Κ Π Καβάφης
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΣτα βήματα του άρρωστου Καβάφη, στην Αθήνα, το 1932
Στη μνήμη του Δημήτρη Δασκαλόπουλου
Το πρώτο ταξίδι του Κ. Π. Καβάφη στην Αθήνα έγινε από τις 13 Ιουνίου έως τις 5 Αυγούστου 1901 με συνοδό του τον αδελφό του Αλέξανδρο. Κράτησε ένα ημερολόγιο στα αγγλικά, το οποίο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1963 (Κ. Π. Καβάφη, Πεζά) με σχόλια και μετάφραση στα ελληνικά του Γ. Α. Παπουτσάκη. Οι επόμενες εκδόσεις αυτού του ημερολογίου έχουν κακοποιηθεί εκδοτικά. Ήταν ένα ευχάριστο ταξίδι διακοπών και σκοπό του είχε να κάνει γνωστό το καβαφικό έργο στους αθηναϊκούς πνευματικούς κύκλους. Στις αποσκευές του είχε το βιβλίο Αιγυπτιακαί Αναμνήσεις (1896) του Γ. Β. Τσοκόπουλου, ο οποίος είχε μιλήσει πρώτος επαινετικά για τον ποιητή Καβάφη. Ο Καβάφης είχε μαζί του αυτό το βιβλίο για να δείξει ότι δεν ήταν τελείως άγνωστος. Γνωρίστηκε με πολλούς παράγοντες της λογοτεχνικής Αθήνας, όπως π.χ. με τον εκδότη των Παναθηναίων Κίμωνα Μιχαηλίδη και, στις 2/15 Ιουλίου, στα γραφεία του περιοδικού, γνωρίστηκε με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο και αντάλλαξαν φιλοφρονήσεις για το έργο τους. Επίσης γνωρίστηκε και με τους ζωγράφους Γεώργιο Ιακωβίδη και Γεώργιο Ροϊλό, επίσης με τον ποιητή Ιωάννη Πολέμη· αγόρασε μάλιστα την ποιητική του συλλογή Αλάβαστρα, η οποία όμως δεν έχει διασωθεί στη βιβλιοθήκη του. Συνάντησε ξανά τον Τσοκόπουλο, αλλά η λογοτεχνική Αθήνα δεν έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για το πρόσωπό του. Στους ανθρώπους που συνάντησε έδωσε την εντύπωση κάποιου παροικιακού επιχειρηματία, κομψού και ευγενικού, με μια ελαφριά αγγλική προφορά.
Το δεύτερο ταξίδι στην Αθήνα ήταν πάλι για αναψυχή από τον Αύγουστο έως τον Οκτώβριο του 1903. Δεν έχουμε κάποιο ημερολόγιό του ή άλλες του σημειώσεις αυτού του ταξιδιού, αλλά γνωρίζουμε ότι συνάντησε και ερωτεύθηκε τον Αλέξανδρο Μαυρουδή (Αθήνα 1886 - Παρίσι 1968), νέο ποιητή ήσσονος σημασίας, ο οποίος κατόπιν έφυγε και πήγε στο Παρίσι, όπου με το όνομα Alex Madis μακροημέρευσε ως θεατράνθρωπος. Αυτό το ταξίδι είχε και το καλό αποτέλεσμα να γνωριστεί ξανά με τον Ξενόπουλο και να ακολουθήσει το περίφημο άρθρο του Ξενόπουλου στα Παναθήναια (30 Νοεμβρίου 1903), που έκανε γνωστό τον Καβάφη στο αθηναϊκό κοινό. Ενθύμια που έχουν σωθεί από αυτό το ταξίδι είναι μια κάρτα εισόδου στην Αθηναϊκή Λέσχη και ο λογαριασμός στο ξενοδοχείο Grand Hotel Splendid et des Etrangers.[1] Έχει σωθεί και μια επιστολή του από την Αθήνα προς τον φίλο του Περικλή Αναστασιάδη που βρισκόταν τότε στο Παρίσι, στην οποία διαμαρτύρεται για τους «ομογενείς» Αλεξανδρινούς που είχαν κατακλύσει την Αθήνα.[2]
Το τρίτο ταξίδι του στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1905 ήταν τραγικό, δεν ήταν για διακοπές ή για αναψυχή, αλλά (τι ειρωνεία) για να περιθάλψει τον άρρωστο με δυσεντερία αδελφό του Αλέξανδρο, που πέθανε στις 21 Αυγούστου στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Η ταφή του έγινε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών. Δυστυχώς, έως σήμερα, ο τάφος του δεν έχει εντοπιστεί. Όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, ο Καβάφης έγραψε από τις 6 έως τις 9 Σεπτεμβρίου 1905 τις ημερολογιακές σημειώσεις για την αρρώστια του αδελφού του· ακόμη δεν έχουν δημοσιευτεί και σχολιαστεί.[3]
Το τέταρτο και τελευταίο του ταξίδι στην Αθήνα ήταν κι αυτό για λόγους υγείας. Ήταν η πιο παρατεταμένη διαμονή του στην Αθήνα, από τις 4 Ιουλίου 1932, όταν έφτασε από την Αλεξάνδρεια με το πλοίο Άνδρος, έως τις 27 Οκτωβρίου 1932, όταν αναχώρησε με το τουρκικό πλοίο Αιγαίον για να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια. Ήταν όμως και η πιο επώδυνη διαμονή, για την οποία όμως διαθέτουμε και τα περισσότερα ντοκουμέντα και τεκμήρια. Στη συνέχεια, με όσα στοιχεία μπόρεσα να συγκεντρώσω, θα προσπαθήσω χρονολογικά να παρακολουθήσω την εξέλιξη της ασθένειας και της ανάρρωσής του. Θα στηριχτώ κυρίως στις πληροφορίες που υπάρχουν στη Βιβλιογραφία Δασκαλόπουλου και το συμπλήρωμα,[4] επίσης στις Βιβλιογραφικές Προσθήκες Παπαλεοντίου,[5] σε αρχειακό υλικό που έχει σωθεί στο Αρχείο Κ. Π. Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση και στο Αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, στο οποίο περιλαμβάνονται γνωματεύσεις γιατρών που τον περιέθαλψαν, σημειώματα του άφωνου Καβάφη όταν προσπαθούσε να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του και, τέλος, σε σωζόμενες αναμνήσεις διαφόρων επισκεπτών του που τις κατέγραψαν[6].
Επισκέπτες στο ξενοδοχείο
Πριν νοσηλευτεί στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, ο Καβάφης καταλύει στο ξενοδοχείο Cosmopolite στην Ομόνοια· εκεί τον επισκέπτονται πολλοί λόγιοι. Ύστερα από πρόσκληση μέσω ενός κοινού φίλου, τον επισκέπτεται ο Γιώργος Θεοτοκάς, που σαν Ορέστης Διγενής δεν είχε γράψει πολύ κολακευτικά πράγματα για το έργο του. Τον βρίσκει στο χωλ του ξενοδοχείου να είναι περιτριγυρισμένος από πολλούς λογίους. Μιλάει με δυσκολία, η συζήτηση είναι για πολιτικά θέματα. Ο Θεοτοκάς βρίσκει ότι «ήταν ένα ανθρώπινο ερείπιο» και όταν η συζήτηση γύρισε περί «των ποιητών των Αθηνών» ο Καβάφης μουρμούρισε: «–Είναι ρωμαντικοί, ρωμαντικοί!». Την ίδια εντύπωση, μιας βαβούρας από πολλούς επισκέπτες που τον περιστοίχιζαν, μας δίνει και ο Βορεάδης όταν πάει να τον επισκεφτεί στο ξενοδοχείο, και φεύγει χωρίς να του μιλήσει. Τον επισκέπτεται όταν τελειώνει με τις εξετάσεις του στο πανεπιστήμιο, που μάλλον θα είναι λίγο πριν από την αναχώρησή του Καβάφη, τον Οκτώβριο, και συζητά μαζί του στο δωμάτιο του ξενοδοχείου[7]. Ο Σικελιανός τον επισκέπτεται στις 16 Ιουλίου στο ξενοδοχείο, αλλά δεν τον βρίσκει και αφήνει ένα σημείωμα.[8] Δυστυχώς, η εκτεταμένη περιγραφή από τον Μάριο Βαϊάνο της επίσκεψής του στον Καβάφη, στο ξενοδοχείο, φέρει λανθασμένη ημερομηνία (5 Μαρτίου 1932), με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να την προσδιορίσουμε με χρονική ακρίβεια. Ο Βαϊάνος περίμενε μια θερμή αγκαλιά, αλλά εκείνος του έδωσε απλώς το χέρι του, κάθισε απέναντί του σε μια καρέκλα και του μίλησε για την ασθένειά του. Ο Βαϊάνος συγκρίνει την υποδοχή του με τον εξαιρετικά θερμό τρόπο που ο Καβάφης υποδέχτηκε και συνομίλησε με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη όταν τον επισκέφτηκε συγχρόνως στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.[9]
Νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός
Δεν γνωρίζουμε ακριβώς πότε εισήχθη στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, μάλλον λίγο πιο πριν από τις 12 Ιουλίου, γιατί υπάρχει η ιστολογική εξέταση και γνωμάτευση («Διάγνωσις: πλακώδες κερατοπεποιημένον καρκίνωμα»), που υπογράφεται από τον ιατρό Θ. Σκλαβούνο και διαβιβάζεται στον διευθυντή του ωτορινολαρυγγολογικού τμήματος του Ερυθρού Σταυρού Θ. Δ. Δημητριάδη. Η τραχειοτομή μάλλον θα είχε γίνει λίγο πιο πριν ή λίγο μετά από τη διάγνωση. Ο ωτορινολαρυγγολόγος Γ. Ι. Καναγκίνης γράφει ότι, στις 18 Ιουλίου που εξέτασε στο ιατρείο του τον Καβάφη, είχε ήδη γίνει επειγόντως τραχειοτομή από τον Δημητριάδη. Αυτή τον βοήθησε στην αναπνοή του και στη λήψη τροφής.[10] Ο Καβάφης δεν φαίνεται να είναι ευχαριστημένος από τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού. Ίσως η δυσαρέσκεια να οφειλόταν στο ότι ο Δημητριάδης ήθελε να τον χειρουργήσει ενώ ο Καβάφης προτίμησε την υπόδειξη του Καναγκίνη να κάνει ραδιοθεραπείες, γιατί η κατάστασή του ήταν πολύ ευαίσθητη και η εγχείρηση με τον διαρκή βήχα του θα ήταν επικίνδυνη. Σώζεται ένα σημείωμα του Καβάφη προς τον Δημητριάδη, στις 29 Ιουλίου, με το οποίο τον ενημερώνει ότι τον απαλλάσσει από την ευθύνη της νοσηλείας, ότι αναλαμβάνει ο ίδιος την ευθύνη της υγείας του, ότι δεν επιθυμεί να χειρουργηθεί και ότι προτιμάει να κάνει ραδιοθεραπεία. Σώζεται επίσης επιστολή του Καβάφη της 1ης Αυγούστου, 9 μ.μ., προς τον Αντώνη Μπενάκη, που ήταν συχνός επισκέπτης στο νοσοκομείο και ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την υγεία του Καβάφη. Σε αυτή γράφει ότι καλύτερα θα ήταν να πάει στην Κλινική Ασημακοπούλου που τη σύστησε και ο Δημητριάδης, γιατί δεν μπορεί να έχει πια λαρυγγολογική νοσηλεία στον Ερυθρό Σταυρό, και του ζητά να τον επισκεφτεί την άλλη μέρα. Άρα ο Καβάφης και στις 2 Αυγούστου θα πρέπει να νοσηλεύεται στον Ερυθρό Σταυρό.
Η Κλινική Ασημακοπούλου το 1932 λειτουργούσε στην οδό Ασκληπιού και σήμερα στη θέση της υπάρχει η Γενική Κλινική, Ασκληπιού 31. Αλλά δεν φαίνεται ο Καβάφης να νοσηλεύτηκε εκεί. Ο Τσίρκας αναφέρει ότι ο Καβάφης νοσηλεύτηκε στην κλινική Καψάλα, για την οποία όμως δεν μπόρεσα να βρω καμία πληροφορία. Την ένταση των ημερών σχετικά με τη νοσηλεία του δείχνει και το σωζόμενο σημείωμα του Καβάφη με τη φράση «Ο,ΤΙ ΠΕΙ Ο ΑΛΕΚΟΣ ΜΟΥ» (09700371), με διπλή υπογράμμιση στο μικρό όνομα του Σεγκόπουλου. Στο άλλο σωζόμενο σημείωμα «Με ανέλαβε ο εκλεκτής φήμης λαρυγγολόγος Καναγκίνης» (09720041) διακρίνεται ίσως μια ανακούφιση από τη μεριά του Καβάφη.
Επισκέπτες στο νοσοκομείο
Στις 5 Αυγούστου, ο Πέτρος Χάρης στο περιοδικό Εβδομάς γράφει τις εντυπώσεις του από την επίσκεψή του στο νοσοκομείο. Ο Καβάφης επικοινωνεί μαζί του γράφοντάς του, γιατί βέβαια δεν μπορεί να μιλήσει. Τον βρίσκει ισχνό αλλά όχι οστεώδη και κλείνει ως εξής τις εντυπώσεις του: «Ο Αλεξανδρινός ποιητής δεν είναι μόνο μια πνευματική μορφή. Είναι κι ένα από τα χαρακτηριστικότερα ανδρικά κεφάλια που έχω δει». Όταν τον επισκέπτεται στο νοσοκομείο ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Καβάφης του γράφει ότι «έπρεπε υπό άλλους όρους να γνωρισθούμε, θαυμάσιε ποιητή». Από μαρτυρίες επισκεπτών στο νοσοκομείο, ενδιαφέρουσα είναι η μαρτυρία του Γιάννη Σαρεγιάννη ότι, όταν τον ρωτάει αν θέλει να του φέρει κάποιο βιβλίο να διαβάσει, εκείνος του γράφει και του υπογραμμίζει «μόνο αστυνομικά».[11] Τον ενθουσιάζουν τα αστυνομικά του Ζωρζ Σιμενόν που δεν γνώριζε. Ο Πέτρος Φασουλιώτης μαζί με τον Πυθαγόρα Δρουσιώτη επισκέπτονται τον Καβάφη στον Ερυθρό Σταυρό (δεν γράφουν ημερομηνία, αλλά είναι σίγουρα πριν από τις 30 Ιουλίου, αφού τότε δημοσιεύεται για πρώτη φορά το κείμενο στην κυπριακή εφημερίδα)· επικοινωνούν με σημειώματα γιατί ο Καβάφης δεν μπορεί να μιλήσει. Όταν ετοιμάζονται να φύγουν, έχει αρχίσει η δύση και ο Καβάφης από το παράθυρο του νοσοκομείου βλέπει τις εναλλαγές των χρωμάτων στον Υμηττό και δείχνει συγκινημένος. Ο Φασουλιώτης επίσης σημειώνει τον αριθμό του δωματίου στο νοσοκομείο, νο. 215.[12] Άλλος επισκέπτης στο θάλαμο 215 είναι ο νεαρός θαυμαστής του Αλέξανδρος Μάτσας.
Θεραπεία και επισκέψεις σε ιατρούς
Αν υποθέσουμε, σύμφωνα με την γνωμάτευση του ωτορινολαρυγγολόγου Καναγκίνη, ότι έκανε 24 ακτινοβολίες στον συνάδελφό του Λαμπαδάριο υπό την επίβλεψή του, οι ακτινοβολίες θα έγιναν από τις 18 Αυγούστου μέχρι τις 8 Σεπτεμβρίου. «Η βελτίωσις ήταν σημαντικότατη αποκατασταθείσης της θρέψεως και της κινητικότητας του λάρυγγος, πλην ελαφριάς ακινησίας του αριστερού ημιλάρυγγος οφειλομένης και ταύτης ίσως εις αντίδρασιν των ακτίνων», γράφει ο Καναγκίνης. Ακολούθησε ένα διάλειμμα δεκαπέντε ημερών δηλαδή μέχρι τις 26 Σεπτεμβρίου, και ακολούθησαν άλλες 16 επιπλέον ακτινοβολίες, δηλαδή μέχρι τις 11 Οκτωβρίου, οπότε σημειώθηκε εξαιρετική βελτίωση. Από τη μαρτυρία του Κατσίμπαλη ότι είδε τον Καβάφη τον Σεπτέμβριο στο «μπούσι για το Μαρούσι», μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Καβάφης πήγαινε από το αναρρωτήριο της Κηφισιάς στην Αθήνα για να υποβληθεί στις ακτινοβολίες. Το «μπούσι για το Μαρούσι» ήταν το λεωφορείο που έκανε το δρομολόγιο Αθήνα-Κηφισιά με ενδιάμεσες στάσεις και στο Μαρούσι όπου έμενε ο Κατσίμπαλης. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τον γιατρό του, Γ. Ι. Καναγκίνη. Στη βιβλιοθήκη του Καβάφη έχει σωθεί το βιβλίο του Το πρόβλημα των αμυγδαλών ως εμφανίζεται σήμερον. Μελέτη ανακοινωθείσα εις την Ιατροχειρουργικήν Εταιρεία. Συνεδρία της 9ης Μαρτίου 1932, Αθήναι, Τύποις Ι. Οικονόμου & Π. Παληβογιάννη <1932>.[13] Στην αρχή, όταν είδα αυτό το βιβλίο, νόμισα, λανθασμένα, ότι προσπαθούσαν να παραπλανήσουν τον Καβάφη, ότι το πρόβλημα υγείας που είχε ήταν ένα πρόβλημα με τις αμυγδαλές του, αλλά όπως δείχνουν τα σημειώματα του Καβάφη που αναφέρονται στον συγκεκριμένο γιατρό φαίνεται ότι είχαν αναπτύξει έναν καλό δεσμό εμπιστοσύνης και αλληλοεκτίμησης. Φαίνεται πράγματι καλός επιστήμονας, αν κρίνουμε από την αναλυτική αναφορά του με το ιστορικό της ασθένειας και της θεραπείας στην οποία είχε υποβληθεί ο Καβάφης, με ημερομηνία 12 Οκτωβρίου και δύο υστερόγραφα 15 Οκτωβρίου και 18 Οκτωβρίου, τα οποία δείχνουν την πρόοδο που έχει κάνει ο Καβάφης, αλλά και τα προβλήματα που υπάρχουν. Ο Καβάφης τον πιστεύει όταν τον βεβαιώνει ότι κατά τον Δεκέμβριο θα ξαναβρεί τη φωνή του.

Σωζόμενο σημείωμα του Καβάφη, του 1932. «Με ανέλαβε ο εκλεκτής φήμης λαρυγγολόγος Καναγκίνης», φαίνεται να δηλώνει με ανακούφιση.
Cavafy Archive Onassis Foundation 09720041
Παραμονή στο αναρρωτήριο
Η εφημερίδα Πρωΐα σε ένα άρθρο της στις 23 Αυγούστου γράφει ότι από την παρελθούσα Τετάρτη ο ποιητής Καβάφης εγκαταστάθηκε εις Κηφισιά, άρα είχε φύγει από τον Ερυθρό Σταυρό στις 17 Αυγούστου και είχε εγκατασταθεί στο θεραπευτήριο Villa Renaissance (Αναγέννησις). Αλλά και ο Ταχυδρόμος, στις 22/8/1932, γράφει ότι «εξήλθε του νοσοκομείου και θα παραμείνει επί χρονικόν διάστημα στην Κηφισιά»[14] και πολλές άλλες εφημερίδες αναπαράγουν την ίδια πληροφορία. Πολλοί επισκέπτες δεν αναφέρουν τη Villa Renaissance σαν αναρρωτήριο αλλά σαν ξενοδοχείο. Από τη φωτογραφία του κτιρίου που εντοπίστηκε, φαίνεται σαν αναρρωτήριο, με φωτογραφίες ιατρικού προσωπικού να εμφανίζονται στην είσοδο και στο μπαλκόνι του κτιρίου. Εκείνη την εποχή με τη φυματίωση, γνωστή ασθένεια της εποχής, να κάνει θραύση, πολλοί ασθενείς που αναρρώνανε δεν θα ήθελαν να λένε ότι βρίσκονται σε νοσοκομείο ή αναρρωτήριο, γι’ αυτό και πολλές τέτοιες επιχειρήσεις είχαν τη μορφή ξενοδοχείου και βρίσκονταν σε ωραίες εξοχικές περιοχές με υγιεινό κλίμα. Ίσως και ο Αλέκος με τη Ρίκα Σεγκοπούλου να έμειναν και εκείνοι μαζί του στη Villa Renaissance. Ο Γρίβας περιγράφει αργότερα στον Τίμο Μαλάνο την επίσκεψή του στο αναρρωτήριο και του λέει ότι εκείνο το απόγευμα τον είχαν επισκεφτεί αρκετοί λόγιοι, μεταξύ των οποίων και ο Μαλακάσης, και ότι όταν σηκώθηκαν να φύγουν ο Καβάφης ζήτησε από τον Γρίβα να ανεβεί μαζί του στο δωμάτιό του. Του έδειξε την ωραία θέα και του περιέγραψε το αττικό τοπίο. «Εδώ βασιλεύει, μου είπεν, το μέτρον και η αρμονία της αρχαίας Ελλάδος. Επάνω στα φυλλώματα των δένδρων, διαβάζω: μηδέν άγαν. Επάνω από τους λόφους εκείνους τους μακρυνούς: παν μέτρον άριστον…».
Ο Σαρεγιάννης που τον επισκέπτεται στο ίδιο αναρρωτήριο για πρώτη φορά, μετά τις επισκέψεις στο νοσοκομείο, δηλαδή λίγο μετά τις 17 Αυγούστου, γράφει ότι ο Καβάφης πήγε εκεί κατόπιν υποδείξεων των γιατρών του και σημειώνει ότι του «έδειξε το θαυμάσιο τοπίο: μπροστά κάτι πελώρια κυπαρίσσια, πιο πέρα απλώνονταν η πεδιάδα ώς το Τατόι, στο βάθος ορθώνονταν τα τόσα όμορφα βουνά, η Πάρνηθα και η Πεντέλη», αλλά του φάνηκε ότι ο Καβάφης του είπε ότι «Με πλήττουν». Δίνει επίσης τη μαρτυρία ότι δεν έμεινε για πολύ καιρό εκεί και ότι επέστρεψε στο ξενοδοχείο του στην Ομόνοια.[15]
Το τελευταίο έρχεται βέβαια σε αντίθεση με τη μαρτυρία ότι παρακαλεί τον Σαρεγιάννη να κανονίσει μια επίσκεψη με την Πηνελόπη Δέλτα, η οποία κατοικούσε εκείνη την εποχή και αυτή στην Κηφισιά. Την επισκέφτηκαν ένα μεσημεράκι του Σεπτεμβρίου. Ο Σαρεγιάννης περιγράφει ότι η κουβέντα «διεξήχθη σε υψηλό κινέζικο ύφος: όλο φιλοφρονήσεις και εκφράσεις αμοιβαίου σεβασμού […] ξαναβρήκαν και ξαναδημιούργησαν την προ του ’14 ατμόσφαιρα των σαλονιών της Αλεξάνδρειας». Άρα ο Καβάφης θα έμεινε στο Αναρρωτήριο μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, το πολύ τις αρχές Οκτωβρίου. Από δύο αχρονολόγητα σημειώματά του (09720034 και 097220036), που είναι από τα πιο προσεχτικά γραμμένα του φακέλου, φαίνεται ότι ετοιμάζεται να φύγει από το αναρρωτήριο και περιγράφει πώς θα τακτοποιήσει τα πράγματά του και πόσα αυτοκίνητα θα χρειαστούν για να επιστρέψουν, μάλλον σίγουρα, στο ξενοδοχείο Cosmopolite στην Ομόνοια.
Στο αναρρωτήριο, ο Καβάφης είχε συνάψει σχέση αλληλοθαυμασμού με έναν νέο γιατρό που τον περιέθαλπε, τον Γεώργιο Δεστούνη. Ο Γεώργιος Δεστούνης είχε γεννηθεί το 1905 στα Χανδάτα Ληξουρίου της Κεφαλονιάς.[16] Αποφοίτησε από το Πετρίτσειον Γυμνάσιον το 1923 και το 1929 πήρε το δίπλωμα της ιατρικής με λίαν καλώς. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο Ναυτικό, ειδικεύτηκε στη Νευρολογία στο Δρομοκαΐτειο Νοσοκομείο υπό την επίβλεψη του Μιχαήλ Κατσάρα και έγινε μέλος της Ελληνικής Νευρολογικής και Ψυχιατρικής Εταιρείας και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό Άριστα. Το 1934 υπηρέτησε στο Νευρολογικό τμήμα του Ερυθρού Σταυρού και το 1937 με υποτροφία πήγε στο Βερολίνο, στην κλινική Charité. Πήρε άδεια εξασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος στη Γερμανία και έκανε ένα δεύτερο διδακτορικό το 1940, εξετάζοντας το επιληπτικό σύνδρομο των όγκων του μετωπιαίου λοβού με βαθμό sehr gut (πολύ καλά). Το 1940, με τον πόλεμο στην Αλβανία, επέστρεψε στην Ελλάδα και έγινε ανθυπίατρος το 1941. Το 1942 επέστρεψε στο Βερολίνο και έκανε την υφηγεσία του και πήρε εντολή να διδάξει στο πανεπιστήμιο. Το 1950 διορίστηκε έκτακτος καθηγητής Ψυχιατρικής, Νευρολογίας και Παιδοψυχιατρικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Humboldt, θέση που κράτησε για 14 συναπτά έτη, όπως γράφει. Αυτό που δεν λέει είναι ότι μετά τον πόλεμο και το χωρισμό του Βερολίνου, το Πανεπιστήμιο Humboldt, γεωγραφικά, βρέθηκε στην Ανατολική Γερμανία. Το 1961, με το Τείχος του Βερολίνου να υψώνεται, επέστρεψε στην Ελλάδα και έγινε διευθυντής του Κρατικού Νοσοκομείου Παιδοψυχιατρικής Αθηνών (Πεντέλης). Δεν μπόρεσα να εντοπίσω την ημερομηνία θανάτου του, ίσως μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Πάντως, στην Αθήνα κατοικούσε στο Χαλάνδρι (οδός Σερρών 19) και είχε ιατρείο στο Κολωνάκι (οδός Λουκιανού 17). Στο τομίδιο Επιστημονικαί δράσεις και επιστημονικαί εργασίες αναφέρει τις 85 επιστημονικές εργασίες του έως το 1962, τα εκλαϊκευτικά δημοσιεύματά του και τις διαλέξεις του, τις δημοσιεύσεις του στο ιατρικό περιοδικό της Αθήνας Ασκληπιός καθώς και ένα άρθρο του στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία για την Κεφαλονιά. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα συνέχισε τις επιστημονικές του δημοσιεύσεις, αλλά έγραψε και ένα βιβλίο με τίτλο Κεφαλληνιακά (Αθήνα, Έκδοσις του Συνδέσμου της Επαρχίας Παλλήνης «Το Ληξούρι», 1967) με εξώφυλλο της ζωγράφου Ντιάνας Αντωνακάτου. Αλλά συνεχίζει να γράφει άρθρα και για Έλληνες λογοτέχνες, όπως π.χ. για τον Καρυωτάκη “In den Armen des Unendlichen. Die Melancholle des griechischen Dichters Kostas Karyotakis“, Deutsches Arzteblatt, Heft 37 (9 Sept. 1971), 2510-2512. Αυτό που δεν αναφέρει είναι ίσως ένα νεανικό του αμάρτημα, την έκδοση της συλλογής διηγημάτων του Το Χαμένο σπίτι που το κατοικούν γελούμενοι άνθρωποι, Αθήνα, Τυπογραφείο Ξ. Ε. Σεργιάδη, 1925. Ένα αντίτυπο αυτού του βιβλίου το έχει χαρίσει στον Κ. Π. Καβάφη με την αφιέρωση «Στον μεγάλο μας ποιητή με θαυμασμό» Υπογράφει Γ. Δεστούνης, χωρίς να βάλει χρονολογία.[17] Στην εφημερίδα Ελεύθερος Λόγος, 6/12/1925, δημοσιεύεται το διήγημά του « Η γυναίκα που έμοιαζε με παπί» από τη συλλογή που μόλις είχε κυκλοφορήσει, άρα η κυκλοφορία του βιβλίου του δεν είχε περάσει απαρατήρητη. Επίσης δεν αναφέρει ότι νέος γιατρός υπηρέτησε στο Αναρρωτήριο Αναγέννησις (Renaissance) στην Κηφισιά, όπου γνωρίστηκε και περιέθαλψε τον Καβάφη. Αυτή τη συνάντηση με τον Καβάφη τη θυμάται το 1952 και στέλνει ένα μικρό σημείωμα στο περιοδικό Neue Literarische Welt (25 Ιουλίου 1952),[18] όταν διαβάζει στο προηγούμενο τεύχος της, 25 Ιουνίου 1952, το άρθρο του Helmut von den Steinen για τον Καβάφη και τις μεταφράσεις των ποιημάτων του «Θερμοπύλες» και «Περιμένοντας τους βαρβάρους». Αυτό το άρθρο ήταν μια μορφή αναγγελίας της γερμανικής μετάφρασης των ποιημάτων του Καβάφη που κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο στο Βερολίνο από τις εκδόσεις Surkamp Verlag. Το παραπάνω γερμανικό δημοσίευμα του Δεστούνη, ο Δασκαλόπουλος το είχε καταγράψει στη Βιβλιογραφία του, χωρίς όμως αυτοψία. Πρόσφατα, ο καθηγητής Γκρέγκορι Τζουσντάνις είχε την καλή τύχη να δει το απόκομμα του άρθρου στο Άμστερνταμ, στο αρχείο του Ολλανδού μεταφραστή του Καβάφη Γκ. Χ. Μπλάνκεν, και με ενθουσιασμό και κάπως πρόχειρα δημοσίευσε σε αγγλική στην αρχή και κατόπιν σε ελληνική μετάφραση το κείμενο του Δεστούνη, χωρίς να έχει ερευνήσει καθόλου τη βιογραφία του συγγραφέα[19] ή τη σχέση του με τον Καβάφη. Ο Καβάφης δίνει στον Δεστούνη, πιθανότατα το καλοκαίρι του 1932, το τεύχος Γ8 με τα ποιήματα από το 1916-1918.[20] Ο Δεστούνης περιγράφει πώς γνωρίστηκε με τον Καβάφη όταν ήταν ασκούμενος ιατρός στο σανατόριο Renaissance, «στο όμορφο αθηναϊκό προάστιο της Κηφισιάς. Εκεί γνώρισα τον Καβάφη, τόσο ως ασθενή όσο και σαν άνθρωπο». Αναφέρει την ασθένειά του, ότι δεν μπορούσε να μιλήσει λόγω της τραχειοτομής και ότι συχνά για να επικοινωνήσει μεταχειριζόταν χαρτί και μολύβι. Ότι «είχε μεγάλο αυτοέλεγχο, ήξερε πώς να αποκρύπτη και να υπομένη τον πόνο». Είχε πολλούς επισκέπτες Αθηναίους διανοούμενους και συγγραφείς, αλλά ελάχιστες γυναίκες τον επισκέπτονταν. Οι δυο τους είχαν φαίνεται λογοτεχνικές συζητήσεις, όπως φαίνεται και από την ανταλλαγή των έργων τους. Με όση δύναμη και φωνή του είχε απομείνει, ο Καβάφης του μίλησε για τον Παλαμά. «Ο Παλαμάς είναι μεγαλοπρεπής, πολύχρωμος, πλούσιος, μου είπε, ενώ εγώ είμαι απλός και λιτός». Και παρομοιάζει τον μικρό εαυτό του με τον μεγάλο Νείλο. Γερμανικά, ο Δεστούνης γράφει: “Palamas ist gewaltig, farbig und reich, ich aber bin schlicht und einfach und trotz des gewaltigen Nils!”.[21] Ο Δεστούνης περιγράφει επίσης ότι φρόντιζε επιμελώς την εμφάνισή του και ότι η διαύγειά του, η ενεργητικότητά του και η κινητικότητά του δεν είχαν πληγεί ιδιαιτέρως, εννοεί από την ασθένειά του. «Συχνά περπατούσε στον μεγάλο κήπο του σανατορίου και καθόταν για πολλή ώρα σε ένα παγκάκι μονάχος». Αυτή νομίζω είναι μια σημαντική μαρτυρία για την κατάσταση του Καβάφη με τη ματιά ενός γιατρού αλλά και εν δυνάμει συναδέλφου στην λογοτεχνία.
Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα περιγραφή της παραμονής του Καβάφη στην Αθήνα να προέρχεται από τον Γιώργο Κατσίμπαλη, όταν γράφει στον Γιώργο Σεφέρη που υπηρετεί στο Ελληνικό Προξενείο του Λονδίνου, σε ένα γράμμα του αρκετά μακρύ, τοποχρονολογημένο στο Μαρούσι, τις 16/10/32.[22] Του γράφει ότι γνώρισε τον Καβάφη πριν από ένα μήνα στο «μπούσι που μ’ έφερνε στο Μαρούσι». Δηλαδή κατά τον Σεπτέμβριο του 1932. Είχε μάθει ότι είχε έρθει στην Αθήνα για να υποβληθεί σε θεραπεία και ότι τον είχαν επισκεφτεί ο Καλαμάρης (πιο γνωστός μας σαν Νικόλας Κάλας) και ο Βάρναλης, λανθασμένα γράφει στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Του γράφει ότι δεν είχε επιδιώξει να τον επισκεφτεί για τους γνωστούς λόγους με τη διαφωνία Καβάφη-Παλαμά. Αλλά μια μέρα, στη 1 και τέταρτο μετά το μεσημέρι, ο Σεγκόπουλος, που τον είχε γνωρίσει πριν από μερικά χρόνια, του συστήνει «ένα παραδοξότατο γερόντιο» καθισμένο πλάι στη Ρίκα Σεγκοπούλου. Βέβαια ο Κατσίμπαλης δεν μπορεί να αντισταθεί και γράφει στον Σεφέρη ό,τι κουτσομπολιό ξέρει, ότι ο Σεγκόπουλος είναι νόθος γιος του Καβάφη, όπως τον πληροφορεί ο Μαλακάσης, και ότι είναι ο «μόνος επιβήτωρ με τον οποίο ο Καβάφης έχει συνδεθεί αισθηματικά». Η συζήτηση με τον Καβάφη δεν μπορούσε να γίνει ομαλά γιατί ο Καβάφης «γρύλιζε διάφορα άναρθρα πράγματα. Τον έπιανε κάθε τόσο βήχας και ξεφύσαγε σα φυσητήρι μέσα από τη μεταλλική σωλήνα του». Φαίνεται ότι ο Καβάφης θα επέστρεφε από την Αθήνα που έκανε τις ακτινοβολίες του. Αποφάσισαν να συναντηθούν στο ξενοδοχείο του μετά τις εκλογές. Οι εκλογές έγιναν στις 25 Σεπτεμβρίου 1932 και τα αποτελέσματά τους ήταν αδιέξοδα, γιατί το Κόμμα των Φιλελευθέρων του Βενιζέλου πήρε 33,42% με 98 έδρες, το Λαϊκό Κόμμα του Τσαλδάρη 33,80 με 95 έδρες και τα υπόλοιπα κόμματα έλαβαν το Αγροτικό 11 έδρες και το ΚΚΕ 10 έδρες. Δυστυχώς δεν έχουμε την αντίδραση του Καβάφη στα αποτελέσματα αυτών των εκλογών, για να δούμε τις πολιτικές απόψεις του.
Η υπεσχημένη επίσκεψη στον Καβάφη έγινε (μάλλον μετά την ολοκλήρωση και της δεύτερης σειράς των ακτινοβολιών) και κράτησε μια ώρα και ο Κατσίμπαλης σχολιάζει: «Η θεραπεία τού ’χε κάνει μεγάλο καλό και μπορούσα χωρίς μεγάλο κόπο ν’ ακούω την ιδιόρρυθμη εκείνη φωνή του με ελαφριά αγγλική προφορά». Ο Κατσίμπαλης τον συναντά ξανά στο ατελιέ του Τόμπρου, όταν ο γλύπτης παίρνει τα μέτρα του ποιητή για να κάνει την προτομή του. Τον συνοδεύει ακόμη και στο ατελιέ του φωτογράφου Κυριάκου Παγώνη απ’ όπου έχουμε και τις τελευταίες φωτογραφίες του Καβάφη. Παρ’ όλη την αντιπάθεια του Κατσίμπαλη στον Καβάφη, δεν παραλείπει να γράψει στον Σεφέρη:
Δυο παμπόνηρα και σπάνιας διεισδυτικότητας μάτια, με μια γλυκύτητα στο κάτω μέρος του προσώπου, ολόγυρα στο στόμα και στο πηγούνι. Δεν μοιάζει καθόλου με ό,τι σκίτσο, φωτογραφία κ.λπ. έχεις δει ώς σήμερα. Φυσιογνωμία από τις πιο ενδιαφέρουσες κι εντυπωσιακές.
Επιστροφή στην Αθήνα. Δεξιώσεις και αναχώρηση
Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία που αναχώρησε από το θεραπευτήριο της Κηφισιάς, αλλά φαίνεται ότι επέστρεψε στο ξενοδοχείο Cosmopolite στην Ομόνοια και παρέμεινε εκεί μέχρι την αναχώρησή του. Στο φάκελο με τις χειρόγραφες σημειώσεις, υπάρχει μία σε επιστολόχαρτο του ξενοδοχείου Hôtel Cosmopolite Athènes Place Omonia με ημερομηνία, 12/10/32 και σημειώνει μόνο μια λέξη: «των αντιδράσεων» (09720020).
Στις 10 Οκτωβρίου 1932, λίγο πριν την αναχώρησή τους, ο Καβάφης σίγουρα με τον Αλέκο Σεγκόπουλο και ίσως με τη Ρίκα, επισκέφτηκαν για τελευταία φορά τον ακτινολόγο Λαμπαδαρίδη που τους έδωσε μια συστατική επιστολή, γνωμάτευση για να τη δώσουν σε έναν γιατρό στην Αλεξάνδρεια, τον Γιαλούση. Του περιγράφει την ασθένεια του Καβάφη, «παθόντος εξ επιθηλιώματος του λάρυγγος».[23] Συστήνει στον συγγενή του, κ. Σεγκόπουλο, τον ιατρό Γιαλούση, γιατί πιστεύει ότι θα του φανεί χρησιμότατος επειδή είναι επιστημονικώς άρτιος αλλά και επειδή έχει υλικά και εργαστηριακά εφόδια. Συμπληρώνει την επιστολή με νέα για την καλή πορεία της υγείας ενός συγγενικού προσώπου του ιατρού Γιαλούση και κλείνει την επιστολή παρακαλώντας τον να τον ενημερώνει για την υγεία του «κ. Καβάφη, του τόσον συμπαθούς και εξαιρέτου λογοτέχνου». Η επιστολή είναι γραμμένη σε επιστολόχαρτο της Ραδιολογικής Κλινικής του Λαμπαδαρίδη και οι τίτλοι του και οι σπουδές του πιάνουν περίπου 5 εκατοστά. Ίσως γι’ αυτό και ο Καβάφης όταν γράφει για τον ΩΡΛ Καναγκίνη «χωρίς ρεκλάμα Καναγκίνης αυστηρός επιστήμων» (09720040).[24] Ο Καβάφης επίσης σε ένα του σημείωμα γράφει: «Η κλινική Γιαλούση πού είναι;» (09720018).[25]
Μια αποχαιρετιστήρια δεξίωση πραγματοποιήθηκε και στην οικία του Δ. Π. Πετροκόκκινου. Δυστυχώς, δεν έχουμε πολλές πληροφορίες για την ημερομηνία και τους παρευρισκόμενους, παρά μόνο από τον Γιώργο Θεοτοκά που συνάντησε για δεύτερη φορά τον Καβάφη και διασώζει μέρος της συζήτησης με θέμα το τοπίο της Αττικής και την ποίηση της Αθήνας.
–Συγκρίνω, έλεγε περίπου [ο Καβάφης], τα βουνά της Αττικής με την ποίηση των Αθηνών. Τι σχέση έχουν; Τι το κοινόν μεταξύ τους; Δεν κατηγορώ κανέναν, δεν υποτιμώ κανέναν, καταλάβετέ με καλά, δεν θέλω να αρνηθώ κανέναν, αλλά… Δεν εννοώ ότι… τα βουνά είναι απέριττα, λιτά, διαυγή, ενώ η ποίηση είναι… Έσκυψε καθώς και την άλλη φορά, εμπιστευτικά, σοβαρά, ανήσυχα, και με κάποιο πείσμα. – Είναι ρωμαντική!.[26]
Στην προετοιμασία για την επιστροφή στην Αλεξάνδρεια ξέρουμε ότι επιτέλους συνάντησε τον Άγγελο Σικελιανό στις 15 Οκτωβρίου, ο οποίος του αφιέρωσε την ποιητική του συλλογή Ο τελευταίος ορφικός διθύραμβος ή Ο διθύραμβος του ρόδου. Το βιβλίο έχει σωθεί στη βιβλιοθήκη του. Δεν είναι καταγεγραμμένη η ημερομηνία που συνάντησε τον ζωγράφο Γιώργο Γουναρόπουλο, πριν ή μετά την εγχείρησή του, και του έκανε το σκίτσο του. Κοσμικό γεγονός είναι η δεξίωση στο Μέγαρο Νεγρεπόντη από την Άλκη Θρύλο και τον Κώστα Ουράνη, όπου ο ίδιος ο Δημήτρης Μητρόπουλος προς χάριν του παίζει στο πιάνο τις 10 Inventions, δέκα μελοποιήσεις καβαφικών ποιημάτων. Η Ένωση Λογοτεχνών της Αθήνας τον δεξιώνεται στα γραφεία της στις 22 Οκτωβρίου και ο Μαλακάσης του στέλνει ένα σημείωμα ότι δυστυχώς δεν μπορεί να παραβρεθεί. Στις 27 Οκτωβρίου επιβιβάζεται στο πλοίο Αιγαίον και στον Πειραιά κατεβαίνει να τον αποχαιρετήσει σχεδόν όλη η λογοτεχνική και καλλιτεχνική Αθήνα: Τέλλος Άγρας, Μάριος Βαϊάνος, Θράσος Καστανάκης, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Μήτσος Παπανικολάου, Τάκης Παπατσώνης, ο γλύπτης Μιχάλης Τόμπρος, οι ζωγράφοι Τάκης Καλμούχος και Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς κ.ά.
Ανάρρωση στην Αλεξάνδρεια
Προσπάθησα να παρακολουθήσω μέρα με την ημέρα τη διαμονή του Καβάφη στην Αθήνα, αλλά μερικές ημερομηνίες δεν ταίριαζαν. Πώς ο γιατρός Καναγκίνης λέει ότι εξέτασε τον Καβάφη στο ιατρείο του στις 23 Ιουλίου και ο Καβάφης είχε ήδη υποβληθεί σε τραχειοτομή στο νοσοκομείο και είχε ήδη γίνει η διάγνωση; Είχε βγει από το νοσοκομείο και επέστρεψε μέχρι να ληφθεί μια απόφαση για την περαιτέρω θεραπεία του, όπως δείχνουν οι επιστολές του στον Δημητριάδη και τον Μπενάκη; Σίγουρες ημερομηνίες είναι μόνο οι τοποχρονολογημένες επιστολές ή οι ημερολογιακές σημειώσεις των επισκεπτών του και τα άρθρα των εφημερίδων.
Για τον Καβάφη πολλά έχουν γραφτεί για την απουσία της φύσης από τα γραπτά του, αλλά είναι πολλές οι μαρτυρίες ότι σχολιάζει πολύ θετικά τη φύση της Αττικής. Άλλο θέμα των συζητήσεών του ήταν τα σχόλιά του για την «αθηναϊκή ποίηση». Δεν έγινε καμία προσπάθεια για μια συνάντηση Παλαμά-Καβάφη. Είναι γνωστός, αν και όχι σωστά καταγεγραμμένος, ο ανταγωνισμός μεταξύ Καβάφη και Παλαμά. Ίσως η σύγκρουση μεταξύ Παλαμά και Καβάφη να άρχισε με δημοσιογραφικό ρεπορτάζ, με την συνέντευξη του Χριστοφή με τον Παλαμά ότι για την ποίηση του Καβάφη είναι «ένα δημοσιογραφικό ρεπορτάζ από τους αιώνες». Αργότερα, ο Παλαμάς δήλωσε ότι δεν θυμάται ότι έκανε κάποια τέτοια δήλωση. Αλλά, για να είμαστε δίκαιοι, ο Καβάφης ποτέ δεν είπε ότι δεν του αρέσει ο Παλαμάς ή ότι έχει μιλήσει ή γράψει κάτι εναντίον του· απλώς είχε δηλώσει ότι ο Γρυπάρης και ο Μαλακάσης είναι καλύτεροι ποιητές από τον Παλαμά.[27] Σίγουρα όμως, το 1924, είχε δημιουργηθεί μια παρεξήγηση μεταξύ τους, όταν ο Καβάφης εξέφρασε την επιφύλαξή του απέναντι στο λυρισμό της παλαμικής ποίησης.[28] Ο Κώστας Ουράνης, σε ένα άρθρο του στο Ελεύθερον Βήμα, 18 Οκτωβρίου 1932, γράφει ότι η ελληνική πολιτεία έπρεπε να βρει έναν τρόπο να τιμήσει τον ποιητή κατά την παραμονή του στην Αθήνα.
Όταν την πρώτη φορά ο Καβάφης επισκέφτηκε την Αθήνα ήταν ένας άγνωστος και τριγυρνούσε στα διάφορα καφενεία, για να γνωριστεί με τη λογοτεχνική Αθήνα. Τώρα η παραμονή του είναι ένα γεγονός και οι εφημερίδες παρακολουθούν κάθε κίνησή του. Περίπου 48 άρθρα έχουν δημοσιευτεί για αυτή του την επίσκεψη, αλλά και ο ίδιος σχολιάζει ότι η Αθήνα στις πρώτες του επισκέψεις ήταν ένα χωριουδάκι ενώ τώρα είναι μεγάλη πρωτεύουσα. Ίσως η παρατήρησή του να είναι σωστή, γιατί το 1903 η Αθήνα είχε 130.000 κατοίκους ενώ το 1932 είχε περίπου 500.000. Στις 29 Οκτωβρίου, ο Καβάφης με τη συνοδεία του έχουν επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, όπου ελπίζει ότι η φωνή του θα επανέλθει γύρω στον Δεκέμβριο, όπως τον έχουν επιβεβαιώσει οι γιατροί του στην Αθήνα. Τον Νοέμβριο του 1932, ο Γ. Παπουτσάκης γράφει στον Γ. Βρισιμιτζάκη: «Η ραδιοθεραπεία στην οποία υπεβλήθη τον ωφέλησε. […] Έχει έναν μικρό σωλήνα στον λαιμό». Τον Νοέμβριο κυκλοφορούν τυπωμένες «Οι μέρες 1908», το τελευταίο τυπωμένο ποίημά του. Φαίνεται ότι έχει ξαναβρεί τις δυνάμεις του και την αισιοδοξία του για πλήρη ανάρρωση. Προσπαθεί να τελειώσει τα «έξι ποιήματα» που έχει πει ότι θέλει να τελειώσει. Γράφει, τελειώνει και καθαρογράφει το ποίημά του «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας», ποίημα που ίσως σχεδίαζε να γράψει από το 1919.[29] Στις σημειώσεις του, που είναι δύσκολο να χρονολογήσουμε και μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε, βλέπουμε ότι ένα του σημείωμα είναι γραμμένο σε επιστολόχαρτο του Ελληνικού Νοσοκομείου (Νοσοκομείον της Ελλ. εν Αλεξανδρεία Κοινότητος Hôpital de la Com. Hellénique d’Alexandrie (0920017), που ίσως δηλώνει υποχρεωτικές επισκέψεις στο νοσοκομείο για έλεγχο της υγείας του. Σε άλλα πολλά σημειώματα παρατηρούμε να τον απασχολούν μερικές γεωγραφικές συντεταγμένες σε περιοχή της Μικράς Ασίας. Ίσως σχεδίαζε να γράψει κάποιο ποίημα με θέμα μια μάχη, ή την πορεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου για να συνεχίσει ίσως το ποίημα «Στα 200 π.Χ.». Στις ίδιες σημειώσεις επίσης παρατηρούμε ότι κάνει μια απόπειρα γαλλικής μετάφρασης του ποιήματος «Άννα Δαλασσηνή»· ίσως ήθελε να γράψει ένα ακόμη ποίημα με βυζαντινό θέμα. Αλλά αυτά είναι μόνο εικασίες. Το γεγονός είναι ότι συνέβη ένα εγκεφαλικό επεισόδιο στις 28 Απριλίου 1932 στο Ελληνικό Νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας και, στις 29 Απριλίου 1932, στις 2 το πρωί, ο Καβάφης άφησε την τελευταία του πνοή.
Χολαργός, Ιούνιος-Ιούλιος 2026
*Για την ολοκλήρωση αυτού του άρθρου είχα μεγάλη βοήθεια από τον σύζυγό μου Κωστή Ιατρού και από τους φίλους και συναδέλφους Peter Jeffreys, Κούλα Χρυσομάλλη-Henrich, Λάμπρο Βαρελά. Από το Αρχείο ΜΙΕΤ-ΕΛΙΑ με βοήθησε η κυρία Σοφία Μπόρα, από το Αρχείο Κ. Π. Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση με συνέδραμαν οι κυρίες Χριστίνα Κώστογλου και Μαριάννα Χριστοφή και από την ΕΒΕ οι κυρίες Άννα Καλογρίδου και Μαριάννα Νικολαΐδου. τους ευχαριστώ όλους πολύ.

To πορτρέτο του Καβάφη από τον Γιώργο Γουναρόπουλο. Το σκίτσο έγινε εκ του φυσικού, στη διάρκεια της επίσκεψης του ποιητή στην Αθήνα, το 1932. Στο επάνω αριστερό μέρος του πρωτοτύπου υπάρχει η αφιέρωση: «Στον μεγάλο μας ποιητή Καβάφη, με θαυμασμό, Γ. Γουναρόπουλος». Λέγεται πάντως ότι η εικόνα δεν άρεσε στον Καβάφη.
Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
[1] Λεύκωμα Καβάφη 1863-1910. Επιμέλεια Λένα Σαββίδη, Αθήνα, Ερμής, 1983, σ. 280-281.
[2] Κ. Π. Καβάφης, Περικλής Αναστασιάδης, Αλληλογραφία (1894/5-1905 & 1925). Εισαγωγή και φιλολογική επιμέλεια Diana Haas, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2025, σ. 145.
[3] Αρχείο Κ. Π. Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση, GR-OF CA CA -SF02 -S02-F24-0002. Στο εξής κάθε τεκμήριο θα δίνεται με τον τελικό αριθμό του.
[4] Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Η βιβλιογραφία Κ. Π. Καβάφη, 1886-2000, Θεσσαλονίκη, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2003 και «Προσθήκες, στη Βιβλιογραφία Κ. Π. Καβάφη (1886-2000)», Κονδυλοφόρος τ. 11 (2012) 163-233. Χωρίς τον μόχθο του Δημήτρη Δασκαλόπουλου αυτή η εργασία δεν θα ήταν δυνατή και γι’ αυτό αφιερώνω στη μνήμη του αυτό το άρθρο.
[5] Λευτέρης Παπαλεοντίου, Προσθήκες στη Βιβλιογραφία Κ. Π. Καβάφη (1907-2000), Μικροφιλολογικά τετράδια 22, Λευκωσία 2016.
[6] Ευχαριστώ τη Μάρθα Βασιλειάδη που μου ανακοίνωσε δύο αδημοσίευτα προς το παρόν άρθρα της. « Ο ιατρικός Καβάφης: αναγνωστικά ίχνη και επιστολικές μαρτυρίες» και «“Καθαυτό άρρωστος δεν είμαι”: όψεις της αρρώστιας σε ιδιωτικά κείμενα του Κ. Π. Καβάφη».
[7] Στάθης Γκώντλετ, «Πώς θυμάται τον Καβάφη ο Κύπριος ποιητής Βορεάδης», Αντίποδες Μελβούρνης Αυστραλίας, Αφιέρωμα στον Καβάφη, 6/11 (Ιαν.-Ιούν. 1980), 24-26.
[8] Μιχαήλα Καραμπίνη-Ιατρού, «Λίγα ακόμη για τη σχέση Άγγελου Σικελιανού και Αλέκου και Ρίκας Σεγκοπούλου»,
Μικροφιλολογικά, τχ. 39 (Ἀνοιξη 2016), 25-27.
[9] Κ. Π. Καβάφη, Επιστολές στον Μάριο Βαϊάνο. Εισαγωγικό δοκίμιο, παρουσίαση, σχόλια και σημειώσεις Ε. Ν. Μόσχου, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1979, σ. 23-24. Βλ. και Μάριου Βαϊάνου, Αναμνήσεις. Πρόλογος, παρουσίαση, σχόλια Ευάγγελος Ρόζος, έρευνα, κείμενα Τάσος Πρινέας, Αθήνα, Δρυμός, 2005, σ. 140-157
[10] Για το πλήρες ιστορικό της ασθένειας και τηε θεραπείας του Καβάφη που συνέταξε ο ωτορινολαρυγγολόγος Καναγκίνης, δες την εργασία μου «Ο ιατρικός φάκελος του άρρωστου Καβάφη (Αθήνα 1932)», Μικροφιλολογικά, τχ. 59 (Άνοιξη 2026), 90-93 .
[11] Ι. Α. Σαρεγιάννη, Σχόλια στον Καβάφη. Πρόλογος Γιώργου Σεφέρη, εισαγωγή και φροντίδα Ζήσιμου Λορεντζάτου, Αθήνα, Ίκαρος, 1973, σ. 37.
[12] Π. Φ. [=Πάνος Φασουλιώτης], «Λίγα λεπτά με τον Καβάφη», Παρατηρητής (Λεμεσού), 30/7/1932 και Ψυχικά Νέα (Λευκωσία), 29/6/1953.
[13] Η Βιβλιοθήκη Κ. Π. Καβάφη, Καταγραφή και επιμέλεια Μιχαήλα Καραμπίνη-Ιατρού, Αθήνα, Ερμής, 2003, αρ. 3.134
[14] Παπαλεοντίου, ό.π., αρ. 220.
[15] Ό.π. (σημ. 10), σ. 90.
[16] Τα βιογραφικά του στοιχεία τα παίρνω κυρίως από το τομίδιο Γεώργιος Δεστούνης, Επιστημονικαί δράσεις και επιστημονικαί εργασίες, Αθήνα 1962.
[17] Η Βιβλιοθήκη Κ. Π. Καβάφη, ό.π., σ. 20, αρ. 3-94.
[18] Δασκαλόπουλος, ό.π., *Δ1071
[19] Γκρέγκορι Τζουσντάνις, «Το παληό σώμα, το φθαρμένο. Ντοκουμέντο από τη διαμονή του Κ. Π. Καβάφη σε αθηναϊκό σανατόριο, ένα χρόνο πριν τον θάνατό του», εφ. Η Καθημερινή, «Τέχνες & Γράμματα», Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026, σ. 1. Βλ. επίσης την αγγλική δημοσίευση του άρθρου https//gc.fairread.net/doumanis-cavafy, Gregory Jusdanis “A doctor recalls Cavafy’s Final Days” 31 Dec. 2025.
[20] Γ. Π. Σαββίδης, Οι Καβαφικές Εκδόσεις (1891-1932). Περιγραφή και σχόλιο. Βιβλιογραφική Μελέτη, Αθήνα, Έκδοση Ταχυδρόμου, 1966, σ. 276.
[21] Για τη μετάφραση αυτής της παρατήρησης του Καβάφη γράφει και ο καθηγητής Βασίλης Π. Βερτουδάκης, «Ο λιτός Καβάφης και ο Μεγάλος Νείλος», εφ. Η Καθημερινή, «Τέχνες & Γράμματα», Κυριακή 5 Μαρτίου 2016, σ. 9.
[22] Γιώργος Σεφέρης - Γιώργος Κατσίμπαλης, «Αγαπητέ μου Γιώργο», Αλληλογραφία (1924-1970), τόμ. Α΄. Επιμέλεια επιστολών-σχόλια Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Αθήνα, Ίκαρος, 2009, τ. πρώτος (1924-1940), σ. 260-269.
[23] Η επιστολή είναι από ξηρογραφία κομμένη στα δύο, δακτυλόγραφη, αλλά και με χειρόγραφες προσθήκες ανάμεσα στις γραμμές.
[24] Μια άλλη ανάγνωση της λέξης είναι «απέριττος επιστήμων».
[25] Ίσως μπορούμε να χρονολογήσουμε αυτό το σημείωμα μετά την 10η Οκτωβρίου, οπότε για πρώτη φορά εμφανίζεται το όνομα του Γιαλούση.
[26] Δημήτρης Δασκαλόπουλος - Μαρία Στασινοπούλου, Ο Βίος και το έργο του Κ. Π. Καβάφη. Νέα έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2013, σ. 15. Βλ. και Ι. Α. Σαρεγιάννη, σ. 8-159.
[27] Για τη διαφωνία δες πρόχειρα, Αλεξανδρινή Τέχνη, τχ. 1 (Δεκ. 1926), 24.
[28] Βλ. την εργασία του Λ. Βαρελά, «1924: από τον καβαφισμό στην καβαφίλα», στον τόμο Ο Καβάφης στην εποχή του. 32 κείμενα. Επιμέλεια Τάκης Καγιαλής, Πάτρα, Opportuna, 2025, σ. 165-176.
[29] ΕΛΙΑ Φάκελος Παπουτσάκη: «Διάφορα προσωπικά Αρχείο Κ. Π. Καβάφη νο 7 «Ποίημα «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας 1919». Μπροστά υπάρχει ένα ερωτηματικό από άγνωστο χέρι.
Εγκώμιο της βιογραφίας
Βιογραφία είναι η γραφή της ζωής ενός ανθρώπου που θεωρείται σημαντικός για πολλούς άλλους ανθρώπους: είναι η καταγραφή και η περιγραφή των παραγόντων που ο βιογράφος έκρινε πως συνέβαλαν στην προσωπικότητα του βιογραφούμενου, παράλληλα με τον παραμερισμό των παραγόντων που κρίθηκαν λιγότερο σημαντικοί.
Μια βιογραφία εστιάζει στην οικογενειακή καταγωγή (με ό,τι αυτή ενέχει σε έμφυτα και επίκτητα χαρακτηριστικά), στις εξωοικογενειακές σχέσεις (φιλικές, ερωτικές, συζυγικές, επαγγελματικές), στο ευρύτερο περιβάλλον της ανατροφής, της ενηλικίωσης και της μεταγενέστερης ζωής έως τον θάνατο (εκπαίδευση, κοινωνία, ιστορική εποχή, ταξική θέση), και ασφαλώς στο έργο (καλλιτεχνικό, επιστημονικό, πολιτικό κ.λπ.), αφού χάρη σε αυτό η βιογραφία έχει καταρχήν νόημα και αξία. Ο βιογράφος οφείλει, κατέχοντας τα απαιτούμενα προσόντα (αφηγηματική δεινότητα, κριτική ικανότητα, πνευματική εντιμότητα, ψυχολογική εμβρίθεια, ιστορική εποπτεία, ερευνητικό πάθος, ισχυρή μνήμη, γεωγραφική ευχέρεια), να μελετήσει οτιδήποτε σχετικό καταφέρει σαν άλλος ντετέκτιβ να εντοπίσει: δημοσιευμένα κείμενα και ιδιωτικά χειρόγραφα του βιογραφούμενου προσώπου (ιδίως τα ημερολόγια και οι επιστολές είναι η χαρά του βιογράφου), μαρτυρίες τρίτων, ιστορικές και κοινωνικές μελέτες, χώρες και χώρους όπου έζησε, προσωπικές εμπειρίες (εάν τυχόν γνωρίζονταν), ζωγραφικό, φωτογραφικό ή βιντεοσκοπημένο υλικό κ.ά. Προτού φτάσω στο κατεξοχήν θέμα μου –μια επιλογή από τις βιογραφίες για μεγάλους λογοτέχνες τις οποίες διαθέτουμε (και δεν διαθέτουμε) στη γλώσσα μας, συν μερικές προτάσεις για μετάφραση–, ας κάνω μια σύντομη αναδρομή σε αυτό το ξεχωριστό γραμματειακό είδος.
Βιογραφίες άρχισαν να γράφονται ήδη από τα αρχαία χρόνια, όχι πάντως με τη σύγχρονη έννοια του όρου:[1] τα έπη και η Βίβλος βιογραφούν μεν πρόσωπα, ωστόσο τα περισσότερα είναι μυθικά (θεότητες, ήρωες, προφήτες κ.ά.), που χάνονται στα βάθη των λαϊκών αφηγήσεων. Ακόμα κι αν κάποια κείμενα, λόγου χάριν του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα, ασχολούνται με πρόσωπα υπαρκτά, όπως ο Σωκράτης, προσφέρουν πληροφορίες συναρπαστικές μεν, αλλά αναξιόπιστες, σε σημαντικό βαθμό μυθοπλαστικές. Ιστορικοί της ρωμαϊκής εποχής, όπως ο Πλούταρχος, ο Τάκιτος και ο Σουητώνιος, ήταν οι πρώτοι που άρχισαν να καταγράφουν τη ζωή και τα επιτεύγματα επιφανών προσώπων της εποχής τους και περασμένων εποχών, από τη μία με έμφαση στο να είναι ιστορικά, όχι μυθικά ή θρυλικά, από την άλλη με τη διάκριση της βιογραφίας από την Ιστορία. Κι εδώ, πάντως, τόσο η έλλειψη αξιόπιστων στοιχείων όσο και η προκατειλημμένη άποψη του εκάστοτε ιστορικού (άκρως θετική, οπότε έχουμε εξιδανίκευση, ή άκρως αρνητική, οπότε έχουμε λασπολογία) οδήγησαν σε έργα πολύτιμα μεν, ακόμα και για τη λογοτεχνία (π.χ. ο Σαίξπηρ βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση των Βίων Παράλληλων του Πλουτάρχου για ορισμένα θεατρικά του), αλλά όχι ιδιαιτέρως έγκυρα. Τον Μεσαίωνα, με την υπερίσχυση του χριστιανισμού, επικράτησαν η αγιολογία και η μαρτυρολογία (βιογράφηση αγίων και μαρτύρων), που όμως για ευνόητους λόγους συνιστούσαν μάλλον εξιδανικευμένα πορτρέτα παρά νηφάλιες αποτιμήσεις, την δε Ιστορία την έγραφαν οι χρονικογράφοι. Πρέπει να έρθουμε στην Αναγέννηση, στους Νέους Χρόνους και στον Διαφωτισμό για να δούμε τους συγγραφείς, με την ανάδειξη του ουμανιστικού, κοσμικού και επιστημονικού πνεύματος, να αρχίζουν να αποτυπώνουν με καλύτερα θεωρητικά εργαλεία τη ζωή και το έργο των προσώπων με τα οποία ασχολούνταν. Όσο πλησιάζουμε στη σύγχρονη εποχή, τόσο πιο πλήρεις και εύστοχες βιογραφίες γράφονται, λογοτεχνικές (που με ενδιαφέρουν εδώ) και όχι μόνο, αφού τα προσωπικά και ιστορικά τεκμήρια είναι περισσότερα και εγκυρότερα, η επιστημοσύνη του βιογράφου μεγαλύτερη, τα ποικίλα ευρήματα επιβεβαιώνονται ή διαψεύδονται ευκολότερα κ.λπ.
Για τους αρχαίους συγγραφείς, επομένως, λίγα πράγματα μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα, αφενός γιατί τα απαραίτητα στοιχεία είναι ανύπαρκτα ή συχνά αναξιόπιστα (δεν γνωρίζουμε τίποτα προσωπικό για τον Όμηρο, ούτε, εάν όντως υπήρχε, ποια τμήματα των επών έγραψε), αφετέρου γιατί το μεγαλύτερο τμήμα του έργου τους έχει χαθεί οριστικά (διαθέτουμε μόλις το 9% του έργου των τριών μεγάλων τραγικών και μόλις το 1% της συνολικής αρχαίας γραμματείας). Έτσι, όσο γοητευτικός κι αν είναι Ο βίος του Ευριπίδη της Μαρί Ντελκούρ, δεν γίνεται παρά να βασίζεται σε υποθετικά σενάρια και αμφίβολα δεδομένα, εξού και οι σύγχρονες βιογραφίες των αρχαίων συγγραφέων επικεντρώνονται στη μελέτη του σωζόμενου έργου τους, ενώ τα βιογραφικά στοιχεία συγκροτούν ένα μικρό και λίαν επιφυλακτικό μέρος.
Οι θεμελιωτές
Ως προς τη νεότερη δυτική λογοτεχνία, τα βιογραφικά δεδομένα είναι περισσότερα και εγκυρότερα, αλλά σε καμία περίπτωση ιδανικά. Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Μπαχτίν (Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του), οι θεμελιωτές της είναι ο Δάντης, ο Βοκάκιος, ο Ραμπελαί, ο Θερβάντες και ο Σαίξπηρ – όλοι οι υπόλοιποι παίζουν ως αναπληρωματικοί αυτής της βασικής πεντάδας. Ο Δάντης έγραψε στα ιταλικά –και όχι στα λατινικά, ως είθιστο– το σημαντικότερο μεσαιωνικό ποίημα και έγινε, μία ολόκληρη χιλιετία μετά τον Λουκιανό, ο επόμενος λογοτεχνικός γίγας της Δύσης· ο Βοκάκιος, που επίσης έγραψε στα ιταλικά (με τη ριζοσπαστική αυτή επιλογή οι δύο Ιταλοί ώθησαν τους μεταγενέστερους Ευρωπαίους στη λογοτεχνική χρήση της εκάστοτε εθνικής γλώσσας), «εφηύρε» το διήγημα· ο Ραμπελαί θεμελίωσε το νεωτερικό μυθιστόρημα και ο Θερβάντες το αποκορύφωσε· ο Σαίξπηρ είναι ο κορυφαίος λογοτέχνης μετά τους αρχαίους.
Ως προς το θέμα μας: διαθέτουμε τη συγκινητική βιογραφία που έγραψε για τον Δάντη ο ίδιος ο Βοκάκιος (Η ζωή του Δάντη είναι η πρώτη λογοτεχνική βιογραφία μετά την αρχαιότητα και μια καλή απόδειξη ότι μια βιογραφία αποκαλύπτει όχι μόνο τον βιογραφούμενο αλλά και τον βιογράφο), καθώς και το εμπεριστατωμένο Δάντης: μια βιογραφία της Ζακλίν Ρισέ. Κι ενώ η Θεία Κωμωδία εξακολουθεί να γνωρίζει μεγάλες μεταφραστικές δόξες στη γλώσσα μας (παρεμπιπτόντως, το επίθετο Θεία το προσέθεσε ο Βοκάκιος, αφού ο Δάντης τιτλοφόρησε το έργο του απλώς Η κωμωδία), δυστυχώς δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για το μεταφρασμένο έργο του Βοκάκιου και του Ραμπελαί: για την πλήρη έκδοση του Δεκαήμερου του Βοκάκιου πρέπει να καταφύγουμε στην παλιά, γλαφυρή μετάφραση του Κοσμά Πολίτη και να κάνουμε υπομονή μέχρι τη νέα μετάφραση των εκατό ιστοριών του. Όσο για το Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ του Ραμπελαί, είναι μεταφρασμένο από τον Φίλιππο Δρακονταειδή θαυμάσια μεν, αλλά μερικώς: διαθέτουμε τα πρώτα δύο από τα πέντε βιβλία – τα τρία τελευταία, σχεδόν μισή χιλιετία μετά τη συγγραφή τους, δεν έχουν μεταφραστεί ποτέ. Με δεδομένα την ελλιπή μετάφραση του Βοκάκιου και του Ραμπελαί και το χαμηλότατο ενδιαφέρον για τη ρηξικέλευθη πεζογραφία τους είναι αναμενόμενο να μη διαθέτουμε βιογραφίες τους στα ελληνικά. Η κατάσταση παρουσιάζεται βελτιωμένη όσον αφορά τον Θερβάντες, για τον οποίο έχουμε δύο σημαντικές βιογραφίες (Ο συγγραφέας πίσω από τον ήρωα του Αντρές Τραπιέγιο και Ο πρώτος συγγραφέας του σύγχρονου κόσμου του Γουίλιαμ Έγκιντον) και φυσικά την καταπληκτική μετάφραση της Μελίνας Παναγιωτίδου στον Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα, καθώς και τον Σαίξπηρ, για τον οποίο κυκλοφορεί το πολύτιμο Σαίξπηρ: η βιογραφία του έγκριτου βιογράφου Πίτερ Ακρόιντ, όπως και μια καλή, μικρότερη βιογραφία από τον Μπιλ Μπράισον. Θρυλική θεωρείται η βιογραφία του Βάρδου από τον Στίβεν Γκρίνμπλατ, Will in the World, που δυστυχώς παραμένει αμετάφραστη.
Παρά ταύτα, τα βιογραφικά στοιχεία για τους πέντε αυτούς θεμελιωτές παραμένουν μυστηριωδώς ισχνά: αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι το όνομα του Φλωρεντινού Δάντη εμφανίζεται μόνο μία φορά στα αρχεία της Φλωρεντίας και ότι δεν διαθέτουμε ούτε ένα χειρόγραφό του, ότι οι μελετητές του Ραμπελαί ερίζουν μέχρι σήμερα για το αν το πέμπτο βιβλίο τού Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ είναι αυθεντικό, ή ότι από το χέρι του Σαίξπηρ (το συνολικό έργο του οποίου πλησιάζει το ένα εκατομμύριο λέξεις) έχουν βρεθεί μόνο δεκατέσσερις λέξεις, από τις οποίες οι δώδεκα είναι οι έξι υπογραφές με το ονοματεπώνυμό του, όλες γραμμένες με διαφορετικό τρόπο… Δεν είναι να απορεί κανείς ότι έχει συχνά αμφισβητηθεί η συγγραφική δραστηριότητα, ενίοτε ακόμα και η ύπαρξη, κάποιων προσώπων: ο πρωτοπόρος άγγλος πεζογράφος και μεταφραστής των ομηρικών επών Σάμιουελ Μπάτλερ υποστήριξε ότι την Οδύσσεια την έγραψε γυναίκα, ενώ ο Zίγκμουντ Φρόυντ επανέλαβε την παλαιά θεωρία ότι τα έργα του Σαίξπηρ γράφτηκαν από άλλον άνδρα (ή από γυναίκα, όπως λένε κάποιες σύγχρονες θεωρίες). Μένοντας για λίγο ακόμα στον 17ο αιώνα: θα θέλαμε να είχαμε βιογραφίες των τριών ιερών τεράτων του γαλλικού θεάτρου (Μολιέρος, Ρακίνας, Κορνέιγ – ευτυχώς υπάρχει η υπέροχη Μυθιστορία του κυρίου Μολιέρου του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ), κι επίσης να ξέραμε περισσότερα για τη ζωή του Τζον Μίλτον, η άλλοτε επιδραστική επική ποίηση του οποίου διαβάζεται πάντως ολοένα λιγότερο.
Σύμφωνα με τον Τζον Σάδερλαντ (Μικρή ιστορία της λογοτεχνίας), το πρώτο μυθιστόρημα με τη σύγχρονη σημασία του όρου δεν είναι ο Δον Κιχώτης, αλλά ο Ροβινσώνας Κρούσος του Ντάνιελ Ντεφόου: το επιχείρημα είναι πως ο Ροβινσώνας συμβολίζει τον αυτοδημιούργητο επιχειρηματία του αστικού καπιταλισμού με τον οποίο γεννιέται και ανδρώνεται το νεωτερικό μυθιστόρημα. Άλλοι πηγαίνουν σχεδόν μισό αιώνα πίσω, τοποθετώντας τον Τζον Μπάνιαν με το The Pilgrim’s Progress σε αυτή την προνομιακή θέση, την οποία πάντως διεκδικεί επάξια και η Μαντάμ ντε Λαφαγέτ με το αριστούργημα Η πριγκίπισσα ντε Κλεβ, που μάλιστα εκδόθηκε, γεγονός εντυπωσιακό, την ίδια χρονιά (1678). Εγώ θα πήγαινα πιο πίσω ακόμα κι από τον Δον Κιχώτη, στο Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, όμως εδώ δεν είναι ο χώρος για τη διερεύνηση αυτού του τόσο σύνθετου ζητήματος. Σημασία έχει πως στην καμπή από τον 17ο στον 18ο αιώνα γεννήθηκαν πέντε καινοτόμοι αγγλόφωνοι συγγραφείς που διεύρυναν και εμβάθυναν τα όρια της πεζογραφίας: Ντάνιελ Ντεφόου, Σάμιουελ Ρίτσαρντσον, Χένρι Φίλντινγκ, Τζόναθαν Σουίφτ και Λόρενς Στερν – Άγγλοι οι τρεις πρώτοι, Ιρλανδοί οι δύο τελευταίοι. Δυστυχώς, με εξαίρεση το κατατοπιστικό Τζόναθαν Σουίφτ: ο βίος και η πολιτεία του από τον Δημοσθένη Κορδοπάτη, δεν διαθέτουμε βιογραφίες τους, ενώ στην περίπτωση του Ρίτσαρντσον ούτε καν ένα έργο του. Παρομοίως, δεν διαθέτουμε κάποια μεγάλη βιογραφία ούτε για τρεις άλλες, ασύλληπτα επιδραστικές μορφές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και σκέψης του 18ου αιώνα (Βολταίρος, Ρουσσώ, Γκαίτε – είναι ωραίο που έχουν μεταφραστεί Τα τελευταία χρόνια του Βολταίρου του Ίαν Ντέιβιντσον, όχι όμως και η πλήρης βιογραφία του από τον ίδιο συγγραφέα). Ο Cuddon προσθέτει στα βιογραφικά έργα τις Συνομιλίες με τον Γκαίτε του Γιόχαν-Πέτερ Έκερμαν, ωστόσο, παρά τη μεγάλη αξία τους, δεν συνιστούν κανονική βιογραφία. Έχουμε πάντως τη βιογραφία, και μάλιστα σε πλούσια εικονογραφημένη έκδοση, από τον Ντόναλντ Τόμας για την πλέον αμφιλεγόμενη μορφή του Διαφωτισμού: Η ζωή του θεϊκού Μαρκήσιου Ντε Σαντ. Κι αν στη Γαλλία και στη Γερμανία το ρομαντικό πνεύμα πρωτοεμφανίστηκε με τον Ρουσσώ και τον Γκαίτε αντίστοιχα, στην Αγγλία αυτό συνέβη με τον Ουίλιαμ Μπλέικ, έναν καλλιτέχνη μοναδικό στο ότι κατόρθωσε να διαπρέψει σε δύο διαφορετικές τέχνες, την ποίηση και τη ζωγραφική – την ογκώδη βιογραφία του από τον Ακρόιντ είχα τη χαρά να μεταφράσω.
Περιπέτειες παθιασμένων ανθρώπων
Την ίδια εποχή, ο κορυφαίος άγγλος κριτικός λογοτεχνίας Σάμιουελ «Δρ.» Τζόνσον εναντιώθηκε σε ό,τι ο ίδιος ονόμασε «honeysuckle lives» (αγιογραφίες, εξιδανικευμένες βιογραφίες), εφαρμόζοντας μια νηφάλια μέθοδο προσέγγισης στο Lives of the Poets, ενώ και ο ίδιος βιογραφήθηκε από το φίλο του, Τζέιμς Μπόσγουελ, σε ένα έργο (Life of Samuel Johnson) που, παρά την προσωπολατρία, έμεινε ιστορικό: όπως σημειώνει ο Cuddon, «οι Johnson και Boswell καθόρισαν την εξέλιξη της βιογραφίας στις αρχές του 19ου αιώνα» (ό.π., 96-7). Οι βιογραφίες άνθησαν τότε για έναν ακόμα λόγο: το ρομαντικό ιδεώδες ανατιμά, πέρα από το έργο, μια περιπετειώδη και αντισυμβατική ζωή γεμάτη πάθη και λάθη – και ποια λογοτεχνική προσωπικότητα θα μπορούσε να συγκεφαλαιώνει όλα αυτά τα γνωρίσματα καλύτερα από τον λόρδο Βύρωνα; Δεν είναι τυχαίο πως ο πιο ευπώλητος ποιητής της εποχής του, σε Ευρώπη και Αμερική, συγκέντρωσε πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας τόσο στα μόλις 36 χρόνια που έζησε όσο και αδιάλειπτα μέχρι τις μέρες μας. Έχουν γραφτεί πάμπολλες βιογραφίες του, κάποιες από τις οποίες έχουν μεταφραστεί, με πληρέστερη αυτή της Φιόνα ΜακΚάρθι (Βύρων: ο βίος και ο θρύλος), ωστόσο δεν διαθέτουμε την τρίτομη βιογραφία του Λέσλι Μάρτσαντ που, ως επιμελητής των Επιστολών και ημερολογίων του Μπάιρον σε 12 τόμους, είναι αυθεντία. Προηγείται, ασφαλώς, η μετάφραση της βυρωνικής ποίησης.
Ο Μπάιρον συνδέθηκε φιλικά με έναν άλλο μεγάλο ρομαντικό ποιητή, τον Πέρσυ Σέλλεϋ, το έργο του οποίου, ωστόσο, παραγκωνίστηκε αναγνωστικά από το ανυπέρβλητο μυθιστόρημα της συζύγου του, Μαίρη Σέλλεϋ, Φρανκενστάιν ή ο σύγχρονος Προμηθέας, το οποίο θεμελίωσε τη μοντέρνα επιστημονική φαντασία. Την ίδια εποχή διακρίθηκε μία ακόμα συγγραφέας, η Τζέιν Όστεν, που εν μέσω του ρομαντισμού κατόρθωσε να γράψει μυθιστορήματα «ρεαλιστικά», avant la lettre. Παρότι το έργο και των δύο πρωτοπόρων πεζογράφων δικαίως διαβάζεται φανατικά, δεν έχουμε μεταφρασμένες βιογραφίες τους (για τη Σέλλεϋ μια πολυσυζητημένη βιογραφία έγραψε η Μιράντα Σέιμουρ, για την Όστεν η Κλερ Τόμαλιν). Μια γενιά μετά, τρεις αδελφές έμειναν στην ιστορία με τα μυθοπλαστικά τους επιτεύγματα: η Σάρλοτ, η Έμιλι και η Ανν Μπροντέ, προτού φύγουν από τη ζωή σε νεαρή ηλικία, άφησαν παρακαταθήκη σπουδαία μυθιστορήματα – με την πρόσφατη μετάφραση της Ανν διαθέτουμε επιτέλους όλο το έργο τους. Ωστόσο, η μόνη σχετική βιογραφία που κυκλοφορεί στα ελληνικά αφορά τη Σάρλοτ και την έγραψε η φίλη της, και σημαντική πεζογράφος, Ελίζαμπεθ Γκάσκελ: Η ζωή της Σάρλοτ Μπροντέ θεωρείται η πρώτη πλήρης βιογραφία μιας συγγραφέως για μιαν άλλη. Για την ίσως κορυφαία συγγραφέα εκείνης της περιόδου, την Τζορτζ Έλιοτ, επίσης δεν έχουμε κάτι πλήρες.
Όσο επιδραστικό κι αν ήταν το κίνημα του ρομαντισμού, ένα άλλο αισθητικό ρεύμα αποδείχτηκε πιο καταλυτικό: ήταν ο ρεαλισμός, με πρωτεργάτες τον Τσαρλς Ντίκενς στην Αγγλία και τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ στη Γαλλία. Το τεράστιο σε μέγεθος και αξία έργο τους δεν έχει μεταφραστεί πλήρως, ωστόσο τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε με χαρά ότι, ιδίως του Ντίκενς, μεταφράζεται συστηματικά. Και ενώ για τον Μπαλζάκ διαθέτουμε μια μεγάλη βιογραφία (Μπαλζάκ ή η μανία της γραφής της Ναντίν Σατιά), για τον «αμίμητο» Ντίκενς κάτι αντίστοιχο λάμπει διά της απουσίας του – οι εξαιρετικές βιογραφίες από τον Ακρόυντ (Dickens) και την Τόμαλιν (Charles Dickens: A Life), αν και διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, αξίζει να μεταφραστούν. Σημειωτέον ότι τις πρώτες βιογραφίες συχνά έγραφαν (και γράφουν) άνθρωποι που σχετίζονταν στενά με το βιογραφούμενο πρόσωπο, όπως φίλοι με μικρότερη ή μεγαλύτερη συγγραφική ικανότητα. Στις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις (Τζόνσον-Μπόσγουελ, Μπροντέ-Γκάσκελ) μπορούν να προστεθούν δύο ακόμα από τον αγγλικό 19ο αιώνα: την πρώτη βιογραφία του Ντίκενς έγραψε ο φίλος του, Τζον Φόρστερ, και την πρώτη βιογραφία του Μπάτλερ ο φίλος του, Χένρι Φέστινγκ Τζόουνς.
Βιογραφίες για όλους
Πολλοί συγγραφείς του 19ου αιώνα είναι επαρκώς μεταφρασμένοι, όμως για τους περισσότερους λείπουν βιογραφίες στα ελληνικά. Δυστυχώς δεν διαθέτουμε κάτι μεγάλο για τους τρεις πιο ευπώλητους γάλλους συγγραφείς του αιώνα τους (Ιούλιος Βερν, Βίκτωρ Ουγκώ, Αλέξανδρος Δουμάς), αν και για τον Βερν έχει μεταφραστεί το ενδιαφέρον έργο του Λισιάν Μποϊά Τα παράδοξα ενός μύθου (παλιά είχε μεταφραστεί η βιογραφία του πολυγραφότατου Αντρέ Μωρουά για τον Ουγκώ, αλλά χρειαζόμαστε κάτι πιο σύγχρονο). Για τον αγαπημένο μου γάλλο πεζογράφο του 19ου αιώνα, τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, ευτυχώς υπάρχει η θαυμάσια βιογραφία του Φρέντερικ Μπράουν (Ένα πνεύμα αντιλογίας), και για τη Γεωργία Σάνδη η βιογραφία της Υγκέτ Μπουσαρντώ, μα για τρεις άλλους μεγάλους γάλλους πεζογράφους, τον Σταντάλ, τον Εμίλ Ζολά και τον Γκυ ντε Μωπασσάν, δυστυχώς, δεν έχουμε κάτι στα ελληνικά (ο Μπράουν έχει γράψει και μια βιογραφία εννιακοσίων σελίδων για τον Ζολά). Όσο για τη γαλλική ποίηση, διαθέτουμε μια χορταστική βιογραφία για τον Ρεμπώ από τον Γκράχαμ Ρομπ (που έχει γράψει και μια βιογραφία επτακοσίων σελίδων για τον Ουγκώ), αλλά καμία για τον Μπωντλαίρ, τον Βερλαίν και τον Μαλλαρμέ.
Για τους ρώσους συγγραφείς του 19ου αιώνα, που αν κρίνουμε από την πληθώρα των μεταφράσεων είναι μάλλον οι αγαπημένοι ξένοι των Ελλήνων, υπάρχουν αρκετές βιογραφίες: μία για τον Αλέξανδρο Πούσκιν από την Έλεν Ίσερλις, δύο για τον Λέοντα Τολστόι από τον Βίκτορ Σκλόφσκι και τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο (που έχει γράψει μικρότερα βιογραφικά έργα για τους Ντοστογέφσκι, Τσέχοφ, Γκόρκι, Μαγιακόβσκι, Μαντελστάμ), μία για τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι από τον Λεονίντ Γκρόσμαν (η θρυλική πεντάτομη βιογραφία του Τζόζεφ Φρανκ για τον Ντοστογιέφσκι παραμένει αμετάφραστη, ωστόσο θα μπορούσε να μεταφραστεί η συντομευμένη εκδοχή της· υπό έκδοση, σε μετάφρασή μου, είναι μια βιογραφία για τον Ντοστογιέφσκι από τον Άλεξ Χριστοφή, με επίκεντρο τους έρωτές του), καθώς και δύο για τον Άντον Τσέχοφ (από τον πολυμεταφρασμένο βιογράφο Ανρύ Τρουαγιά και από τη σημαντική πεζογράφο του Μεσοπολέμου Ιρέν Νεμιρόβσκι). Ωστόσο, δεν έχει μεταφραστεί καμία ούτε για τον πρωτεργάτη της ρωσικής πεζογραφίας, Νικολάι Γκόγκολ, ούτε για τον Ιβάν Τουργκένιεφ.
Για τους αμερικανούς συγγραφείς του 19ου αιώνα τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά: έχουμε μεν δύο βιογραφίες για τον Ε. Α. Πόε (του Ακρόιντ και του Κέβιν Χέις), αλλά σχετικά μικρές για τη συνολική αξία και την επίδρασή του, ενώ λείπουν μεταφρασμένες βιογραφίες για τους άλλους ογκόλιθους της αμερικανικής λογοτεχνίας (Μέλβιλ, Χόθορν, Ντίκινσον, Γουίτμαν, Θορό, Τουέιν). Παραδόξως, διαθέτουμε την ογκώδη βιογραφία ενός ήσσονος αμερικανού συγγραφέα του 19ου αιώνα, του Στίβεν Κρέιν (Φλεγόμενο αγόρι), αν και η παραδοξότητα μετριάζεται από το γεγονός ότι την έγραψε ο πολυδιαβασμένος Πολ Όστερ. Για τον Χένρι Τζέιμς, Αμερικανό που πολιτογραφήθηκε Άγγλος μόλις ένα χρόνο πριν πεθάνει, δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε τη μετάφραση της πεντάτομης βιογραφίας από τον Λίον Έντελ, όμως θα θέλαμε να γνωρίζαμε περισσότερα για τη ζωή του. Μια εικόνα προσφέρει η μυθιστορηματική βιογραφία Ο δάσκαλος του πεζογράφου Κολμ Τόιμπιν, που μας έδωσε μία ακόμα μυθιστορηματική βιογραφία, Ο μάγος, για τον Τόμας Μαν, για τον οποίο θα θέλαμε πάντως κάτι πιο κλασικό, ανάλογο του μεγέθους του. Έχοντας επιστρέψει στην Ευρώπη, ας υπογραμμίσω τη μετάφραση μιας θαυμάσιας βιογραφίας, από τον Ρίτσαρντ Έλμαν, για μια ξεχωριστή λογοτεχνική, και όχι μόνο, προσωπικότητα, τον Όσκαρ Γουάιλντ. Ωστόσο, για άλλους σπουδαίους ευρωπαίους λογοτέχνες του 19ου αιώνα (Λεοπάρντι, Μπίχνερ, Χάινε, Χάρντι, Στίβενσον, Κάρολ, Ίψεν, Στρίντμπεργκ κ.ά.), ούτε λόγος. Εδώ, εάν θέλουμε (και ναι, θέλουμε) να κάνουμε μια εξαίρεση για τον Φρίντριχ Νίτσε θεωρώντας τον και λογοτέχνη, εκτός από φιλόσοφο, τότε για την εξέχουσα περίπτωσή του έχουν μεταφραστεί δύο μεγάλες βιογραφίες, του Ρόναλντ Χέιμαν και της Σου Πριντό (που έχει γράψει και μια βιογραφία για τον Στρίντμπεργκ).
Ο 20ός αιώνας είναι ο πιο κοντινός μας, επομένως από την πλευρά της μετάφρασης λογοτεχνικών έργων και βιογραφιών υπάρχει μεγαλύτερος πλούτος· συνάμα, είναι η εποχή όπου ολοένα περισσότεροι «άρχισαν να μιλούν για τη βιογραφία σαν τέχνη με δική της παράδοση και δικές της απαιτήσεις» (Shelston, ό.π., σ. 99). Ο νέος βιογράφος, σύμφωνα με τη Βιρτζίνια Γουλφ την οποία παραθέτει εδώ ο Shelston (ό.π., σ. 104), «επιλέγει· εκτελεί μια σύνθεση· κοντολογίς, παύει να είναι χρονικογράφος – έγινε πια καλλιτέχνης». Οι δύο αγαπημένοι μου συγγραφείς του 20ού αιώνα, ο Τζέιμς Τζόις και ο Σάμιουελ Μπέκετ, είχαν την τύχη να βιογραφηθούν από τους δύο σημαντικότερους μελετητές τους σε δύο έργα-πρότυπα, τα οποία μεταφράστηκαν (Τζέημς Τζόυς του Έλμαν και Η κατάρα της δόξας του Τζέιμς Νόουλσον). Τα Άπαντα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ είναι μεταφρασμένα, ωστόσο δεν υπάρχει μια βιογραφία αντίστοιχη της τεράστιας, από κάθε άποψη, προσωπικότητάς του: το βιογραφικό έργο του γνωστού συγγραφέα Άντονι Μπέρτζες (Μια ζωή σαν μυθοπλασία) είναι καλογραμμένο και πλούσιο σε εικόνες αλλά σύντομο, ενώ και η βιογραφία του Τέρι Μορτ που έχω μεταφράσει (Ο πόλεμος του Έρνεστ Χέμινγουεϋ) είναι εξαιρετική, αλλά περιλαμβάνει μόνο τα χρόνια του Β′ Παγκόσμιου Πολέμου – για τον Χέμινγουεϊ το απόλυτο έργο είναι η πεντάτομη βιογραφία του από τον Μάικλ Ρέινολντς. Μένοντας στην πεζογραφία, ευτυχώς διαθέτουμε βιογραφίες για τον Μαρσέλ Προυστ (του Τζορτζ Πέιντερ, που όμως μπορεί να μην έχει μεταφραστεί πλήρως, καθώς η πρωτότυπη έκδοση έχει διπλάσιες σελίδες, του Ρότζερ Σάτακ, του Γουίλιαμ Κάρτερ κ.ά.), καμιά τους όμως δεν είναι αυτό που αποκαλείται «οριστική», όπως η καταπληκτική χιλιοσέλιδη βιογραφία από μια αυθεντία στον Προυστ, τον Ζαν-Υβ Ταντιέ (την έχω διαβάσει στην αγγλική της μετάφραση). Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τονιστεί πως, ενώ υπάρχουν καλύτερες και χειρότερες βιογραφίες, δεν γίνεται να υπάρχει «οριστική» βιογραφία, όπως δεν γίνεται να υπάρχει, όπως ενίοτε αναγράφεται, «η» βιογραφία.
Για αρκετούς άλλους πεζογράφους του 20ού αιώνα διαθέτουμε μεταφρασμένες βιογραφίες, μεγαλύτερες ή, συνήθως, μικρότερες: Βιρτζίνια Γουλφ (της Αλεξαντρά Λεμασόν και του Βέρνερ Βάλντμαν), Φραντς Κάφκα (του Νίκολας Μάρεϊ και του Ζεράρ-Ζορζ Λεμέρ), Έρμαν Έσε (του Αλόις Πρινς), Στέφαν Τσβάιχ (της Κατρίν Σοβά), Αλμπέρ Καμύ (του Ολιβιέ Τοντ), Τζακ Λόντον (του Ίρβινγκ Στόουν), Γκέρτρουντ Στάιν (της Τζάνετ Μάλκολμ, αλλά μόνο για τη σχέση της με την Άλις Τόκλας), Βασίλι Γκρόσμαν (των Άντονι Μπίβορ και Λούμπα Βινογκράντοβα, ένα σημαντικό έργο που όμως περιλαμβάνει μόνο τα χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, και είναι λογικό, αφού ο Μπίβορ είναι ο κορυφαίος στρατιωτικός ιστορικός του και όχι συγγραφέας λογοτεχνικών βιογραφιών), Χένρι Μίλερ (του Φ. Ζ. Ταμπλ), Τσαρλς Μπουκόβσκι (του Μπάρι Μάιλς· βλ. και τη βιογραφική μελέτη μου, Τσαρλς Μπουκόβσκι, ο κυνικός Κυνικός), Γουίλιαμ Μπάροουζ (επίσης του Μπάρι Μάιλς), Τζακ Κέρουακ (της Ανν Τσάρτερς), Χόρχε Λουίς Μπόρχες (του Τζέιμς Γούνταλ), Πατρίσια Χάισμιθ (του Άντριου Γουίλσον), Μαργκερίτ Ντυράς (της Λωρ Αντλέρ), Άιρις Μέρντοχ (του Πίτερ Κόνραντι), Μίλαν Κούντερα (της Φλοράνς Νουαβίλ), Αντρέ Μαλρώ (του Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ), Ζαν-Πωλ Σαρτρ (του Μπερνάρ-Ανρύ Λεβί), Ζαν Ζενέ (του Σαρτρ και του Ιβάν Ζαμπλονκά), Ρομάν Γκαρύ (της Ντομινίκ Μπονά), Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (του Τζέραλντ Μάρτιν και του Ντάσο Σαλντίβαρ), Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν (του Κόλιν Ντούριεζ), Ντόροθι Πάρκερ (της Ντομινίκ ντε Σαιντ-Περν – παράδοξο, βέβαια, να έχουμε μια βιογραφία της Πάρκερ χωρίς να είναι μεταφρασμένο το ευφυές έργο της), Τρούμαν Καπότε (του Τζέραλντ Κλαρκ), Ζοζέ Σαραμάγκου (των Αλεχάντρο Γκαρσία Σνέτσερ και Ρικάρντο Βιέλ), Χούλιο Κορτάσαρ (του Μάριο Γκολόμποφ).
Ωστόσο, δεν διαθέτουμε μεταφρασμένες βιογραφίες για άλλους γίγαντες της πεζογραφίας του περασμένου αιώνα, κι ας μεταφράζονται συστηματικά τα έργα τους: Σελίν, Τζόζεφ Κόνραντ, Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, Ντ. Χ. Λόρενς, Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Γουίλιαμ Φόκνερ, Σίνκλερ Λούις, Γιόζεφ Ροτ, Τζορτζ Όργουελ (τόσοι εκδότες έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την ελευθέρωση των δικαιωμάτων του, μα δυστυχώς κανείς δεν έκανε το βήμα για μια βιογραφία του – μια καλή αρχή είναι το έργο του Μπέρναρντ Κρικ), Τζον Στάινμπεκ, Ε. Μ. Φόρστερ, Άλντους Χάξλεϊ, Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, Κάρσον ΜακΚάλερς, Πρίμο Λέβι, Βαρλάμ Σαλάμοβ, Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, Κούρτσιο Μαλαπάρτε, Χανς Φάλαντα, Ρόμπερτ Μούζιλ, Χέρμαν Μπροχ, Τόμας Μπέρνχαρντ, Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Μορίς Μπλανσό, Φίλιπ Ροθ, Σολ Μπέλοου, Τζον Απντάικ. Συνάμα, δεν διαθέτουμε καμία βιογραφία για τους μεγάλους της επιστημονικής φαντασίας: έχοντας υπόψιν την αυξανόμενη βαρύτητα της τεχνοεπιστήμης, θεωρώ πως θα άξιζε να γνωρίζαμε περισσότερα για τη ζωή και τις συνθήκες δημιουργίας του πρωτοπόρου έργου των Χ. Τζ. Γουέλς, Άρθουρ Κλαρκ, Ισαάκ Ασίμοφ, Ρέι Μπράντμπερι, Φίλιπ Ντικ, Τζέιμς Μπάλαρντ, Στάνισλαβ Λεμ, Άντζελα Κάρτερ, Φρανκ Χέρμπερτ, Ούρσουλα λε Γκεν, Κερτ Βόνεγκατ. Τέλος, είναι λογικό να μην έχουμε καμία βιογραφία για τους μεγάλους της αγγλόφωνης μεταμοντέρνας πεζογραφίας (Ο’Μπράιαν, Πίντσον, ΝτεΛίλο, Γκας, Μπάρτελμι, Μπαρθ, Γκάντις, Χοκς, Μπ. Σ. Τζόνσον, Γουάλας – για κάποιους, π.χ. τον Γκας, δεν υπάρχει ούτε στα αγγλικά), αφού, με εξαίρεση τούς (εν ζωή) Πίντσον και ΝτεΛίλο, οι υπόλοιποι έχουν μεταφραστεί μερικώς ή προσφάτως (ή και καθόλου, όπως ο Τζόνσον, του οποίου τη βιογραφία έγραψε ο Τζόναθαν Κόου: το επισημαίνω για να δείξω ότι ένας διεθνώς αναγνωρισμένος συγγραφέας, όπως ο Κόου, δεν δίστασε να παραμερίσει προσωρινά τη μυθοπλασία για να αφιερώσει σχεδόν πεντακόσιες σελίδες σε έναν παραγνωρισμένο πειραματιστή συγγραφέα της χώρας του.) Ιδού και μερικές αμετάφραστες βιογραφίες για πεζογράφους του 20ού αιώνα τις οποίες έχω απολαύσει και θεωρώ πολύτιμες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι οπωσδήποτε οι πληρέστερες για τον εκάστοτε συγγραφέα: Celine: A Biography του Frederic Vitoux, Some Sort of Epic Grandeur: The Life of F. Scott Fitzgerald του Matthew J. Bruccoli, Hemingway του Jeffrey Meyers, D. H. Lawrence: The Life of an Outsider του John Worthen, Vladimir Nabokov, The Russian Years & The American Years του Brian Boyd, Virginia Woolf: Bloomsbury & Beyond του Anthony Curtis, H. G. Wells: Another Kind of Life του Michael Sherborne, Divine Invasions: A Life of Philip K. Dick του Lawrence Sutin, More Lives than One: A Biography of Hans Fallada της Jenny Williams, No Laughing Matter: The Life and Times of Flann O’Brien του Anthony Cronin, Hiding Man: A Biography of Donald Barthelme του Tracy Daugherty, Every Love Story is a Ghost Story: A Life of David Foster Wallace του D. T. Max.
Για τους ποιητές και τους θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα είναι λογικό να διαθέτουμε λιγότερες βιογραφίες, αφού ιδίως οι ποιητές απευθύνονται σε μικρότερο κοινό από ό,τι οι πεζογράφοι, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, αφού η ζωή τους μπορεί να είναι εξίσου συναρπαστική. Ευτυχώς έχουν μεταφραστεί βιογραφίες για τους Πάουλ Τσέλαν (του Τζον Φέλστινερ), Τ. Σ. Έλιοτ (του Ακρόιντ), Λουίτζι Πιραντέλο (του Αντρέα Καμιλέρι), Σίλβια Πλαθ (του Χέιμαν, καθώς και της Νταϊάν Μίντλμπρουκ για τη ζωή της Πλαθ με τον Τεντ Χιουζ), Άννα Αχμάτοβα (του Βόλφγκανγκ Χέσνερ), Μαρίνα Τσβετάγεβα (του Ανρί Τρουαγιά), Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (του Λέσλι Στέιντον και του Ίαν Γκίμπσον), Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι (της Ηρακλείας-Ελευθερίας Πέππα, σε ιδία μετάφραση), Μπέρτολτ Μπρεχτ (του Μάρτιν Έσλιν), ενώ σπανιότερα έχουν κυκλοφορήσει κάποιες ελληνικές μελέτες που περιέχουν βιογραφικά στοιχεία, όπως το εξαιρετικό Ο λαιμός του Ιονέσκο της Αθηνάς Μιράσγεζη. Από εκεί και πέρα δεσπόζει το χάος, ή μάλλον το μηδέν: τίποτα για κορυφαίους ποιητές (ε. ε. κάμινγκς, Έζρα Πάουντ, Φερνάντο Πεσσόα, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ρόμπινσον Τζέφερς, Τζον Μπέριμαν, Οκτάβιο Πας) και θεατρικούς συγγραφείς (Τένεσι Γουίλιαμς, Ευγένιος Ο’Νιλ, Άρθουρ Μίλερ – για τον τελευταίο υπάρχει μόνο η βιογραφία της σχέσης του με τη Μέριλιν Μονρόε, Ο διανοούμενος και η θεά, του Τζέφρι Μέγερς).
Το ελληνικό κενό
Ως προς τις μεγάλες βιογραφίες για τους μεγάλους έλληνες συγγραφείς τα πράγματα είναι –να το θέσω κομψά– κωμικοτραγικά, σε βαθμό που αναρωτιέται κανείς τι δουλειά (δεν) κάνουν οι μελετητές και οι αρμόδιοι φορείς για να γραφτούν και να προωθηθούν εμπεριστατωμένες λογοτεχνικές βιογραφίες. Την καλύτερη βιογραφία για μείζονα έλληνα συγγραφέα έγραψε, όχι τυχαία, ένας ξένος μελετητής που έχει αποδειχτεί πιο Έλληνας από εμάς (ο Ρόντρικ Μπήτον για τον Σεφέρη), ωστόσο η επιτυχία αυτού του θαυμαστού έργου, που μόλις επανακυκλοφόρησε αναθεωρημένο, δεν έδωσε το έναυσμα για κάτι παρόμοιο. Πρόσφατα μεταφράστηκε η νέα βιογραφία για τον Καβάφη από τους Γκρέγκορι Τζουσντάνις και Πίτερ Τζέφρις, ένα κατατοπιστικό έργο που με βάση τις πρώτες ενδείξεις είναι και εμπορικά επιτυχημένο (ανατυπώθηκε μέσα σε δύο μήνες) – η προηγούμενη για τον Καβάφη, του Ρόμπερτ Λίντελ, είχε έρθει πάλι από το εξωτερικό. Για άλλους μείζονες συγγραφείς μας, πέρα από κάποιες μικρότερες βιογραφίες, στα οπισθόφυλλα των οποίων, μάλιστα, συχνά τονίζεται ότι είναι «λογοτεχνικές» και όχι «επιστημονικές», με ένα κλείσιμο του ματιού στον αναγνώστη ότι οι δεύτερες υπολείπονται σε ερμηνευτική αξία (σαν να λένε οι βιογράφοι: εμείς είμαστε «λογοτέχνες», μην τυχόν μας περάσετε για τίποτα «επιστήμονες»), δεν φαίνεται να υπάρχει κάτι εκτενές, ούτε καν για τον Σολωμό. Ακόμα και το δυσεύρετο, πολύτιμο σχετικό έργο του Σωκράτη Καψάσκη έχει τον επιφυλακτικό τίτλο Στοιχεία βιογραφίας του Διονυσίου Σολωμού, ωσάν να λείπει η αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να βιογραφηθεί ο εθνικός μας ποιητής, ενώ άλλες φορές διαπιστώνουμε μια παρόμοια επιφύλαξη στον υπότιτλο, που μιλά για «σχεδίασμα βιογραφίας» (π.χ. Γιάννης Ρίτσος, ένα σχεδίασμα βιογραφίας της Αγγελικής Κώττη). Η θέση του Καψάσκη ότι δεν έγραψε μια κανονική βιογραφία για τον Σολωμό επειδή δεν είναι «γνωστά όλα τα δεδομένα του βίου του» (Εισαγωγή, σ. ιδ′, Τυπωθήτω, 1998) είναι παράδοξη, ωσάν οι ξένοι βιογράφοι να διαθέτουν όλα τα δεδομένα ενός βίου (ούτε καν όλα τα δεδομένα του δικού μας βίου δεν διαθέτουμε…) – πώς κατάφερε, λόγου χάριν, ο καθηγητής Ρίτσαρντ Σιούαλ να γράψει μια χιλιοσέλιδη βιογραφία για τη μονήρη Ντίκινσον; Σε κάθε περίπτωση, σχεδόν όλα τα βιβλία Ελλήνων για Έλληνες είναι μελέτες, καθαυτό πολύτιμες, όχι όμως βιογραφίες στα πρότυπα της διεθνούς πρακτικής – αν γραφτεί κάτι τέτοιο, μάλλον πρέπει να το αναμένουμε ξανά από ελληνιστές του εξωτερικού. Άραγε η αυτονόμηση ενός κρατικού βραβείου βιογραφίας/αυτοβιογραφίας (στα πρότυπα του αμερικανικού Πούλιτζερ) από το «Κρατικό βραβείο μαρτυρίας-βιογραφίας-χρονικού-ταξιδιωτικής λογοτεχνίας» θα έδινε μια ώθηση προς αυτή την κατεύθυνση;
Πέραν των φίλων, βιογραφικά έργα για τον συγγραφέα με τον οποίο πέρασαν τη ζωή τους γράφουν άλλοτε οι συγγενείς (π.χ. Ο αδελφός μου Γιώργος Σεφέρης της Ιωάννας Τσάτσου), άλλοτε οι σύζυγοι (π.χ. Νίκος Καζαντζάκης, ο ασυμβίβαστος της Ελένης Καζαντζάκη, Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας: αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Όσιπ της Ναντιέζντα Μαντελστάμ), ενώ άλλοτε βιογραφούνται πρόσωπα στενά συνδεδεμένα με συγγραφείς κι έτσι προσεγγίζεται πλαγίως η ζωή των τελευταίων (π.χ. Η κυρία Προυστ της Εβελίν Μπλοχ-Ντανό· Βέρα: η κυρία Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ της Στέισι Σιφ, που το 2000 κέρδισε το Πούλιτζερ για Βιογραφία, επομένως δεν είναι μυθιστόρημα, όπως αναγράφτηκε στο εξώφυλλο· Ζέλντα – Σκοτ Φιτζέραλντ της Ανιές Μισό). Υπόψιν, επίσης, ότι υπάρχουν οι λεγόμενες εγκεκριμένες ή επίσημες (authorized) βιογραφίες, που εκδίδονται κατόπιν της άδειας του βιογραφούμενου. Είναι ευνόητο πως σε αυτή την περίπτωση, όπως και σε εκείνες του συγγενή, φίλου, συζύγου κ.λπ. που βιογραφεί, το πλεονέκτημα της στενής σχέσης αντισταθμίζεται από το μειονέκτημα της λιγότερο νηφάλιας αποτίμησης ακριβώς εξαιτίας της στενής σχέσης, καθώς οδηγεί στη μερική ή ολική συγκάλυψη κάθε λογής ανεπιθύμητων στοιχείων (πόσο ειλικρινής μπορεί να είναι ο Μαξ Μπροντ όταν βιογραφεί τον στενότερο φίλο του, τον Κάφκα;). Είναι πασίγνωστη η πρακτική της καταστροφής (συνήθως με καύση, για να μη μείνει ίχνος) των ημερολογίων, των επιστολών και άλλων προσωπικών κειμένων από διάσημους συγγραφείς που ήξεραν πως μελλοντικά θα γράφονταν βιογραφίες τους (εννοείται κι από άσημους συγγραφείς, για άλλους λόγους): «Άσε τους βιογράφους να στενοχωρηθούν – δεν θα διευκολύνουμε εμείς το έργο τους» είπε χαιρέκακα ο Φρόυντ, αφότου κατέστρεψε ένα τεράστιο τμήμα του αρχείου του (Shelston, ό.π., σ. 24).
Ως προς την αποκάλυψη διαφόρων «μυστικών», λοιπόν, υπάρχουν πολλά επίπεδα λογοκρισίας, εσωτερικής και εξωτερικής. Μεγάλο ρόλο διαδραματίζει η ιστορική περίοδος με τα ήθη της, όπως φανερώνεται στην εκάστοτε νομοθεσία περί ιδιωτικότητας: όσο πιο αυστηρή είναι, τόσο πιο δεμένα είναι τα χέρια ενός βιογράφου. Έτσι, η βικτωριανή Αγγλία ήταν περιβόητη για τον πουριτανισμό της, οπότε μια βιογραφία της εποχής εκείνης κατά κανόνα αποσιωπούσε ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία του ανθρώπινου βίου, τη σεξουαλικότητα, καθώς και άλλες επικίνδυνες θεματικές (ενδοοικογενειακή βία, ψυχικές διαταραχές, εθισμοί κ.λπ.) – η διακριτικότητα είναι μια σημαντική αξία στη ζωή, αλλά δεν θέλουμε ο βιογράφος που διαβάζουμε να διαθέτει υπερβολική από δαύτην… Ο σημερινός βιογράφος είναι ασφαλώς πιο ελεύθερος, όμως κι αυτός είναι αναγκασμένος να λάβει υπόψη το νόμο, όπως επίσης τον νέο πνευματικό ολοκληρωτισμό που ονομάζεται πολιτική ορθότητα και που ακυρώνει τον καλλιτέχνη για το ελάχιστο ηθικό του ατόπημα, ωσάν αυτός να μην είναι άνθρωπος όπως οι άλλοι. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως εδώ το μέγεθος οπωσδήποτε μετράει: η επαρκής βιογράφηση μιας σπουδαίας προσωπικότητας απαιτεί εκατοντάδες σελίδες, αφού και μόνο ο σύντομος σχολιασμός ενός ογκώδους έργου θέλει χώρο – πώς να χωρέσει μέσα σε εκατό ή διακόσιες σελίδες το έργο, και μαζί η πληθωρική ζωή που το δημιούργησε, ενός Ντίκενς, μιας Γουλφ ή ενός Ελύτη; Από την άλλη, το υπερβολικό μέγεθος μπορεί να αποδειχτεί προβληματικό, εάν δεν το χειριστεί κανείς σωστά: μια καλή βιογραφία είναι πάντα ισορροπημένη, ελεγχόμενη και επιλεκτική, δεν αναλίσκεται ποτέ σε κουραστικές παραθέσεις τεράστιων αποσπασμάτων ή βαρετές αναλύσεις τριτευουσών πληροφοριών. Εξ αναγνωστικής πείρας θα έλεγα ότι μια πλούσια, ολοκληρωμένη βιογραφία πρέπει να είναι τουλάχιστον πεντακόσιες σελίδες και ιδανικά συν πλην χίλιες σελίδες, ενώ, όταν είναι ακόμα μεγαλύτερη, τότε αφορά κυρίως τον ειδικό μελετητή.
Οι βιογραφίες πουλάνε
Στο εξωτερικό οι βιογραφίες είναι ένα ευπώλητο γραμματειακό είδος: όπως σημειώνει ο Cuddon (ό.π., 97),
Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, η τέχνη της βιογραφίας άνθησε και εξελίχθηκε σε μια σημαντική εκδοτική βιομηχανία. Κάθε χρόνο δημοσιεύονται πλήθος νέων βιογραφιών. […] Ιδιαίτερα δημοφιλής έχει γίνει η λογοτεχνική ή μυθιστορηματική βιογραφία.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν αυτές οι θέσεις, που διατυπώθηκαν τη δεκαετία του 1970, ισχύουν ακόμα, ιδίως σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνική βιογραφία, μια και η μείωση της ανάγνωσης καλής λογοτεχνίας διεθνώς έχει (και θα) επηρεάσει τη γραφή μεγάλων βιογραφιών. Σίγουρα, πάντως, δεν ισχύουν στα καθ’ ημάς: κατά κανόνα οι λογοτεχνικές βιογραφίες δεν είναι δημοφιλείς, συνεπώς δεν βγάζουν τα έξοδά τους, συνεπώς οι εκδοτικοί οίκοι εύλογα αποφεύγουν την έκδοσή τους ή την πραγματοποιούν με μεγάλο δισταγμό. Μετά το 2020 μεταφράστηκαν μόνο τέσσερις μεγάλες λογοτεχνικές βιογραφίες (οι προαναφερθείσες για τους Σαραμάγκου, Κρέιν, Μαγιακόβσκι, Καβάφη – δηλαδή μία κάθε ενάμιση χρόνο), ενώ οι περισσότερες που έχω αναφέρει έχουν μεταφραστεί πολύ παλαιότερα και είναι εξαντλημένες. Εξαίρεση αποτελούν οι βιογραφίες για πολιτικές-ιστορικές προσωπικότητες της νεότερης Ελλάδας για τις οποίες το κοινό δείχνει συντριπτικά μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ζήτηση καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την απόφαση για την αρχική παραγωγή (από τους ιστορικούς) και την τελική προσφορά (από τους οίκους). Από την άλλη, εφόσον υπάρχει μια σχετικά μεγάλη ζήτηση για τις βιογραφίες του Καβάφη και του Σεφέρη, γιατί δεν γίνονται ανάλογες κινήσεις για άλλους έλληνες λογοτέχνες; Πιστεύω πως ρόλος ενός οίκου δεν είναι μόνο να ακολουθεί τις επιθυμίες του κοινού, αλλά και να προτείνει ό,τι θεωρεί πως έχει πνευματική αξία, ακόμα κι αν η επένδυση δεν θα βγάλει σύντομα, ή συνολικά, τα έξοδά της. Το καταλαβαίνω, οι ιδέες με τα λεφτά των άλλων έρχονται εύκολα και δεν κοστίζουν τίποτα, ωστόσο εκδίδονται κι άλλα μη ευπώλητα είδη βιβλίων τα οποία στηρίζονται οικονομικά στα ευπώλητα. Μολονότι δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι ριζικά ως προς τη γραφή και τη μετάφραση λογοτεχνικών βιογραφιών, αξίζουν έπαινο οι οίκοι που έχουν πρωτοστατήσει στον εν λόγω τομέα (Πατάκη, Νεφέλη, Μεταίχμιο, Καστανιώτη, Εστία, Μικρή Άρκτος, Ποταμός, Κασταλία, Τραυλός, Ίνδικτος, κ.ά., παλαιότερα οι Scripta, Ωκεανίδα, Χατζηνικολή, Ηλέκτρα), ενώ λαμβάνονται και νέες πρωτοβουλίες (Λέμβος), αν και με μικρότερα έργα. Τελικά, το παρόν εγκώμιο αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με επικήδειο…
Κάποιοι πιστεύουν πως οι βιογραφίες συνιστούν μια κλειδαρότρυπα για τα απόκρυφα των επιφανών: παρότι κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο και, εδώ που τα λέμε, διόλου επιλήψιμο (αν θαυμάζεις ένα πρόσωπο, λαχταράς να μάθεις και κάποια πιπεράτα ανέκδοτα για τη ζωή του), μια καλή βιογραφία δεν περιορίζεται ποτέ σε αυτό. Άλλοι πιστεύουν πως οι βιογραφίες είναι περιττές για την κατανόηση και την απόλαυση ενός έργου: πρόκειται για άποψη εύλογη, μα προβληματική. Ως προς τη λογοτεχνική βιογραφία: προφανώς η αρχική κατανόηση και απόλαυση της λογοτεχνίας δεν απαιτεί ένα σύνολο βιογραφιών και μελετών στο πλάι, ωστόσο η βαθύτερη κατανόηση και απόλαυση το απαιτεί. Όποιος θέλει να εισδύσει βαθύτερα σε ένα πολύσημο, αινιγματικό, ερμητικό έργο (π.χ. του Τζόις, του Σεφέρη, του Τσέλαν), η ανάγνωση των παραπάνω βιογραφιών τους, παράλληλα με εμβριθείς μελέτες, θα τους ωφελήσει τρομερά: το λογοτεχνικό έργο όχι μόνο δεν αντικαθίσταται, απεναντίας αποσαφηνίζεται κι έτσι αναβαθμίζεται. Προσοχή μόνο στις απανωτές αναγνώσεις βιογραφιών, ιδίως από νέους, επίδοξους δημιουργούς: το έργο και η ζωή των λογοτεχνικών διανοιών μπορεί να τους ισοπεδώσει προτού προλάβουν να υψωθούν.
Για να απολαμβάνει κανείς τις βιογραφίες πρέπει να πιστεύει στη δύναμη του ξεχωριστού ατόμου να επηρεάζει την Ιστορία: εάν κάποιος βλέπει παντού μόνο «δομές», «κατασκευές» και «συστήματα», τότε θα βλέπει ακόμα και τις μεγαλοφυΐες ως απλές εκφάνσεις τους – σε αυτό, και όχι μόνο, συμφωνώ με τη «βιοκριτική» του Χάρολντ Μπλουμ, ο οποίος αμφισβήτησε κριτικές σχολές που παραγκώνισαν έως εξάλειψαν τον συγγραφέα, από τη Νέα Κριτική μέχρι τον γαλλικό μεταδομισμό. Δεν είναι λοιπόν ούτε τυχαίες ούτε αχρείαστες οι πολλές βιογραφικές σημειώσεις που συχνά συναντούμε στα λογοτεχνικά έργα: αποβλέπουν στο να αποσαφηνίσουν τα σημεία που για λόγους πραγματολογικούς, ιστορικούς, υφολογικούς κ.λπ. θα έμεναν δυσνόητα ή ακατανόητα. Δεν υπάρχει κείμενο χωρίς περικείμενο: ακόμα και τα ανώνυμα αρχαία επιγράμματα απαιτούν τη γνώση έως και την επινόηση ενός περικειμένου για να κατανοηθούν. Για να αναφέρω ένα προσωπικό παράδειγμα: όταν μετέφραζα τα ποιήματα και τις επιστολές του Μπουκόβσκι (Για τον έρωτα, Για τη γραφή, Για τις γάτες), ήμουν υποχρεωμένος να προσφύγω σε βιογραφίες του, σε επικοινωνία με τον επιμελητή του και σε άλλες περικειμενικές πληροφορίες, που ευτυχώς το διαδίκτυο προσφέρει αφειδώς, για να κατανοήσω δυσνόητα σημεία που αφορούσαν εκφράσεις της μεσοπολεμικής αργκό του Λος Άντζελες, αστεία που έκανε με φίλους και ερωμένες του, σχόλια που αφορούσαν άτομα παγκοσμίως άγνωστα, αλλά σημαντικά για τη δική του ζωή, κ.λπ.
Μια καλή βιογραφία, συνυφαίνοντας αρμονικά την αφηγηματική τέχνη του συγγραφέα της με την αξιοποίηση των πορισμάτων από διάφορους επιστημονικούς κλάδους (ιστορία, ψυχολογία, κοινωνιολογία, κ.ά.), στρώνει έναν άγνωστο δρόμο για να τον βαδίσουμε πιο άνετα, ενώ, ακόμα κι αν γνωρίζουμε το έργο του βιογραφούμενου, επιτρέπει την εντρύφηση ή/και τη θέαση από άλλες οπτικές γωνίες· προσφέρει τη δυνατότητα να συλλάβουμε, μέσα από τις συνήθως τρομακτικές αντιφάσεις μιας ιδιοφυΐας, κάτι από το μυστήριο της έμπνευσης και την πρακτική της δημιουργίας· αναλύει ένα μύθο στα εξ ων συνετέθη, όχι όμως για να τον απομυθοποιήσει αλλά για να τον ανασυνθέσει. Δεν υπάρχει καμία αντικειμενική βιογραφία, υπάρχει όμως καλύτερη και χειρότερη βιογραφία, σύμφωνα με τα συγγραφικά προσόντα που διατυπώθηκαν στην αρχή και με βάση τις αρχές «της αμεροληψίας και της ακρίβειας» του δόκτορος Τζόνσον· κι όταν το μείγμα πετύχει, τότε ο αναγνώστης εισπράττει στον ύψιστο βαθμό το τερπνόν μετά του ωφελίμου, αυτό που η Γουλφ τόσο εύστοχα αποκάλεσε συνδυασμό «του γρανίτη με το ουράνιο τόξο», εισερχόμενος σε ένα τόσο πολυδιάστατο σύμπαν που ίσως κανένα άλλο γραμματειακό είδος δεν μπορεί να του προσφέρει.

Η τρίτη έκδοση του 1727, σε αγγλική μετάφραση από τα ελληνικά, ορισμένων εκ των Βίων Παραλλήλων του Πλουτάρχου, από τον λονδρέζο εκδότη Jacob Tonson.
Ιδιωτική συλλογή S. Whitehead
[1] Για την ιστορία της βιογραφίας άντλησα πληροφορίες από τα λεξικά του J. A. Cuddon (Λεξικό λογοτεχνικών όρων και θεωρίας λογοτεχνίας, μτφρ. Γ. Παρίσης, Μ. Λιάπη, Μεταίχμιο, 2010) και του M. H. Abrams (Λεξικό λογοτεχνικών όρων, μτφρ. Γ. Δεληβοριά, Σ. Χατζηιωαννίδου, Πατάκη, 2005 – ο Abrams συμπεριλαμβάνει στο σχετικό λήμμα την αυτοβιογραφία, με την οποία δεν θα ασχοληθώ εδώ), καθώς και από τη Βιογραφία του Alan Shelston (μτφρ. Ι. Ράλλη, Κ. Χατζηδήμου, Ερμής, 1982).
- Τεύχος 176
- Μιχαήλ Μπαχτίν
- Βοκάκιος
- Ραμπελαί
- Μιχαήλ Θερβάντες
- Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
- Ιούλιος Βερν
- Βίκτωρ Ουγκώ
- Αλέξανδρος Δουμάς
- Αντρέ Μωρουά
- Γεωργία Σάνδη
- Εμίλ Ζολά
- Σταντάλ
- Ρόντρικ Μπήτον
- Γιώργος Σεφέρης
- Ρόμπερτ Λίντελ
- Κ Π Καβάφης
- Γιάννης Ρίτσος
- Αγγελική Κώττη
- Σωκράτης Καψάσκης
- Ελένη Καζαντζάκη
- Νίκος Καζαντζάκης
Σε ξένη γλώσσα η θλίψη μας
Αναφορές σε ξενόγλωσσες καβαφικές δημοσιεύσεις
Υπάρχουν χρονιές συνήθως επετειακές που γράφεται πληθώρα άρθρων για το τιμώμενο πρόσωπο ή την επέτειο, σε σημείο που να είναι δύσκολο να τα παρακολουθήσουμε όλα και αρκετά ίσως περνούν απαρατήρητα και ασχολίαστα. Αλλά υπάρχουν και ευνοϊκές συμπτώσεις που εκδίδονται βιβλία και μελέτες σαν να έχουν προσυνεννοηθεί οι εκδοτικοί οίκοι να δημοσιεύσουν ομοειδή βιβλία. Αυτό έγινε το 2025 με αρκετές ενδιαφέρουσες καβαφολογικές εκδόσεις.
Κ. Π. Καβάφης: Ο Παλαμάς – κι ο Λαπαθιώτης
«Κύριε Καβάφη, μου είπαν ότι ο κ. Παλαμάς, ως ποιητής, δεν έχει την εκτίμησίν σας».
«Ο κ. Παλαμάς, φίλε, είναι μεγάλος λυρικός ποιητής...».
Και μετά μικράν σιωπήν:
«...Μα του Καβάφη δεν του αρέσει η λυρική ποίησις. Η πολλή λυρική, η ενθουσιώδης ποίησις δεν με ελκύει. Ο Παλαμάς έχει πολλάς εξάρσεις».
«Το μερίδιο του Θεού»
Βασίλης Παπαδόπουλος, Η ακαταμάχητη τάση των Ελλήνων να γράφουν ποίηση, Ίκαρος 2024, 368 σελ.
Στο νέο του βιβλίο, εντυπωσιακό σε έκταση και περιεχόμενο, ο Βασίλης Παπαδόπουλος συγκεντρώνει δεκαοχτώ δοκίμια που έγραψε κατά το διάστημα 2017-2023, εκτός από ένα που φέρει προγενέστερη χρονολογία γραφής και ήταν εισήγηση σε συνέδριο στο Πανεπιστήμιο του Κιέβου. Περίπου τα μισά από αυτά τα δοκίμια έχουν παραμείνει αδημοσίευτα έως σήμερα. Συγκομιδή αξιοπρόσεκτη, δηλώνει κυρίως το πάθος γραφής που τον διακατέχει κατά τα τελευταία χρόνια, όπως και την αναμφισβήτητη λογιοσύνη που τον χαρακτηρίζει. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι διδάσκει στη Διπλωματική Ακαδημία του υπουργείου Εξωτερικών θέματα πρακτικής διπλωματίας και πολιτισμού.