Σύνδεση συνδρομητών

Ελλάδα

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Π. Κ. Ιωακειμίδης, Πέρα από τα στερεότυπα. Νέα προοδευτική εξωτερική και ευρωπαϊκή πολιτική, Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2025, 201 σελ.

Το τελευταίο βιβλίο του καθηγητή Π. Κ. Ιωακειμίδη, έχει ένα σκοπό: περιγράφει την αναγκαιότητα χάραξης και συγκρότησης από την Ελλάδα μιας, όπως την αποκαλεί, προοδευτικής εξωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της πολιτικής αυτής; Πόσο είναι ρεαλιστική; Θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από την κοινωνία; Και θα μπορούσαν οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως προοδευτικοί πολιτικοί χώροι να την υπηρετήσουν;

 

 

Ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης, ομότιμος καθηγητής ευρωπαϊκής ενοποίησης και πολιτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, έχει μακρά  επαγγελματική ακαδημαϊκή, συγγραφική, διπλωματική και πολιτική σταδιοδρομία. Το τελευταίο βιβλίο του συμπυκνώνει τους προβληματισμούς και τις απόψεις του για τα θέματα που τόσο πολύ  τον απασχόλησαν στον ακαδημαϊκό και πολιτικό του βίο, την εξωτερική πολιτική με επίκεντρο την ευρωπαϊκή πολιτική και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Και στην κορυφή των προβληματισμών του θέτει τη χάραξη και τη συγκρότηση μιας, όπως την αποκαλεί, προοδευτικής εξωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής. Η έκδοση περιλαμβάνει ακόμα ένα αδημοσίευτο κείμενο του Κώστα Σημίτη για τα ελληνοτουρκικά ενώ σε τέσσερα ξεχωριστά παραρτήματα ο συγγραφέας παραθέτει χαρακτηριστικά κείμενα των πρωθυπουργών Κώστα Σημίτη, Κωνσταντίνου Καραμανλή, Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για την εξωτερική πολιτική και τα ελληνοτουρκικά. Στον επίλογο παραθέτει τις 10 κεντρικές θέσεις του σχήματος που ορίζει ως «προοδευτική εξωτερική πολιτική» ενώ συμπεριλαμβάνει και μια πολύ χρήσιμη επιλογή ξενόγλωσσης και ελληνόγλωσσης βιβλιογραφίας.

Η προκαταρκτική θέση του Π. Κ. Ιωακειμίδη είναι ότι κάθε δημόσια πολιτική έχει ιδεολογικό πρόσημο. Μπορεί να είναι προοδευτική ή συντηρητική, αριστερή ή δεξιά. Αυτό ισχύει και για την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας. Κατά συνέπεια, γι’ αυτόν το πρόσημο προοδευτική ή συντηρητική εξωτερική  πολιτική έχει νόημα, όπως π.χ. έχει νόημα ο προσδιορισμός μιας εξωτερικής πολιτικής ως εθνικιστικής. Τι ισχύει στην ελληνική περίπτωση; Υποστηρίζει ότι υπάρχει μόνο «η συντηρητική εξωτερική πολιτική σε διαφορετικές κλίμακες έντασης». Ιδιαίτερα αφότου, από το 1986 και μετά, το ΠΑΣΟΚ αποδέχτηκε οριστικά τη συμμετοχή της χώρας στην τότε ΕΟΚ και στο ΝΑΤΟ, δεν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που να αμφισβητούν τις βασικές επιλογές του στρατηγικού προσανατολισμού της χώρας (με εξαίρεση το ΚΚΕ).[i]

Ωστόσο, υπάρχει εναλλακτική εξωτερική πολιτική, την οποία οφείλουν να έχουν επεξεργαστεί τα κόμματα στο όνομα της προόδου με προοπτική εξουσίας σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Θα επανέλθω στο θέμα στο τέλος αυτού του κειμένου. Εισαγωγικά, υπογραμμίζω ότι ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι χωρίς ιδεολογικό κίνητρο η κοινωνία δεν κινητοποιείται, κατά συνέπεια οι «προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις» χρειάζονται και πακέτο πρακτικών μέτρων και ιδέες που να απευθύνονται στο θυμικό, στο συναίσθημα. Η πολιτική πρέπει να κατακτά και το νου και την καρδιά.

Si Vis Pacem

Ο συγγραφέας ορθώς τάσσεται υπέρ της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών μας με την Τουρκία. Αυτονόητο. Όμως, όχι  μόνο μιας και μόνο διαφοράς, της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ που αναγνωρίζει επισήμως η ελληνική πλευρά. Ο Ιωακειμίδης καταγράφει 9 συνολικά διαφορές, συν το Κυπριακό και θέματα μειονοτήτων, προσφυγικά και μεταναστευτικά (σ. 64-65). Δεν είναι ο μόνος που τα επισημαίνει. Έχουν συζητηθεί μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας σε παρελθόντα χρόνο, και μάλιστα σε επίσημο διπλωματικό επίπεδο. Ο Ιωακειμίδης δεν παύει να τονίζει την πεποίθησή του ότι ο «εγκλωβισμός» της Τουρκίας εντός της Ευρώπης δημιουργεί καλύτερες συνθήκες διαλόγου και επίλυσης των διαφορών για την ελληνική πλευρά, τη στιγμή μάλιστα που το τεράστιο για τις οικονομικές δυνατότητες πρόγραμμα εξοπλισμών της χώρας δεν εγγυάται αυτομάτως και περισσότερη ασφάλεια, όπως υποστηρίζει. Ωστόσο, εκτός των άλλων επιχειρημάτων που μπορούν να αντιταχτούν στην άποψη αυτή, σχετικά πρόσφατη έρευνα του ΕΛΙΑΜΕΠ έδειξε[ii] ότι «η στρατηγική που μετέτρεπε την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας σε εργαλείο για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών δε θεωρείται πλέον ρεαλιστική».[iii] Ιδιαίτερα, υπό τις παρούσες συνθήκες  έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και αμερικανικής πολιτικής υπό τον πρόεδρο Τραμπ. Έχει μάλιστα χαρακτηρίσει νεοφασιστικό το εσωτερικό καθεστώς που ήδη έχει οικοδομήσει ο αμερικανός πρόεδρος.[iv] Δεν είναι βέβαια λογικό να αναμένει κανείς ότι η Τουρκία θα γίνει ποτέ πλήρες μέλος της ΕΕ. Ουδέποτε ήταν. Κι αυτό το γνώριζαν άπαντες. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να της προσφερθεί μια «ειδική σχέση», και ως προς αυτό πρέπει κι εμείς να είμαστε ειλικρινείς. Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς «φίλους».

Η συζήτηση σχετικά με την «ομπρέλα» ασφάλειας που θεωρητικά τουλάχιστον παρείχε η Αμερική στην Ελλάδα (στρατιωτικές βάσεις, ΝΑΤΟ, διμερής στρατηγική σχέση κ.λπ.) έχει για τα καλά ανάψει και γίνεται αντικείμενο όχι μόνο σοβαρών σταθμίσεων και αναπροσανατολισμών αλλά και πολιτικής αντιπαράθεσης. Τα διλήμματα σχετικά με τις επιλογές της χώρας υπό την έννοια του μεγαλύτερου βάρους είναι σαφώς υπαρκτά. Η  Ελλάδα έχει επιλέξει την Ευρώπη, αλλά επί του παρόντος δεν έχει διαρραγεί η διμερής αμυντική στρατηγική μας σχέση με την Αμερική. Και δεν πρέπει να διαρραγεί. Τουναντίον, ενισχύεται και δεν περιορίζεται μόνο σε παροχή στρατιωτικής τεχνολογίας και εξοπλισμών  (π.χ. πολεμικά αεροσκάφη F-35, κ.λπ.). Ο Κάθετος Διάδρομος και η πρόσφατη (16/2/26) παραχώρηση τεράστιας έκτασης θαλασσίων «οικοπέδων» προς διερεύνηση πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και εμπορικά εκμεταλλεύσεων σε αμερικανικές εταιρείες κολοσσούς (Exxon Mobile και Chevron) σαφώς αναβαθμίζει το ρόλο και τη γεωπολιτική σημασία της χώρας μας στην περιοχή. Παρέχει ακόμα ένα εχέγγυο ασφάλειας διά του κοινού συμφέροντος.

Ωστόσο, προκύπτουν κάποια ερωτήματα που δύσκολα μπορούν να απαντηθούν με γνώμονα την προοδευτική πολιτική. Η διμερής αναβαθμισμένη αμυντική στρατηγική συνεργασία της Ελλάδας με την Αμερική και η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ  έχει προοδευτικό ή συντηρητικό χαρακτήρα ή απλώς μπορεί να αξιολογηθεί από άποψη εθνικού συμφέροντος και μόνο; Μπορεί να σταθμιστεί με κριτήρια την «ενσυναίσθηση»  και άλλες «αξίες» που σύμφωνα με τον συγγραφέα πρέπει να διέπουν την προοδευτική πολιτική; Πρόκειται για κάποιο εκ γενετής  «πλεονέκτημα» ή  «μονοπώλιο» κάποιας «προοδευτικής» παράταξης; Στερείται αξιών η συντηρητική παράταξη; Δεν αποτέλεσε μια από τις δυο μεγάλες πολιτικές οικογένειες που οικοδόμησαν τη μεταπολεμική Ευρώπη; Κι ακόμα, είναι «προοδευτική» ή «συντηρητική» η εξωτερική μας πολιτική σε σχέση με τις ΗΠΑ; Πόσο συμβατές είναι οι «αξίες» μιας προοδευτικής εξωτερικής πολιτικής με τις διμερείς σχέσεις μας με την Αμερική (όταν η προεδρία Τραμπ χαρακτηρίζεται νεοφασιστικό καθεστώς) ή με ένα ολοκληρωτικό κομμουνιστικό καθεστώς, όπως η Κίνα; Και τι δέον γενέσθαι; Ήταν συμβατές οι «αξίες» των «προοδευτικών και σοσιαλιστικών» κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κι οι σχέσεις της με το καθεστώς του Καντάφι, τα κόμματα Μπάαθ στη Μέση Ανατολή (π.χ. Ιράκ) ή με τον δικτάτορα της κομμουνιστικής Πολωνίας Γιαρουζέλσκι; Ήταν συμβατές με τη μη αναγνώριση του Ισραήλ; Εξυπηρετούσαν άραγε το εθνικό συμφέρον;

Βούτυρο και κανόνια

Το επιχείρημα του συγγραφέα περί λογικών εξοπλισμών της Ελλάδος, ιδιαίτερα σε περίπτωση ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με την Τουρκία, έχει μεν το σκεπτικό του, δεν είναι όμως βέβαιο ότι θα άντεχε τη δοκιμασία της πραγματικότητας. Το μέγεθος των στρατιωτικών δαπανών (σήμερα 3,08% του ΑΕΠ) δεν επιβάλλεται μόνο λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων ως μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά και από τις σχέσεις μας με την Τουρκία. Δεν εξαρτάται μόνο  από την Ελλάδα η απόφαση να ακολουθεί erga omnes το θέσφατο Si vis pacem para pacem (Εάν θέλεις ειρήνη εργάσου για ειρήνη), όπως επιθυμεί ο συγγραφέας κι όπως όλοι θα επιθυμούσαμε. Είναι προφανές ότι η Ελλάδα ακολουθεί φιλειρηνική πολιτική καλής γειτονίας απέναντι σ’ έναν απαιτητικό, ενίοτε επιθετικό και αναθεωρητικό γείτονα η στρατιωτική και οικονομική ισχύς του οποίου διαρκώς ενισχύεται. Είναι εξίσου προφανές ότι, λόγω οικονομικού και πληθυσμιακού μεγέθους, δεν είναι λογικό ούτε εφικτό η χώρα μας να εμπλακεί σε έναν ανταγωνισμό εξοπλισμών που δεν μπορεί να κερδίσει. Μπορεί, όμως, να χτίσει μια αξιόπιστη δύναμη αποτροπής, με την κυριολεκτική σημασία του όρου, προσπαθώντας να προηγείται, κατά το δυνατόν, στον αμυντικό τεχνολογικό τομέα. Δεν μπορεί δηλαδή να την αντιμετωπίσει μόνο με μια φιλειρηνική  πολιτική, ιδίως σήμερα που η ισχύς στις διεθνείς σχέσεις επανέρχεται με ωμή σφοδρότητα και ασκείται χωρίς κανόνες και περιορισμούς επί δικαίων και αδίκων. Επομένως, η οικοδόμηση αξιόπιστης «σκληρής ισχύος» είναι για την Ελλάδα μονόδρομος.

Ακόμα και κάποια συμφωνία ελέγχου των εξοπλισμών μεταξύ των δύο χωρών φαντάζει ουτοπική, όχι διότι δεν θα το επιθυμούσε η Ελλάδα ή επειδή δεν θα ήταν προς το συμφέρον της αλλά διότι η Τουρκία, ως ανερχόμενη και υπολογίσιμη  ισχυρή περιφερειακή δύναμη, έχει ευρύτερες φιλοδοξίες. Δεν χάνει μάλιστα την ευκαιρία να το προβάλλει σε κάθε περίπτωση. Κατά συνέπεια, τόσο η αμυντική της βιομηχανία όσο και οι εξοπλισμοί της από τρίτες χώρες για την απόκτηση τεχνολογικού πλεονεκτήματος σε πολλούς αμυντικούς τομείς έχουν καθοριστική σημασία για την πραγμάτωση των φιλοδοξιών αυτών. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Χακάν Φιντάν, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο απόκτησης πυρηνικών όπλων από την Τουρκία (11/2/2026), ενδεχόμενο που θα έπρεπε να σταθμιστεί ανάλογα από τους σχεδιαστές της δικής μας αμυντικής πολιτικής. Γι’ αυτό, παρά το οικονομικό και πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η προσπάθεια της Ελλάδας για εξοπλισμούς υψηλής τεχνολογίας (χωρίς να παραγνωρίζεται και ο σημαντικός παράγων αποτελεσματικών όπλων χαμηλού κόστους, καθώς και η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής σε αμυντικούς τομείς), η συγκρότηση αξιόπιστης δύναμης αποτροπής σε κάθε στάδιο και επίπεδο των σχέσεών μας με την Τουρκία, δυστυχώς δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί. Ο αείμνηστος καθηγητής μας Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Ευσταθιάδης μας έλεγε: «Αν θέλεις ειρήνη, εργάσου και για ειρήνη και για πόλεμο - Si vis pacem, para pacem bellumque»).

Ήρεμα νερά

Ο Ιωακειμίδης μπορεί να ασχολείται με την προοδευτική εξωτερική πολιτική, όμως το θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων το χειρίζεται υπεύθυνα η κυβέρνηση της ΝΔ. Σαφώς με «συντηρητικό» τρόπο, όχι διότι είναι ιδεολογικά συντηρητική αλλά διότι το επιβάλλουν οι συνθήκες. Τόσο η σθεναρή στάση της σε Έβρο και Αιγαίο από το 2020 απέναντι στην ασφυκτική και σχεδιασμένη πίεση της Τουρκίας όσο και οι εξοπλισμοί και ο οργανωτικός και επιχειρησιακός εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων συντέλεσαν στη μεταβολή της τουρκικής στάσης. Η Τουρκία αναγκάστηκε να προσχωρήσει σε μορφές διμερούς συνεργασίας που εγγυώνται «ήρεμα νερά» λησμονώντας το «Μητσοτάκης Γιοκ». Το κλίμα συνεννόησης και συνεργασίας και η αποφυγή εντάσεων επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα, από την επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και τη σύγκλιση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας μεταξύ των δυο χωρών στην Άγκυρα (11/2/2026). Η καθυστέρηση της επίσκεψης αυτής κατά περίπου ένα έτος είχε δημιουργήσει εύλογες ανησυχίες για την ομαλή πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Αλλά, ακόμα και μια τέτοια συντήρηση σχέσεων, ακόμα και μια απλή συνάντηση και συνομιλία με την τουρκική  πλευρά βάλλεται εκ των ένδον, εκ δεξιών και εξ ευωνύμων σε απίθανο βαθμό. Δεν είναι μόνο οι εσωκομματικές τριβές στο κυβερνών κόμμα και οι πιο «εθνικιστικές» φωνές, δεν είναι μόνο η ακατανόητη κριτική πρώην πρωθυπουργών της ΝΔ, διαγραμμένων  και μη, πραγματικά εθνικά ακατανόητη και επικίνδυνη πλην πολιτικά εμφανής ως προς το στόχο της. Είναι κυρίως η εχθρότητα και η παράνοια που επικρατεί γενικότερα. Ακόμα και μια απλή συνομιλία του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο της Τουρκίας θωρείται από ορισμένες πολιτικές δυνάμεις εκ προοιμίου εθνικό έγκλημα και προδοσία.

Οι θετικές αποτιμήσεις για την επίσκεψη και τα αποτελέσματά της εκ μέρους όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης ήταν χλιαρές έως κομπλεξικές κι ανύπαρκτες. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι μια ιωακειμίδιος προσέγγιση θα οδηγούσε τον πρωθυπουργό και τους χειριστές της εξωτερικής μας πολιτικής στο εκτελεστικό απόσπασμα. Όποια άλλη προσέγγιση, δηλαδή, διάθεση για την οποία διαφάνηκε να υπάρχει σε κάποιο αρχικό στάδιο επί κυβερνήσεως ΝΔ, δεν είναι πολιτικά εφικτή. Δεν έχει την αναγκαία εσωτερική  πολιτική στήριξη ούτε καν από τις πολιτικές δυνάμεις οι ίδιες ως κυβέρνηση είχαν επιλέξει τις συνομιλίες με την άλλη πλευρά προς επίλυση των διαφορών.

Εθνικιστικός παροξυσμός

Είναι αφόρητα αποκρουστικό να διαπιστώνει κανείς το μέγεθος του μίσους και της ηλιθιότητας στα ελληνοτουρκικά που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία και σημαντικό μέρος του κομματικού συστήματος. Δημοσιογράφος, π.χ., συγκεκριμένης στήλης στην εφημερίδας Τα Νέα έγραφε (7-8/2/2026) για την επίσκεψη στην Άγκυρα, με τίτλο «Το πιο δυσοίωνο ταξίδι», ότι ο έλληνας πρωθυπουργός «είχε ήδη ηττηθεί και μάλιστα βαριά πριν αναχωρήσει». Ότι όφειλε να διαθέτει «την ελάχιστη επάρκεια». Ότι απελπισμένος από την αδιαφορία των Αμερικανών απέναντί του κάνει το ένα βαρύ λάθος μετά το άλλο. Ότι κάνει τραγικές υποχωρήσεις (ποιες δεν αναφέρει). Ο ίδιος δεν θεώρησε σκόπιμο να ανασκευάσει ούτε ένα κόμμα μετά την επίσκεψη και τα εμφανώς θετικά αποτελέσματά της. Δεν ήταν ο μόνος. Ήταν απίθανα αυτά που ειπώθηκαν, ακούστηκαν  και γράφηκαν πριν και μετά  την επίσκεψη από διάφορους «τουρκοφάγους» που θέλουν «πυγμή», νταηλίκι. Τζάμπα μάγκες. Όχι βέβαια αυτοί στα νησιά του Αιγαίου που κατακλύζονται από τούρκους τουρίστες, λόγω των ρυθμίσεων για παροχή ολιγοήμερης τουριστικής βίζας. Όλα αυτά για να εκθέσουν την κυβέρνηση ως «ενδοτική». Ότι δεν δείχνει τη δέουσα πυγμή στους «Τουρκαλάδες».

Θα ήταν ενδιαφέρον από πολλές απόψεις να γνωρίζαμε τις απόψεις και την πολιτική καταγωγή των 30.000 νέων της χώρας ηλικίας, 18-22 ετών, επί των οποίων ενέσκηψε επιδημία σοβαρών  ψυχολογικών νοσημάτων για να απαλλαγούν από τη στοιχειώδη υποχρέωση των πολιτών απέναντι στην πατρίδα τους, τη στράτευση για 9 μήνες. Κρίμα!

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα στο οποίο μόνο κραυγές επικίνδυνες, άναρθρες κι ανόητες,  εθνικιστικού παροξυσμού, ακούγονται  στο πολιτικό επίπεδο, με μόνο στόχο να πλήξουν τον πρωθυπουργό, δεν είναι τυχαία η εμφανής σύγχυση της κοινής γνώμης. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της εταιρείας GPO (14/2/2026), την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης κρίνει θετικά μόνο το 18,4% ενώ ένα άλλο 20,5% την κρίνει μάλλον θετικά, σύνολο 38,9% έναντι 59,7% που την κρίνει αρνητικά (34,9% αρνητικά και 24,8% μάλλον αρνητικά). Εύλογο, σε μια χώρα που η ρωσοφιλία και ο θαυμασμός για τον Πούτιν που συμβαδίζει μεν τον αντιδυτικισμό την καθιστούν τρόπον τινα εξαίρεση στην ΕΕ.[v]

Αντί επιλόγου

Ο συγγραφέας είναι άκρως συνεπής ευρωπαϊστής, θερμός υποστηρικτής της ΕΕ. Έχει δώσει μεγάλες μάχες για το εθνικό συμφέρον στους κόλπους της. Δίνει μεγάλη σημασία στη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Συνθήκης της Λισαβόνας (τέθηκε σε ισχύ στα τέλη του 2009) όπως διατυπώνεται στο  άρθρο 47.2 και δικαίως υποστηρίζει την ενίσχυσή της. Δεν κρύβει την ικανοποίησή του για το γεγονός  ότι η πρόσφατη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια «ανέδειξε την κεντρικότητα της Ευρώπης ως δυνητικά αυτόνομης γεωπολιτικής οντότητας».[vi]

Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση ασυμβατότητας μεταξύ αξιών και εθνικού συμφέροντος; Ο συγγραφέας είναι πεπεισμένος  (σ. 51) ότι η εξισορρόπηση αξιών και συμφερόντων είναι δυνατή. Όμως δεν είναι πάντα δυνατή.

Από την ανάλυση του Ιωακειμίδη γεννιέται ένα ακόμα ερώτημα: ποιες είναι οι «προοδευτικές» πολιτικές δυνάμεις οι οποίες θα μπορούσαν να υιοθετήσουν την ανάλυσή του περί προοδευτικής πολιτικής; Ο ίδιος αποφεύγει να κατονομάσει τα κόμματα της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας τα οποία αντιστοιχούν στοιχειωδώς στους ιδεατούς πολιτικοϊδεολογικούς χώρους που σκιαγραφεί (σ. 14, σημ. 5), ήτοι τα κόμματα «που καλύπτουν το πολιτικό φάσμα από τη δημοκρατική Αριστερά και σοσιαλδημοκρατία, Κεντροαριστερά μέχρι μετριοπαθή φιλελεύθερο συντηρητικό χώρο». Καμία αντίρρηση. Ψάχνω όμως και δεν βρίσκω την αντιστοιχία τους σε υπαρκτά κομματικά σχήματα στην εγχώρια πολιτική σκηνή.

Συγκεκριμένα, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανακαλύψω κάποια ίχνη τους: η «δημοκρατική Αριστερά» είναι περίεργο φρούτο. Η κληρονομιά του Κύρκου, του Παπαγιαννάκη, του Γιάνναρου και του Λυκούδη λειτουργεί περισσότερο στο επίπεδο της πολιτικής ηθικής, του ήθους και του πολιτικού ρεαλισμού. Δεν συνεπήρε τις «μάζες». Οι ιδέες της, το πολιτικό και ηθικό της κύρος δεν μεταφράστηκαν σε ισχυρή επιρροή και σε ανάλογη εκλογική απήχηση. Η ανανεωτική, δημοκρατική Αριστερά δεν κατάφερε να γίνει αξιόλογη πολιτική δύναμη. Επικράτησαν οι λαϊκιστές και οι νεοσταλινικοί, διάσπαρτοι στα κομμουνιστογενή κόμματα και τις διάφορες σημερινές σέχτες. Κυβερνώντας μάλιστα οδήγησαν τη χώρα στο χείλος της αβύσσου.

Μιλώντας για «σοσιαλδημοκρατία και κεντροαριστερά» είναι σαν να διηγούμαστε ανέκδοτο. Για τη διαβόητη «Κεντροαριστερά», πολύ κακό για το τίποτα.  Στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως αντισυστημική, εκφραζόταν μάλιστα και εκφράζεται εν μέρει (παγκόσμια πρωτοτυπία) από τη συριζαϊκή κομμουνιστογενή Αριστερά. Όσοι διεκδικούν σήμερα αυτό το χώρο, τα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά του οποίου αφήνουν εν πολλοίς απροσδιόριστα και ασαφή, ουδεμία σχέση κι αντιστοιχία έχουν με την ευρωπαϊκή πολιτική παράδοση. Οι υπουργοί του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, σφετεριστή σήμερα του χώρου, είχαν στα γραφεία τους το πορτρέτο του Άρη Βελουχιώτη κι όχι του Αλέξανδρου Σβώλου. Οι εν Ελλάδι «κεντροαριστεροί» αναγνώριζαν περισσότερο τον εαυτό τους στον Τσίπρα παρά στον Ευάγγελο Βενιζέλο ή στο ΠΑΣΟΚ.

Το ΠΑΣΟΚ, απ’ την πλευρά του, θεωρεί κληρονομιά του και κυρίαρχο ιδεολογικό του συστατικό τον ανδρεοπαπανδρεϊκό λαϊκισμό  κι όχι τον εκσυγχρονισμό του Σημίτη. Όσο για τη σοσιαλδημοκρατία (ο όρος συχνά επικαλύπτεται ή συγχωνεύεται με την Κεντροαριστερά), η οργανωμένη πολιτική της έκφραση και σημαντική της πολιτική και εκλογική απήχηση ήταν και είναι κυριολεκτικά μηδαμινή έως ανύπαρκτη. Δεν πρέπει να συγχέεται ένας οργανωμένος πολιτικός χώρος με την άσκηση σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, όπως κατ’ εξοχήν συνέβη από τις κυβερνήσεις του Κώστα Σημίτη (1998-2004), σε πολλά δε πεδία κι από τις κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη (2019-).

Με λίγα λόγια, η αξιόλογη προσπάθεια του Π. Κ. Ιωακειμίδη για ορισμό, προσδιορισμό και επεξεργασία μιας «προοδευτικής εξωτερικής πολιτικής» δεν φαίνεται να έχει ούτε πρόθυμους ούτε θεσμικούς αποδέκτες και συνομιλητές στα αριστερά και στα κεντροαριστερά τμήματα του πολιτικού φάσματος. Απομένει ο οργανωμένος πολιτικός χώρος της φιλελεύθερης, δημοκρατικής και κεντροδεξιάς παράταξης και οι θεσμικές δεξαμενές σκέψης κι άλλοι όμιλοι και fora, καθώς και  άτομα, ειδήμονες, καθηγητές, ερευνητές και γενικώς σχετικοί για να συζητούν γόνιμα και απροκατάληπτα τέτοιες ιδέες. Αυτό μπορεί να δώσει στον συγγραφέα μια κάποια ικανοποίηση, πέραν της ακαδημαϊκής.


[i] Θα πρόσθετα και την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ,των φαιοκόκκινων λαϊκιστών που έφεραν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού το εφιαλτικό πρώτο εξάμηνο του 2015. Ωστόσο, με τη σθεναρή και εθνικά υπεύθυνη στάση των κομμάτων τότε της αντιπολίτευσης τότε (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι) υποχρεώθηκαν με «κωλοτούμπες» και ταπεινωτικούς συμβιβασμούς να βάλουν την ουρά στα σκέλια, επιφέροντας όμως ανήκεστη οικονομική, θεσμική και ηθική βλάβη στο φιλελεύθερο, δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό πολίτευμα της χώρας.

[ii] Πρόκειται για κοινή έρευνα-δημοσκόπηση του ανεξάρτητου ερευνητικού οργανισμού διαΝΕΟσις με τη δεξαμενή σκέψης ΕΛΙΑΜΕΠ που διεξήχθη σε Ελλάδα και Τουρκία την περίοδο 19-21/2/2021 από την ελληνική εταιρία MRB και την τουρκική KONDA. Τα αποτελέσματα της έρευνας αναρτήθηκαν στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ με ημερομηνία 19/7/2021. Τα συμπεράσματα συνοψίζει ο καθηγητής (και πρέσβης της Ελλάδος στον ΟΟΣΑ) Γιώργος Παγουλάτος.

[iii] Ό.π. στο σημείο 6 των συμπερασμάτων της Έρευνας.

[iv] Βλ. συνέντευξή του στο Πρώτο Θέμα (6/3/2025). Εκεί διατυπώνει και την άποψη ότι σε περίπτωση που η χώρα μας δεχτεί επίθεση ή εμπλακεί σε σύρραξη, «η Αμερική δεν πρόκειται να μας βοηθήσει., δεν έχουν προτεραιότητα τη Μεσόγειο παρά μόνο το Ισραήλ». Ευρώπη και Αμερική δεν έχουν πλέον κοινές αξίες.

[v] Όλες οι σχετικές έρευνες καταδεικνύουν υψηλά ποσοστά δημοτικότητας του ρώσου προέδρου Πούτιν στην Ελλάδα. Ενδεικτικά, σε έρευνα της εταιρείας MRB (18/12/25), στις προτιμήσεις ξένων ηγετών κρατών, ο Πούτιν έρχεται πρώτος με ποσοστό 31,8%. Η δημοτικότητα του Πούτιν είναι υψηλή μεν στα ακροδεξιά και λαϊκιστικά κόμματα στην Ευρώπη, αλλά στο γενικό σύνολο η εικόνα του είναι απολύτως αρνητική σε ποσοστά άνω του 80%. Σύμφωνα με έρευνα του γνωστού  οργανισμού Pew Research Center (23/6/2025), οι Έλληνες έρχονται πρώτοι στην Ευρώπη αναφορικά με την εμπιστοσύνη προς τον Πούτιν με ποσοστό 40%. Ξεπερνάμε ακόμα και την Ουγγαρία (32%). Σύμφωνα με το πιο πρόσφατο Ευρωβαρόμετρο (Φθινόπωρο 2025, τα ευρήματα του οποίου δημοσιεύτηκαν στις 3/2/2026) μόνο το 32% των Ελλήνων θεωρούν προτεραιότητα της ΕΕ την άμυνα και την ασφάλεια έναντι 40% στο σύνολο της ΕΕ. Συνάμα, μόνο το 40% θεωρεί τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ θετικό γεγονός έναντι 62% του συνόλου στην ΕΕ.

[vi] Βλ. Π. Κ. Ιωακειμίδης, «Η αντεκδίκηση της “τολμηρής Ευρώπης”», Τα Νέα, 16/2/2026.

08 Ιουλίου 2026

Τουρκία: το τέλος του Επιτήδειου Ουδέτερου

Κωνσταντίνος-Νεκτάριος Μπαλούτσος

Αναφερόμενοι στην Τουρκία, οι εν Ελλάδι πολιτικοί αναλυτές και διεθνολόγοι επιλέγουν ως όρο για να τη χαρακτηρίσουν αυτόν του επιτήδειου ουδέτερου. Ο όρος αυτός ανήκει στον Φρανκ Βέμπερ (Frank Weber) ο οποίος, στο βιβλίο του με τίτλο Ο Επιτήδειος Ουδέτερος[1], προσπάθησε να περιγράψει συνοπτικά τις καιροσκοπικές πολιτικές του τουρκικού κράτους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Ποιες όμως ήταν οι πολιτικές που ακολούθησε το τουρκικό κράτος για να χαρακτηριστεί ο επιτήδειος ουδέτερος της παγκόσμιας γεωπολιτικής σκακιέρας και τι μπορεί να μας διδάξει η ιστορία του επιτήδειου ουδέτερου για το μέλλον; Μήπως βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή όπου οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, με την επικείμενη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας», βρισκόμαστε στο «τέλος» της επιτήδειας ουδέτερης Τουρκίας και στην «αρχή» τής –και με τη βούλα– αναθεωρητικής Τουρκίας;

Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρήσουμε τη σκιαγράφηση των πολιτικών επιλογών του τουρκικού κράτους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και να αναδείξουμε ότι ο όρος «επιτήδειος ουδέτερος», που χρησιμοποιείται (από πολλούς) για την Τουρκία, ειδικά αν κάνει πράξει την απειλή της είναι πλέον παρωχημένος και δεν μπορεί να τη χαρακτηρίζει.

Στον Μεσοπόλεμο

Το τουρκικό κράτος, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου (αλλά και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου) επέλεξε να εφαρμόσει μια ρεαλιστική εξωτερική πολιτική (λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική του θέση και τη γεωπολιτική του σημασία στα γεωστρατηγικά σχέδια των πλανητικών και των περιφερειακών δυνάμεων)[2] και να μην επιτρέψει τη χειραγώγησή του από οποιαδήποτε ξένη δύναμη.[3] Έτσι, το τουρκικό κράτος ακολούθησε μια ενεργητική πολιτική ουδετερότητας[4] η οποία του επέτρεψε τη συνεχή και επί ίσοις όροις διαπραγμάτευση, έχοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα των αντιμαχόμενων πλευρών.[5]

Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου ο κόσμος αποτελούνταν από δύο διακριτές κατηγορίες χωρών. Στην πρώτη ανήκαν οι χώρες που επιθυμούσαν τη διατήρηση των εδαφικών συνόρων και των διεθνών συνθηκών ενώ στη δεύτερη ανήκαν οι χώρες που στόχευαν στην αναθεώρηση της καθεστηκυίας τάξεως.[6] Έχοντας να αντιμετωπίσει τις αναθεωρητικές επιδιώξεις τόσο της Ιταλίας όσο και της Βουλγαρίας, η Τουρκία επιθυμούσε τη διατήρηση του status quo της νοτιοανατολικής Ευρώπης.[7] Βασικός της στόχος ήταν η διατήρηση της εδαφικής της ακεραιότητας και, εν συνεχεία, η αύξηση της αποτρεπτικής της ισχύος μέσω της αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης, εντός της οποίας εντασσόταν το καθεστώς της αποστρατιωτικοποιήσεως των Στενών.[8]

Η συνθήκη του Μοντρέ (Montreux)

Η επαναστρατιωτικοποίηση των Στενών μέσω της αναθεώρησης της συνθήκης της Λωζάννης ήταν ένα ζήτημα που οι τούρκοι αξιωματούχοι έφερναν συνεχώς στο προσκήνιο. Στον αντίποδα όμως, η Κοινωνία των Εθνών δεν φαινόταν πρόθυμη για κάτι ουσιαστικό. Η ιταλική επέμβαση στην Αιθιοπία και, κυρίως, η συγκυρία της επαναστρατιωτικοποίησης της Ρηνανίας από τη Γερμανία άνοιξαν ουσιαστικά τη συζήτηση για το καθεστώς των Στενών.[9] Η Μεγάλη Βρετανία είχε επιβάλει την αποστρατιωτικοποίηση στα Στενά για να μπορέσει να εισέλθει κατά τη διάρκεια ενός πιθανού ρωσο-αγγλικού πολέμου στη Μαύρη Θάλασσα. Η επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας όμως και η ιταλική επέμβαση στην Αιθιοπία, ήταν δύο γεγονότα που ξεπερνούσαν κατά πολύ τις βρετανικές ανησυχίες για τον σοβιετικό στόλο. Έτσι, το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών προσέγγισε την τουρκική πλευρά με στόχο την υπογραφή μιας αγγλο-τουρκικής συμμαχίας που θα απέτρεπε τη μονομερή επαναστρατιωτικοποίηση των Στενών από την Τουρκία.[10] Τελικώς, η υπογραφή της συνθήκης του Μοντρέ ήταν για το τουρκικό κράτος μια διπλωματική επιτυχία που αποτέλεσε την απαρχή των υπόλοιπων τουρκικών διεκδικήσεων και αιτημάτων. Χαρακτηριστικά, την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών ακολούθησε η επαναστρατιωτικοποίηση της Θράκης και η προσάρτηση της Αλεξανδρέττας, η οποία βρισκόταν υπό γαλλική εντολή το 1939.[11]

Στις απαρχές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου

Καθ’ όλη τη διάρκεια των διερευνητικών επαφών με τη Μεγάλη Βρετανία, το τουρκικό κράτος είχε μέγιστη επιδίωξη την υπογραφή μιας συμφωνίας που θα συμπεριελάμβανε και τη Σοβιετική Ένωση.[12] Το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης Ρίμπεντροπ-Μολότοφ υπήρξε για την Τουρκία μεγάλο σοκ, τόσο για την κατάσταση ασφαλείας της όσο και για τη γεωστρατηγική της πολιτική, καθώς η Τουρκία δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση και με οποιονδήποτε τρόπο να προκαλέσει μια ρωσική επίθεση εις βάρος της.

Η επιδίωξη αυτή δεν έπαυσε ούτε με την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ το 1939. Οι τουρκικοί φόβοι πιθανόν να ήταν αβάσιμοι αλλά ήταν πέρα για πέρα αληθινοί. Τις εν λόγω ανησυχίες γνώριζαν πολύ καλά τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Βρετανοί, οι οποίοι προσπάθησαν να τις εργαλειοποιήσουν στις διαπραγματεύσεις τους, έχοντας απώτερο σκοπό τη διατήρηση της τουρκικής ουδετερότητας. Όμως, η Σοβιετική Ένωση δεν χρησιμοποιήθηκε μονάχα ως φόβητρο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Οι βρετανοί πολιτικοί, όπως και οι γερμανοί ομόλογοί τους, γνώριζαν πως η Τουρκία μπορούσε να προσεγγίσει τη Σοβιετική Ένωση και, ώς ένα σημείο, να την επηρεάσει.[13]

Η εγκατάλειψη της ουδετερότητας

Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία ώθησε το τουρκικό κράτος στην οριστική προσέγγιση των συμμαχικών δυνάμεων. Στις διαβουλεύσεις που ακολούθησαν, οι τούρκοι αξιωματούχοι έθιξαν το ζήτημα πιθανής τουρκικής στρατιωτικής ανάπτυξης στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο[14] καθώς και την περίπτωση κατάληψης των Δωδεκανήσων. Παρ’ όλα αυτά, η τελική συμφωνία προέβλεπε την εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο μόνο σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής στη Μεσόγειο[15] και εφόσον αυτή δεν ήταν κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[16]

Μετά την υπογραφή της τριμερούς, άρχισαν να εξετάζονται πιθανές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Σε αυτές τις επιχειρήσεις προβλεπόταν η χρήση του τουρκικού εδάφους ως προκεχωρημένη βάση για τους συμμάχους. Το κλίμα όμως δεν άργησε να ανατραπεί, καθώς η Τουρκία άρχισε να αναθεωρεί πολλές από τις έως τότε εκτιμήσεις της. Το θέμα της τουρκικής αμυντικής αδυναμίας στη Θράκη, που προέταξε η Τουρκία, ήταν η πρώτη ένδειξη της επικείμενης αναθεώρησης της στάσης της.[17] Η δεύτερη ένδειξη ήταν η αρνητική τουρκική στάση στη μελέτη των συμμάχων –ύστερα από γαλλική πρόταση– για πιθανό βομβαρδισμό των κοιτασμάτων πετρελαίου του Μπακού μέσω τουρκικού εδάφους, ούτως ώστε να επιτευχθεί η διεύρυνση του μετώπου μακριά από τα σύνορα της Γαλλίας.[18] Οι Βρετανοί διαφώνησαν με τη γαλλική πρόταση καθώς κατανοούσαν ότι ο βομβαρδισμός του Μπακού μέσω τουρκικών βάσεων θα πρόσφερε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στη Σοβιετική Ένωση για να εισβάλει στην Τουρκία.[19] Έτσι, υπό το φόβο της τουρκικής υποχώρησης, η Μεγάλη Βρετανία έβαλε φρένο στην πραγματοποίηση της εν λόγω επιχείρησης,[20] προτάσσοντας τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας στη βρετανική γεωστρατηγική της Μέσης Ανατολής.[21]

Η υπεκφυγή και η επιστροφή στην ουδετερότητα

Με τη διάσπαση της γαλλικής άμυνας και την ένταξη της Ιταλίας στον πόλεμο, η Μεγάλη Βρετανία έμεινε να πολεμά μόνη της απέναντι στον Άξονα.[22] Για τη Μεγάλη Βρετανία, η ιταλική κήρυξη πολέμου στην ίδια και στη Γαλλία[23] αποτελούσε πράξη που υποχρέωνε την Τουρκία να εμπλακεί στον πόλεμο. Αντίθετα όμως, το τουρκικό κράτος διακήρυξε την ουδετερότητά του.[24]

Για τη διατήρηση της ουδετερότητάς του, το τουρκικό κράτος στηρίχθηκε στο επιχείρημα ότι, μέσω της γερμανο-σοβιετικής συμφωνίας μη επίθεσης, η στάση της Τουρκίας υπέρ των συμμάχων και κατά του Άξονα θα διακινδύνευε τη σύγκρουσή της με τη Σοβιετική Ένωση, υπενθυμίζοντας την ύπαρξη του όρου της τριμερούς συμφωνίας[25] που περιέγραφε ότι μια τέτοια περίπτωση την αποδέσμευε από τις υποχρεώσεις της για σύμπραξη.[26] Επίσης, το τουρκικό κράτος ισχυρίστηκε ότι η συνθηκολόγηση της Γαλλίας στις 20 Ιουνίου καθιστούσε αυτομάτως άκυρη την τριμερή του Οκτωβρίου του 1939. Τέλος ένα ακόμη επιχείρημα που χρησιμοποίησαν οι τούρκοι αξιωματούχοι ήταν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 της τριμερούς,  η Τουρκία ανέμενε την παραχώρηση ολόκληρου του συμμαχικού στρατιωτικού εξοπλισμού προκειμένου να εμπλακεί στον πόλεμο, το οποίο όμως δεν είχε ακόμα παραδοθεί στην ολότητά του από τους Βρετανούς.[27] Το τουρκικό κράτος λοιπόν, με τον πλέον επίσημο τρόπο διακήρυξε στις 26 Ιουνίου του 1940 την ουδετερότητά του, ισχυριζόμενο πως η συνθηκολόγηση της Γαλλίας και ο κίνδυνος εμπλοκής της Τουρκίας σε πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση ήταν οι δύο κυριότεροι λόγοι οι οποίοι αποδέσμευαν την Τουρκία από τις υποχρεώσεις της έναντι των συμμάχων.[28]

Η ουδέτερη Τουρκία

Η Τουρκία δεν ήθελε να επαναλάβει τα λάθη του 1914 και να συμμετάσχει σε έναν πόλεμο που δεν της ανήκε, παίρνοντας βιαστικές αποφάσεις. Η γαλλική ήττα μέσα σε μόλις 20 μέρες ήταν ένα μεγάλο τράνταγμα που θορύβησε την τουρκική πολιτική ελίτ, η οποία αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν να εξαναγκάσει μια χώρα όπως η Γαλλία –η οποία συνθηκολόγησε με τη ναζιστική Γερμανία στις 22 Ιουνίου– την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο. Η ισορροπία δυνάμεων είχε διαταραχθεί και η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο δεν επέτρεπε οποιαδήποτε επιπόλαια τουρκική απόφαση.[29]

Το τουρκικό κράτος κατήγγειλε την τριμερή συμφωνία, κρατώντας μια θέση ίσων αποστάσεων σε μια περίοδο που η ναζιστική Γερμανία φάνταζε ανίκητη. Έτσι, η Τουρκία άρχισε να απομακρύνεται από τη Μεγάλη Βρετανία και να προσεγγίζει τη Γερμανία.[30] Η απόφαση αυτή όμως ελήφθη παρά το γεγονός ότι οι τούρκοι αξιωματούχοι συνέχιζαν τις διαπραγματεύσεις με τη Μεγάλη Βρετανία για την είσοδο στον πόλεμο, αξιώνοντας μάλιστα ως ανταλλάγματα τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, τη βουλγαρική Θράκη και την εντολή στην Αλβανία.[31]

Ο πόλεμος φτάνει στα Βαλκάνια

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της τριμερούς συμφωνίας, η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας στις 28 Οκτωβρίου 1940 ενεργοποιούσε την τουρκική υποχρέωση για την εμπλοκή της στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία επανέλαβε τα ίδια επιχειρήματα που είχε χρησιμοποιήσει και κατά τη διάρκεια του περασμένου καλοκαιριού.[32] Η Τουρκία αντιλαμβανόταν ότι η κατάρρευση του δυτικού μετώπου άφηνε τη Μεγάλη Βρετανία να πολεμά μόνη της τον Άξονα, γεγονός που επιβεβαίωνε ότι δεν θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική υποστήριξη στην Τουρκία.[33]

Η ελληνική αντίσταση και η ιταλική ήττα στα ελληνοαλβανικά σύνορα τροποποίησαν ριζικά τους υπολογισμούς των Γερμανών για τον πόλεμο. Στις 4 Νοεμβρίου 1940, η Γερμανία –παρά την αρχική της θέση για μη εμπλοκή στα Βαλκάνια– έλαβε την απόφαση για επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα,[34] καθώς οι ελληνικές νίκες στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου θα επέτρεπαν την οριστική εγκατάσταση των Βρετανών στον ελλαδικό χώρο.[35]

Η απόφαση της Γερμανίας για επίθεση στα Βαλκάνια λήφθηκε εννιά μέρες πριν από τη συνάντηση του Χίτλερ με τον Μολότοφ, στις 13 Νοεμβρίου 1940, στην οποία έγινε ξεκάθαρο ότι τα περιθώρια συνεργασίας μεταξύ των δύο συμμάχων είχαν πλέον εκλείψει. Έτσι, ο Χίτλερ, τρεις εβδομάδες μετά τις συνομιλίες του με τον Μολότοφ, αποφάσισε τη γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[36] Όμως, για την πραγματοποίηση της επίθεσης, οι Γερμανοί όφειλαν να εξασφαλίσουν πως δεν θα αντιμετώπιζαν οποιονδήποτε κίνδυνο από το Νότο. Η Γερμανία λοιπόν, προχώρησε στην επιχείρηση εισβολής κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας με σκοπό να αποκλειστεί η πιθανότητα εγκατάστασης βρετανικών βάσεων στη Βαλκανική που θα μπορούσαν να πλήξουν τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας και να πλευροκοπήσουν τις γερμανικές δυνάμεις, οι οποίες θα επιχειρούσαν στην επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[37]

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, η Γερμανία προσπάθησε να προσεγγίσει την Τουρκία, καθώς η ουδετερότητά της κρινόταν αναγκαία για την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση. Η τουρκική ουδετερότητα εμπόδιζε τη συνένωση των βρετανικών και των σοβιετικών στρατευμάτων, δυσχέραινε το βομβαρδισμό των ρουμανικών πετρελαιοπηγών και, τέλος. προστάτευε τα πλευρά της Βέρμαχτ (Wehrmacht‎‎).[38]

Έτσι, οι ομολογουμένως ψυχρές τουρκο-γερμανικές σχέσεις της περιόδου 1939-41 άρχισαν σταδιακά να αναθερμαίνονται και να βρίσκουν κοινό πεδίο δράσης, λόγω της γεωπολιτικής σημασίας της Τουρκίας στα γεωστρατηγικά σχέδια της Γερμανίας τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Μέση Ανατολή.

Η συμφωνία μη επίθεσης με τη Γερμανία

Η κατάληψη της Ελλάδας από τη Γερμανία, σε συνδυασμό με το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο και τη βουλγαρική ένταξη στον Άξονα, είχε φέρει την Τουρκική Δημοκρατία σε μια πολύ ευάλωτη θέση, η οποία τελικά οδήγησε στην υπογραφή της τουρκο-γερμανικής συμφωνίας στην Άγκυρα στις 18 Ιουνίου 1941.[39]

Τέσσερις μέρες μετά την τουρκο-γερμανική συμφωνία ακολούθησε η γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.[40] Η είδηση προκάλεσε στην Τουρκία ένα αίσθημα ενθουσιασμού, καθώς απομακρυνόταν με μαθηματική ακρίβεια η πιθανότητα γερμανικής ή σοβιετικής επίθεσης. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν η Τουρκία γνώριζε, όταν υπέγραφε τη συμφωνία μη επίθεσης, για την επικείμενη γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Όμως ο ενθουσιασμός του τούρκου υπουργού Εξωτερικών Σουκρού Σαράτζογλου (Şükrü Saracoğlu) κατά τις πρώτες μέρες της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα ήταν τέτοιος ώστε να δηλώσει πως η γερμανική επίθεση υπήρξε αποτέλεσμα της τουρκο-γερμανικής συμφωνίας στις 18 Ιουνίου.[41]

Νέες πιέσεις από τις Συμμαχικές Δυνάμεις

Οι επιτυχίες των Συμμαχικών Δυνάμεων στο Στάλινγκραντ και στη Βόρεια Αφρική, στα τέλη του 1942 και στις αρχές του 1943, έγειραν αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ αυτών.[42] Αυτό όμως δεν αναιρούσε το γεγονός ότι οι Σύμμαχοι, με πρωτεργάτη τoν Ουίνστον Τσώρτσιλ (Winston Churchill), είχαν ακόμη βασική προτεραιότητα την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο,[43] την οποία χρειάζονταν κυρίως ως προκεχωρημένη βάση για τα στρατεύματά τους.[44] Στον αντίποδα, όμως, το τουρκικό κράτος επιθυμούσε τη διατήρηση της ουδετερότητας του καθώς θεωρούσε ότι η Γερμανία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βομβαρδίσει τη Δυτική Τουρκία.[45]

Η μυστική συνάντηση στα Άδανα

Ο Τσώρτσιλ επιθυμούσε την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο όσο κανένας άλλος ηγέτης. Μάλιστα, στις 9 Νοεμβρίου 1942, παρουσίασε για πρώτη φορά στρατιωτικά σχέδια υπολογίζοντας ότι στις τάξεις των συμμάχων θα συμμετείχε ενεργά και η Τουρκία.[46] Τα βρετανικά σχέδια προέβλεπαν την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο για να δημιουργηθεί ένα τρίτο μέτωπο κατά της Γερμανίας. Η Τουρκία αποτελούσε τη χώρα κλειδί γι’ αυτά τα σχέδια, καθώς η εγγύτητά της με τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας θα επέτρεπε στις συμμαχικές δυνάμεις να επιτεθούν σε αυτές, ενώ ταυτόχρονα θα εξασφάλιζε την παρουσία των συμμάχων στη Συρία.[47] Έτσι, το βρετανικό πρέσσινγκ οδήγησε τελικώς στη συμφωνία της μυστικής συνάντησης στα Άδανα.[48]

Στα Άδανα συζητήθηκαν η περίπτωση εκχώρησης της βόρειας Συρίας, ο εκσυγχρονισμός των αεροπορικών βάσεων και η παραλαβή αμυντικού στρατιωτικού εξοπλισμού για την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο.[49] Τελικά, η μόνη σαφής και ξεκάθαρη συμφωνία με τους συμμάχους ήταν η υλικοτεχνική υποδομή και η στρατιωτική ενίσχυση για μια πιθανή μελλοντική συμμετοχή της Τουρκίας στον πόλεμο.[50]

Τα συμφωνηθέντα απαιτούσαν χρόνο τόσο για να αποσταλούν (όταν μιλάμε για στρατιωτικό εξοπλισμό) όσο και για να υλοποιηθούν (όταν μιλάμε για θέματα υποδομών). Ενώ ταυτόχρονα χρειαζόταν η αποστολή προσωπικού, το οποίο θα αναλάμβανε την εκπαίδευση των Τούρκων.[51] Είναι φανερό λοιπόν ότι η τουρκική ηγεσία είχε κερδίσει, μέσω της συμφωνίας, τον απαιτούμενο χρόνο που χρειαζόταν για να μην εμπλακεί η Τουρκία άμεσα στον πόλεμο.[52]

Η βρετανική επιχείρηση επέμβασης στο Αιγαίο

Η τουρκική απροθυμία για συμμετοχή στον πόλεμο επιβεβαιώθηκε και κατά τη σχεδίαση της βρετανικής επιχείρησης κατάληψης των νήσων του Αιγαίου, τον Σεπτέμβριο του 1943, όπου οι Τούρκοι αρνήθηκαν την εμπλοκή τους.[53]

Η Τουρκία δεν επιδίωξε κάποια εμπλοκή στην εν λόγω επιχείρηση εξαιτίας των ανησυχιών της, διότι η Γερμανία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βομβαρδίσει τα τουρκικά παράλια. Αλλά, στον αντίποδα αυτής της ερμηνείας, οι Βρετανοί πίστευαν ότι η Τουρκία δεν αποφάσιζε την ενεργό εμπλοκή της στην επιχείρηση επειδή φοβόταν ότι μέσω αυτής μπορούσε να απελευθερωθεί η Ελλάδα και ότι μια ελεύθερη Ελλάδα θα μπορούσε να ενσωματώσει τα Δωδεκάνησα, αν αυτά παραχωρούνταν με δημοψήφισμα.[54]

 Inonu Cairo

5 Δεκεμβρίου 1943. Ο αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ, ο τούρκος πρόεδρος Ινονού και ο βρετανός πρωθυπουργός Τσώρτσιλ στη δεύτερη συνδιάσκεψη του Καΐρου.

http://www.history.army.mil/books/wwii/sp1943-44/chapter16.htm

 

Στο Κάιρο και στην Τεχεράνη

Στη Διάσκεψη του Καΐρου, οι συμμαχικές δυνάμεις ζήτησαν εκ νέου την ένταξη της Τουρκίας στον πόλεμο και την παραχώρηση των τουρκικών βάσεων. Σε αντίθεση όμως με το παρελθόν, η Μόσχα δεν έδειχνε το ίδιο θερμή με την προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στον πόλεμο.[55] Μετά το Κάιρο, η βρετανική αντιπροσωπεία μετέβη στην Τεχεράνη για συζητήσεις με τον Στάλιν. Εκεί, ο Τσώρτσιλ εξέφρασε ακόμα μια φορά την πεποίθησή του ότι η Τουρκία όφειλε να ενταχθεί στο πλευρό των συμμάχων, καθώς αυτό θα ανάγκαζε τη Γερμανία σε αναδίπλωση και τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία σε πιθανή αποχώρηση από τον πόλεμο. Την ίδια άποψη εξέφρασε και η Σοβιετική Ένωση, που έλπιζε πως η ένταξη της Τουρκίας στον πόλεμο θα της προσέφερε καλύτερες δυνατότητες ανεφοδιασμού.[56] Παρ’ όλα αυτά, οι συζητήσεις στην Τεχεράνη απέβησαν άκαρπες ώστε, έκτοτε, η Σοβιετική Ένωση να παύσει οποιαδήποτε νέα προσπάθεια εξώθησης της Τουρκίας στον πόλεμο.[57]

Στον αντίποδα, η Μεγάλη Βρετανία προσπάθησε να πείσει για μια τελευταία φορά την Τουρκία στη δεύτερη συνδιάσκεψη του Καΐρου, που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 2 - 7 Δεκεμβρίου 1943. Για μια ακόμη φορά ακούστηκαν οι ίδιες τουρκικές αντιρρήσεις και ανησυχίες, γεγονός που εκνεύρισε τους Συμμάχους. Ο Φράνκλιν Ρούζβελτ (Franklin Roosevelt) εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Τουρκία δεν σκόπευε να εμπλακεί στον πόλεμο αλλά επιθυμούσε το στρατιωτικό συμμαχικό υλικό, γιατί θα της χάριζε την επιθυμητή υπεροχή στην Ανατολική Μεσόγειο μετά τον πόλεμο.[58] Έτσι, σταδιακά, οι συμμαχικές πιέσεις στην Τουρκία μειώθηκαν και τελικώς έπαυσαν ολοκληρωτικά μετά τον Φεβρουάριο του 1944.

Η επιθετικότητα της Σοβιετικής Ένωσης

Στις 19 Μαρτίου, η Σοβιετική Ένωση κατήγγειλε και επίσημα την τουρκο-σοβιετική συνθήκη του 1925 ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο Στάλιν πραγματοποίησε μια ευθεία καταγγελία κατά της συνθήκης του Μοντρέ, χαρακτηρίζοντάς την ακατάλληλη.[59] Η σοβιετική επιθετικότητα προκάλεσε έντονες ανησυχίες, οι οποίες εντάθηκαν όταν οι σοβιετικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Βουλγαρία, τον Σεπτέμβριο του 1944. Τελικά, οι τουρκικές ανησυχίες καταλάγιασαν κάπως ύστερα από τις βρετανικές προσπάθειες εγκαθίδρυσης μια σταθερής κυβέρνησης στην Ελλάδα. Η Τουρκία, μπροστά στη σοβιετική αναθεωρητική απειλή, αναγνώρισε τα κοινά συμφέροντά της με τη Μεγάλη Βρετανία και την Ελλάδα και, έτσι, από τον Νοέμβριο του 1944, εγκατέλειψε οποιαδήποτε αξίωση είχε για τα Δωδεκάνησα.[60]

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η Τουρκία κατάφερε να αποφύγει την είσοδο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ, όταν πλέον η νίκη των Συμμάχων ήταν προδιαγεγραμμένη, διέκοψε και επισήμως τις διπλωματικές της σχέσεις με τη Γερμανία, στις 2 Αυγούστου 1944. Τέλος, η Τουρκία, ύστερα από την απόφαση των Συμμάχων στη Γιάλτα ότι η ένταξη στον ΟΗΕ θα περιοριζόταν στα κράτη που πολέμησαν στο πλευρό των Συμμάχων, κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία στις 23 Φεβρουαρίου 1945.[61]

Συμπεράσματα

Η εξωτερική πολιτική του τουρκικού κράτους των τελευταίων χρόνων έμοιαζε αρκετά με αυτή της περιόδου του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η Τουρκία ακολούθησε μια πολιτική ίσων αποστάσεων ανάμεσα στη Ρωσία και τις ΗΠΑ, προσπαθώντας να ικανοποιήσει και τον χωροφύλακα και τον αστυφύλακα (γεγονός που δικαιολογούσε σε μεγάλο βαθμό τη χρήση του όρου «επιτήδειος ουδέτερος» από πολιτικούς αναλυτές και διεθνολόγους της χώρας μας).

Αλλά οι τελευταίες εξελίξεις στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, και ιδιαίτερα ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, φαίνεται πως αλλάζουν άρδην την τουρκική γεωστρατηγική πολιτική. Σε αντίθεση με το παρελθόν, βρισκόμαστε μπροστά σε έναν πολυπολικό κόσμο, στον οποίο η Τουρκία δεν απειλείται από κανέναν και, αντιθέτως, επιθυμεί να παίξει ηγεμονικό ρόλο με αναθεωρητικές βλέψεις.

Έχοντας υπόψη μας τα προαναφερθέντα, μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα ότι η χρήση του όρου επιτήδειος ουδέτερος για την Τουρκία είναι πλέον παρωχημένος και δεν μπορεί να τη χαρακτηρίζει.



[1] Frank Weber, Ο επιτήδειος ουδέτερος, μτφρ. Εύη Νάντσου, Θετίλη, Αθήνα 1985, 309 σ.

[2] Ahmet Davutoğlu, Το Στρατηγικό Βάθος. Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, μτφρ Ν. Ραπτόπουλος,

Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2010, σ. 123 Την ίδια άποψη περί ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής εκφράζει και ο καθηγητής ιστορίας Erik Zürcher. βλ. Erik Ζürcher, Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, μτφρ. Β. Κεχριώτης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004, σ. 269.

[3] Χαρακτηριστικά ο ιστορικός Erik Zürcher αναφέρει ότι στη μνήμη της τουρκικής πολιτικής ελίτ υπήρξε βαθιά χαραγμένος ο τρόπος που η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί ως γερμανικό εργαλείο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Erik Ζürcher, ό.π. σ. 274.

[4] Osman Yalcin, "İkinci Dunya Savaşında İsmet İnonu ve Churchill Arasında Yapılan Adana

Goruşmesi.", Ataturk Yolu Dergisi, 12.47 (2011) 701-731, σ. 705.

[5] Βύρων Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι και Εμείς. Α΄ τόμος, Καθημερινές Εκδόσεις, Αθήνα 2018, σ. 121

[6] Mevlut Celebi, "Ataturk Donemi ve Sonrasında Turkiye-İtalya İlişkilerini Etkileyen Faktorler." Ataturk Araştırma Merkezi Dergisi 31.91 (2015): 69-92.

[7] William Hale, Τουρκική Εξωτερική Πολιτική 1774-2000, μτφρ. Ρ. Βασιλάκη & Σ. Σφυρόερα, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2016, σ. 95

[8] Άγγελος Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, Πατάκη, Αθήνα 2014, σ. 83

[9] Frank Weber, ό.π., σ. 30.

[10] Στο ίδιο, σ. 30-31.

[11] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 83-85.

[12] Erik Ζürcher, ό.π., σ. 272

[13] Selim Deringil, “The preservation of Turkey's neutrality during the second world war: 1940”, Middle Eastern Studies, 18:1, (1982) 30-52, DOI: 10.1080/00263208208700494. σ. 32-33

[14] Frank Weber, ό.π., σ. 69- 72.

[15] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 88.

[16] Frank Weber, ό.π., σ. 78.

[17] William Hale, ό.π., σ. 114.

[18] Selim Deringil, ό.π., σ. 30.

[19] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 126-127.

[20] William Hale, ό.π., σ. 114-115.

[21] Selim Deringil, ό.π., σ. 32.

[22] William Hale, ό.π., σ. 115.

[23] Frank Weber, ό.π., σ. 83.

[24] Ηλίας Ηλιοπούλου, Διεθνείς Σχέσεις της Τουρκίας 1935-1945: Η Ημισέληνος μεταξύ Βρεττανικού

Λέοντος, Γερμανικής Σβάστικας και Ρωσσικής Άρκτου, Λειμών, Αθήνα 2017, σ. 118

[25] Selim Deringil, ό.π., σ. 39

[26] Ataov Turkkaya, Turkish Foreign Policy: 1939-1945, Ankara Universitesi Siyasat, Ankara 1965, σ. 70

[27] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 121

[28] William Hale, ό.π., σ. 115-116.

[29] Selim Deringil, ό.π., σ. 34.

[30] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 119-124.

[31] Frank Weber, ό.π., σ. 96.

[32] William Hale, ό.π., σ. 115-116.

[33] Στο ίδιο, σ. 116.

[34] Γενικό Επιτελείο Στρατού, Η συμβολή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 2009, σ. 10.

[35] Ιωάννης Κολιόπουλος, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 385.

[36] Selim Deringil, ό.π., σ. 33.

[37] Ιωάννης Κολιόπουλος, ό.π., σ. 385.

[38] Frank Weber, ό.π., σ. 198-200.

[39] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 90.

[40] William Hale, ό.π., σ.123-124.

[41] Frank Weber, ό.π., σ. 151-152.

[42] Weisband Edward, Turkish Foreign Policy, 1943- 1935: Small State and Great Power Politics, Princeton University Press, 1973, σ. 119.

[43] Στο ίδιο, σ. 122.

[44] Erik Ζürcher, ό.π., σ. 273.

[45] Osman Yalcin, ό.π., σ. 707.

[46] William Hale, ό.π., σ. 131-132.

[47] İzzet Öztoprak, "İkinci Dünya Savaşı Döneminde Adana Görüşmelerinin Askeri Yönü", Belleten 63.237 (2000): 597- 618, σ. 597.

[48] Στο ίδιο, σ. 598-599.

[49] Frank Weber, ό.π., σ. 221.

[50] William Hale, ό.π., σ. 133.

[51] İzzet Öztoprak, ό.π., σ. 612.

[52] Frank Weber, ό.π., σ. 228-229.

[53] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 141.

[54] Frank Weber, ό.π., σ. 229.

[55] Frank Weber, ό.π., σ. 249.

[56] Στο ίδιο, σ. 252.

[57] William Hale, ό.π., σ. 134.

[58] Frank Weber, ό.π., σ. 255.

[59] Στο ίδιο, σ. 138-140.

[60] William Hale, ό.π., σ. 139.

[61] Frank Weber, ό.π., σ. 138-140.

29 Ιουνίου 2026

Οι έμποροι της εθνικής ανησυχίας

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Ο Κώστας Καραμανλής αποφάσισε ξανά να μιλήσει. Και όπως συμβαίνει συνήθως τα τελευταία χρόνια, η δημόσια παρέμβασή του συνοδεύτηκε από προειδοποιήσεις για την πορεία της χώρας, αιχμές για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης και υπαινιγμούς για τα περίφημα «ήρεμα νερά» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

29 Μαϊος 2026

Η Ελλάδα και ο γεωπολιτισμός

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος

Γεώργιος Διον. Πουκαμισάς, Το Γεωπολιτισμικό Ανάπτυγμα των Ελλήνων, Δοκίμιο, Εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα, 2025.

«Το γεωπολιτισμικό εύρος της Ελλάδος είναι συνάρτηση της ιστορίας της, στη διαχρονική συνέχεια του χώρου, της γλώσσας του ελληνικού κόσμου, της γεωγραφικής θέσης της στο σημείο συνάντησης τριών ηπείρων και της ιδιοσυστασίας της, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, παρ’ όλες τις ρήξεις και τις προσμείξεις», ισχυρίζεται ο Γεώργιος Πουκαμισάς. Πού έχει δίκιο, πού έχει άδικο και γιατί. [ΤΒJ]

25 Μαρτίου 2026

Υπάρχουν σήμερα άνθρωποι που στηρίζουν το θεοκρατικό και δολοφονικό καθεστώς του Ιράν – ένα καθεστώς που έπνιξε στο αίμα τις διαδηλώσεις εκατομμυρίων ανθρώπων οι οποίοι ζήτησαν δημοκρατία, ελευθερία, δικαίωμα στο αύριο και πήραν ως απάντηση πισώπλατους πυροβολισμούς, μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, καταδίκες για προδοσία και εκτελέσεις; Οι δήθεν ευαίσθητοι οι οποίοι, στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δεν ήταν με τον αμυνόμενο αλλά «με τον άνθρωπο» γενικά και αφηρημένα, στην περίπτωση του Ιράν θυμήθηκαν την αυτοδιάθεση των κρατών – και υποστηρίζουν ότι η καταπάτηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων των πολιτών του Ιράν είναι εσωτερική υπόθεση και δεν πρέπει η Δύση και η Διεθνής Κοινότητα να παρέμβουν.

13 Μαρτίου 2026

Η Ελλάδα και η Ευρώπη σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες δοκιμάζονται. Με αφορμή τη συνέντευξη του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, στο Foreign Policy

07 Φεβρουαρίου 2026

Τι πραγματικά είπε ο Λαβρόφ για το 1922

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ προκάλεσε «πολιτικό σεισμό» με τις πρόσφατες δηλώσεις του για τα γεγονότα του 1922. Για πρώτη φορά,  επισήμως και δημόσια, ένας τόσο υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Κρεμλίνου παραδέχτηκε όχι απλά την ιστορική αλήθεια, αλλά την ενεργό συμμετοχή της Σοβιετικής Ρωσίας στην ενίσχυση του στρατού του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Όχι ότι δεν το γνωρίζαμε ή ότι εκπλαγήκαμε...

04 Φεβρουαρίου 2026

Η πραγματική γεωπολιτική ιστορία πίσω από τις αυταπάτες

Από τον 19ο αιώνα μέχρι και σήμερα, ένα μέρος της ελληνικής δημόσιας σφαίρας κινείται σαν να κουβαλά μέσα της μια κληρονομημένη έλξη προς «τη μεγάλη προστασία της Ανατολής». Η Ορθόδοξη Εκκλησία, με την οργανική της συνέχεια προς το Πατριαρχείο και την παλιά βυζαντινή οικουμένη, καλλιέργησε επί δεκαετίες ένα ήπιο αλλά σταθερό ρεύμα ρωσοφιλίας. Η Ρωσία, «η άλλη ορθόδοξη αυτοκρατορία», παρουσιάστηκε σαν φυσικός συγγενής, ένας αδελφός λαός που θα προστάτευε το Γένος. Αυτή η κουλτούρα διαχύθηκε από το εκκλησιαστικό σώμα προς την κοινωνία και στο φαντασιακό πολλών ταύτισε την πίστη με μια ασαφή γεωπολιτική προσμονή. Έτσι, σταθεροποιήθηκε ένα υπόστρωμα ευνοϊκό για κάθε μελλοντική φιλορωσική αφήγηση.

27 Νοεμβρίου 2025

Γίνεται πολύς λόγος τελευταία για τους εξοπλισμούς. Άλλοι τους αντιμετωπίζουν σαν επιθετική επίδειξη δύναμης, άλλοι σαν αναγκαίο κακό, κι άλλοι, οι αιώνιοι «φιλειρηνιστές», σαν επαγγελματική αποκατάσταση ή, απλώς, ως ανάγκη να πείσουν τους εαυτούς τους πως ο φιλοειρηνικός ρομαντισμός τους υπερέχει ηθικά απέναντι σε όσους κατοικούν στον πραγματικό κόσμο και όχι σ’ εκείνον της αυτάπατης. Κι όμως, όσο κι αν ενοχλεί, η αλήθεια είναι σταθερή και αδιαμφισβήτητη: η καλύτερη επένδυση στην ειρήνη είναι οι εξοπλισμοί. Από τη στιγμή που πάνω στη γη βρέθηκαν περισσότεροι από δύο άνθρωποι, η ισορροπία δεν διατηρήθηκε ποτέ με ευχές, αλλά με δύναμη  ή με το φόβο της.

01 Νοεμβρίου 2025

Ευκαιρίες διαπολιτισμικής συνομιλίας και κατανόησης σε έναν πολωμένο κόσμο

Πριν από κάθε διάλογο υπάρχουν αφηρημένες ιδέες. Oι ιδέες αυτές αρθρώνονται, αντιπαραβάλλονται, και υποβάλλονται σε έλεγχο, αποκαλύπτοντας τις συνδέσεις τους με τον απτό κόσμο μας μέσω της άμεσης και γνήσιας εμπλοκής τους σε ένα φόρουμ, φυσικό ή διαδικτυακό. Στο φόρουμ εκτυλίσσεται μια μικροδραματουργία: οι «διάδικοι» του λόγου, εισηγητές και κριτικοί, συνομιλητές και αντίλογοι, αναπαριστούν και επιλύουν μια σύγκριση, ή ακόμα και σύγκρουση, ιδεών. Έτσι, ο κοινός τόπος λειτουργεί ως το xαμπερμασιανό πεδίο όπου η δημοκρατική συμμετοχή και ο διευρυμένος δημόσιος λόγος συντελούν στη νοηματική χειραφέτηση και στη δημοκρατική σύγκλιση.

22 Οκτωβρίου 2025
Σελίδα 1 από 11