Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης
Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020), Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024). Μόλις κυκλοφόρησε το νέο του μυθιστόρημα, Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων.
Την ώρα που η ελληνική δημόσια συζήτηση αναλώνεται για πολλοστή φορά σε έναν κύκλο μικροπολιτικής έντασης, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού εξελίσσονται γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη θέση της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες.
Όσα εξελίσσονται αυτές τις ημέρες δεν ανήκουν στην κατηγορία των ειδήσεων που προκαλούν θόρυβο για λίγες ώρες και ύστερα χάνονται. Αφορούν τη θέση που φιλοδοξεί να καταλάβει η Ελλάδα σε μια περιοχή όπου ενέργεια, διπλωματία, ασφάλεια και οικονομία συνδέονται πλέον με τρόπο σχεδόν αδιαχώριστο. Αναφέρομαι στην προσπάθεια διαμόρφωσης ενός νέου ενεργειακού και γεωπολιτικού πλέγματος στην Ανατολική Μεσόγειο, με τη συμμετοχή των ΗΠΑ, της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ.
Η υπογραφή της διακήρυξης για τη δημιουργία του East Med Energy Center στο Χιούστον, η παρουσία του αμερικανού υπουργού Ενέργειας, οι συζητήσεις με τη Chevron και την ExxonMobil, οι νέες έρευνες και οι ενεργειακοί διάδρομοι που προωθούνται στην Ανατολική Μεσόγειο εντάσσονται σε έναν ενιαίο σχεδιασμό. Η ενέργεια έχει μετατραπεί σε πεδίο όπου συναντώνται η οικονομία, η ασφάλεια, η διπλωματία και η γεωπολιτική ισχύς.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον στο περιθώριο της διαδικασίας. Συμμετέχει σ’ αυτή. Και ενώ η χώρα αποκτά μεγαλύτερη σημασία στους σχεδιασμούς της Δύσης για την Ανατολική Μεσόγειο, ένα τμήμα του ελληνικού πολιτικού συστήματος μοιάζει να αντιμετωπίζει αυτές τις εξελίξεις με αμηχανία, καχυποψία ή και ανοιχτή εχθρότητα. Δεν μιλάμε για κριτική σε κυβερνητικές επιλογές. Αυτή είναι θεμιτή και αναγκαία. Μιλάμε για κάτι βαθύτερο. Για μια πολιτική κουλτούρα που συχνά αδυνατεί να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην αντιπολίτευση και στην υπονόμευση στρατηγικών επιλογών της χώρας.
Τα τελευταία χρόνια η Τουρκία ακολουθεί με αξιοσημείωτη συνέπεια μια στρατηγική που έχει αποκτήσει σχεδόν δογματικό χαρακτήρα. Η λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα» έπαψε προ πολλού να αποτελεί μια ακόμα θεωρία κάποιων γραφικών απόστρατων αξιωματικών ή ρητορική υπερβολή που επιστρατεύεται για εσωτερική κατανάλωση. Έχει ενσωματωθεί στον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο και ευρύτερα στην περιοχή.
Η τουρκική ηγεσία επαναλαμβάνει σχεδόν καθημερινά, με διαφορετικές διατυπώσεις αλλά με την ίδια ουσία, ότι επιδιώκει την αναθεώρηση του σημερινού καθεστώτος θαλάσσιων δικαιωμάτων. Αμφισβητεί την επήρεια των ελληνικών νησιών, αμφισβητεί το δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να αξιοποιεί τους φυσικούς της πόρους, αμφισβητεί στην πράξη βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Δεν πρόκειται για αποσπασματικές δηλώσεις ούτε για λεκτικές εξάρσεις της στιγμής. Πρόκειται για μια σταθερή αναθεωρητική στρατηγική, η οποία παραμένει αναλλοίωτη ανεξαρτήτως συγκυρίας, κυβερνήσεων ή τακτικών ελιγμών.
Υπ’ αυτό το πρίσμα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι ενεργειακές συνεργασίες της Ελλάδας με την Κύπρο, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν αφορούν μόνο επενδύσεις, αγωγούς ή έρευνες υδρογονανθράκων. Αφορούν την εμπέδωση μιας πραγματικότητας στην οποία η Ελλάδα ασκεί τα δικαιώματά της, συμμετέχει σε περιφερειακές συμμαχίες και καθίσταται μέρος ενός ευρύτερου συστήματος σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Και ακριβώς γι’ αυτό προκαλούν την ενόχληση της Άγκυρας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κάθε ελληνική πρωτοβουλία που ενισχύει τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και την Κύπρο λειτουργεί αντικειμενικά ως εμπόδιο στους τουρκικούς σχεδιασμούς. Και δεν είναι αδιάφορο το ότι ο τουρκικός Τύπος και πολλοί κύκλοι της Άγκυρας παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις φωνές της ελληνικής αντιπολίτευσης που επιτίθενται στις ίδιες ακριβώς πρωτοβουλίες.
Γι’ αυτό προκαλεί εύλογο προβληματισμό το γεγονός ότι ορισμένες από τις πρωτοβουλίες που η Τουρκία αντιμετωπίζει ως εμπόδιο στους σχεδιασμούς της συναντούν συχνά μεγαλύτερη καχυποψία μέσα στην ελληνική πολιτική ζωή παρά στο εξωτερικό. Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως άσκηση αντιπολίτευσης. Αγγίζει μια βαθύτερη δυσκολία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να διακρίνει πού τελειώνει η κομματική αντιπαράθεση και πού αρχίζει το εθνικό συμφέρον.
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο αν προστεθεί μια δεύτερη παρατήρηση. Σημαντικό μέρος της αντιπολίτευσης εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια εξαιρετικά επιεικές και ανεκτικό απέναντι στη Ρωσία του Πούτιν. Ένα άλλο μέρος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει οργανώσεις όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ μέσα από το πρίσμα μιας παρωχημένης αντιιμπεριαλιστικής μυθολογίας, λες και πρόκειται για δημοκρατικά κινήματα και όχι για ένοπλες τρομοκρατικές οργανώσεις που λειτουργούν ως εργαλεία περιφερειακής ισχύος του Ιράν.
Το παράδοξο είναι ότι οι ίδιες δυνάμεις εμφανίζονται συχνά ως υπερασπιστές της ειρήνης και της σταθερότητας. Η πραγματικότητα όμως δεν κρίνεται από προθέσεις ούτε από συνθήματα. Κρίνεται από τα αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια κατάφερε να ενισχύσει τις σχέσεις της με χώρες που συγκροτούν τον βασικό άξονα ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου. Κατάφερε να αναβαθμίσει τον ρόλο της στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής. Κατάφερε να προσελκύσει το ενδιαφέρον κολοσσών που δεν επενδύουν δισεκατομμύρια επειδή συγκινήθηκαν από κάποιο επικοινωνιακό αφήγημα.
Οι εταιρείες αυτού του μεγέθους επενδύουν όταν διακρίνουν προοπτική. Τα κράτη αυτού του μεγέθους συνεργάζονται όταν αναγνωρίζουν αξία. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, η ελληνική κοινωνία μοιάζει συχνά να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις αυτές με δυσπιστία. Υπάρχει μια παλιά ελληνική συνήθεια που επιβίωσε της κρίσης και ίσως ενισχύθηκε απ’ αυτή. Η πεποίθηση ότι καμία επιτυχία δεν είναι πραγματική αν δεν μεταφράζεται άμεσα σε προσωπικό όφελος.
Ένα νέο ενεργειακό κέντρο δεν μειώνει αύριο το λογαριασμό του ρεύματος. Μια γεωπολιτική αναβάθμιση δεν αυξάνει αυτόματα το μισθό. Μια στρατηγική συμμαχία δεν λύνει σε μια νύχτα τα προβλήματα της καθημερινότητας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχουν αξία.
Οι σοβαρές εθνικές επιτυχίες σχεδόν ποτέ δεν γίνονται αντιληπτές τη στιγμή που συμβαίνουν. Η αξία τους φαίνεται αργότερα, όταν μια χώρα διαθέτει περισσότερα ερείσματα, περισσότερους συμμάχους και μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων από εκείνη που είχε στο παρελθόν.
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας να μην είναι η έλλειψη ευκαιριών. Ίσως να είναι η δυσκολία της να αναγνωρίσει μια ευκαιρία όταν βρίσκεται μπροστά στα μάτια της. Διότι ένας λαός που έχει μάθει να συγκινείται μόνο από τις καταστροφές κινδυνεύει να χάσει την ικανότητα να κατανοεί τις επιτυχίες του. Και όταν μια κοινωνία παύει να αναγνωρίζει όσα κερδίζει, αργά ή γρήγορα αρχίζει να θεωρεί φυσικό ότι μπορεί και να τα χάσει.
Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται σήμερα ξανά στον δημόσιο διάλογο ως τιμητής των εξελίξεων. Αξίζει όμως να θυμηθούμε τι ακριβώς συνέβη το καλοκαίρι του 2015.
Όπως είδαμε και στην εξαιρετικά αποκαλυπτική σειρά ντοκιμαντέρ της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού, Στο χιλιοστό, για τις δραματικές εκείνες ημέρες, πολλοί από τους ευρωπαίους ηγέτες και αξιωματούχους που βρέθηκαν στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων περιγράφουν την έκπληξη, ακόμη και την αμηχανία τους, απέναντι στην εικόνα που παρουσίαζε η κυβέρνηση της «πρώτης φοράς Αριστερά». Σε μια αίθουσα γεμάτη πρωθυπουργούς, υπουργούς Οικονομικών, κεντρικούς τραπεζίτες και τεχνοκράτες που έφθαναν με φακέλους, αναλύσεις, προβολές και εναλλακτικά σχέδια, η ελληνική πλευρά έμοιαζε συχνά να λειτουργεί περισσότερο με πολιτικούς αυτοσχεδιασμούς και συνθήματα παρά με επεξεργασμένο σχέδιο διαπραγμάτευσης.
Η περίφημη «περήφανη διαπραγμάτευση» κατέληξε σε κλειστές τράπεζες, σε ένα δημοψήφισμα που μετατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες στο αντίθετό του και σε μια χώρα που βρέθηκε στο χείλος της εξόδου από το ευρώ. Χάθηκαν χρόνια ανάπτυξης, επενδύσεις και αξιοπιστία. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στο πιο επικίνδυνο σημείο της μεταπολιτευτικής της ιστορίας.
Αυτό που συχνά λησμονούμε είναι ότι η χώρα δεν διασώθηκε επειδή το σχέδιο πέτυχε. Διασώθηκε επειδή, την ύστατη στιγμή, βρέθηκαν άνθρωποι που έδωσαν κυριολεκτικά την ψυχή τους για να αποτραπεί η καταστροφή. Εκείνες τις ημέρες υπήρξαν ισχυρές φωνές στην Ευρώπη που θεωρούσαν ότι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ ήταν η μόνη ρεαλιστική λύση. Η πίεση υπέρ ενός Grexit ήταν πραγματική και ισχυρή.
Κι όμως, απέναντι σε αυτή τη λογική, εμφανίστηκε ένα διαφορετικό ρεύμα. Πολιτικοί, αξιωματούχοι και παράγοντες των ευρωπαϊκών θεσμών επέλεξαν να δουν την Ελλάδα όχι ως προβληματικό λογαριασμό προς εκκαθάριση αλλά ως μέρος μιας κοινής ευρωπαϊκής ιστορίας. Υπήρξαν άνθρωποι που πάλεψαν για να μείνει η χώρα στην ευρωπαϊκή οικογένεια, ακόμη και όταν η ίδια η ελληνική κυβέρνηση φαινόταν να εξαντλεί κάθε περιθώριο ανοχής των εταίρων της.
Υπάρχει κάτι σχεδόν συγκινητικό σε αυτή την πλευρά της ιστορίας. Θυμίζει, σε διαφορετικές φυσικά συνθήκες, εκείνη τη ρομαντική διάσταση του φιλελληνισμού των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων, όταν άνθρωποι εκτός Ελλάδας πίστεψαν στην επιβίωση της χώρας περισσότερο απ’ όσο πίστευαν ορισμένοι από τους ίδιους τους ηγέτες της.
Το δημοψήφισμα του Ιουλίου δεν υπήρξε η κορύφωση μιας πολιτικής αυταπάτης/απάτης που οδήγησε τη χώρα λίγα βήματα πριν από μια ιστορική καταστροφή. Η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, η αδυναμία εισαγωγών και η βίαιη φτωχοποίηση δεν ήταν θεωρητικές ασκήσεις επί χάρτου. Ήταν πραγματικές πιθανότητες που συζητούνταν καθημερινά στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων.
Το δράμα δεν είναι μόνο ότι η Ελλάδα σώθηκε κυριολεκτικά στο χιλιοστό. Είναι ότι σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να μην έχει συνειδητοποιήσει πόσο κοντά βρέθηκε στον γκρεμό. Συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε εκείνη την περίοδο ως μια παρεξηγημένη προσπάθεια που δήθεν συγκρούστηκε με το κατεστημένο της Ευρώπης, ενώ στην πραγματικότητα ήταν η πιο επικίνδυνη πολιτική περιπέτεια της μεταπολίτευσης.
Οι λαοί έχουν δικαίωμα στο λάθος. Οι δημοκρατίες επιβιώνουν και μέσα από τις λανθασμένες επιλογές τους. Έχουν όμως και υποχρέωση στη μνήμη. Διότι όταν ξεχνάς πόσο κοντά βρέθηκες στην καταστροφή, αρχίζεις σταδιακά να πιστεύεις ότι ο άνθρωπος που σε οδήγησε εκεί μπορεί να παρουσιαστεί ως ο κατάλληλος για να σε οδηγήσει στο μέλλον.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της σημερινής συγκυρίας. Ότι ο άνθρωπος που έφερε τη χώρα σε απόσταση αναπνοής από μια εθνική τραγωδία ανυπολόγιστων διαστάσεων επιχειρεί να επανεμφανιστεί ως φωνή δικαίωσης και πολιτικής σοφίας. Η δημοκρατία ασφαλώς του αναγνωρίζει αυτό το δικαίωμα. Η ιστορική μνήμη, όμως, επιβάλλει να θυμόμαστε ολόκληρη τη διαδρομή και όχι μόνο το γεγονός ότι, την τελευταία στιγμή, η χώρα σώθηκε... από τους γερμανοτσολιάδες.
Κάποιες φορές πρέπει να μάθουμε ότι δεν αρκεί να απολογείται η πολιτική. Οφείλει να ντρέπεται και η κοινωνία. Διότι αν ο «λαός» και το «λαϊκό» μετατρέπονται σε απόλυτες ηθικές αρχές, τότε κάτι πολύ σοβαρό έχουμε μετρήσει λάθος.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία περισσότερο για τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε πολιτικά παρά για όσα τελικά αποδείχθηκαν. Διότι κανείς δεν αμφισβητεί ότι στον ΟΠΕΚΕΠΕ υπήρξαν παθογένειες, κυκλώματα, εικονικές επιδοτήσεις και διαχρονικές πελατειακές σχέσεις. Οι ίδιες οι έρευνες αποκάλυψαν περισσότερους από χίλιους κατηγορούμενους και ζημίες δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Το πρόβλημα υπήρχε. Το ερώτημα είναι άλλο: ποιοι ήταν οι υπεύθυνοι και ποιοι επιχειρήθηκε να εμφανιστούν ως υπεύθυνοι.
Ο Κώστας Καραμανλής αποφάσισε ξανά να μιλήσει. Και όπως συμβαίνει συνήθως τα τελευταία χρόνια, η δημόσια παρέμβασή του συνοδεύτηκε από προειδοποιήσεις για την πορεία της χώρας, αιχμές για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης και υπαινιγμούς για τα περίφημα «ήρεμα νερά» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο ανθρώπινος πόνος παύει να λειτουργεί ως τραγωδία και μετατρέπεται σε ριάλιτι ηθικής αυτοεπιβεβαίωσης. Στη σημερινή Δύση, ο ανθρωπισμός έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί απλώς μια ηθική στάση. Έχει εξελιχθεί σε αισθητική, σε φιγούρα προσωπικοτήτων της δημόσιας ζωής, σε πολιτικό lifestyle. Και όσο πιο βαρύγδουπες γίνονται οι λέξεις «παγκόσμια συνείδηση», «ανθρωπιστική ευθύνη», «διεθνής αλληλεγγύη», «δικαιωματικός αγώνας», τόσο συχνότερα λειτουργούν ως περιτύλιγμα πολιτικής εκμετάλλευσης, χρηματοδοτήσεων, γεωπολιτικών παιχνιδιών και επιλεκτικής ευαισθησίας.
Η πραγματικότητα αποκτά ενδιαφέρον τη στιγμή που σταματάς να κοιτάς τα συνθήματα και αρχίζεις να παρατηρείς ποιοι ωφελούνται πολιτικά, επικοινωνιακά και οικονομικά από όλο αυτό το θέαμα.
Διότι οι περίφημες φλοτίλλες μοιάζουν όλο και περισσότερο με πλωτές παραστάσεις ηθικής αυτοεπιβεβαίωσης. Μικρές θαλάσσιες πορείες γεμάτες κάμερες, hashtags, συγκινητικά βίντεο, νεανική επαναστατικότητα με τραγούδια και χορούς και την απαραίτητη δόση εξωτικού κινδύνου που χρειάζεται η δυτική ακτιβιστική κουλτούρα για να αισθανθεί ζωντανή... Άνθρωποι που ταξιδεύουν από λιμάνι σε λιμάνι μέσα σε ένα σχεδόν φεστιβαλικό κλίμα, μεταφέροντας συμβολικά φορτία «αντίστασης», ενώ πίσω από την ίδια την παλαιστινιακή τραγωδία στέκονται εδώ και δεκαετίες πολιτικές ηγεσίες που διαχειρίστηκαν δισεκατομμύρια.
Εκεί αρχίζει και η μεγάλη σιωπή.
Για δεκαετίες, η διεθνής κοινότητα, ο ΟΗΕ, πολλές ΜΚΟ, τα ευρωπαϊκά δίκτυα δικαιωματισμού και ένα τεράστιο κομμάτι της δυτικής Αριστεράς απέφυγαν συστηματικά να απαντήσουν σε απλά ερωτήματα. Πώς ακριβώς δημιουργήθηκαν οι αμύθητες περιουσίες στελεχών της Χαμάς και των πολιτικών της μηχανισμών; Πώς εμφανίζονται ηγετικά στελέχη με δισεκατομμύρια σε επενδύσεις, ακίνητα, τραπεζικούς λογαριασμούς και επιχειρηματικά δίκτυα σε Τουρκία, Κατάρ, Αίγυπτο και αλλού, την ώρα που ο παλαιστινιακός πληθυσμός παρουσιάζεται ως λαός εγκαταλελειμμένος στην απόλυτη εξαθλίωση;
Οι πληροφορίες για τις περιουσίες προσώπων όπως ο Χάλεντ Μασάλ, ο Ισμαήλ Χανίγια και ο Μούσα Αμπού Μαρζούκ κυκλοφορούν εδώ και χρόνια στον διεθνή Τύπο. Κι όμως, όσοι εμφανίζονται καθημερινά ως υπερασπιστές των καταπιεσμένων δείχνουν εντυπωσιακά μικρό ενδιαφέρον να εξηγήσουν αυτή την αντίφαση. Αντίθετα, όποιος τολμήσει να τη θέσει δημόσια, αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ηθικός αποστάτης.
Κάπου εκεί ο ανθρωπισμός αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με αλληλεγγύη και περισσότερο με ιδεολογική σκηνογραφία.
Διότι η ίδια δυτική ακτιβιστική κουλτούρα, που εμφανίζεται αμείλικτη απέναντι σε κάθε αμαρτία της Δύσης, μετατρέπεται συχνά σε υπόδειγμα επιείκειας απέναντι σε θεοκρατικά ή αυταρχικά καθεστώτα. Άνθρωποι που μιλούν καθημερινά για ανθρώπινα δικαιώματα, καταλήγουν να εξωραΐζουν πολιτικά συστήματα που αν ζούσαν σε αυτά, όχι μόνο δεν θα μπορούσαν όχι μόνο να εκφραστούν ελεύθερα –όπως στη «διεφθαρμένη» Δύση– αλλά ούτε να υπάρξουν ως φυσικές οντότητες.
Το Ιράν κρεμά δημόσια αντιφρονούντες και εκτελεί εικοσάχρονους νέους επειδή συμμετείχαν σε διαδηλώσεις. Η Τουρκία φυλακίζει πολιτικούς αντιπάλους, ανοιγοκλείνει πανεπιστήμια, ελέγχει τη Δικαιοσύνη, παρεμβαίνει ακόμη και στη λειτουργία της αντιπολίτευσης και χρησιμοποιεί τη γεωπολιτική αστάθεια ως εργαλείο διαρκούς εκβιασμού απέναντι στη Δύση. Κι όμως, ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής και της ευρωπαϊκής Αριστεράς εμφανίζεται πρόθυμο να διαδηλώσει υπέρ αυταρχικών καθεστώτων και θεοκρατικών μηχανισμών που, αν εφαρμόζονταν στο εσωτερικό των δικών τους κοινωνιών, θα έπνιγαν κυριολεκτικά στο αίμα τις ίδιες τις ελευθερίες τις οποίες επικαλούνται καθημερινά.
Κάπου εδώ αρχίζει να σχηματίζεται ένας πραγματικός κυκλώνας υποκρισίας.
Το Ισραήλ αντιμετωπίζεται συλλογικά ως απόλυτη ενσάρκωση του κακού, ακόμη και όταν διεξάγει έναν πόλεμο που, όπως τον διαβάζω εγώ, δεν αφορά απλώς τον έλεγχο μιας περιοχής ή μια συνηθισμένη γεωπολιτική σύγκρουση, αλλά το ίδιο του το δικαίωμα να υπάρχει μέσα σε μια περιοχή όπου μεγάλα τμήματα του πολιτικού και θρησκευτικού φανατισμού εξακολουθούν να ονειρεύονται έναν κόσμο χωρίς εβραίους.
Την ίδια στιγμή, πολλοί απ’ αυτούς που καταγγέλλουν καθημερινά τον «σιωνιστικό φασισμό» εμφανίζονται ψυχολογικά συμφιλιωμένοι με τη ρωσική βία στην Ουκρανία. Ξαφνικά, οι πύραυλοι που πέφτουν πάνω σε πολυκατοικίες του Κιέβου μετατρέπονται σε «αντιναζιστική επιχείρηση», οι νεκροί σχετικοποιούνται και ο ρωσικός επεκτατισμός βαφτίζεται γεωπολιτική αντίσταση απέναντι στη Δύση. Λησμονώντας ότι η Σοβιετική Ένωση υπήρξε η πρώτη δύναμη που υπέγραψε σύμφωνο συνεργασίας με τον Χίτλερ και συμμετείχε στο διαμελισμό της Ευρώπης πριν ακόμη ξεκινήσει η μεγάλη σύγκρουση.
Όταν οι ίδιες πολιτικές φωνές εμφανίζονται ταυτόχρονα να δικαιολογούν την ιρανική θεοκρατία, τον ρωσικό αυταρχισμό και τον τουρκικό νεο-οθωμανισμό, ενώ παρουσιάζονται ως υπερασπιστές της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, τότε το ζήτημα παύει να είναι πολιτική διαφωνία και αρχίζει να μοιάζει με αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στη δημοκρατία και στον αυταρχισμό. Ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ανησυχητικό στοιχείο της εποχής μας: όχι η υποκρισία, αλλά το ότι ένα μέρος της δυτικής διανόησης και της ακτιβιστικής κουλτούρας μοιάζει να έχει χάσει κάθε στοιχειώδες μέτρο διάκρισης ανάμεσα σε μια δημοκρατία και σε καθεστώτα που οικοδομούν συστηματικά το φόβο, τη βία και την καταστολή.
Κάπου εκεί τα πράγματα παύουν να είναι απλώς αστεία. Η αντίφαση γίνεται τόσο κραυγαλέα, ώστε πίσω από την κωμωδία αρχίζει να διακρίνεται κάτι πολύ πιο σκοτεινό: ένας πολιτισμός που δυσκολεύεται πλέον να αναγνωρίσει ακόμη και τους εχθρούς του.
Στον αραβικό κόσμο, οργανώσεις που εμφανίζονται ως «αντιστασιακές» έχουν οικοδομήσει ολόκληρους μηχανισμούς αυταρχισμού, διαφθοράς και πολιτικού τρόμου. Κι όμως, ένα μεγάλο μέρος της δυτικής προοδευτικής σκηνής αντιμετωπίζει όλα αυτά με μια παράξενη κατανόηση, σχεδόν με τρυφερότητα.
Η σύγχρονη πολιτική ηθική έχει αντικαταστήσει την κρίση των πράξεων με μια φυλετικού τύπου διαίρεση ανάμεσα σε «καλούς καταπιεσμένους» και «κακούς καταπιεστές». Από εκεί και πέρα, η πραγματικότητα προσαρμόζεται στην αφήγηση και όχι η αφήγηση στην πραγματικότητα. Αν κάποιος έχει ενταχθεί συμβολικά στην κατηγορία του «καταπιεσμένου», σχεδόν κάθε πράξη του σχετικοποιείται. Αντιθέτως, η Δύση και ειδικά το Ισραήλ στην προκειμένη περίπτωση, αντιμετωπίζεται ως διαρκώς ένοχη οντότητα, ανεξαρτήτως συγκυρίας, γεγονότων ή ιστορικού πλαισίου.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πιο επικίνδυνη πλευρά της πολιτικής ορθότητας καθώς δεν περιορίζεται στο να αποκρύπτει μόνο γεγονότα αλλά δημιουργεί μια ολόκληρη ηθική ασυμμετρία. Μια κατάσταση όπου η πραγματικότητα λογοκρίνεται επιλεκτικά για να προστατευθεί η ιδεολογική αφήγηση. Οι θηριωδίες αυταρχικών καθεστώτων αντιμετωπίζονται περίπου ως πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, ενώ η Δύση καλείται να απολογείται αιωνίως ακόμη και για την ίδια της την ύπαρξη.
Είναι ένα από τα πιο αποκαλυπτικά παράδοξα της επιλεκτικής ηθικής της εποχής μας: η Δύση κατηγορείται καθημερινά για αποικιοκρατία, λες και υπήρξε η μοναδική δύναμη στην ιστορία που επεκτάθηκε στρατιωτικά, πολιτισμικά ή οικονομικά πέρα από τα σύνορά της. Η βρετανική κυριαρχία στη Μέση Ανατολή διήρκεσε ελάχιστο ιστορικό χρόνο από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι την αποχώρηση από τις περισσότερες περιοχές της, δεκαετίες αργότερα. Η Βρετανική Εντολή στην Παλαιστίνη κράτησε από το 1920 ώς το 1948. Στο Ιράκ η βρετανική επιρροή, με διάφορες μορφές, εκτείνεται περίπου από το 1917 ώς τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Στην Αίγυπτο, από το 1882 έως τυπικά το 1956. Πρόκειται δηλαδή για λίγες δεκαετίες ιστορικής παρουσίας.
Αντιθέτως, η ισλαμική επέκταση και κυριαρχία σε τεράστιες περιοχές του κόσμου ξεκινά ήδη από τον 7ο αιώνα, περίπου μετά το 650 μ.Χ., και σε πολλές περιοχές διαρκεί έως και τον 19ο ή ακόμη και τον πρώιμο 20ό αιώνα. Από τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή μέχρι τη Μικρά Ασία, τα Βαλκάνια και μεγάλα τμήματα της Ασίας, ο ισλαμικός κόσμος οικοδόμησε επί αιώνες αυτοκρατορίες μέσω στρατιωτικής επέκτασης, δουλεμπορίου, θρησκευτικής κυριαρχίας και πολιτικής υποταγής λαών. Παρ’ όλα αυτά, στον σύγχρονο δυτικό δημόσιο λόγο η λέξη «αποικιοκρατία» μοιάζει να αφορά αποκλειστικά τη Δύση, σαν οι υπόλοιπες αυτοκρατορίες της ιστορίας να υπήρξαν περίπου φιλολογικές λέσχες πολιτισμικών ανταλλαγών.
Ακόμη πιο παράδοξο είναι το εξής: τα ίχνη της δυτικής παρουσίας, όσο βίαιη, αλαζονική ή εκμεταλλευτική κι αν υπήρξε σε πολλές περιπτώσεις, άφησαν πίσω τους κρατικούς μηχανισμούς, λιμάνια, σιδηροδρόμους, πανεπιστήμια, νομικά συστήματα, διοικητικές δομές, τεχνολογία, βιομηχανική οργάνωση, ακόμη και την ίδια τη σύγχρονη έννοια του κράτους σε πολλές περιοχές του κόσμου. Η Ινδία εξακολουθεί να λειτουργεί πάνω σε μεγάλο μέρος του βρετανικού διοικητικού και νομικού μοντέλου. Στη Μέση Ανατολή, σιδηροδρομικά δίκτυα, λιμενικές εγκαταστάσεις, αστικά κέντρα και κρατικοί θεσμοί οικοδομήθηκαν μέσα στη δυτική παρουσία του 19ου και του 20ού αιώνα.
Και εδώ εμφανίζεται η μεγάλη ειρωνεία της εποχής μας: ένα σημαντικό μέρος του σύγχρονου αντιδυτικισμού χρησιμοποιεί καθημερινά τη δυτική τεχνολογία, τα δυτικά πανεπιστήμια, τις δυτικές ελευθερίες, τα δυτικά κοινωνικά δίκτυα, τη δυτική ιατρική, τη δυτική οικονομία και το δυτικό κράτος δικαίου για να καταγγείλει τη Δύση ως τη μεγαλύτερη καταστροφή της ανθρωπότητας.
Η ίδια η Δύση μοιάζει σήμερα να χρηματοδοτεί ιδεολογικά, τεχνολογικά και πολιτισμικά την αποδόμησή της. Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι μεγάλο μέρος αυτής της αποδόμησης πραγματοποιείται στο όνομα της «ανεκτικότητας», της «συμπερίληψης» και της «ιστορικής αυτοκριτικής». Δηλαδή μέσα από αξίες που η ίδια η Δύση γέννησε!
Έτσι καταλήγουμε σε ένα παράδοξο σχεδόν κωμικό: άνθρωποι που απολαμβάνουν όλες τις ελευθερίες του δυτικού πολιτισμού να αφιερώνουν τη ζωή τους στην υπεράσπιση πολιτικών και θεοκρατικών μοντέλων που θα εξαΰλωναν αυτές ακριβώς τις ελευθερίες –μαζί με τους φορείς τους– μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ειλικρινές σύμπτωμα της εποχής μας. Όχι η υποκρισία των κρατών –αυτή υπήρχε πάντοτε– αλλά η βαθιά αδυναμία ενός μέρους της Δύσης να υπερασπιστεί τον ίδιο της τον πολιτισμό χωρίς ενοχές.
Υπάρχει κάτι σχεδόν συγκινητικό στον τρόπο με τον οποίο ένα τμήμα της ελληνικής αντιπολίτευσης κατορθώνει κάθε φορά να μετατρέπει μια αμυντική κίνηση της χώρας σε εθνικό μνημόσυνο πανικού. Πριν ακόμη ολοκληρωθεί ο πρώτος κύκλος ενημέρωσης για την απομάκρυνση των Patriot από την Κάρπαθο, ένα ολόκληρο οικοσύστημα τηλεοπτικών ειδικών, επαγγελματιών ανησυχούντων, μεσσιών της γεωπολιτικής και μόνιμων προφητών της καταστροφής έσπευσε να εξηγήσει ότι η Ελλάδα απογυμνώνεται, παραδίδεται, καταρρέει και εγκαταλείπει το Αιγαίο σχεδόν με λευκή σημαία.
Από τη μεταξική γενιά του ’30 στο σοκ που προκάλεσε το Big Bang των Καλύβα – Τριανταφύλλη
Μολις χθες έγραψα ένα κείμενο για μια πολύ συγκεκριμένη παθογένεια της εγχώριας πολιτιστικής ζωής: την τάση να παρακάμπτεται η ουσία μιας ιδέας και να αντικαθίσταται η συζήτηση από ηθικολογική μικροαστυνόμευση, υπαινιγμούς και δημόσιες πόζες αγανακτισμένης ευαισθησίας. Αφορμή ήταν οι αντιδράσεις γύρω από το βιβλίο Big Bang 1970–1973 του Στάθη Καλύβα και της Νατάσσας Τριανταφύλλη (https://booksjournal.gr/gnomes/6051-o-kalyvas-kai-oi-epaggelmaties-tis-politistikis-aganaktisis).
Στο μεταπολιτευτικό μας οικοσύστημα καλλιεργείται εδώ και δεκαετίες κάτι βαθιά ελληνικό στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα βιβλία, τις ιδέες και γενικότερα οτιδήποτε ξεφεύγει, έστω και ελάχιστα, από την εγκεκριμένη ηθική χορογραφία της εγχώριας διανόησης. Δίπλα στην κρίση παρασιτεί διαρκώς η μικροπρεπής επιτήρηση· μια σχεδόν ενστικτώδης ανάγκη να μετατραπεί το ασήμαντο στραβοπάτημα σε αφορμή δημόσιας αγανακτισμένης πόζας, η υποσημείωση σε ηθικό δράμα και το ανθρώπινο λάθος σε τεκμήριο πνευματικής ανηθικότητας.