Σύνδεση συνδρομητών

web only

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Η δολοφονία και η ανάσταση του Ομήρου

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Ας συμφωνήσουμε αρχικά σε κάτι στοιχειώδες. Μια σοβαρή κρίση σπανίως χωρά στο άσπρο και το μαύρο, στο καλό και το κακό. Η ερμηνεία που σέβεται το αντικείμενό της αποδέχεται την πολυπλοκότητά του, ακόμη και όταν καταλήγει σε αυστηρό συμπέρασμα. Διαφορετικά, η κριτική παύει να είναι κρίση και καταντά αποψάρα.

 

Δεν είδα την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν. Είδα, όμως, εκείνο που προηγήθηκε και ακολούθησε την προβολή της: τον μαύρο χαμό. Δεν υπήρξε λογαριασμός στο Facebook, στο X, στο Instagram ή σε οποιαδήποτε άλλη γωνιά των κοινωνικών δικτύων που να αντιστάθηκε στον πειρασμό της δημόσιας αυτοέκθεσης: να μιλήσει με απόλυτη βεβαιότητα για όσα αγνοεί.

Γι’ αυτό ακριβώς το άρθρο αφορά τη «βουή και την αντάρα», όχι την ταινία. Για να κρίνει κανείς ένα κινηματογραφικό έργο, οφείλει ασφαλώς να το παρακολουθήσει. Για να παρατηρήσει όμως τον μηχανισμό που το μεταβάλλει σε παγκόσμιο πολιτιστικό γεγονός, αρκεί να κοιτάξει όσα συμβαίνουν γύρω του.

Πίσω από τις υψηλές λέξεις περί Ομήρου, πολιτιστικής κληρονομιάς, συμπερίληψης και ιστορικής πιστότητας υπάρχει πρώτα μια πολύ πεζή πραγματικότητα. Μια παραγωγή της τάξης των 250 εκατομμυρίων δολαρίων πρέπει να επιστρέψει τα χρήματά της. Γύρω από μια τέτοια παραγωγή στήνεται πολύ πριν από την πρεμιέρα ένας τεράστιος μηχανισμός δημοσιότητας, που τρέφεται εξίσου από τη συζήτηση και τη διαμάχη. Το Χόλιγουντ γνωρίζει εδώ και καιρό ότι η διαμάχη είναι το φθηνότερο ειδικό εφέ μιας πανάκριβης ταινίας. Η μαύρη Ελένη, ο καταθλιπτικός Οδυσσέας, το μετατραυματικό στρες, οι δηλώσεις των ηθοποιών και η οργή των κοινωνικών δικτύων αποτελούν διαφορετικές πηγές του ίδιου πολύτιμου καυσίμου: της προσοχής.

Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι ο Νόλαν είναι ένας κυνικός έμπορος που έτυχε να πέσει πάνω στον Όμηρο. Ούτε άσχετος είναι ούτε ανόητος. Μελέτησε το κείμενο, διάβασε διαφορετικές μεταφράσεις και έπειτα, όπως ο ίδιος παραδέχεται, τις αγνόησε, ώστε  να φτιάξει μια ταινία με τη δική του κινηματογραφική γλώσσα. Ο Ντάνιελ Μέντελσον, κορυφαίος κλασικός φιλόλογος και βαθύς γνώστης της ομηρικής Οδύσσειας, αναγνωρίζει ότι η κυκλική σύνθεση, οι αναδρομές, οι ιστορίες μέσα στις ιστορίες και η συνεχής επιστροφή στο σημείο εκκίνησης συνδέουν ουσιαστικά τη μέθοδο του Νόλαν με την ομηρική αφήγηση.

Η σοβαρότητα της προετοιμασίας του δεν αγιοποιεί το αποτέλεσμα, ωστόσο, το καθιστά άξιο σοβαρής διαφωνίας.

Η Οδύσσεια προκάλεσε επί αιώνες συγγραφείς, μεταφραστές, σκηνοθέτες, ζωγράφους και μουσικούς. Ο Βιργίλιος, ο Δάντης, ο Τζόυς και ο Καζαντζάκης συνάντησαν διαφορετικό Οδυσσέα, επειδή κάθε εποχή αναζητούσε στο ίδιο πρόσωπο τη δική της ανησυχία. Αυτή η αδιάκοπη επανεμφάνισή του αποδεικνύει ότι το έργο λειτουργεί ακόμη, ότι εξακολουθεί να γεννά μορφές και νοήματα. Δεν μας υποχρεώνει να αποδεχθούμε κάθε νέα εκδοχή του. Η επίδραση ενός κλασικού έργου και η αξία μιας συγκεκριμένης διασκευής του είναι δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Ο Όμηρος μας κληροδότησε την Οδύσσεια, όχι και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να την ερμηνεύουμε.

Εξακολουθώ, για παράδειγμα, να διαβάζω την Οδύσσεια στη μετάφραση του Ιάκωβου Πολυλά και θεωρώ την απόπειρα των Καζαντζάκη–Κακριδή επιεικώς άστοχη. Κάποιος άλλος μπορεί να πιστεύει ακριβώς το αντίθετο. Αυτή είναι μια θεμιτή αισθητική και φιλολογική διαφωνία. Τι απομένει; Να κηρύξουμε νέο Τρωικό Πόλεμο ανάμεσα σε ανθρώπους που, σε μεγάλο ποσοστό, γνωρίζουν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια κυρίως από τα εξώφυλλά τους;

Η σημαντικότερη ένσταση απέναντι στην ταινία, τουλάχιστον όπως την περιγράφει ο Μέντελσον, αφορά τον ίδιο τον Οδυσσέα. Ο Νόλαν τον μετατρέπει σε έναν ήρωα ενοχής, ψυχικά διαλυμένο από τον Τρωικό Πόλεμο, σχεδόν σε μια αρχαία εκδοχή του Μπάτμαν. Του αποδίδει κατάθλιψη και μετατραυματικό στρες, ώστε να γίνει αναγνωρίσιμος από το θεατή του 21ου αιώνα. Η επιλογή διαθέτει δραματουργική λογική. Είναι όμως πολύ περισσότερο Νόλαν από όσο είναι Όμηρος.

Ο ομηρικός άνθρωπος γνωρίζει το φόβο, το πένθος, την απώλεια και τη συντριβή. Ο Οδυσσέας κλαίει στην ακτή της Καλυψώς, δακρύζει ακούγοντας τον Δημόδοκο να τραγουδά τα γεγονότα της Τροίας, νοσταλγεί την πατρίδα και υποφέρει για τους συντρόφους που χάθηκαν. Η ψυχική οδύνη υπάρχει. Εκείνο που απουσιάζει είναι η σύγχρονη ηθική ανάγνωσή της. Ο ήρωας βασανίζεται από την απώλεια, τον νόστο που αναβάλλεται, τη μνήμη και την οργή των θεών αλλά δεν μετανοεί επειδή έλαβε μέρος σε έναν πόλεμο ο οποίος παραβιάζει τις σημερινές αντιλήψεις περί βίας. Η πολεμική πράξη τού προσφέρει τιμή και κλέος, ενώ το τέχνασμα αποτελεί απόδειξη της αρετής του, όχι πηγή ενοχής που απαιτεί ψυχοθεραπευτική εξιλέωση.

Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Στον ομηρικό κόσμο το άτομο ορίζεται μέσα από το βλέμμα των θεών, των συμπολεμιστών, της οικογένειας και της κοινότητας. Η τιμή, η αιδώς, η φήμη, η εκδίκηση, η φιλοξενία και η πίστη στον οίκο συνθέτουν έναν κόσμο πολύ μακρινό από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα τον άνθρωπο και τις πράξεις του. Ακόμη και η μνηστηροφονία παρουσιάζεται ως βίαιη αποκατάσταση της τάξης που παραβιάστηκε, όχι ως έγκλημα από το οποίο ο Οδυσσέας θα χρειαστεί να... θεραπευθεί.

Οι πιο παραπλανητικές γέφυρες με την αρχαιότητα είναι συχνά οι λέξεις που επέζησαν. Ακούμε «αρετή», «ανδρεία», «πόλη», «σώμα», «έρωτας» και νομίζουμε ότι αναγνωρίζουμε τις ίδιες έννοιες. Η ομηρική αρετή συνδέεται με την ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνεται στο ρόλο του, όχι με τη νεότερη έννοια της ηθικής καλοσύνης. Η ανδρεία προϋποθέτει μια εξοικείωση με τη βία που σήμερα μας ξενίζει. Η πόλη απέχει από το σύγχρονο κράτος, ο έρωτας από τη ρομαντική αυτοπραγμάτωση και η ομόφυλη επιθυμία από τη νεότερη ιδέα μιας σταθερής σεξουαλικής ταυτότητας. Οι ίδιες λέξεις κρύβουν διαφορετικούς κόσμους. Ο Όμηρος γνωρίζει το κόστος της βίας, ιδίως στην Ιλιάδα, αλλά το αντιλαμβάνεται με άλλες κατηγορίες. Η διάγνωση του μετατραυματικού στρες δεν αποτελεί απλή μεταφορά ενός παλαιού αισθήματος σε μια σημερινή λέξη. Μεταφέρει μαζί της ολόκληρη ανθρωπολογία.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται το αναπόφευκτο δράμα κάθε σύγχρονης διασκευής. Ο σκηνοθέτης χρειάζεται να κάνει τον αρχαίο κόσμο οικείο σε ένα κοινό που σκέφτεται με εντελώς διαφορετικούς όρους. Αν τον αφήσει ριζικά ξένο, κινδυνεύει να χάσει το θεατή. Αν τον μεταφράσει πλήρως στη γλώσσα του παρόντος, χάνει τον αρχαίο κόσμο. Η διασκευή κινείται αναγκαστικά ανάμεσα σε αυτές τις δύο απώλειες. Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει αναχρονισμός, αλλά αν ο δημιουργός γνωρίζει ότι «αναχρονίζει» και αν η μετάπλαση που επιχειρεί παράγει τέχνη ή απλώς εναρμονίζεται με τις βεβαιότητες της εποχής του.

Άλλωστε, ο Όμηρος είχε αρχίσει να γίνεται προβληματικός ήδη μέσα στην ίδια την αρχαιότητα. Τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Πλάτων τον αντιμετώπιζε συγχρόνως ως τον μεγάλο παιδαγωγό των Ελλήνων και ως έναν ποιητή επικίνδυνο για την ιδανική πολιτεία. Οι θεοί που εξαπατούν, οι ήρωες που θρηνούν, η μίμηση των παθών και η ηθική του επικού κόσμου κρίνονταν ακατάλληλα για τους πολίτες που ήθελε να διαμορφώσει. Η απόσταση ανάμεσα στον ομηρικό ήρωα και την πλατωνική πόλη είχε ήδη ανοίξει. Εάν λίγους αιώνες αργότερα οι ίδιοι οι αρχαίοι αισθάνονταν την ανάγκη να διορθώσουν  ή να αποπέμψουν τον Όμηρο, θα ήταν παράλογο να πιστέψουμε ότι ο κινηματογράφος του 21ου αιώνα μπορεί να τον μεταφέρει ανέπαφο.

Γι’ αυτό κάθε σκηνοθετική παρέμβαση δολοφονεί και ταυτοχρόνως ανασταίνει το αρχαίο έργο. Το αποσπά από το δικό του σύστημα νοημάτων, αλλά του προσφέρει νέο κοινό. Ο δημιουργός βάζει με κάποια αυταρέσκεια το όνομά του δίπλα στο όνομα του Ομήρου, του Αισχύλου ή του Σοφοκλή, γνωρίζοντας ότι το παλαιό κύρος θα φωτίσει και τη δική του υπογραφή. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι σπουδαίο, μέτριο ή καταστροφικό. Πιστή αναπαραγωγή, πάντως, δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο μια καινούργια ανάγνωση που οφείλει να κριθεί για όσα επέλεξε, όσα κατανόησε και όσα θυσίασε.

Κάπου εδώ εμφανίζεται η μαύρη Ελένη (και μαζί η μαύρη Κλυταιμνήστρα) και η συζήτηση εγκαταλείπει σχεδόν ολοκληρωτικά την Οδύσσεια. Το χρώμα του δέρματος της Λουπίτα Νιόνγκο αποτελεί δευτερεύον ζήτημα για το ίδιο το έπος. Η Ελένη έχει μικρή παρουσία στην Οδύσσεια, είναι μυθικό και όχι ιστορικό πρόσωπο, ενώ το θέατρο και ο κινηματογράφος έχουν προ πολλού εξοικειωθεί με διανομές που αγνοούν το φύλο ή την καταγωγή των χαρακτήρων. Κανένα αρχαίο κείμενο δεν ακυρώνεται επειδή ένας ρόλος ανατίθεται σε ηθοποιό διαφορετικής όψης από εκείνη που έχει παγιώσει η νεότερη εικονογραφική παράδοση.

Από την άλλη πλευρά, θα ήταν αφέλεια να προσποιηθούμε ότι η επιλογή έγινε μέσα σε αισθητικό κενό. Ο ίδιος ο Μέντελσον θεωρεί προφανές ότι ο Νόλαν επέλεξε συνειδητά να προκαλέσει. Η πρόκληση γεννά δημοσιότητα, η δημοσιότητα εισιτήρια και η διανομή αποκτά έναν πρόσθετο συμβολισμό, ανεξάρτητο από την ερμηνεία της ηθοποιού. Η επιλογή μπορεί να είναι καλλιτεχνικά νόμιμη και συγχρόνως διαφημιστικά υπολογισμένη. Οι δύο διαπιστώσεις συνυπάρχουν χωρίς δυσκολία.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια ελεύθερη σκηνοθετική απόφαση παρουσιάζεται ως ηθική διόρθωση του παρελθόντος και θωρακίζεται απέναντι σε κάθε κριτική. Η δήλωση της Νιόνγκο ότι θα ζητούσε περίπου το λόγο από τον Όμηρο επειδή αφιέρωσε λίγο χώρο στις γυναίκες ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Η Οδύσσεια είναι ένα έπος όπου η Αθηνά θέτει την πλοκή σε κίνηση, η Πηνελόπη αντιπαραθέτει τη δική της μήτιν στην πανουργία του Οδυσσέα, ενώ η Καλυψώ, η Κίρκη, η Ναυσικά, η Αντίκλεια, η Ευρύκλεια, η Ελένη και οι Σειρήνες καθορίζουν σχεδόν κάθε σταθμό του νόστου. Όλα αυτά φυσικά εκτυλίσσονται μέσα σε έναν πατριαρχικό κόσμο. Η θέση των γυναικών στον ομηρικό οίκο απέχει ριζικά από τη σύγχρονη ισότητα. Η γυναικεία παρουσία, ωστόσο, είναι τόσο δραστική ώστε η ανάγνωση του έπους ως ιστορίας που παραμερίζει απλώς τις γυναίκες αποκαλύπτει περισσότερο άγνοια παρά ευαισθησία.

Η απαίτηση να απολογηθεί ο Όμηρος επειδή δεν συμμορφώθηκε προς τις προδιαγραφές εκπροσώπησης του 2026 είναι εξίσου παράλογη με την επίπληξή του επειδή αγνοούσε την καθολική ψήφο, την ψυχανάλυση ή το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Η ιστορική κατανόηση αρχίζει ακριβώς τη στιγμή που αναστέλλουμε προσωρινά το σημερινό ηθικό βαθμολόγιο και προσπαθούμε να αντιληφθούμε τις κατηγορίες μιας άλλης κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε από τη δική μας κρίση. Σημαίνει ότι πρώτα κατανοούμε και ύστερα κρίνουμε. Διαφορετικά συνομιλούμε μόνο με τον εαυτό μας, χρησιμοποιώντας τον αρχαίο συγγραφέα ως βουβό κομπάρσο στις σημερινές μας διαμάχες.

Ο όρος «γουόκ κουλτούρα» έχει πια χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ ώστε συχνά συσκοτίζει αντί να εξηγεί. Το φαινόμενο που επιχειρεί να περιγράψει, ωστόσο, είναι υπαρκτό: μια πολιτισμική «ορθοδοξία» που μετρά στα έργα παρουσίες και απουσίες, σαν η αξία τους να εξαρτάται από το πόσο σωστά μοιράζουν τους ρόλους, αντιμετωπίζει τη μνήμη ως υλικό προς ανακατανομή και μετρά την ηθική τους αξία με βάση τη συμμόρφωση προς τις ευαισθησίες του παρόντος. Η ανάμειξη εποχών, φύλων και πολιτισμών μπορεί να γεννήσει μεγάλη τέχνη· το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία της τέχνης. Μεταβάλλεται σε αντιπολιτισμικό χυλό όταν καταργεί τις διαφορές που υποτίθεται ότι θέλει να αναδείξει.

Θα ήταν υπερβολικό να βαφτίσουμε ολοκληρωτισμό κάθε ανορθόδοξη διανομή ρόλων. Υπάρχει όμως μια ολοκληρωτική φιλοδοξία στον μηχανισμό που απονέμει εκ των προτέρων την ηθική αρετή σε μία ερμηνεία και μεταβάλλει την αντίρρηση σε τεκμήριο ρατσισμού, μισογυνισμού ή πολιτισμικής καθυστέρησης. Εκεί η συζήτηση παύει. Η αισθητική κρίση αντικαθίσταται από πιστοποιητικά προθέσεων και το έργο αποκτά ένα συμβολικό κεφάλαιο που βρίσκεται έξω από τις εικόνες ή τις σελίδες του. Όπως στη λογοτεχνική ζωή ένα βιβλίο μπορεί να προστατεύεται από τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα του, έτσι και στον κινηματογράφο μια διανομή μπορεί να αποκτά ηθική ασυλία πριν ακόμη αξιολογηθεί καλλιτεχνικά.

Εξίσου αποκαλυπτική είναι και η αντίδραση της άλλης πλευράς. Από τη μια, κάποιοι δικάζουν τον Όμηρο με τον κώδικα συμπερίληψης του 2026. Από την άλλη, ορισμένοι υπερασπίζονται την Ελένη σαν να πρόκειται για ληξιαρχικώς καταγεγραμμένη Ελληνίδα, της οποίας παραποιήθηκε το διαβατήριο. Οι πρώτοι μετατρέπουν το έπος σε εγχειρίδιο ορθής εκπροσώπησης και οι δεύτεροι σε εθνικό κειμήλιο που τους ανήκει λόγω καταγωγής. Και οι δύο πλευρές προβάλλουν πάνω του κατηγορίες ξένες προς τον κόσμο του. Η σύγχρονη διάκριση «λευκού» και «μαύρου», φορτισμένη από τη δουλεία, την αποικιοκρατία και τον φυλετικό διαχωρισμό, δεν αντιστοιχεί στον τρόπο με τον οποίο ο αρχαίος ελληνικός κόσμος αντιλαμβανόταν τις ανθρώπινες διαφορές. Η διαμάχη για το χρώμα της Ελένης μιλά πολύ περισσότερο για εμάς παρά για τον Όμηρο.

Αυτό είναι ίσως το ουσιώδες σημείο των εγχώριων διαμαρτυριών. Αν συγκεντρώναμε εκατό από τους πιο οργισμένους υπερασπιστές ή κατηγόρους της ταινίας, πόσοι θα είχαν ανοίξει την «Οδύσσεια» ή την «Ιλιάδα» πέρα από το εξώφυλλο; Η σχολική οικειότητα με τα ονόματα δημιουργεί συχνά την ψευδαίσθηση της γνώσης. Θεωρούμε ότι γνωρίζουμε τον Όμηρο επειδή θυμόμαστε τον Κύκλωπα, τις Σειρήνες και την Πηνελόπη που υφαίνει. Η γνώση του έργου, όμως, αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η περίληψη του μύθου: στη γλώσσα, στη δομή, στις επαναλήψεις, στις αντιφάσεις, στη θεολογία, στην ηθική του οίκου και στη σκοτεινή σχέση ανάμεσα στην ευφυΐα και τη βία.

Η ψηφιακή δημόσια σφαίρα έκανε τη γνώμη καθολικό δικαίωμα και τη γνώση προαιρετική προϋπόθεση. Έτσι το πιο εύκολο, άμεσο και ορατό στοιχείο, το χρώμα μιας ηθοποιού,  καταπίνει το έργο. Ελάχιστοι συζητούν για την απώλεια της ομηρικής μήτιος, για την αφαίρεση των Φαιάκων, για την εξαφάνιση του χιούμορ και του θαυμαστού, για τη μεταβολή του νόστου σε θεραπεία ενός τραυματισμένου αμερικανού ήρωα. Αυτές είναι αντιρρήσεις που απαιτούν ανάγνωση. Το χρώμα απαιτεί μόνο όραση και έναν λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα.

Ο Νόλαν, όπως κάθε σύγχρονος σκηνοθέτης που καταφεύγει στους κλασικούς, πιθανότατα δολοφονεί τον Όμηρο και ταυτοχρόνως τον ανασταίνει. Μπορεί να απομακρύνει τον Οδυσσέα από τον κόσμο του και συγχρόνως να φέρει εκατομμύρια ανθρώπους κοντά στο όνομά του. Ο Μέντελσον παρατηρεί ότι πολλοί Αμερικανοί αγοράζουν ήδη μεταφράσεις της Οδύσσειας, κάτι που μάλλον δεν συμβαίνει στη χώρα μας, για να προετοιμαστούν πριν δουν την ταινία. Αυτό από μόνο του είναι κέρδος. Ουδέν κακόν αμιγές καλού.

Καμία κινηματογραφική εκδοχή, πάντως, δεν μπορεί να βλάψει την Οδύσσεια. Το έπος επέζησε από τον Πλάτωνα, τους αλληγοριστές, τους χριστιανούς ερμηνευτές, τους μεταφραστές, τα εθνικά σχολικά εγχειρίδια, τον Τζόυς, τον Καζαντζάκη και από αμέτρητους σκηνοθέτες που το έντυσαν με τα ρούχα της εποχής τους. Θα επιζήσει και από τον Νόλαν, από τη Λουπίτα Νιόνγκο, από τους ενθουσιώδεις υμνητές και από τους οργισμένους τιμητές του διαδικτύου.

Η Οδύσσεια δεν κινδυνεύει από τον Νόλαν. Κινδυνεύουμε εμείς να μείνουμε για άλλη μια φορά έξω από τις σελίδες της, απολύτως βέβαιοι ότι την υπερασπιστήκαμε.

 

21 Ιουλίου 2026

Η ανάπτυξη αποτελεσματικής αυτοάμυνας της Ευρώπης ενάντια στον «ψυχολογικό πόλεμο» της Ρωσίας με τον οποίο επιχειρεί να την αποτρελάνει, απαιτεί καλύτερη κατανόηση του πώς η Μόσχα αντιλαμβάνεται τη σύγκρουσή της με τη Δύση.

Η Ρωσία έχει αφιερώσει δεκαετίες στη διεξαγωγή γνωσιακού και πληροφοριακού πολέμου κατά της Δύσης. Πολύ πριν από την πλήρη εισβολή στην Ουκρανία, η Μόσχα επένδυσε στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται τη ρωσική ισχύ, την κλιμάκωση, τη στρατιωτική ικανότητα, την ανθεκτικότητα και τα όρια της δράσης της Δύσης. Πολλές από αυτές τις αφηγήσεις έγιναν κοινή λογική, επηρεάζοντας την πολιτική πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι θα μπορούσαν ποτέ τα άρματα μάχης ή οι πύραυλοι. Σήμερα, όμως, η Ουκρανία καταρρίπτει συστηματικά αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης. Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι να αφομοιώσει αυτά τα διδάγματα πριν οι ξεπερασμένες παραδοχές αρχίσουν και πάλι να διαμορφώνουν την πολιτική ασφαλείας της.

Οι ουκρανικές επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς έχουν φτάσει στη Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη, σε στρατηγικές βάσεις βομβαρδιστικών και σε κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές. Η Κριμαία, που κάποτε παρουσιάζονταν από το Κρεμλίνο ως απαραβίαστο ρωσικό έδαφος, μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε πεδίο μάχης όπου κυριαρχούν οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας. Για πρώτη φορά από την πλήρη εισβολή, η Ρωσία αρχίζει να βιώνει αυτό που επέβαλε στην Ουκρανία για χρόνια — έναν πόλεμο που συνεπάγεται πραγματικό κόστος.

Αυτή είναι ακριβώς η στιγμή που η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια στρατηγική επιλογή. Είτε θα επιτρέψει στη Ρωσία να φτάσει τελικά στο ναδίρ και να βιώσει μια ήττα αρκετά βαριά ώστε να πυροδοτήσει εσωτερικές αλλαγές, είτε θα επαναλάβει τον γνωστό κύκλο πρόωρων διαπραγματεύσεων, χαλάρωσης των κυρώσεων και μιας ακόμη «επανεκκίνησης» πριν αντιμετωπιστούν οι ρίζες της ρωσικής επιθετικότητας. Η ήττα δεν απαιτεί την παρουσία ουκρανικών στρατευμάτων στην Κόκκινη Πλατεία. Απαιτεί την κατάρρευση του καθεστώτος και, μαζί με αυτό, των μύθων που τροφοδότησαν τη συνεχή αναγέννηση ιμπεριαλιστικών και απάνθρωπων καθεστώτων.

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, το Κρεμλίνο έχει καλλιεργήσει συστηματικά μια σειρά αφηγήσεων που παρουσιάζουν τη Ρωσία ως ανίκητη, την κλιμάκωση ως αναπόφευκτη, τον συμβιβασμό ως τη μόνη ορθολογική στρατηγική και την ειρήνη μέσω της προσαρμογής ως την ασφαλέστερη επιλογή για την Ευρώπη. Αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα δεκαετιών αυτού που οι Ρώσοι στρατιωτικοί στοχαστές αποκαλούν όλο και περισσότερο «ψυχολογικό πόλεμο» (mental war), έναν πόλεμο που επιχειρεί να αποτρελάνει τον θεωρούμενο εχθρό. Ο ίδιος ο όρος αποτελεί μια προσπάθεια «υποκατάστασης εισαγωγών» για να διαφοροποιηθεί από τη δυτική έννοια του πληροφοριακού πολέμου.

Σύμφωνα με τον Αντρέι Ιλνίτσκι, έναν από τους αρχιτέκτονες της θεωρίας και πρώην σύμβουλο του Ρώσου υπουργού Άμυνας, αυτού του είδους ο ψυχολογικός πόλεμος αφορά την ίδια τη μεταμόρφωση του πώς συγκροτείται ένα έθνος. Στοχεύει στην ταυτότητα, την ιστορική μνήμη, τις αξίες, τις παραδόσεις και τον ίδιο τον πολιτισμικό κώδικα μέσω του οποίου οι άνθρωποι ερμηνεύουν την πραγματικότητα. Ο στρατιωτικός θεωρητικός Ιγκόρ Καραβάεφ προχωρά ακόμη πιο μακριά, περιγράφοντας τον ψυχολογικό πόλεμο ως μια συστηματική προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της δημόσιας συνείδησης, αποδυνάμωσης των κρατικών θεσμών και, τελικά, αλλαγής ενός ολόκληρου πολιτισμού. Οι στρατιωτικές νίκες μπορούν να ανατραπούν· οι μετασχηματισμένες ταυτότητες είναι πολύ πιο δύσκολο να ανακτηθούν. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο το Κρεμλίνο θεωρεί τον ψυχολογικό πόλεμο πιο αποφασιστικό από τον συμβατικό πόλεμο.

Στην πρόσφατη έκθεσή μου για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Τρελαίνοντας τον άλλο: Ο γνωσιακός και πληροφοριακός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ευρώπης», υποστηρίζω ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αναπτύξει μια αποτελεσματική μακροπρόθεσμη στρατηγική έναντι της Ρωσίας χωρίς πρώτα να κατανοήσει πώς η ίδια η Ρωσία αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση. Σύμφωνα με τους δικούς της στρατηγούς, δεν πρόκειται απλώς για μια γεωπολιτική αντιπαράθεση. Πρόκειται για έναν πολιτισμικό —και, ως εκ τούτου, υπαρξιακό— πόλεμο. Οι Ρώσοι το εννοούν σοβαρά όταν ανακοινώνουν ένα παιχνίδι του τύπου «είτε αυτοί είτε εμείς».

Οι Ρώσοι αναλυτές στρατηγικής απεικονίζουν όλο και περισσότερο την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ως τη μεγαλύτερη ήττα της Ρωσίας σε έναν «ψυχολογικό πόλεμο». Σύμφωνα με την ερμηνεία τους, η Δύση κατέκτησε τη σοβιετική συνείδηση όταν οι σοβιετικοί πολίτες αντάλλαξαν την πολιτισμική τους ταυτότητα με «τζιν, τσίχλες και ελευθερία κίνησης». Τώρα βρισκόμαστε στη δεύτερη φάση αυτού του ανταγωνισμού.

Από τη σκοπιά του Κρεμλίνου, οι δημοκρατίες είναι επικίνδυνες επειδή αντιπροσωπεύουν ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνίας. Μια επιτυχημένη Ουκρανία αποτελεί ακόμη μεγαλύτερη απειλή. Αποδεικνύει ότι μια χώρα που μοιράζεται αιώνες ιστορίας και κάθε είδους διαπροσωπικούς δεσμούς με τη Ρωσία μπορεί να απορρίψει τον αυταρχισμό, να αποδομήσει τους αυτοκρατορικούς μύθους και να οικοδομήσει ένα διαφορετικό πολιτικό μέλλον. Όπως παρατήρησε ο Ρώσος πολιτικός φιλόσοφος Αντρέι Οκάρα πριν από περισσότερο από μια δεκαετία, η Ουκρανία δεν αποτελεί απλώς μια γεωπολιτική πρόκληση για το σύστημα του Πούτιν· αποτελεί μια γνωσιακή και σημασιολογική πρόκληση. Η επιτυχία της Ουκρανίας υπονομεύει την ίδια την αφήγηση στην οποία στηρίζεται το σημερινό ρωσικό κράτος.

Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η Ρωσία βλέπει τη σύγκρουση βοηθά επίσης να εξηγηθεί γιατί τόσες πολλές δυτικές παραδοχές έχουν αποτύχει επανειλημμένα. Η Ρωσία δεν έχει απλώς επενδύσει σε εκστρατείες παραπληροφόρησης ή παρέμβασης στις εκλογές. Έχει αφιερώσει δεκαετίες καλλιεργώντας στρατηγικά αφηγήματα που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι σκέφτονται για την ίδια τη Ρωσία. Αυτά τα αφηγήματα — ή αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «διανοητικοί ιοί» — συνεχίζουν να επηρεάζουν τις συζητήσεις σε όλη την Ευρώπη, ακόμη και μετά από περισσότερα από δώδεκα χρόνια πολέμου στην ήπειρο.

 

Μύθος 1. Η Ευρώπη δεν βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία

Η Ουκρανία έμαθε με τον σκληρό τρόπο ότι, αν η Ρωσία ενεργεί επιθετικά εναντίον του κράτους σου, το να προσποιείσαι το αντίθετο δεν μειώνει την απειλή. Στην πραγματικότητα, η Ρωσία διεξάγει εδώ και χρόνια σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, παρεμβάσεις στις εκλογές, ενεργειακό εκβιασμό, παρεμβολές GPS, δολοφονίες, επιχειρήσεις επηρεασμού και επιθέσεις σε υποδομές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το «Everywhere War – Sub-Threshold Warfare Tracker» έχει καταγράψει εκατοντάδες τέτοια περιστατικά σε ολόκληρη την ήπειρο. Η Ευρώπη μπορεί να μην θεωρεί πως βρίσκεται σε απευθείας πόλεμο με τη Ρωσία, αλλά η Ρωσία έχει προ πολλού εγκαταλείψει αυτή τη διάκριση.

 

Μύθος 2. Η Ρωσία είναι είτε ανίκητη είτε το σημερινό καθεστώς είναι απλώς το «πιο οικείο κακό»

Και οι δύο υποθέσεις οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: να αποφευχθεί η άσκηση πραγματικής πίεσης στη Μόσχα. Ωστόσο, η ιστορία μας λέει κάτι πολύ διαφορετικό. Η Ρωσία έχει υποστεί επανειλημμένα στρατιωτικές ήττες — από τον Πόλεμο της Λιβονίας, τον Κριμαϊκό Πόλεμο και τον Ρωσο-Ιαπωνικό Πόλεμο έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την επέμβαση στο Αφγανιστάν και τον Πρώτο Πόλεμο της Τσετσενίας. Η ίδια η Μόσχα έχει καεί δύο φορές: πρώτα το 1571, όταν οι Τάταροι της Κριμαίας έβαλαν φωτιά στην πόλη, και ξανά το 1812 κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ναπολέοντα. Η ήττα δεν αποτελεί εξαίρεση στη ρωσική ιστορία· είναι μέρος της.

Η Ουκρανία καταρρίπτει τον μύθο της ρωσικής ανίκητης δύναμης σε πραγματικό χρόνο. Πάνω από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη μιας επιχείρησης που υποτίθεται ότι θα διαρκούσε τρεις ημέρες, το Κρεμλίνο δεν κατάφερε να επιτύχει τους στρατηγικούς του στόχους, ενώ υπέστη τεράστιες στρατιωτικές και οικονομικές απώλειες, όπως και αντίστοιχες κύρους και γοήτρου. Ο πραγματικός κίνδυνος, επομένως, δεν είναι η ήττα της Ρωσίας, αλλά ο φόβος της Ευρώπης απέναντί της. Χωρίς να βιώσει την αποτυχία του αυτοκρατορικού της σχεδίου —και χωρίς να αναγνωρίσει ότι η επιθετικότητα οδηγεί σε παρακμή και όχι σε μεγαλείο— η Ρωσία είναι απίθανο να υποστεί τον βαθύ πολιτικό και ψυχολογικό μετασχηματισμό που απαιτείται για να σπάσει τον επαναλαμβανόμενο κύκλο της αυτοκρατορικής της επέκτασης. Μια άλλη πρόωρη «επανεκκίνηση» δεν θα εμπόδιζε τον επόμενο πόλεμο· απλώς θα τον χρηματοδοτούσε.

 

Μύθος 3. Η ειρήνη μπορεί να αποκατασταθεί μέσω του πραγματισμού και της οικονομικής συνεργασίας

Η Ευρώπη έχει ήδη δοκιμάσει αυτή την υπόθεση. Μέχρι το 2014, η Ρωσία είχε ενταχθεί σχεδόν σε κάθε σημαντικό ευρωατλαντικό οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο, εκτός από την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Κατείχε θέση στο G8, προσχώρησε στον ΠΟΕ, διατηρούσε εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές με την Ευρώπη και απολάμβανε βαθιά οικονομική αλληλεξάρτηση με τη Δύση. Τίποτα από όλα αυτά δεν εμπόδισε την προσάρτηση της Κριμαίας ή, οκτώ χρόνια αργότερα, την πλήρη εισβολή. Η οικονομική ολοκλήρωση δεν άλλαξε ούτε τη στρατηγική κουλτούρα του Κρεμλίνου ούτε τις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες του.

Η εμπειρία της Ουκρανίας αποδεικνύει ότι η Ρωσία κατανοεί μόνο τη γλώσσα της βίας. Οι ουκρανικές επιθέσεις κατά των ρωσικών ενεργειακών υποδομών, της στρατηγικής αεροπορίας και της στρατιωτικής εφοδιαστικής έχουν, κατά πάσα πιθανότητα, επηρεάσει τη συμπεριφορά του Κρεμλίνου πολύ περισσότερο από ό,τι χρόνια διπλωματικής εμπλοκής. Η ίδια η ρητορική του Πούτιν απεικονίζει αυτή την εξέλιξη — από την απόρριψη της ηγεσίας της Ουκρανίας με ανοιχτά απάνθρωπη γλώσσα το 2022 έως την πολύ πιο προσεκτική αναφορά στον Πρόεδρο Ζελένσκι φέτος. Η στρατιωτική πίεση πέτυχε αυτό που οι διπλωματικές κινήσεις απέτυχαν επανειλημμένα να επιτύχουν.

 

Μύθος 4. Η Ουκρανία πρέπει να ανταλλάξει εδάφη για την ειρήνη

Οι ίδιες οι διαπραγματευτικές θέσεις της Ρωσίας αποδεικνύουν γιατί αυτό αποτελεί ψευδαίσθηση. Οι απαιτήσεις της Μόσχας έχουν σταθερά ξεπεράσει κατά πολύ τα εδάφη που κατέχει επί του παρόντος, επεκτεινόμενες στην αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας, την πολιτική υποταγή της και την εγκατάλειψη των ευρωατλαντικών της φιλοδοξιών. Οι εδαφικές παραχωρήσεις, επομένως, δεν θα έθεταν τέλος στον πόλεμο· θα βελτίωναν τη στρατιωτική θέση της Ρωσίας, θα αποδυνάμωναν την ανατολική πτέρυγα της Ευρώπης και θα δημιουργούσαν καλύτερες συνθήκες για την επόμενη φάση της επιθετικότητας.

Συνολικά, αυτές οι αφηγήσεις ενθαρρύνουν την επιφυλακτικότητα όταν απαιτείται αποτροπή και τον συμβιβασμό όταν απαιτείται αντίσταση. Ενώ η Ουκρανία καταρρίπτει αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης, η Ευρώπη πρέπει να τους απομακρύνει από τη δική της στρατηγική σκέψη.

*Το παρόν άρθρο βασίζεται στην πρόσφατη έκθεση της συγγραφέα του για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Going mental: Russia’s cognitive war against Europe» που βρίσκεται στη διεύθυνση https://epik.eu/publication/cognitive-war/.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

20 Ιουλίου 2026

Οδύσσεια. Έγχρωμη ταινία δράσης-φαντασίας, προσαρμογή του έπους του Ομήρου, σε σενάριο, σκηνοθεσία και παραγωγή του Christopher Nolan. Πρωταγωνιστούν: Matt Damon, Tom Holland, Anne Hathaway, Robert Pattinson, Lupita Nyong’o, Samantha Morton, Zendaya, Charlize Theron. Διεύθυνση φωτογραφίας: Hoyte van Hoytema, Μοντάζ: Jennifer Lame, Μουσική: Ludwig Göransson, Διεύθυνση παραγωγής: Emma Thomas, Christopher Nolan, Παραγωγή: Universal Pictures. Syncopy, Πρώτη προβολή: 17 Ιουλίου 2026, Διάρκεια: 173΄

Και ο γνωστός σκηνοθέτης Κρίστοφερ Νόλαν άκουσε την παρότρυνση του βάρδου και δημιούργησε σε 91 μέρες την έβδομη κινηματογραφική εκδοχή (την όγδοη αν συμπεριλάβουμε και την ταινία Oh Brother, where art thou? των αδελφών Κοέν) του περίφημου ομηρικού έπους (η πρώτη είναι η ιταλική βουβή ταινία LOdissea του 1911, που σκηνοθέτησαν οι Φραντσέσκο Μπερτολίνι, Αλμπέρτο Παντοβάν και Τζουζέπε ντε Λιγκουόρο). Ποιος ήταν ο στόχος του, τι πέτυχε.

 

Όπως όλες οι μεταφορές μιας διήγησης στην μεγάλη οθόνη έτσι και στην περίπτωση της Οδύσσειας, μιας διήγησης που έχει σχεδόν τρισχιλιετή ιστορία ερμηνειών, προσαρμογών σε άλλα καλλιτεχνικά γένη και προσλήψεων από μεταξύ τους πολύ διαφορετικά κοινωνικά, ηθικά και πολιτικά συστήματα, ο προσαρμογέας θα φέρει το αρχικό έργο στα μέτρα καταρχήν του καλλιτεχνικού γένους για το οποίο γίνεται η διασκευή και παράλληλα θα το ερμηνεύσει προσαρμόζοντάς το στο αισθητικό, αξιακό, ηθικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής του. Στην περίπτωση έργων όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, που είναι γραμμένα έτσι ώστε να αναγκάζουν τον αναγνώστη ή τον ακροατή να «υλοποιήσει» την πλοκή τους στη δική του φαντασία, μια προσαρμογή σε ένα καλλιτεχνικό γένος όπως το θέατρο ή ο κινηματογράφος που απευθύνεται σε ένα κοινό, δηλαδή se ένα πλήθος διαφορετικών ανθρώπων, πρέπει να αναμετρηθεί με την κάθε προσωπική εκδοχή του έργου στο μυαλό του κάθε θεατή.

Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα κοινό μέτρο αξιολόγησης, όχι μόνο ανάμεσα στους θεατές αλλά και μεταξύ του διασκευαστή του έργου και του κοινού του – κάτι που θέτει τον διασκευαστή μπροστά στον άθλο της δημιουργίας της δικής του εκδοχής της πλοκής της διήγησης και τον φέρνει στην θέση των βάρδων  του όγδοου αιώνα προ Χριστού, που σκάρωναν ο καθένας την προσωπική του διήγηση την κατορθωμάτων των ηρώων τους, για νa διασκεδάσουν ή να νουθετήσουν ένα συγκεκριμένο ακροατήριο μια συγκεκριμένη μέρα και στιγμή – είτε αυτή ήταν μια ομήγυρη πολιτών σε μια γιορτή της πόλης τους είτε μια σύναξη της συμμορίας των επίδοξων σφετεριστών του θρόνου του Οδυσσέα που περιδρομιάζουν στην μεγάλη αίθουσα του παλατιού του, περιμένοντας να ενδώσει επιτέλους η Πηνελόπη.

Στην περίπτωση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, γιατί τα κείμενα που έχουν φτάσει ώς εμάς έχουν το στάτους ενός κανόνα. Με άλλα λόγια δεν έχουμε πια πρόσβαση στο «πρωταρχικό» μυθολογικό υλικό επάνω στο οποίο ο Όμηρος –δεν θα μας απασχολήσουν εδώ οι διάφορες φιλολογικές απόψεις περί ενός ή διαφορετικών συγγραφέων των δυο έργων– βασίστηκε για να συνθέσει τα δυο έπη, έτσι ώστε οι εκδοχές των θρύλων που μας παρουσιάζει να αποτελούν την δική του ερμηνεία και να αντανακλούν την δική του πρόθεση να μεταφέρει ένα μήνυμα στο ακροατήριο της εποχής του.

Η έλλειψη κοινού μέτρου και το γεγονός ότι ο εκάστοτε διασκευαστής των ομηρικών επών πρέπει να δώσει τη δική του ερμηνεία της πρόθεσης του Ομήρου σημαίνει, για την εκδοχή της Οδύσσειας του Κρίστοφερ Νόλαν, πρώτον, ότι ο σκηνοθέτης πρέπει να κάνει τις προσαρμογές που θεωρεί αναγκαίες για να μεταφέρει τη δική του ανάγνωση της πλοκής του έπους στο καλλιτεχνικό γένος που υπηρετεί –τον κινηματογράφο–  και, δεύτερον, ότι η εκδοχή του μπορεί να μετρηθεί μόνο σε σχέση με την εσωτερική συνοχή της πλοκής της. Βέβαια σε αυτή τη συνοχή ανήκουν και τα σκηνικά και η δομή και εμφάνιση των χαρακτήρων και η ενσωμάτωση χαρακτηριστικών στοιχείων της ομηρικής διήγησης, όπως π.χ. ο ρόλος του λωτού – στην εκδοχή του Νόλαν είναι η αιτία της λήθης της Ιθάκης και της Πηνελόπης που ταλανίζει τον Οδυσσέα όσο βρίσκεται υπό τη σαγήνη της Καλυψώς.

Κατά τη γνώμη μου, η περιγραφή του Οδυσσέα από τον Νόλαν ακολουθεί (αν και δεν ταυτίζεται απόλυτα) την ερμηνεία που δίνουν στο ομηρικό έπος οι Μαξ Χορκχάιμερ και Τέοντορ Αντόρνο στο κλασικό δοκίμιό τους Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού που δημοσιεύτηκε το 1947. Οι δυο θεμελιωτές της λεγόμενης Κριτικής Θεωρίας αφιερώνουν ένα κεφάλαιο του δοκιμίου τους στον κεντρικό ήρωα της Οδύσσειας ερμηνεύοντας το χαρακτήρα του ως το αρχέτυπο του σύγχρονου ορθολογικού ανθρώπου, ο οποίος αντί να επιδιώξει μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση με δυνάμεις που δεν μπορεί να νικήσει, βρίσκει τρόπους να εκμεταλλευτεί «παράθυρα» στις επιταγές τους - και έτσι, όχι μόνο να καταφέρει να υπερβεί τα εμπόδια που του ορθώνουν στον δρόμο του, αλλά και να τις εξουδετερώσει μια για πάντα. Ως παράδειγμα αναφέρουν την διάβαση του Οδυσσέα και των συντρόφων του από την περιοχή των Σειρήνων. Ο Οδυσσέας εκμεταλλεύεται το ότι η επιταγή απαιτεί ότι κάποιος πρέπει να ακούσει το κάλεσμά τους και να μην ενδώσει σε αυτό αλλά δεν απαγορεύει ότι οι υπόλοιποι μπορούν να αποφύγουν αυτή τη δοκιμασία βουλώνοντας τα αυτιά τους με κερί. Έτσι ο Οδυσσέας τηρεί από την μια μεριά το «γράμμα» της επιταγής, μεθερμηνεύει όμως το «πνεύμα» της ακυρώνοντάς την. Αυτή η δύναμη της ερμηνείας καθιστά τον Οδυσσέα κύριο της μοίρας του, τον καθιστά όμως και αποκλειστικά υπεύθυνο για τις συνέπειες των πράξεών του.

Ο Νόλαν χρησιμοποιεί την ερμηνεία των Χορκχάιμερ και Αντόρνο ως εφαλτήριο για να μας οδηγήσει σε μια άλλη Οδύσσεια: αυτή των παθών της ψυχής του ορθολογικού ανθρώπου που, πλέον, δεν μπορεί να μετακυλήσει τις ευθύνες για τις πράξεις του –πολλές από αυτές είναι εγκληματικές όπως μας διηγείται ο μύθος– σε ανώτερες δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό για τη διήγηση του Νόλαν ότι οι θεοί δεν εμφανίζονται ούτε παίρνουν ενεργό μέρος στην πλοκή, με μόνη εξαίρεση την Αθηνά. Αυτή όμως είναι ορατή μόνο για τον Οδυσσέα, οι άλλοι νομίζουν ότι μονολογεί, και προς το τέλος της αφήγησης, όταν ο Οδυσσέας ανακτά επιτέλους την πρόσβαση σε όλο το εύρος των αναμνήσεών του από τη νύχτα της άλωσης της Τροίας, γίνεται φανερό ότι η Αθηνά με την οποία συνομιλεί και που τον στηρίζει σε όλη του την προσπάθεια να ανακτήσει το θρόνο του είναι ένα από τα θύματά του εκείνης της μοιραίας νύχτας – η νεαρή ιέρεια της Αθηνάς.

Το βάρος της ευθύνης του Οδυσσέα τονίζεται και από μια μικρή αλλά σημαντική διασκευή ενός δευτερεύοντας χαρακτήρα του δράματος, που δεν αναφέρεται στο ομηρικό έπος αλλά μας είναι γνωστό από την Αινειάδα του Βιργιλίου. Πρόκειται για τον Σίνωνα, έναν νεαρό στρατιώτη που μένει άοπλος πλάι στο Δούρειο Ίππο και λέει στους Τρώες που πλησιάζουν όταν διαπιστώνουν ότι οι Αχαιοί έχουν εξαφανιστεί ότι άφησαν το ξύλινο άλογο ως ανάθημα στην Αθηνά για να εξιλεωθούν για τις συμφορές του δεκάχρονου πολέμου. Ο Σίνων του Βιργιλίου είναι μια μικρή εκδοχή του ίδιου του Οδυσσέα γιατί εμφανίζεται ως λιποτάκτης και ζητά άσυλο από τους Τρώες –το οποίο του δίνει ο ίδιος ο Πρίαμος– γιατί δήθεν φοβήθηκε την οργή του Οδυσσέα ως συγγενής του Παλαμήδη, τον οποίο ο Οδυσσέας κατηγόρησε άδικα για προδοσία καταφέρνοντας τη θανατική του καταδίκη. Όμως, στην Οδύσσεια του Νόλαν ο Σίνων είναι ένα ακόμα θύμα της πανουργίας του Οδυσσέα, γιατί τον αφήνει πίσω με την εντολή να παραπλανήσει τους Τρώες σε ό,τι αφορά τον Δούρειο Ίππο, χωρίς όμως να τον πληροφορήσει για τον πραγματικό σκοπό του. Ο Σίνων του Νόλαν, με άλλα λόγια, δεν γνωρίζει ότι ο Οδυσσέας και οι συμπολεμιστές του βρίσκονται κρυμμένοι στο ξύλινο άλογο και τελικά φονεύεται από τους Τρώες κατά παράβαση του δικαίου του πολέμου και του νόμου που προστατεύει τους ικέτες.

Στο τέλος της ταινίας, σε μια ενδιαφέρουσα εκδοχή της κλασικής ύβρεως των μεγάλων τραγωδών, διαφαίνεται ότι ο «Λαός της Θάλασσας» που τρομοκρατεί τις ακτές της μυκηναϊκής Ελλάδας και διαβρώνει σιγά αλλά σταθερά τη συνοχή του μυκηναϊκού πολιτισμού δεν είναι τίποτα άλλο από τον Οδυσσέα και το τσούρμο του, που περιπλανώμενοι στο Τυρρηνικό Πέλαγος σπέρνουν τον τρόμο και την καταστροφή.

Όλη η δομή της πλοκής της ταινίας υπηρετεί και στηρίζει την πορεία του Οδυσσέα προς την κορύφωση του δράματος, που δεν είναι άλλη από την εξόντωση των σφετεριστών του θρόνου και την επανένωσή του με την Πηνελόπη και το γιο του. Όμως η επανάκτηση της εξουσίας και η επανένωση της οικογένειας δεν μπορούν πλέον να οδηγήσουν στη λύτρωση του διαφωτισμένου και χειραφετημένου από τις υπερκόσμιες δυνάμεις «πολιτικού» ανθρώπου, που ενσαρκώνει ο Οδυσσέας. Γι’ αυτό –και σε μια ακόμα υπέρβαση του ομηρικού μύθου– ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη παραδίδουν το θρόνο της Ιθάκης στον Τηλέμαχο και ανοίγουν πανιά για τη «Χώρα της Δύσης» πέρα από τη θάλασσα, για να τιμήσουν τους άταφους νεκρούς που έχουν στρώσει το δρόμο του Οδυσσέα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με δάνεια από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών του Τζάκσον και τη Μεγάλη Σιωπή του Κορμπούτσι, όμως αυτά δένουν και ολοκληρώνουν τη διήγηση.

Σε ό,τι αφορά το καστ, ο σκηνοθέτης έκανε κατά τη γνώμη μου ορθές επιλογές: ο Ματ Ντέιμον, η Ανν Χάθαγουεϊ και ο Τομ Χόλαντ καταφέρνουν να ενσαρκώσουν πειστικά τους χαρακτήρες του Οδυσσέα, της Πηνελόπης και του Τηλέμαχου, όπως και ο Έλιοτ Πέιτζ τον Σίνωνα και ο Ρόμπερτ Πάτινσον τον Αντίνοο, τους οποίους στην αφήγηση του Νόλαν συνδέει ένα άλλο έγκλημα – ο Αντίνοος εξαγοράζει τη θητεία του στο εκστρατευτικό σώμα του Οδυσσέα από τους φτωχούς γονείς του Σίνωνα, έτσι ο Σίνων παίρνει τη θέση του.

Η Ζεντάγια είναι επίσης μια πειστική ενσάρκωση της Αθηνάς/συνείδησης του Οδυσσέα, του οδηγούντος πνεύματος που τον φέρνει μέχρι το κατώφλι του δώματος της Πηνελόπης.

Η Σαμάνθα Μόρτον στο ρόλο μιας απομυθοποιημένης Κίρκης, μιας μάγισσας που μεταμορφώνει όποιον και όποιαν μισεί ή αντιπαθεί, συμπεριλαμβανομένης της αδελφής της, σε ζώο ή πτηνό, ενώ η Σαρλίζ Θερόν στο ρόλο της Καλυψώς ενσαρκώνει το στερεότυπο της σαγηνευτικής νύμφης που από την μια μεριά σώζει και φροντίζει τον Οδυσσέα, ενώ από την άλλη τον κρατά δέσμιό της με τη βοήθεια του λωτού.

Ο Τζον Μπέρνθαλ μας παρουσιάζει έναν αυταρχικό Μενέλαο, ο οποίος δεν διδάχτηκε τίποτα από τη φυγή της γυναίκας του, της Ωραίας Ελένης, με τον Πάρι. Μπορεί να κατάφερε να ανακτήσει το σώμα της, όμως την ψυχή της δεν μπόρεσε να την ξανακλείσει στο χρυσό κλουβί του παλατιού του. Η ίδια η Ελένη, την οποία υποδύεται η Λουπίτα Νυόνγκο, έχει χάσει την ομορφιά της, το πρόσωπό της είναι σημαδεμένο από χαρακιές. Η σκηνή του έργου, στην οποία υποδέχονται τον Τηλέμαχο μέσα στο γλέντι του γάμου της κόρης τους είναι το ενσταντανέ μιας εδώ και πολύ καιρό νεκρής σχέσης.

Η Λουπίτα Νυόνγκο υποδύεται και το ρόλο της δίδυμης αδελφής της Ελένης και συζύγου του Αγαμέμνονα Κλυταιμνήστρας, που τη μέρα της θριαμβευτικής επιστροφής του από την Τροία τον θανατώνει στο συζυγικό κρεβάτι – η ληξιαρχική πράξη αναγνώρισης μιας εδώ και είκοσι χρόνια επίσης νεκρής σχέσης. Η παρουσία του Αγαμέμνονα, που τον υποδύεται ο Μπένι Σαφντί, περιορίζεται στο ελάχιστο και στις περισσότερες σκηνές ο θεατής βλέπει μόνο τη μακάβρια περικεφαλαία του. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ο Αγαμέμνων στη διήγηση της Οδύσσειας είναι ήδη νεκρός και συναντά τον Οδυσσέα όταν αυτός κατεβαίνει στον Άδη. Στις λίγες στιγμές που η κάμερα τον δείχνει ολόσωμο, είναι καλυμμένος από μια πανοπλία που σε μερικούς σχολιαστές θύμισε τη φιγούρα του Νταρθ Βέιντερ, του ενσαρκωτή του κακού στα επεισόδια του Πολέμου των Άστρων. Διάβασα αρκετά επικριτικά σχόλια γι’ αυτή την επιλογή του Νόλαν. Το δικό μου σχόλιο είναι ότι όλοι οι επικριτές απλά δεν γνωρίζουν ότι η πηγή της έμπνευσης του Νταρθ Βέιντερ είναι ο Αγαμέμνων της Ιλιάδας και όχι το αντίθετο. Παράλληλα, η σκηνή στην Οδύσσεια του Νόλαν όπου ο Οδυσσέας συναντά τους νεκρούς παραπέμπει κινηματογραφικά σε μια ανάλογη σκηνή στο δεύτερο μέρος του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, όταν ο Άραγκορν συναντά τους καταραμένους νεκρούς και τους υπόσχεται να τους απαλλάξει από την κατάρα τους αν τον βοηθήσουν να αποκρούσει τις ορδές της Μόρντορ.

Δεν θα αναφερθώ στους υπόλοιπους συμμετέχοντες ηθοποιούς, παρ’ όλο που μερικοί υποδύονται σημαντικούς δευτερεύοντες ρόλους, όπως αυτόν του Εύμαιου και της θεραπαινίδας Ευρύκλειας που αναγνωρίζει τον μεταμφιεσμένο σε ικέτη Οδυσσέα από μια ουλή που είχε στο πόδι του. Κατά τη γνώμη μου, οι υποκριτικές τους επιδόσεις συμπληρώνουν άριστα την γενική εμφάνιση της ταινίας και τη ροή της πλοκής.

Ποια είναι η θέση των γυναίκειων χαρακτήρων στην Οδύσσεια του Νόλαν; Σε μια συνέντευξή της, η Λουπίτα Νυόνγκο αναρωτήθηκε τι θα έλεγε ο Όμηρος για την ιδέα να αφιερώσει στις γυναίκες των επών του τον ίδιο χρόνο επί του προσκηνίου (screen time) ο Κρίστοφερ Νόλαν στην δική του  Οδύσσεια. Το συμπέρασμά μου είναι ότι τελικά η Οδύσσεια του Νόλαν δίνει το πολύ τον ίδιο χρόνο εμφάνισης και δράσης στις γυναίκες και ότι, σε αντίθεση με τον Όμηρο, αυτός ο χρόνος είναι πολύ άνισα κατανεμημένος: η Πηνελόπη, η Καλυψώ και η Αθηνά έχουν τη μερίδα του λέοντος. Η Κίρκη έχει μια παρουσία μερικών λεπτών κινηματογραφικού χρόνου, ενώ σύμφωνα με το θρύλο ο Οδυσσέας πέρασε μαζί της έναν ολόκληρο χρόνο αποκτώντας μαζί της και ένα γιο, τον Τηλέγονο – αργότερα, μετά το θάνατο του Οδυσσέα, παντρεύτηκε τον Τηλέμαχο και ο Τηλέγονος την Πηνελόπη. Όμως η πιο αδικημένη είναι η Ελένη, η παρουσία της οποίας είναι πολύ πιο σύντομη από αυτή της Κίρκης, σε αντίθεση με την εμφάνιση της Ελένης στην ομηρική Οδύσσεια, ενώ η εμφάνιση της Κλυταιμνήστρας είναι μάλλον ο πιο στιγμιαίος ρόλος στη έως τώρα καριέρα της Λουπίτα Νυόνγκο.

Διάβασα αρκετές αρνητικές κριτικές σε ό,τι αφορά τα σκηνικά, τις πανοπλίες των πολεμιστών, τα ειδικά εφέ και το σχήμα των πλοίων του Οδυσσέα που σε μερικούς θύμισαν τα ντράκαρ των Βίκινγκς. Αν ψάξει κανείς σχέδια ή σκίτσα πλοίων της εποχής του χαλκού, όπως αυτά διασώθηκαν σε σφραγίδες, αγγειογραφίες και τοιχογραφίες, θα διαπιστώσει ότι τα πλοία αυτά έχουν υπερυψωμένες πρώρες και πρύμνες και ότι πράγματι μοιάζουν με τα πλοία των νορβηγών κουρσάρων της ύστερης Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα. Αυτό έχει να κάνει μάλλον με θέματα ευστάθειας, πλοηγησιμότητας με ιστίο και ταχύτητας, οπότε δεν είναι παράξενο που διαφορετικές κουλτούρες κατέληξαν σε παρόμοιες τεχνολογικές λύσεις. Το ίδιο ισχύει και για το σχήμα και τη δομή των όπλων. Κανείς όμως , απ’ ό,τι είδα, δεν επέκρινε το γεγονός ότι το τόξο του Οδυσσέα, αυτό που δεν μπόρεσε κανείς από τους μνηστήρες να τεντώσει την χορδή του, μοιάζει πολύ με τόξα που χρησιμοποιούσαν οι Μογγόλοι ιππείς της Χρυσής Ορδής.

Όσο για τις πανοπλίες και τα ρούχα του Οδυσσέα και των συντρόφων του πρέπει να λάβει κανείς υπόψη ότι μέχρι και τον δέκατο ένατο αιώνα, όταν επιτέλους έγιναν προσιτές συνθετικές βαφές νημάτων και έτσι οι άνθρωποι απέκτησαν ευρεία πρόσβαση σε φθηνά χρωματιστά υφάσματα, τα πιο συνηθισμένα χρώματα των υφασμάτων ήταν τα «γήινα» μαύρο, καφέ, μπεζ της άμμου και σε λίγες περιπτώσεις το λευκό. Χρωματιστά ενδύματα ήταν το προνόμιο των πλουσίων, των ισχυρών και ίσως των σημαντικών ιερειών κα ιερέων. Ο κοινός οπλίτης δεν είχε μάλλον ούτε τα χρήματα για να προμηθευτεί χρωματιστά υφάσματα αλλά ούτε και τα μέσα να κρατήσει μια τέτοια ενδυμασία καθαρή, ιδίως μάλιστα όταν υφίσταται τις κακουχίες μιας περιπλάνησης. Οπότε μάλλον οι ταινίες που παρουσιάζουν τους ανθρώπους της αρχαιότητας, και ιδίως στρατιώτες, ντυμένους σε φανταχτερά χρώματα κινδυνεύουν να υπερβούν τα όρια του αναχρονισμού, παρά ο μαυροφορεμένος Οδυσσέας και οι σύντροφοί του – παρεμπιπτόντως, η βασίλισσα Πηνελόπη εμφανίζεται όπως της αρμόζει ντυμένη σε ακριβά χρωματιστά φορέματα. Αλλά και ο αρχηγός των μνηστήρων και κύριος πολιορκητής της, Αντίνοος, φοράει ακριβά χρωματιστά ενδύματα – σίγουρα πληρωμένα από το ταμείο του βασιλικού οίκου.

Το συμπέρασμα: Η κινηματογραφική διασκευή της Οδύσσειας από τον Κρίστοφερ Νόλαν κινείται στο πλαίσιο μιας εύλογης ερμηνείας του ομηρικού έπους με βάση την ιδέα των Χορκχάιμερ και Αντόρνο ότι ήδη στο ομηρικό έπος ασκείται κριτική στην «προ-πολιτική» μορφή ζωής των κοινωνιών της εποχής του χαλκού, που ήταν ακόμα ενταγμένη σε μια υπαρξιακή συνέχεια ανάμεσα στο θείο, τον άνθρωπο και τη φύση. Ο Νόλαν διευρύνει την ιδέα του ορθολογικού και, σε σχέση με το «προ-πολιτικό» περιβάλλον, του πανούργου Οδυσσέα προσθέτοντας τη διάσταση της συνειδητοποίησης της ευθύνης του δρώντος προσώπου για τις πράξεις του, κάτι που μετατρέπει τη δική του εκδοχή της Οδύσσειας από την απλή εξιστόρηση μιας περιπλάνησης στον εξωτερικό κόσμο σε ένα ταξίδι στην άβυσσο της ψυχής του Οδυσσέα. Ένα ταξίδι που όμως δεν τελειώνει με μια αριστοτελική κάθαρση αλλά με την αποχώρησή του από τον κόσμο που ήξερε και που κατάφερε με τις πράξεις του να αλλάξει.

Κάπου στην αρχή του έργου είναι κρυμμένο και ένα ειρωνικό σχόλιο του σκηνοθέτη προς τους θεατές: Στην αρχή της περιπλάνησής τους, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του αποβιβάζονται σε ένα παράκτιο χωριό ή πόλη την οποία όπως φαίνεται λεηλατούν και καίνε. Κοντά στην ακρογιαλιά και με φόντο τα φλεγόμενα σπίτια, ο Οδυσσέας ρωτά έναν κάτοικο να του πει το δρόμο για την Ιθάκη. Εκείνος του απαντά σε άπταιστα νέα ελληνικά ότι θα πρέπει να πλεύσουν προς τα δυτικά. Είναι αυτή η σκηνή ένα κλείσιμο του ματιού στους γκρινιάρηδες που παραπονιούνται ότι ο σκηνοθέτης με τις επιλογές του αγνοεί την ελληνικότητα της Οδύσσειας; Ή μήπως είναι η παραδοχή του ότι για τον σύγχρονο άνθρωπο οι σκέψεις και οι πράξεις των ομηρικών ανθρώπων είναι, στο τέλος, all Greek to us;

18 Ιουλίου 2026

Πείτε ό,τι θέλετε. Αρκεί να συμφωνούμε

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Στην Ελλάδα δεν λείπουν οι καλλιτέχνες, οι δημοσιογράφοι ή οι πανεπιστημιακοί. Περισσεύουν οι παιδονόμοι της γνώμης. Άνθρωποι που πιστεύουν πως η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι οι λανθασμένες ιδέες αλλά οι ιδέες που διατυπώνονται χωρίς τη δική τους έγκριση.

Υπάρχουν άνθρωποι που ξυπνούν κάθε πρωί με μια αποστολή. Να ελέγξουν ποιος σκέφτηκε λάθος. Είναι οι αυθόρμητοι χωροφύλακες της ορθής γνώμης, πάντα έτοιμοι να κόψουν το επόμενο ιδεολογικό πρόστιμο. Παρακολουθούν τη δημόσια ζωή όπως ο παλιός τροχονόμος παρακολουθούσε τη διασταύρωση. Σφυρίζουν μόλις κάποιος περάσει με κόκκινο. Μόνο που το κόκκινο δεν είναι πια ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας. Είναι ο δικός τους πολιτικός κώδικας.

Κάποτε υπήρχαν λογοκριτές. Σήμερα υπάρχουν επιμελητές συνειδήσεων. Κυκλοφορούν ανάμεσα σε θεατρικές σκηνές, τηλεοπτικά πάνελ, εφημερίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης με μια αξιοθαύμαστη αίσθηση αποστολής. Έχουν αναλάβει να προστατεύσουν την κοινωνία από την πιο επικίνδυνη απειλή της εποχής: τις ανεξέλεγκτες γνώμες.

Η δουλειά τους, το δίχως άλλο, είναι κουραστική. Κάθε τόσο εμφανίζεται κάποιος που ξεχνά πως οι απόψεις, πριν βγουν δημόσια, οφείλουν να περάσουν από προληπτικό ιδεολογικό έλεγχο. Αυτή τη φορά ξέχασε ο Θοδωρής Αθερίδης.

Είπε, παρακολουθήστε θράσος τώρα,  ότι εμπιστεύεται μια αστυνομική έρευνα. Εξέφρασε θετική γνώμη για τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη. Δεν κάλεσε σε πραξικόπημα, δεν πρότεινε κατάργηση του Συντάγματος, δεν ζήτησε να κλείσουν εφημερίδες. Είπε κάτι πολύ πιο σοβαρό για τα ελληνικά δεδομένα. Είπε μια άποψη που δεν προβλεπόταν από το εγχειρίδιο της πολιτιστικής ορθοδοξίας.

Και τότε άρχισε η γνωστή τελετή.

Άλλος απογοητεύτηκε. Άλλος εξοργίστηκε. Άλλος ανακάλυψε ότι ο ηθοποιός διαθέτει ύποπτα πολιτικά χαρακτηριστικά. Άλλος ανέλαβε να εξηγήσει στο κοινό γιατί η συγκεκριμένη γνώμη είναι σχεδόν ανεπίτρεπτη. Όλοι μαζί σχημάτισαν εκείνη την οικεία χορωδία που εμφανίζεται κάθε φορά που κάποιος διανοείται να παρεκκλίνει από τη σωστή γραμμή.

Το αξιοθαύμαστο είναι ότι οι περισσότεροι αυτοπαρουσιάζονται ως ακούραστοι υπερασπιστές της ελευθερίας του λόγου.

Την αγαπούν βαθιά. Αρκεί να μην κάνει του κεφαλιού της.

Η ελληνική πολιτιστική ζωή έχει αναπτύξει μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μορφή λογοκρισίας. Δεν απαγορεύει. Δεν φυλακίζει. Δεν καίει βιβλία. Κάνει κάτι ευφυέστερο. Κατασκευάζει κοινωνικό κόστος. Σου υπενθυμίζει ότι μπορείς ασφαλώς να πεις ό,τι θέλεις, αρκεί να είσαι έτοιμος να περάσεις από δημόσια ανάκριση επειδή το είπες.

Έτσι λειτουργεί κάθε ιδεολογική ηγεμονία. Δεν χρειάζεται αστυνομία. Της αρκεί μια ομάδα πρόθυμων εθελοντών. Εκείνοι αναλαμβάνουν τις περιπολίες. Ελέγχουν δηλώσεις, μετρούν λέξεις, εξετάζουν προθέσεις, αποδίδουν πολιτικά φρονήματα με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που δεν διαψεύστηκαν ποτέ από την πραγματικότητα.

Και φυσικά δεν πρόκειται ποτέ να παραδεχθούν ότι αυτό ακριβώς είναι μια μορφή εξουσίας. Θα σου πουν ότι απλώς «ασκούν κριτική». Βεβαίως. Με τον ίδιο τρόπο που ένας εισαγγελέας διαβάζει το κατηγορητήριο.

Το πιο κωμικό στοιχείο της υπόθεσης είναι η επιλεκτική τους ευαισθησία. Όταν ένας ηθοποιός καταγγέλλει την κυβέρνηση, γίνεται συνείδηση της κοινωνίας. Όταν υπογράφει διακηρύξεις, γίνεται ενεργός πολίτης. Όταν συμμετέχει σε πολιτικές καμπάνιες, υπηρετεί τη δημοκρατία. Αν όμως εκφράσει μια γνώμη που δεν ταιριάζει στο ιδεολογικό τους αισθητήριο, μετατρέπεται ξαφνικά σε επικίνδυνο διασκεδαστή που καλό θα ήταν να περιοριστεί στον ρόλο του.

Η τέχνη, λένε, πρέπει να έχει φωνή. Υπό την προϋπόθεση ότι η φωνή θα μιλά με τη σωστή προφορά.

Βεβαίως και κανείς  δεν υποχρεούται να συμφωνήσει με τον Αθερίδη. Αυτό είναι το λιγότερο ενδιαφέρον μέρος της ιστορίας. Το ενδιαφέρον αρχίζει από τη στιγμή που κάποιοι αισθάνονται πως διαθέτουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιες πολιτικές απόψεις επιτρέπεται να διατυπώνει ένας ηθοποιός χωρίς να κληθεί σε δημόσια απολογία.

Η νοοτροπία αυτή έχει κουράσει. Επί σχεδόν μισό αιώνα το ίδιο ακροατήριο μοιράζει πιστοποιητικά προοδευτικότητας, απονέμει μετάλλια ηθικής καθαρότητας και ανακαλεί την εκτίμησή του μόλις κάποιος πάψει να επαναλαμβάνει τα προβλεπόμενα.

Έστω και αργά, ολοένα και περισσότεροι πολίτες γυρίζουν την πλάτη στους αυτόκλητους παιδαγωγούς της κοινωνίας. Κουράστηκαν από όσους μιλούν σαν να τους έχει ανατεθεί η επιτήρηση της δημόσιας σκέψης. Κουράστηκαν από τους επαγγελματίες της ιδεολογικής καθοδήγησης. Η δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από επιθεωρητές συνειδήσεων. Έχει ανάγκη από πολίτες που αντέχουν να ζουν με την ελευθερία του άλλου, ακόμη κι όταν η γνώμη του τους ενοχλεί.

16 Ιουλίου 2026

Περί βίας

Σάκης Κουρουζίδης

«Με πονάει η ευφυΐα μου στην ιδέα ότι κάποιος νομίζει πως μπορεί ν' αλλάξει κάτι προκαλώντας ταραχές. Η βιαιότητα, όποια κι αν είναι, υπήρξε ανέκαθεν για μένα προεξάρχουσα μορφή της ανθρώπινης ανοησίας».

Φ. Πεσσόα

Στα πρόσφατα γεγονότα εγκληματικής βίας στη Θεσσαλονίκη, αλλά και μετά τις συλλήψεις γι' αυτά και για την παλαιά υπόθεση της Μαρφίν, άρχισαν πάλι τα χολερικά σχόλια για τις «αντιφάσεις» της αστυνομίας, τις οποίες, αυτοί, βεβαίως βεβαίως, εύκολα εντοπίζουν, αφού τις υποθέσεις αυτές και τα σχετικά τεκμήρια που έχει συγκεντρώσει η αστυνομία αυτοί τα παίζουν στα δάκτυλα. Όμως, πίσω από όλα αυτά βρίσκεται πάντα η σχετικοποίηση της βίας, η απόπειρα να μετατεθεί αλλού η εστίαση στα συμβάντα αυτά, στους όποιους χειρισμούς της αστυνομίας.

 

Το κύριο γι' αυτούς, δηλαδή, είναι τι κάνει η αστυνομία, ποια στοιχεία έχει (αυτοί τα ξέρουν!), αν πήρε ή δεν πήρε ανώνυμο ημέιλ, και μάλιστα μετά από τόσα χρόνια κ.ά. Δεν θα ήταν καλύτερα να αφήσουν την υπόθεση εκεί όπου ήταν; Έτσι, και τα «παλικάρια» θα εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα και να συνεχίζουν την αντισυστημική τους γυμναστική και την αστυνομία θα βγάζαμε ανίκανη.

Η βία, αυτή η «μορφή βλακείας», ούτε σχετικοποιείται ούτε και «τυποποιείται» σε κατηγορίες ανεκτής ή μη βίας.

 

Τα «είδη» της βίας

Στην πολιτική ανάγνωση, η βία χωρίζει στα δύο το πολιτικό σκηνικό:

1. Από τη μια βρίσκονται όσοι θεωρούν εύλογη, νόμιμη, θεμιτή, επιθυμητή, ηθικά και ιστορικά νομιμοποιημένη τη χρήση βίας για την επίτευξη πολιτικών σκοπών.

2. Από την άλλη, όσοι απορρίπτουν, δεν χρησιμοποιούν και καταδικάζουν τη χρήση βίας για την επίτευξη πολιτικών σκοπών.

Τα μέσα, τα εργαλεία, οι μορφές της (πολιτικής) βίας απασχολούν όσους βρίσκονται στην απάντηση 1.

Όσοι αναγνωρίζονται στην απάντηση 2, αρκούνται στην άρνηση, στην καταδίκη της χρήσης βίας – και τα υπόλοιπα τα αφήνουν στη... δικαιοσύνη, η οποία θα «κατηγοριοποιήσει» τις συνέπειες της χρήσης της βίας και αναλόγως θα επιβάλει ή όχι «ποινές».

Όσοι αναγνωρίζονται στην απάντηση 2, δεν αναζητούν τη βία στις τυπολογίες της πολιτικής, αλλά στις τυπολογίες της... βλακείας (καλυπτόμενοι πίσω από τη γνωστή ρήση του Πωλ Βαλερύ: «Η βία είναι μια μορφή βλακείας»).

Όμως, για να μη θεωρηθεί υπεκφυγή αυτό το σχόλιο, θα δώσω κάποια συνέχεια από τη σκοπιά της απάντησης 2.

Αφενός, στην προσπάθεια νομιμοποίησης κάποιων μορφών βίας, υπάρχει μία απόπειρα κατηγοριοποίησής τους, από τις «ήπιες» μορφές βίας –τις οποίες δεχόμαστε, ανεχόμαστε ή και υιοθετούμε– έως τις «ακραίες» μορφές της βίας – τις οποίες δεν αποδεχόμαστε και δεν χρησιμοποιούμε, ενίοτε και καταδικάζουμε (αναφέρομαι σε όσους καταγράφονται στην απάντηση 1, ευθέως ή εμμέσως).

Από την άλλη, στην προσπάθεια δικαιολόγησης –και νομιμοποίησης– κάποιων μορφών βίας ως «απάντηση» στη βία του «συστήματος», βαφτίζονται ως βία περίπου τα πάντα που –τους/μας– ενοχλούν: «δεν είναι βία η ανεργία;», «δεν είναι βία οι συντάξεις πείνας, η αβεβαιότητα για το μέλλον;», «δεν είναι βία οι κατασχέσεις;» και άλλα ανάλογα. Άλλο πράγμα είναι το «κακό», το «άδικο» και άλλο η βία.

«Υπάρχει βία όταν μας κτυπούν στο κεφάλι μ’ ένα ρόπαλο ή όταν μας απειλούν ότι θα το κάνουν».

 

Μαρκούζε, Αντόρνο, Χατζιδάκις

Να μεταφέρω και ένα τμήμα από κάποιες αναφορές του Χέρμπερτ Μαρκούζε για τα «είδη» της βίας.

Ερωτών: …Όταν λέω εσωτερίκευση της εξω-οικονομικής βίας, εννοώ ότι οι δυνάμεις χειραγώγησης τείνουν να εσωτερικεύσουν τους γραφειοκρατικούς και κρατικούς μηχανισμούς κυριαρχίας.

Μαρκούζε: Δεν έχουμε να κάνουμε όμως με μια εσωτερίκευση της βίας. Αν υπάρχει κάτι που βλέπουμε καθαρά στον καπιταλισμό, είναι ότι η καθαρά εξωτερική, η καθόλου εξιδανικευμένη βία είναι ισχυρότερη από ποτέ άλλοτε. Εγώ δεν βλέπω καμία εσωτερίκευση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι τάσεις χειραγώγησης δεν ασκούν καμιά βία. Κανείς δεν με αναγκάζει να βλέπω ώρες τηλεόραση, ούτε να διαβάζω ηλίθια περιοδικά.

Ερωτών: Δεν συμφωνώ, γιατί η εσωτερίκευση σημαίνει ακριβώς ότι είναι εφικτός ένας φαινομενικός φιλελευθερισμός – όπως η εσωτερίκευση της οικονομικής βίας στον κλασικό καπιταλισμό σήμαινε ότι το πολιτικό και ηθικό εποικοδόμημα έπρεπε να φιλελευθεροποιηθεί.

Μαρκούζε: Μου φαίνεται πως δίνεται στον όρο πολύ ευρεία έννοια. Η βία είναι βία. Η φαινομενική ελευθερία της τηλεόρασης, που μπορώ να την κλείσω όποτε θέλω…, αυτή κι άλλα παρόμοια πράγματα δεν ανήκουν στη διάσταση της βίας. Όταν λέτε κάτι τέτοιο, ξεχνάτε έναν από τους καίριους παράγοντες της σημερινής κοινωνίας, δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στην τρομοκρατία και στην ολοκληρωτική δημοκρατία. Η ολοκληρωτική δημοκρατία δεν καταφεύγει στην τρομοκρατία, αλλά χρησιμοποιεί την εσωτερίκευση, τους μηχανισμούς ενσωμάτωσης. Αυτό δεν είναι βία. Υπάρχει βία όταν μας κτυπούν στο κεφάλι μ’ ένα ρόπαλο ή όταν μας απειλούν ότι θα το κάνουν. Δεν υπάρχει όταν μας προτείνουν τηλεοπτικά προγράμματα που, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αποτελούν απολογία του κατεστημένου».

Μαρκούζε, Το τέλος της ουτοπίας, Ύψιλον, 1985

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Τέοντορ Αντόρνο:

Theodor Adorno: Έχω λάβει μέρος σε διαδηλώσεις εναντίον των εθνικών Νόμων Εκτάκτου Ανάγκης και έχω κάνει ό,τι μπορούσα στο πεδίο της μεταρρύθμισης της ποινικής νομοθεσίας. Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε τέτοιου είδους πράγματα και τη συμμετοχή σε μισοπάλαβες ιστορίες όπως το πετροβόλημα των παραθύρων των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

Ερώτηση: Ποιο είναι το κριτήριό σας για το αν είναι λογικό όχι;

Theodor Adorno: Ως προς το ένα σκέλος, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συγκεκριμένη κατάσταση. Ως προς το άλλο, έχω πάντα τις σοβαρότερες επιφυλάξεις απέναντι στη χρήση βίας. Αν δεν καταδίκαζα τον φαύλο κύκλο της απάντησης στη βία με βία θα έπρεπε να αρνηθώ ολόκληρο το παρελθόν μου -την εμπειρία του Χίτλερ και ότι παρατηρήσεις έχω κάνει για τον Σταλινισμό. Μπορώ να οραματιστώ μία έλλογη πρακτική ικανή να φέρει αλλαγές μόνο στο βαθμό που δεν εμπλέκεται στη χρήση βίας.

[...]

Η Ακροαριστερά ενδιαφέρεται απεριόριστα για δημοσιότητα. Φοβάται μήπως ξεχαστεί, έτσι γίνεται σκλάβος της ίδιας της δημόσιας εικόνας της. Διαλέξεις όπως οι δικές μου, που τις παρακολουθούν πάνω από χίλιοι άνθρωποι, προφανώς προσφέρονται ως λαμπρό forum για ακτιβιστική προπαγάνδα.

«Άλλο βία κι άλλο βιοπάλη», λέει ο Μάνος Χατζιδάκις:

[...]

Βγήκαμε παιδιά μιας μάνας χήρας

ήμασταν γεννήματα της μοίρας

γίναμε εκφραστές μιας βίας στείρας

μείναμε οι χορδές μισές μιας λύρας

[...]

Τώρα αλλάζουμε γινόμαστ' άλλοι

βάλαμε κεραία στο κεφάλι

γίναμε αστυνόμοι μες στην ζάλη

άλλο βία κι άλλο βιοπάλη

                                        Μάνος Χατζιδάκις, Η Μεταμόρφωση

12 Ιουλίου 2026

Τι λες, Όμηρε;

Νίκος Ψαρρός

Τι λες, Όμηρε, για τον χρόνο που δίνεται σε αυτές τις γυναίκες μπροστά στην οθόνη, αν σκεφτεί κανείς πόσο λίγο τους έδωσες εσύ; (So, Homer, how do you feel about the screen time given to these women considering how little you spent with them?)

Αυτό θα ρώταγε τον Όμηρο, είπε πρόσφατα σε μια συνέντευξη η ηθοποιός Λουπίτα Νυόνγκο, η οποία ενσαρκώνει στην ταινία Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν την Ωραία Ελένη και την αδελφή της Κλυταιμνήστρα.

Δεν γνωρίζω πόσο χρόνο αφιερώνει ο Νόλαν στις γυναίκες στην ταινία του, ακόμα δεν έχουν αρχίσει οι προβολές, και φυσικά δεν μπορώ να κρίνω αν αυτός ο χρόνος είναι προσήκων, υπερβολικός ή ανεπαρκής. Όμως η απάντηση του Ομήρου θα ήταν ότι και στα δυο έπη του όλος ο χρόνος του δράματος είναι αφιερωμένος στις γυναίκες.

Όμως, θα αντέτεινε κάποιος, οι γυναίκες στα ομηρικά έπη βρίσκονται μόνο για λίγο στο προσκήνιο της δράσης, ο υπόλοιπος χρόνος είναι κυρίως δεσμευμένος για την περιγραφή φρικαλέων πράξεων που διαπράττουν οι άντρες μεταξύ τους και μόνο ένα μικρό μέρος για σκηνές μέθης, θρήνου, θυσιών και αγωνισμάτων – ένα μικρό χωρίο είναι αφιερωμένο στην περιγραφή μιας συνέλευσης του στρατού των Αχαιών που όμως και αυτή καταλήγει σε χάος.

Πράγματι, οι γυναίκες βρίσκονται μόνο για λίγο στο προσκήνιο της δράσης και αυτό όχι μόνο γιατί πρέπει να μοιραστούν τον πεπερασμένο αφηγηματικό χρόνο με όλα τα άλλα πρόσωπα των δραμάτων, αλλά γιατί πρέπει μέσα από την αφηγηματική παρουσίαση των πράξεων των ανδρών να εξηγηθεί γιατί όλος ο χρόνος των δραμάτων είναι αφιερωμένος στις γυναίκες.

Το παράδοξο αυτού του ισχυρισμού εξαϋλώνεται αν κατανοήσουμε ότι οι πράξεις των ανδρών στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια καθοδηγούνται με ελάχιστες εξαιρέσεις από τα πάθη. Οι ομηρικοί άνδρες όχι μόνο δεν είναι σε θέση να τιθασεύσουν τα πάθη τους, οι περισσότεροι δεν είναι καν σε θέση να κατανοήσουν ότι καταδυναστεύονται απ’ αυτά. Αντίθετα, οι ομηρικές γυναίκες, λόγω της θέσης τους στη δομή της ομηρικής κοινωνίας ως σύζυγοι, μητέρες, κόρες και αδελφές, είτε είναι τα θύματα των παθών των ανδρών, όπως η Ελένη, η Κλυταιμνήστρα, η Χρυσηίδα και η Βρισηίδα, είτε πρέπει να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες αυτών των παθών, όπως η Ανδρομάχη και η Πηνελόπη.

Εάν η κλαγγή των όπλων, οι ιαχές των πολεμιστών και οι προπηλακισμοί που ανταλλάσσουν οι «ήρωες» μεταξύ τους πριν αλληλοσφαχτούν στην Ιλιάδα, εάν οι βροντές και οι αστραπές των στοιχείων της φύσης, οι βρυχηθμοί της Σκύλλας και της Χάρυβδης, το τραγούδι των σειρήνων, οι κραυγές απόγνωσης των συντρόφων του Οδυσσέα, και αυτές του πανικού και της απόγνωσης των μνηστήρων στην Οδύσσεια αποτελούν τα πολυποίκιλα εναλλασσόμενα και μελωδικά θέματα των δυο επών που μεταλαμπαδεύουν τα πάθη των ομηρικών ανδρών στις ψυχές των ακροατών –και αργότερα των θεατών– , η φρίκη που νιώθει η Ελένη στη θέα των μαχών και των νεκρών που πεθαίνουν εξαιτίας της, ο θρήνος και ο φόβος της Εκάβης και της Ανδρομάχης μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή, η απόγνωση της Χρυσηίδας κα της Βρισηίδας μπροστά στον ζόφο της δουλείας, το μίσος της Κλυταιμνήστρας για τον βίαιο και εγωκεντρικό Αγαμέμνονα και η υπομονή της Πηνελόπης που προσπαθεί να κρατήσει όρθιο το σπίτι και το κύρος του θρόνου του Οδυσσέα ώστε να μπορέσει να τον διαδεχτεί νόμιμα ο γιος του, είναι το σταθερό μπάσο κοντίνουο που συνοδεύει αυτές τις παθιασμένες μελωδίες από τον πρώτο δάκτυλο της πρώτης ραψωδίας μέχρι τον τελευταίο της τελευταίας.

Είναι αυτή η ήρεμη, θλιμμένη αλλά συνάμα και δυνατή συνοδεία που μεταφέρει το μήνυμα ότι τελικά τα πάθη θα δαμαστούν, ότι οι εχθροί θα συμφιλιωθούν έστω και πάνω από τα μνήματα των φίλων και των παιδιών τους, ότι ο οίκος θα καθαρίσει από τους κόλακες και τα παράσιτα και ότι η οικιακή τάξη θα αποκατασταθεί – αυτά είναι που θωρακίζουν την ψυχή των ακροατών του ομηρικού έπους και αργότερα των θεατών των ταινιών που ενέπνευσε απέναντι στα πάθη και τους οδηγούν σε αυτό που ο Αριστοτέλης χαρακτήρισε κάθαρση.

Όλα τα μέτρα, όλες τις νότες, όλον τον χρόνο αυτού του μπάσου που οδηγεί στην κάθαρση τα έχει αφιερώσει ο Όμηρος στις γυναίκες. Το έχει καταφέρει άραγε και ο Κρίστοφερ Νόλαν;

 

09 Ιουλίου 2026

Καθώς η Ουκρανία συνεχίζει την πορεία της προς την Ευρώπη, αντιστεκόμενη παράλληλα στην επιθετικότητα της Ρωσίας, η υποψηφιότητά της αναδεικνύει τα όρια του παραδοσιακού μοντέλου διεύρυνσης.

Το 2026, το μέλλον της Ουκρανίας στην Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα ζήτημα ενσωμάτωσής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει μετατραπεί σε στρατηγικό ζήτημα. Μια σειρά συζητήσεων σχετικά με την άμυνα, την ανεξαρτησία και την οικονομία της Ευρώπης —θέματα που κάποτε φαινόταν να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους— καθίστανται πλέον όλο και πιο αλληλένδετα. Οι συζητήσεις για την επιτάχυνση της ένταξης της Ουκρανίας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, οι προτάσεις για τη σταδιακή ένταξή της στην Ενιαία Αγορά της ΕΕ, το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη διευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της άμυνας, καθώς και οι διαβουλεύσεις μεταξύ των βασικών ευρωπαϊκών χωρών σχετικά με το μέλλον της Ουκρανίας αντανακλούν μια σημαντική μετατόπιση όσον αφορά τις προοπτικές της ευρωπαϊκής διεύρυνσης και ολοκλήρωσης.

Για δεκαετίες, η διεύρυνση ξεχώριζε ως μία από τις πιο επιτυχημένες πολιτικές πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ξεκινώντας το 1951, η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επεκτάθηκε σταδιακά, δημιουργώντας μια πιο ενωμένη κοινότητα δημοκρατίας, ευημερίας και σταθερότητας σε μια ήπειρο που αναδυόταν από τη διαίρεση και τις συγκρούσεις. Οι υποψήφιες χώρες πραγματοποίησαν μεταρρυθμίσεις, ενίσχυσαν τους θεσμούς και εντάχθηκαν σταδιακά στα εξελισσόμενα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά συστήματα της Ένωσης.

Αυτό συνέβη σε ένα στρατηγικό πλαίσιο όπου τα βασικά ζητήματα της ευρωπαϊκής ασφάλειας φαινόταν να έχουν επιλυθεί σε μεγάλο βαθμό, χάρη στη δημιουργία και την επέκταση του ΝΑΤΟ. Σήμερα, ωστόσο, πολλές από αυτές τις παραδοχές τίθενται υπό αμφισβήτηση. Πάνω απ’ όλα, η πλήρης εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει καταρρίψει τα θεμέλια του πλαισίου ευρωπαϊκής ασφάλειας της μεταψυχροπολεμικής εποχής.

Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη αβεβαιότητα σχετικά με το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων έχει αναζωπυρώσει ερωτήματα που οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν ότι είχαν επιλυθεί εδώ και καιρό. Ποιος φέρει την ευθύνη για την ασφάλεια της ηπείρου; Πώς πρέπει να διαμορφωθεί η αποτροπή; Τι ρόλο πρέπει να διαδραματίσει η Ευρώπη στην άμυνά της;

Από πολλές απόψεις, η Ευρώπη επανεξετάζει ζητήματα που είχαν αρχικά τεθεί κατά τη γέννηση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Η πρόταση του 1952 για μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα δεν υλοποιήθηκε ποτέ, καθώς το ΝΑΤΟ και η αμερικανική εγγύηση ασφάλειας αποτέλεσαν τους κύριους πυλώνες της ευρωπαϊκής άμυνας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Για πολλά χρόνια μετά, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η ασφάλεια εξελίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα. Ωστόσο, η διατήρηση αυτού του διαχωρισμού γίνεται όλο και πιο δύσκολη στο πλαίσιο της Ουκρανίας.

Η Ουκρανία δεν είναι η πρώτη μετασοβιετική χώρα που επιδιώκει την ένταξη στην ΕΕ. Ωστόσο, είναι η πρώτη υποψήφια χώρα που επιδιώκει την ένταξη ενώ βρίσκεται εν μέσω ενός μεγάλου πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος, εφαρμόζει δύσκολες μεταρρυθμίσεις υπό εξαιρετικές συνθήκες και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στις συζητήσεις για τη μελλοντική ασφάλεια της Ευρώπης.

Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει τη σημασία των πρόσφατων προτάσεων που αποσκοπούν στο να καταστήσουν την ολοκλήρωση σταδιακή και πολιτικά συναφή. Σε αυτές περιλαμβάνονται έντονες συζητήσεις σχετικά με την ιδέα του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς για την πρόωρη συμμετοχή εκπροσώπων της Ουκρανίας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, καθώς και προτάσεις για τη σταδιακή πρόσβαση των υποψηφίων χωρών της ΕΕ σε τμήματα της Ευρωπαϊκής Ενιαίας Αγοράς πριν από την πλήρη ένταξή τους. Οι συζητήσεις αυτές υποδηλώνουν την αντίληψη ότι ο παραδοσιακός διαχωρισμός της ΕΕ μεταξύ του καθεστώτος υποψηφιότητας και αυτού της ένταξης ενδέχεται να μην είναι πλέον επαρκής.

Οι πρόσφατες προτάσεις για σύμπραξη, συμμετοχή και ενσωμάτωση αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Αναγνωρίζουν ότι οι χώρες που υλοποιούν απαιτητικές μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να αποκομίζουν ορισμένα οφέλη από την ένταξη ακόμη και πριν από την πλήρη ένταξη.

Στην περίπτωση της Ουκρανίας, αντιμετωπίζουν μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Το κύριο ζήτημα πλέον δεν είναι απλώς πώς να επιταχυνθεί η ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ. Είναι το αν η ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρώπη μπορεί να συζητηθεί ξεχωριστά από τα ζητήματα ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Από την έναρξη της πλήρους εισβολής της Ρωσίας, η σημασία αξιόπιστων εγγυήσεων ασφάλειας για την Ουκρανία αποτελεί κεντρικό θέμα στις ευρωπαϊκές συζητήσεις. Επί του παρόντος, αυτό που διαμορφώνεται δεν είναι μόνο η αναγνώριση αυτής της ανάγκης, αλλά και η αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι η ασφάλεια της Ουκρανίας και η ευρωπαϊκή της ένταξη αποτελούν πλέον αλληλένδετες πτυχές του ίδιου στρατηγικού στόχου.

Ενώ η ένταξη στο ΝΑΤΟ παραμένει ο στρατηγικός στόχος της Ουκρανίας, προς το παρόν δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Αυτό έχει αυξήσει την επείγουσα ανάγκη να διερευνηθεί πώς η Ουκρανία μπορεί να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας.

Οποιαδήποτε μελλοντική διπλωματική πρωτοβουλία με στόχο τον τερματισμό του πολέμου θα απαιτήσει κάτι περισσότερο από συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός ή πολιτικές συμφωνίες. Η διαρκής ειρήνη θα εξαρτηθεί από την ενσωμάτωση της Ουκρανίας σε ένα πλαίσιο που θα συνδυάζει οικονομικές ευκαιρίες, πολιτική ένταξη και αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας. Χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο, οποιαδήποτε διευθέτηση κινδυνεύει να καταστεί απλώς μια παύση πριν από την επανάληψη της σύγκρουσης.

Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. Για παράδειγμα, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Άνδριους Κουμπίλιους έχει υποστηρίξει ότι η Ουκρανία πρέπει να ενταχθεί στην αναδυόμενη αμυντική αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Ο Ιταλός Υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροσέτο έχει επίσης υποστηρίξει ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό αμυντικό πλαίσιο που θα εκτείνεται πέρα από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ανεξάρτητα από τη θεσμική μορφή που ενδέχεται τελικά να λάβουν τέτοιες ρυθμίσεις, αντανακλούν μια ευρύτερη πραγματικότητα: η ασφάλεια επιστρέφει στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Ο ρόλος της Ουκρανίας σε αυτή τη συζήτηση δεν πρέπει να εξεταστεί μόνο υπό το πρίσμα των εγγυήσεων και της βοήθειας. Μετά από πάνω από τέσσερα χρόνια πλήρους πολέμου, η Ουκρανία έχει εξελιχθεί σε μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης. Οι ένοπλες δυνάμεις της έχουν αποκτήσει απαράμιλλη εμπειρία στον συμβατικό πόλεμο μεγάλης κλίμακας, ενώ η αμυντική της βιομηχανία έχει αναδειχθεί σε καινοτόμο τομέα όσον αφορά τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα αυτόνομα συστήματα και τον ηλεκτρονικό πόλεμο. Σε βασικούς τομείς, η επιχειρησιακή εμπειρογνωμοσύνη της Ουκρανίας ξεπερνά πλέον εκείνη πολλών χωρών της ΕΕ.

Αυτά τα επιτεύγματα οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη συνεχιζόμενη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική υποστήριξη από την Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους συμμάχους. Ωστόσο, η ικανότητα της Ουκρανίας να αξιοποιεί αυτή την υποστήριξη, να τη μετατρέπει σε αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη και να αναπτύσσει τις δικές της καινοτομίες έχει δείξει μια ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα που λίγοι περίμεναν στην αρχή του πολέμου.

Η Ουκρανία δεν είναι πλέον απλώς αποδέκτης ασφάλειας: έχει πλέον καταστεί συνεισφέρουσα σε αυτή. Αυτή η μετατόπιση θα πρέπει επίσης να επηρεάσει τη συζήτηση για τη διεύρυνση. Ενώ οι συζητήσεις συχνά επικεντρώνονται στο τι μπορεί να προσφέρει η Ευρώπη στην Ουκρανία, είναι όλο και πιο σημαντικό να ληφθεί υπόψη τι προσφέρει η Ουκρανία στην Ευρώπη — όπως στρατιωτική δύναμη, τεχνολογικές εξελίξεις, στρατηγικά πλεονεκτήματα και μια σαφή δέσμευση για την τήρηση των βασικών αρχών του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Η επιτυχής ένταξη της Ουκρανίας θα αποτελούσε ένα σημαντικό ορόσημο στην ιστορία της ΕΕ, καθώς θα προστάτευε μια χώρα που επί του παρόντος δέχεται επίθεση και θα αναδείκνυε την ικανότητα της Ευρώπης να προσαρμόζει τους θεσμούς και τις πολιτικές της σε ένα δραματικά μεταβαλλόμενο στρατηγικό τοπίο.

Η συζήτηση έχει μετατοπιστεί από την απλή διεύρυνση στο πώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει τις ανανεωμένες προκλήσεις ασφάλειας και στο κατά πόσον μπορεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο όπου οι πολιτικές, οικονομικές, δημοκρατικές προσπάθειες, καθώς και αυτές της ασφάλειας αλληλοενισχύονται.

Ένα βασικό δίδαγμα από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι ότι η διαρκής ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική δύναμη και την αποτροπή, αλλά και από ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς, το κράτος δικαίου και ανθεκτικές κοινωνίες. Οι επιλογές των ευρωπαίων ηγετών – συμπεριλαμβανομένων των Ουκρανών – σχετικά με τον ρόλο της Ουκρανίας στην Ευρώπη επηρεάζουν άμεσα όλους αυτούς τους τομείς. Λίγες αποφάσεις θα έχουν τόσο σημαντικές συνέπειες για το μέλλον της ηπείρου.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

06 Ιουλίου 2026

Οι επιθέσεις της Ουκρανίας βαθιά στο ρωσικό έδαφος, τα αυξανόμενα οικονομικά προβλήματα της Ρωσίας και το μέλλον του ρωσο-ουκρανικού πολέμου

 

Οι πρόσφατες ουκρανικές επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς κατά των ενεργειακών υποδομών της Ρωσίας στην Αγία Πετρούπολη, τη Μόσχα και άλλες περιοχές της Ρωσίας έχουν αλλάξει την παγκόσμια αντίληψη για τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο – ιδίως εκτός Ευρώπης. Οι εικόνες των θεαματικών χτυπημάτων από ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV) και πυραύλους σε ρωσικές ενεργειακές και άλλες υποδομές αποτελούν μεγάλη ντροπή για το Κρεμλίνο, τόσο εντός όσο και εκτός Ρωσίας. Όλο και περισσότερα βίντεο με μεγάλες εκρήξεις ή/και πυρκαγιές σε ολόκληρη τη χώρα καταρρίπτουν την έως τώρα κυρίαρχη διεθνή εικόνα και την εικόνα που έχει η ίδια η Ρωσία για τον εαυτό της ως μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις του κόσμου και της ιστορίας.

Ωστόσο, αυτό που ίσως είναι ακόμη πιο σημαντικό από την καταστροφή της δημόσιας (αυτο)εικόνας της Μόσχας είναι τα αυξανόμενα υλικά αποτελέσματα των πολυάριθμων δραματικών αλλά και λιγότερο δραματικών επιτυχιών των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων στα μετόπισθεν της Ρωσίας. Μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, δεν ήταν απολύτως σαφές ποια θα ήταν η λογική, η ουσία και τα αποτελέσματα της νέας στρατηγικής μακράς εμβέλειας της Ουκρανίας κατά των ενεργειακών και άλλων οικονομικών υποδομών της Ρωσίας. Εδώ και αρκετούς μήνες ήδη, υπάρχει οπτική τεκμηρίωση για ολοένα και βαθύτερες και ακριβέστερες ουκρανικές επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών και βιομηχανικών στόχων στο εσωτερικό της Ρωσίας. Ωστόσο, παρέμενε μέχρι και πρόσφατα ως κυρίαρχη αντίληψη ότι, ακόμη και αν είναι οπτικά εντυπωσιακές, τέτοιες ουκρανικές επιτυχίες αποτελούν απλώς τσιμπήματα για την πανίσχυρη Ρωσία. Λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, την έκταση, τη στιβαρότητα, τη δυνατότητα επισκευής και τις εφεδρείες του τεράστιου ρωσικού τομέα διύλισης, μεταφοράς και αποθήκευσης καυσίμων, έτσι έλεγε η θεωρία, οι ουκρανικές «κυρώσεις μεγάλου βεληνεκούς» δύσκολα θα μπορούσαν να αλλάξουν την πορεία του πολέμου.

Τις τελευταίες εβδομάδες, αποδείχθηκε ότι τόσο ο παραδοσιακός σεβασμός για τη ρωσική βιομηχανική ικανότητα, τη στρατιωτική ισχύ και το στρατηγικό βάθος, αφενός, όσο και ο ευρέως διαδεδομένος σκεπτικισμός σχετικά με την αποτελεσματικότητα της ανάπτυξης ουκρανικού οπλισμού μακράς εμβέλειας και των βαθιών επιθέσεων με drones και πυραύλους, αφετέρου, ήταν αβάσιμοι. Τον Ιούνιο του 2026, η παραγωγή βενζίνης της Ρωσίας μειώθηκε κατά 25% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2025, καθώς και με τον Μάρτιο του 2026, όταν οι επιθέσεις με drones από την Ουκρανία είχαν αρχίσει να εντείνονται. Μέχρι το τέλος Ιουνίου 2026, τουλάχιστον 17 περιφέρειες είχαν επιβάλει υποχρεωτικούς περιορισμούς στις πωλήσεις βενζίνης και ντίζελ, ενώ δεκάδες άλλες ανέφεραν ελλείψεις ή περιορισμούς.

Ο περιορισμός της διανομής καυσίμων δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα μείζον πρόβλημα για τα προσωρινά κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη της Ρωσίας, αλλά επεκτείνεται πλέον και στην ίδια τη Ρωσική Ομοσπονδία. Ακόμη και οι πρωτεύουσες της χώρας, η Μόσχα και η Αγία Πετρούπολη, που παραδοσιακά διαθέτουν επαρκή εφοδιασμό, δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τη ζήτηση των κατοίκων τους για βενζίνη και πετρέλαιο. Ακόμη και απομακρυσμένες περιφέρειες στο τεράστιο ασιατικό τμήμα της Ρωσίας εμπλέκονται όλο και περισσότερο σε μια κρίση καυσίμων που έχει πλέον λάβει πλήρη κλίμακα και εκτείνεται σε ολόκληρη τη χώρα.

Η ταχεία εισαγωγή από το Κίεβο νέων συστημάτων, όπως ο πύραυλος Κρουζ «Flamingo» ή FP-5, καθώς και μιας νέας γενιάς μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAV) μεγάλου βεληνεκούς, έχει καταστήσει ευάλωτους τους ισχυρά οχυρωμένους στρατηγικούς στόχους εντός και γύρω από τη Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη και άλλες τοποθεσίες στο ευρωπαϊκό τμήμα της Ρωσίας. Μέχρι πρόσφατα, το τεράστιο έδαφος της Ρωσίας θεωρούνταν ένα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα. Τώρα, όμως, αποδεικνύεται ότι η υπεράσπιση μιας αλληλοσυνδεόμενης ενεργειακής υποδομής που εκτείνεται σε μια τεράστια χώρα που καλύπτει έντεκα ζώνες ώρας αποτελεί πρόκληση και όχι πλεονέκτημα έναντι ενός εχθρού με αυξανόμενες δυνατότητες επίθεσης μεγάλου βεληνεκούς και σχετικά χαμηλού κόστους. Τουλάχιστον προς το παρόν, η Μόσχα δεν είναι σε θέση να προστατεύσει ταυτόχρονα τα πολυάριθμα τμήματα του εκτεταμένου ενεργειακού της συστήματος – διυλιστήρια πετρελαίου, σταθμούς άντλησης φυσικού αερίου και καυσίμων, σιδηροδρομικούς κόμβους και αποθήκες.

Ίσως το χειρότερο από όλα για το Κρεμλίνο είναι ότι αυτό το γενικό ζήτημα έχει αποκτήσει τις τελευταίες εβδομάδες μια απολύτως δραματική διάσταση για την παράνομα προσαρτημένη Κριμαία. Η χερσόνησος δεν είναι μόνο το «στολίδι» του επεκτατισμού του Πούτιν, αλλά, από το 2022, αποτελεί επίσης τον κύριο εφοδιαστικό κόμβο της Ρωσίας για στρατιωτικές επιχειρήσεις στο νότιο τμήμα της Ουκρανίας. Η σημαντική στρατηγική λειτουργία της Κριμαίας, που καθορίζεται γεωγραφικά ως το «οιονεί αεροπλανοφόρο» της Ρωσίας στη βόρεια Μαύρη Θάλασσα, αποτελεί επίσης το πρόβλημα της χερσονήσου. Η Κριμαία βρίσκεται σε σχετικά μεγάλη απόσταση από την ίδια τη Ρωσία, κοντά στην ουκρανική ηπειρωτική χώρα, και ως εκ τούτου είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στον νέο οπλισμό της Ουκρανίας και στη σύγχρονη προσέγγιση της στον πόλεμο.

Οι προμήθειες καυσίμων προς τη χερσόνησο έχουν διακοπεί όχι μόνο και όχι τόσο λόγω ζημιών στα διυλιστήρια, αλλά κυρίως επειδή οι οδοί μεταφοράς από τη Ρωσία προς την Κριμαία βρίσκονται πλέον υπό συνεχή ουκρανικά επιθετικά πλήγματα. Αυτό ισχύει τόσο για τη σιδηροδρομική και οδική σύνδεση από τη Ρωσία μέσω των κατεχόμενων περιοχών της νότιας Ουκρανίας προς την Κριμαία, όσο και για τη θαλάσσια μεταφορά μέσω της νεοκατασκευασμένης γέφυρας του Κερτς και με μεγάλα πλοία της Μαύρης Θάλασσας. Η αυξανόμενη διακοπή των συνδέσεων μεταξύ Ρωσίας και Κριμαίας καθιστά, επιπλέον, όλο και πιο δύσκολο για τη Μόσχα να διατηρήσει την εναλλαγή στρατευμάτων, τα αποθέματα πυρομαχικών και εφοδίων, καθώς και τη συντήρηση του εξοπλισμού στην κατεχόμενη χερσόνησο.

Ο διακεκριμένος ιστορικός της Ρωσίας με έδρα τη Γερμανία, Νικολάι Μιτροχίν του Πανεπιστημίου της Βρέμης, σχολίασε στο Facebook: «Στρατιωτικές αποθήκες και αμυντικά εργοστάσια, πολεμικά πλοία και συστήματα αεροπορικής άμυνας, διυλιστήρια πετρελαίου και αποθήκες, υποσταθμοί ηλεκτρικής ενέργειας και σταθμοί συμπίεσης φυσικού αερίου — ο αριθμός των σημαντικών στόχων που χτυπήθηκαν από τις Ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις και τις μονάδες μη επανδρωμένων αεροσκαφών της SBU έχει φτάσει τουλάχιστον τους 40 την ημέρα. Επιπλέον, υπάρχουν δεκάδες μικρότεροι στόχοι, χάρη στους οποίους, για παράδειγμα, οι εμπορευματικές μεταφορές έχουν σχεδόν παραλύσει σε τουλάχιστον τρεις κατεχόμενες περιοχές (Ζαπορίζια, Χερσώνα και Ντονέτσκ), ενώ σε δύο άλλες κατεχόμενες περιοχές [Κριμαία και Λουχάνσκ] και σε μια ομάδα παραμεθόριων περιοχών, ενέχουν τεράστιους κινδύνους».

Η Μόσχα δεν μπορεί να αντισταθμίσει πλήρως και γρήγορα, να επισκευάσει ή να αντικαταστήσει τις εγκαταστάσεις και τα αποθέματα που τα ουκρανικά UAV και οι πύραυλοι Κρουζ έχουν αποκόψει ή καταστρέψει σε ολόκληρο το δυτικό τμήμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και στην περιοχή που έχει καταλάβει παράνομα από την Ουκρανία. Σύμφωνα με τον Μιτροχίν, πλέον «τα ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη επιθέσεως ελέγχουν τον ρωσικό εναέριο χώρο τουλάχιστον μέχρι τα Ουράλια, το ρωσικό σύστημα αεροπορικής άμυνας έχει συρρικνωθεί σε λίγα σημεία που υπερασπίζονται απεγνωσμένα οι τελευταίοι εναπομείναντες πύραυλοι «Pantsir», και οι Ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν πλέον τη δυνατότητα […] να εξουδετερώσουν σχεδόν οποιονδήποτε στόχο.»

Επιπλέον, οι συσσωρευόμενες διαταραχές στον τομέα των καυσίμων της Ρωσίας συμπίπτουν με τη μείωση των εσόδων από τις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας. Η πτώση των παγκόσμιων τιμών του πετρελαίου έχει μειώσει τα έσοδα του προϋπολογισμού πολύ περισσότερο από ό,τι είχε προβλεφθεί προηγουμένως, αναγκάζοντας τη Μόσχα να αναθεωρήσει τις προβλέψεις του προϋπολογισμού. Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί ή ακόμη και επιδεινωθεί για τη Ρωσία, το συνολικό πλαίσιο της ρωσο-ουκρανικής σύγκρουσης αλλάζει. Ο πόλεμος ενδέχεται επί του παρόντος να μετατρέπεται από βραχυπρόθεσμο και ήσσονος σημασίας εμπόδιο σε μεσοπρόθεσμο και σημαντικό εμπόδιο για τη λειτουργία της καθημερινής οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Ρωσίας. Σύμφωνα με τα λόγια του Μιτροχίν, «ίσως αυτή η άβυσσος να έχει πάτο. Αλλά δεν είναι ακόμη ορατός. Και η Ρωσία οδεύει προς αυτόν με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα».

 

01 Ιουλίου 2026

Η ΕΕ έχει ξεκινήσει σοβαρές ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία. Ενώ το βάρος της απόδειξης μετατίθεται πλέον στο Κίεβο, οι Βρυξέλλες δεν μπορούν να παραμείνουν αδρανείς.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ουκρανία πραγματοποίησαν τη δεύτερη διακυβερνητική διάσκεψή τους και άνοιξαν την πρώτη ενότητα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, που είναι γνωστή ως «Βασικά Θέματα», στις 15 Ιουνίου 2026 στο Λουξεμβούργο. Το όνομα μπορεί να φαίνεται απλό, αλλά η ουσία είναι κάθε άλλο παρά τέτοια. Αυτή η ενότητα αποτελεί τη ραχοκοκαλιά ολόκληρης της διαδικασίας. Καλύπτει το κράτος δικαίου, τους δημοκρατικούς θεσμούς, τη δημόσια διοίκηση και τα οικονομικά κριτήρια, και περιλαμβάνει πέντε κεφάλαια διαπραγματεύσεων: δικαστικό σύστημα και θεμελιώδη δικαιώματα· δικαιοσύνη, ελευθερία και ασφάλεια· δημόσιες συμβάσεις· στατιστικές· και δημοσιονομικό έλεγχο. Είναι η πρώτη ενότητα που ξεκίνησε και θα είναι η τελευταία που θα ολοκληρωθεί. Από αυτή τη στιγμή, η ένταξη της Ουκρανίας έπαψε να αποτελεί μια γεωπολιτική υπόσχεση. Έχει μετατραπεί σε μια δομημένη διαπραγμάτευση με κριτήρια αναφοράς, χάρτες πορείας, προθεσμίες και την αμηχανία του να κρίνεται και να αξιολογείται κανείς.

Η πρώτη τέτοια διάσκεψη, πριν από δύο χρόνια, εγκαινίασε τις συνομιλίες και καθόρισε το διαπραγματευτικό πλαίσιο της ΕΕ. Λίγα έχουν προχωρήσει από τότε, και η συνήθης εξήγηση –η παρεμπόδιση από την Ουγγαρία– είναι σε μεγάλο βαθμό σωστή. Ωστόσο, το αδιέξοδο δεν ξεπεράστηκε επειδή οι Βρυξέλλες βρήκαν νέα αποφασιστικότητα. Άλλαξε επειδή η κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν έχασε τις εκλογές του Απριλίου. Ο κανόνας της ομοφωνίας που εκμεταλλεύτηκε ο Όρμπαν, καθώς και η ευκολία με την οποία μια πρωτεύουσα μπορεί να κρατήσει όμηρο τη διεύρυνση, δεν έχουν επιλυθεί. Απλώς, η κατάσταση έχει ηρεμήσει. Το δίδαγμα πρέπει να είναι να αναπληρωθεί ο χαμένος χρόνος, όσο το παράθυρο παραμένει ανοιχτό. Οι πέντε εναπομείναντες τομείς διαπραγμάτευσης πρέπει να ανοίξουν τον Ιούλιο. Αυτό δεν θα κατέβαζε τον πήχη, καθώς ένας κανονικός ρυθμός θα είχε διαρκέσει περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα. Θα αποδείκνυε απλώς ότι τα πολιτικά εμπόδια μπορούν να καθυστερήσουν την ένταξη, αλλά δεν μπορούν να την καθορίσουν ή/και να την ανασχέσουν, εφόσον και οι δύο πλευρές είναι έτοιμες να προχωρήσουν.

Το άνοιγμα αλλάζει επίσης το ποιος έχει το μεγαλύτερο βάρος. Μέχρι τώρα, η Ουκρανία μπορούσε να κατηγορήσει την Ουγγαρία ή την αργή διαδικασία λήψης αποφάσεων στην ΕΕ για τις καθυστερήσεις. Αυτή η δικαιολογία έχει πλέον εξαφανιστεί. Το Κίεβο πίεσε σκληρά για τον στόχο του 2027 και τώρα που οι τομείς έχουν ανοίξει, η ΕΕ μπορεί να επιστρέψει τη μπάλα. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ουκρανία θέλει να ενταχθεί, αλλά αν είναι έτοιμη να ανταποκριθεί στον συμφωνηθέντα ρυθμό.

Η κλίμακα του εγχειρήματος δεν είναι εύκολο να υποτιμηθεί. Η Συμφωνία Σύνδεσης περιελάμβανε λίγες πάνω από 600 νομικές πράξεις της ΕΕ και, έπειτα από περισσότερο από μια δεκαετία, η Ουκρανία έχει εφαρμόσει περίπου το 84% αυτών. Η ένταξη είναι μια διαφορετική τάξη μεγέθους. Απαιτεί την υιοθέτηση αρκετών χιλιάδων πράξεων, και όχι μόνο στα χαρτιά. Οι Βρυξέλλες δεν θα ρωτήσουν αν έχει ψηφιστεί ένας νόμος, αλλά αν λειτουργεί στην πράξη. Η Ουκρανία πρέπει να μεταβεί από τη λογική της προσέγγισης στη λογική της πλήρους ένταξης, κάτι που είναι πιο δύσκολο τόσο από ποιοτική όσο και από ποσοτική άποψη. Η πρώτη πραγματική δοκιμασία θα έρθει στα τέλη Οκτωβρίου, όταν η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Διεύρυνση 2026 θα δείξει αν ο τομέας των «Βασικών Αρχών» εφαρμόζεται ή απλώς έχει ανοίξει. Το να γίνουν όλα αυτά ενώ διεξάγεται ένας πλήρης πόλεμος ρωσικής επιθετικότητας, με περιορισμένο προϋπολογισμό, αδύναμη δημόσια διοίκηση και κατεχόμενα εδάφη, είναι ακόμη πιο δύσκολο – μια δυσκολία που οι αισιόδοξοι τείνουν να αγνοούν.

Έχουν τεθεί ήδη ορισμένα θεμέλια. Τον Απρίλιο, η Ουκρανία υιοθέτησε ένα Εθνικό Πρόγραμμα για την ευθυγράμμιση της νομοθεσίας της με αυτή της ΕΕ. Έχει επίσης προετοιμάσει διαπραγματευτικές θέσεις και για τις έξι ενότητες – αλλά τα έγγραφα δεν εφαρμόζονται από μόνα τους. Οι θεσμοί της Ουκρανίας για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση χρειάζεται πλέον να αποκτήσουν μεγαλύτερο ειδικό βάρος. Ο Τάρας Κάτσκα, αναπληρωτής πρωθυπουργός για την ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική ολοκλήρωση από τον Ιούλιο του 2025 και το όργανο συντονισμού της κυβέρνησης, πρέπει να κάνουν περισσότερα από το να παρακολουθούν απλώς και να συντονίζουν την πορεία και πρόοδο των διαπραγματεύσεων· πρέπει να εξουσιοδοτηθούν πολιτικά ώστε να επιβάλλουν κυρώσεις σε υπουργεία που καθυστερούν ή συντάσσουν αδύναμους νόμους. Το Κοινοβούλιο, εδώ και τέσσερα χρόνια, δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια ταχεία διαδικασία για τα νομοσχέδια που σχετίζονται με την ΕΕ. Μια πρόσφατη απόφαση κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, απαιτώντας υποβολή περισσότερων εκθέσεων και μεγαλύτερο ρόλο του Κοινοβουλίου στις διαπραγματεύσεις. Η εποπτεία είναι θετική, αλλά μια υποψήφια χώρα δεν συζητά αν θα υιοθετήσει το δίκαιο της ΕΕ – αυτό το ζήτημα αφορά τα κράτη μέλη. Το καθήκον της είναι να εφαρμόζει τους κανόνες, και μάλιστα γρήγορα, όταν δεν υπάρχει μεταβατική περίοδος.

Το βάρος, ωστόσο, δεν επικεντρώνεται μόνο στο Κίεβο, και σε αυτό το σημείο οι Βρυξέλλες διαφεύγουν πολύ συχνά από τον έλεγχο. Τα κριτήρια αξιολόγησης χωρίς κίνητρα δεν είναι παρά απλές ευχές. Η ΕΕ θα πρέπει να συνδέσει τις πληρωμές από τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της – το δημοσιονομικό πλαίσιο 2028–34 – με το κλείσιμο των κεφαλαίων των διαπραγματεύσεων και να δώσει προτεραιότητα στα κριτήρια που θα εντάξουν την Ουκρανία στην Ενιαία Αγορά. Αυτό θα μετέτρεπε τα χρήματα σε κινητήρια δύναμη μεταρρυθμίσεων, θα έδινε στους Ουκρανούς ένα πραγματικό κίνητρο πολύ πριν από την πλήρη ένταξη και θα ανάγκαζε την ΕΕ να εφαρμόσει τις από καιρό αναγκαίες μεταρρυθμίσεις πριν από τη διεύρυνση. Διότι μια διεύρυνση που η ΕΕ δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά ή να απορροφήσει δεν είναι πιο αξιόπιστη από τις μεταρρυθμίσεις που η Ουκρανία δεν μπορεί να υλοποιήσει.

Η πόρτα έχει ανοίξει περισσότερο, και αυτό είναι καλό νέο. Μια πόρτα, ωστόσο, είναι χρήσιμη μόνο αν και οι δύο πλευρές συνεχίσουν να τη διασχίζουν με ρυθμό. Το Κίεβο πρέπει να οικοδομήσει ένα κράτος κατάλληλο για ένταξη, όχι απλώς μια εξωτερική πολιτική που την επιδιώκει. Αυτό σημαίνει ενίσχυση της εξουσίας του επικεφαλής διαπραγματευτή και των συντονιστικών φορέων, καθώς και παραμερισμό της πολιτικής όπου η Ουκρανία δεν έχει να κερδίσει μεταβατικές περιόδους. Οι Βρυξέλλες, από την πλευρά τους, πρέπει να αποδείξουν ότι είναι έτοιμες να δεχτούν την Ουκρανία και πρόθυμες να πληρώσουν για αυτή τη διαδρομή. Οι επόμενοι έξι μήνες δεν θα κρίνουν την ένταξη, αλλά αποτελούν την καλύτερη ευκαιρία για την Ουκρανία να αποδείξει με τις πράξεις της ότι το εννοεί σοβαρά.

Το παρόν άρθρο βασίζεται σε ένα πρόσφατο σχόλιο του EPIK.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

22 Ιουνίου 2026

Τι δεν κατάλαβαν στο ΠΑΣΟΚ

Θανάσης Η. Καραγιάννης

Είναι δεδομένο ότι τις εκλογικές νίκες της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2019 και στις διπλές του 2023 τις έδωσε μια κρίσιμη εκλογική μάζα η οποία προερχόταν από την Κεντροαριστερά. Οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι διείδαν στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη (όχι και στο κόμμα της ΝΔ) έλλειψη λαϊκισμού, πολιτική σοβαρότητα και λειτουργική φερεγγυότητα.

 

Και όντως, την πρώτη τετραετία 2019-23 η κρίσιμη αυτή εκλογική μάζα δεν διαψεύστηκε. Κάτι που δεν συνέβη τη δεύτερη τετραετία, 2023 έως σήμερα, αφού η κυβέρνηση Μητσοτάκη στα εσωτερικά παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη, άνευρη και ανούσια, προφανώς λόγω της σφοδρής αντίδρασης των λαϊκιστικών στοιχείων της βαθιάς ΝΔ. Και όχι μόνο αυτό· με τη συνεχιζόμενη αποτυχία της κυβέρνησης να ελέγξει την ακρίβεια, έδωσε μια πρώτης τάξεως αιτία στην παραπάνω κρίσιμη κεντροαριστερή μάζα να αποστεί από την έως τότε δεδομένη εμπιστοσύνη της και να ψάξει αλλού, σε άλλες θάλασσες που έλεγε κι ο Τσίπρας, όταν είχε την «αυταπάτη» ότι αυτός, καπετάνιος της ελληνικής σκούνας, έκανε το κουμάντο στον ευρωπαϊκό στόλο. 

Ο σοβαρός όμως ψηφοφόρος φεύγει από κάπου, από όπου δεν είναι ικανοποιημένος, για να πάει κάπου αλλού όπου θα είναι καλύτερα. Ιδίως κατά τη στιγμή που το κάνει «αφιλοκερδώς» και χωρίς να υπολογίζει σε ελληνικά αντίδωρα τύπου ρουσφέτι, μέσον, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμός  κ.λπ.

Πού θα μπορούσε, όμως, να πάει σήμερα;    

Το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του, ο Νίκος Ανδρουλάκης, είχε πολύ χρόνο, από τις εκλογές του 2023 έως και σήμερα, να κερδίσει από τη ΝΔ την παραπάνω κρίσιμη εκλογική μάζα (η οποία, συν τοις άλλοις, είναι και ιδεολογικά πιο συγγενής μαζί του, παρά με τη ΝΔ), ούτως ώστε όχι απλώς να καταστεί πραγματική αξιωματική αντιπολίτευση αλλά να διεκδικήσει με αξιώσεις ακόμα και την πρωτιά.

Αφενός, οι κυβερνητικοί συμβιβασμοί του Κυριάκου Μητσοτάκη επέτρεπαν στο ΠΑΣΟΚ να δημιουργήσει την εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Αφετέρου, οι δύο καταλυτικές ήττες του Αλέξη Τσίπρα το 2023 και η επακόλουθη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ στα εξ ων συνετέθη του έδωσε χώρο, επικοινωνιακές δυνατότητες και περιθώριο πολιτικών πρωτοβουλιών.

Αλλά το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη όλο αυτό το διάστημα περί άλλα ετύρβαζε: στην αρχή, την πολιτική του μονοπώλησαν οι υποκλοπές και η θυματοποίηση του προέδρου· στη συνέχεια έκανε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έπρεπε να κάνει: έσυρε το μεγαλύτερο συστημικό κόμμα εξουσίας της μεταπολίτευσης πίσω από τις ιδεοληψίες της Καρυστιανού, της Κωνσταντοπούλου και του Βελόπουλου. Έκαναν το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου ουρά ιδεοληπτικών γκρουπούσκουλων, αφήνοντας όλον τον συστημικό πολιτικό χώρο του Κέντρου και ένα τεράστιο ποσοστό της Κεντροαριστεράς στην διάθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Και προσοχή! Λέω του Κυριάκου Μητσοτάκη και όχι της Νέας Δημοκρατίας, διότι εάν το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν το έχουν καταλάβει ακόμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το 2019 και ώς σήμερα κυβερνά περισσότερο με την Κεντροαριστερά και λιγότερο με τη ΝΔ. Η βασική συνδρομή της ΝΔ είναι η εξασφάλιση κοινοβουλευτικών ψήφων (και τούτο, όπως ήδη έχουμε δει, όχι πάντα) στις συνεδριάσεις της Βουλής.

Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια, στο ΠΑΣΟΚ ακολούθησαν τη λάθος διαδικασία, γενόμενοι δεκανίκι της υπόλοιπης τοξικής αντιπολίτευσης και προσπαθώντας, με τη σκανδαλολογία (υπαρκτή και φανταστική) και με τις από πριν καταδικασμένες προτάσεις μομφής και εξεταστικές-προανακριτικές επιτροπές, να «ρίξουν», με έμμεσο τρόπο (με απότιση ποινής πολιτικής ευθύνης και όχι με απώλεια λαϊκής νομιμοποίησης στις εκλογές) τον Κυριάκο Μητσοτάκης για να ξυλευτούν αυτοί το κουφάρι του.

Ο κόσμος όμως, οι άνθρωποι, από τη φυσιολογία τους, δεν αγαπούν τα πτωματοφάγα. Αντίθετα μάλιστα, τα αποστρέφονται. Το ίδιο και στα πολιτικά: ένα υγιές πολιτικό σύστημα δεν τρέφεται και δεν πρέπει να τρέφεται από πολιτικά πτώματα, αλλά από ενεργά, ζωντανά και δημοκρατικώς λειτουργούντα πολιτικά κόμματα.

Για τούτο και κανένας νουνεχής ψηφοφόρος δεν θέλει η ψήφος που έδωσε να αχρηστευτεί λόγω εξωεκλογικών παράπλευρων απωλειών και να καταλήξει σε ένα καλάθι δίχως πάτο. Προτιμάει να ξαναπάει στο εκλογικό κέντρο ώστε εκεί να ξαναπαιχτεί το παιχνίδι, από την αρχή και επί ίσοις όροις. Και το κυριότερο, έχοντας στα υπόψη όσα στο, μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, χρονικό διάστημα έχουν μεσολαβήσει για όλα τα κόμματα και για όλους τους υποψηφίους.  

Ιδιαίτερα αυτοί οι ψηφοφόροι που δεν έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους υστερόβουλες σκέψεις (μέσον, ρουσφέτι, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμό κ.λπ.), εκτιμούν την πολιτική ευθύτητα, την αξία, την προσπάθεια, τη σοβαρότητα, τα έργα και όχι τα λόγια και τα συνθήματα. Ιδίως αν αυτά ανήκουν στη δεκαετία του 1980 (και αν πρόκειται για τον Τσίπρα, πολύ πολύ παλαιότερα). Αντίθετα δηλαδή με όσα προφανώς πρεσβεύει και αναμένει αυτός που, αντί να πάει να ψηφίσει, προτιμάει να μην σηκωθεί από τον καναπέ του

Όραμα του συνειδητού πολίτη είναι οι τύχες της χώρας να εξαρτώνται καταρχήν από την πολιτική και να εξελίσσονται μέσα από τις προβλεπόμενες τακτικές πολιτικές διαδικασίες, δηλαδή από τις εκλογές, και όχι από έκτακτους εξωγενείς παράγοντες όπως σκάνδαλα, ατυχήματα κ.λπ. και τις ακολουθούμενες ενδεχομένως σε τέτοιες περιπτώσεις διαδικασίες παραίτησης πρωθυπουργού και κυβέρνησης. Οι οποίες διαδικασίες, ειδικά στη χώρα μας, μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου, εγκυμονώντας απρόβλεπτες συνέπειες και κινδύνους για όλους, για χώρα και για πολίτες. Κάτι που επιδιώκουν οι ακραίοι, οι μπαχαλάκηδες, οι Αγανακτισμένοι.

Εάν λοιπόν η αλεπού του ΠΑΣΟΚ ήταν ελάχιστα ξύπνια (ούτε καν πονηρή) θα έπρεπε να καταλάβει ότι η θέση της δεν είναι στην «εμποροπανήγυρι» της Αριστεράς, όπου εσχάτως ευδοκιμούν οι «αντισυστημικοί» σκανδαλοθήρες, οπαδοί της πολιτικής ανωμαλίας, αλλά στην «αγορά» του πραγματικά δημοκρατικού και φιλελεύθερου Κέντρου. Αντί λοιπόν να έχει αναλωθεί μετά μανίας ο Νίκος Ανδρουλάκης σε προσπάθειες να πιάσει κι αυτός αριστερό στασίδι σε ένα χώρο όπου και οι υποψήφιοι είναι πολλοί και τα προς τα αριστερά στασίδια ακόμα περισσότερα, το σοφό θα ήταν να είχε αποστασιοποιηθεί από όλους αυτούς και από όλα αυτά και να είχε απευθυνθεί προς το πολιτικό Κέντρο. Αυτό το πολιτικό Κέντρο το οποίο έδινε από το 1981 στο ΠΑΣΟΚ την εξουσία.

Αντ’ αυτού, όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης διαγκωνίζονται ποιο θα πρωτοδιώξει τους ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς (για να τους πάρει και πάλι –εύκολο να το μαντέψει κανείς– ποιος). Και καλά τα «αντισυστημικά» κόμματα.  Τα «συστημικά» όμως, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, γιατί;

Πόση «αριστεροσύνη» (και πόση «ρωμιοσύνη», παρεμπιπτόντως) χρειάζεται τις σημερινές εποχές ένα υπερσαραντάχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που κυβέρνησε τη χώρα υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά και υπό τον Κώστα Σημίτη επί είκοσι χρόνια, όταν μάλιστα έχει δει και τα κατορθώματα της πρώτη φορά Αριστεράς, από το 2015 ώς σήμερα; 

Ας το πούμε με τα λόγια του Νίκου Εγγονόπουλου: «Πρόεδρε Νίκο, τι ζητούσες στο μέτωπο της παράνοιας, εσύ ένας λογικός;». Ή μήπως δεν είχες ποτέ κατανοήσει τι είναι λογικό και ωφέλιμο για το ΠΑΣΟΚ και για τη χώρα;

20 Ιουνίου 2026
Σελίδα 1 από 19