Σύνδεση συνδρομητών

Αλέξης Τσίπρας

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

2010–2014: Από την αγανάκτηση στην πόρτα της εξουσίας

Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε. Για την ακρίβεια, επέστρεψε ξανά. Αυτή τη φορά με νέο κόμμα, νέα διακήρυξη, νέα πρόσωπα, νέα εθνική πυξίδα και την υπόσχεση για ένα «σοκ εντιμότητας και δημοκρατίας». Ζήτησε ακόμη και μια «νέα Μεταπολίτευση». Η νέα Μεταπολίτευση έχει προς το παρόν ένα μικρό πρόβλημα: επικεφαλής της βρίσκεται ένας από τους κεντρικούς αρνητικούς πρωταγωνιστές της προηγούμενης. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί ιδιαίτερα τον πρώην πρωθυπουργό. Άλλωστε, αν υπάρχει ένα πραγματικό πολιτικό χάρισμα που διαθέτει ο Αλέξης Τσίπρας, είναι η ικανότητά του να εμφανίζεται κάθε φορά σαν να συστήνεται για πρώτη φορά στο εκλογικό σώμα...

 

 

Θα είχε ίσως νόημα, πριν υποστούμε το νέο σοκ εντιμότητας, να θυμηθούμε το προηγούμενο. Και ας δεχτούμε εξαρχής ότι οι πολιτικοί δικαιούνται να αλλάζουν – και συχνά οφείλουν να το κάνουν. Ας λησμονήσουμε ακόμη ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν υπήρξε πάντοτε εξίσου γενναιόδωρος με αυτό το δικαίωμα όταν επρόκειτο για τους πολιτικούς του αντιπάλους. Υπάρχει όμως κάποια διαφορά ανάμεσα στην αλλαγή γνώμης και στη συστηματική αντικατάσταση της χθεσινής «αλήθειας» από μια καινούργια, χωρίς την ενοχλητική μεσολάβηση της παραδοχής ότι η προηγούμενη αποδείχθηκε ψευδής.

Θα του κάνουμε και μία ακόμη παραχώρηση. Δεν θα επιχειρήσουμε να χωρέσουμε εδώ ολόκληρη τη δημόσια πολιτική του διαδρομή, έναν μαραθώνιο υποσχέσεων που ξεχάστηκαν, βεβαιοτήτων που διαψεύστηκαν, ανθρώπων που στοχοποιήθηκαν και ευθυνών που, όταν έφθασε η ώρα του λογαριασμού, είχαν μια παράξενη τάση να μετακομίζουν στους συνεργάτες του. Θα περιοριστούμε σε ορισμένες χαρακτηριστικές στιγμές της πορείας του προς τον λαό και, κυρίως, προς την εξουσία. Η επιλογή είναι αναγκαστικά αποσπασματική. Το υλικό, δυστυχώς, είναι άφθονο.

Η αφετηρία βρίσκεται στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Το 2010, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία, το πρώτο Μνημόνιο και μια κοινωνία που έβλεπε εισοδήματα, δουλειές και βεβαιότητες μιας ολόκληρης εποχής να καταρρέουν. Η οργή ήταν πραγματική. Πραγματικές ήταν και οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος που είχε οδηγήσει τη χώρα μέχρι εκεί. Μέσα σε αυτή την οργή, όμως, γεννήθηκε και μια καινούργια πολιτική γλώσσα. Το Μνημόνιο δεν παρουσιαζόταν απλώς ως λανθασμένη ή επώδυνη πολιτική. Ήταν «πειρατεία», κατά τον ίδιο τον Τσίπρα. Οι αντίπαλοι δεν έκαναν απλώς λάθος, αλλά  υπηρετούσαν ένα καθεστώς υποταγής. Η πολιτική διαφωνία άρχισε να αποκτά ηθικούς ενόχους και, πολύ γρήγορα, προδότες.

Στις 5 Μαΐου 2010, μέσα σε μια τεράστια αντιμνημονιακή διαδήλωση, τρεις εργαζόμενοι της Marfin –ανάμεσά τους μία έγκυος γυναίκα– δολοφονήθηκαν όταν κουκουλοφόροι πυρπόλησαν το υποκατάστημα της Σταδίου. Το έγκλημα αυτό άφησε στη συλλογική συνείδηση της κοινωνίας ένα βαθύ τραύμα και συνδέθηκε έκτοτε με ένα κλίμα πολιτικής βίας, στοχοποίησης και ανεξέλεγκτης οργής. Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε στον Τσίπρα ή στον ΣΥΡΙΖΑ ευθύνη για το ίδιο το έγκλημα για να αναρωτηθούμε ποιο πολιτικό κλίμα είχε αρχίσει να διαμορφώνεται γύρω του. Θα μπορούσε, ωστόσο, να είχε λειτουργήσει ως όριο. Ως υπενθύμιση ότι, όταν η πολιτική οργή απελευθερώνεται από κάθε μέτρο και ο αντίπαλος παύει να αντιμετωπίζεται ως αντίπαλος και μετατρέπεται σε εχθρό του λαού, κάποια στιγμή εμφανίζονται άνθρωποι που παίρνουν τα συνθήματα στην κυριολεξία.

Έναν χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 2011, εμφανίστηκαν οι Αγανακτισμένοι. Αν δεν μπορεί να αποδοθεί στον ΣΥΡΙΖΑ η δημιουργία του κινήματος, είναι δύσκολο να αγνοηθεί ότι η πολιτική εγγύτητα του κόμματος με τμήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, του αντιεξουσιαστικού χώρου και διαφόρων κινηματικών συλλογικοτήτων τού επέτρεψε να αντιληφθεί πολύ γρήγορα τη δυναμική του και να επενδύσει πολιτικά σε αυτήν περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο κοινοβουλευτικό κόμμα.

Στην πλατεία Συντάγματος συνυπήρξαν άνθρωποι σχεδόν όλων των πολιτικών πεποιθήσεων: αριστεροί, δεξιοί, εθνικιστές, πολίτες συντετριμμένοι από την κρίση, συνωμοσιολόγοι και κάθε πιθανή απόχρωση της αντισυστημικής οργής. Ο Τσίπρας όμως κατάλαβε νωρίς ότι εκεί διαμορφωνόταν ένα νέο πολιτικό ακροατήριο. Χαρακτήρισε το Σύνταγμα «μια ιδιότυπη Εκκλησία του Δήμου» και είδε στους Αγανακτισμένους τη γέννηση μιας κοινωνικής δύναμης που πολύ σύντομα θα άλλαζε και τους εκλογικούς συσχετισμούς. Ο θυμός της πλατείας είχε αρχίσει να αποκτά πολιτικό εκφραστή.

Το πραγματικό πρόβλημα βρισκόταν στη γλώσσα με την οποία νομιμοποιήθηκε ένα κλίμα όπου οι κοινοβουλευτικοί αντίπαλοι έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως φορείς μιας πολιτικής που έπρεπε να ηττηθεί και άρχισαν να παρουσιάζονται ως εχθροί του λαού. Όταν άρχισαν οι προπηλακισμοί βουλευτών, ο Τσίπρας συμβούλευε τους πολίτες να προσέχουν μήπως, με τις αποδοκιμασίες τους, επιτρέψουν σε όσους είχαν ψηφίσει το Μνημόνιο να μετατραπούν «από θύτες του ελληνικού λαού σε θύματα». Η προτροπή κατέληγε βεβαίως στη δημοκρατική λύση της κάλπης. Η λέξη «θύτες» όμως είχε ήδη κάνει τη δουλειά της.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ο πιο επιτυχημένος κοινοβουλευτικός εκφραστής αυτής της οργής, χωρίς να είναι ο μόνος. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή εκτινάχθηκαν επίσης σε ποσοστά αδιανόητα λίγα χρόνια νωρίτερα, αντλώντας από την ίδια δεξαμενή θυμού, απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και αντιμνημονιακής αγανάκτησης. Η διαφορά ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να μετατρέψει αυτήν την κοινωνική έκρηξη όχι απλώς σε εκλογική ενίσχυση, αλλά σε πραγματική προοπτική εξουσίας.

Μέσα σε αυτή την ακραία τοξικότητα, την εμφυλιοπολεμική ρητορική και τις προσωπικές στοχοποιήσεις, τις περίφημες «δολοφονίες χαρακτήρων», υπήρχε πάντως και μια αξιοπρόσεκτη εξαίρεση. Ο Κώστας Καραμανλής, πρωθυπουργός την περίοδο κατά την οποία η δημοσιονομική εκτροπή της χώρας πήρε καταστροφικές διαστάσεις και με βαρύτατες πολιτικές ευθύνες για όσα ακολούθησαν, βρέθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό έξω από το πεδίο πυρός του ΣΥΡΙΖΑ. Η οργή που περίσσευε για τους περισσότερους πρωταγωνιστές της Μεταπολίτευσης, εμφάνιζε εδώ μια παράξενη εγκράτεια.

Η στάση αυτή αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν τη δει κανείς υπό το φως όσων ακολούθησαν. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έφθασε στην εξουσία, ο Προκόπης Παυλόπουλος εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος ανέλαβε κεντρικό ρόλο στο υπουργείο Δικαιοσύνης και ο Πάνος Καμμένος έγινε κυβερνητικός εταίρος. Τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει κάποια υπόγεια συμφωνία. Δείχνει όμως ότι η καταγγελία του «παλιού συστήματος» δεν κατευθυνόταν με την ίδια ένταση προς όλες τις πλευρές του. Η πολιτική οργή, όπως αποδείχθηκε, είχε και τις προτιμήσεις της.

Τα αποτελέσματα φάνηκαν γρήγορα. Το κόμμα που το 2009 είχε πάρει 4,60% εκτοξεύθηκε στο 16,78% τον Μάιο του 2012 και στο 26,89% έναν μήνα αργότερα. Σε δυόμισι χρόνια ο Τσίπρας είχε μετακινηθεί από την ηγεσία ενός μικρού κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στη θέση του βασικού διεκδικητή της εξουσίας. Δεν ήταν βεβαίως ο μόνος που εκμεταλλεύθηκε την κατάρρευση του παλιού πολιτικού συστήματος. Ήταν όμως εκείνος που κατάλαβε καλύτερα ότι μια οικονομική κρίση μπορούσε να μετατραπεί σε ηθικό εμφύλιο.  Από τη μία ο λαός και από την άλλη το «μνημονιακό σύστημα», οι «μερκελιστές», η διαπλοκή, οι πρόθυμοι, οι υποταγμένοι.

Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε και η γεωπολιτική εναλλακτική. Το 2012, η Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες ήταν για τον Τσίπρα «ένα μοντέλο που πρέπει να ακολουθήσουμε», ώστε η Ευρώπη να αφήσει πίσω της το καπιταλιστικό μοντέλο. Δεν επρόκειτο για μια φευγαλέα νεανική κουβέντα σε κάποια κομματική ταβέρνα. Ήταν πολιτική τοποθέτηση ενός ανθρώπου που είχε ήδη γίνει αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και διεκδικούσε την πρωθυπουργία.

Έναν χρόνο αργότερα, ο στενότερος συνεργάτης του, Νίκος Παππάς, ταξίδευε στη Βενεζουέλα μαζί με τον Κύπριο δικηγόρο Αρτέμη Αρτεμίου, το όνομα του οποίου εμφανίστηκε αργότερα στα Panama Papers. Όταν το ταξίδι αποκαλύφθηκε, ο Παππάς εξήγησε ότι διερευνούσε, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα αγοράς προϊόντων από τα κρατικά σουπερμάρκετ της χώρας και προετοίμαζε πιθανή επίσκεψη Τσίπρα. Δεν χρειάζεται κανείς να προσθέσει μαρούλια, ντομάτες ή άλλες λεπτομέρειες που γέννησε αργότερα η λαϊκή φαντασία. Η επίσημη εκδοχή είναι από μόνη της αρκετά ευφάνταστη.

Το 2014, ο Τσίπρας είχε πλέον μετατρέψει αυτή την πολιτική σε ένα απολύτως καθαρό δίλημμα. «ΣΥΡΙΖΑ ή μνημόνια;» ρωτούσε πριν από τις ευρωεκλογές. Η λαϊκή θέληση, διαβεβαίωνε, θα «σαρώσει τα μνημόνια». Οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν πέσει, κατά τη δική του ανάγνωση, από τους αγώνες του λαού και ερχόταν η σειρά της κυβέρνησης Σαμαρά.

Όταν τον ρώτησαν ευθέως αν πράγματι θα «σκίσει τα μνημόνια», η απάντηση που καταγράφηκε ήταν αντάξια της εποχής: «Και θα είναι μέρα μεσημέρι». Το Μνημόνιο, εξηγούσε, θα τελείωνε την πρώτη ημέρα της κυβέρνησης της Αριστεράς. Αργότερα, όταν τα γεγονότα απέκτησαν τη γνωστή δυσάρεστη επιμονή τους, θα δήλωνε ότι ποτέ δεν είχε πει πως τα μνημόνια θα σκίζονταν «με έναν νόμο». Κυριολεκτικά μπορεί κανείς να συζητήσει επί ώρες για τη διαφορά ανάμεσα στο «θα τα σκίσουμε μέρα μεσημέρι» και στο «θα τα σκίσουμε με έναν νόμο». Η ελληνική πολιτική ζωή έχει γνωρίσει σοβαρότερες φιλολογικές διαμάχες, αλλά τόσο διασκεδαστικές.

Έτσι οικοδομήθηκε η μεγάλη υπόσχεση. Οι προηγούμενοι είχαν αποτύχει όχι επειδή η χώρα ήταν χρεοκοπημένη, οι επιλογές περιορισμένες και οι διεθνείς συσχετισμοί δυσμενείς, αλλά επειδή δεν είχαν το θάρρος να συγκρουστούν. Η Ευρώπη μπορούσε να υποχωρήσει. Το Μνημόνιο μπορούσε να τελειώσει. Οι εφαρμοστικοί νόμοι μπορούσαν να καταργηθούν. Οι απώλειες μπορούσαν να αποκατασταθούν. Η αξιοπρέπεια θα επέστρεφε. Και όλα αυτά χωρίς εκείνο το δυσάρεστο τίμημα που οι προηγούμενοι επέμεναν να παρουσιάζουν ως αναπόφευκτο.

Εκατομμύρια άνθρωποι είχαν κάθε λόγο να θέλουν να το πιστέψουν. Είχαν κουραστεί, είχαν φορολογηθεί, είχαν χάσει εισοδήματα, δουλειές και εμπιστοσύνη σε ένα πολιτικό σύστημα που έφερε τεράστιες ευθύνες για τη χρεοκοπία της χώρας. Μαζί του, όμως, ευθύνες είχε και η ίδια η κοινωνία που για χρόνια αποδεχόταν, ανεχόταν ή και απαιτούσε ένα κράτος δανεικών, διορισμών, πρόωρων συντάξεων, φοροδιαφυγής και παροχών χωρίς αντίκρισμα. Το περιβόητο «μαζί τα φάγαμε» του Θόδωρου Πάγκαλου, που τότε ακούστηκε σχεδόν ως ύβρις, με την απόσταση των χρόνων ακούγεται λιγότερο προκλητικό και περισσότερο σαν μια ενοχλητική αλήθεια που η κοινωνία δεν ήταν ακόμη έτοιμη να ακούσει.

Αντίθετα, ο Τσίπρας είχε καταλάβει με ακρίβεια τι ήθελε να ακούσει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Ήταν σχεδόν απολύτως συμβατός με εκείνον τον γνώριμο Έλληνα του καφενείου που, αν γινόταν πρωθυπουργός για μία ημέρα, θα σου εξηγούσε με απόλυτη βεβαιότητα πώς λύνεται το χρέος, πώς μπαίνουν στη θέση τους οι Ευρωπαίοι, πώς φορολογούνται οι πλούσιοι, πώς αυξάνονται οι μισθοί και, αν περίσσευε λίγος χρόνος, πώς φτιάχνεται και ο κόσμος ολόκληρος.

Ο Τσίπρας αποδείχθηκε ο ικανότερος εκφραστής αυτής της αυταπάτης. Την κατάλαβε, μίλησε τη γλώσσα της και τελικά την έκανε πολιτικό πρόγραμμα – για να ονομάσει αργότερα «αυταπάτες» όσα ο ίδιος είχε προηγουμένως παρουσιάσει ως βεβαιότητες και πάνω στα οποία οικοδόμησε την πορεία του προς την εξουσία.

Σε λίγο θα είχαν την ευκαιρία να ανακαλύψουν αν ήταν πράγματι έτσι.

Ύστερα ήρθε η εξουσία.

 

*Το πρώτο από μια σειρά άρθρων υπό τον γενικό τίτλο «Ο άνθρωπος που επιστρέφει πάντα αθώος»

 

 

01 Σεπτεμβρίου 2026

Ο κομματοκομιστής!

Θανάσης Η. Καραγιάννης

Το βέβαιο είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ έφεραν καινούργια πράγματα στην πολιτική ζωή της χώρας. Θα τολμούσα όμως να πω, χωρίς να πέφτω έξω, όλα αρνητικά. Ένα αρνητικό παραπάνω λοιπόν δεν θα αποτελούσε κανονικά έκπληξη, εάν δεν ήταν τόσο πρωτόγνωρο και τόσο παράξενο: η μετακόμιση ενός ολόκληρου παλιού πολιτικού κόμματος, το οποίο μάλιστα κυβέρνησε και τον τόπο επί σχεδόν πενταετία, σε ένα άλλο πολιτικό κόμμα καινούργιο, το οποίο ακόμα μήτε το είδαμε μήτε το απαντήσαμε.

Λέγεται, και μάλλον σωστά από ό,τι αποδεικνύεται, ότι το ριμπράντιγκ του Τσίπρα δεν άρχισε ούτε στις 26 Μαΐου 2026 που ανακοίνωσε την ίδρυση του νέου κόμματός του ούτε στις 3 Δεκεμβρίου 2025 που παρουσίασε το βιβλίο του, ούτε και στις 6 Οκτωβρίου 2025 που παραιτήθηκε από βουλευτής, αλλά πολύ πιο πριν. Συγκεκριμένα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2024, που οι συριζαίοι καθαίρεσαν με πραξικοπηματικές διαδικασίες της Κεντρικής Επιτροπής τον νόμιμα από Συνέδριο του κόμματος εκλεγμένο πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Στέφανο Κασσελάκη.

Αν λοιπόν ισχύει αυτό, και κατά τη γνώμη μου ισχύει απόλυτα, τότε από την παράνομη καθαίρεση Κασσελάκη και έως σήμερα, οι περισσότεροι μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και μερικοί εκτός) παίζουν ένα πολύ ανήθικο πολιτικό παιχνίδι, τόσο εις βάρος των μελών του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και κυρίως εις βάρος των ψηφοφόρων του. Διότι τα τελευταία χρόνια, και μετά την παραίτηση Τσίπρα από την αρχηγία του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ τους καλούσαν και τους καλούν να ψηφίσουν έναν «κατά τα φαινόμενα» ΣΥΡΙΖΑ με πρόεδρό του στην αρχή τον Στέφανο Κασσελάκη και στη συνέχεια τον Σωκράτη Φάμελο, στην πραγματικότητα ψήφιζαν κάτι άλλο, έναν αφανή και υποκρυπτόμενο ΣΥΡΙΖΑ, με αφανή αρχηγό του τον Αλέξη Τσίπρα. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από την αρχική αντικαταστατική και παράνομη εκπαραθύρωση του Κασσελάκη από τον ΣΥΡΙΖΑ, σε συνδυασμό με την ήδη ευρισκόμενη σε εκκρεμότητα μετακόμιση της Νέας Αριστεράς προς τον (την) ΤσιπρΕΛΑΣ, σε συνδυασμό επίσης με τη σημερινή επιχειρούμενη μετακόμιση του ΣΥΡΙΖΑ στο παραπάνω κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ίσως για πρώτη φορά στην κοινοβουλευτική ιστορία της χώρας, και στην περίπτωση που κάποιοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Αριστεράς ή του Κινήματος Δημοκρατίας βρεθούν τελικά στις αγκάλες του (της) ΕΛΑΣ του Τσίπρα, μέσα σε μια κοινοβουλευτική περίοδο θα έχουν περάσει από τρία διαφορετικά κόμματα (παλιός ΣΥΡΙΖΑ -  νέος ΣΥΡΙΖΑ ή Νέα Αριστερά ή Κίνημα Δημοκρατίας - και ΕΛΑΣ), συν μία διαφορετική κατάσταση, την κατάσταση του ανεξάρτητου.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της σημερινής κοινοβουλευτικής μας κατάστασης είναι ότι για πρώτη επίσης φορά υπάρχουν στη Βουλή σαράντα βουλευτές ανεξάρτητοι.

Όλα αυτά είναι συμπτώματα που δεν οφείλονται στον πλουραλισμό του πολιτικού μας συστήματος, ούτε στην ανεξαρτησία της βουλευτικής ιδιότητας, αλλά αντίθετα στην κακοδαιμονία του πολιτικού και κοινοβουλευτικού βίου της σημερινής μας αντιπολίτευσης. 

Κατά συνέπεια, τα ερωτήματα (επαν)έρχονται αμείλικτα: όλοι αυτοί οι βουλευτές (που γυρίζουν από κόμμα απευθείας σε κόμμα, ή από κόμμα σε ανεξαρτησία και από ανεξαρτησία σε κόμμα κ.ο.κ.), σε ποιες αρχές ποιου πολιτικού κόμματος ομνύουν, στη βάση ποίων αρχών ψηφίστηκαν από τους ψηφοφόρους τους στις προηγούμενες εκλογές και τι τέλος πάντων εκπροσωπούν σήμερα σε σχέση με τους ψηφοφόρους που στις τελευταίες εκλογές τους ανέδειξαν στους βουλευτικούς τους θώκους;

Ή, για να το πούμε αλλιώς, ποιο είναι σήμερα το περιεχόμενο της αντιπροσωπευτικής σχέσης τους που σύμφωνα με το Σύνταγμα πρέπει να έχουν με το λαό, τους ψηφοφόρους τους, και πώς νομιμοποιούνται στη βάση της λαϊκής κυριαρχίας τους;

Ιδιαίτερα, λαμβάνοντας υπόψη έναν ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος, όπως κάθε μέρα και περισσότερο αποδεικνύεται, εκτός από τους σκιώδεις «υπουργούς» που ως κόμμα διέθετε, και ο ίδιος λειτουργούσε (και ακόμα λειτουργεί) ως σκιώδες πολιτικό κόμμα κάποιου άλλου πολιτικού κόμματος. Στο δίκαιο, αυτές οι καταστάσεις χαρακτηρίζονται εικονικές δικαιοπραξίες και πάσχουν, αναλόγως, από μερική έως και πλήρη ακυρότητα. Μάλλον το ίδιο πρέπει να ισχύει και στην πολιτική. Και απ’ ό,τι φαίνεται, και στο δίκαιο και στον ΣΥΡΙΖΑ η ισχυρή δικαιοπραξία είναι η υποκρυπτόμενη: το πραγματικό κόμμα δεν είναι αυτό που φαίνεται αλλά αυτό που υποκρύπτεται· και η πραγματική ηγεσία του δεν είναι αυτή που φαίνεται, αλλά αυτή που υποκρύπτεται.

Και σ’ αυτό το παιχνίδι, πρωταγωνιστικό ρόλο φυσικού αυτουργού (και εν τοις πράγμασι άμεσου συνεργού κάποιου που όλοι γνωρίζουμε) παίζει ο έως σήμερα μετακασσελακικός πρόεδρός του, Σωκράτης Φάμελος.

Ο οποίος Σωκράτης Φάμελος, με τις πολιτικές επιλογές του, βρίσκεται σήμερα εις την  (ευχάριστον άραγε;) θέση να κάνει τον κομματοκομιστή του Τσίπρα.

Ναι, σωστά διαβάζετε: τον κομματοκομιστή, και όχι τον γραμματοκομιστή. Η ειδικότητα του γραμματοκομιστή είναι μια παλιά ειδικότητα, η οποία λόγω της αλματώδους ανάπτυξης της τεχνολογίας εξαφανίστηκε. Μας έμεινε μόνον ο γραμματοκομιστής από το παλιό «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια», ο οποίος παρεμπιπτόντως κι’ αυτός στον ΣΥΡΙΖΑ ξενίζεται τα τελευταία αρκετά χρόνια. Και προφανώς η ειδικότητα του γραμματοκομιστή έχει πλέον αντικατασταθεί από την ειδικότητα του κομματοκομιστή, αφού τους τελευταίους μήνες βλέπουμε πολλούς εκεί στην Αριστερά να διαγκωνίζονται για να μετακομίσουν τα κόμματά τους, ως συλλογικότητες ή ως άτομα, στο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.

Έτσι λοιπόν και ο Σωκράτης Φάμελος, στο πλαίσιο αυτής της αποστολής του, εναγωνίως μηχανεύεται τρόπους να κλοτσάει το «ντενεκεδάκι» παρακάτω, μέχρι να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος, σύμφωνα με το προ πολλού γνωστοποιημένο και αυστηρότατο φέις κοντρόλ των υποψηφίων εκ μέρους του Τσίπρα, ώστε να μετρηθούν τα παλικάρια του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝεΑρ (όπως μετά τις μάχες στο 1821) και να δουν ποιοι θα γίνουν δεκτοί στον νέο (στη νέα) ΕΛΑΣ και ποιοι θα «ριχτούν στα σκυλιά», κατά τη ρήση της Ρένας Δούρου.  

Στο πλαίσιο αυτό, συνεπώς, ο πρόεδρος Σωκράτης Φάμελος εκδίδει και «αποφάσεις», οι οποίες, κατά επίσης πρωτοφανή, μοναδικό και περίεργο τρόπο, δεν λαμβάνουν και δεν εμπεριέχουν  αποφάσεις για το μέλλον του κόμματός του (το οποίο σημειωτέον φαίνεται καθ’ όλα σκοτεινό και αβέβαιο), αλλά αντίθετα εμπεριέχουν αποφάσεις για το μέλλον ενός άλλου κόμματος, του (της) ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Διότι αυτό ακριβώς είναι η τελευταία απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ: ενώ δεν αποφασίζει τίποτα σχετικό με τον ΣΥΡΙΖΑ και το μέλλον του, αποφασίζει για το μέλλον ενός άλλου κόμματος: να μην αντιπαρατεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με ένα θέσει αντίπαλο πολιτικό κόμμα, το κόμμα του Τσίπρα, για να μην του στερήσει προφανώς ψήφους στις προσεχείς εκλογές.

Ενώ η αλήθεια, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι ότι δύο ή περισσότερα κόμματα, τα οποία παίρνουν μέρος χωριστά στην ίδια εκλογική διαδικασία, είναι εκ των πραγμάτων αντίπαλα, διότι κυνηγούν τις ίδιες ψήφους. Κάθε άλλη, εν στενή ή εν ευρεία εννοία, «ερμηνεία», όπως αυτή που πάει να περάσει ο Σωκράτης Φάμελος και οι περί αυτόν, το μόνο που κάνει είναι να εξαπατά το εκλογικό σώμα και τους μελλοντικούς υποψήφιους  ψηφοφόρους του. 

Διότι, και καταρχάς, με την απόφαση αυτή τελικά τι (δεν) αποφάσισαν στον ΣΥΡΙΖΑ; Θα συνεχίσουν να είναι αυτόνομο, ανεξάρτητο κα κυρίαρχο πολιτικό κόμμα ή υποβοηθητικό – δεκανίκι ενός άλλου πολιτικού κόμματος, δηλαδή του (της) ΕΛΑΣ  του Τσίπρα;

Και στην πρώτη περίπτωση πώς θα εφαρμοστεί η απόφαση αυτή στην πράξη; Θα κατεβούν στις επόμενες εκλογές ως αυτόνομο κόμμα ή όχι, ενόψει μάλιστα της απόλυτης θέσης του Τσίπρα ότι δεν δέχεται κόμματα ή συλλογικότητες αλλά μόνον άτομα; Κι αν κατεβούν ως αυτόνομο κόμμα, θα κατεβούν με ποιες αρχές και με ποια συνθήματα; Τι θα πουν δηλαδή στον κόσμο για να τους ψηφίσει; Ψηφίστε με για να… βοηθήσω το κόμμα του Τσίπρα; 

Και στην περίπτωση αυτή, γιατί οι ψηφοφόροι να ψηφίσουν τον μεσάζοντα ΦαμελοΣΥΡΙΖΑ και όχι  κατ’ ευθείαν τον ορίτζιναλ ΤσιπρΕΛΑΣ;

Φαίνεται να ξεχνούν ο Σωκράτης Φάμελος και η παρέα του ότι, σύμφωνα με την εκλογική νομοθεσία, η οποία θα ισχύει και στις επόμενες εκλογές, έκαστος ψηφοφόρος δικαιούται να υποστηρίξει, συντροφικά ή όχι, μόνο ένα κόμμα και να ρίξει σε μια μόνο κάλπη μόνο ένα ψηφοδέλτιο. Οι υποψήφιοι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ πόσα ψηφοδέλτια θα ρίξουν; Δύο; Ένα για τον ΣΥΡΙΖΑ και ένα για τον (την) ΕΛΑΣ; Ή μόνον ένα για τον (την) ΕΛΑΣ; Γιατί ψηφοδέλτιο προς τον ΣΥΡΙΖΑ  δεν βλέπω.    

Νομίζω λοιπόν ότι το πράγμα με τον ΣΥΡΙΖΑ αρχίζει να τρέπεται από κωμωδία σε φαρσοκωμωδία, και σιγά σιγά μέχρι τις εκλογές σε τραγωδία.

Διότι προφανώς, τελικά, συμβαίνει αυτό που όλοι το ’χουν τούμπανο κι αυτοί, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή, κρυφό καμάρι: η παραπάνω δηλαδή απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί τίποτε άλλο από την αποτυχημένη αμήχανη πρώτη πράξη μιας προαποφασισμένης και υποκρυπτόμενης μετακόμισης του ΣΥΡΙΖΑ στον (στην) ΕΛΑΣ του Τσίπρα. 

Έχω συνεπώς την εντύπωση ότι σε κανένα πολιτικό κόμμα των τελευταίων πολλών δεκαετιών, δεν βρίσκει τόση ανταπόκριση η λαϊκή παροιμία που λέει «η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη»,  όση στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ.

Μια παροιμία η οποία εκθέτει με τον καλύτερο τρόπο τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, τις κρυφές συμφωνίες και τις αποφάσεις που λαμβάνονται «κεκλεισμένων των θυρών» ή κατά τη διάρκεια της νύχτας, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Σύμφωνα με την οποία η νύχτα, δηλαδή το παρασκήνιο, συμβολίζει το χρόνο που γίνονται οι ζυμώσεις, τα «μαγειρέματα» και οι κρυφές συμφωνίες για μια εκλογή ή το διορισμό σε ένα αξίωμα, και η αυγή το αποτέλεσμα, το οποίο όμως περιέργως δεν είναι αυτό που έχει αποφασιστεί τη νύχτα.

Και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ; Προφανώς σε άλλο έργο θεατές: το 2023 κοιμήθηκαν με Τσίπρα και ξύπνησαν χωρίς Τσίπρα. Στη συνέχεια κοιμήθηκαν χωρίς Τσίπρα και ξύπνησαν με Κασσελάκη. Στη συνέχεια κοιμήθηκαν με Κασσελάκη και ξύπνησαν με… πολλούς και διάφορους: άλλος με Φάμελο, άλλος με Χαρίτση και άλλος, ώ του θαύματος, πάλι με Στέφανο. Και τώρα;

Τώρα, με όλα όσα γίνονται, φοβούνται μάλλον να κοιμηθούν, γιατί δεν ξέρουν με ποιον μητροπολίτη θα ξυπνήσουν!

15 Ιουνίου 2026

Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται σήμερα ξανά στον δημόσιο διάλογο ως τιμητής των εξελίξεων. Αξίζει όμως να θυμηθούμε τι ακριβώς συνέβη το καλοκαίρι του 2015.

 

Όπως είδαμε και στην εξαιρετικά αποκαλυπτική σειρά ντοκιμαντέρ της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού, Στο χιλιοστό, για τις δραματικές εκείνες ημέρες, πολλοί από τους ευρωπαίους ηγέτες και αξιωματούχους που βρέθηκαν στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων περιγράφουν την έκπληξη, ακόμη και την αμηχανία τους, απέναντι στην εικόνα που παρουσίαζε η κυβέρνηση της «πρώτης φοράς Αριστερά». Σε μια αίθουσα γεμάτη πρωθυπουργούς, υπουργούς Οικονομικών, κεντρικούς τραπεζίτες και τεχνοκράτες που έφθαναν με φακέλους, αναλύσεις, προβολές και εναλλακτικά σχέδια, η ελληνική πλευρά έμοιαζε συχνά να λειτουργεί περισσότερο με πολιτικούς αυτοσχεδιασμούς και συνθήματα παρά με επεξεργασμένο σχέδιο διαπραγμάτευσης.

Η περίφημη «περήφανη διαπραγμάτευση» κατέληξε σε κλειστές τράπεζες, σε ένα δημοψήφισμα που μετατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες στο αντίθετό του και σε μια χώρα που βρέθηκε στο χείλος της εξόδου από το ευρώ. Χάθηκαν χρόνια ανάπτυξης, επενδύσεις και αξιοπιστία. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στο πιο επικίνδυνο σημείο της μεταπολιτευτικής της ιστορίας.

Αυτό που συχνά λησμονούμε είναι ότι η χώρα δεν διασώθηκε επειδή το σχέδιο πέτυχε. Διασώθηκε επειδή, την ύστατη στιγμή, βρέθηκαν άνθρωποι που έδωσαν κυριολεκτικά την ψυχή τους για να αποτραπεί η καταστροφή. Εκείνες τις ημέρες υπήρξαν ισχυρές φωνές στην Ευρώπη που θεωρούσαν ότι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ ήταν η μόνη ρεαλιστική λύση. Η πίεση υπέρ ενός Grexit ήταν πραγματική και ισχυρή.

Κι όμως, απέναντι σε αυτή τη λογική, εμφανίστηκε ένα διαφορετικό ρεύμα. Πολιτικοί, αξιωματούχοι και παράγοντες των ευρωπαϊκών θεσμών επέλεξαν να δουν την Ελλάδα όχι ως προβληματικό λογαριασμό προς εκκαθάριση αλλά ως μέρος μιας κοινής ευρωπαϊκής ιστορίας. Υπήρξαν άνθρωποι που πάλεψαν για να μείνει η χώρα στην ευρωπαϊκή οικογένεια, ακόμη και όταν η ίδια η ελληνική κυβέρνηση φαινόταν να εξαντλεί κάθε περιθώριο ανοχής των εταίρων της.

Υπάρχει κάτι σχεδόν συγκινητικό σε αυτή την πλευρά της ιστορίας. Θυμίζει, σε διαφορετικές φυσικά συνθήκες, εκείνη τη ρομαντική διάσταση του φιλελληνισμού των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων, όταν άνθρωποι εκτός Ελλάδας πίστεψαν στην επιβίωση της χώρας περισσότερο απ’ όσο πίστευαν ορισμένοι από τους ίδιους τους ηγέτες της.

Το δημοψήφισμα του Ιουλίου δεν υπήρξε η κορύφωση μιας πολιτικής αυταπάτης/απάτης που οδήγησε τη χώρα λίγα βήματα πριν από μια ιστορική καταστροφή. Η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, η αδυναμία εισαγωγών και η βίαιη φτωχοποίηση δεν ήταν θεωρητικές ασκήσεις επί χάρτου. Ήταν πραγματικές πιθανότητες που συζητούνταν καθημερινά στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων.

Το δράμα δεν είναι μόνο ότι η Ελλάδα σώθηκε κυριολεκτικά στο χιλιοστό. Είναι ότι σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να μην έχει συνειδητοποιήσει πόσο κοντά βρέθηκε στον γκρεμό. Συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε εκείνη την περίοδο ως μια παρεξηγημένη προσπάθεια που δήθεν συγκρούστηκε με το κατεστημένο της Ευρώπης, ενώ στην πραγματικότητα ήταν η πιο επικίνδυνη πολιτική περιπέτεια της μεταπολίτευσης.

Οι λαοί έχουν δικαίωμα στο λάθος. Οι δημοκρατίες επιβιώνουν και μέσα από τις λανθασμένες επιλογές τους. Έχουν όμως και υποχρέωση στη μνήμη. Διότι όταν ξεχνάς πόσο κοντά βρέθηκες στην καταστροφή, αρχίζεις σταδιακά να πιστεύεις ότι ο άνθρωπος που σε οδήγησε εκεί μπορεί να παρουσιαστεί ως ο κατάλληλος για να σε οδηγήσει στο μέλλον.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της σημερινής συγκυρίας. Ότι ο άνθρωπος που έφερε τη χώρα σε απόσταση αναπνοής από μια εθνική τραγωδία ανυπολόγιστων διαστάσεων επιχειρεί να επανεμφανιστεί ως φωνή δικαίωσης και πολιτικής σοφίας. Η δημοκρατία ασφαλώς του αναγνωρίζει αυτό το δικαίωμα. Η ιστορική μνήμη, όμως, επιβάλλει να θυμόμαστε ολόκληρη τη διαδρομή και όχι μόνο το γεγονός ότι, την τελευταία στιγμή, η χώρα σώθηκε... από τους γερμανοτσολιάδες.

10 Ιουνίου 2026

Στην αρχή ήταν η δήλωση του Δημήτρη Χατζησωκράτη, ο οποίος πριν κάποιες εβδομάδες πρότεινε την ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ στο νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα: έτσι «το όνομα και το σήμα του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ κατατίθενται στον Άρειο Πάγο και η περιουσία του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και η κρατική επιχορήγησή του μεταβιβάζονται εξ ολοκλήρου στο νέο κόμμα», έγραψε. Μάλιστα, πριν το νέο κόμμα Τσίπρα ιδρυθεί και, πολύ περισσότερο, πριν αυτό καν ανακοινωθεί επισήμως.

01 Ιουνίου 2026

Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας, INAT, https://in-at.gr/i-kyvernosa-aristera-tis-neas-epochis

Το μανιφέστο έχει συνταχθεί από επιτροπή επαϊόντων, ανθρώπων δηλαδή, με περγαμηνές, πολιτικής επιστήμης, ιστορίας, δημόσιας διοίκησης. Με διδακτορικά, οι περισσότεροι, καθηγητές πανεπιστημίου, και επικεφαλής τους, ο αγαπητός Γιώργος Σιακαντάρης, δόκτωρ κοινωνιολογίας, μελετητής και βαθύς γνώστης της ιστορίας, της φιλοσοφίας και των πολιτικών της σοσιαλδημοκρατίας. Είχα λοιπόν σοβαρό πρόβλημα. Μήπως υπερβάλω; Μήπως είναι αμετροεπές να εκφράζομαι με τόσο απαξιωτικό τίτλο για ένα πολιτικό κείμενο γραμμένο από άτομα που διαθέτουν, αναμφίβολα, ισχυρότατο υπόβαθρο στις κοινωνικές επιστήμες; Έτσι,  αποφάσισα να ανατρέξω σε ένα εξαιρετικό βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2019.

10 Μαϊος 2026

Αλέξης Τσίπρας, Ιθάκη, Gutenberg, Αθήνα 2025, 762 σελ.

Βασικό στοιχείο της στρατηγικής του Αλέξη Τσίπρα, όπως φαίνεται από τις θέσεις που εκθέτει στο βιβλίο του, ήταν η πεποίθηση ότι η ΕΕ θα υποχωρούσε μπροστά στην ελληνική αντίσταση για να αποφύγει τη μετάδοση της κρίσης σε άλλες χώρες και την ενδεχόμενη διάλυση της Ευρωζώνης. Όμως η Ευρωζώνη θωρακιζόταν, ενώ η οικονομική κατάσταση της χώρας χειροτέρευε και, μαζί της, η διαπραγματευτική θέση της. Με τις επιλογές του και με τη σημερινή ερμηνεία των γεγονότων του 2015, ο πρώην πρωθυπουργός δείχνει την αμηχανία της ελληνικής Αριστεράς απέναντι στην ευρωπαϊκή ενοποίηση ενώ και ο ίδιος έδειχνε αδυναμία κατανόησης των ολοένα και δυσμενέστερων συσχετισμών δύναμης μέχρι το δημοψήφισμα. Η Ιθάκη του Τσίπρα ήταν φαντασιακή: το ταξίδι του, στην πραγματικότητα, τελείωσε το 2019, μακριά από την Ιθάκη.

27 Φεβρουαρίου 2026

Η πρόσφατη σύγκρουση ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Γιάννη Στουρνάρα επαναφέρει στο προσκήνιο μια σκοτεινή και επώδυνη περίοδο που συνεχίζει να υπονομεύει την ελληνική πολιτική ζωή. Το 2015 παραμένει ανοιχτός λογαριασμός, ανοιχτή πληγή του δημόσιου βίου. Κάθε παρέμβαση των θυτών γύρω από εκείνα τα χρόνια λειτουργεί ως πράξη πολιτικής αποσταθεροποίησης.

17 Φεβρουαρίου 2026

Αλέξης Τσίπρας, Ιθάκη, Gutenberg, Αθήνα 2025, 762 σελ.

Το βιβλίο που υπογράφει ο Αλέξης Τσίπρας είναι αριστοτεχνική συσκευασία πολιτικής εξαπάτησης, ένα μνημείο θράσους που επιδιώκει να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων μια ολόκληρη περίοδο πολιτικού τυχοδιωκτισμού, αυταπάτης, ανευθυνότητας και περιφρόνησης των θεσμών. Το βιβλίο αυτό ο πρώην πρωθυπουργός που προσπαθεί να επιστρέψει απλώς το υπέγραψε, όπως υπέγραψε και το πραγματικό, άγραφο μνημόνιο αυτού του τόμου: το μνημόνιο της απάτης, της σκηνοθετημένης αθωότητας και της ιδεολογικής υποκρισίας.

03 Φεβρουαρίου 2026

Ειλικρινά, το να γράφω για Αλέξη Τσίπρα δεν είναι η αγαπημένη μου ενασχόληση. Θεωρώ όμως ότι δεν πρέπει να αφήνουμε, όσο μπορούμε και κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του ο καθένας μας, την «ενημέρωση» του πολίτη στην ανύπαρκτη σχέση του πρώην πρωθυπουργού με την αλήθεια. Προπαντός δεν πρέπει να την αφήνουμε σε έναν αποτυχημένο καθ’ όλα πολιτικό, που προσπαθεί να επανέλθει, χωρίς καν να «τον νοιάζει αν τον λέν’ αμετανόητο»! Πόσος κυνισμός πια!

17 Δεκεμβρίου 2025

Αν υπήρχε Θεός

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης
Ο Τσίπρας αν υπήρχε Θεός, δικαιοσύνη στον κόσμο, και λαϊκή κρίση θα έπρεπε να μιλάει σήμερα στον Κορυδαλλό, γιατί εκεί ανήκει και όχι στο κέντρο της Αθήνας που έκανε στάχτες για να γίνει πρωθυπουργός. Είμαι βαθύτατα ενοχλημένος και τρομοκρατημένος, όχι από το κνώδαλο (που εξακολουθεί να είναι επικίνδυνο) αλλά από την αβυσσαλέα παρακμή και την αισθητική βαρβαρότητα ενός λαού που δεν του αξίζει η καλή του τύχη!
03 Δεκεμβρίου 2025
Σελίδα 1 από 4