Σύνδεση συνδρομητών

Η Ομόνοια, ο Κωνσταντίνος, ο Μάρκος και ο Ησαΐας

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2026 14:03
Jacques de Loustal / MEL Publisher
Jacques de Loustal, Παράκτια διαδρομή, 2017. Λιθογραφία, 81 x 62,5 εκ.
Jacques de Loustal / MEL Publisher

 

Υβριδικό διήγημα του Θόδωρου Σούμα

Με λένε Ησαΐα. Πολλοί φίλοι μου αναρωτήθηκαν τι δουλειά είχα εγώ, ένας απλός γραφιάς, ένας Εβραίος συμβολαιογράφος, σοβαρός άνθρωπος και οικογενειάρχης, να κάτσω να αφηγηθώ την ιστορία μιας όμορφης γυναίκας που ορισμένοι άντρες στο περιβάλλον της αποκαλούσαν, όπως έμαθα εκ των υστέρων, ιερή ή σοφή πόρνη, γιατί ήταν ταυτόχρονα και εύκολη πολυγαμική και πνευματικός άνθρωπος με βάθος. Η απάντησή μου είναι πως η Ομόνοια, σκηνοθέτης και καθηγήτρια κινηματογράφου, ήρθε να φτιάξει το συμβόλαιο μιας τυπικής μεταβίβασης, της γονικής παροχής ενός ακινήτου της επιστήμονος μητέρας της προς αυτή, πως εγώ είμαι γνήσιος ρομαντικός και πως τελικά σαγηνεύτηκα πλήρως... Ο πατέρας της είχε πεθάνει όταν ήταν μικρή και τις είχε αφήσει μόνες να τα βγάλουν πέρα με τη βοήθεια της αδελφής της μητέρας της και του διανοούμενου θείου της. Τι έγινε κατόπιν, αφού γνώρισα την ωραία, σαγηνευτική Ομόνοια Α. και τη μητέρα της και πώς κατέληξα να προσπαθώ να γράψω εγώ, ο άσχετος από γράμματα, βιογραφίες και μυθιστορήματα, την ιστορία της;

Πρώτα πρώτα εντυπωσιάστηκα από τη γοητεία, την ευφυΐα, την ακτινοβολία και τον ερωτισμό που εξέπεμπε, όταν ήρθε τέσσερις πέντε φορές στο συμβολαιογραφικό γραφείο μου για την υπόθεσή της, στην ηλικία των πενήντα πέντε ετών. Κατόπιν, επειδή μητέρα και κόρη έμειναν πολύ ικανοποιημένες από την εργασία μου και με συμπάθησαν, μου έστειλαν αρκετούς φίλους, συγγενείς και γνωστούς τους για να διακπεραιώσω τις υποθέσεις τους. Τότε, επειδή συνηθίζω να πιάνω κουβέντα με τους πελάτες μου γιατί η δουλειά αυτή είναι ρουτινιέρικη και βαρετή, ένας από τους γνωστούς τους που μου έστειλαν, επειδή ήταν φλύαρος και κουτσομπόλης σαν κι εμένα, ο κύριος Γιώργος, μου εκμυστηρεύτηκε πως ο ξάδελφός του υπήρξε ένας από τους πολλούς εραστές της Ομόνοιας! Ξέχασα να σας ενημερώσω –να που δεν είμαι καθόλου συγγραφέας– πως η Ομόνοια ήταν παντρεμένη, σχεδόν μικροπαντρεμένη με ένα γιατρό. Ξέχασα να σας πω ακόμη πως ήταν πολύ πετυχημένη, διακεκριμένη σκηνοθέτις κινηματογράφου και θεάτρου, δηλαδή καλλιτέχνης και καθηγήτρια σκηνοθεσίας.

Ο άντρας της Κωνσταντίνος ήταν γυναικολόγος, ένας ασχημάντρας πολύ μεγαλύτερός της, πολύ αναγνωρισμένος, πετυχημένος, σεβάσμιος και ήπιος, με μεγάλο κύρος. Γνωρίστηκαν, συνευρέθηκαν αρκετές φορές και η Ιρίνα έπιασε παιδί. Ε, μετά παντρεύτηκαν. Ξέχασα να σας πω πως ήταν Μανιάτισσα, σκληρή, δυνατή, σεξουαλική κι ανυποχώρητη, πανέξυπνη, πεισματάρα κι αποφασιστική. Ένα ερωτιάρικο ον με απαιτητικές, πλούσιες ορμές, πολλές σεξουαλικές ανάγκες για πηδήματα, ερωτική τόλμη, άνεση, προκλητικότητα και σεξαπίλ και το πιο γοητευτικό, ερωτικό, έξυπνο χαμόγελο που λύγιζε τους πάντες. Ήξερε καλά τις αρετές και τα σαγηνευτικά ατού της, καθώς και το να ελίσσεται παθιασμένα και λάγνα στο κρεβάτι, εξωσυζυγικό και συζυγικό... Κατείχε από τα δεκάξι της καλά τις σεξουαλικές στάσεις στο κρεβάτι και το στοματικό, έμαθε και το πρωκτικό. Την είχα ονομάσει καλοπροαίρετα τσουλάκι στην ψυχή και στο σεξ, στο κρεβάτι και στην καρδιά, επρόκειτο για μια ηδονόχαρη, πολυγαμική πεολήπτρια, ήταν αληθινά μια ιερή πόρνη, γιατί γνώριζε πώς να περιβάλλει τον εαυτό της με θεϊκή, ερωτική και πνευματική σαγήνη, μια αδιόρατη, μαγική και τελετουργική γοητεία.

H πολυγαμική γυναίκα - ιερό τέρας έκανε πάρτι σπίτι της και δεχόταν καλλιτέχνες και διανοούμενους, όπου συναγελαζόταν με υποψήφιους ή πρώην εραστές. Φλέρταρε τον φίλο μου Τάσο στο αυτοκίνητο, αφού διέφυγαν από ένα πάρτι της που γινόταν την ίδια ώρα στο σπίτι της, για να πάνε μια νέα γυναίκα που άρεσε πολύ στον Τάσο στο σταθμό των τρένων. Στην επιστροφή, αφού άφησαν στο σταθμό την πανέμορφη τριανταπεντάρα και αφού του την έθαψε γενναία,  άρχισε να του κάνει κόρτε. Στη διαδρομή, όσο ο Τάσος οδηγούσε, έβαλε απλά το χέρι της στα γεννητικά του όργανα.

Η Ομόνοια έλεγε πως «έσμιγε», πως «συνευρισκόταν» μ’ αυτούς τους κατάλληλους για την απόλαυσή της άντρες, μα αυτά τα δυο σεβάσμια ρήματα συνοδεύονται στην πραγματικότητα από αγάπη και όχι ηδονοθηρία, που ήταν αυτό που την ενδιέφερε πρωτίστως. Σ’ αυτή τη φιλήδονη κι αποστασιοποιημένη από συναισθήματα εκδοχή, το λέμε «πηδιόταν» και «γαμιόταν». Κι όμως, ερωτευόταν και ξεερωτευόταν πολλούς και διάφορους, όχι για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οι κακές γλώσσες έλεγαν πως αυτό αποτελούσε ένα άλλοθι για να κάνει σεξ (πρόφερε το σ του σσσεξ με έναν έντονα συριστικό ήχο).

Επιθυμούσε να έχει γύρω της και κάποια κορόιδα σαν και μένα κι άλλους αφελείς ή αθώους, να μας «δουλεύει» και να μας διεγείρει, εκμεταλλευόμενη την πνευματική, ερωτική και ψυχολογική υπεροχή της. Στα λόγια και στους τρόπους ήταν άψογα ευγενική, όχι όμως και στην πράξη, στην ηθική και στην ουσία. Ήταν πηδιόλα, πρόστυχη στα σεξουαλικά και ανάλγητη, ανελέητη με τους όποιους αφελείς και όχι και τόσο αρρενωπούς άντρες τη γυρόφερναν. Προτιμούσε αυτούς που τους έβλεπε ως φαλλούς με ισχύ, δηλαδή σωματική και κοινωνική ισχύ, σκληρά πέη με κοινωνικό, πολιτισμικό κύρος. Τα ήθελε και τα είχε όλα, αναγνώριση, ελκυστικότητα, διανοητική, μορφωτική κι ερωτική ακτινοβολία και υπεροχή. Τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου. Μάλλον δεν ήξερε καλά τι είναι καλό και τι κακό, τα μπέρδευε μεταξύ τους, κάτι όμως που κάνουμε οι περισσότεροι αντιφατικοί ή συγχυσμένοι άνθρωποι, όπως εγώ. Επιθυμούσε όμως όχι μόνο να παίρνει, μα και να δίνει για να αναγνωρίζεται η θετική, καλλιτεχνική, εκπολιτιστική και κοινωνική προσφορά της. Να αναγνωρίζεται ως εξέχουσα, πολυμαθέστατη και εφευρετική προσωπικότητα, που ήταν.

Ήταν συνήθως αυτή που έπαιρνε την πρωτοβουλία να δείξει σε έναν άντρα ότι της αρέσει, αφού τον επέλεγε για τα προσόντα του, γιατί την ενδιέφερε πολύ να διασφαλίζει την ηδονή της, τους οργασμούς της. Λόγω ταμπεραμέντου, λόγω αποφασιστικότητας, λόγω μεγάλης ενέργειας, ερωτικής επιθετικότητας και τάσης αναζητήσεων, ίσως και λόγω φεμινιστικής δεοντολογίας. Το σήμα που έδινε σ’ αυτούς που επέλεγε για εραστές ήταν απλό και λεπτό, διακριτικό και όχι χυδαίο, τους έπιανε και τους κράταγε το χέρι... Τασσόταν εναντίον της ανατολίτικης έκφρασης της λαγνείας. ήταν θεσπέσια, πολύ πεπειραμένη κι επιδέξια σε όλες τις στάσεις και ιδίως στα στοματικά.

Μα προτρέχω. Να σας εκμυστηρευτώ πως ύστερα από τις αλλεπάλληλες εξομολογήσεις και ενημερώσεις του πελάτη μου κυρίου Γιώργου για την ερωτική σχέση του ξαδέλφου του με την Ομόνοια, μου αποκάλυψε μετά πως είχε κάνει κι αυτός σεξ με την Ομόνοια, μια νύχτα που ήταν πολύ κεφάτη, μετά την ταβέρνα που είχαν πάει όλη η παρέα και φαίνεται πως είχε καύλες, επηρεασμένη κι απ’ το κρητικό κρασί που ήπιε. Τη μεθεπόμενη το επανέλαβαν. Όχι όμως ξανά, γιατί η πανέξυπνη Ομόνοια έκρινε πως ήταν άπειρος στο σεξ και αφελής, ουσιαστικά μάλλον αμόρφωτος, ακαλλιέργητος.

Ε, ύστερα τσίμπησα, καβάλησα κι εγώ το καλάμι και μαγνητίστηκα. Η Ομόνοια με συνεπήρε. Μέχρι τότε είχε έρθει πέντε φορές στο γραφείο μου. Κι εγώ καταγοητευμένος, άρχισα να ρωτώ γι’ αυτή τους άλλους πελάτες που μου είχε στείλει και να συνθέτω μηχανικά στο μυαλό μου τη συναρπαστική βιογραφία της! Δεν είχα παρά να προσπαθήσω να κάτσω να τη γράψω...

Ο Κωνσταντίνος πήρε από το καρυδένιο έπιπλο του χωλ τη σκούρα μπλε, καστόρινη ρεπούμπλικά του, τη φόρεσε, φώναξε ένα γεια στην Ομόνοια, στη νεαρή γυναίκα του που διάβαζε καθισμένη αναπαυτικά στον μεγάλο, άνετο καναπέ της τραπεζαρίας και άνοιξε την πόρτα. Κατέβηκε με το ασανσέρ και βρέθηκε στο πεζοδρόμιο της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας. Ο δροσερός αέρας χάιδεψε το πρόσωπο με τις ρυτίδες. Τα πλούσια γκριζόασπρα μαλλιά του ξέφευγαν από το καπέλο. Περπάτησε αργά δύο τετράγωνα και μπήκε σε μια παλαιική πολυκατοικία. Στον πρώτο όροφο βρισκόταν το γυναικολογικό ιατρείο του. Έβγαλε τη ζαχαρί καμπαρντίνα και φόρεσε την άσπρη μπλούζα του. Έπλυνε με επιμέλεια τα χέρια του. Η γραμματέας του προωθούσε ήδη την πρώτη πελάτισσα του απογεύματος στο ιατρείο.

Ήταν μια ξανθή σαραντάρα με σαρκώδη χείλη και εύθυμο, σχεδόν πονηρό χαμόγελο, μια από τις πελάτισσές του που συμπαθούσε και προτιμούσε. Της ζήτησε ευγενικά να γδυθεί, παρατηρώντας τη με την άκρη του ματιού. Η ξανθιά έβγαλε αργά, διστακτικά ή ιεροτελεστικά; –δεν ήξερε–, την καφετιά κοντή φούστα της, το καλσόν και το μαύρο σλιπάκι της. Της ζήτησε να κάτσει στη γυναικολογική πολυθρόνα. Η κοπέλα θρονιάστηκε στην πολυθρόνα ανεβάζοντας τα γυμνά πόδια της στα στηρίγματα. Ήταν καλλίγραμμα και τορνευτά, με γεροδεμένους, καλοσχηματισμένους μηρούς. Στην ένωσή τους ξεπρόβαλε το ροζ αιδοίο της με τα προτεταμένα χείλη, στεφανωμένο από μια καστανόξανθη, όμορφη, ξυρισμένη στα πλάγια, τούφα. Ο Κωνσταντίνος καταρχάς το κοίταξε από κοντά, με επιμέλεια, κόκκινος από την ένταση της παρατήρησης, αυτή ήταν η πρώτη δουλειά που είχε να κάνει. Κατόπιν έβαλε αργά τον κολπικό διαστολέα μέσα στον κόλπο της νέας γυναίκας για να εξετάσει το εσωτερικό των γεννητικών οργάνων υπό το φως ενός φακού. Ύστερα, αφού έβγαλε τον διαστολέα, έβαλε δύο δάχτυλά του στον κόλπο και με το άλλο χέρι την ψηλαφούσε εξωτερικά. Κινούσε ταυτόχρονα και τα δάχτυλα μέσα, μάλλον πιο απαλά από όσο έπρεπε. Η κοπέλα είχε κοκκινίσει. Της ζήτησε να χαλαρώσει. Όσο την ψηλαφούσε παρατεταμένα, σαν να έψαχνε περιπλανώμενος, παρατηρούσε τόσο τη ροζ είσοδο του αιδοίου της όσο και το αναστατωμένο πρόσωπό της. Τον ατένιζε κι εκείνη θαρραλέα, από κοντά, άμεσα. Ο Κωνσταντίνος αναρωτιόταν τι να σκεφτόταν, τι να αισθανόταν. Θα ήθελε να μαντέψει τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Βρισκόντουσαν πολύ κοντά, αυτός μέσα της, τι να αισθανόταν για τον γιατρό της; Η γυναίκα συνέχιζε να τον αναμετρά με αποκοτιά. Μήπως κατάλαβε τι σκεφτόταν αυτός; Το θαυμασμό για τη νεανική ομορφιά της και την επιθυμία του; Έβαλε το δάχτυλο στον πρωκτό της για να ψηλαφίσει από πίσω τη μήτρα, όπως της είπε ψευδώς. Συνολικά η εξέταση τρέναρε περισσότερο από όσο χρειαζόταν. Ήρθε η στιγμή να δώσει ένα τέλος στο αθέλητο στριπτίζ. Το στριπτίζ ήταν μόνο δικό της. Το είχαν ξανακάνει. Θα προτιμούσε να της κάνει την εξέταση γυμνός κι αυτός. Η εξέταση, η ισορροπία των δύο στο ίδιο τεντωμένο σκοινί τελείωσε. Της είπε μια πρώτη διάγνωση και η κοπέλα αναχώρησε αργά, μουδιασμένη.

Η γραμματέας κάλεσε μια δεύτερη γυναίκα, μια ωραία, μελαχρινή σαρανταπεντάρα. Λες και επέλεγε ποια πελάτισσά του θα διατηρήσει, κάνοντάς τους καλύτερες τιμές και προσέχοντάς την ιατρικά περισσότερο, ανάλογα με την ομορφιά και το ταμπεραμέντο της. Όταν η μακρόσυρτη εξέτασή της με τα πολλά και παρατεταμένα ψαξίματα στον κόλπο της τελείωσε, λιγάκι αμήχανη, δεν ήταν σίγουρη για το τι έγινε.

Όταν βράδιασε για τα καλά αποχώρησε κουρασμένος, σχεδόν εξαντλημένος από τη θέαση και τις ψηλαφήσεις. Ο Κωνσταντίνος εδώ και πολύ καιρό, με το πέρασμα των χρόνων μετά το γάμο τους, είχε γίνει ανίκανος ψυχοσωματικά για διεισδύσεις και πηδήματα. Με τη ρεπούμπλικα στο κεφάλι κατευθύνθηκε αργόσυρτα προς το διαμέρισμά τους. Εκεί θα είχε να αντιμετωπίσει την κατά είκοσι δύο χρόνια μικρότερή του γυναίκα του, ήταν στο χαρακτήρα, στη βιολογία και στο μυαλό, μια αληθινή τίγρις, ένα σοφό πορνίδιο.

Τώρα πια, η Ομόνοια έχει χαθεί απ’ τη ζωή μου κι έχει εξηνταρίσει, πάντα όμορφη και μινιόν, λεπτόκορμη, γοητευτική και ενεργή ερωτικά. Εγώ έχω πια ελάχιστες συμβολαιογραφικές δουλειές, μειώθηκαν πολύ. Στο γραφείο μου συνήθως δεν έχω τι να κάνω... Κάθισα λοιπόν ένα πρωί να καταγράψω όσες πληροφορίες είχα ψαρέψει από δω κι από κει, όλον αυτόν τον καιρό, για τη ζωή της, από τους φίλους και τους γνωστούς της που τη θαύμαζαν όλοι πολύ· χαίρονταν να μιλάνε για την απαστράπτουσα προσωπικότητά της, για τα ταλέντα και το σημαντικό καλλιτεχνικό και διδασκαλικό έργο της. Εντάξει, δυο τρεις γυναίκες την κουτσομπόλευαν ως εύκολη και ερωτομανή, για τους άντρες όμως αυτά ουσιαστικά αποτελούσαν προτερήματα.

Λοιπόν, αναφέραμε πως η Ομόνοια ήταν μια δυναμική, σκληρή, επίμονη κι επιθετική Μανιάτισσα, κωλοπετσωμένη. Μικρή, στο γυμνάσιο της Καλαμάτας τη θεωρούσαν τσαπερδόνα και πεταλουδίτσα, ένα γλυκό Λολιτάκι. Γι’ αυτό ξεπαρθενεύτηκε νέα, στα δεκάξι της, από έναν κνίτη φοιτητή.

Όταν μεγάλωσε και ωρίμασε, καταστάλαξαν κι οι απόψεις της περί έρωτος. Τώρα πια δεν πιστεύει ιδιαίτερα στον έρωτα, και αν αποτελεί αντίλογο πως έχει υμνηθεί θερμά και ποιητικά χιλιάδες φορές στην τέχνη, η απάντησή είναι πως εξυμνείται γιατί εμπεριέχει το έλλειμμα, τον πόνο και το ανεκπλήρωτο.

Να μου λείπει πλέον, έλεγε η Ομόνοια, ωριμασμένη από λογιών λογιών εμπειρίες, από σχέσεις που είχε ζήσει, με έναν χοντρό, έναν ψηλό, έναν αδύνατο, έναν κανονικό, και άλλους... Τω όντι ερωτευόμουν και ξεερωτευόμουν σχετικά εύκολα, για να ζήσω ξανά και πάλι ξανά το πάθος. Τις περισσότερες φορές επειδή ο έρωτας οδηγείται στην 0ερωτική αποτυχία, δεν αξίζει τον κόπο, το δάκρυ και το αίμα που χύνεις. Μόνο το να χύνεις τα σεξουαλικά υγρά αξίζει... Για να επιβιώσεις πρέπει να είσαι δυνατή, σκεπτικίστρια κι απομυθοποιητική έναντι του έρωτα. Όπως είναι οι απελευθερωμένες διανοούμενες και οι κυριαρχικοί διανοούμενοι, που διατηρούν μια ειρωνική αποστασιοποίηση έναντι του ερωτικού συναισθήματος.

Άλλωστε όλοι οι βαρβάτοι πηδηχταράδες και μπήχτες είναι σκληροί και παγεροί συναισθηματικά, έχουν απομυθοποιήσει κι αποϊεροποιήσει τις γυναίκες, τις κατέβασαν από το ιερό βάθρο τους για να μπορέσουν να τις πηδήξουν δίχως συστολές. Πολλοί απ’ αυτούς που τις γαμούν με ένταση και δύναμη είναι ουσιαστικά μισογύνηδες, αν και φαίνεται αντιφατικό. Τις καρφώνουν δυνατά κι απρόσκοπτα, επειδή δεν τις σέβονται, λόγω του λανθάνοντος μισογυνισμού τους. Γιατί ξεπερνούν τις ανασχέσεις τους χάρη στον μισογυνισμό τους. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι πως οι γυναίκες τούς αγαπούν και τους προτιμούν, γιατί απλά έχουν την ωμότητα και τη σκληράδα να τις ικανοποιούν σεξουαλικά. Τι να τον κάνουν έναν ευαισθητούλη ανθρωπάκο με λεπτούς τρόπους; Μπορεί να τους διασφαλίσει τους οργασμούς τους;

                                                                                                                                                ***

Ο Κωνσταντίνος είναι ένας άντρας που έδωσε την ελευθερία και ανέχτηκε –ή μήπως ώθησε– τη δεύτερη γυναίκα του να πηγαίνει με άλλους άντρες (λες και ίσως ήταν σοφός νταβατζής χωρίς οικονομικές απολαβές, μα μόνο ψυχικές κι ερωτικές). Ο Κωνσταντίνος έκανε δύο γάμους. Στον δεύτερο επιδίωξε να αναδείξει τον πολυγαμικό, ηδονιστικό, πορνικό χαρακτήρα της Ομόνοιας· και την ωθεί στην πραγμάτωση απιστιών, υποκλινόμενος στο σκεπτικό της πως η απιστία αποτελεί το θεμέλιο του γάμου. Ο ίδιος διεγείρεται από το εξωσυζυγικό σεξ της γυναίκας του και όχι σπάνια ερεθίζεται τόσο που αυνανίζεται μοναχός του.

Η Ομόνοια είχε κι αυτή ενδώσει στον σύζυγό της μετά από τις γυναικολογικές εξετάσεις που της έχει κάνει... Η ζωή της άλλαξε όταν έφερε στον κόσμο το παιδί της, ένα αγοράκι, τότε αφιερώθηκε σε αυτό.

Μα όταν το αγόρι της πηγαίνει στο νηπιαγωγείο η Ομόνοια αρχίζει ξανά να ερωτοτροπεί με άντρες, με τους πατεράδες που πηγαίνουν τα παιδιά τους στο νηπιαγωγείο. Τα φτιάχνει με έναν απ’ αυτούς. Η ζωή της γίνεται ίδια με παλιότερα, γίνεται μια πολυγαμική, έγγαμη, χομπίστρια πουτανίτσα με πολλές κατακτήσεις ανδρών τους οποίους καταγοήτευσε με το χαμόγελο, το λεπτοκαμωμένο, ευλύγιστο κορμί της και τη σαγηνευτική, εκθαμβωτική προσωπικότητά της...

Ενημερώνει τον Κωνσταντίνο πως σήμερα το βράδυ θα βγει έξω με έναν κοινό φίλο τους, για θέατρο στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, για να δουν μια μεταμοντέρνα παράσταση, δεν ξέρει όμως αν θα της αρέσει. Συναντάει εκεί τον Αλέξανδρο, έναν άλλο γυναικολόγο, το γυναικολόγο της.

Μετά την παράσταση πάνε στο γυναικολογικό ιατρείο του για εξέταση. Η εξέταση ξεκινά κανονικά ως εξέταση, μα σε λίγο ο γυναικολόγος ψηλαφώντας τη της βάζει χέρι, της θωπεύει αργά και ηδονικά τον κόλπο, μέχρι η Ομόνοια να έρθει σε οργασμό. Ταυτόχρονα χύνει κι αυτός από την ηδονή τρίβοντας τον μεγάλο φαλλό του στο μηρό της.

***

Η Ομόνοια έχει τον δικό της προβληματισμό και τη φιλοσοφία της περί έρωτος. Οι ερωτικές καταστάσεις και οι ρόλοι των φύλων έχουν εμφανώς αλλάξει τα τελευταία χρόνια, έχουν επαναπροσδιοριστεί. Ποια είναι τα σημερινά αποδεκτά όρια και οι κανόνες; Το ότι η βία και ο σεξουαλικός εκβιασμός λόγω ισχύος, εξουσίας και ανώτερης εργασιακής θέσης δεν είναι αποδεκτά, είναι ολοφάνερο, γιατί αποτελούν σεξουαλική κακοποίηση. Σαφής είναι και ο κανόνας πως το όχι της γυναίκας είναι όχι. Ο βιασμός και η σεξουαλική κακοποίηση είναι ρητά καταδικαστέα. Τα όρια που δεν πρέπει να ξεπεραστούν στη χρήση των απτικών μέσων της σαγήνευσης και του φλερτ, δεν είναι αποσαφηνισμένα σε όλα τα μυαλά των νεότερων και των μεσηλίκων. Οι γυναίκες πλέον θέτουν όρια στην ασυδοσία και ενίοτε στην ελευθερία των κινήσεων των ανδρών. Οι γυναίκες εδώ και καιρό θέτουν επιτακτικά το ζήτημα της αυτοδιάθεσης του σώματός τους και της αναζήτησης και διασφάλισης της σεξουαλικής απόλαυσης, της ηδονής ως προγραμματικό στόχο του χειραφετημένου, σεξουαλικά φιλελεύθερου φεμινισμού, καθώς και του δικαιώματος στη μοιχεία, όπως ίσχυε μακροχρόνια για τους άντρες και γινόταν κοινωνικά αποδεκτό.

H Oμόνοια είναι υπέρ της σεξουαλικής ελευθερίας. Και ειδικά υπέρ της ερωτικής ελευθερίας των παντρεμένων γυναικών. Της αρέσει πολύ ένα ποίημα της αυστραλοαμερικανίδας Χολστ-Γουόρχαφτ, που περιγράφει πώς, σε μια ελληνική ταβέρνα, ένας γεροχίπι, για να κάνει κόρτε σε μια γυναίκα που επιθυμεί,  ρίχνει ένα κουτάλι κάτω, κοντά της, σκύβει κάτω απ’ το τραπέζι της και φιλά το γόνατό της. Η γυναίκα διεγείρεται, σηκώνεται και τον ακολουθεί. Η Ομόνοια αγαπά το ποίημα γιατί η γυναίκα τολμά, στη στιγμή, να ακολουθήσει την επιθυμία της, όπως παρατηρεί η σκηνοθέτις, κάτι που κάνει και η ίδια κατ’ επανάληψη, συστηματικά.

Ακούει μες στη νύχτα έναν μοναχικό σκύλο να ουρλιάζει μακριά απ’ το σπίτι της. Κάθεται σε μια βελούδινη, μπορντό πολυθρόνα στο καθιστικό. Συγκεντρώνεται και μετά γράφει στο λάπτοπ της το κείμενό της για τη σχέση θεάτρου και κινηματογράφου, που έχει αρχίσει εδώ και μια εβδομάδα, γράφοντας και σβήνοντας λίγο.

Σχετικά με τα ερωτικά θέματα και την εμβέλεια του ερωτικού συναισθήματος, η Ομόνοια είχε γίνει με τα χρόνια αρκετά σκεπτικίστρια. Έχοντας πια ζήσει πολλά και έχοντας μελετήσει πρακτικά το θέμα του έρωτα, κατέληξε κυνική και να μην τον πολυπιστεύει. Ο έρωτας διαρκεί λίγο, άντε 3-4 χρόνια μάξιμουμ. Η Ομόνοια πίστευε στην επικοινωνία, στο ηδονικό σεξ, στην εκτίμηση μεταξύ δύο ανθρώπων και στα κοινά ενδιαφέροντά τους· αποτελούν γι’ αυτή σταθερότερη βάση σχέσης, δεσμού, φιλίας και συμβίωσης, από ό,τι το ερωτικό συναίσθημα, το οποίο ειρωνευόταν διακριτικά. Πιστεύει στη φιλία και στο διάλογο, στηρίζονται στην καλή επικοινωνία και στην εκτίμηση. O έρωτας, όμως, εξακολουθεί να παραμένει για τους ανθρώπους το αλατοπίπερο της ζωής. Αν είναι αμοιβαίος, πραγματωμένος κι ολοκληρωμένος, ταυτίζεται με τη χαρά, την ευεξία, την απόλαυση, το κέφι και τη διάθεση για ζωή, την επίγεια, έστω μικρής διάρκειας ευτυχία.

Δεν πολυπιστεύω στον έρωτα και στη δραματικότητά του, μας έρχεται από τον ρομαντισμό, έλεγε, το ερωτικό συναίσθημα διαρκεί λίγο, δεν είναι αξιόπιστο, όπως και οι ίδιοι οι άνθρωποι βέβαια, γυναίκες και άντρες. Και συχνά ο έρωτας είναι αποτυχημένος και φαντασιωσικός, ανολοκλήρωτος ή ανενσάρκωτος κι ανέφικτος. Ο ανενσάρκωτος, μη αμοιβαίος έρωτας είναι ένα βασανιστήριο, μια οδυνηρή φενάκη. H μεγάλη αδικία της ζωής είναι να ερωτεύεσαι και να σκέφτεσαι συνεχώς κάποιον ή κάποια που σε έχει γραμμένο και δεν απασχολείς καθόλου τη σκέψη του, ενώ ζει χαρούμενα τη ζωή του εδώ κι εκεί, σαν ξαναμμένη πεταλουδίτσα, την ώρα που εσύ υποφέρεις ψυχικά. Τα ερωτικά συναισθήματα κι οι ερωτικές σχέσεις διαρκούν λίγο, μερικές φορές μένουν ατελείς κι ελλειμματικές, το ίδιο ισχύει στο γάμο. Σκέψου όλους αυτούς τους πανάκριβους γάμους με τις δεξιώσεις, τα τραπεζώματα και τους χορούς, που αποτελούν ολόκληρες φιέστες και ακολουθούνται σχετικά σύντομα από καταγέλαστα διαζύγια! Μάταιη, πολυδάπανη επίδειξη αμφισβητήσιμης ευτυχίας και ευμάρειας.

***

Ο Γιώργος εξομολογείται στο φίλο Κωνσταντίνο πως την πέφτει στη γυναίκα του και πως αυτή δεν θέλει πολύ για να υποκύψει. Ο Κωνσταντίνος το καλοδέχεται λέγοντάς του πως κάνει πολύ καλά γιατί η Ομόνοια έχει αυξημένες σεξουαλικές ανάγκες που πρέπει να ικανοποιούνται.

Ο Γιώργος πλησιάζει στην παραλία την Ομόνοια και της την πέφτει, της λέει ότι τη γουστάρει και θέλει να πηδηχτούνε και το πολυγαμικό, έγγαμο τσουλάκι του απαντάει: «Σιγά τον πολυέλαιο…» «Πάμε να πηδηχτούμε;» «Πάμε!».

                                                                                                                                           ***

Είμαι η Ομόνοια, σκηνοθέτις και καθηγήτρια σινεμά. Γνώρισα και συμπάθησα τον Μάρκο γιατί γράφει επαινετικά άρθρα για το έργο μου. Αλληλογραφούμε με μέιλ και στο μέσεντζερ και ανταλλάσσουμε εκδηλώσεις εκτίμησης του ενός για τον άλλο. Δεν προχωράμε περισσότερο γιατί ο Μάρκος μού μοιάζει παλαβός και παρεμβατικός, αδιάκριτος εισβολέας στη ζωή μου που τα βλέπει όλα δραματικά και σοβαρότατα, δεν κάνει άρα για εραστής, αλλά για προσκολλημένος σύζυγος, χα, χα... Πού να μπλέκω με έναν ρομαντικό που τα παίρνει όλα τραγικά, χωρίς παιγνίδι. Αφού με ερωτεύτηκε παθιασμένα, έχασε μάλιστα το πρωτότυπο, έξυπνο χιούμορ του...

***            

Η Ομόνοια είχε γυρίσει τρεις μεγάλου μήκους ταινίες και μία πετυχημένη, ατμοσφαιρική και ρεαλιστική αστυνομική σειρά με καλό, συγκροτημένο σενάριο. Σκηνοθέτησε ένα ψυχαναλυτικό και πολιτικό φιλμ και δύο καλλιτεχνικές, αισθαντικές ερωτολογικές ταινίες. Χώρια οι πολλές σκηνοθεσίες της στο θέατρο σε έργα νεοελληνικά ή ξένα κλασικά και σύγχρονα. Είχε επίσης γράψει ένα θεατρικό έργο πάνω στον φανταστικό διάλογο του Κοσμά Πολίτη με τον Ανδρέα Καραντώνη και τον Ηλία Βενέζη, πολλά αξιόλογα κείμενα και άρθρα για το σινεμά και το θέατρο, για φιλμ και παραστάσεις, σαν συνέχεια του διδακτικού έργου της, προεκτείνοντας τις καλά προετοιμασμένες παραδόσεις της στη σχολή και αποδίδοντάς τους άλλη, συγγραφική και δημοσιεύσιμη χρήση.

Η πρώτη μεγάλου μήκους της ήταν μια ρηξικέλευθη, τολμηρή ερωτολογική μυθοπλασία, ένα φιλμ που γυρίστηκε πριν καταξιωθεί στην ελληνική κινηματογραφική σκηνή το είδος του καλλιτεχνικού σινεμά του δημιουργού με ερωτισμό. Αναφερόταν στις ερωτικές ταυτότητες και στους ερωτικούς, σεξουαλικούς ρόλους που αναλαμβάνουν οι σύγχρονοι νέοι άνθρωποι, και πιο συγκεκριμένα στους ρόλους ενός άντρα και μιας γυναίκας που συνάπτουν ερωτική, σεξουαλική σχέση, σε κάποια κωμόπολη έξω απ’ την Αθήνα. Τότε δεν είχαν γίνει γνωστοί ακόμη στην Ελλάδα οι ευρωπαϊκοί προβληματισμοί γύρω από τις ταυτότητες των φύλων. Στην ταινία, οι έμφυλες ταυτότητες και οι ρόλοι των φύλων είναι ρευστοί, και σκιαγραφούνται οι σχέσεις και, έμμεσα, οι συγκρούσεις των φύλων, στο πλαίσιο μιας σχέσης. Το φιλμ ουσιαστικά ήταν μια ανάμειξη μυθοπλασίας και δοκιμίου, ή σωστότερα μια μινιμαλιστική ερωτική μυθοπλασία με δοκιμιακά, στοχαστικά, στοιχεία. Ήταν, λοιπόν, μια μινιμαλιστική φιξιόν με δύο ηθοποιούς, βασικά ένα ερωτικό ζευγάρι, βασισμένη στις εικόνες, στα σώματα των ηθοποιών και στο λόγο που προερχόταν κυρίως από ερωτολογικά δοκίμια, βιβλία.

Η δεύτερη ήταν μια ψυχολογική ταινία πολιτικής φαντασίας. Περιέγραφε μερικές μέρες από τη ζωή ενός μέλους μιας παράνομης, βίαιης ακροαριστερής οργάνωσης, στο οποίο ανακοινώνεται η διαγραφή του, για λόγους που δεν γνωρίζει. Ο ήρωας προσπαθεί να εξιχνιάσει τους άγνωστους αυτούς λόγους, διαμαρτυρόμενος, επιδιώκοντας να φτάσει ώς την ηγεσία της ένοπλης οργάνωσης, μα αντί να τα καταφέρει εμπλέκεται σε έναν καφκικό λαβύρινθο. Ο κεντρικός ήρωας έχει ορισμένα ψυχολογικά προβλήματα, κάτι σαν μανία καταδίωξης και εμμονή, και γι’ αυτό κάνει ψυχανάλυση. Σταδιακά βλέπει παντού ανθρώπους της οργάνωσης (ή της αστυνομίας) που τον παρακολουθούν και αγχώνεται ολοένα και περισσότερο, βυθιζόμενος σε ένα είδος αμφίσημης παράκρουσης. Ή μήπως οι φόβοι του είναι αληθινοί; Η υποδοχή του φιλμ ήταν αρνητική, γιατί τότε που φτιάχτηκε, η ελληνική, «προοδευτική» κοινή γνώμη, ιδιαίτερα των αριστερών, διάκειτο ευμενώς προς την ελληνική τρομοκρατία, ενώ η ταινία την παρουσίαζε με ένα έντονα κριτικό, αρνητικό, αν όχι ειρωνικό βλέμμα...

Η τρίτη ταινία ήταν μια ερωτική μυθοπλασία με κεντρικό ήρωα έναν άντρα γύρω στα τριάντα πέντε που παραδέρνει ανάμεσα σε δυο γυναίκες. Η μία, αισθησιακή, του προσφέρει έρωτα, σεξ και διάλογο (κυρίως περί έρωτος), ενώ η άλλη, απόμακρη, τον απορρίπτει μετ’ επιτάσεως και μάλλον τον υποβάλλει σε ορισμένες δοκιμασίες, εφόσον τον αποδιώχνει. Οι δύο σχέσεις του Ιάσωνα αντικατοπτρίζουν δύο διαφορετικές πλευρές του εαυτού του και του ψυχισμού του, μια ευδαιμονιστική, φιλήδονη, υπέρ της ευζωίας, της απόλαυσης και των ορμών της ζωής, και μια δεύτερη μαζοχιστική, ζοφερή και πεισιθάνατη. Το φιλμ έχει ένα ορισμένο ατμοσφαιρικό, ερωτικό στυλ, βασισμένο σε εικόνες, βλέμματα, σώματα, στάσεις τους και λεπτομέρειες και περιλαμβάνει διαλόγους περί έρωτος και ψυχανάλυσης και αρκετό, σκηνοθετημένο, πρωτότυπο, ενίοτε λοξό και σκαμπρόζικο ερωτισμό.

***

Ο Μάρκος διαβάζει τη νύχτα ένα σκωπτικό, τολμηρό ρεαλιστικό μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ, στο ημίφως του λαμπατέρ που περιβάλλει και ζεσταίνει την πλατιά, βελούδινη πολυθρόνα του.

Σκεφτόταν την Ομόνοια, την έβρισκε φοβερά έξυπνη, ελκυστική, μορφωμένη, ερωτική, δημιουργική, δυναμική, γοητευτική και σέξι, πνευματικά συγκροτημένη, προικισμένη και ταλαντούχα καλλιτέχνιδα και πολύ καλή συγγραφέα, σωστά πολιτικοποιημένη, μέσα σε όλα! Την είχε ερωτευτεί για τα καλά.

Σκέφτηκε έναν φίλο του που πέθανε τις τελευταίες μέρες.

Ο φίλος μου που πέθανε προχθές ήταν σπουδαίος τύπος, φίνο παιδί, καθαρό κι έξυπνο μυαλό! Επικοινωνήσαμε πριν μερικές μέρες... Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάζει. Δεν βρίσκω τις σωστές λέξεις για τον θάνατο ενός φίλου, ας πούμε απλά «να τον θυμόμαστε» ή «ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης...», είναι το συνετότερο... Δεν μου αρέσει να πηγαίνω σε κηδείες γιατί καταθλίβομαι, φιλοδοξώ να πάω με τα πόδια... μπροστά, να παραστώ μονάχα στην επερχόμενη δική μου... Για μένα τι θα ’θελα να πουν όταν έρθει εκείνη η μέρα; (Που δεν θα αργήσει και πολύ). Κάτι σαρκαστικό κι αναιδές σαν κι εμένα τον ίδιο: «άε στα διάλα, μας έπρηξε όσο ζούσε ο πιο περίεργος ανακατωσούρας!», ή «ουφ αυτός ο αδιάκριτος φασαριόζος, μα ήταν γλυκός μόρτης», ή «μας τα είχε ζαλίσει ο ασεβής  παπάρας! Μα ήταν ψυχούλα»… Ή για να πω την αλήθεια δεν δίνω δεκάρα τσακιστή για το τι θα πουν αφού τα έχω τινάξει, όποια ή όποιος έχει να πει μια καλή κουβέντα για μένα ας την πει τώρα που είμαι ακόμη ζωντανός, γιατί μετά δεν θα καταλαβαίνω Χριστό, γρυ! Όλοι εκεί θα πάμε, ματαιότης ματαιοτήτων... Δεν πιστεύω καν στην αξιοπρεπή, χαμένη μάχη με το θάνατο και την τελική αρρώστια, νομίζω πως εγώ θα σκυλόβριζα την ανθρώπινη μοίρα λυσσαλέα, αν και το ιδανικό μου κι ο στόχος μου είναι αυτό που μας δίδαξε ο γκουρού μας, να είμαι υγιής κι ακμαίος μέχρι να πεθάνω, ακούγεται οξύμωρο μα ίσως είναι εφαρμόσιμο, ελπίζω. Τι απομένει; Το άδραξε τη μέρα, να είμαστε ευχαριστημένοι ο καθένας στο πεδίο του, στα χωράφια του, δημιουργία, φιλία, τέχνες, διαβάσματα, εργασία, ταξίδια, αγάπη και παιδιά, φύση, έκαστος εφ’ ω ετάχθη.

***

Για τον γάμο και τις σχέσεις, η Ομόνοια θεωρούσε πως στην πραγματικότητα βασίζονται σε μια συμφωνία, ένα υπολανθάνον συμβόλαιο, όχι κατ' ανάγκην ρητά συμφωνημένο, έναν συνειδητό συμβιβασμό που υποδηλώνει συγκεκριμένους όρους που πρέπει να τηρούνται στον συγκεκριμένο γάμο ή στη σχέση συμβίωσης, συγκατοίκησης. Αυτοί οι εμμέσως συμφωνημένοι όροι, κυρίως μέσω της καθημερινής πράξης, αφορούν στα οικονομικά, στη σεξουαλική δέσμευση ή τη σχετική ερωτική ελευθερία του ζεύγους και στην ανατροφή των παιδιών

***

Ο σύζυγος Κωνσταντίνος και ο συνάδελφός του Αλέξανδρος κάθονται και μπεκρουλιάζουν, πίνουν μαζί ρακές ενώ μάλιστα ο Κωνσταντίνος γνωρίζει πως ο Αλέξανδρος πηδάει τη γυναίκα του.

Μετά από κάποιον καιρό, ο Κωνσταντίνος με την πεταχτούλα, χυμώδη, όμορφη γυναίκα του φιλοξενούν τον Βαγγέλη. Τρώνε μαζί στο σαλόνι. Όταν τελειώνουν το φαγητό, κουβεντιάζουν. Ο Βαγγέλης είναι ανδροπρεπής, παχύς και επιβλητικός. Ο Κωνσταντίνος υπερβολικά ήπιος, καλόβολος και παθητικός. Η Ομόνοια και ο Βαγγέλης κοιτάζονται έντονα. Κάποια στιγμή η Ομόνοια αποχωρεί για να πάει να κοιμηθεί στο κοινό υπνοδωμάτιο.

Αργότερα ο Κωνσταντίνος σηκώνεται για να την ακολουθήσει στην κρεβατοκάμαρα. Μα ο Βαγγέλης τον σταματάει με το χέρι του επιτακτικά και του λέει: «Άσε, θα πάω εγώ.» Σηκώνεται και μπαίνει στο υπνοδωμάτιο. Σιωπή. Ο Κωνσταντίνος παραμένει ακίνητος στον καναπέ. Σε ένα τέταρτο αρχίζουν να ακούγονται κλιμακούμενα τα προοργασμικά βογγητά της Ομόνοιας, κλιμακούμενα…

***

Ο Ησαίας θέλει να εκφράσει κι αυτός τη γνώμη του. Παρά το ότι λένε πως στον έρωτα όλα επιτρέπονται, πιστεύει πως οι πράξεις των ανθρώπων που ερωτοτροπούν δεν είναι υπεράνω του καλού και του κακού. Υπάρχουν όρια στην ελευθερία, δεν μπορεί να συντρίβει τον άλλον ή να μετατρέπεται σε επικίνδυνη ή επώδυνη σεξουαλική ασυδοσία. Η ερωτική αγάπη δεν είναι για να στραπατσάρονται, να καταργούνται και να παραβιάζονται τα όρια της ανθρώπινης τρυφερότητας και φροντίδας, του σεβασμού του άλλου και του εαυτού μας. Η αγάπη, η καλοσύνη και η ηθική μέριμνα για τον άλλον ή την άλλη αποτελούν αρετές σχετικές με τον έρωτα. Η αγάπη και το ερωτικό συναίσθημα είναι αξίες που μας ημερεύουν, μας κάνουν γλυκύτερους, πιο ευαίσθητους, συναισθηματικότερους κι αγαπησιάρηδες. Ένας μεγάλος συγγραφέας, πολυγαμικός ερωτύλος, έγραψε πως η πεμπτουσία της συγκίνησης του γάμου είναι η πίστη, εάν αυτή δεν σε συγκινεί, καλύτερα να μην παντρεύεσαι, ακούστε το!

Η Ομόνοια αγαπούσε σε βάθος τον σύζυγό της για τις αρετές του, τη μετριοπάθεια, την ανεκτικότητα, την κατανόηση, την αποδοχή της και την αγάπη που της έτρεφε, για τη μεγαλοψυχία και τη δοτικότητά του. Σκέφτεται την περίπτωση του Μάρκου, είναι καλλιεργημένος, νοστιμούλης κι ενθουσιώδης. Ένας προικισμένος γλύπτης. Αλληλογραφούν ηλεκτρονικά και ανταλλάσσουν κομπλιμέντα και εκδηλώσεις εκτίμησης του ενός για τον άλλο. Είναι υπερβολικά ερωτευμένος μαζί της, αν και παντρεμένος, παθιασμένος μέχρι τρέλας με την Ομόνοια. Ευαίσθητος και πνευματώδης, μα χωρίς ισορροπία και αβέβαιος. Μορφωμένος αλλά προβληματικός. Η Ομόνοια του γράφει στο inbox του facebook. «Είσαι ένα τέρας μα σε συμπαθώ! Αλλά δεν σε αγαπώ». Έτσι αισθανόταν. Είχε απέναντί της έναν καταρτισμένο, προικισμένο, γοητευτικό και ενδιαφέροντα άνθρωπο, όχι πολύ αρρενωπό κι ερωτικά επιθετικό, που τη φλέρταρε, τη θαύμαζε και την αγαπούσε, μα δυστυχώς ήταν σχεδόν τρελός.

Επί ενάμιση χρόνο η Ομόνοια του προσέφερε ό,τι μπορούσε, δεδομένου πως δεν ήθελε να κάνει σεξ μαζί του, ό,τι είχε, σύμφωνα με τους ψυχικούς προγραμματισμούς και τις προδιαθέσεις της, ό,τι το διανοητικό και συναισθηματικό, όχι σαρκικό, διέθετε. Αυτός εισέπραξε τα δώρα της κι ήταν ευτυχισμένος ενάμιση χρόνο. Σταδιακά ο Μάρκος προσκολλήθηκε επάνω της, ζητά απ’ αυτή έρωτα, σεξ, αγάπη, φιλία και λογιών λογιών συνεργασίες. Έπαθε μαζί της έντονη εμμονή.

Πίστευε για μερικούς μήνες πως θα μπορούσε να αρκεστεί σε φιλία κι αλληλεγγύη και να παραμερίσει, να θάψει τον ερωτικό πόθο του, μα του κάκου. Ματαιοπονούσε, λόγω του αδύναμου έναντι των πόθων του, χαρακτήρα του. Μετά όμως επιζητούσε σωματοποιημένο έρωτα, ήθελε σεξ και επειδή δεν του το έδινε προσπάθησε να το πάρει με πλάγιο τρόπο, να το κλέψει, επιβάλλοντάς της πλάγιους, στρεβλούς και στρεψόδικους τρόπους, διεστραμμένους τρόπους για να εισπράξει τη λίγη ηδονή που θεωρούσε, κακώς, πως του χρωστούσε αφού την είχε προσφέρει απλόχερα, εκτενέστατα, σε πολλούς άλλους που δεν την αγαπούσαν, δεν την εκτιμούσαν και δεν την λάτρευαν όσο αυτός.

Έτσι που κάνει, η Ομόνοια δυσκολεύεται να τον δει όχι μόνο σαν (τρελό) εραστή, μα και σαν φίλο και φιλότεχνο συνεργάτη. Της έχει γίνει τσιμπούρι. Δεν την αφήνει να πάρει ανάσα, τη βομβαρδίζει καθημερινά με μηνύματα, στο κινητό, στο μέιλ της και στο facebook! Του το είπε καθαρά, την πλαγιοκοπεί αδιάκοπα με φορτισμένα συναισθηματικά και μερικές φορές ερωτικά sms μηνύματα στο messenger. Eίναι φανερό πως τα έχει παίξει, έχει μουρλαθεί. Επιθυμεί να κάνουν σχέση, σοβαρή. Αδιαφορεί για την οικογένειά του και για τη γνώμη των άλλων, πλην της δικής της. Η Ομόνοια πάντα κρατούσε κάποια προσχήματα, ενημέρωνε το σύζυγό της και μια στενή φίλη της για τα πηδήματά της, μα οι υπόλοιποι, ιδίως οι συνάδελφοί της δεν το ήξεραν. Εκτός αν έκανε σεξ με κάποιον από αυτούς.

Πού να μπλέκει με τον τρελοΜάρκο; Ήταν πιεστικός, ρομαντικός, παλαβός, έπαιρνε τα πάντα στα σοβαρά, δεν κατανοούσε το παιχνίδι του έρωτα και των πηδημάτων. Κατέφευγε σε υπεκφυγές, σε πονηρούς ελιγμούς,  σε ένα επίμονο κόρτε, καμουφλαρισμένο όμως παράξενα, χωρίς σεξουαλική αποφασιστικότητα στην πράξη, όλο φλόγα, διεστραμμένο πόθο, που γίνεται αδύνατο να βρει το στόχο του, αυτή, και γι’ αυτό η διαδρομή του διαστρέφεται. Ένα ερωτικό πάθος που δεν ικανοποιείται, που δεν συναντά τον σκοπό του, το σμίξιμο μαζί της, χωρίς ανταπόκριση διαστρέφεται και λοξοδρομεί σε οδό ανώμαλη και πεισιθάνατη.

Η Ομόνοια πίστευε ότι στην ουσία ο Μάρκος απειλούσε την ισορροπία και τη συναισθηματική κι οικογενειακή τάξη της ζωής της και του γάμου της και δεν το ήθελε. Παρ’ όλη την αγάπη του είχε γίνει πολύ αδιάκριτος και ανάγωγος, της έκανε μπόλικες, συνεχόμενες ερωτήσεις για την ερωτική της ζωή. Ήθελε να μπει με το ζόρι στη σεξουαλική ζωή της και επειδή δεν τον άφηνε γιατί την τρόμαζε με τη λόξα του, προσπαθούσε να υποκαταστήσει τον ανικανοποίητο, ανεκπλήρωτο έρωτά του με υποκατάστατα τις υπαινικτικές, πονηρές κουβέντες, τις αδιακρισίες του, σχεδόν ηδονοβλεπτικές, τη θέαση των φωτογραφιών της με μικρά μπικίνι στο facebook, ακόμη και με βρωμόλογα. Μίλα μου βρώμικα αφού δεν μπορώ να ικανοποιηθώ άμεσα... Επειδή δεν του προσέφερε σεξ, ο Μάρκος προσπαθούσε να το υποκαταστήσει με υπαινικτικές ερωτικές αναφορές, ρήσεις ή περιγραφές, με σπόντες και υπονοούμενα σχετικά με το τί έκανε με άλλους. Όλα αυτά την ενοχλούσαν πολύ.

Μου κάνει παράταιρες, πολύ λάγνες, νοσηρές και κρυπτοδιαστροφικές, αδιάντροπες ερωτικές προτάσεις και ερωτήσεις με πλάγιο τρόπο, που υπερβαίνουν τα εσκαμμένα.

Σιγά σιγά της έγινε ανυπόφορος, έψαχνε να βρει τρόπο να τον απομακρύνει και να τον ξεφορτωθεί παρ’ όλο που τον εκτιμούσε, ακόμη και τον θαύμαζε για τη δουλειά του και τα χαρίσματά του, γιατί είχε και τέτοια.

Ο ίδιος υπέφερε ολοένα και περισσότερο, οδυνηρά και άμετρα. Είχε χάσει πλήρως την όποια ισορροπία του και άρχισε να βουλιάζει στην κατάθλιψη, με πολύ στρες για το τι τον περιμένει, αν θα καταφέρει κάτι, κάτι τρυφερό, θετικό και γλυκό με την αγαπημένη του, ή όχι... Έτσι η ψυχολογική του κατάσταση χειροτέρευε μέρα με τη μέρα.

Το πρόσωπό του είχε πια αλλοιωθεί, είχε χλωμύνει, ισχνάνει και ζαρώσει κάπως. Ένιωθε το έδαφος να γλιστρά κάτω απ’ τα πόδια του, είχε μια περίεργη αστάθεια από στρες και θλίψη.

Σιγά σιγά της έγινε ανυπόφορος, έψαχνε να βρει τρόπο να τον απομακρύνει και να τον ξεφορτωθεί.

***

Μάρκος: Ο μακαρίτης φίλος, μηχανικός, Μ.Χ., ο  επιβήτορας του Ρήγα Φεραίου Ιταλίας, στον οποίο ανήκαμε τότε, παλιά, όλοι μας, μου αφηγήθηκε ένα περασμένο σεξουαλικό περιστατικό με μια φεμινίστρια φοιτήτρια, νυν καθηγήτρια του ΑΠΘ, την Α.Α., φίλη και συνάδελφο στο ΑΠΘ, της Ομόνοιας και στενής φίλης της Γκ.Ψ., άλλης μιας μορφωμένης, καλλιεργημένης και δυναμικής φεμινίστριας που με απέρριψε κι αυτή ερωτικά, παλιά στην Ιταλία όπου σπουδάζαμε. Το περιστατικό είχε ως εξής. Οι δύο αυτές δυναμικές κοπέλες, μορφωμένες φοιτήτριες και ισχυρές προσωπικότητες, η Γκ.Ψ. και η Α.Α., στη Ρώμη, σνόμπαραν και ψιλοδούλευαν εμένα και τον στενό φίλο μου, κοινωνιολόγο Μελέτη, γιατί ήμασταν πολύ συγκρατημένοι έως δειλοί με τις γυναίκες. Ήταν φεμινίστριες που τοποθετούνταν εναντίον του φαλλοκρατισμού και του ανδροκρατισμού κι εναντίον της σεξιστικής άσκησης μεγάλης πίεσης των ανδρών όταν ήθελαν να πηδήξουν μια γυναίκα. Εμάς τους συνεσταλμένους ταλαίπωρους μας είχαν της καρπαζιάς. Ο Μ.Χ. μου εξομολογήθηκε πως η αρχιφεμινίστρια Α.Α., αφού φλέρταραν και ενέδωσε, όταν την πηδούσε του φώναζε επαναλαμβανόμενα «ξέσκισέ με, τίγρη μου!». Είχε τότε βάλει τον φεμινισμό της στο ψυγείο και τον θυμόταν απέναντι σε κάτι ανθρωπάκια, «λειψανδράκια» (που λέει ο Καζαντζάκης) σαν κι εμάς τους δυο φίλους.... Ανέφερα στην Ομόνοια το περιστατικό με την φίλη της και συνάδελφο καθηγήτρια στο ΑΠΘ, και θύμωσε πολύ που την κουτσομπόλεψα, με επέπληξε και με τιμώρησε (ξέχασε κι αυτή προσωρινά τον φεμινισμό της και υποστήριξε την «υποταγή» της φίλης της στον γαμιά στο κρεβάτι, γιατί προφανώς έκανε κι αυτή τα ίδια με τους επιβήτορες). Αυτές είναι οι δυναμικές, χειραφετημένες, ελευθεριάζουσες διανοούμενες που δεν παύω να θαυμάζω ο κακομοίρης...

***

Το ζευγάρι Κωνσταντίνου και Ομόνοιας, μαζί με τον φιλοξενούμενό τους τρώνε μοσχομαγειρευτό φαγητό στο σαλόνι, το οποίο έφτιαξε ο Κωνσταντίνος, γιατί η Ομόνοια δεν ήξερε να μαγειρεύει σωστά. Μαζί τους τρώει ο καρδαμωμένος, εύσαρκος και μεγαλόσωμος Αλέκος. Η Ομόνοια μετά το τέλος του δείπνου φεύγει για την κρεβατοκάμαρα. Ο Κωνσταντίνος μετά από λίγο σηκώνεται να πάει κι αυτός μα ο Αλέκος του κόβει τον δρόμο, τον αρπάζει με τις χερούκλες του και απαιτεί, του ζητάει να τους φέρει πρωινό στο κρεβάτι το επόμενο πρωινό… Ο Κωνσταντίνος, φοβισμένος, νεύει παθητικά πως θα το κάνει. Ο Αλέκος κατευθύνεται προς την κρεβατοκάμαρα.

Το πρωί βλέπουμε τον Κωνσταντίνο που κρατάει ένα δίσκο στο χέρι με μπρέκφαστ για δύο άτομα, να πλησιάζει την πόρτα του υπνοδωματίου και να χτυπά σιγά και διακριτικά την πόρτα…

***

Κάποια φορά, αφού ο Μάρκος της έγραψε στο μέιλ διάφορες σεξουαλικές τολμηρότητες έως ωμότητες, που τολμάει να τις πει κανείς μόνο στην ερωμένη του, η Ομόνοια αποφάσισε πως δεν πήγαινε άλλο, την πίεζε πολύ, αφόρητα, την έφερνε σε δύσκολη θέση, ακόμη και μπροστά στους φίλους της. Έτσι του έδωσε πόδι... Τελικά βρήκε μια αφορμή και τον απέδιωξε και τον απέκλεισε από όλες τις συναναστροφές της και από κάθε επικοινωνία, ιντερνετική ή μη. Αυτός σοκαρίστηκε πολύ και πόνεσε πολύ άσχημα, επώδυνα, απροσμέτρητα. Την έχασε μέσα από τα χέρια του ενώ είχαν προηγουμένως έρθει πολύ κοντά, σαν γλυκείς φίλοι και συνεργάτες, σαν χαριτωμένο φλερτ.

Ξέχασα και απώθησα εντελώς πως για ενάμιση έτος μου έδινε grosso modo αυτά που της ζητούσα και άρα θα έπρεπε να ήμουν ευγνώμων κι ευχαριστημένος για το δώρο τού ενάμιση χρόνου, που το απώθησα και το ξέχασα λόγω της μεγάλης δυστυχίας, πίκρας και πονεμένης ερωτικής απογοήτευσής μου που ακολούθησαν, για δυο τρία χρόνια. Έπρεπε, αφού είδα πως δεν ενδιαφέρεται για έρωτες και σεξ από εμένα, να μην την προκαλέσω καθόλου, να μην της ξανακολλήσω και να μην της αναφέρω ή να μην της προτείνω διαστροφικά ή λεκτικά, πρόστυχα υποκατάστατα του σεξ, αλλά να συνεχίσω τη φιλική επικοινωνία, το διάλογο και τις συνεργασίες, να αρκεστώ σε αυτά που είχα. Ήμουν δυστυχώς εγώ που κατέστρεψα, λόγω του πανικού μου, και όχι η ίδια, την τρυφερή φιλική σχέση συνεργασίας μας· μετά τη δήλωσή της πως δεν είναι ερωτευμένη, θα μπορούσε η σχέση μας να συνεχιστεί ως θερμή φιλική σχέση συνεργασίας αν δεν την προβόκαρα προκλητικά και διαστροφικά… Επιδίωξα να αντικαταστήσω το κανονικό σεξ, το οποίο δεν μου έδινε, με τις λεκτικές διαστροφές ως υποκατάστατό του και αυτό να γίνει αποδεκτό από την Ομόνοια, μα σε τέσσερις μήνες είχε κυριολεκτικά απαυδήσει από τη στάση μου. Σκέφτομαι εδώ και πέντε μήνες την αυτοκτονία.

Ο Μάρκος προσπάθησε να θυμηθεί όσα ενδιαφέροντα πράγματα είχε διαβάσει για τον θάνατο. Ο Σοπενάουερ είχε πει πως φιλοσοφώ σημαίνει εξοικειώνομαι με τον θάνατο. Ο Κικέρων ανέφερε ότι η ζωή των φιλοσόφων είναι η εξονυχιστική μελέτη του θανάτου και ότι ο άνθρωπος σε όλη του τη ζωή μαθαίνει πώς να πεθάνει. Ο Μονταίνιος υποστήριξε ότι φιλοσοφώ σημαίνει συμφιλιώνομαι με το θάνατο. Και ο Σεφέρης είπε πως φιλοσοφώ ίσον μαθαίνω να πεθαίνω.

Ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από το ότι ζει πάντα με την προοπτική του θανάτου, συνιστά ένα ον, ένα «είναι» προς και για το θάνατο, πίστευε ο Χάιντεγκερ. Ο θάνατος δεν είναι απλώς κάτι που θα συμβεί στο τέλος της ζωής μας, αλλά μια δυνατότητα που συνοδεύει συνεχώς την ύπαρξή μας. Η συνείδηση ότι θα πεθάνουμε διαμορφώνει το πώς ζούμε. Ο θάνατος είναι η πιο προσωπική, μα και νομοτελειακή δυνατότητα του ατόμου. Η συνείδηση του θανάτου σπάει τις ψευδαισθήσεις της καθημερινότητας, μας κάνει να δούμε ότι η ζωή είναι περιορισμένη και μας ωθεί να ζήσουμε πιο αυθεντικά. Για τον Χάιντεγκερ, ο θάνατος δίνει νόημα στη ζωή, επειδή μας αναγκάζει να αντιμετωπίσουμε τη μοναδικότητα και την ευθύνη της ύπαρξής μας και έτσι αποκαλύπτει την ελευθερία μας. Ο θάνατος δίνει αυθεντικότητα και βάθος στη ζωή, δεν αφαιρεί νόημα από τη ζωή, όπως νόμιζε ο Σαρτρ, αλλά την κάνει πιο ουσιαστική, έχει σημασία επειδή δομεί τον τρόπο που υπάρχουμε. Η αυθεντικότητα σχετίζεται με την αποδοχή της περατότητας και με την απομάκρυνση από την απρόσωπη καθημερινότητα και τις κοινωνικές συμβάσεις. Σε αυτή την παθητική κατάσταση των ψευδαισθήσεων της καθημερινότητας αποφεύγουμε να σκεφτόμαστε το θάνατο και τον αντιμετωπίζουμε σαν κάτι που συμβαίνει μόνο στους άλλους. Η αυθεντική ύπαρξη αρχίζει όταν ο άνθρωπος αποδεχτεί προσωπικά το θάνατό του και καταλάβει ότι ο χρόνος του είναι πεπερασμένος κι η ζωή του περιορισμένη. Το άγχος είναι μια θεμελιώδης υπαρξιακή διάθεση που λειτουργεί ως ο καταλύτης για την αποκάλυψη της αλήθειας της ύπαρξης. Στην καθημερινή, αναυθεντική ζωή, ο άνθρωπος χάνεται μέσα στις μάζες, ακολουθώντας τυφλά τις κοινωνικές νόρμες. Το άγχος διαρρηγνύει αυτή την οικειότητα, κάνοντας τον κόσμο να φαίνεται ξένος ή ανοίκειος και έτσι το άτομο σταματά να ταυτίζεται με τους άλλους και έρχεται αντιμέτωπο με τη δική του, μοναδική ύπαρξη. Μέσα στο άγχος, τα πράγματα χάνουν το νόημά τους και ο κόσμος βυθίζεται στην ασημαντότητα. Αυτό αποκαλύπτει τη μηδενικότητα της ύπαρξης, το γεγονός ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένο νόημα και ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επιλέξει τον εαυτό του. Το άγχος, όχι ο φόβος, φέρνει το ανθρώπινο ον ενώπιον της απόλυτης κι αναπόδραστης δυνατότητάς του, του θανάτου. Συνειδητοποιώντας την περατότητά του, ο άνθρωπος καλείται να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του και να ζήσει αυθεντικά, κάνοντας επιλογές που ανήκουν στον ίδιο και όχι στις επιταγές της κοινωνίας. Το άγχος είναι μια θεμελιώδης υπαρξιακή διάθεση που αποκαλύπτει την αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι η εμπειρία που μας δείχνει ότι είμαστε όντα που κατευθύνονται προς τον θάνατο. Η κατάσταση αυτή οδηγεί στη συνειδητοποίηση της περατότητας, η οποία συνδέεται με τον θάνατο ως ορίζοντα της ύπαρξης. Σχετικά με το άγχος του θανάτου μπορούμε να πούμε, σκέφτηκε ο Μάρκος, πως στο ασυνείδητο του ανθρώπου δεν υπάρχει η αναπαράσταση του θανάτου του, στον ψυχισμό μας υπάρχει μόνο η αναπαράσταση του θανάτου του άλλου. Ξέρουμε πως ο θάνατος είναι αναπότρεπτα η κατάληξη της ζωής κι αυτό είναι μια σκληρή και δυσκολοχώνευτη αλήθεια για όλους, ακόμη και για τους θρησκευόμενους και πιστούς.

Γιατί βρισκόμαστε πάνω στη Γη, αναρωτήθηκε ο χαμένος κι αποπροσανατολισμένος Μάρκος. Στη Γη βρισκόμαστε σαν άτομα κατά λάθος, επειδή το σπερματοζωάριο ενός άντρα, του πατέρα μας, αγκαλιάστηκε με ένα ωάριο, της αυριανής μητέρας μας. Επειδή όπως ήρθαμε, απρόσμενα, θα φύγουμε με τον ίδιο τρόπο, πεθαίνοντας, όλη αυτή η σχετικά σύντομη διαδρομή φαντάζει παράλογη, χωρίς σκοπό. Παράλογη γιατί ακυρώνεται από έναν αναπόφευκτο, αναπόδραστο θάνατο, που τα ακυρώνει σχεδόν όλα. Ποιο είναι λοιπόν το νόημα και ο σκοπός  μας σ’ αυτή τη σύντομη ζωή, στον ερχομό μας εδώ; Δεν υπάρχει σκοπός, το νόημα και το σκοπό τον αποδίδει η κοινωνία, η κοινωνική συλλογικότητα. Η ζωή των ανθρώπων καθορίζεται από την κατάσταση και την πορεία της κοινωνίας, ο στόχος, το νόημα, η ιδεολογία και η ηθική τους, τα καθήκοντα και τα πρέπει τους ορίζονται από την κοινωνία ως συλλογικότητα, ως σύνολο ορισμένων κοινωνικών ομάδων, είναι αυτές που τα καθιστούν αποδεκτά, φερέγγυα και προς εφαρμογή. Και τι ισχύει για όσους αμφισβητούν τα κοινωνικά κελεύσματα, τους κοινωνικούς κώδικες; Στην πραγματικότητα, συμπερασματικά, και αυτοί από την κοινωνία προσδιορίζονται, έστω σε αντίθεση με τις κυρίαρχες αντιλήψεις της. Μα τι λοιπόν ισχύει για το άτομο ως ον, για τον άνθρωπο ως άτομο και ατομική προσωπικότητα και διαδρομή στη ζωή; Το εν-τω-κόσμω-είναι, το συνειδητό ανθρώπινο ον, ένα ον-προς-θάνατο, οφείλει να ψάξει να βρει το δρόμο του, τον δικό του αυθεντικό, προσωπικό δρόμο, να γίνει αυτό που επιλέγει. Χωρίς να διαχέεται και να διαλύεται  μέσα στη μαζική κοινωνία και τις συμβατικές συνήθειες. Είναι η ύπαρξη που νοιάζεται για την ύπαρξή της, κατανοώντας τον εαυτό της από τις δυνατότητές της και από τη σχέση της με τον κόσμο.

Μα εκτός των άλλων, ο θάνατος έχει υπόγεια, δυνατή σχέση με τον ερωτισμό, ο οποίος είναι ένας από τους βασικούς κόμβους της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ερωτισμός δεν είναι απλώς σεξουαλικότητα, αλλά στον δεσμό ορμών της ζωής και του θανάτου, μια μέχρι θανάτου επιδοκιμασία της ζωής. Όπως ο θάνατος καταστρέφει το άτομο, έτσι και ο ερωτισμός καταστρέφει την ατομικότητα του εαυτού μέσω της υπέρβασης των ορίων. Η  έλξη προς τον έρωτα και η έλξη προς το θάνατο συμπίπτουν στην επιθυμία για καταστροφή της ατομικής υπόστασης, με τις «ορμές του θανάτου». Ο ερωτισμός είναι η γέφυρα ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, όπου η αγωνία της θνητότητας μεταμορφώνεται σε ακραία ηδονή. Ο αληθινός ερωτισμός είναι μια υπέρβαση, μια παραβίαση των απαγορεύσεων και των ορίων, ενώ οι απαγορεύσεις διατηρούνται ενεργές, άρα εξακολουθούμε να έχουμε συνείδηση της παραβίασης των ηθικών, κοινωνικών και οργανικών ορίων.

Όταν πέθανε ο Φίλιπ Ροθ στα ογδόντα τέσσερά του, ο Μάρκος που τον θαύμαζε και τον λάτρευε υπέρμετρα δυσκολευόταν να το πιστέψει. Είναι δυνατόν να πέθανε ο θεός των συγγραφέων; Πεθαίνει ακόμη κι ο θεός τους; Άρα ο θάνατος είναι πραγματικά ανίκητος... Απροσπέλαστος. Ο Μάρκος θυμήθηκε και τα λεγόμενα, γύρω στα 1998, του Ροθ για τη ζωή, τα γηρατειά και το θάνατο. Έγραψε λοιπόν σε ένα μυθιστόρημα, για έναν θετικό, αξιαγάπητο ήρωά του πως η πλήρης προσπαθειών, απερχόμενη ζωή του ήταν μια μακροχρόνια μάχη για να φθάσει στην κατάσταση όπου εξέλιπε κάθε ζέση, στην αταραξία. Το να φθάνεις στα γηρατειά δεν ήταν γι’ αυτόν ανυπόφορο γιατί, αφού παρήλθαν όλα, απέμεινε η πειθαρχημένη θλίψη της στωικότητας. Ο ήρωάς του είχε ζήσει τόσο ώστε ψυχολογικά ξεπέρασε το «ανικανοποίητο». Πέρασε σε κάτι που έμοιαζε με πνευματική κατάσταση νιρβάνας. Πρόκειται για την εκπληκτική, ευγενή τέχνη να αναμετριέσαι και να διαχειρίζεσαι τα γηρατειά.

Παρ’ όλα αυτά, η κατάθλιψή του Μάρκου γιγαντώθηκε. Περιφερόταν δεξιά κι αριστερά σαν νεκροζώντανος. Αυτοκτονικές σκέψεις, σαν μαύρα, πένθιμα πουλιά, περνούσαν από το μυαλό του. Σερνόταν στα πατώματα, στους δρόμους, στις κλειστές αίθουσες, ακόμη και στο διαμέρισμά του. Για πάρα πολύ καιρό. Με μια μόνο σκέψη, έμμονη ιδέα στο μυαλό του, την απόρριψη και τον ταπεινωτικό εξοστρακισμό του από τη φίλη του Ομόνοια. Μετά έπαθε κόβιντ, μα, αποθαρρυμένος, δεν πήρε κανένα μέτρο ώστε να τον πάρει ελαφριά και μετεξελίχτηκε σε ανεξέλεγκτη ενδοκαρδίτιδα που κυριολεκτικά τον τσάκισε, τον έφερε στο χείλος του τάφου του.

***

Η Ομόνοια είχε κρυμμένη μια πλευρά τελετουργική στις σεξουαλικές πράξεις, μια ιερατική διάσταση στις ερωτικές δραστηριότητές της και στις καταστάσεις που ζούσε με τους άντρες. Δεν ήταν τυχαίο πως αγαπούσε το σχεδόν μυστικιστικό και συμβολικό, υπό μία έννοια, ερωτικό μυθιστόρημα Λεμονοδάσος, για τη διάσταση της σχέσης του ζευγαριού που αφηγείτο. Επιθυμούσε να κάνει το μυθιστόρημα ερωτική ταινία εποχής.

Είχε εμμονή με τον φιλοσοφικό και ηθικό συμβολισμό του προπατορικού αμαρτήματος, σαν να είχε αμαρτήσει η ίδια παλιά, επιθυμώντας τον απομακρυνόμενο πατέρα. Έστηνε ιεροτελεστικές καταστάσεις στο πλησίασμα, στο φλερτ και στο σμίξιμο με τον ερωτικό παρτενέρ που επέλεγε. Η συγκαλυμμένη, διφορούμενη ιερότητα υπολάνθανε στο πώς έβλεπε το σεξ σαν βαθιά, ιεροτελεστική συνεύρεση. Ο ερωτισμός και το σεξ ήταν για την Ομόνοια υπέρβαση, παραβίαση των κανόνων, των απαγορεύσεων και των ορίων, του γάμου, της μονογαμικότητας, της μοναδικότητας του συντρόφου και της σεμνής ηθικής, παραβιάσεις που γίνονταν γνωρίζοντας αυτούς τους κανόνες και υπερβαίνοντάς τους συνειδητά, κατόπιν επιλογής. Αυτές οι ηθικές παραβιάσεις ενώ γνώριζε καλά τις απαγορεύσεις, συνιστούσαν τη μεγάλη, ιερή και πνευματική ερωτική φόρτιση των σεξουλικών πράξεων, επιλογών κι ενεργειών της. 

***

Η τελική, ώριμη άποψη της Ομόνοιας για τον έρωτα, το γάμο, την απιστία και το ερωτικό συναίσθημα είναι πως είναι υπερτιμημένα. Τείνει προς τη γνώμη πως οι εξωσυζυγικές συνευρέσεις κι ο έρωτας είναι μια ιδέα υπερτιμημένα, πως το ερωτικό συναίσθημα και ο σεξουαλικός πόθος φθίνουν σταδιακά και διαρκούν λίγο. Ο έρωτας είναι κάτι σαν την αναζήτηση του αντικατοπτρισμού του εαυτού σου στον άλλον, μια ιδεατή προβολή των δικών σου χαρακτηριστικών στον άλλον άνθρωπο. Σήμερα, έλεγε, ο έρωτας στον καιρό της ειρωνείας μπορεί να εμπεριέχει μια πιο ψύχραιμη και νηφάλια αποστασιοποίηση ως προς τα συναισθήματα, η οποία αντιμετωπίζει τα προβλήματα όχι ρομαντικά, νοσηρά και θανατερά, μα με διαύγεια, αντικειμενικό βλέμμα, κριτική απόσταση, χιούμορ και απόλαυση. Οι δυνατές στα μυαλά, στη θέληση και στο σεξ, γυναίκες, έτσι κάνουν. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα στη ζωή που μπορούν να έχουν βαρύτητα και αξία, όπως η δημιουργία σε όλους τους τομείς, η δημιουργία νέων, καλύτερων συλλογικών ή ατομικών επιτευγμάτων, καλύτερων καλλιτεχνικών, επιστημονικών, τεχνικών και κοινωνικών έργων, πιο προχωρημένων σχέσεων και κοινωνιών· η φύση, τα ταξίδια, τα παιδιά, η μάθηση, οι τέχνες και τα γράμματα, οι ανακαλύψεις κι εφευρέσεις, τα νέα ανθρώπινα ενδιαφέροντα, ο έρωτας και η φιλία, μπορούν να εκληφθούν ως σταθερές βάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Έλεγε λοιπόν, πως το μόνο που δεν σε απογοητεύει και δεν σε διαψεύδει είναι η ενασχόληση με τη δημιουργία στους διάφορους τομείς της ζωής, στην τέχνη και στη γνώση·  αυτές δεν θα σε πουλήσουν, δεν θα σε προδώσουν ή βαρεθούν όπως οι ερωτικοί σύντροφοι, μα πάντα θα σε ανταμείβουν για την προσπάθειά σου, γιατί διαμέσου τους εκφράζεις τον δικό σου βαθύτερο εαυτό.

***

Τελικά ο Κωνσταντίνος πέθανε από ανακοπή καρδιάς, επειδή το κυκλοφορικό του σύστημα δεν λειτουργούσε σωστά, επιβαρυμένο από το στρες, τα πολλά τσιγάρα και τα πολλά ποτά που είχε πιει. Η Ομόνοια χήρεψε. Για περίπου πέντε μήνες τον πενθούσε γιατί τον εκτιμούσε και τον αγάπησε αληθινά για τη γενναιοδωρία και την ενσυναίσθησή του, χώρια τις ενοχές της για τις απιστίες της. 

Σε μια μεγάλη συνέντευξη που έδωσε για το έργο της σε ένα καλό πολιτιστικό περιοδικό, είπε πως εκείνο το διάστημα έγραφε ένα θεατρικό - ωδή στη χαρά και στην ερωτική ελευθερία. Φαίνεται πως είχε πια αφήσει πίσω της τον Κωνσταντίνο. Μετά άρχισε να προσέχει ξανά τους νόστιμους, ερωτικούς αρσενικούς, που πιθανά θα μπορούσαν να της προσφέρουν πάλι οργασμούς. Εύχομαι να ευτυχήσει, να ευτυχεί πάντοτε η εύθυμη χήρα.

***

Σταμάτησα να γράφω ο έρμος, ατάλαντος γραφιάς, τα περί της Ομόνοιας, γιατί με μεγάλη έκπληξη, κάποια μέρα διαπίστωσα, πως η Ε.Κ., μια σημαντική, σπουδαία ελληνίδα συγγραφέας έγραψε μια πεζογραφική τριλογία για τις ημέρες και τα έργα της, αναφερόμενη σ’ αυτή, μα δίνοντάς της ένα άλλο όνομα! Πού να πάω, πώς να προχωρήσω εγώ ο άσχετος, που δεν ξέρω τι μου γίνεται ούτε σχετικά με τη γραφή, μα ούτε με τη ζωή; Διαπίστωσα πως ήθελα να γράψω ένα πεζογράφημα, μα αυτό μου γύρισε κατά λάθος προς δοκίμιο. Είμαι μάλλον άσχετος... Έτσι ξαναγύρισα στην αφανή ρουτίνα και μετριότητά μου, στη συμβολαιογραφική κι ασήμαντη, παραδίπλα από τα καλλιτεχνικά, ερωτικά και διανοητικά κατορθώματα της Ομόνοιας, ζωή μου...

 

Θόδωρος Σούμας

Συγγραφέας, κριτικός κινηματογράφου, αρθρογράφος και δοκιμιογράφος. Έχει γράψει 10 βιβλία, πολλές κινηματογραφικές κριτικές, βιβλιοκριτικές, πολιτικά και ιδεολογικοκοινωνικά  άρθρα και άρθρα για το μπάσκετ. Τα τελευταία 5 βιβλία του είναι: Το ημερολόγιο ενός αδέξιου εραστή (2019), Κινηματογραφικοί δημιουργοί (2021), Ο Βασίλης -ψευδώνυμο Γιάννης- στην αριστερά (1971-2008) (2023), Εθνικές κινηματογραφίες, στιλ και σκηνοθέτες (συμπληρωμένη κι αναθεωρημένη έκδοση, 2023), Παράλογοι συνήθεις πόθοι (2024).

 
 

 

 

Σκηνοθέτης και κριτικός κινηματογράφου. Βιβλία του: Κινηματογράφος και σεξουαλικότητα-ερωτισμός (1983), Έρωτας, ψυχολογία και αισθητική στο χολλυγουντιανό σινεμά (1992), 12 Ευρωπαίοι σκηνοθέτες (1999), Η Κλαίρη και η θάλασσα (2001), Κινηματογράφος και έρωτας (2005), Εθνικές κινηματογραφίες, στιλ και σκηνοθέτες (2009).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.