Βύρων Καρύδης
Δημοσιογράφος, διετέλεσε αρχισυντάκτης της ελληνικής υπηρεσίας του BBC.
Η επιστροφή του ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις του 21ου αιώνα. Οι εντάσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και η αναδιάταξη των διεθνών συμμαχιών έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο μια λογική γεωπολιτικής αντιπαράθεσης που πολλοί θεωρούσαν ότι είχε υποχωρήσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Η εξέλιξη αυτή εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: υπονομεύει η αναβίωση του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων την ικανότητα και τη βούληση της διεθνούς κοινότητας να αντιμετωπίσει συλλογικά παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, οι διαταραχές του διεθνούς εμπορίου και οι κρίσεις δημόσιας υγείας;
Τα ζητήματα αυτά δεν γνωρίζουν εθνικά σύνορα. Η υπερθέρμανση του πλανήτη, οι πανδημίες, η επισιτιστική ασφάλεια και η σταθερότητα των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού απαιτούν πρωτοφανή επίπεδα διεθνούς συνεργασίας. Ωστόσο, η αυξανόμενη δυσπιστία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, η χρήση οικονομικών κυρώσεων, η τεχνολογική αντιπαράθεση και η αναζήτηση στρατηγικής αυτονομίας από πολλά κράτη δυσχεραίνουν τη δημιουργία κοινών πολιτικών και θεσμικών λύσεων.
Παράλληλα, ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η συνεργασία δεν έχει εξαφανιστεί αλλά μετασχηματίζεται. Νέες μορφές συντονισμού αναδύονται μέσα από περιφερειακές συμμαχίες, διεθνείς οργανισμούς, πανεπιστήμια, επιχειρήσεις και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο κατακερματισμένος, η πρόκληση δεν είναι απλώς η διατήρηση της συνεργασίας, αλλά η προσαρμογή της σε ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Το ζήτημα αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο συζήτησης που διοργάνωσαν στο Λονδίνο (19-06-2026) το London School of Economics (LSE) και το Πανεπιστήμιο Tsinghua στην Κίνα, με τη συμμετοχή διακεκριμένων ειδικών στις διεθνείς σχέσεις, οι οποίοι εξέτασαν τις επιπτώσεις του νέου γεωπολιτικού ανταγωνισμού και τις προοπτικές διατήρησης της διεθνούς συνεργασίας σε μια εποχή αυξανόμενων παγκόσμιων προκλήσεων. Η συζήτηση συγκέντρωσε μια ιδιαίτερα αξιόλογη ομάδα ακαδημαϊκών από το LSE και το Πανεπιστήμιο Tsinghua , οι οποίοι διαθέτουν σημαντική διεθνή αναγνώριση στους τομείς των διεθνών σχέσεων, της πολιτικής οικονομίας, της ανάπτυξης και της παγκόσμιας διακυβέρνησης.
Από την πλευρά του LSE συμμετείχαν η καθηγήτρια Catherine Boone, ειδική σε θέματα πολιτικής οικονομίας και ανάπτυξης, ο καθηγητής Robert Falkner, ένας από τους πλέον γνωστούς ερευνητές της διεθνούς περιβαλλοντικής πολιτικής και της παγκόσμιας διακυβέρνησης, η καθηγήτρια Stephanie J. Rickard, η οποία μελετά τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις και τις οικονομικές πολιτικές των κρατών, καθώς και ο καθηγητής Peter Trubowitz, διευθυντής του Phelan US Centre του LSE και ειδικός στην αμερικανική εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς στρατηγικές ισορροπίες.
Το Πανεπιστήμιο Tsinghua εκπροσωπήθηκε από τον καθηγητή Tang Xiaoyang, έναν από τους σημαντικότερους μελετητές των σχέσεων Κίνας–Αφρικής και της κινεζικής αναπτυξιακής στρατηγικής, καθώς και από τον καθηγητή Zhao Kejin, ειδικό στην παγκόσμια διακυβέρνηση, τη δημόσια διπλωματία και την κινεζική εξωτερική πολιτική.
Η σύνθεση του πάνελ προσέφερε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ κορυφαίων ακαδημαϊκών από τη Δύση και την Κίνα, επιτρέποντας την ανταλλαγή διαφορετικών προσεγγίσεων σχετικά με το μέλλον της διεθνούς συνεργασίας σε μια περίοδο αυξανόμενων γεωπολιτικών ανταγωνισμών και παγκόσμιων προκλήσεων.
Η επιστροφή του οικονομικού εθνικισμού
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, κυριάρχησε η αντίληψη ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα μείωνε τις διεθνείς συγκρούσεις και θα ενίσχυε τη συνεργασία. Η παγκοσμιοποίηση θεωρήθηκε όχι μόνο μηχανισμός οικονομικής ανάπτυξης αλλά και εργαλείο ειρήνης.
Σήμερα όμως η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά. Οι μεγάλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο το εμπόριο, τις επενδύσεις και την τεχνολογία ως ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Οι αλυσίδες εφοδιασμού επανασχεδιάζονται, οι κρατικές επιδοτήσεις πολλαπλασιάζονται και η λογική της «στρατηγικής αυτονομίας» αποκτά κεντρική θέση στη χάραξη πολιτικής. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε έναν αυξανόμενο κατακερματισμό του παγκόσμιου εμπορίου. Το πολυμερές σύστημα κανόνων που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι υπό πίεση, ενώ ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (WTO) δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις νέες πραγματικότητες της ψηφιακής οικονομίας, της τεχνητής νοημοσύνης και των πράσινων τεχνολογιών.
Όπως επισημάνθηκε στη συζήτηση, η τάση αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στη γεωπολιτική αντιπαράθεση. Συνδέεται επίσης με τις εσωτερικές κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις στις δυτικές δημοκρατίες. Η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε νικητές και ηττημένους, και σε πολλές χώρες η δυσαρέσκεια των κοινωνικών ομάδων που αισθάνονται αποκλεισμένες μετατράπηκε σε πολιτική δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μετά την αποχώρηση συγκεκριμένων πολιτικών ηγετών, οι πιέσεις προς περισσότερο προστατευτισμό πιθανότατα θα παραμείνουν.
Ο αγώνας για τα κρίσιμα ορυκτά της Αφρικής
Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας να είναι ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για τα κρίσιμα ορυκτά που απαιτούνται για την πράσινη μετάβαση. Το κοβάλτιο, το λίθιο, ο χαλκός και οι σπάνιες γαίες αποτελούν πλέον στρατηγικούς πόρους ανάλογης σημασίας με το πετρέλαιο κατά τον 20ό αιώνα. Η Αφρική διαθέτει μεγάλο μέρος αυτών των αποθεμάτων και βρίσκεται στο επίκεντρο ενός νέου «αγώνα δρόμου» μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η ελπίδα ότι η αυξημένη ζήτηση για τα ορυκτά αυτά θα μπορούσε να αποτελέσει μοχλό οικονομικής ανάπτυξης για τις αφρικανικές χώρες. Πολλοί αναλυτές υποστήριζαν ότι η ήπειρος είχε μια ιστορική ευκαιρία να αποφύγει την «κατάρα των φυσικών πόρων» – το φαινόμενο όπου οι πλούσιοι σε πρώτες ύλες τόποι καταλήγουν εγκλωβισμένοι σε διαφθορά, ανισότητες και εξάρτηση.
Ωστόσο, οι γεωπολιτικές εξελίξεις έχουν αλλάξει το πλαίσιο. Οι δυτικές χώρες, οι οποίες προηγουμένως διακήρυτταν ότι θα προσέφεραν ένα πιο διαφανές και δίκαιο μοντέλο συνεργασίας ως εναλλακτική λύση απέναντι στην κινεζική παρουσία, σήμερα επικεντρώνονται ολοένα περισσότερο στη δική τους ενεργειακή και βιομηχανική ασφάλεια.
Η περίφημη φράση του πρωθυπουργού του Καναδά , Μαρκ Κάρνεϊ, στο Νταβός – «If you're not at the table, you're on the menu» – χρησιμοποιήθηκε χαρακτηριστικά για να περιγράψει τη θέση πολλών αφρικανικών χωρών. Χωρίς επαρκή πολιτική ισχύ και θεσμική οργάνωση, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε απλά αντικείμενα ανταγωνισμού μεταξύ ισχυρότερων κρατών. Η μόνη πραγματική απάντηση φαίνεται να είναι η συλλογική δράση. Μέσω οργανισμών όπως η Αφρικανική Ένωση (AU) , οι χώρες της ηπείρου θα μπορούσαν να διαπραγματεύονται από κοινού καλύτερους όρους εκμετάλλευσης των πόρων τους. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της στρατηγικής προσκρούει στις εσωτερικές αντιπαλότητες, στις αδύναμες θεσμικές δομές και στον ανταγωνισμό μεταξύ των ίδιων των κρατών.
Η Κίνα και η πράσινη μετάβαση
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της συζήτησης αφορούσε τη διαφορετική προσέγγιση της Κίνας στο ζήτημα της πράσινης ανάπτυξης. Στον κυρίαρχο δυτικό πολιτικό και ακαδημαϊκό λόγο, η κλιματική αλλαγή προσεγγίζεται συχνά πρωτίστως ως ηθικό και περιβαλλοντικό ζήτημα. Στην Κίνα, αντίθετα, η πράσινη μετάβαση συνδέθηκε από νωρίς με την οικονομική ανάπτυξη και την εθνική στρατηγική. Οι Κινέζοι σχεδιαστές αντιλήφθηκαν ήδη από τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές του 2000 ότι η ανεξέλεγκτη ρύπανση απειλούσε τη βιωσιμότητα του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας. Έτσι, η επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην ηλεκτροκίνηση ενσωματώθηκε σταδιακά στον μακροπρόθεσμο οικονομικό σχεδιασμό.
Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Σήμερα, περισσότερο από το μισό των νέων αυτοκινήτων που πωλούνται στην Κίνα είναι ηλεκτρικά ή υβριδικά, ενώ η χώρα κυριαρχεί παγκοσμίως στην παραγωγή φωτοβολταϊκών, μπαταριών και ηλεκτρικών οχημάτων. Σε αντίθεση με τη δυτική προσέγγιση, όπου η πράσινη μετάβαση παρουσιάζεται συχνά ως περιβαλλοντική αναγκαιότητα, η κινεζική ηγεσία την ενέταξε σε ένα ευρύτερο σχέδιο οικονομικού μετασχηματισμού, τεχνολογικής αναβάθμισης και ενίσχυσης της εθνικής ισχύος. Η ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης, η κυριαρχία στην παραγωγή φωτοβολταϊκών και μπαταριών, η εξασφάλιση πρόσβασης σε κρίσιμα ορυκτά και οι μαζικές επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της στρατηγικής.
Αυτό εξηγεί γιατί οι Κινέζοι ομιλητές στη συζήτηση υποστήριξαν ότι η πράσινη ανάπτυξη δεν αποτελεί απλώς περιβαλλοντική πολιτική, αλλά αναπόσπαστο τμήμα της αναπτυξιακής στρατηγικής της χώρας. Η αντίθεση με πολλές δυτικές χώρες είναι χαρακτηριστική. Στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική η συζήτηση για τη βιωσιμότητα είναι ιδιαίτερα έντονη, όμως η πρακτική εφαρμογή των πολιτικών συχνά προχωρά με αργότερους ρυθμούς.
Petrostates και Electrostates
Η συζήτηση ανέδειξε επίσης ένα ενδιαφέρον θεωρητικό σχήμα: τη διάκριση ανάμεσα στα λεγόμενα «petrostates» και «electrostates». Ένας νέος διαχωρισμός ανάμεσα σε κράτη που εξακολουθούν να στηρίζουν την οικονομική και γεωπολιτική τους ισχύ στα ορυκτά καύσιμα και σε κράτη που επενδύουν στρατηγικά στον εξηλεκτρισμό και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Σε μια πρώτη ανάγνωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως χώρες που εξακολουθούν να στηρίζονται σημαντικά στα ορυκτά καύσιμα, ενώ η Κίνα φαίνεται να προσεγγίζει περισσότερο το πρότυπο του «electrostate».
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η Κίνα εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τεράστιες ποσότητες άνθρακα, ενώ περιοχές όπως το Τέξας πρωτοστατούν στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η περίπτωση του Τέξας αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της ενεργειακής μετάβασης. Αν και αποτελεί ιστορικά το επίκεντρο της αμερικανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας, συγκαταλέγεται ταυτόχρονα μεταξύ των μεγαλύτερων παραγωγών αιολικής και ηλιακής ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η διάκριση ανάμεσα σε "πετρελαϊκά κράτη" και "κράτη του εξηλεκτρισμού" είναι συχνά περισσότερο θεωρητική παρά πραγματική. Οι ενεργειακές στρατηγικές καθορίζονται όχι μόνο από τις διεθνείς εξελίξεις αλλά και από τις εσωτερικές πολιτικές και οικονομικές ισορροπίες κάθε χώρας.
Παρά τις αντιφάσεις αυτές, ένα βασικό συμπέρασμα φαίνεται να αναδύεται: η ενεργειακή ασφάλεια και η πράσινη μετάβαση δεν είναι ανταγωνιστικοί στόχοι. Αντίθετα, ολοένα και περισσότερο αλληλοσυμπληρώνονται. Η ευρωπαϊκή εμπειρία μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 το απέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο. Η εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο μετατράπηκε από οικονομικό πλεονέκτημα σε στρατηγικό μειονέκτημα, ωθώντας πολλές χώρες να επιταχύνουν τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Ο παγκόσμιος Νότος ως ρυθμιστής των εξελίξεων
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της συζήτησης αφορά τον ρόλο του παγκόσμιου Νότου. Συχνά οι διεθνείς αναλύσεις παρουσιάζουν τις χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας ως παθητικούς αποδέκτες των αποφάσεων που λαμβάνονται στην Ουάσιγκτον, το Πεκίνο ή τις Βρυξέλλες. Οι συμμετέχοντες υποστήριξαν ότι αυτή η προσέγγιση είναι υπερβολικά απλουστευτική.
Οι ίδιες οι χώρες του παγκόσμιου Νότου διαθέτουν σημαντικά περιθώρια επιλογών. Η επιτυχία τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των θεσμών τους, τη διαχείριση των πόρων τους και την ικανότητά τους να μετατρέψουν τον εξωτερικό ανταγωνισμό σε εσωτερική αναπτυξιακή δυναμική. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρήθηκε η δυνατότητα που προσφέρουν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για αποκεντρωμένη ανάπτυξη. Σε πολλές περιοχές της Αφρικής και της Ασίας, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια μπορούν να επιτρέψουν την ηλεκτροδότηση απομακρυσμένων περιοχών χωρίς την ανάγκη κατασκευής εκτεταμένων κεντρικών δικτύων. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες προοπτικές εκβιομηχάνισης και κοινωνικής ανάπτυξης.
Η κρίση του πολυμερισμού
Το κεντρικό ερώτημα που διατρέχει ολόκληρη τη συζήτηση είναι κατά πόσο οι υπάρχοντες διεθνείς θεσμοί μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά σε ένα περιβάλλον εντεινόμενου ανταγωνισμού. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου εξακολουθεί να ρυθμίζει περίπου τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά οι κανόνες του έχουν σχεδιαστεί για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πλέον. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι ψηφιακές υπηρεσίες, οι πράσινες επιδοτήσεις και η επιστροφή του βιομηχανικού σχεδιασμού ως εργαλείου γεωοικονομικής ισχύος δημιουργούν νέες προκλήσεις που το σημερινό θεσμικό πλαίσιο δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει. Ταυτόχρονα, η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας καθιστά δυσκολότερη την ανανέωση του διεθνούς συστήματος κανόνων.
Πίσω από τις τοποθετήσεις των ομιλητών στο LSE διαγραφόταν η αίσθηση ότι η εποχή κατά την οποία τα κράτη μπορούσαν μόνα τους να διαχειριστούν τα παγκόσμια προβλήματα πλησιάζει στο τέλος της. Οι προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής, της ενεργειακής μετάβασης, της ψηφιακής οικονομίας και της τεχνητής νοημοσύνης υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα και απαιτούν νέες μορφές συλλογικής δράσης. Έτσι, αντί της επιστροφής σε έναν ιδεατό πολυμερή κόσμο του παρελθόντος (multilateralism), αναδύεται η ανάγκη για ένα πιο σύνθετο σύστημα διακυβέρνησης, στο οποίο κράτη επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, διεθνείς οργανισμοί και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών θα συνδιαμορφώνουν λύσεις και κανόνες σε παγκόσμιο επίπεδο (multi-stakeholder cooperation). Πρόκειται για μια μετάβαση από τον κλασικό πολυμερισμό σε ένα πλέγμα πολυκεντρικής και πολυεπίπεδης συνεργασίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες ενός ολοένα πιο αλληλεξαρτώμενου αλλά και κατακερματισμένου κόσμου.
Συμπεράσματα
Οι παρεμβάσεις των ακαδημαϊκών του LSE και του Πανεπιστημίου Tsinghua ανέδειξαν με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η εποχή της απρόσκοπτης παγκοσμιοποίησης έχει παρέλθει οριστικά. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, όπου η οικονομία, η τεχνολογία, η ενέργεια και η ασφάλεια αλληλοσυνδέονται περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, η επιστροφή της γεωπολιτικής δεν σημαίνει αναγκαστικά το τέλος της συνεργασίας. Αντιθέτως, η κλιματική αλλαγή, η ενεργειακή μετάβαση και η διαχείριση των παγκόσμιων κοινών αγαθών καθιστούν τη συνεργασία πιο αναγκαία από ποτέ.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας θα συνεχιστεί – αυτό θεωρείται σχεδόν βέβαιο. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν οι δύο υπερδυνάμεις, μαζί με τις αναδυόμενες χώρες του Παγκόσμιου Νότου, θα καταφέρουν να δημιουργήσουν νέους θεσμούς και νέες μορφές συνεννόησης που θα επιτρέψουν την αντιμετώπιση των κοινών παγκόσμιων προκλήσεων. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της διεθνούς τάξης αλλά και τις προοπτικές βιωσιμότητας του πλανήτη στον 21ο αιώνα.
Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη διοργάνωσαν στις 5 Ιουνίου 2026, στο Queens’ College, μονοήμερο επιστημονικό συμπόσιο με θέμα «Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και Ρωμιοσύνη: Γλώσσα και Ταυτότητα στον Ελληνόφωνο Κόσμο». Το συμπόσιο συγκέντρωσε ιστορικούς, γλωσσολόγους και ερευνητές συναφών πεδίων με στόχο τη διερεύνηση της σύνθετης σχέσης μεταξύ γλώσσας, πολιτισμικής συνέχειας και συλλογικής ταυτότητας στον ελληνόφωνο κόσμο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα «Ρωμαίικα», την απειλούμενη ελληνική διάλεκτο που εξακολουθεί να ομιλείται σε περιοχές του Πόντου, ως ένα ζωντανό παράδειγμα της ιστορικής ανθεκτικότητας και της πολιτισμικής συνέχειας της Ρωμιοσύνης.
Αντλώντας από το πολυετές ερευνητικό έργο της καθηγήτριας Ιωάννας Σιταρίδου, το συμπόσιο επιχείρησε να φωτίσει ζητήματα γλωσσικής εξέλιξης, πολιτισμικής κληρονομιάς και ταυτότητας, εντάσσοντάς τα σε ευρύτερες συζητήσεις γύρω από τη συνέχεια, την υβριδικότητα και την πολυγλωσσία. Παράλληλα, εξετάστηκαν οι ιδεολογικές και ιστοριογραφικές αντιπαραθέσεις σχετικά με τη Ρωμιοσύνη και την κληρονομιά της Ρώμης, διερευνώντας τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνόφωνοι και ορθόδοξοι πολίτες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αντιλαμβάνονταν και διαμόρφωναν την ταυτότητά τους μέσα στους αιώνες. Τη διοργάνωση του συμποσίου ανέλαβαν ο Δρ. Γεώργιος Καλπαδάκης της Ακαδημίας Αθηνών και η καθηγήτρια Ιωάννα Σιταρίδου του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν τα ζητήματα της ιστορικής συνέχειας, της πολιτισμικής ανθεκτικότητας, της γλωσσικής εξέλιξης και της διαμόρφωσης συλλογικών ταυτοτήτων. Παράλληλα, οι εισηγήσεις ανέδειξαν τον τρόπο με τον οποίο οι όροι «Ρωμαίος», «Ρωμιός», «Έλληνας», «Ρωμαίικα» και «Ελληνικά» απέκτησαν διαφορετικά νοήματα σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, αντανακλώντας μεταβαλλόμενες πολιτικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές πραγματικότητες.
Οι συμμετέχοντες και οι εισηγήσεις
Ο Αντώνης Καλδέλλης, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους βυζαντινολόγους και συγγραφέας του πολυσυζητημένου βιβλίου Romanland: Ethnicity and Empire in Byzantium, ανέλυσε την ιστορική πορεία του όρου «Ρωμαίικα» από τη βυζαντινή περίοδο έως τη σύγχρονη εποχή. Η έρευνά του έχει συμβάλει καθοριστικά στην επαναξιολόγηση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως ενός κράτους που οι ίδιοι οι κάτοικοί του αντιλαμβάνονταν ως «Ρωμαϊκό» και όχι ως «Βυζαντινό». Στην εισήγησή του υπογράμμισε ότι η επιβίωση του όρου «Ρωμαίικα» σε περιοχές του Πόντου αποτελεί σημαντική μαρτυρία της μακράς διάρκειας της ρωμαϊκής ταυτότητας στον ελληνόφωνο κόσμο.
Οι δύο ερευνητές του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών με έδρα την Κρήτη, Λεωνίδας Εμπειρίκος και Νίκος Σιγάλας, παρουσίασαν μια ιστορικο-γλωσσολογική προσέγγιση της ονομασίας της ελληνικής γλώσσας μέσα στους αιώνες. Η έρευνά τους εξετάζει πώς οι ονομασίες «Eλληνική», «Γραικική» και «Ρωμαίικα» συνυπήρξαν ή διαδέχθηκαν η μία την άλλη, αντανακλώντας βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές. Μέσα από πηγές από το Βυζάντιο, την Οθωμανική περίοδο και τον νεότερο ελληνισμό, ανέδειξαν τη δυναμική σχέση μεταξύ γλώσσας και συλλογικής ταυτότητας.
Η καθηγήτρια Ιωάννα Σιταρίδου, γνωστή διεθνώς για την πρωτοποριακή της έρευνα στις ρωμαίικες διαλέκτους του Πόντου και ιδιαίτερα της περιοχής της Τραπεζούντας, παρουσίασε τα αποτελέσματα πολυετούς επιτόπιας έρευνας σε κοινότητες που εξακολουθούν να μιλούν τη γλώσσα που οι ίδιες αποκαλούν «Ρωμαίικα». Η εργασία της εξετάζει τη διαδικασία εξισλαμισμού των πληθυσμών αυτών και τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα διατηρήθηκε παρά τις θρησκευτικές και πολιτικές μεταβολές. Το έργο της έχει συμβάλει αποφασιστικά στην ανάδειξη των «Ρωμαίικων» ως ενός πολύτιμου ζωντανού γλωσσικού μνημείου της μεσαιωνικής ελληνικής.
Ο Γιώργος Καλπαδάκης από την Ακαδημία Αθηνών προσέγγισε το ζήτημα της πολιτισμικής ανθεκτικότητας μέσα από τη συγκριτική μελέτη νησιωτικών και απομονωμένων κοινοτήτων. Η εισήγησή του εστίασε στους μηχανισμούς μέσω των οποίων μικρές κοινότητες κατορθώνουν να διατηρούν τη γλώσσα, τις παραδόσεις και την ιστορική τους μνήμη παρά τις εξωτερικές πιέσεις. Η προσέγγισή του συνέδεσε τη μελέτη των ελληνικών κοινοτήτων με ευρύτερα διεθνή παραδείγματα πολιτισμικής επιβίωσης.
Ο Δημήτρης Σταματόπουλος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της ορθόδοξης κοινότητας και της μετάβασης από τη Ρωμιοσύνη στον ελληνικό εθνικισμό, εξέτασε το έργο του λογίου του 18ου αιώνα Καισάριου Δαπόντε. Μέσα από την ανάλυση του Βιβλίου των Βασιλέων ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο ο Δαπόντες συνδύαζε βυζαντινά, ορθόδοξα, ελληνικά και ρωμαϊκά στοιχεία ταυτότητας σε μια εποχή πριν από τη διαμόρφωση του νεότερου ελληνικού έθνους. Η εισήγηση συνδέθηκε με το ευρύτερο ερευνητικό έργο του Σταματόπουλου γύρω από την έννοια της Ρωμιοσύνης και τις πολλαπλές μορφές συλλογικής ταυτότητας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ρωμιοσύνη, γλώσσα και ταυτότητα
Η σχέση ανάμεσα στη γλώσσα, την ταυτότητα και τη συλλογική μνήμη αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα ζητήματα της ιστορίας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της πολιτείας που επί αιώνες οι ίδιοι οι κάτοικοί της αποκαλούσαν Ρωμανία και τους εαυτούς τους Ρωμαίους. Παρά το γεγονός ότι στη σύγχρονη ιστοριογραφία έχει επικρατήσει ο όρος «Βυζάντιο», οι άνθρωποι που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη, στον Πόντο, στη Μικρά Ασία, στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο δεν θεωρούσαν ποτέ ότι ανήκαν σε ένα «βυζαντινό» κράτος. Αντιθέτως, αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως πολίτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κληρονόμους μιας πολιτικής και πολιτισμικής παράδοσης που είχε τις ρίζες της στην αρχαία Ρώμη αλλά εξελίχθηκε σε ένα πολύγλωσσο, πολυεθνικό και βαθιά ελληνόφωνο κόσμο.
Η διερεύνηση της έννοιας της Ρωμιοσύνης και της σχέσης της με τη γλώσσα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο νέων ιστορικών και γλωσσολογικών ερευνών. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η μελέτη της γλωσσολόγου Ιωάννας Σιταρίδου για τα «Ρωμαίικα» , μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποικιλία της ελληνικής γλώσσας που εξακολουθεί να ομιλείται σε απομονωμένες κοινότητες της περιοχής της Τραπεζούντας στον Εύξεινο Πόντο. Η ύπαρξη αυτών των κοινοτήτων προσφέρει ένα μοναδικό παράθυρο στον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα και η ταυτότητα διαμορφώθηκαν και επιβίωσαν μέσα από αιώνες πολιτικών και κοινωνικών μεταβολών.
Η συνέχεια της ρωμαϊκής παράδοσης στην Ανατολή
Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρξε προϊόν σύνθεσης. Η πολιτική της παράδοση προερχόταν από τη Ρώμη, η γλώσσα της διοίκησης και της παιδείας εξελίχθηκε σταδιακά προς τα ελληνικά, ενώ η θρησκευτική της φυσιογνωμία διαμορφώθηκε γύρω από τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Η συνύπαρξη αυτών των στοιχείων δημιούργησε μια ταυτότητα που δεν μπορεί να περιγραφεί επαρκώς με σύγχρονες εθνικές κατηγορίες. Οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας δεν αισθάνονταν ότι έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στο να είναι Έλληνες ή Ρωμαίοι. Για πολλούς αιώνες οι δύο έννοιες δεν ήταν ανταγωνιστικές αλλά συμπληρωματικές. Η πολιτική ταυτότητα ήταν ρωμαϊκή, η γλώσσα ελληνική και η θρησκεία χριστιανική. Το γεγονός ότι η αυτοκρατορία διοικούνταν από την Κωνσταντινούπολη και όχι από τη Ρώμη δεν μείωνε τη “ρωμαϊκότητά” της στα μάτια των κατοίκων της.
Αυτή η πραγματικότητα συχνά δυσκολεύει τους σύγχρονους ιστορικούς, οι οποίοι έχουν επηρεαστεί από τα πρότυπα του εθνικού κράτους του 19ου αιώνα. Οι μεσαιωνικές κοινωνίες, ωστόσο, λειτουργούσαν με διαφορετικές αντιλήψεις περί ταυτότητας. Ένας κάτοικος της Τραπεζούντας του 12ου ή του 14ου αιώνα μπορούσε ταυτόχρονα να είναι χριστιανός, ελληνόφωνος και Ρωμαίος χωρίς να θεωρεί ότι αυτές οι ιδιότητες συγκρούονταν μεταξύ τους.
Η γλώσσα ως θεματοφύλακας της συλλογικής μνήμης
Η ελληνική γλώσσα αποτέλεσε ίσως τον ισχυρότερο φορέα πολιτισμικής συνέχειας στον ανατολικό μεσογειακό κόσμο. Από την ελληνιστική εποχή έως σήμερα, η γλώσσα εξελίχθηκε, μεταμορφώθηκε και εμπλουτίστηκε, χωρίς όμως να διακοπεί ποτέ η αδιάσπαστη ιστορική της παρουσία. Η περίπτωση των «Ρωμαίικων» του Πόντου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Οι ομιλητές αυτής της γλώσσας δεν χρησιμοποιούν απαραίτητα τον όρο «ελληνικά» για να περιγράψουν το ιδίωμά τους. Αντίθετα, το αποκαλούν «ρωμαίικα». Ο όρος αυτός αποτελεί ζωντανό απομεινάρι μιας ιστορικής πραγματικότητας στην οποία η έννοια του Ρωμαίου παρέμενε κεντρική για τον αυτοπροσδιορισμό των ελληνόφωνων πληθυσμών της Ανατολής.
Για πολλούς σύγχρονους παρατηρητές, ο όρος μπορεί να προκαλεί σύγχυση. Ορισμένοι θεωρούν λανθασμένα ότι σχετίζεται με τις λατινογενείς γλώσσες ή με τη λατινική παράδοση. Ωστόσο, όπως έχει υποστηρίξει ο ιστορικός Αντώνης Καλδέλλης , η χρήση του όρου «Ρωμαίος» από ελληνόφωνους πληθυσμούς είναι απολύτως ιστορικά τεκμηριωμένη και αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι κατανοούσαν την ταυτότητά τους. Η επιβίωση του όρου στις κοινότητες της Τραπεζούντας αποδεικνύει ότι η μνήμη της Ρωμιοσύνης δεν εξαφανίσθηκε με την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 ούτε με την άνοδο των εθνικισμών του 19ου αιώνα. Αντίθετα, συνέχισε να επιβιώνει σε τοπικές κοινωνίες, πολλές φορές μακριά από τα κέντρα εξουσίας και τις επίσημες ιδεολογίες.
Ρήξη ή συνέχεια;
Ένα από τα βασικά ερωτήματα της σύγχρονης έρευνας αφορά τη σχέση μεταξύ αρχαίου ελληνικού, βυζαντινού και νεότερου ελληνικού κόσμου. Υπήρξε συνέχεια ή ρήξη; Η απάντηση που προκύπτει από τη γλωσσολογία είναι περισσότερο σύνθετη από τις απλουστευτικές αφηγήσεις του παρελθόντος. Οι γλώσσες δεν παραμένουν αμετάβλητες, ούτε όμως εξαφανίζονται και επανεμφανίζονται ξαφνικά. Η εξέλιξη είναι μια συνεχής διαδικασία αλλαγής.
Τα «Ρωμαίικα» του Πόντου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής. Η έρευνα της Σιταρίδου έχει αναδείξει γλωσσικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας και τα οποία έχουν χαθεί ή μεταβληθεί στις περισσότερες νεοελληνικές διαλέκτους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ομιλητές των «Ρωμαίικων» διατηρούν «καθαρή» ή «αυθεντική» ελληνική γλώσσα. Αντίθετα, αποδεικνύει ότι η γλωσσική εξέλιξη ακολουθεί διαφορετικές πορείες ανάλογα με τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Η αναζήτηση μιας μοναδικής και αδιαμφισβήτητης συνέχειας συχνά οδηγεί σε ιδεολογικές παγίδες. Η ιστορία δείχνει ότι οι πολιτισμοί επιβιώνουν ακριβώς επειδή μεταβάλλονται. Η γλωσσική και πολιτισμική συνέχεια δεν σημαίνει ακινησία αλλά διαρκή προσαρμογή.
Υβριδικότητα και πολυγλωσσία
Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν ήταν ποτέ ένας μονόγλωσσος ή μονοπολιτισμικός χώρος. Στα εδάφη της συνυπήρχαν ελληνικά, αρμενικά, συριακά, σλαβικά, αραβικά και πολλές άλλες γλώσσες. Η πολυγλωσσία δεν θεωρούνταν εξαίρεση αλλά φυσιολογική κατάσταση.
Οι κοινότητες του Πόντου προσφέρουν επίσης πολύτιμες πληροφορίες για τη διαδικασία της γλωσσικής επαφής. Η συνύπαρξη με τουρκόφωνους πληθυσμούς επί αιώνες άφησε βαθιά ίχνη στο λεξιλόγιο, στην προφορά και σε άλλες πτυχές της γλώσσας. Ωστόσο, η επιρροή αυτή δεν οδήγησε στην εξαφάνιση της ελληνικής παράδοσης. Αντίθετα, δημιούργησε νέες μορφές πολιτισμικής έκφρασης. Η έννοια της υβριδικότητας βοηθά τους ιστορικούς να ξεπεράσουν τις παλαιότερες αντιλήψεις περί «καθαρών» εθνικών ή πολιτισμικών ταυτοτήτων. Οι ταυτότητες της Ανατολικής Μεσογείου ήταν πάντοτε αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων, ανταλλαγών και προσαρμογών.
Ποιος είναι ο κληρονόμος της Ρώμης;
Η συζήτηση για τη Ρωμιοσύνη δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή. Συνδέεται άμεσα με ευρύτερες πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις γύρω από την κληρονομιά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα, διάφορα κράτη και λαοί διεκδίκησαν τον τίτλο του κληρονόμου της Ρώμης. Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Ρωσία της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης», ακόμη και νεότερα εθνικά κινήματα, προσπάθησαν να συνδέσουν τη νομιμοποίησή τους με το ρωμαϊκό παρελθόν.
Η περίπτωση των ελληνόφωνων Ρωμαίων της Ανατολής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή η ταυτότητά τους δεν βασιζόταν σε εδαφικές διεκδικήσεις ή σε μεταγενέστερες ιδεολογικές κατασκευές. Ήταν μια βιωμένη ιστορική πραγματικότητα που διατηρήθηκε επί περισσότερο από μία χιλιετία. Η σύγχρονη έρευνα επιδιώκει να απομακρυνθεί από ανταγωνιστικές αφηγήσεις περί «γνήσιων» και «μη γνήσιων» κληρονόμων της Ρώμης. Αντί να αναζητεί αποκλειστικούς δικαιούχους μιας ιστορικής κληρονομιάς, εξετάζει πώς διαφορετικές κοινότητες χρησιμοποίησαν και επαναδιαπραγματεύθηκαν τη ρωμαϊκή ταυτότητα ανάλογα με τις ανάγκες και τις συνθήκες τους.
Τα «Ρωμαίικα» σήμερα
Η μελέτη των «Ρωμαίικων» δεν αφορά μόνο τη διάσωση μιας απειλούμενης γλώσσας. Αφορά επίσης την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι διατηρούν τη μνήμη και την ταυτότητά τους μέσα στον χρόνο. Οι κοινότητες στα απομακρυσμένα ορεινά χωριά της Τραπεζούντας υπενθυμίζουν ότι η ιστορία της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού δεν περιορίζεται στα σύνορα του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Υπάρχουν ζωντανές παραδόσεις που αναπτύχθηκαν σε διαφορετικά ιστορικά περιβάλλοντα και ακολούθησαν ξεχωριστές διαδρομές. Ταυτόχρονα, οι κοινότητες αυτές αποτελούν μια ισχυρή υπενθύμιση ότι η Ρωμιοσύνη δεν ήταν απλώς μια πολιτική έννοια αλλά ένας τρόπος κατανόησης του κόσμου. Η επιβίωση του όρου «Ρωμαίικα» αποκαλύπτει τη βαθιά ιστορική αντοχή μιας ταυτότητας που κατάφερε να επιβιώσει μέσα από αυτοκρατορίες, κατακτήσεις, θρησκευτικές μεταβολές και εθνικές ανακατατάξεις.
Σήμερα, καθώς η έρευνα στρέφεται ολοένα περισσότερο προς ζητήματα πολλαπλών ταυτοτήτων, διαπολιτισμικών επαφών και πολιτισμικής μνήμης, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποκτά νέα επικαιρότητα. Η ιστορία των Ρωμαίων της Ανατολής δείχνει ότι οι ταυτότητες δεν είναι σταθερές ούτε μονοδιάστατες. Είναι σύνθετες, δυναμικές και συχνά αντιφατικές. Η μελέτη της Ρωμιοσύνης και των «Ρωμαίικων» μας προσφέρει, τελικά, ένα πολύτιμο μάθημα: ότι η ιστορική συνέχεια δεν βρίσκεται στην αμετάβλητη διατήρηση του παρελθόντος, αλλά στην ικανότητα των κοινωνιών να μετασχηματίζουν δημιουργικά την κληρονομιά τους, διατηρώντας παράλληλα ζωντανή τη μνήμη της καταγωγής τους. Έτσι, η Ρωμιοσύνη παραμένει όχι μόνο αντικείμενο ιστορικής έρευνας αλλά και ζωντανό παράδειγμα της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης ταυτότητας μέσα στον χρόνο.
Η σημασία του συμποσίου
Το συμπόσιο στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ ανέδειξε ότι η Ρωμιοσύνη δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό κατάλοιπο του παρελθόντος αλλά μια δυναμική πολιτισμική και γλωσσική παράδοση που εξακολουθεί να επηρεάζει τις συζητήσεις για την ταυτότητα στον ελληνόφωνο κόσμο. Οι εισηγήσεις έδειξαν ότι οι έννοιες της ελληνικότητας και της ρωμαϊκότητας δεν υπήρξαν πάντοτε αντιθετικές, αλλά συχνά συνυπήρξαν και αλληλοσυμπληρώθηκαν μέσα σε διαφορετικά ιστορικά πλαίσια. Η συνάντηση στο Queen’s College επιβεβαίωσε το αυξανόμενο διεθνές ενδιαφέρον για τη μελέτη της Ρωμιοσύνης ως ιστορικού, γλωσσικού και πολιτισμικού φαινομένου. Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της διεπιστημονικής συνεργασίας για την κατανόηση των τρόπων με τους οποίους οι κοινωνίες διαμορφώνουν, διατηρούν και επαναπροσδιορίζουν την ταυτότητά τους μέσα στον χρόνο. Μέσα από την εξέταση τόσο των ιστορικών πηγών όσο και των ζωντανών γλωσσικών παραδόσεων, το συμπόσιο προσέφερε μια νέα οπτική πάνω στη διαχρονική σχέση μεταξύ γλώσσας, μνήμης και Ρωμιοσύνης.
Νέες γεωπολιτικές ευκαιρίες, παλαιές ανασφάλειες και οι πραγματικές προκλήσεις μιας ενδεχόμενης επανένωσης
Στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων προσπαθειών για την επανεκκίνηση των συνομιλιών στο Κυπριακό, το LSE Hellenic Observatory διοργάνωσε εκδήλωση με τίτλο «Cyprus Untied? New Prospects and Old Challenges for the Resumption of Talks», φέρνοντας στο ίδιο πάνελ διακεκριμένους ακαδημαϊκούς και ειδικούς. Η Σιμέν Αρσλάν (Sinem Arslan), Επισκέπτρια Ερευνήτρια (Visiting Fellow) στο Hellenic Observatory, ανέλυσε τις πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές που διαμορφώνουν το σημερινό περιβάλλον στην τουρκοκυπριακή κοινότητα· ο Νεόφυτος Λοϊζίδης, καθηγητής στην Ανάλυση Διεθνών Συγκρούσεων στο πανεπιστήμιο του Warwic, εξέτασε τις προοπτικές και τα εμπόδια μιας νέας διαπραγματευτικής διαδικασίας· ενώ ο Αλέξανδρος Μιχαηλίδης, καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Imperial College του Λονδίνου, ανέδειξε τις οικονομικές διαστάσεις και τις δυνατότητες που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια ενδεχόμενη λύση. Τη συζήτηση συντόνισε ο Βασίλης Μοναστηριώτης, διευθυντής του Hellenic Observatory και καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο London School of Economics. Η εκδήλωση επιχείρησε να αποτιμήσει κατά πόσο το σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον δημιουργεί νέες ευκαιρίες για πρόοδο ή αν οι παλαιές προκλήσεις εξακολουθούν να περιορίζουν τις πιθανότητες μιας βιώσιμης διευθέτησης του Κυπριακού.
Περισσότερο από μισό αιώνα μετά την τουρκική εισβολή του 1974, το Κυπριακό εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα και ανθεκτικά άλυτα διεθνή ζητήματα. Παρά τις δεκάδες πρωτοβουλίες των Ηνωμένων Εθνών, τις επανειλημμένες διασκέψεις, τις προσπάθειες οικοδόμησης εμπιστοσύνης και τις περιόδους συγκρατημένης αισιοδοξίας, η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη. Ωστόσο, η συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο Hellenic Observatory του London School of Economics στις 9 Ιουνίου 2026 ανέδειξε μια σημαντική διάσταση που συχνά παραμερίζεται στις δημόσιες αντιπαραθέσεις: το Κυπριακό δεν είναι πλέον πρωτίστως πρόβλημα εδαφικών διευθετήσεων ή συνταγματικών ρυθμίσεων. Είναι, πάνω απ’ όλα, πρόβλημα εμπιστοσύνης, ασφάλειας και διαχείρισης του φόβου.
Η εκδήλωση συγκέντρωσε ειδικούς που προσεγγίζουν το Κυπριακό από διαφορετικές οπτικές γωνίες: πολιτική επιστήμη, κοινωνιολογία, οικονομία και διεθνείς σχέσεις. Παρότι οι επιμέρους αναλύσεις διέφεραν, όλες συνέκλιναν σε ένα βασικό συμπέρασμα: οι τεχνικές λύσεις υπάρχουν εδώ και χρόνια. Εκείνο που λείπει είναι η εμπιστοσύνη ότι μια συμφωνία θα εφαρμοστεί, θα λειτουργήσει και θα προσφέρει πραγματική ασφάλεια και στις δύο κοινότητες.
Ένα σπάνιο γεωπολιτικό παράθυρο ευκαιρίας
Η σημερινή συγκυρία παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν υπήρχαν τα προηγούμενα χρόνια. Η Ανατολική Μεσόγειος έχει αποκτήσει αυξημένη γεωπολιτική σημασία εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, της αστάθειας στη Μέση Ανατολή, των ενεργειακών εξελίξεων και της γενικότερης αναδιάταξης των διεθνών ισορροπιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και οι Ηνωμένες Πολιτείες παρακολουθούν με αυξημένο ενδιαφέρον την περιοχή, ενώ η Κύπρος βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο ενός ευρύτερου πλέγματος στρατηγικών σχεδιασμών. Ταυτόχρονα, η επανενεργοποίηση της διαδικασίας υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και οι επαφές της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα, Μαρίας Άνχελα Ολγκίν, δημιούργησαν προσδοκίες για μια νέα προσπάθεια επανέναρξης των συνομιλιών.
Παρότι κανείς δεν μιλά για άμεση λύση, η αίσθηση ότι έχει δημιουργηθεί ένα παράθυρο ευκαιρίας είναι διάχυτη. Οι ειδικοί, ωστόσο, προειδοποίησαν ότι το Κυπριακό έχει γνωρίσει και στο παρελθόν αντίστοιχες στιγμές αισιοδοξίας που κατέληξαν σε απογοήτευση. Η συγκυρία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται πολιτική βούληση, κοινωνική προετοιμασία και, κυρίως, αντιμετώπιση των βαθύτερων ανασφαλειών που διαμορφώνουν τις στάσεις των δύο κοινοτήτων.
Το παράδοξο των δύο κοινοτήτων
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα των ερευνών που παρουσιάστηκαν αφορά το γεγονός ότι οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι εμφανίζονται σε αρκετά ζητήματα πιο κοντά απ’ όσο συνήθως πιστεύεται. Παρ’ όλα αυτά, η αμοιβαία δυσπιστία παραμένει εξαιρετικά ισχυρή. Οι Ελληνοκύπριοι επιθυμούν συνέχιση των συνομιλιών από το σημείο όπου διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά. Οι Τουρκοκύπριοι, αντιθέτως, ζητούν μια νέα διαδικασία που θα περιλαμβάνει σαφείς μηχανισμούς λογοδοσίας για όποια πλευρά οδηγήσει τις διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο. Το χάσμα δεν είναι κατ’ ανάγκην αγεφύρωτο. Είναι περισσότερο ζήτημα διαδικασίας παρά ουσίας. Ωστόσο, αρκεί για να εμποδίσει την πρόοδο.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι οι δύο κοινότητες φοβούνται διαφορετικά πράγματα. Οι Ελληνοκύπριοι ανησυχούν κυρίως για το τι θα συμβεί μετά την υπογραφή μιας συμφωνίας. Αναρωτιούνται αν ένα νέο ομοσπονδιακό κράτος θα είναι λειτουργικό ή αν θα οδηγηθεί σε θεσμική παράλυση. Οι Τουρκοκύπριοι, αντίθετα, φοβούνται ότι μια συμφωνία ίσως δεν εφαρμοστεί ποτέ ή ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά θα απορρίψει εκ νέου έναν συμβιβασμό. Με άλλα λόγια, οι δύο κοινότητες φοβούνται διαφορετικά στάδια της ίδιας διαδικασίας.
Η μεταμόρφωση της τουρκοκυπριακής κοινότητας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η ανάλυση της Δρ. Σιμέν Αρσλάν σχετικά με τις εξελίξεις στα κατεχόμενα και τις σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Τουρκοκυπρίων. Η εικόνα που προέκυψε είναι πολύ πιο σύνθετη από τα στερεότυπα που κυριαρχούν συχνά στον δημόσιο διάλογο.
Η Τουρκία έχει ενισχύσει αισθητά την πολιτική, οικονομική και κοινωνική επιρροή της στα κατεχόμενα, ιδιαίτερα μετά το 2020. Ωστόσο, τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η μεγάλη πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων αντιμετωπίζει με επιφύλαξη ή ακόμη και δυσαρέσκεια αυτή την αυξανόμενη εξάρτηση. Ποσοστά που αγγίζουν το 84% εκφράζουν δυσαρέσκεια για τις πολιτικές παρεμβάσεις της Άγκυρας, ενώ ακόμη μεγαλύτερα ποσοστά ανησυχούν για την οικονομική εξάρτηση και τις δημογραφικές αλλαγές που προκαλεί η συνεχής μετανάστευση από την Τουρκία. Κι όμως, την ίδια στιγμή, η συντριπτική πλειονότητα εξακολουθεί να θεωρεί τον τουρκικό στρατό βασικό εγγυητή της ασφάλειάς της. Αυτή η φαινομενική αντίφαση αποτελεί ίσως το σημαντικότερο κλειδί για την κατανόηση του σημερινού Κυπριακού. Οι Τουρκοκύπριοι μπορεί να διαφωνούν με πολλές πτυχές της πολιτικής της Άγκυρας, αλλά δεν έχουν πεισθεί ότι υπάρχει ένας εναλλακτικός μηχανισμός που θα τους προσφέρει αντίστοιχη αίσθηση ασφάλειας.
Ο φόβος ως η πραγματική καρδιά του προβλήματος
Η σημαντικότερη ίσως διαπίστωση της συζήτησης ήταν ότι τα παραδοσιακά ζητήματα που κυριαρχούν στις διαπραγματεύσεις –περιουσιακό, εδαφικές αναπροσαρμογές, οικονομικά οφέλη– δεν αποτελούν πλέον τον πυρήνα του προβλήματος.
Οι έρευνες δείχνουν ότι πολλοί Τουρκοκύπριοι είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν σημαντικές παραχωρήσεις σε ζητήματα περιουσίας. Εκείνο που τους απασχολεί πρωτίστως είναι η ασφάλεια και η πολιτική ισότητα. Η αναφορά στο σύνδρομο της «επόμενης Παλαιστίνης» αποτύπωσε εύγλωττα αυτή την ψυχολογία. Ένα τμήμα της τουρκοκυπριακής κοινότητας φοβάται ότι χωρίς ισχυρές εγγυήσεις θα βρεθεί εγκλωβισμένο σε ένα πολιτικό σύστημα όπου η πληθυσμιακή και οικονομική υπεροχή των Ελληνοκυπρίων θα καταστήσει την κοινότητά του ευάλωτη. Η διαπίστωση αυτή έχει βαθύτερη σημασία. Υποδηλώνει ότι τα οικονομικά επιχειρήματα, όσο ισχυρά κι αν είναι, δεν αρκούν για να μεταβάλουν στάσεις όταν οι άνθρωποι θεωρούν ότι διακυβεύεται η συλλογική τους ασφάλεια. Η ευημερία μπορεί να αποτελεί επιθυμητό στόχο, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγκη ασφάλειας και προστασίας.
Η σημασία της κοινής γνώμης
Ο καθηγητής Νεόφυτος Λοϊζίδης παρουσίασε μια διαφορετική αλλά εξίσου σημαντική διάσταση. Η έρευνά του δείχνει ότι οι πολίτες συχνά εμφανίζονται πιο πραγματιστές από τις πολιτικές ηγεσίες. Όταν καλούνται να αξιολογήσουν ολοκληρωμένα πακέτα συμβιβασμού, είναι συχνά περισσότερο πρόθυμοι να αποδεχθούν αμοιβαίες υποχωρήσεις από ό,τι αφήνει να εννοηθεί η δημόσια ρητορική. Το συμπέρασμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα υπό το φως της εμπειρίας του Σχεδίου Ανάν το 2004. Η απόρριψή του από την ελληνοκυπριακή πλευρά δημιούργησε την αίσθηση ότι οι κοινωνίες δεν είναι έτοιμες για συμβιβασμούς. Δύο δεκαετίες αργότερα, όμως, οι πολιτικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές συνθήκες έχουν αλλάξει σημαντικά.
Η εμπειρία της Βόρειας Ιρλανδίας προσφέρει χρήσιμα διδάγματα. Εκεί, η επιτυχία της ειρηνευτικής διαδικασίας δεν προέκυψε επειδή εξαφανίστηκαν οι διαφωνίες, αλλά επειδή δημιουργήθηκε ένα θεσμικό πλαίσιο που επέτρεπε τη διαχείρισή τους. Η ειρήνη οικοδομήθηκε όχι πάνω στην πλήρη συμφωνία αλλά πάνω στην αμοιβαία αποδοχή κανόνων συνύπαρξης.
Η οικονομία της επανένωσης και οι πραγματικές προκλήσεις
Ο καθηγητής Αλέξανδρος Μιχαηλίδης υπογράμμισε ότι η οικονομική διάσταση του Κυπριακού είναι εξίσου κρίσιμη με τις πολιτικές και θεσμικές πτυχές του. Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης, έχει επιτύχει σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα, τα κατεχόμενα παραμένουν εξαρτημένα από την Τουρκία και περιορίζονται από τη διεθνή μη αναγνώριση. Η διαφορά αυτή μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως εμπόδιο όσο και ως κίνητρο. Μια επανένωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενοποίηση αγορών, προσέλκυση επενδύσεων, ανάπτυξη υποδομών και αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου.
Ωστόσο, οι ομιλητές απέφυγαν τις υπερβολικές υποσχέσεις. Τόνισαν ότι η κυπριακή κοινωνία δεν έχει ενημερωθεί επαρκώς για το πραγματικό κόστος της επανένωσης. Ζητήματα όπως η λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας, η διαχείριση του δημόσιου χρέους, η χρηματοδότηση των αποζημιώσεων και η αντιμετώπιση του περιουσιακού απαιτούν πολύ πιο σοβαρή προετοιμασία από όση έχει υπάρξει μέχρι σήμερα.
Ο κίνδυνος της θεσμικής παράλυσης
Ένα από τα σημαντικότερα θέματα που αναδείχθηκαν αφορά τη λειτουργικότητα μιας μελλοντικής ομοσπονδίας. Οι ειδικοί προειδοποίησαν ότι η ύπαρξη πολλαπλών κέντρων εξουσίας μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένα αδιέξοδα, ιδίως σε περιόδους κρίσεων. Για την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων συζητήθηκαν διάφορα μοντέλα, με μεγαλύτερη αποδοχή να συγκεντρώνει η ιδέα ενός ανεξάρτητου μηχανισμού διαιτησίας, ο οποίος θα μπορούσε να επιλύει αδιέξοδα χωρίς να υπονομεύεται η ισορροπία μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η συζήτηση αυτή αποκαλύπτει πόσο κεντρικό είναι το ζήτημα της εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Οι πολίτες δεν αρκούνται πλέον σε γενικές διακηρύξεις. Θέλουν συγκεκριμένες εγγυήσεις ότι ένα νέο σύστημα θα μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά.
Η κοινωνία πέρα από τις πολιτικές ελίτ
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της εκδήλωσης ήταν η έμφαση στη συμμετοχή των πολιτών. Οι παραδοσιακές διαπραγματεύσεις μεταξύ πολιτικών ηγεσιών φαίνεται να έχουν εξαντλήσει πολλές από τις δυνατότητές τους. Για τον λόγο αυτό εξετάζονται νέες μορφές συμμετοχικής δημοκρατίας, όπως οι συνελεύσεις πολιτών, καθώς και η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών για την καταγραφή κοινωνικών στάσεων και την αναζήτηση πεδίων συναίνεσης. Η προσέγγιση αυτή αντανακλά μια βαθύτερη αλλαγή αντίληψης: η επίλυση του Κυπριακού δεν μπορεί να επιβληθεί από τα πάνω. Χρειάζεται κοινωνική νομιμοποίηση και ενεργή συμμετοχή των πολιτών.
Από τον φόβο στην εμπιστοσύνη
Το σημαντικότερο συμπέρασμα της συζήτησης στο LSE είναι ότι το Κυπριακό δεν πάσχει από έλλειψη ιδεών ούτε από έλλειψη τεχνικών λύσεων. Οι περισσότερες πιθανές φόρμουλες έχουν ήδη διατυπωθεί. Εκείνο που εξακολουθεί να απουσιάζει είναι η εμπιστοσύνη. Οι Ελληνοκύπριοι φοβούνται ένα δυσλειτουργικό κράτος. Οι Τουρκοκύπριοι φοβούνται ότι θα χάσουν την ασφάλειά τους. Και οι δύο κοινότητες φοβούνται ότι μπορεί να εγκλωβιστούν σε μια συμφωνία που δεν θα λειτουργήσει όπως υποσχέθηκαν οι δημιουργοί της.
Γι’ αυτό και το Κυπριακό παραμένει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μια άσκηση διαχείρισης της αβεβαιότητας. Η πολιτική, η οικονομία, η ιστορία και η ασφάλεια συναντώνται σε μια εξαιρετικά σύνθετη εξίσωση. Παρά τα βαθιά εμπόδια, όμως, η συζήτηση ανέδειξε και κάτι ενθαρρυντικό: εξακολουθεί να υπάρχει χώρος για δημιουργικές προσεγγίσεις, για νέους θεσμούς και για διαφορετικούς τρόπους οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Εάν υπάρχει σήμερα ένα πραγματικό παράθυρο ευκαιρίας, αυτό δεν βρίσκεται μόνο στη διπλωματία ή στις γεωπολιτικές συγκυρίες. Βρίσκεται κυρίως στην πιθανότητα οι δύο κοινότητες να αναγνωρίσουν ότι οι φόβοι τους, αν και διαφορετικοί, έχουν κοινή αφετηρία: την ανασφάλεια για το μέλλον. Η επιτυχία οποιασδήποτε νέας προσπάθειας θα εξαρτηθεί τελικά από το κατά πόσο η Κύπρος θα μπορέσει να μετατρέψει τον φόβο σε εμπιστοσύνη και τη δυσπιστία σε ένα κοινό, βιώσιμο όραμα για το μέλλον του νησιού.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, το Brexit εξακολουθεί να αποτελεί το πιο καθοριστικό πολιτικό γεγονός στη σύγχρονη ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου. Η απόφαση των Βρετανών ψηφοφόρων να αποχωρήσουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν άλλαξε μόνο το θεσμικό πλαίσιο των σχέσεων της χώρας με την Ευρώπη. Αναδιαμόρφωσε σε βάθος την πολιτική ζωή, τις συλλογικές ταυτότητες, την κομματική αντιπαράθεση, τη δημόσια εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς και τον τρόπο με τον οποίο η Βρετανία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στον κόσμο.
Το Ίδρυμα για την Κληρονομιά των Λεβαντίνων (Levantine Heritage Foundation) διοργάνωσε τη 41η υβριδική παρουσίασή της στο Λονδίνο τη Δευτέρα 2 Ιουνίου 2026, με προσκεκλημένο ομιλητή τον ιστορικό Αριστείδη Χρυσούλη (Aristide Chryssoulis), σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διάλεξη με τίτλο «Life in the Principality of Samos, 1834–1912».
Η έκδοση Benchmarking Working Europe 2026 του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Συνδικάτων (ETUI) και της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (ETUC) αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες αποτιμήσεις της σημερινής κατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού σχήματος. Το βασικό ερώτημα που διατρέχει το σύνολο της μελέτης είναι αν η Ευρώπη μπορεί να εξελιχθεί σε μια πραγματικά «στρατηγική» δύναμη σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από πολέμους, γεωπολιτικό ανταγωνισμό, ενεργειακές κρίσεις, τεχνολογικές μεταβολές και κλιματική αβεβαιότητα.
Η σημερινή κρίση που συγκλονίζει το βρετανικό πολιτικό σύστημα δεν αφορά πλέον αποκλειστικά το μέλλον του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ ούτε περιορίζεται στις εσωτερικές αναταράξεις του Εργατικού Κόμματος. Αντιθέτως, μοιάζει να αποτυπώνει κάτι βαθύτερο: την εξάντληση ενός ολόκληρου πολιτικού και κοινωνικού μοντέλου που κυριάρχησε στη Βρετανία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο κλονιζόμενος Στάρμερ, οι τοπικές εκλογές του 2026 και η ανάκληση της «σοβαρής διαχείρισης» σε μια Ευρώπη που αμφισβητεί την κληρονομιά της σοσιαλδημοκρατίας
H ρωσοουκρανική διαμάχη: δύο αφηγήσεις, ένας πόλεμος
Η Ρωσία και η Ουκρανία έχουν βαθιές και πολύπλοκες ιστορικές ρίζες που χρονολογούνται από τον 9ο αιώνα, την εποχή των Ρως του Κιέβου, αλλά οι ιστορίες τους συχνά διαφέρουν. Για περισσότερα από 350 χρόνια, μεγάλο μέρος της Ουκρανίας βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα της Σοβιετικής Ένωσης, δημιουργώντας μια περίπλοκη σχέση που περιελάμβανε τόσο κοινή κουλτούρα όσο και βίαιη καταπίεση (π.χ. το Γολοντομόρ). Η Ουκρανία απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1991, αλλά η Ρωσία προσπάθησε συνεχώς να επιβάλει τον έλεγχό της, με αποτέλεσμα την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 και την εισβολή το 2022.
Τι δείχνει μια μεγάλη βρετανική έρευνα – και τι σημαίνει για την ελληνική απαγόρευση στα social media κάτω των 15 ετών