» αναφερόταν σε μια μικρή περιοχή η οποία περιοριζόταν κυρίως στο όρος Λίβανος και τα γύρω εδάφη. Η περιοχή αυτή ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τον 16ο έως και τις αρχές του 20ού αιώνα και είχε εσωτερική αυτονομία. H μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού της ήταν χριστιανοί Μαρωνίτες, ενώ ακολουθούσαν οι Δρούζοι, οι ορθόδοξοι χριστιανοί (οι οποίοι είναι γνωστοί με τον όρο «Ελληνορθόδοξοι»), οι Μελκίτες (γνωστοί και ως «Ελληνοκαθολικοί») και οι σουνίτες μουσουλμάνοι.[1] Αρχικά, η ημιαυτόνομη αυτή οντότητα ήταν Εμιράτο και οι εμίρηδες ήταν Δρούζοι και στη συνέχεια Μαρωνίτες ή σουνίτες μουσουλμάνοι· από το 1861, μετά από έναν αιματηρό εμφύλιο μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων, η περιοχή έγινε Mουτεσαριφάτο.[2]
Mουτεσαριφάτο
Η περίοδος του οθωμανικού Mουτεσαριφάτου (1861-1918), του πρώτου προπλάσματος του μεταγενέστερου λιβανέζικου κράτους, σηματοδότησε μια «μακρά ειρήνη» σε ό,τι αφορούσε την εσωτερική του κατάσταση, καθώς Μαρωνίτες, Ορθόδοξοι, Δρούζοι και Σουνίτες συμβίωναν χωρίς υπέρμετρη οξύτητα και διακοινοτική βία.[3] Δεδομένου ότι στην προνεωτερική Οθωμανική Αυτοκρατορία η θρησκεία έπαιζε τον κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση των συλλογικών ταυτοτήτων, οι Λιβανέζοι δεν αποτελούσαν εξαίρεση: καθ’ όλη την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας η ισχυρότερη ταυτοτική τους συνθήκη παρέμεινε η θρησκεία τους και όχι κάποια αίσθηση εθνικής (και διαθρησκειακής) ταυτότητας. Έτσι, για παράδειγμα, οι άραβες ορθόδοξοι χριστιανοί του Mουτεσαριφάτου του Λιβάνου ανήκαν και αυτοί στην ορθόδοξη κοινότητα του οθωμανικού «Μιλλέτ των Ρωμιών» («Millet-i Rum»), μαζί με τους Έλληνες, τους Σλάβους, τους Βλάχους, τους ορθόδοξους Αλβανούς και, βεβαίως, τους άλλους ορθόδοξους Άραβες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (οι οποίοι βρέθηκαν τον 20ό αιώνα στη Συρία, στο Ιράκ και στην Ιορδανία).
Η βάση της διοίκησης του Mουτεσαριφάτου ήταν ο Οργανικός Νόμος του 1861, προϊόν διαπραγματεύσεων των Οθωμανών με τις ευρωπαϊκές Μεγάλες Δυνάμεις και ιδίως με την Αυστρία και τη Γαλλία, η οποία και είχε αναγορεύσει τον εαυτό της προστάτη των καθολικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ένα ρόλο που πολλοί Μαρωνίτες έβλεπαν με συμπάθεια. Το Μουτεσαριφάτο είχε εσωτερική αυτονομία και τους μουτεσαρίφες τους επέλεγε ο σουλτάνος· δεν είχαν καταγωγή ή άλλου είδους σχέση με τον Λίβανο και ήταν απλά ανώτατοι οθωμανοί αξιωματούχοι με κύρος και εμπειρία, ήταν δε πάντοτε χριστιανοί και μάλιστα καθολικοί: από τους οκτώ μουτεσαρίφες της περιόδου 1861-1914 δύο ήταν αρμένιοι καθολικοί, τρεις ήταν Μελκίτες και τρεις ρωμαιοκαθολικοί (ένας Αλβανός, ένας ιταλικής καταγωγής και ένας πολωνικής).[4] Ο Οργανικός Νόμος προέβλεπε επίσης και ένα δωδεκαμελές συμβουλευτικό όργανο, στο οποίο συμμετείχαν όλες οι θρησκευτικές ομάδες. Από τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι η ανάδυση του Λιβάνου στη νεότερη ιστορία ως μια οθωμανική ημιαυτόνομη επαρχία τού προσέδωσε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία και επρόκειτο να απολαύσουν μιαν ασυνήθιστα μακρά ζωή: πρώτον, το όρος Λίβανος (είτε ως Εμιράτο είτε ως Μουτεσαριφάτο) θα ήταν μια ουσιαστικά χριστιανική νησίδα μέσα σε μια ισλαμική θάλασσα· δεύτερον, η εξουσία θα διαμοιραζόταν στη βάση θρησκευτικών και όχι πολιτικών ή άλλων κοσμικών κριτηρίων και, τρίτον, καμία θρησκευτική ομάδα (ανεξαρτήτως του πληθυσμιακού μεγέθους της) δεν θα έμενε εκτός εξουσίας αλλά όλες θα είχαν μια θεσμικά κατοχυρωμένη θέση και πολιτική εκπροσώπηση.
Ο Λίβανος με τα σύνορα και την έκταση που έχει σήμερα είναι αποτέλεσμα της γαλλικής κυριαρχίας στην περιοχή. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Συρία και ο Λίβανος πέρασαν στη γαλλική σφαίρα επιρροής. Αρχικά αυτό έγινε με την περίφημη (και για πολλούς: διαβόητη) «Συμφωνία Σάικς-Πικό» (1916) ανάμεσα στη Γαλλία και τη Βρετανία, η οποία και έσυρε «μια γραμμή στην άμμο» των μεταοθωμανικών αραβικών περιοχών· στη συνέχεια, η γαλλική παρουσία επισημοποιήθηκε με την «Εντολή» («Mandate») της Κοινωνίας των Εθνών. Στο πλαίσιο αυτό, η Γαλλία δημιούργησε τον λεγόμενο «Μεγάλο Λίβανο» («Grand Liban») το 1920, προσθέτοντας στο παλαιό οθωμανικό Μουτεσαριφάτο την κοιλάδα Μπεκάα, ορισμένες σημαντικές πόλεις (Βηρυτός, Τρίπολη, Τύρος και Σιδώνα) καθώς και εκτεταμένα εδάφη στον νότο.[5] Όπως είναι προφανές, η απόφαση αυτή σφράγισε τη μετέπειτα φυσιογνωμία της χώρας.
Η ανεξαρτησία
Η μεγέθυνση του Λιβάνου ήταν επιθυμητή από τους Μαρωνίτες, καθώς θα επέτρεπε στο νεοπαγές κράτος να έχει μια αυτόνομη πορεία και επιπλέον θα του έδινε και μια σημαντική οικονομική ενίσχυση με την εύφορη κοιλάδα Μπεκάα και την πρόσκτηση των πόλεων και ιδίως της ακμάζουσας Βηρυτού.[6] Από την άλλη μεριά, η εισδοχή των νέων εδαφών, όπου κατοικούσαν κυρίως μουσουλμάνοι, απομείωσε την αριθμητική ισχύ του χριστιανικού στοιχείου, αν και αυτό θα παρέμενε πλειοψηφικό για αρκετά χρόνια ακόμα. Επιπλέον, η δημιουργία του «Μεγάλου Λιβάνου» είχε επακόλουθο και την εμφάνιση για πρώτη φορά στη λιβανέζικη ιστορία ενός σημαντικού αριθμού σιιτών μουσουλμάνων, οι οποίοι κατοικούσαν κυρίως στον νότο και την κοιλάδα Μπεκάα, γεγονός που επρόκειτο να αποκτήσει ιδιαίτερο ειδικό βάρος στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Για τους Μαρωνίτες (αλλά και για ένα μέρος των υπόλοιπων χριστιανών), η ύπαρξη του Λιβάνου ως ανεξάρτητου κράτους ήταν η μόνη επιλογή που θα διασφάλιζε την πολιτική τους θέση (ενίοτε και την κυριαρχία τους), καθώς η εναλλακτική λύση θα ήταν η πλήρης απορρόφησή του από μια μουσουλμανική «Μεγάλη Συρία», κάτι που απεύχονταν μεν οι Μαρωνίτες αλλά επιθυμούσαν οι μουσουλμάνοι τόσο της Συρίας όσο και του Λιβάνου. Έναν ανεξάρτητο Λίβανο, βέβαια, ευνοούσαν και οι Γάλλοι (αν και όχι ομόθυμα) για την προώθηση των δικών τους συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Αρχικά, οι Γάλλοι διοικούσαν άμεσα τη χώρα μέσω γάλλων διοικητών, τους οποίους επικουρούσε ένα συμβουλευτικό σώμα με μέλη από όλες τις θρησκείες, σύμφωνα και με τη λιβανέζικη παράδοση. Από το 1926, ωστόσο, ο Λίβανος απέκτησε σύνταγμα και το ίδιο έτος ιδρύθηκε η «Δημοκρατία του Λιβάνου», αλλά ο γαλλικός έλεγχος παρέμεινε και η χώρα απέκτησε τελικά την ανεξαρτησία της το 1943, ενώ οι τελευταίοι γάλλοι στρατιώτες αποχώρησαν το 1946.[7]
Μια κεφαλαιώδης εξέλιξη στη νεότερη πολιτική ιστορία του Λιβάνου ήταν αναμφίβολα η σύναψη του λεγόμενου «Εθνικού Συμφώνου», το 1943. Το Σύμφωνο αυτό ήταν μεν προφορικό αλλά αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτικό και αποτέλεσε την κρηπίδα πάνω στην οποία χτίστηκε η ιστορική πορεία του Λιβάνου ως ανεξάρτητου κράτους. Ακολουθώντας την παράδοση, το Σύμφωνο προέβλεπε ότι οι θέσεις εξουσίας θα διαμοιράζονταν με βάση την αναλογική εκπροσώπηση όλων των δογμάτων και των θρησκειών της χώρας και όριζε ότι ο πρόεδρος θα είναι πάντοτε Μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός σουνίτης μουσουλμάνος και ο πρόεδρος της Βουλής σιίτης. Τόσο οι βουλευτικές έδρες όσο και οι θέσεις του δημόσιου τομέα θα υπάγονταν στη συνέχεια και αυτές σε ένα ανάλογο καθεστώς με βάση τη θρησκεία, έτσι ώστε όλα τα δόγματα να έχουν έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών και δημόσιων λειτουργών. Προκειμένου δε να υπολογιστούν οι θέσεις που θα καταλάμβανε η κάθε θρησκεία, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία που προέκυψαν από την απογραφή του 1932, η οποία και είχε δώσει μια οριακή χριστιανική πλειοψηφία, με τους Μαρωνίτες να είναι η μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα, ακολουθούμενη από τους σουνίτες, τους σιίτες, τους ορθόδοξους, τους Δρούζους και τους Μελκίτες. Είναι σημαντικό να αναφερθεί εδώ ότι, προκειμένου να διατηρηθούν οι πρόνοιες αυτές (αλλά και η βαρύνουσα θέση των χριστιανών στη χώρα), ο Λίβανος δεν διενήργησε καμία άλλη απογραφή, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή να διερευνηθεί με απόλυτη ακρίβεια και από επίσημες πηγές η εξέλιξη των δημογραφικών μεγεθών της χώρας μετά το 1932.[8]
Εκτός από αυτές τις σημαντικές διατάξεις, όμως, το «Εθνικό Σύμφωνο» σηματοδοτούσε κάτι πολύ ευρύτερο: επρόκειτο, ουσιαστικά, για μια δέσμευση των χριστιανών και των μουσουλμάνων ηγετών του Λιβάνου ότι η χώρα θα εξακολουθούσε να υφίσταται ως ανεξάρτητο κράτος. Προκειμένου να συμβεί αυτό, βέβαια, έπρεπε να γίνουν εκατέρωθεν παραχωρήσεις, οι οποίες, εκτός από το ζήτημα της πολιτικής ισχύος, άγγιζαν και ουσιαστικά ζητήματα ταυτότητας: οι μεν μουσουλμάνοι θα αναγνώριζαν την ανεξάρτητη ύπαρξη του Λιβάνου και θα εγκατέλειπαν την προοπτική εισόδου του σε μια «Μεγάλη Συρία», ενώ οι Μαρωνίτες θα εγκατέλειπαν τα όποια σχέδια είχαν για πρόσδεση της χώρας στη Γαλλία και θα αποδέχονταν ότι ο Λίβανος έχει μια καθαρά αραβική ταυτότητα. Οι παραχωρήσεις αυτές δεν ήταν εύκολες, ούτε και έγιναν ειλικρινώς αποδεκτές από όλους: πολλοί Μαρωνίτες εξακολούθησαν να αρνούνται ότι είναι εθνοτικά Άραβες, υιοθέτησαν την άποψη ότι κατάγονται από τους Φοίνικες και τόνιζαν τη «μεσογειακή» διάσταση της ταυτότητάς τους, ενώ σημαντικό μέρος των μουσουλμάνων αρνείτο να ενταφιάσει τα φιλοσυριακά ή/και παναραβικά του αισθήματα.
Σε κάθε περίπτωση, αυτός ο ιδιότυπος «ιστορικός συμβιβασμός» μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων απεδείχθη εξαιρετικά ανθεκτικός και ο Λίβανος εξακολουθεί να υφίσταται ως ενιαίο κράτος στο οποίο συμβιώνουν διαφορετικές θρησκείες, παρά τη θυελλώδη πολιτική ζωή της χώρας και τις εξαιρετικά αντίξοες τοπικές και διεθνείς συνθήκες. Οι προκλήσεις και οι δυσχέρειες που αντιμετώπισε ο Λίβανος μετά την ανεξαρτησία του δεν ήταν λίγες: ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος (1975-1990), η μακρόχρονη συριακή παρουσία (1976-2005), η ισραηλινή κατοχή νότιων εδαφών της χώρας (1982-2000), η εμπλοκή του Λιβάνου στο Παλαιστινιακό Ζήτημα, η πολύχρονη εγκατάσταση χιλιάδων παλαιστίνιων προσφύγων και η ανάδυση της σιιτικής οργάνωσης Χεζμπολάχ, ως όργανο του Ιράν αλλά και φορέα ενδυνάμωσης του σιιτικού στοιχείου, έφεραν συχνά τον Λίβανο στα όριά του και έθεσαν σε κίνδυνο ακόμα και αυτή την ύπαρξή του. Επιπλέον, την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, ο Λίβανος βρίσκεται μπροστά σε νέες και εξαιρετικά δυσοίωνες εξελίξεις λόγω του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν και της συμμετοχής σε αυτόν της Χεζμπολάχ, γεγονός που οδήγησε σε νέο κύκλο ισραηλινών επιθέσεων.

Λιβανέζοι χριστιανοί στρατιώτες του Μουτεσαριφάτου του Όρους Λιβάνου με πλήρη εξάρτυση, τέλη του 19ου αιώνα. Η περίοδος του οθωμανικού Mουτεσαριφάτου (1861-1918), του πρώτου προπλάσματος του μεταγενέστερου λιβανέζικου κράτους, σηματοδότησε μια «μακρά ειρήνη» σε ό,τι αφορούσε την εσωτερική του κατάσταση, καθώς Μαρωνίτες, Ορθόδοξοι, Δρούζοι και Σουνίτες συμβίωναν χωρίς υπέρμετρη οξύτητα και διακοινοτική βία.
mideastimage.com
Ιδιαιτερότητες
Εύλογα, η σημερινή κατάσταση αναζωπύρωσε και στην Ελλάδα το ενδιαφέρον για τον Λίβανο και, κατά συνέπεια, το βιβλίο του Δημήτρη Κούρκουλα δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί σε προσφορότερη συγκυρία. Ο συγγραφέας, ανώτατο στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και υφυπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας (2012-2015), έχει την απαιτούμενη σκευή για να προσεγγίσει με επάρκεια το θέμα του, καθώς υπηρέτησε ως πρέσβης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον Λίβανο την περίοδο 1997-2001 και ήταν, μάλιστα, ο πρώτος πρέσβης που έστειλε η ΕΕ στη χώρα μετά τον εμφύλιο πόλεμο.[9] Δύο σημεία χρειάζεται να αναφερθούν εξαρχής: το πρώτο είναι ότι το βιβλίο αυτό (έκτασης 157 σελίδων) έχει εισαγωγικό χαρακτήρα και είναι γραμμένο για να διαβαστεί από τον μέσο, πεπαιδευμένο αναγνώστη, ο οποίος ενδιαφέρεται να αποκτήσει μια πρώτη επαφή με τη λιβανέζικη πραγματικότητα. Το στόχο αυτό ο Κούρκουλας τον πετυχαίνει απολύτως και γιατί γράφει με στρωτή και συγκροτημένη γλώσσα χωρίς βερμπαλισμούς αλλά και διότι επεξηγεί με σαφήνεια τις ποικίλες διαστάσεις των ζητημάτων που παρουσιάζει, χωρίς να είναι αναγκαίο να έχει ο αναγνώστης πρότερη γνώση της χώρας.
Το δεύτερο σημείο είναι, ίσως, ακόμα πιο χρήσιμο για τον αναγνώστη: είναι σύνηθες για πολλούς «δυτικούς» παρατηρητές, και ιδίως για όσους έχουν ελλιπή γνώση της περιοχής, να γράφουν για την αραβική «Ανατολή» (όπως άλλωστε και για τα Βαλκάνια) με ένα, συγκαλυμμένο ή όχι, αίσθημα ανωτερότητας. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στο βιβλίο αυτό. Ο συγγραφέας του προσεγγίζει με πρόδηλη συμπάθεια και (γιατί όχι;) αγάπη τον Λίβανο και τους κατοίκους του: «αυτό που κάνει τον Λίβανο αξιαγάπητο», γράφει, «είναι η ζεστασιά των ανθρώπων, η ενεργητικότητά τους και η αγάπη τους για ζωή» (σ. 145). Όταν πρωτοπήγε στη χώρα, η «αναρχία» που επικρατούσε στο αεροδρόμιο αλλά και γενικότερα, τα κατεστραμμένα κτίρια και τα πολλαπλά σημεία ελέγχου από πάνοπλους (αλλά συχνά ρακένδυτους) στρατιώτες τον ώθησαν να βρει τρόπους για να επιστρέψει στις Βρυξέλλες. «Σε πολύ σύντομο διάστημα», ωστόσο, «συνεπαρμένος από τη ζωντάνια της Βηρυτού, είχα αρχίσει να σκέφτομαι το ακριβώς αντίθετο: πώς θα μπορούσα να παρατείνω τη διαμονή μου» (σ. 25-26). Είναι προφανές ότι το έργο αυτό δεν είναι μόνο καρπός γνώσης και πολιτικής εμπειρίας αλλά και ένας θερμός χαιρετισμός σε έναν πραγματικά αξιαγάπητο όσο και μαρτυρικό λαό.
Η δομή του βιβλίου είναι και αυτή στρωτή και αναπτύσσεται με χρονολογική σειρά: 15 κεφάλαια αναλύουν με περιεκτικό αλλά ακριβή τρόπο τις σημαντικότερες πτυχές που συνθέτουν τη λιβανέζικη εμπειρία. Έπειτα από δύο εισαγωγικά κεφάλαια όπου διαγράφεται σε αδρές γραμμές η ιστορική εξέλιξη του Λιβάνου από την οθωμανική εποχή μέχρι και την ανεξαρτησία (σ. 28-42), ο συγγραφέας προχωρά στην κάλυψη ευρείας γκάμας θεμάτων, η οποία εκτείνεται από το πολιτικό σύστημα του Λιβάνου, το θρησκευτικό του μωσαϊκό και τον εμφύλιο πόλεμο μέχρι τη συριακή παρουσία στη χώρα, τη διακυβέρνηση του Ραφίκ Χαρίρι (1992-1998, 2000-2004) και την ελληνική κοινότητα της Βηρυτού. Η λιβανέζικη οικονομία αλλά και η λιβανέζικη κουζίνα (πολυπολιτισμική και αυτή) έχουν επίσης τα δικά τους κεφάλαια. Παρότι το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου εστιάζει στην πολιτική κατάσταση και στις διεθνείς σχέσεις της χώρας, δεν λείπουν οι αναφορές σε ορισμένα ενδιαφέροντα ζητήματα της κοινωνικής ζωής του Λιβάνου, όπως, για παράδειγμα, στη σιιτική πρακτική του «γάμου προσωρινής απόλαυσης» (nikah al-mut’ah), μιας πραγματικά ευφάνταστης λύσης για τη σύντομη συμβίωση ανδρών και γυναικών στο πλαίσιο μιας παραδοσιακής και πατριαρχικής κοινωνίας. Η πρακτική αυτή επιτρέπει τη νόμιμη συμβίωση για ένα προκαθορισμένο χρονικό διάστημα, μετά την παρέλευση του οποίου ο «γάμος» λύεται αυτομάτως χωρίς περαιτέρω νομικές διαδικασίες, ενώ η «σύζυγος» λαμβάνει και ένα χρηματικό ποσό (σ. 48). Το βιβλίο πλαισιώνεται από ένα χρήσιμο χρονολόγιο, το οποίο καλύπτει την ιστορία του Λιβάνου από τη φοινικική αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας και από σύντομα βιογραφικά σημειώματα 11 προσωπικοτήτων που άφησαν το στίγμα τους στην πολιτική, οικονομική αλλά και πολιτιστική ζωή του Λιβάνου, όπως ο μαρωνίτης πολιτικός Μισέλ Αούν, ο χριστιανός συγγραφέας Αμίν Μααλούφ, ο δρούζος ηγέτης Καμάλ Τζουμπλάτ (πατέρας του σημερινού ηγέτη των Δρούζων, Ουαλίντ) και ο σιίτης Ναμπίχ Μπέρι, ο οποίος είναι μακράν «ο μακροβιότερος πρόεδρος Κοινοβουλίου παγκοσμίως», καθώς εκλέγεται στην προεδρία της Βουλής του Λιβάνου συνεχώς από το 1992 (σ. 152). Θα βοηθούσε τον αναγνώστη η ύπαρξη ενός χάρτη που να δείχνει την εδαφική εξέλιξη της χώρας από το Εμιράτο του Λιβάνου μέχρι και τον «Μεγάλο Λίβανο», όπως και ένα ευρετήριο κύριων ονομάτων. Καλό θα ήταν αυτά να προστεθούν στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου.
Ο Κούρκουλας είναι προσεκτικός στις παρατηρήσεις του και αποφεύγει τις εύκολες γενικεύσεις. Εξετάζοντας τον εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος ξεκίνησε ως σύγκρουση μεταξύ Μαρωνιτών και μουσουλμάνων, για παράδειγμα, αναφέρεται στη σφοδρή διαμάχη, το 1978, ανάμεσα στον φιλοσύριο Μαρωνίτη Σουλεϊμάν Φρανζί (πρόεδρος: 1970-1976) και τον επίσης Μαρωνίτη αλλά φιλοϊσραηλινό Μπασίρ Τζεμαγιέλ, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος τον Αύγουστο του 1982 αλλά δολοφονήθηκε λίγες μέρες αργότερα. Η σύγκρουση αυτή, κατά την οποία ο γιος του Σουλεϊμάν, Αντουάν (Τόνι), μαζί με την κόρη και τη σύζυγο του γιου του, δολοφονήθηκαν από άνδρες του Τζεμαγιέλ, επιτρέπει στον Κούρκουλα να τονίσει ότι η αιματηρή ενδομαρωνιτική διαμάχη «δείχνει πόσο περίπλοκος ήταν ο εμφύλιος πόλεμος και δεν ήταν απλώς μια αντιπαράθεση χριστιανών και μουσουλμάνων, αλλά συχνά χριστιανών εναντίον χριστιανών και μουσουλμάνων εναντίον μουσουλμάνων, με συνεχώς εναλλασσόμενες συμμαχίες και μέτωπα» (σ. 62-63). Η παρατήρηση αυτή υπογραμμίζει μια σημαντική σταθερά της νεότερης ιστορίας του Λιβάνου. Όπως ακριβώς ο εμφύλιος του 20ού αιώνα δεν ήταν απλά ένας θρησκευτικός πόλεμος, έτσι και η εμφύλια σύρραξη μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων στο όρος Λίβανος το 1860, όπως παρατηρεί ο διαπρεπής ιστορικός του αραβικού κόσμου Albert Hourani, είχε κυρίως πολιτικά και κοινωνικά αίτια και δεν μπορεί να αποδοθεί μονοσήμαντα στη θρησκεία. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη διαφορετικών θρησκειών δεν οδηγεί αναπόδραστα σε σύγκρουση. Από την άλλη πλευρά, η διακοινοτική βία δεν ήταν ο κανόνας αλλά μάλλον η εξαίρεση: σε γενικές γραμμές, συμπεραίνει ο Hourani, γράφοντας το 1946, οι θρησκευτικές κοινότητες του Λιβάνου συμβίωναν ειρηνικά και με σεβασμό στη θρησκεία και στις παραδόσεις των γειτόνων τους.[10]
Επιπλέον, η σημαντική προσωπική εμπειρία που απέκτησε ο Κούρκουλας στη χώρα λόγω της θέσης του, του δίνει τη δυνατότητα να διανθίσει το κείμενό του με ενδιαφέρουσες βινιέτες, οι οποίες εικονογραφούν άριστα τα βασικά ζητήματα που αναλύει. Όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, για παράδειγμα, διαπίστωσε με έκπληξη ότι η ΕΕ είχε τέσσερις οδηγούς διαφορετικού θρησκεύματος, μια πρακτική την οποία θεώρησε σπατάλη. Σύντομα, όμως, κατάλαβε τη σκοπιμότητα της επιλογής αυτής: ανάλογα με το εκάστοτε πρόγραμμα μετακινήσεων του πρέσβη, το αυτοκίνητό του έπρεπε να περάσει από συγκεκριμένα σημεία στρατιωτικού ελέγχου, τα οποία επάνδρωναν συγκεκριμένες πολιτοφυλακές. Έτσι, η πρεσβεία επέλεγε τον οδηγό του πρεσβευτικού αυτοκινήτου ανάλογα με το ποιος θα επάνδρωνε τα checkpoints, από τα οποία έπρεπε να περάσει. Δεν αποτελεί έκπληξη, βέβαια, ότι ο μαρωνίτης οδηγός (και πρώην πυγμάχος) ο οποίος και τον παρέλαβε από το αεροδρόμιο «έσπρωχνε με δύναμη για να μου ανοίξει διάδρομο να περάσω ανάμεσα στο πλήθος», ενώ στη συνέχεια του είπε: «Καλωσορίσατε και συγγνώμη για την αναστάτωση, αλλά βρισκόμαστε στο μουσουλμανικό τμήμα της Βηρυτού» (σ. 20-21).
Όπως θα περίμενε κανείς, ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετές σελίδες στο ιδιόμορφο πολιτικό σύστημα του θρησκευτικού κοινοτισμού του Λιβάνου, το οποίο, όπως έχει επισημανθεί, διαμοιράζει τα πολιτικά αξιώματα με βάση τη θρησκεία και είναι γνωστό στη διεθνή βιβλιογραφία ως «confessionalism» και «sectarianism». Στα ελληνικά, ο Κούρκουλας τον αποδίδει με τον όρο «ομολογητισμός» (σ. 45) και σημειώνει, με μια ισορροπημένη διατύπωση, ότι το σύστημα αυτό, «[θ]εωρήθηκε, δικαίως, εμπόδιο στην εύρυθμη λειτουργία των θεσμών και μια από τις κύριες αιτίες της διαφθοράς που υπονομεύει τη χώρα Οι υπερασπιστές του ισχύοντος συστήματος εξακολουθούν να το βλέπουν ως τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή που επιτρέπει σε μια πολυθρησκευτική κοινωνία να βιώνει μια μορφή ενότητας και να αποτρέπει την κυριαρχία μιας θρησκευτικής κοινότητας έναντι των υπολοίπων» (σ. 47). Πράγματι, το σύστημα αυτό επικρίνεται συχνά ως «αρχαϊκό» και έχει όντως εμποδίσει τη δημιουργία ενός ισχυρού κεντρικού κράτους. Ωστόσο, όχι μόνο αποτρέπει την απόλυτη κυριαρχία μιας θρησκείας αλλά, καθώς συμπεριλαμβάνει όλες τις θρησκείες και τα δόγματα του Λιβάνου, δεν αφήνει καμία κοινότητα ανέστια και χωρίς θεσμοθετημένη θέση στο πολιτικό σύστημα. Είναι επίσης σημαντικό να προστεθεί και το ότι η αδυναμία του λιβανέζικου κεντρικού κράτους απέτρεψε την οικοδόμηση μιας πανίσχυρης αλλά και δικτατορικής κεντρικής εξουσίας, ανάλογης με αυτή της Συρίας ή του Ιράκ, με τα γνωστά σε όλους θλιβερά αποτελέσματα για τους λαούς των χωρών αυτών.
Η ύπαρξη του θρησκευτικού κοινοτισμού, ωστόσο, όπως σημειώνει ο Κούρκουλας, είχε και μια ακόμα διάσταση: την αδυναμία δημιουργίας ενός κοινού εθνικού αισθήματος «και την έλλειψη κοινού εθνικού αφηγήματος, μιας κοινής ερμηνείας ή ανάγνωσης της Ιστορίας» (σ. 48). Η εκτίμηση αυτή είναι απολύτως βάσιμη, καθώς πολλοί Λιβανέζοι (αν και λιγότεροι από ό,τι στο παρελθόν) εξακολουθούν να προσλαμβάνουν τον εαυτό τους κυρίως ως μέλος μιας θρησκευτικής και όχι μιας εθνικής ομάδας. Στο σημείο αυτό θα ήταν διαφωτιστική μια σύγκριση με μια άλλη εδαφικά μικρή, θρησκευτικά πλουραλιστική και μεταοθωμανική χώρα, η οποία, όμως, κατάφερε, σε πλήρη αντίθεση με τον Λίβανο, να δημιουργήσει μια ισχυρή εθνική ταυτότητα: την Αλβανία. Η σύγκριση με την Αλβανία ίσως ξενίζει αλλά δεν θα έπρεπε: όπως και ο Λίβανος έτσι και η Αλβανία ανήκε επί αιώνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και περιείχε διαφορετικές θρησκείες και δόγματα: ορθόδοξους και καθολικούς χριστιανούς, σουνίτες μουσουλμάνους και Μπεκτασήδες, μια μυστικιστική και συγκρητιστική θρησκευτική ομάδα, γέννημα της λαϊκής ισλαμικής θρησκευτικότητας. Ο αλβανικός εθνικισμός εκδήλωσε τα πρώτα του σκιρτήματα στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα αλλά άργησε να κυριαρχήσει, παρότι υπήρχε αλβανικό κράτος από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ο κύριος λόγος της καθυστέρησης αυτής ήταν ότι υπήρχαν πολλές διαιρετικές τομές ανάμεσα στους Αλβανούς: η χώρα ήταν χωρισμένη ανάμεσα στους (μουσουλμάνους και καθολικούς χριστιανούς) Γκέκηδες, που ζούσαν στον φυλετικά οργανωμένο βορρά, και στους (ορθόδοξους χριστιανούς και μουσουλμάνους) Τόσκηδες, που κατοικούσαν στον αγροτικό νότο, ο οποίος και βασιζόταν στη διευρυμένη οικογένεια.[11] Η αλβανική κοινωνία, με άλλα λόγια, ήταν και αυτή κατακερματισμένη θρησκευτικά όπως και ο Λίβανος.
Ο δρόμος που ακολούθησε η Αλβανία, ωστόσο, ήταν εντελώς διαφορετικός από αυτόν του Λιβάνου: στην Αλβανία, η άνοδος στην εξουσία του Ενβέρ Χότζα, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έφερε στη χώρα ένα δικτατορικό κομμουνιστικό καθεστώς, το οποίο κυριολεκτικά ξεθεμέλιωσε βίαια όλα τα ερείσματα της θρησκείας από την Αλβανία, ενώ την ανακήρυξε και επισήμως ως την «πρώτη αθεϊστική χώρα» τη δεκαετία του 1960. Ο εξοστρακισμός της θρησκείας και η επίσης βίαιη διάλυση των φυλετικών δομών του βορρά δημιούργησαν ένα ταυτοτικό κενό, το οποίο και καλύφθηκε πλήρως από τον αλβανικό εθνικισμό, τον λεγόμενο «Αλβανισμό», που προωθούσε το κομμουνιστικό καθεστώς.[12] Η διαδικασία αυτή οδήγησε στην πλήρη εδραίωση του εθνικισμού στην Αλβανία και αποδεικνύει κάτι σημαντικό: η ανάπτυξη εθνικού αισθήματος σε πολυθρησκευτικές, μεταοθωμανικές κοινωνίες δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί χωρίς την ύπαρξη μιας αυταρχικής κεντρικής εξουσίας, η οποία και θα διαλύσει τις εστίες αφοσίωσης που είναι ανταγωνιστικές προς τον εθνικισμό, όπως η θρησκεία, οι φυλετικές δομές και ο τοπικισμός. Η Αλβανία του Χότζα το κατάφερε αυτό, οικοδομώντας στην πορεία μια εθνική ταυτότητα. Ο Λίβανος, αντιθέτως, δεν ακολούθησε το δρόμο αυτό: όχι μόνο δεν επιτέθηκε στις θρησκείες που κατακερματίζουν τη λιβανέζικη κοινωνία αλλά τις κατέστησε, όπως έχει ήδη επισημανθεί, κυρίαρχο πολιτικό μηχανισμό, υιοθετώντας τον θρησκευτικό κοινοτισμό. Έτσι, απέφυγε μεν τη δικτατορία του κομμουνιστικού καθεστώτος και τη βαρβαρότητα της ισχυρής κεντρικής εξουσίας αλλά δεν κατάφερε να οικοδομήσει ένα κοσμικό έθνος.
Η Χεζμπολάχ
Η παρουσία στον Λίβανο της Χεζμπολάχ απασχολεί διαρκώς την πολιτική επικαιρότητα και δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από το βιβλίο αυτό. Ο Κούρκουλας κάνει αρκετές αναφορές στην οργάνωση αυτή (κυρίως στις σ. 99-112) και ανατέμνει με διεισδυτικότητα την ανάδυση και την εξέλιξή της, καθώς και τη διαδρομή του ηγέτη της Χασάν Νασράλα, ο οποίος σκοτώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024 από τους Ισραηλινούς. Η Χεζμπολάχ («Το κόμμα του Θεού») εγγράφεται στη σταδιακή πολιτική «αφύπνιση» των σιιτών του Λιβάνου, οι οποίοι αρχικά ήταν «πολιτικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένοι» (σ. 100). Η οργάνωση αυτή ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από το σιιτικό Ιράν και παραμένει υπό τον στενό του έλεγχο μέχρι και σήμερα, αποτελώντας σημαντικό κρίκο της ιρανικής «Αντίστασης» μαζί με ιρακινές πολιτοφυλακές σιιτών, την παλαιστινιακή (αλλά σουνιτική) Χαμάς, τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και τους Χούθι της Υεμένης. Όπως σημειώνει ο Κούρκουλας, δεν πρόκειται για μια μονοδιάστατα τρομοκρατική οργάνωση, όπως εκτιμούν πολλοί, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ. Η Χεζμπολάχ είναι ένας σύνθετος φορέας που περιέχει έναν αξιόμαχο, άριστα εκπαιδευμένο και καλά εξοπλισμένο στρατιωτικό βραχίονα, ένα πολιτικό κόμμα που συμμετέχει πλήρως στην πολιτική και κοινοβουλευτική ζωή του Λιβάνου και μια οργάνωση που υποστηρίζει ποικίλες κοινωνικές δράσεις στις σιιτικές περιοχές, χτίζει νοσοκομεία και σχολεία, ενισχύει τις οικογένειες μαχητών που σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις με το Ισραήλ, ενώ ανοικοδομεί και τις περιοχές που κατά καιρούς πλήττονται από τις ισραηλινές επιθέσεις. Η Χεζμπολάχ έφτασε στο απόγειο της δύναμης και της δημοτικότητάς της το 2000, όταν οι επιθέσεις των μαχητών της ανάγκασαν το Ισραήλ να αποχωρήσει από τα εδάφη που κατείχε στον νότιο Λίβανο. Σήμερα, βέβαια, η οργάνωση αυτή έχει δεχτεί σφοδρά χτυπήματα από το Ισραήλ, ενώ έχει αλλάξει δραματικά και η συνολική στρατηγική εικόνα της Μέσης Ανατολής με την εκδίωξη του Άσαντ από τη Συρία, τα συντριπτικά ισραηλινά πλήγματα εναντίον της Χαμάς και τον πόλεμο στο Ιράν. Παραμένει εξαιρετικά δύσκολο, ωστόσο, το να προβλέψει κανείς πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση στον Λίβανο αλλά και το ποια θα είναι τα επόμενα βήματα της Χεζμπολάχ, καθώς και το αν θα καταφέρει το εξαιρετικά αδύναμο λιβανέζικο κράτος να την αφοπλίσει.
Στην αρχή του κειμένου αυτού επισημάνθηκε ότι ο χαρακτηρισμός «ξεχωριστή χώρα», που αποδίδει στον Λίβανο ο υπότιτλος του βιβλίου του Κούρκουλα είναι απολύτως εύστοχος. Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός, ωστόσο, έχει και άλλες αναγνώσεις. Πράγματι, ο Λίβανος δεν είναι «ξεχωριστός» μόνο επειδή έχει ιδιαιτερότητες που δεν απαντώνται στις άλλες μεσανατολικές χώρες αλλά και διότι μέχρι σήμερα κατάφερε να ξεπεράσει τις δυσκολίες και τις προκλήσεις που συνάντησε με δημιουργικότητα, θυσίες και επιμονή· και αυτό τον κάνει δυο φορές ξεχωριστό. Όσοι ενδιαφέρονται να κατανοήσουν τις προκλήσεις αυτές και τους τρόπους αντιμετώπισής τους θα βρουν στο βιβλίο του Κούρκουλα έναν προσεκτικό, καλογραμμένο και αξιόπιστο οδηγό.

Μάιος 2023. Συστοιχίες πυραυλικών συστημάτων της Χεζμπολάχ και οι χειριστές τους, στην περιοχή του χωριού Ααράμτα, στον νότιο Λίβανο. Η Χεζμπολάχ ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από το σιιτικό Ιράν και παραμένει υπό τον στενό του έλεγχο μέχρι και σήμερα, αποτελώντας σημαντικό κρίκο της ιρανικής «Αντίστασης» μαζί με ιρακινές πολιτοφυλακές σιιτών, την παλαιστινιακή (αλλά σουνιτική) Χαμάς, τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και τους Χούθι της Υεμένης.
Tasnim News Agency
[1] Οι Μαρωνίτες ανήκουν στις «ανατολικές καθολικές εκκλησίες» και, παρότι έχουν διαφορετικό τυπικό από τους ρωμαιοκαθολικούς, βρίσκονται σε κοινωνία με τη Ρώμη και αποδέχονται την παπική ηγεσία. Το ίδιο κάνουν και οι Μελκίτες, οι ελληνόρυθμοι Ελληνοκαθολικοί, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ορθοδοξία στις αρχές του 18ου αιώνα και αναγνώρισαν τον Πάπα, διατηρώντας το τυπικό τους. Η χρήση του όρου «Ελληνορθόδοξοι», όπως επισημαίνει ο Κούρκουλας, δεν σημαίνει ότι έχουν ελληνική εθνοτική καταγωγή, καθώς ο όρος αυτός είναι μετάφραση του οθωμανικού «ρουμ ορτοντόκς» (σ. 123-124). Ομοίως και οι «Ελληνοκαθολικοί», είναι και αυτοί άραβες, ενώ και αυτός ο όρος είναι μετάφραση του αντίστοιχου οθωμανικού. Η θρησκεία των Δρούζων προέρχεται ιστορικά από τον ισμαηλιτικό κλάδο του σιιτικού Ισλάμ και έχει έντονα συγκρητιστικό χαρακτήρα, καθώς ενσωματώνει στοιχεία διαφόρων θρησκειών και φιλοσοφικών ρευμάτων. Για περιεκτικές εισαγωγές στις θρησκευτικές αυτές κοινότητες βλ. τα οικεία λήμματα στο έργο των Gabor Agoston – Bruce Masters (eds), Encyclopedia of the Ottoman Empire (New York 2001). Για την πρώιμη ιστορία των ανατολικών καθολικών εκκλησιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βλ και Charles A. Frazee, Catholics and Sultans: The Church and the Ottoman Empire 1453-1923 (Cambridge 1983), 48-55 και για τον 19ο αιώνα 275-292.
[2] Μεταξύ του Εμιράτου και του Μουτεσαριφάτου μεσολάβησε και μία σύντομη περίοδος (1843-1861) όπου, κατόπιν πιέσεων από τις Μεγάλες Δυνάμεις, η περιοχή του όρους του Λιβάνου χωρίστηκε σε δύο οντότητες, μια μαρωνιτική και μία υπό τον έλεγχο των Δρούζων. Κατά τις διαπραγματεύσεις αυτές με τους Οθωμανούς, η Βρετανία υποστήριζε τους Δρούζους και η Αυστρία τους Μαρωνίτες. Ο κυβερνήτης της κάθε περιοχής έφερε τον τίτλο του καϊμακάμη. Βλ. Bruce Masters, The Arabs of the Ottoman Empire, 1516-1918: A Social and Cultural History (Cambridge 2013), 166.
[3] Ο όρος ανήκει στο βιβλίο του Engin Akarli, The Long Peace: Ottoman Lebanon, 1861-1920. (Berkeley 1993), ενός από τα σημαντικότερα βιβλία για το Μουτεσαριφάτο. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του (σ. 1), η περίοδος αυτή ήταν «το μεγαλύτερο διάστημα εσωτερικής ειρήνης στη νεότερη ιστορία του Λιβάνου» («the longest span of internal peace in modern Lebanese history»).
[4] Ο αλβανός μουτεσαρίφης ήταν ο Πάσκο Βάσα (ή Βάσα πασά), ένας πολύγλωσσος οθωμανός αξιωματούχος, για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω. Για την εσωτερική οργάνωση και εξέλιξη του μουτεσαριφάτου βλ.επίσης: Fawwaz Traboulsi, A History of Modern Lebanon (London 2012), 41-51. Για τη γαλλική πολιτική βλ. Frazee, Catholics, ό.π., passim.
[5] Κατά τη συμφωνία αυτή οι Γάλλοι θα έλεγχαν τη Συρία και τον Λίβανο και οι Βρετανοί το Ιράκ, την (υπερ)Ιορδανία και την Παλαιστίνη, βλ. James Barr, Μια γραμμή στην άμμο 1915-1949: Η Βρετανία, η Γαλλία και η διαμάχη που διαμόρφωσε τη Μέση Ανατολή (Αθήνα 2025).
[6] Για ένα ενδιαφέρον πορτρέτο της Βηρυτού ως μιας «λεβαντίνικης» πόλης βλ Φίλιπ Μάνσελ, Λεβάντε: Μεγαλείο και Καταστροφή στη Μεσόγειο (Αθήνα 2010), και ιδίως τα κεφ. Θ΄ και ΙΕ΄.
[7] Για τη μεσοπολεμική ιστορική εξέλιξη του Λιβάνου βλ. M. E. Yapp, The Near East Since the First World War (London - New York 1991), 104-115.
[8] Για το «Εθνικό Σύμφωνο» του 1943 βλ. Farid El-Khazen, The Communal Pact of National Identities: The Making and Politics of the 1943 National Pact (Papers on Lebanon 12, Oxford Centre for Lebanese Studies 1991).
[9] Εκτός από την κεντρική υπηρεσία της ευρωπαϊκής επιτροπής, ο Κούρκουλας υπηρέτησε και ως πρέσβης της ΕΕ στη Βουλγαρία την περίοδο 2001-2006 και στη Βοσνία (2006-2010). Έχει γράψει και άλλα δυο βιβλία, τα οποία σχετίζονται και αυτά με την επαγγελματική του διαδρομή: Μην πυροβολείτε την Ευρώπη. Γιατί είναι απαραίτητη η Ευρωπαϊκή Ένωση (Αθήνα 2021) και Βοσνιακά θραύσματα. Μια νάρκη στην καρδιά της Ευρώπης (Αθήνα 2024).
[10] Albert Hourani, Syria and Lebanon: A Political Essay (Oxford 1946), 130.
[11] Για την ιστορική εξέλιξη του αλβανικού εθνικισμού βλ. Stavro Skendi, The Albanian national awakening, 1878-1912 (Princeton 1967)· Nathalie Clayer, Οι απαρχές του αλβανικού εθνικισμού (Ιωάννινα 2009). Για τους Μπεκτασήδες βλ. Βασίλης Νιτσιάκος, «Θρησκεία και εθνική ταυτότητα στην Αλβανία. Η περίπτωση των Μπεκτασήδων», Εισήγηση στο Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών με θέμα: Διαστάσεις της μετάβασης και η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Φλώρινα, 10-12/11/2006. Αναρτημένη στον ιστότοπο: https://argolikivivliothiki.gr/2012/01/23/religion/ Για τη φυλετική κοινωνία της βόρειας Αλβανίας, βλ. M. Edith Durham, Βόρεια Αλβανία. Φυλή, τιμή και βία σε μια προνεοτερική κοινωνία (Αθήνα 2026).
[12] Για τη θρησκευτική πολιτική του Χότζα βλ. Bernhard Tonnes, “Religious persecution in Albania,” στο περιοδικό: Religion in Communist Lands τ.10, νο. 3 (1982), 242-255. Η έννοια του «Αλβανισμού» είχε δημιουργηθεί ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Πάσκο Βάσα, ο οποίος έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω ως μουτεσαρίφης του Λιβάνου. Ο Βάσα ήταν από τις σημαντικότερες μορφές του αλβανικού εθνικισμού και στο ποίημά του «Ω φτωχή Αλβανία», κάλεσε τους συμπατριώτες του να μη σκέφτονται «την εκκλησία ή το τζαμί» και κατέληγε: «η πίστη των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός.». Βλ. Βασίλης Νιτσιάκος, «Θρησκεία και εθνική ταυτότητα», όπ.π.
Η αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος
Omer Bartov, Ισραήλ. Τι πήγε λάθος;, μετάφραση από τα αγγλικά: Στέφανος Καβαλλιεράκης, πρόλογος: Σταύρος Ζουμπουλάκης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 346 σελ.
Ένας ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, ο Ομέρ Μπάρτοβ, με αφορμή τα γεγονότα που ακολούθησαν τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023, ασκεί καταλυτική κριτική στο Ισραήλ. Η δημιουργία του ισραηλινού κράτους, λέει, έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους. Οπότε, κατ’ αυτόν, η 7/10 είναι μια πολιτική απάντηση στην καταπίεση, η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού είναι θεμιτή και, στο κάτω κάτω, το Ισραήλ έχει εργαλειοποιήσει σιωνιστικά το Ολοκαύτωμα. Πρόκειται για μια πολιτική παρέμβαση που προωθεί την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος, η οποία λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.
Το βιβλίο του Ομέρ Μπάρτοβ είναι το πρώτο που εκδίδεται στα ελληνικά. Γνωστός μελετητής του Ολοκαυτώματος, ο ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Brown το 2000 και με συνεχή σχεδόν παρουσία σε άλλα αμερικανικά πανεπιστήμια από το 1987, έχει στο ενεργητικό του σειρά βιβλίων και δεκάδων άρθρων σχετικών με την εξόντωση του εβραϊσμού στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διερευνούν τη σχέση της Βέρμαχτ και των στρατιωτών της με τον ναζιστικό μηχανισμό, καθώς και τη δράση της εναντίον των Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης, η οποία είχε συστηματικά αποσιωπηθεί μετά τον πόλεμο. Προφανώς, στο πλαίσιο της ειδίκευσής του, τον Μπάρτοβ απασχόλησαν ζητήματα που αφορούν την ιστορία του σιωνισμού και του κράτους του Ισραήλ, ζητήματα σύνθετα, πολυσυζητημένα πάντα με ιδιαίτερα φορτισμένο τρόπο.
Η διανοητική πορεία του Μπάρτοβ δεν διαχωρίζεται βέβαια από τις οικογενειακές και εθνικές καταβολές του. Γεννημένος σε κιμπούτς στο Ισραήλ, από γονείς με καταγωγή από την Πολωνία που πήγαν στην υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη, έζησε στο Τελ Αβίβ μέχρι 25 χρόνων, πολέμησε στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, τραυματίστηκε σε ατύχημα κατά τη θητεία του και, στη συνέχεια, σπούδασε στην Οξφόρδη και στο Πρίνστον, από όπου ξεκίνησε τη μακρά ακαδημαϊκή διαδρομή του. Από πολλές απόψεις αντιμετωπίζουμε την περίπτωση ενός ακαδημαϊκού ιστορικού που εργάζεται στις ΗΠΑ, ο οποίος, όπως οι περισσότεροι Εβραίοι, φέρει το βάρος της συλλογικής μνήμης του Ολοκαυτώματος. Ταυτόχρονα, η ενηλικίωσή του στο Ισραήλ, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί και η εκεί παρουσία του για μεγάλα διαστήματα υπήρξαν παράγοντες που συντήρησαν τη σχέση του με τη ζωή στο Ισραήλ και τα εκεί πολιτικά πράγματα. Αυτή η τριπλή διάσταση, το βάρος του Ολοκαυτώματος που μοιάζει να φέρει στις πλάτες του, η σχέση του με το Ισραήλ και το ενδιαφέρον του για το μέλλον του, και η ακαδημαϊκή του παρουσία στις ΗΠΑ, όπου η κριτική στο Ισραήλ έχει ενισχυθεί υπερβολικά, συνιστούν πτυχές που έχουν επηρεάσει συνολικά τη δουλειά του και τον δημόσιο λόγο του.
Ισραήλ και Παλαιστίνιοι
To Ισραήλ. Τι πήγε λάθος; δεν είναι ακαδημαϊκή πραγματεία. Δεν έχει υποσημειώσεις ούτε εξαντλητικές συζητήσεις ιστοριογραφικού τύπου, και η βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος είναι εντελώς επιλεκτική. Χωρίζεται σε εισαγωγή, πέντε κεφάλαια και επίμετρο, ενώ προηγείται πρόλογος του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Τα πέντε κεφάλαια έχουν τίτλο, « Ο αιώνιος πόλεμος του Ισραήλ», «Αντισημιτισμός και σιωνισμός», «Το σύνδρομο του ποτέ ξανά», «Για τη σφαγή των παιδιών» και «Το χαμένο Σύνταγμα». Ο τίτλος του βιβλίου προδιαθέτει τον αναγνώστη ότι θα διαβάσει κάτι επικριτικό για το Ισραήλ, και πράγματι έτσι είναι. Ο Μπάρτοβ δεν μας προσφέρει μια ακαδημαϊκή πραγματεία, αλλά μια πολιτική ανάλυση με ισχυρή πολεμική διάσταση, η οποία αναφέρεται κατά βάση στο παρόν, αλλά και στο παρελθόν.
Το βιβλίο απευθύνεται σε διαφορετικά ακροατήρια. Σε ένα αμερικανικό και διεθνές ακροατήριο που ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις στο Ισραήλ και την Γάζα, σε ένα ισραηλινό ακροατήριο άμεσα επηρεασμένο από τον πόλεμο που ξεκίνησε η Χαμάς, και σε ένα στενότερο, ακαδημαϊκό ακροατήριο που γνωρίζει καλύτερα τις συζητήσεις σχετικά με το Ολοκαύτωμα, τις πολιτικές της μνήμης, το τραύμα και τη σχέση αντισημιτισμού και αντισιωνισμού. Ίσως αυτή η τριπλή στόχευση να είναι υπεύθυνη για τον λίγο χαοτικό τρόπο με τον οποίο ο Μπάρτοβ παραθέτει τα επιχειρήματά του, επιστρέφοντας σε σημεία στα οποία είχε αναφερθεί πριν, για να τα αναδιατάξει ή να τα ενισχύσει, παραγνωρίζοντας ταυτόχρονα σημαντικά και γνωστά πράγματα και χρησιμοποιώντας διπλά κριτήρια ανάλογα με το αν αναφέρεται στο Ισραήλ ή στους Παλαιστίνιους κ.λπ. Παρά ταύτα, το ανάγνωσμα διαβάζεται εύκολα και διακρίνεται από μια κάποια συνοχή.
Υπάρχουν κάποιες κεντρικές ιδέες με τις οποίες διαλέγεται ο συγγραφέας, η σημαντικότερη από τις οποίες δεν αφορά το ερώτημα τι πήγε λάθος στο Ισραήλ –όπως διαβάζουμε στον τίτλο του βιβλίου– αλλά αν τελικά το λάθος είναι το ίδιο το Ισραήλ, η ύπαρξή του. Το ότι δηλαδή ο σιωνισμός από κίνημα εβραϊκής χειραφέτησης μετατράπηκε σε κρατική ιδεολογία που ενίσχυσε «τα χειρότερα ένστικτα του σιωνισμού» (σ. 44-45) και οδήγησε στην καταπίεση των Παλαιστινίων μέσω της κατοχής των εδαφών τους. Η δημιουργία του Ισραήλ έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους. Έτσι, φθάνουμε σε μια κατάσταση κατοχής η οποία υπήρξε η αιτία κάθε παλαιστινιακής αντίδρασης, αλλά της εσωτερίκευσης μιας ιδεολογίας κατοχής από τους ίδιους τους Εβραίους που αντιμετωπίζουν τους Άραβες ως μη ανθρώπινα όντα. Τοποθετεί δε την επίθεση της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου μέσα σε μια γραμμική λογική, όπου η κατοχή οδηγεί σε απόγνωση και αντίσταση, θεωρώντας ότι αυτό είναι το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που την ερμηνεύει (σ. 50). Στην ίδια γραμμή, ο Μπάρτοβ υποστηρίζει ότι η επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα είναι γενοκτονική, άποψη που είχε διατυπώσει για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2023. Λεκτικές υπερβολές του τύπου οι Παλαιστίνιοι είναι «υπάνθρωποι» και «ανθρώπινα ζώα», από αξιωματούχους του Ισραήλ, αποδεικνύουν την κατά τον Μπάρτοβ αδιαμφισβήτητή γενοκτονική πρόθεση. Συγχέοντας τον πόλεμο με τη γενοκτονία, στέκεται αποκλειστικά στη δυσανάλογη ανταπόδοση των Ισραηλινών στην επίθεση της Χαμάς, με τις δεκάδες χιλιάδες θανάτους αμάχων.
Γενοκτονία λοιπόν. Αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να έχει αποτραπεί, υποστηρίζει ο Μπάρτοβ, αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα από την ίδρυσή του, που ήταν εξάλλου και υποχρέωσή του με βάση τις κατευθύνσεις της απόφασης 181/47 του ΟΗΕ. Η προοπτική αυτή ακυρώθηκε στην πράξη και αυτό δεν αντισταθμίστηκε ούτε από τους θεμελιώδεις νόμους, που ψηφίστηκαν από την Κνεσέτ με πολύ αυξημένη πλειοψηφία και αποτέλεσαν τη βάση της κρατικής υπόστασης του Ισραήλ, ούτε από την ίδρυση Ανώτατου Δικαστηρίου που επέβλεπε την τήρησή τους. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη σημασία του Ανώτατου Δικαστηρίου στη διασφάλιση των θεμελιωδών νόμων και στην προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών της χώρας, όμως του καταλογίζει ότι δεν επέλυσε την ένταση στη σχέση εβραϊκότητας και κράτους δικαίου στο Ισραήλ, δεν καταδίκασε την κατοχή στη Δυτική όχθη, όπου «υπάρχει καθεστώς απαρτχάιντ», και δεν διασφάλισε τα εκεί δικαιώματα των Αράβων. Αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα, τότε όσα συνέβησαν στη συνέχεια σε βάρος των Αράβων μπορεί να είχαν αποφευχθεί και ο σιωνισμός θα είχε διασώσει την ψυχή του, αντί να βαδίζει προς την άβυσσο.
Αντισιωνισμός και αντισημιτισμός
Μια δεύτερη κεντρική ιδέα του βιβλίου αφορά τις ισραηλινές αντιδράσεις στην «αντίσταση» των Παλαιστινίων, που είναι προϊόν, λέει ο Μπάρτοβ, ενός εδραιωμένου αλλά προφανώς ανεδαφικού φόβου, καλλιεργούμενου από το σιωνιστικό καθεστώς για να κρατά σε συνεχή κινητοποίηση τους Εβραίους του Ισραήλ. Κεντρική θέση στο φόβο αυτό έχει το Ολοκαύτωμα, η συνεχής επίκλησή του οποίου εδραιώνει μια υπαρξιακή αγωνία και προκαλεί φοβικές αντιδράσεις. Παρότι το Ολοκαύτωμα είναι ένα τραυματικό γεγονός, γράφει ο Μπάρτοβ, η συντήρηση της μνήμης του ως καταστατικής συνθήκης του κράτους του Ισραήλ λειτουργεί αρνητικά, καθώς στα μάτια των εβραίων πολιτών του καθιστά το Ισραήλ μια μοναδική περίπτωση και του επιτρέπει να θεωρεί ότι το «απελευθερώνει» από τους περιορισμούς που ισχύουν για άλλα κράτη» (σ. 161). Πρακτικά, το Ισραήλ μπορεί να καταλύει το διεθνές δίκαιο κατά βούληση και χωρίς συνέπειες, λόγω της πεποίθησής του ότι το Ολοκαύτωμα, ως κάτι μοναδικό, του δίνει κάποια παραπάνω δικαιώματα. Η προτροπή του Μπάρτοβ δεν είναι απλώς να περιοριστεί η βαρύτητα της μνήμης του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ και διεθνώς, αλλά και να σχετικοποιηθεί η μοναδικότητά του, διότι συνιστά βασικό εμπόδιο στην αναγνώριση της σημασίας άλλων μαζικών εγκλημάτων. Το πρόβλημα έγκειται, σε βαθμό που δεν προσδιορίζεται, στη σύμβαση του ΟΗΕ για την αποτροπή της γενοκτονίας του 1948, που στηρίχθηκε στο Ολοκαύτωμα και έβαλε τον πήχη τόσο ψηλά ώστε κάθε άλλη μαζική σφαγή θα αδυνατούσε να τον περάσει. Έτσι, το Ισραήλ μπορεί να διεκδικεί τη διεθνή συμπάθεια και να ακυρώνει κάθε κριτική εναντίον του ως αντισημιτισμό. Για τον Μπάρτοβ, η αποδοχή της μοναδικότητας του Ολοκαυτώματος οδηγεί σε ένα παράδοξο. Όχι μόνο είναι ιστορικά ανακριβής, αλλά έχει και αρνητικές πολιτικές συνέπειες, διότι η επίκλησή της ως επιχείρημα υπέρ της δημιουργίας ασφαλούς εβραϊκού κράτους την αντιστρατεύεται η ίδια η πραγματικότητα που απέδειξε ότι το Ισραήλ αποτελεί το λιγότερο ασφαλές κράτος για τους Εβραίους (σ. 162-163).

1 Φεβρουαρίου 2025. Ο Γιάρντεν Μπίμπας, η σύζυγος και τα παιδιά του οποίου σκοτώθηκαν, συναντά τον πατέρα και την αδελφή του έπειτα από την πολύμηνη ομηρία του στη Γάζα, από τη Χαμάς.
IDF Spokesperson's Unit
Μια τρίτη ιδέα, την οποία συμμερίζεται απόλυτα ο συγγραφέας, είναι η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού. Η πεποίθηση, δηλαδή, ότι κάποιος μπορεί να είναι υπέρ της καταστροφής του Ισραήλ χωρίς να είναι αντισημίτης. Ας προσέξουμε εδώ μια κρίσιμη λεπτομέρεια. Η επιδοκιμασία του αντισιωνισμού δεν περιορίζεται στην αντίδραση ή στην κριτική σε πρακτικές συγκεκριμένων κυβερνήσεων, της κυβέρνησης Νετανιάχου σήμερα ή όποιας άλλης κυβέρνησης στο παρελθόν, που είναι απολύτως νόμιμη, αλλά αρνείται το δικαίωμα στην ύπαρξη του Ισραήλ. Σήμερα υπάρχει μια ολόκληρη συζήτηση μέσα στην οποία ο ορισμός του αντισημιτισμού και η σχέση του με το Ισραήλ έχει πολιτικοποιηθεί υπέρμετρα. Ο Μπάρτοβ ισχυρίζεται ότι συγκεκριμένοι ορισμοί του αντισημιτισμού που τον εξισώνουν με τον αντισιωνισμό καταργούν την κριτική προς το Ισραήλ για τις πράξεις του και υπονομεύουν την ελευθερία του λόγου. Είναι ιδιαίτερα επικριτικός στον ορισμό του αντισημιτισμού της ΙHRA (International Holocaust Remembrance Association), ενός συνασπισμού 35 κρατών και φορέων κατά βάση ευρωπαϊκών, που ιδρύθηκε το 1998 με σκοπό την προώθηση της μνήμης και της έρευνας για το Ολοκαύτωμα και τη διαμόρφωση ειδικών εκπαιδευτικών πολιτικών γι’ αυτό. Ο Μπάρτοβ επισημαίνει ότι υπάρχουν εναλλακτικοί ορισμοί του αντισημιτισμού όπως αυτός του JDA (Jerusalem Declaration on Antisemitism), τον οποίο συνυπέγραψε ένας αριθμός γνωστών ακαδημαϊκών, μεταξύ τους πολλοί Εβραίοι, που ρητά δεν θεωρούν την κριτική προς το Ισραήλ αντισημιτισμό – ούτε καν τις πράξεις της BDS, του διεθνούς δικτύου που στηρίζει κάθε είδους μποϊκοτάζ, κυρώσεις και αποτροπή επενδύσεων στο Ισραήλ. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο αντισιωνισμός δεν αποτελεί αναγκαστικά αντισημιτισμό, αν δεν μας λέει πότε το ένα απορρέει από το άλλο. Κάνει, μάλιστα, και μια μικρή ιστορική αναδρομή για να υποστηρίξει ότι δεν ήταν δα όλοι οι Εβραίοι, κοσμικοί και θρησκευόμενοι, σιωνιστές και διερωτάται γιατί θα έπρεπε να υπάρχει πρόβλημα με τον αντισιωνισμό, αφού τον στήριξαν και πολλοί Εβραίοι; Θεωρεί δηλαδή, ότι ο αντισημιτισμός είναι το προνομιακό πεδίο δράσης γενικώς της Ακροδεξιάς και ελάχιστα έως καθόλου αφορά τις διαδηλώσεις που οργανώθηκαν μαζικά μετά την 7η Οκτωβρίου από την Αριστερά οι οποίες, λέει, κακώς χαρακτηρίζονται αντισημιτικές (σ. 171-173). Ο Μπάρτοβ διαβεβαιώνει ότι, στις διαδηλώσεις φοιτητών και άλλων εναντίον του Ισραήλ για τη Γάζα, «σπανίως» εμφανίστηκε το «απεχθές συναίσθημα» του αντισημιτισμού (σ. 107). Υποστηρίζει μάλιστα ότι η αύξηση των αντισημιτικών δράσεων στις ΗΠΑ –δράσεις τις οποίες υποτιμά καθώς, όπως γράφει, «τα 4/5 αφορούσαν γραπτή ή λεκτική παρενόχληση»– εγγράφεται στις επιθέσεις ακροδεξιών εναντίον Εβραίων, Ρομά, Μουσουλμάνων και ατόμων της LGBT κοινότητας. Έτσι αντισημιτισμός, ισλαμοφοβία και ομοφοβία αποτελούν ισοδύναμα εγκλήματα μίσους, χωρίς ειδοποιό διαφορά.
Αποσιωπήσεις και σχήματα
Υπάρχει σοβαρό θέμα στην προβληματική του Μπάρτοβ, το οποίο αφορά τις απουσίες και τις αποσιωπήσεις που διατρέχουν όλο το κείμενο. Αρχικά σε όλο το ανάγνωσμα απουσιάζει εντελώς η άλλη πλευρά. Το Ισραήλ είναι σαν να δρα μόνο του και απρόκλητα, σε όλο το διάστημα της ύπαρξής του. Δεν υπάρχουν απειλές, δεν υπάρχουν πόλεμοι, δεν υπάρχουν εχθρικές δυνάμεις και, όταν εμφανίζονται σε κάποια σημεία του βιβλίου –αναγκαστικά, λόγω της τρομοκρατικής επίθεσης της Χαμάς–, τότε προτάσσεται αμέσως η απολογία ότι, ναι, η Χαμάς διέπραξε κάποια εγκλήματα, που οφείλονται όμως στην κατοχή, δηλαδή στο Ισραήλ.
Και ενώ ο Μπάρτοβ καλεί τους αναγνώστες του να σκεφτούν το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που οδήγησε στην επίθεση της Χαμάς, ο ίδιος αποσιωπά τη σύνθετη, πολύχρονη και γεμάτη εντάσεις σχέσεις του Ισραήλ με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, περιορίζοντάς την στους Άραβες της Παλαιστίνης. Το ιστορικό πλαίσιο σμικρύνεται μέχρι του σημείου εξαφανίσεως για να υπηρετήσει τη ρητορική του συγγραφέα. Οι ευθύνες της αραβικής πλευράς για την πορεία της σύγκρουσης απουσιάζουν. Τα αραβικά κράτη, που για δεκαετίες πίστευαν ότι καμία ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει πλην της καταστροφής του Ισραήλ, δεν αναφέρονται. Ο πόλεμος του 1948 και οι ευθύνες των Αράβων για την έναρξή του απαλείφονται. Οι αντίστοιχες ευθύνες των παλαιστινιακών οργανώσεων που δραστηριοποιήθηκαν μετά τον πόλεμο του 1967, ασκώντας ανοικτά τρομοκρατία, αρνούμενες το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ και υπονομεύοντας ειρηνευτικές προσπάθειες επίσης απουσιάζουν. Υπάρχουν απλώς οι δύσμοιροι άμαχοι Παλαιστίνιοι (η σχέση τους με τη Χαμάς παραμένει αδιευκρίνιστη) και ένα δαιμονοποιημένο Ισραήλ το οποίο φέρει ολόκληρο το βάρος της ευθύνης για μια κατάσταση κατοχής, που είναι σαν να έπεσε από τον ουρανό. Στις πολλές σελίδες τις αφιερωμένες στον πόλεμο στη Γάζα, απουσιάζει κάθε αναφορά στις άλλες δυνάμεις που επιτέθηκαν στο Ισραήλ μετά την 7η Οκτωβρίου. Λέξη για τη Χεζμπολάχ, τους Χούτι, το Ιράν, ούτε για τις σιιτικές πολιτοφυλακές στη Συρία και το Ιράκ.
Η συγκάλυψη αυτή δεν είναι τυχαία. Επειδή ο Μπάρτοβ επιδιώκει να εκθέσει το Ισραήλ στα μάτια ενός ευρύτερου, αν και πολύμορφου, κοινού για εγκλήματα πολέμου στη Γάζα, κάτι για το οποίο είχαν ήδη φροντίσει άλλοι, η διεύρυνση του πλαισίου, όπως θα έλεγε και ο ίδιος, αναιρείται. Με τον τρόπο αυτό, κάθε αίσθηση ανασφάλειας και απειλής που μπορεί να ένιωθαν οι πολίτες στο Ισραήλ, στο ευρύτερο πλαίσιο της σύγκρουσης με τμήματα του αραβικού και του μουσουλμανικού κόσμου, ακυρώνεται στο μέτρο που συγκρίνεται με τις δυσανάλογες συνέπειες της ισραηλινής επέμβασης στη Γάζα ενώ και ο πόλεμος συγχέεται με τη γενοκτονία. Και οι ευθύνες και τα εγκλήματα της Χαμάς, οι βιασμοί οι δολοφονίες, οι απαγωγές, απλά ελαχιστοποιούνται, διότι τελικά ανάγονται σε ένα ηθικό κίνητρο, την αντίσταση στην κατοχή παλαιστινιακών εδαφών. Αποσιωπάται επίσης η άρνηση της Χαμάς να επιστρέψει τους ομήρους, που όχι μόνο οδήγησε στην όξυνση του πολέμου και στο θάνατο περισσότερων ατόμων, αλλά ανέστησε πολιτικά μια ετοιμόρροπη κυβέρνηση και έναν εξασθενημένο πολιτικά Νετανιάχου που, ευρισκόμενος σε απόγνωση λόγω των μαζικών καθημερινών διαδηλώσεων προς υπεράσπιση του Ανώτατου Δικαστηρίου, βρήκε στον πόλεμο μια ευκαιρία ανασύνταξης, πάρα τις τεράστιες ευθύνες του για την 7η Οκτωβρίου.
Αλλά ούτε στους πολίτες του Ισραήλ χαρίζεται, υποστηρίζοντας ότι οι ισραηλινοί πολίτες είναι παρατημένοι και αδιάφοροι απέναντι στον πόλεμο και τις συνέπειές του για τους Παλαιστίνιους στη Γάζα και στη Δυτική όχθη. Υπάρχει μάλιστα και ένα σημείο ιδιαίτερα ενδεικτικό γι’ αυτή την κατάσταση στο βιβλίο, όταν σχολιάζει τη στάση Εβραίων φοιτητών που πήγαν να διαμαρτυρηθούν για τις απόψεις του περί γενοκτονίας στην ομιλία του στο πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν. Οι νέοι αυτοί άνθρωποι, που είχαν χάσει φίλους και συγγενείς στην επίθεση της Χαμάς και στον πόλεμο, εμφανίζονται ως χειραγωγημένα άτομα με στρεβλή κατανόηση της πραγματικότητας, και οι όποιες ενστάσεις τους απορρίπτονται χωρίς δεύτερη σκέψη (σ. 77-81, 148-9).
Η εξάλειψη του ιστορικού πλαισίου της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης συνάδει με την επιχειρηματολογία που ακυρώνει τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος. Παρότι εξέχων ερευνητής της εξόντωσης του εβραϊσμού στην Ευρώπη, ο Μπάρτοβ αρνείται τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος, όχι επειδή το συμβάν αυτό δεν έχει μοναδικά γνωρίσματα αλλά διότι αποτελεί για το Ισραήλ ένα σημείο ιστορικής αναφοράς που νομιμοποιεί τη δημιουργία του και το καθιστά μοναδικό, υπό την έννοια ότι θεωρεί πως έχει το δικαίωμα να δρα σύμφωνα με τη δική του λογική, με τους δικούς του κανόνες (σ. 161). Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι η χρήση του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ το έχει τοποθετήσει σε μια μεταφυσική θέση εκτός ιστορικού πλαισίου. Αντίθετα, το συμβάν είναι μέρος ενός πλαισίου με αφετηρία την εξόντωση των Χερέρο στη γερμανική νοτιοδυτική Αφρική το 1904, και περιλαμβάνει τη γενοκτονία των Αρμενίων, την αποικιακή βία στο Κονγκό του Λεοπόλδου, τους Βαλκανικούς πολέμους και την εκκαθάριση πληθυσμών στη σταλινική Ρωσία. Εδώ, ο Μπάρτοβ ακολουθεί μια μόδα σε πολλούς ακαδημαϊκούς κύκλους που, επηρεασμένοι από μια κάποια εκδοχή της μετα-αποικιακής θεωρίας, τσουβαλιάζουν τα πάντα μέσα σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο, όπου η βία συνιστά ταυτόχρονα αντικείμενο και ερμηνεία, παραγνωρίζοντας σχεδόν κάθε άλλη διάσταση. Υποτίθεται ότι αυτή η προσέγγιση προσφέρει ιστορικό βάθος και δυνατότητες σύγκρισης, χωρίς όμως να είναι ποτέ σαφές τι άλλο συζητάμε, πέραν της τεκμηρίωσης της βίας σε διαφορετικές συνθήκες. Στην ίδια λογική, ο Μπάρτοβ καταλογίζει στο Ολοκαύτωμα μια προνομιακή θέση στην ιστορική μνήμη στο Ισραήλ και στη Γερμανία, που εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης των θυμάτων άλλων μαζικών καταστροφών. Και αν για το Ισραήλ αυτό εξηγείται λόγω της σιωνιστικής εργαλειοποίησης του Ολοκαυτώματος, στη Γερμανία η απορρέουσα από τις ενοχές της προνομιακή θέση του ακυρώνει την προοπτική κοινωνικής συνοχής, διότι εκεί πλέον ζουν κάποια εκατομμύρια μουσουλμάνοι και άλλοι χωρίς γερμανική καταγωγή που αρνούνται να το αποδεχτούν ως μέρος της δικής τους ιστορίας και ταυτότητας (σ. 157-158).
Σχετικοποίηση
Όλο αυτό το σχήμα είναι βαθιά προβληματικό. Το Ολοκαύτωμα είναι πράγματι μοναδικό, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα, βίαια ή μη. Η μοναδικότητά του δεν αναιρεί τη δυνατότητα σύγκρισης ανάμεσα σε συμβάντα που μπορούν να τοποθετηθούν με κάποια κριτήρια στην ίδια κατηγορία. Ούτε εμποδίζει την ικανότητα των ιστορικών να τα τοποθετήσουν σε υπερκείμενο πλαίσιο αναφοράς μέσα σε κάποια διαχρονία.
Από την άλλη, δεν μπορώ να καταλάβω τι διαφορετικό μπορεί να προκύψει από μια σύγκριση με άλλα μαζικά εγκλήματα, αν όχι η πρωτοφανής, ασύλληπτη διάστασή του – η εξόντωση ενός πληθυσμού, όχι ως μέρος μιας κάποιας διένεξης, όχι ως τμήμα ενός εμπόλεμου κράτους, όχι ως κομμάτι κάποιας αντίστασης, αλλά γι’ αυτό που υποτίθεται πως ήταν. Η εξόντωση των Εβραίων, ανεξαρτήτως υπηκοότητας οπουδήποτε στην Ευρώπη, κατέστη δυνατή με εκτελέσεις, θαλάμους αερίων, καταναγκαστική εργασία, λιμοκτονία και έκθεση σε ασθένειες. Από τις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα έχει εμφανιστεί μια ισχυρή τάση σε ακαδημαϊκούς και ακτιβιστικούς κύκλους να υποβαθμίσουν το Ολοκαύτωμα ως ένα κάπως ακραίο έγκλημα, που στη βάση του δεν είναι διαφορετικό από άλλα. Έχουν μάλιστα εμφανιστεί και διάφορες θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες η εξόντωση προέκυψε για οικονομικούς και γραφειοκρατικούς λόγους κατά την αναζήτηση ζωτικού χώρου, ότι ήταν αντίστοιχη των ευρωπαϊκών εγκλημάτων στις αποικίες τους, εντός της Ευρώπης αυτή τη φορά, ή ότι ήταν προϊόν της ναζιστικής παράνοιας πως οι Εβραίοι αποικιοποίησαν τη Γερμανία μετατρέποντας τους Γερμανούς σε υπάλληλο έθνος. Κάποιες απ’ αυτές τις θεωρίες έχουν αξιοπρόσεκτα στοιχεία, καμία όμως δεν είναι σε θέση να απαντήσει γιατί η δολοφονική μανία των ναζί εφαρμόστηκε με τέτοια συνέπεια ειδικά απέναντι στους Εβραίους, και όχι απέναντι και στις άλλες ομάδες που στοχοποιήθηκαν.
Η σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος δεν γίνεται πάντα εκ του πονηρού. Όταν όμως γίνεται, σχεδόν πάντα συνοδεύεται από τη διαμαρτυρία, που συνυπογράφει ο Μπάρτοβ, ότι η υψηλή θέση του Ολοκαυτώματος εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης άλλων μαζικών εγκλημάτων συνδεόμενων με την αποικιακή ιστορία ευρωπαϊκών κρατών. Αν δεν πρόκειται για παρεξήγηση, η διαμαρτυρία αυτή ακούγεται παραπειστική, διότι συγχέει το τραύμα που μπορεί να φέρουν επιβιώσαντες ή απόγονοι θυμάτων μαζικών εγκλημάτων με τις ιδιαιτερότητες καθενός εξ αυτών ξεχωριστά, Το τραύμα της απώλειας δεν μπορεί να ιεραρχηθεί, και είναι εξίσου ιερό για κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα του πώς το διαχειρίζονται όσοι σχετίζονται με αυτό. Αλλά αυτή η παραδοχή δεν αναιρεί το πρωτοφανές των διαδικασιών της εξόντωσης των Εβραίων, ούτε η μνήμη της έχει σταθεί εμπόδιο στην έρευνα άλλων μαζικών εγκλημάτων.
Ο εβραϊκός χαρακτήρας του Ολοκαυτώματος δεν το αποσπά από το ιστορικό του πλαίσιο. Το αντίθετο. Η σχετικοποίησή του, μια μορφή ευτελισμού, αφορά αποκλειστικά τη βαρύνουσα σχέση του με το Ισραήλ και τη σύγχρονη εβραϊκή ταυτότητα. Το γεγονός δηλαδή ότι, για πολλούς, αποτελεί ένα όπλο για το Ισραήλ και το όπλο αυτό πρέπει να σιγήσει. Πρόκειται για την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος που λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.
Ποιος σας έδωσε τη Σύρο;
Όταν μια πολιτική άποψη διεκδικεί δικαιώματα κυριαρχίας
Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός οικοδομήθηκε πάνω σε μια αρχή που η Ευρώπη χρειάστηκε αιώνες βίας, διωγμών και ποταμούς αίματος για να κατακτήσει: η ευθύνη είναι ατομική. Ο άνθρωπος κρίνεται για τις πράξεις του. Η φυλή, η θρησκεία, η εθνικότητα, το χρώμα του δέρματος, η κυβέρνηση της χώρας του και οι πράξεις του στρατού της χώρας του δεν συνιστούν τεκμήρια ενοχής. Η συλλογική ενοχή ανήκει στο σκοτεινότερο πολιτικό λεξιλόγιο της Ευρώπης. Κανένας άνθρωπος δεν κληρονομεί ενοχή. Το διαβατήριο δεν είναι ποινικό μητρώο. Κάθε παραβίαση αυτών των κατακτήσεων αποτελεί οπισθοδρόμηση προς ένα παρελθόν που η Ευρώπη γνώρισε στην πιο εφιαλτική του μορφή: εκεί όπου η καταγωγή ήταν κατηγορία, η ταυτότητα ενοχή και ο άνθρωπος έπαψε να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο. Πρόκειται για πολιτισμική άβυσσο.
Στη Σύρο αυτή ακριβώς η αρχή δοκιμάζεται εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο. Και το σοβαρότερο είναι ότι οι επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις της δεν συναντούν την αποφασιστικότητα που απαιτεί ένα κράτος δικαίου. Συναντούν φλύαρες καταδίκες, καθυστερημένες αντιδράσεις και μια οκνηρή γραφειοκρατία που μεταφέρει την ευθύνη από υπηρεσία σε υπηρεσία και από αρμόδιο σε αρμόδιο ώσπου τελικά η ίδια η ευθύνη να εξαφανιστεί. Οι διαδηλώσεις επαναλαμβάνονται, οι απαγορεύσεις διαδέχονται η μία την άλλη, η αστυνομία κινητοποιείται εκ των υστέρων και το κράτος συμπεριφέρεται κάθε φορά σαν να αιφνιδιάζεται από ένα φαινόμενο που γνωρίζει εδώ και μήνες. Όταν μια τέτοια παρεμπόδιση επαναλαμβάνεται και η πολιτεία περιορίζεται να την παρακολουθεί, η αδράνεια παύει να είναι αδυναμία. Γίνεται πολιτική ευθύνη.
Στις 22 Ιουλίου 2025, το κρουαζιερόπλοιο Crown Iris, με περίπου 1.700 Ισραηλινούς επιβάτες, απέπλευσε από την Ερμούπολη χωρίς οι επιβάτες του να αποβιβαστούν. Διαδηλωτές είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι δηλώνοντας ότι θα παρέμεναν εκεί μέχρι την αναχώρηση του πλοίου. Η ΕΡΤ κατέγραψε ότι έγιναν προσπάθειες για την αποβίβαση, χωρίς αποτέλεσμα. Την επομένη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτήρισε το περιστατικό «εξοργιστικό» και καταδίκασε τον αντισημιτισμό και τον φασισμό. Την ίδια ημέρα ο Άδωνις Γεωργιάδης χαρακτήρισε τα γεγονότα «ντροπιαστικά για την Ελλάδα» και δήλωσε ότι «οφείλουμε συγγνώμη» στους επιβάτες.
Το θέμα θα μπορούσε να έχει τελειώσει εκεί, ως ένα ατυχές επεισόδιο. Δεν τελείωσε όμως. Τον Ιούνιο του 2026 το ίδιο πλοίο επέστρεψε και η Σύρος βρέθηκε ξανά σε κατάσταση έκτακτης αστυνόμευσης: ΜΑΤ, περιορισμοί κυκλοφορίας, απαγορεύσεις και ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Αυτή τη φορά οι επιβάτες αποβιβάστηκαν και επισκέφθηκαν το νησί. Το ίδιο συνέβη και στις 7 Ιουλίου, με τους Ισραηλινούς τουρίστες να κατεβαίνουν κατά ομάδες υπό ισχυρή αστυνομική προστασία.
Άρα, ας είμαστε ακριβείς. Το ελληνικό κράτος δεν απουσίαζε. Είχε αστυνομικούς, ΜΑΤ, λιμενικούς, απαγορεύσεις, κιγκλιδώματα και επιχειρησιακά σχέδια. Απουσίαζε κάτι σημαντικότερο: η καθαρή πολιτική αρχή. Η δημόσια διαβεβαίωση, ειπωμένη εγκαίρως και χωρίς μισόλογα, ότι στην Ελληνική Δημοκρατία κανένα πλήθος, καμία συλλογικότητα, κανένα σωματείο και καμία τοπική συνέλευση δεν αποφασίζει ποια εθνικότητα επιτρέπεται να αποβιβαστεί σε ελληνικό λιμάνι.
Η διαμαρτυρία εναντίον της πολιτικής του Ισραήλ είναι απολύτως νόμιμη. Η καταγγελία του πολέμου στη Γάζα είναι απολύτως νόμιμη. Η υποστήριξη των Παλαιστινίων είναι απολύτως νόμιμη. Κάθε πολίτης μπορεί να θεωρεί την ισραηλινή κυβέρνηση εγκληματική, να ζητεί κυρώσεις, διακοπή διπλωματικών σχέσεων, εμπάργκο όπλων ή αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους. Μπορεί επίσης να υιοθετεί τις θέσεις του ΚΚΕ ή οποιουδήποτε άλλου κόμματος πάνω στο ζήτημα. Όσο ανεύθυνες, επικίνδυνες, ανιστόρητες ή ακόμη και επιζήμιες για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας κι αν θεωρεί κανείς αυτές τις θέσεις, παραμένουν πολιτικές θέσεις. Και η δημοκρατία κρίνεται ακριβώς εκεί: στην ελευθερία να εκφράζονται ακόμη και απόψεις που θεωρούμε βαθιά λανθασμένες.
Το δικαίωμα όμως στην πολιτική άποψη σταματά εκεί όπου αρχίζει η συλλογική τιμωρία ανθρώπων για την εθνικότητά τους.
Στις 4 Ιουνίου 2026, η λεγόμενη Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου ζήτησε δημόσια να ακυρωθούν οι προγραμματισμένες αφίξεις του Crown Iris και να αφαιρεθεί η Σύρος από τους προορισμούς του. Η ανακοίνωσή της καταλήγει με μια φράση που αξίζει να διαβαστεί λέξη προς λέξη:
Γενοκτόνοι και εγκληματίες πολέμου, καθώς και οι υποστηρικτές τους, είναι ανεπιθύμητοι στο νησί μας.
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.
Ποια είναι η Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου; Ποια θεσμική εξουσία διαθέτει; Από ποια εκλογή προέκυψε; Ποιος της παραχώρησε το δικαίωμα να μιλά εξ ονόματος μιας ολόκληρης κοινωνίας και, ακόμη περισσότερο, να αποφασίζει ποιοι άνθρωποι είναι επιθυμητοί και ποιοι ανεπιθύμητοι σε ένα ελληνικό νησί;
Η απάντηση είναι απλή: κανείς.
Μια ομάδα πολιτών έχει κάθε δικαίωμα να οργανώνεται, να διαδηλώνει, να καταγγέλλει, να συντάσσει ψηφίσματα, να χαρακτηρίζει την πολιτική μιας κυβέρνησης εγκληματική και να απαιτεί αλλαγή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Εκεί εξαντλείται η δημοκρατική της νομιμοποίηση. Από τη στιγμή που περνά από το «καταγγέλλω» στο «κηρύσσω ανθρώπους ανεπιθύμητους», αλλάζει κατηγορία. Αυτοαναγορεύεται ταυτόχρονα σε δικαστήριο, υπουργείο Εξωτερικών, συνοριακή αρχή και τοπική κυβέρνηση.
Και με ποια εξουσία αποφαίνεται ότι οι άνθρωποι πάνω στο Crown Iris είναι «γενοκτόνοι» και «εγκληματίες πολέμου»;
Η γενοκτονία αποτελεί συγκεκριμένο έγκλημα του διεθνούς δικαίου. Η νομική ευθύνη γι’ αυτήν αποδίδεται μέσα από συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες. Η υπόθεση Νότια Αφρική κατά Ισραήλ βρίσκεται ακόμη ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, χωρίς τελική απόφαση επί της ουσίας. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, από την άλλη, όταν κρίνει ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται πως έχουν διαπραχθεί διεθνή εγκλήματα, εκδίδει εντάλματα εναντίον συγκεκριμένων προσώπων. Δεν εκδίδει ένταλμα εναντίον ενός λαού.
Αυτή η διάκριση χωρίζει το κράτος δικαίου από τη λογική της συλλογικής ενοχής.
Ο εγκληματίας πολέμου έχει όνομα. Έχει πράξεις. Έχει κατηγορία. Έχει στοιχεία εις βάρος του. Έχει δικαίωμα υπεράσπισης. Η εθνικότητα από μόνη της δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο.
Η ανακοίνωση όμως προσθέτει κάτι ακόμη πιο αποκαλυπτικό: ανεπιθύμητοι είναι και «οι υποστηρικτές τους».
Εδώ πλέον καταρρέει και το τελευταίο πρόσχημα.
Ποιος είναι «υποστηρικτής»; Πώς αναγνωρίζεται; Ποιος εξετάζει τις πολιτικές του απόψεις; Πόση υποστήριξη απαιτείται για να κηρυχθεί κάποιος ανεπιθύμητος; Αρκεί να υποστηρίζει το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ; Αρκεί να θεωρεί τη Χαμάς τρομοκρατική οργάνωση; Αρκεί να πιστεύει ότι το Ισραήλ έχει δικαίωμα αυτοάμυνας; Αρκεί να διαφωνεί με την Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου;
Το ερώτημα με αφορά προσωπικά.
Είμαι Έλληνας πολίτης. Έχω υπηρετήσει είκοσι τέσσερις μήνες τη στρατιωτική μου θητεία στη Σύρο. Έχω διατυπώσει δημόσια συγκεκριμένες θέσεις για το Ισραήλ και αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη γι’ αυτές. Με τη λογική λοιπόν της ανακοίνωσης ανήκω στους «υποστηρικτές». Είμαι κι εγώ ανεπιθύμητος στη Σύρο;
Ποιος ακριβώς θα μου το ανακοινώσει;
Η Αντιπολεμική Πρωτοβουλία;
Με ποιο δικαίωμα;
Θα χρειαστώ άδεια για να αποβιβαστώ στην Ερμούπολη; Θα εξετάσει κάποια επιτροπή τις πολιτικές μου πεποιθήσεις; Θα υπάρχει στην είσοδο του λιμανιού κατάλογος επιτρεπόμενων απόψεων; Και ποιος θα τον συντάσσει; Η γελοιότητα αυτών των ερωτημάτων αποκαλύπτει τη σοβαρότητα του προβλήματος. Γιατί κάθε αυταρχική λογική γίνεται γελοία όταν την ακολουθήσεις μέχρι το τέλος της.
Η Σύρος αποτελεί τμήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας και διοικείται σύμφωνα με τους νόμους της. Η είσοδος και η παραμονή αλλοδαπών ρυθμίζονται από το ελληνικό και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Οι Ισραηλινοί πολίτες περιλαμβάνονται μάλιστα στους υπηκόους τρίτων χωρών που απαλλάσσονται από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία παραμονή στον χώρο Σένγκεν. Μια τοπική συλλογικότητα μπορεί να επιθυμεί την αλλαγή αυτού του καθεστώτος. Δεν μπορεί να το αντικαθιστά με δικό της.
Ούτε μπορεί να ισχυριστεί ότι εκπροσωπεί τη Σύρο. Όταν 172 πολίτες ζήτησαν επισήμως από το Δημοτικό Συμβούλιο να κηρυχθεί το Crown Iris ανεπιθύμητο και να αφαιρεθεί η Σύρος από τους προορισμούς του, το εκλεγμένο Δημοτικό Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα. Αυτή είναι η μόνη δημοκρατικά μετρήσιμη απάντηση που διαθέτουμε μέχρι σήμερα.
Οι 172 πολίτες δικαιούνται τη γνώμη τους. Οι υπόλοιποι Συριανοί δικαιούνται επίσης τη δική τους. Κανείς όμως δεν κληρονόμησε τη Σύρο ώστε να αποφασίζει ποιον θα δεχθεί και ποιον θα διώξει από αυτήν.
Κάπου εδώ λοιπόν η αντιπολεμική διαμαρτυρία εγκαταλείπει τον φυσικό της χώρο και εμφανίζεται μια πολύ πιο επικίνδυνη αξίωση: μια ομάδα πολιτών χωρίς θεσμική εντολή διεκδικεί το δικαίωμα να απονέμει διεθνή δικαιοσύνη, να αποδίδει συλλογική ενοχή, να ελέγχει πολιτικές πεποιθήσεις και να ασκεί εξωτερική πολιτική στο όνομα μιας κοινωνίας που ουδέποτε της έδωσε αυτή την εντολή.
Και επειδή οι αντιπολεμικές συλλογικότητες χρησιμοποιούν συχνά με αξιοθαύμαστη ευκολία τις λέξεις «φασισμός», «ναζισμός» και «ολοκληρωτισμός», αξίζει αυτή τη φορά να κοιτάξουν προσεκτικά το περιεχόμενο των ίδιων των λέξεων. Η συλλογική ενοχή, η καταδίκη ανθρώπων λόγω καταγωγής, η πολιτική πεποίθηση ως τεκμήριο ενοχής, η διάκριση των πολιτών σε αποδεκτούς και ανεπιθύμητους και η αξίωση μιας αυτοδιορισμένης πρωτοπορίας να αποφασίζει ποιος δικαιούται να βρίσκεται ανάμεσά μας αποτελούν αναγνωρίσιμα εργαλεία των ολοκληρωτισμών του εικοστού αιώνα. Ο ναζισμός τα εφάρμοσε πάνω στη φυλή και στην καταγωγή. Ο φασισμός πάνω στην απόλυτη υποταγή του προσώπου στην πολιτική κοινότητα και στο κράτος. Ο σταλινισμός πάνω στην κοινωνική προέλευση, στην ταξική ταυτότητα και στο πολιτικό φρόνημα. Διαφορετικές ιδεολογίες, διαφορετικά εγκλήματα, ένας κοινός μηχανισμός: πρώτα κατασκευάζεις την κατηγορία, ύστερα τοποθετείς μέσα της τον άνθρωπο και στο τέλος τον κρίνεις χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτε άλλο γι’ αυτόν.
Αυτό ακριβώς υποτίθεται ότι μάθαμε να φοβόμαστε.
Γι’ αυτό και το ζήτημα στη Σύρο ξεπερνά κατά πολύ μια διαδήλωση για τη Γάζα. Όταν ένας άνθρωπος μετατρέπεται σε «ανεπιθύμητο» λόγω του διαβατηρίου του ή επειδή κάποιος τρίτος αποφάσισε ποιες πολιτικές απόψεις τού αποδίδει, έχουμε ήδη περάσει από την πολιτική διαφωνία σε μια λογική που η δημοκρατική Ευρώπη γνώρισε, πλήρωσε και ορκίστηκε ότι θα αφήσει πίσω της. Στο τέλος, λοιπόν, απομένει μία μόνο ερώτηση. Και είναι βαρύτερη από όλα τα συνθήματα, τις καταγγελίες και τις αυτοανακηρύξεις περί «ανεπιθύμητων»:
Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να μετατρέψετε την πολιτική σας θέση σε τοπική κυριαρχία;
Εδώ η απάντηση είναι δυσκολότερη απ’ όσο φαίνεται. Γιατί οδηγεί σε ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα: στην ιδεολογική εξουσία που η Αριστερά κατόρθωσε επί δεκαετίες να ασκεί στον δημόσιο χώρο και στην ανοχή ενός αστικού κόσμου που, φοβούμενος μήπως κατηγορηθεί για αυταρχισμό, έμαθε να υποχωρεί ακόμη και απέναντι στην αυθαιρεσία. Κάποτε η ανοχή είναι αρετή της δημοκρατίας. Από ένα σημείο και πέρα γίνεται παραίτηση.
Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση. Και ίσως η σημαντικότερη.
Ισραηλινή Ακροδεξιά και αντισιωνιστική Αριστερά
Τα τελευταία σχεδόν τρία χρόνια, λίγες μόνο μέρες μετά το Μαύρο Σάββατο της 7ης Οκτωβρίου 2023, το κύμα μίσους εναντίον των Εβραίων και του Ισραήλ έχει αυξηθεί ραγδαία και έχει οδηγήσει σε δολοφονική βία εναντίον Εβραίων στην Ευρώπη, στην Αμερική και στην Αυστραλία.
Ταυτόχρονα όμως αναπτύσσεται ένα κύμα εβραϊκής εθνικιστικής βίας που εκδηλώνεται στα εδάφη της Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη, με αποκορύφωμα μια δήθεν βόλτα Ισραηλινών εποίκων την Πέμπτη 23 Ιουλίου που προκάλεσε τον θάνατο 2 Εβραίων και 4 Παλαιστινίων*.
Κι αν για το μίσος εναντίον των Εβραίων και του Ισραήλ, αρκούν πλεκτάνες, συνωμοσίες και ψευδείς ειδήσεις, η δράση Ισραηλινών Εβραίων εθνικιστών ρίχνει λάδι στη φωτιά του μίσους. Δεν χρειάζεται άλλωστε να είσαι «προοδευτικός» αριστερός για να απεχθάνεσαι τον Ισραηλινό εθνικιστή που κακοποιεί Παλαιστίνιους ή βανδαλίζει τζαμιά. Η μεγάλη πλειονότητα των Ισραηλινών πολιτών αποκηρύσσει αυτούς τους τύπους που δεν απέχουν πολύ από τους κοινούς τρομοκράτες.
Η βία Ισραηλινών εθνικιστών υπήρχε και στο παρελθόν. Το Ισραήλ άλλωστε είναι μια χώρα δυτικού τύπου και, όπως ακριβώς σε ολόκληρη τη Δύση, υπάρχουν και φασίστες. Η διαφορά όμως, από το παρελθόν είναι ότι όσοι ασκούσαν βία συλλαμβάνονταν και η Ισραηλινή Δικαιοσύνη επέβαλλε τις προβλεπόμενες ποινές. Η κυβέρνηση, ο στρατός, η αστυνομία λειτουργούσαν για να περιορίσουν την εθνικιστική βία. Σήμερα όμως, το πρόβλημα επιδεινώνεται, επειδή αυτή η μερίδα των Εθνικιστών Εποίκων (διότι υπάρχουν και πολλοί Εβραίοι έποικοι στη Ζώνη C όπως διαμορφώθηκε στις συμφωνίες του Όσλο, που συμβιώνουν αρμονικά με τους Παλαιστίνιους κατοίκους) εκμεταλλεύονται την ανοχή της κυβέρνησης και την υποστήριξη που λαμβάνουν από ορισμένους υπουργούς της, παρά τις συστάσεις της στρατιωτικής διοίκησης για την αυστηροποίηση των μέτρων εναντίον τους προκειμένου να αποφεύγονται εντάσεις με τον παλαιστινιακό πληθυσμό.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, αναδεικνύεται το πνεύμα της ισραηλινής Ακροδεξιάς που ουδεμία σχέση έχει με τη σιωνιστική ιδέα όπως διατυπώθηκε από τον Θεόδωρο Έρτσελ και τους σκαπανείς του εβραϊκού κράτους. Η ηγεσία του σιωνιστικού κινήματος αποδέχθηκε πλήρως την απόφαση του ΟΗΕ του 1947 για τη δημιουργία του εβραϊκού κράτους στα προκαθορισμένα σύνορα, δίπλα σε ένα αραβικό κράτος. Το σιωνιστικό κίνημα έκτιζε κάθε σπιθαμή γης του νεοσύστατου κράτους και καλλιεργούσε την έρημο για να τη μετατρέψει σε μια εύφορη κοιλάδα. Ούτε το 1948, ούτε το 1956, ούτε το 1967, ούτε το 1972 επιτέθηκαν οι Ισραηλινοί εναντίον των αραβικών κρατών, γιατί ακριβώς οι Ισραηλινοί δεν είχαν εδαφικές διεκδικήσεις έναντι κανενός. Το 1979, με την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης με την Αίγυπτο, οι Ισραηλινοί –με πρωθυπουργό τον Μεναχέμ Μπέγκιν, ηγέτη και ιδρυτή του κόμματος Λικούντ του οποίου σήμερα ηγείται ο Μπενιαμίν Νετανιάχου– αποχώρησαν από την Έρημο του Σινά που είχαν καταλάβει το 1967, διαλύοντας ακόμα και τους οικισμούς που είχαν κτίσει. Το 2005 οι Ισραηλινοί –υπό την πρωθυπουργία του γνωστού «γερακιού» Αριέλ Σαρόν– αποχώρησαν από τη Λωρίδα της Γάζας και παρέδωσαν τα κλειδιά της πόλης στην Παλαιστινιακή Αρχή, η οποία βέβαια το 2007 εξοστρακίστηκε από τη Χαμάς. Και το 2006 το Ισραήλ αποχώρησε από τον Λίβανο με βάση την απόφαση 1701 που προέβλεπε το τέλος του πολέμου. Το 2023 η Χαμάς προέβη στη μεγαλύτερη σφαγή Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα και η Χεζμπολάχ επιτέθηκε ξανά πλήττοντας στόχους στη καρδιά ισραηλινών πόλεων. Ουδέποτε λοιπόν οι Ισραηλινοί διεκήρυσσαν ότι επιδιώκουν τον εκτοπισμό η την εξόντωση γειτονικών λαών. Αντιθέτως, επέδειξαν ετοιμότητα και αποχώρησαν από εδάφη που είχαν κατακτήσει μετά από πολέμους που τους επιβλήθηκαν, προκειμένου να επιτευχθεί κάποιου είδους ηρεμία. Επέδειξαν όμως και αποφασιστικότητα για να προστατεύσουν τη ζωή και την ασφάλεια των Ισραηλινών πολιτών.
Εξαιρείται αυτής της πορείας η Ισραηλινή Εθνικιστική Δεξιά η οποία σήμερα επιχειρεί να προσδώσει στον σιωνισμό μορφή εδαφικού επεκτατισμού, εκτοπισμού πληθυσμών και κατάργηση του δημοκρατικού χαρακτήρα του κράτους του Ισραήλ για την εκπλήρωση μιας θεοκρατικής αντίληψης, σύμφωνα με την οποία οι Εβραίοι δικαιούνται να εγκαθίστανται σε όλα εκείνα τα εδάφη όπου σύμφωνα με τις γραφές υπήρχε εβραϊκή παρουσία. Σε αγαστή συνεργασία με την Ακροδεξιά και τα θρησκευτικά κόμματα, ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός δεν δίστασε να νομοθετήσει διά της κυβερνητικής πλειοψηφίας νόμο που εξαιρεί τους φοιτητές των θρησκευτικών σχολών από τη στρατιωτική θητεία και να παραβιάσει τη θεμελιώδη αρχή της ισονομίας σε ένα κράτος Δικαίου.
Αυτή όμως είναι η μορφή του σιωνισμού που η μεγάλη πλειονότητα των Ισραηλινών και των Εβραίων της Διασποράς** αποκηρύσσει διότι το επιθυμητό είναι η περιφρούρηση των αρχών της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του κράτους του Ισραήλ, που διατυπώνει την απόφαση του εβραϊκού λαού για ένα εβραϊκό και δημοκρατικό κράτος στη γη του Ισραήλ, στη Σιών, στο οποίο θα απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα όλοι οι πολίτες του, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής η θρησκεύματος, και τον διακαή πόθο του να επιτευχθεί η ειρήνη με τους γειτονικούς λαούς.
Το περιεχόμενο που αποδίδει στον σιωνισμό η Ισραηλινή Ακροδεξιά ταυτίζεται με εκείνο που διατυπώνει η Ευρωπαϊκή Αντισιωνιστική Αριστερά προκειμένου να τεκμηριώσει την ιδεοληψία της εναντίον του κράτους του Ισραήλ, τη δαιμονοποίησή του στη παγκόσμια κοινή γνώμη και τελικά την απομόνωσή του από τη διεθνή κοινότητα. Είναι το σημείο συνάντησης της ισραηλινής Ακροδεξιάς με την Ευρωπαϊκή Αντισιωνιστική Αριστερά. Οι μεν ενθαρρύνουν τις ιδεοληψίες των δε. Ο αντιαραβικός φανατισμός του ακροδεξιού ηγέτη Μπεν Γκβιρ και των οπαδών του τροφοδοτεί τον αντισιωνιστικό φανατισμό της Ευρωπαϊκής Εβραιοφοβικής Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που δεν διστάζει να στοχοποιεί κάθε Ισραηλινό πολίτη ως «εγκληματία πολέμου», και να στρέφει το βλέμμα της αλλού όταν Χαμάς και Χεζμπολάχ σφάζουν και τρομοκρατούν Ισραηλινούς πολίτες, μόνο και μόνο επειδή ο φανατισμός τους αποσκοπεί στην καταστροφή του κράτους του Ισραήλ. Και όπως εύστοχα επεσήμανε η Fania Oz-Salzberger*** σε πρόσφατη ομιλία της στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης,
Το κράτος του Ισραήλ υπάρχει. Και αν η ίδια η ύπαρξή του δεν αμφισβητούνταν, δεν θα υπήρχε λόγος ύπαρξης του σιωνισμού ως ιδεολογίας. Κανένα άλλο εθνικό κράτος δεν διαθέτει σήμερα μια ενεργό ιδεολογία που να υπερασπίζεται την ίδια του την ύπαρξη. Για τον απλό λόγο ότι η ύπαρξή του δεν αμφισβητείται…
Το Ισραήλ σήμερα έχει να αντιμετωπίσει έναν αγώνα σε δύο μέτωπα… Αγώνα ενάντια στην εκστρατεία μίσους και στις συνωμοσίες εναντίον του Ισραήλ· και αγώνα ενάντια στην ισραηλινή Ακροδεξιά, η οποία είναι ο πιο σημαντικός σύμμαχος της αντισιωνιστικής Αριστεράς.
Και ένα επίκαιρο σχόλιο:
Στις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, οι Ισραηλινοί πολίτες καλούνται να αποφασίσουν για τη μορφή του κράτους του Ισραήλ ανάμεσα σε δύο συγκρουόμενες κοσμοθεωρίες: τη φιλελεύθερη που προασπίζει τον δημοκρατικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της ισραηλινής κοινωνίας η τη θεοκρατική που θα οδηγήσει την ισραηλινή κοινωνία στο σκοτάδι του διχασμού και του φανατισμού.
*** hthttps://fathomjournal.org/pro-israel-pro-palestine-pro-peace-some-thoughts-on-squaring-the-circle/