web only
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ νίκη της ιδεολογίας επί της δημοκρατίας
Η Ελλάδα παρακολουθεί ακόμη μια φορά ένα γνώριμο έργο. Μια ομάδα ανθρώπων οργανώνει επιθέσεις, εκφοβίζει πολίτες, κυνηγά ανθρώπους στους δρόμους επειδή είναι εβραίοι και, λίγες ημέρες αργότερα, μια τρομοκρατική ενέργεια αφαιρεί τη ζωή μιας αθώας γυναίκας. Θα περίμενε κανείς ότι μια δημοκρατία με την εμπειρία της ελληνικής θα αντιδρούσε απέναντι στην πολιτική βία χωρίς δισταγμούς και χωρίς αστερίσκους. Κι όμως, ακόμα και σήμερα, η δημόσια συζήτηση δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει τις ίδιες λέξεις για τις ίδιες πράξεις. Σαν να εξακολουθεί η ελληνική κοινωνία να κρίνει πρώτα τον δράστη και ύστερα την πράξη.
Αυτό δεν είναι σύμπτωση ούτε προϊόν της συγκυρίας. Είναι η κατάληξη μιας διαδρομής που ξεκινά σχεδόν μισό αιώνα πριν.
Η μεγαλύτερη νίκη της ελληνικής Αριστεράς μετά το 1974 ήταν η πολιτισμική της κυριαρχία. Η ιδεολογική κυριαρχία της υπήρξε το σημαντικότερο πολιτισμικό γεγονός της Μεταπολίτευσης και διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έμαθε να αντιλαμβάνεται την ιστορία, την πολιτική, την ηθική και τελικά την ίδια την πραγματικότητα. Η επιρροή της ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια των κομμάτων. Απλώθηκε στην εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στη δημοσιογραφία, στη διανόηση και στην τέχνη. Εκεί συγκροτήθηκε σταδιακά ένα ιδεολογικό, ηθικό, σχεδόν θεολογικό αφήγημα που ανακατέταξε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική ιστορία σε ένα νέο σύστημα ηθικών κατηγοριών. Οι πολιτικές συγκρούσεις μετατράπηκαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στους ηθικά δικαιωμένους και στους ιστορικά ενόχους, στους προοδευτικούς και στους αντιδραστικούς, στους ήρωες και στους προδότες. Έτσι αναδιαμορφώθηκε σταδιακά ο ίδιος ο ηθικός χάρτης της δημόσιας ζωής.
Οι εκλογές ήταν μόνο μια όψη της πολιτικής ζωής. Η πραγματική δύναμη αυτής της κυριαρχίας βρισκόταν αλλού. Βρισκόταν στη δυνατότητά της να καθορίζει τα όρια του ηθικά αποδεκτού, να αποφασίζει ποιος όφειλε να απολογείται και ποιος απολάμβανε εκ των προτέρων την κατανόηση της κοινωνίας. Σταδιακά επέβαλε το δικό της αξιακό σύστημα ως το κυρίαρχο μέτρο της δημόσιας ζωής. Από ένα σημείο και μετά ακόμη και οι πολιτικοί της αντίπαλοι υποχρεώνονταν να απολογούνται με τους δικούς της όρους, να χρησιμοποιούν το δικό της λεξιλόγιο και να αποδέχονται τις δικές της ιστορικές ιεραρχήσεις. Αυτή είναι η ουσία της ιδεολογικής ηγεμονίας: η στιγμή κατά την οποία ακόμη και οι αντίπαλοί σου αρχίζουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το δικό σου αξιακό σύστημα.
Το τίμημα αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας δεν μετρήθηκε μόνο στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μετρήθηκε κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εκπαιδεύτηκε να αντιμετωπίζει τη βία. Σε μια ώριμη δημοκρατία το πρώτο ερώτημα είναι τι συνέβη. Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης το πρώτο ερώτημα υπήρξε συχνά ποιος το έκανε. Από την απάντηση σε αυτό εξαρτιόταν όχι μόνο η πολιτική ερμηνεία αλλά πολλές φορές και η ίδια η ηθική αξιολόγηση της πράξης.
Η πράξη παρέμενε ίδια. Εκείνο που άλλαζε ήταν η ηθική της αξιολόγηση, η δημόσια ερμηνεία της. Ανάλογα με την ιδεολογική ταυτότητα του δράστη, μπορούσε να παρουσιαστεί ως κοινό έγκλημα ή ως πολιτική πράξη, ως τυφλή βία ή ως αντίσταση, ως τρομοκρατία ή ως έκφραση κοινωνικής οργής.
Αν ο δράστης προερχόταν από το χώρο που το κυρίαρχο μεταπολιτευτικό αφήγημα είχε ήδη κατατάξει στους εχθρούς της δημοκρατίας, η ηθική καταδίκη ήταν άμεση και αυτονόητη. Αν όμως προερχόταν από το χώρο που είχε αναγορευθεί σε ιστορικό φορέα της προόδου, της αντίστασης ή της κοινωνικής δικαιοσύνης, προηγούνταν οι εξηγήσεις, οι κοινωνιολογικές αναλύσεις και οι πολιτικές επιφυλάξεις. Η πράξη δεν άλλαζε. Άλλαζε η διαδρομή που οδηγούσε στην ηθική της αξιολόγηση.
Δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς αυτή τη διαφορά. Αρκεί να παρακολουθήσει το λεξιλόγιο που χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες. Ο ακροδεξιός ήταν δολοφόνος πριν ακόμη ολοκληρωθεί η περιγραφή της πράξης του. Ο ακροαριστερός εμφανιζόταν ως αντιεξουσιαστής, αναρχικός, αλληλέγγυος, αντιφασίστας, αγωνιστής. Οι ιδεολογικοί προσδιορισμοί προηγούνταν της εγκληματικής ιδιότητας και πολλές φορές λειτουργούσαν ως σιωπηρό ελαφρυντικό. Πρώτα διευκρινίζονταν ποιος ήταν ο δράστης και ύστερα τι σήμαινε η πράξη του. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να αναζητά πρώτα τα κίνητρα του τρομοκράτη αντί να αναγνωρίζει το έγκλημα, έχει ήδη διανύσει μεγάλη απόσταση από τις αρχές του κράτους δικαίου.
Δεν πρόκειται για μια θεωρητική παρατήρηση. Η ίδια η μεταπολιτευτική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποτέλεσε, δικαίως, σύμβολο της εγκληματικής φύσης της Χρυσής Αυγής. Η ελληνική δικαιοσύνη κινήθηκε, οι υπεύθυνοι συνελήφθησαν και η οργάνωση οδηγήθηκε τελικά στην ιστορική της καταδίκη. Έτσι ακριβώς όφειλε να λειτουργήσει μια δημοκρατία.
Το ερώτημα είναι γιατί η ίδια ηθική καθαρότητα δεν εμφανίστηκε με την ίδια ένταση απέναντι σε κάθε μορφή πολιτικής βίας. Γιατί οι δεκάδες νεκροί της τρομοκρατίας της άκρας Αριστεράς δεν απέκτησαν ποτέ την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη. Γιατί ο Θάνος Αξαρλιάν δεν μετατράπηκε ποτέ σε διαρκές ηθικό σύμβολο μιας κοινωνίας που υποτίθεται ότι απορρίπτει κάθε πολιτική δολοφονία. Γιατί επί χρόνια η δημόσια συζήτηση έμοιαζε περισσότερο πρόθυμη να ερμηνεύσει παρά να καταδικάσει εκείνους που πίστευαν ότι η βόμβα, το καλάσνικοφ ή η μολότοφ μπορούσαν να αποτελέσουν μορφές πολιτικής έκφρασης.
Δύο δολοφονίες σημάδεψαν διαφορετικές εποχές της νεότερης Ελλάδας. Η πρώτη ήταν η δολοφονία του Θάνου Αξαρλιάν το 1992 από ρουκέτα της 17 Νοέμβρη. Ένας εικοσάχρονος που περνούσε τυχαία από το σημείο έχασε τη ζωή του χωρίς να έχει καμία σχέση με το στόχο της επίθεσης. Δεν υπήρξε ούτε σύμβολο ούτε διαρκής υπενθύμιση της φρίκης της τρομοκρατίας. Για χρόνια αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως μια τραγική εξαίρεση, ως παράπλευρη απώλεια ενός πολέμου που κάποιοι εξακολουθούσαν να περιγράφουν με πολιτικούς όρους. Ακόμη και η δημόσια συζήτηση γύρω από τη δίκη της 17 Νοέμβρη σημαδεύτηκε από εικόνες συμπάθειας προς τους κατηγορουμένους, από διακηρύξεις περί πολιτικών κρατουμένων, από μια διάχυτη απροθυμία να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά ως αυτό που ήταν: δολοφόνοι.
Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από αστυνομικό συγκλόνισε δικαιολογημένα ολόκληρη τη χώρα. Ο δράστης συνελήφθη αμέσως, οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη, καταδικάστηκε και οδηγήθηκε στη φυλακή. Στην περίπτωση αυτή όμως το γεγονός συμβολοποιήθηκε. Ο δεκαπεντάχρονος Γρηγορόπουλος, ένα αθώο θύμα μιας εγκληματικής πράξης κρατικής αυθαιρεσίας, μετατράπηκε σταδιακά σε διαρκές πολιτικό σύμβολο, σε σημείο αναφοράς ενός ολόκληρου ιδεολογικού χώρου και σε εμβληματική μορφή μιας συγκεκριμένης ανάγνωσης της Μεταπολίτευσης.
Ας μην υπάρξει καμία παρανόηση. Δεν συγκρίνονται οι δύο άνθρωποι, ούτε οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους. Συγκρίνεται αποκλειστικά ο τρόπος με τον οποίο η μεταπολιτευτική Ελλάδα επέλεξε να θυμάται τις δύο υποθέσεις, να τις εντάξει στη συλλογική της μνήμη και να τις μετατρέψει —ή να μην τις μετατρέψει— σε πολιτικά σύμβολα. Αυτό ακριβώς είναι το αποτύπωμα της πολιτισμικής ηγεμονίας. Δεν επιβάλλει απλώς μια γνώμη. Επιλέγει ποια γεγονότα θα αποκτήσουν διαρκή ηθική ακτινοβολία και ποια θα ξεθωριάσουν μέσα στο χρόνο. Δεν κατασκευάζει την πραγματικότητα· κατασκευάζει τη μνήμη της. Και όποιος διαμορφώνει τη συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας, διαμορφώνει τελικά και τα πολιτικά της αντανακλαστικά.
Έτσι εξηγείται γιατί η τρομοκρατία της άκρας Αριστεράς αντιμετωπίστηκε επί δεκαετίες με έναν τρόπο που δύσκολα θα συναντούσε κανείς απέναντι σε οποιανδήποτε άλλη μορφή πολιτικού εξτρεμισμού. Οι δικαστικές καταδίκες δεν συνοδεύτηκαν ποτέ από μια αντίστοιχη ηθική απονομιμοποίηση της τρομοκρατίας στον δημόσιο λόγο. Πάντοτε υπήρχε κάποιος πρόθυμος να μιλήσει για τις κοινωνικές αιτίες, για την οργή της νεολαίας, για την κρατική καταπίεση, για τον καπιταλισμό, για τον ιμπεριαλισμό, για οτιδήποτε άλλο μπορούσε να λειτουργήσει ως πλαίσιο κατανόησης. Σαν να υπήρχαν εγκλήματα που απαιτούσαν μόνο δικαιοσύνη και άλλα που όφειλαν προηγουμένως να γίνουν αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.
Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος θρίαμβος μιας ιδεολογικής κυριαρχίας. Δεν καταφέρνει να πείσει ότι η βία είναι καλή. Καταφέρνει να πείσει ότι υπάρχουν μορφές βίας που αξίζουν περισσότερη κατανόηση από άλλες. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η ίδια η δημοκρατία αρχίζει να εφαρμόζει δύο διαφορετικά ηθικά μέτρα απέναντι στην ίδια εγκληματική πράξη.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια εμφανίστηκαν οργανωμένες ομάδες που περιπολούσαν στους δρόμους αναζητώντας ανθρώπους εξαιτίας της εθνικής και της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Αναζητούσαν εβραίους. Μόνο αυτή η φράση θα έπρεπε να αρκεί για να σημάνει συναγερμό σε κάθε δημοκρατικό πολίτη. Η εικόνα αυτή θα έπρεπε να έχει προκαλέσει ένα ενιαίο, ακαριαίο και καθολικό δημοκρατικό αντανακλαστικό. Αντί γι’ αυτό, ακόμα μια φορά εμφανίστηκαν οι γνώριμες επιφυλάξεις, οι εξηγήσεις, οι συμψηφισμοί, η ανάγκη να προηγηθεί η πολιτική ανάλυση πριν από την ηθική καταδίκη.
Η ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου υπενθύμισε κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: ο αντισημιτισμός δεν αλλάζει χαρακτήρα ανάλογα με το ποιος τον εκφράζει. Δεν γίνεται προοδευτικός επειδή κρατά παλαιστινιακή σημαία ούτε αποκτά ηθικό άλλοθι επειδή χρησιμοποιεί αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία. Το μίσος απέναντι σε έναν άνθρωπο εξαιτίας της καταγωγής ή της θρησκείας του παραμένει μίσος, όποια ιδεολογία κι αν επικαλείται. Και τα τάγματα εφόδου παραμένουν τάγματα εφόδου, ακόμη κι όταν αλλάζουν τα συνθήματα ή τα σύμβολά τους.
Η ιστορία, άλλωστε, διδάσκει κάτι που οι ιδεολογίες συχνά αρνούνται να δεχθούν. Εκείνος που συνηθίζει να χωρίζει τους ανθρώπους σε ηθικά άξιους και ηθικά ανάξιους, αργά ή γρήγορα, θα θεωρήσει ότι ορισμένοι δεν δικαιούνται ούτε την ασφάλεια ούτε την αξιοπρέπειά τους. Η απόσταση ανάμεσα στον λεκτικό εκφοβισμό και στη φυσική βία είναι πολύ μικρότερη από όσο συνήθως πιστεύουμε.
Ίσως γι’ αυτό η πολιτική βία ξαναχτύπησε λίγες ημέρες αργότερα χωρίς να προκαλέσει την έκπληξη που θα άρμοζε σε μια ώριμη δημοκρατία. Οι εμπρηστικές επιθέσεις εναντίον κατοικιών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη άφησαν πίσω τους κάτι πολύ βαρύτερο από υλικές καταστροφές. Οδήγησαν στο θάνατο μιας αθώας γυναίκας, της μητέρας της Αφροδίτης Νέστορα. Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα χωρίς καμία συμμετοχή στην πολιτική σύγκρουση που εξελισσόταν γύρω της. Η παρουσία της στο σπίτι αρκούσε για να μετατραπεί, χωρίς να το γνωρίζει, σε θύμα της τυφλής πολιτικής βίας. Σχεδόν ως αναμενόμενο επεισόδιο μιας διαρκούς επαναστατικής εφηβείας. Η βία, όμως, αδιαφορεί για τις ιδεολογίες που επικαλούνται όσοι την ασκούν. Η φωτιά καίει το στόχο και τον περαστικό. Η έκρηξη σκοτώνει τον πολιτικό αντίπαλο και τον άσχετο με την πολιτική. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε ιδεολογικό άλλοθι καταρρέει. Απομένει μόνο η ευθύνη για την εγκληματική πράξη.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αδιέξοδο μιας κοινωνίας που επί δεκαετίες δίδαξε στον εαυτό της να αναζητά πρώτα την ιδεολογική προέλευση του δράστη και ύστερα να αξιολογεί την πράξη. Γιατί όταν η ηθική εξαρτάται από την πολιτική ταυτότητα, η δημοκρατία παύει να διαθέτει μια κοινή κλίμακα δικαιοσύνης. Αποκτά δύο. Και από τη στιγμή που μια δημοκρατία αποδέχεται δύο μέτρα απέναντι στην ίδια μορφή βίας, έχει ήδη αρχίσει να υπονομεύει το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται.
Η σταθερή αναλυτική αξία της Χάνα Άρεντ
Richard J. Bernstein, Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Άρεντ, μετάφραση από τα αγγλικά: Βασιλική Σουλαδάκη, επιμέλεια: Δημήτρης Ψυχογιός, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2019, 135 σελ.
Το βιβλίο Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Άρεντ είναι ένα μικρό, πυκνό, και διαυγές δοκίμιο. Στις 135 σελίδες του, ο συγγραφέας του, ο αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Μπερνστάιν (1932-2022), παρουσιάζει στον αναγνώστη τις βασικές πλευρές του έργου της μεγάλης γερμανοαμερικανίδας φιλοσόφου, με έναν κύριο σκοπό: να τον προτρέψει να τη διαβάσει, ειδικά στους καιρούς που διανύουμε σήμερα.
Ο Μπερνστάιν είχε λόγους να προτρέπει τους αναγνώστες του να διαβάζουν Χάνα Άρεντ. Πρώτον, διότι, ανήκοντας στην παράδοση του αμερικανικού πραγματισμού, δεν αντιλαμβανόταν τη φιλοσοφία ως κάτι αποκομμένο από τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές πτυχές του σύγχρονου βίου. Και δεύτερον, επειδή συμμεριζόταν κι ο ίδιος την άποψη της Άρεντ, ότι ζούμε σε ζοφερούς καιρούς. Σε καιρούς στους οποίους η δημόσια σφαίρα, δηλαδή ο χώρος όπου οι άνθρωποι μπορούν να δείξουν ποιοι είναι και τι μπορούν να κάνουν μαζί με άλλους, έχει συσκοτιστεί. Κι έχει συσκοτιστεί από την υπονόμευση της αξιοπιστίας. Από τα λόγια που κρύβουν κάτω από το χαλί αυτό που πράγματι υπάρχει. Και τέλος από ηθικολογικές και άλλες παραινέσεις που, υπό το πρόσχημα ότι υπηρετούν παλιές αλήθειες, υποβαθμίζουν την αλήθεια, σε κενές περιεχομένου κοινοτοπίες.
Παραδόξως, όμως, η Άρεντ που ξεπηδά από τις σελίδες του βιβλίου δεν είναι ένας απαισιόδοξος άνθρωπος. Αντιθέτως, είναι αισιόδοξα στοχαστική και πιστεύει ότι, ακόμη και στους δύσκολους καιρούς, μπορούμε να ελπίζουμε ότι υπάρχει φως. Φως που δεν προέρχεται μόνο από τις φιλοσοφικές θεωρίες και τις έννοιές τους, αλλά και από τη ζωή και τις πράξεις καθενός μας.
Αν λοιπόν με το βιβλίο του μας προτρέπει να γνωρίσουμε την Άρεντ, δεν είναι μόνο για τη διορατικότητα του έργου της. Είναι και για την εμπεριστατωμένη αισιοδοξία που το διαπνέει. Την αισιοδοξία που πηγάζει από την επίγνωση ότι το κακό, ακόμη και στη χειρότερη εκδοχή του –αυτή που προκάλεσε τις φρικαλεότητες του ναζιστικού καθεστώτος και των γκουλάγκ–, δεν χρειάζεται τέρατα. Του φτάνουν οι άνθρωποι που έχουν πάψει να σκέφτονται.
Μια φιλόσοφος για τους καιρούς μας
Το βιβλίο του Μπερνστάιν είναι διαρθρωμένο σε 10 κεφάλαια. Στην εισαγωγή ο συγγραφέας επισημαίνει ότι όταν η Χάνα Άρεντ απεβίωσε, το 1975, το όνομά της ήταν κυρίως συνδεδεμένο με την αντιπαράθεση γύρω από το δημοσιογραφικό κείμενό της «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ» και την πασίγνωστη έννοια της «κοινοτοπίας του κακού» που ανέπτυσσε σε αυτό. Διέθετε βεβαίως έναν κύκλο θαυμαστών και επικριτών τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Γερμανία. Ελάχιστοι όμως απ’ αυτούς θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι, τα χρόνια που θα ακολουθούσαν, θα αναγνωριζόταν διεθνώς ως μια από τις σημαντικότερες πολιτικούς φιλοσόφους του 20ού και του 21ου αιώνα. Στα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου, ο Μπερνστάιν εξηγεί ότι αυτό οφείλεται σε ένα απλό γεγονός. Ότι όσο περισσότερο σκύβουμε στο έργο της, τόσο περισσότερο ανακαλύπτουμε σε αυτό τα πολύτιμα εργαλεία που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τους ζοφερούς καιρούς μας. Την προσφυγική κρίση, τον πολιτικό φανατισμό, τη διάβρωση της αλήθειας, την απώλεια του δημόσιου χώρου κ.ά. προβλήματα και προκλήσεις που δεν έχουν εξαλειφθεί, αλλά είναι δραματικά παρόντα.
Στο 1ο κεφάλαιο του βιβλίου, που επιγράφεται «Ανιθαγένεια και πρόσφυγες», ο Μπερνστάιν αναδεικνύει ένα από τα πιο κύρια χαρακτηριστικά της Άρεντ, ως πολιτικής φιλοσόφου. Πίστευε βαθιά ότι κάθε σοβαρός στοχασμός οφείλει να ξεκινά από τη βιωματική εμπειρία καθενός μας. Και η ίδια, ως Γερμανοεβραία που διέφυγε από τη ναζιστική Γερμανία και έζησε στη Γαλλία, ως ανιθαγενής πρόσφυγας, βίωσε την εμπειρία του απάτριδος και στερημένου οποιασδήποτε νομικής υπόστασης ανθρώπου, ώστε να την καταστήσει θεμέλιο της ανάλυσής της. Και στην ανάλυσή της, μας προειδοποίησε ότι οι πρόσφυγες θα αποτελούσαν, ολοένα περισσότερο, τη χαρακτηριστική ομάδα-σύμπτωμα της σύγχρονης πολιτικής. Την ομάδα δηλαδή των ανθρώπων, που δεν έχουν χάσει απλώς τα σπίτια τους, αλλά το δημόσιο πεδίο, εντός του οποίου οι πράξεις τους και ο λόγος τους μπορούν να έχουν νόημα.
Στο 2ο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν παρουσιάζει την περίφημη έννοια του δικαιώματος, να έχει κανείς δικαιώματα, την οποία η Άρεντ ανέπτυξε στο βιβλίο της, Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η Άρεντ ήταν πολύ επιφυλακτική ως προς την αποτελεσματικότητα της επίκλησης των αφηρημένων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ενώ υποτίθεται ότι είναι αναπαλλοτρίωτα, στην πραγματικότητα είναι άνευ νοήματος όταν έχεις στερηθεί την οργανωμένη πολιτική κοινότητα, όπου ο λόγος σου ακούγεται και οι πράξεις σου έχουν σημασία. Με λίγα λόγια ότι, όταν βιώνεις την απώλεια του δικαιώματος να έχεις δικαιώματα και απομένεις μόνο «άνθρωπος», αποτελείς μια υπόσταση εντελώς στερημένη από κάθε είδος προστασίας.
Στο 3ο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν αναλύει τη σχέση της Άρεντ με την εβραϊκή ταυτότητά της και τον σιωνισμό, αναδεικνύοντας το θάρρος της να λειτουργήσει ως η «εσωτερική αντιπολίτευση» στην ιδεολογική σιωνιστική ομοφωνία. Η Άρεντ δεν αρνιόταν τη δημιουργία εβραϊκής πατρίδας στην Παλαιστίνη. Αρνιόταν τη δημιουργία εβραϊκού έθνους-κράτους, διότι θεωρούσε ότι δεν θα ήταν βιώσιμο και ότι θα θέριευε τον εθνικισμό τόσο μεταξύ των εβραίων όσο και μεταξύ των Αράβων.
Φαίνεται όμως πως το θάρρος της Άρεντ, που την ωθούσε, όπως επισημαίνει ο Μπερνστάιν, να «μη διστάζει να διατυπώνει τις απόψεις της, με την πιο δυνατή γλώσσα», την εξέθετε, ταυτοχρόνως, στο ενδεχόμενο να μεγεθύνει και τις αστοχίες της, όπως είχε συμβεί σε μια παρέμβασή της στα εσωτερικά ζητήματα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ήταν το 1957, όταν της ζητήθηκε να γράψει ένα άρθρο για την πολύκροτη υπόθεση του Λιτλ Ροκ, κατά την οποία η Ελίζαμπεθ Έκφορντ, μια μαύρη δεκαπεντάχρονη μαθήτρια, εμποδίστηκε από άνδρες της εθνοφρουράς και από αγανακτισμένο όχλο να μπει στο Λύκειο του Λιτλ Ροκ. Στο άρθρο εκεόινο, η Άρεντ αντιτάχθηκε στην κρατική επιβολή της ενσωμάτωσης στα δημόσια σχολεία, με το επιχείρημα ότι οι κοινωνικές διακρίσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με πολιτικά μέσα. Κι ο Μπερνστάιν, στο οικείο κεφάλαιο, αφού επισημάνει ότι η Άρεντ υπέπεσε στο ατόπημα που η ίδια είχε καταδικάσει –να βιάζουν δηλαδή οι διανοούμενοι τη σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα ώστε να χωράει στις δικές τους ταξινομήσεις–, της αναγνωρίζει ότι εντέλει παραδέχτηκε με παρρησία το σφάλμα της όταν πείστηκε ότι το είχε διαπράξει.
Στο 5ο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν εστιάζει σε μια σειρά άρθρων στον Νew Yorker, με τα οποία η Άρεντ κάλυψε τη δίκη του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Εξαιτίας αυτών των άρθρων, δέχτηκε οξύτατες επιθέσεις και αποξενώθηκε από την εβραϊκή κοινότητα της Νέας Υόρκης. Της καταλογίστηκε ότι κατέρριψε την εικόνα του Άιχμαν ως ενός σατανικού τέρατος με βαθιά αντισημιτικά κίνητρα, παρουσιάζοντάς τον ως ανιαρό γραφειοκράτη που ωθήθηκε να διαπράξει μαζικά εγκλήματα πρωτοφανούς αγριότητας λόγω της σοκαριστικής εκ μέρους του απουσίας σκέψης,. Ακόμη και η γνωστή έκφραση την οποία είχε χρησιμοποιήσει, περί της κοινοτοπίας του κακού, θεωρήθηκε προσβλητική για τα εκατομμύρια των θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Ο Μπερνστάιν την υπερασπίζεται εξηγώντας πως είναι άδικη η κατηγορία ότι με τα άρθρα της αθώωσε τον Άιχμαν, καθώς υπερασπίστηκε τη νομιμότητα και την απόφαση του δικαστηρίου, ενώ ποτέ δεν υποστήριξε ότι ο Άιχμαν ήταν άμοιρος των εγκλημάτων που διέπραξε. Απλώς, με τη φράση «κοινοτοπία του κακού», δεν θέλησε να αναπτύξει μια θεωρία για τη δαιμονικότητα των ναζί, αλλά να διατυπώσει μια πραγματολογική διαπίστωση που ήταν εμφανής σε όλη τη διάρκεια της δίκης.
Στο επόμενο κεφάλαιο, με τίτλο «Αλήθεια, ψεύδη και πολιτική», ο Μπερνστάιν εξετάζει ένα ερώτημα που η Άρεντ αντιμετώπισε με τον πιο προσωπικό τρόπο. Μετά τη θύελλα των επιθέσεων που δέχτηκε λόγω των άρθρων της για τον Άιχμαν, διαπίστωσε ότι οι επικριτές της δεν στρέφονταν εναντίον αυτών που πράγματι είχε γράψει, αλλά εναντίον μιας ψευδούς εικόνας που οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει. Αυτή η εμπειρία την οδήγησε στο δοκίμιο «Αλήθεια και Πολιτική», όπου έθεσε το ερώτημα αν είναι στη φύση της αλήθειας να είναι εύθραυστη και στη φύση της εξουσίας να εξαπατά.
Για να το απαντήσει, διέκρινε δύο είδη αλήθειας: την έλλογη —την αλήθεια των μαθηματικών και των λογικών συλλογισμών— και την πραγματολογική, την αλήθεια των γεγονότων. Η δεύτερη, σε αντίθεση με την πρώτη, είναι εξαιρετικά ευάλωτη, ειδικά στην πολιτική σφαίρα, διότι εξαρτάται από την ενδεχομενικότητα των γεγονότων και τον τρόπο με τον οποίον τα προσλαμβάνουμε. Για την Άρεντ, όμως, το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι το ψεύδος που κατασκευάζει η οργανωμένη προπαγάνδα. Είναι κάτι χειρότερο: η ολοκληρωτική καταστροφή του κριτηρίου μας να διακρίνουμε το αληθές από το ψευδές.
Στο 7ο κεφάλαιο, ο Μπερνστάιν υπογραμμίζει τη σύνδεση ανάμεσα στη φιλοσοφική ανθρωπολογία της Άρεντ και στην πολιτική της θεωρία. Η Χάνα Άρεντ δεν έχει αυταπάτες για την πολιτική — «δεν είναι παιδικός σταθμός», έγραφε. Και όμως, πιστεύει ότι μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ένα πεδίο μάχης ιδιοτελών συμφερόντων που ανταγωνίζονται για κέρδος και εξουσία.
Το κλειδί βρίσκεται στην έννοια της πληθυντικότητας. Στο γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι ταυτοχρόνως ίσοι και ριζικά διαφορετικοί — ο καθένας με τη δική του οπτική για τον κόσμο. Αυτή η συνθήκη, συνδεδεμένη με την πράξη και τη γεννητικότητα —το εγγενές δυναμικό που φέρει κάθε νέος άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο—, είναι για την Άρεντ το θεμέλιο του οράματός της για την ευγένεια της πολιτικής.
Στο 8ο κεφάλαιο, ο συγγραφέας εξετάζει τις διαφορές που εντόπισε η Άρεντ ανάμεσα στη Γαλλική και στην Αμερικανική Επανάσταση οι οποίες, παρά την ομοιότητα των επιδιώξεών τους, ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους. Η πρώτη οδηγήθηκε στην τρομοκρατία, ενώ η δεύτερη στη συγκρότηση του δημόσιου χώρου, των θεσμών και στην κατάρτιση του συντάγματος, πράξη την οποία η Άρεντ θεωρεί το αυθεντικό στοιχείο κάθε επανάστασης.
Η έννοια της ευθύνης
Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν θίγει το ζήτημα της ευθύνης, που διατρέχει το σύνολο του έργου της Χάνα Άρεντ. Διαχωρίζει αυστηρά την προσωπική ηθική ευθύνη από τη συλλογική πολιτική ευθύνη. Η πολιτική ευθύνη αφορά τα πράγματα που επωμιζόμαστε ως μέλη μιας κοινότητας για πράξεις που, ενώ δεν διαπράξαμε εμείς οι ίδιοι, έχουν γίνει στο όνομά μας. Η Άρεντ αντιτίθεται προς τη θεωρία της «συλλογικής ενοχής» (όταν όλοι είναι ένοχοι, κανείς δεν είναι), επιμένοντας ότι η ενοχή είναι αυστηρά προσωπική, και θεωρεί ότι, ακόμα και στις πιο σκοτεινές περιόδους, το άτομο διατηρεί την ευθύνη να αρνηθεί τη συνεργασία με το κακό. Η Άρεντ απέρριπτε τόσο την απερίσκεπτη απελπισία όσο και την απερίσκεπτη αισιοδοξία· πίστευε ακράδαντα ότι λόγω της «γεννητικότητάς» μας, της ικανότητάς μας δηλαδή να πράττουμε, οι άνθρωποι έχουμε εγγενώς το δυναμικό να διακόπτουμε την υποτιθέμενη νομοτέλεια της ιστορίας και να αναζωογονούμε τον δημόσιο χώρο.
Το βιβλίο του Μπερνστάιν γιαν τη Χάνα Άρεντ είναι ένα πυκνό, ενδιαφέρον και ευανάγνωστο βιβλίο, στο οποίο ο συγγραφέας του, αν και συμμερίζεται το έργο της Άρεντ, στέκεται κριτικά απέναντί του. Μιλώντας για την επικαιρότητα της σκέψης της, μιλά για την επικαιρότητα της προστασίας της δημοκρατίας και των εύθραυστων θεσμών της.
Μια δικαστική απόφαση, οδυνηρό πλήγμα στην ελευθερία της έκφρασης
Στην ιστοσελίδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης δημοσιεύεται η περίληψη της υπ’ αριθ. 5716/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία παραθέτω.
Με την υπ’ αριθμ. 5716/2025 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος Γεωργίου Κατσάγγελου κατά των εναγομένων Μιχαήλ Μαδένη και του Ν.Π.Δ.Δ. ΕΘΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και αναγνωρίστηκε ότι ο 1ος εναγόμενος διασκεύασε παράνομα σε ζωγραφικά έργα εξήντα εννέα (69) πρωτότυπα φωτογραφικά πορτρέτα δημιουργίας του ενάγοντος που απέδιδαν μορφές ασθενών του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, τα οποία στη συνέχεια οι εναγόμενοι εξέθεσαν δημόσια και παρουσίασαν στο κοινό χωρίς την άδεια του ενάγοντος και χωρίς αναφορά του ως δημιουργού των φωτογραφιών. Για τους λόγους αυτούς η ως άνω απόφαση επικυρώνει την υπ’ αριθμ. 2080/2024 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρεώνει τους εναγόμενους να παύσουν την με κάθε τρόπο χρήση και εκμετάλλευση των ζωγραφικών έργων, αποσύροντας τον κατάλογο έκθεσης από το εμπόριο και αφαιρώντας τα ζωγραφικά έργα από το διαδίκτυο, απειλώντας με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) ευρώ, σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης παράλειψης. Επίσης, υποχρεώνεται ο 1ος εναγόμενος Μιχαήλ Μαδένης να καταβάλει στον ενάγοντα για την παράνομη διασκευή αποζημίωση εξήντα εννέα χιλιάδων (69.000) ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έντεκα χιλιάδων (11.000) ευρώ, υποχρεώνονται εις ολόκληρον οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα για την παράνομη δημόσια έκθεση και παρουσίαση των έργων στο κοινό αποζημίωση ύψους εξήντα εννέα χιλιάδων (69.000) ευρώ και το ΝΠΔΔ ΕΘΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ να καταβάλλει στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, όλα τα ως άνω κονδύλια νομιμοτόκως. Τέλος, διατάσσεται η δημοσίευση της απόφασης σε δύο ημερήσιες εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας επιλογής του ενάγοντος και η ανάρτησή της στις ιστοσελίδες των εναγομένων στα κοινωνικά δίκτυα και την επίσημη ιστοσελίδα της δεύτερης εναγομένης.
Το κείμενο περιγράφει την εξοντωτική απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που αποφαίνεται για πολλά ζητήματα τα οποία έχουν σχέση με την έκφραση και την ελευθερία της.
Η απόφαση, δηλαδή, κρίνει ζητήματα τα οποία δύσκολα κρίνονται τελεσίδικα από τους ειδικούς: την έκταση που μπορεί να λάβει η διεκδίκηση της πνευματικής ιδιοκτησίας σε έργα τέχνης, την έννοια του προτύπου, την προστασία του περιεχομένου, τον ορισμό της αντιγραφής.
Ένας φωτογράφος στέλνει στο δικαστήριο έναν ζωγράφο, ο οποίος εξέθεσε δημοσίως έργα με δηλωμένη αναφορά στα φωτογραφικά πρότυπά του. Με βάση την ερμηνεία των νόμων περί πνευματικής ιδιοκτησίας, το δικαστήριο επιβάλλει οδυνηρά πρόστιμα αποζημιώσεων στον ζωγράφο (και στην Εθνική Βιβλιοθήκη, που είχε φιλοξενήσει την έκθεσή του).
Η απόφαση δεν είναι δίκαιη και αντιβαίνει στην έννοια της κουλτούρας της ελευθερίας της έκφρασης, όπως προστατεύεται στον δυτικό κόσμο, κατατείνοντας στην ποινικοποίηση της τέχνης. Ο πυρήνας της πνευματικής ιδιοκτησίας, φυσικά, δεν θίγεται, ακόμα και εάν είναι αδήλωτη η αντιγραφή. Στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης είναι και αυτή ακόμα θεμιτή, ιδίως στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, όπου είναι συχνή και σιωπηλά αποδεκτή η αθρόα αναπαραγωγή –συχνά κρυπτόμενη– ξένων ιδιωμάτων. Τα οποία αναμηρυκάζονται από πλείστους ημεδαπούς «δημιουργούς».
Μουσεία, επιστημονικές εταιρείες ιστορικών τέχνης, εταιρείες εικαστικών και οι κάθε είδους δημιουργοί θα όφειλαν να έχουν εξεγερθεί με αυτού του τύπου τις διώξεις της καλλιτεχνικής ελευθερίας. Δεν το είδαμε μέχρι στιγμής, ενώ ο ζωγράφος έχει εγκαταλειφθεί, δυστυχώς, σε οδυνηρή μοναξιά.
Τάγματα εφόδου στη Θεσσαλονίκη στις 27 Ιουνίου 2026!
Από το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος εκδόθηκε η ανακοίνωση που ακολουθεί:
Ενενήντα πέντε χρόνια πριν, οι μελανοχίτωνες των «ταγμάτων εφόδου» στοχοποιούσαν και κυνηγούσαν Εβραίους. Στις 27 Ιουνίου 2026, ακριβώς 95 χρόνια μετά, μελανοχίτωνες με παλαιστινιακές σημαίες στις μπλούζες τους οργάνωσαν στη Θεσσαλονίκη τα νέα «τάγματα εφόδου» για να «περιπολούν» σε κεντρικούς δρόμους της πόλης απειλώντας και εκφοβίζοντας Εβραίους, Σιωνιστές, Ισραηλινούς, τουρίστες, καταστηματάρχες. Τότε, από το 1928 που ξεκίνησε η εκστρατεία μίσους, κάποιες πολιτικές δυνάμεις και κάποια μέσα ενημέρωσης συνδιαμόρφωσαν το αντισημιτικό κλίμα που κορυφώθηκε το βράδυ μεταξύ 29 και 30 Ιουνίου 1931, όπου οργανώθηκε επίθεση στους εβραϊκούς συνοικισμούς της Θεσσαλονίκης κατά την οποία πυρπολήθηκε ο συνοικισμός «Κάμπελ».
Και στις δύο περιπτώσεις –τότε και σήμερα– κυριαρχεί το μίσος εναντίον των Εβραίων. Και σήμερα διαμορφώνεται ένα νέο κλίμα εβραιοφοβίας που απειλεί όχι μόνο τους Έλληνες Εβραίους αλλά και την ευημερία του συνόλου των πολιτών. Διότι η ιστορία διδάσκει ότι ο αντισημιτισμός ξεκινάει την πορεία του με στόχο τους Εβραίους αλλά δεν σταματά ποτέ στους Εβραίους.
Παρατηρούμε με θλίψη την ανοχή που δείχνουν οι αρχές της πολιτείας και οι κοινωνικοί φορείς απέναντι σε αυτό το νέο κύμα φανατισμού που εκδηλώνεται εναντίον Εβραίων πολιτών του Κράτους του Ισραήλ που επισκέπτονται τη χώρα μας, είτε επειδή αγαπούν τη φύση της και τους ανθρώπους της είτε επειδή θέλουν να επενδύσουν και να συμβάλλουν στην ανάπτυξη των οικονομικών συναλλαγών μεταξύ των δύο λαών. Αυτά τα «τάγματα εφόδου» και οι οπαδοί τους επιδιώκουν να υπονομεύσουν τις στρατηγικής σημασίας σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ σε μια περίοδο αστάθειας στην ανατολική Μεσόγειο που απειλεί την ασφάλεια και των δύο χωρών.
Είμαστε βέβαιοι ότι τα «τάγματα εφόδου» του 2026 θα απομονωθούν και θα ηττηθούν, όπως ηττήθηκαν τα «τάγματα εφόδου» της Χρυσής Αυγής του 2012, και ότι τελικά η Ελληνική κοινωνία και η Ελληνική Πολιτεία του 2026 θα υπερασπιστούν τις αξίες της Δημοκρατίας και του πολιτισμού και δεν θα επιτρέψουν την υπονόμευσή τους από τους οπαδούς του μίσους και του φανατισμού.
ASSAULT SQUADS IN THESSALONIKI ON JUNE 27, 2026!
Ninety-five years ago, the black-shirted members of the "assault squads" targeted and persecuted Jews. On June 27, 2026 —exactly 95 years later— black-shirted individuals wearing Palestinian flags on their T-shirts organized new "assault squads" in Thessaloniki to "patrol" the city's main streets, threatening and intimidating Jews, Zionists, Israelis, tourists, and business owners. Back then, following the launch of a campaign of hatred in 1928, certain political forces and media helped cultivate an antisemitic climate that culminated on the night of June 29–30, 1931, when organized attacks were carried out against the Jewish neighborhoods of Thessaloniki, resulting in the arson of the ‘Campbell’ Jewish quarter.
In both cases —then and now— the driving force has been hatred against Jews. Today, a new climate of Judeophobia is once again taking shape, threatening not only Greek Jews but also the well-being of society as a whole. History teaches us that antisemitism begins by targeting Jews, but it never ends with Jews.
It is with deep concern that we observe the tolerance shown by state authorities and civil society institutions toward this new wave of fanaticism directed against Jewish citizens of the State of Israel visiting our country —whether because they cherish its natural beauty and its people, or because they wish to invest and contribute to the development of economic cooperation between our two peoples. These “assault squads” and their followers seek to undermine the strategically important relationship between Greece and Israel at a time of instability in the Eastern Mediterranean that poses a threat to the security of both countries.
We are confident that the "assault squads" of 2026 will be isolated and defeated, just as the "assault squads" of Golden Dawn were defeated in 2012, and that, in the end, Greek society and the Greek State of 2026 will uphold the values of democracy and civilization and will not allow them to be undermined by the advocates of hatred and fanaticism.
Athens, June 29, 2026
Central Board of Jewish Communities in Greece
Γεωπολιτικός ανταγωνισμός και πράσινη μετάβαση. Ο κόσμος ανάμεσα στη συνεργασία και τη σύγκρουση
Η επιστροφή του ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις του 21ου αιώνα. Οι εντάσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και η αναδιάταξη των διεθνών συμμαχιών έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο μια λογική γεωπολιτικής αντιπαράθεσης που πολλοί θεωρούσαν ότι είχε υποχωρήσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Η εξέλιξη αυτή εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: υπονομεύει η αναβίωση του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων την ικανότητα και τη βούληση της διεθνούς κοινότητας να αντιμετωπίσει συλλογικά παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, οι διαταραχές του διεθνούς εμπορίου και οι κρίσεις δημόσιας υγείας;
Τα ζητήματα αυτά δεν γνωρίζουν εθνικά σύνορα. Η υπερθέρμανση του πλανήτη, οι πανδημίες, η επισιτιστική ασφάλεια και η σταθερότητα των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού απαιτούν πρωτοφανή επίπεδα διεθνούς συνεργασίας. Ωστόσο, η αυξανόμενη δυσπιστία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, η χρήση οικονομικών κυρώσεων, η τεχνολογική αντιπαράθεση και η αναζήτηση στρατηγικής αυτονομίας από πολλά κράτη δυσχεραίνουν τη δημιουργία κοινών πολιτικών και θεσμικών λύσεων.
Παράλληλα, ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η συνεργασία δεν έχει εξαφανιστεί αλλά μετασχηματίζεται. Νέες μορφές συντονισμού αναδύονται μέσα από περιφερειακές συμμαχίες, διεθνείς οργανισμούς, πανεπιστήμια, επιχειρήσεις και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο κατακερματισμένος, η πρόκληση δεν είναι απλώς η διατήρηση της συνεργασίας, αλλά η προσαρμογή της σε ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Το ζήτημα αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο συζήτησης που διοργάνωσαν στο Λονδίνο (19-06-2026) το London School of Economics (LSE) και το Πανεπιστήμιο Tsinghua στην Κίνα, με τη συμμετοχή διακεκριμένων ειδικών στις διεθνείς σχέσεις, οι οποίοι εξέτασαν τις επιπτώσεις του νέου γεωπολιτικού ανταγωνισμού και τις προοπτικές διατήρησης της διεθνούς συνεργασίας σε μια εποχή αυξανόμενων παγκόσμιων προκλήσεων. Η συζήτηση συγκέντρωσε μια ιδιαίτερα αξιόλογη ομάδα ακαδημαϊκών από το LSE και το Πανεπιστήμιο Tsinghua , οι οποίοι διαθέτουν σημαντική διεθνή αναγνώριση στους τομείς των διεθνών σχέσεων, της πολιτικής οικονομίας, της ανάπτυξης και της παγκόσμιας διακυβέρνησης.
Από την πλευρά του LSE συμμετείχαν η καθηγήτρια Catherine Boone, ειδική σε θέματα πολιτικής οικονομίας και ανάπτυξης, ο καθηγητής Robert Falkner, ένας από τους πλέον γνωστούς ερευνητές της διεθνούς περιβαλλοντικής πολιτικής και της παγκόσμιας διακυβέρνησης, η καθηγήτρια Stephanie J. Rickard, η οποία μελετά τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις και τις οικονομικές πολιτικές των κρατών, καθώς και ο καθηγητής Peter Trubowitz, διευθυντής του Phelan US Centre του LSE και ειδικός στην αμερικανική εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς στρατηγικές ισορροπίες.
Το Πανεπιστήμιο Tsinghua εκπροσωπήθηκε από τον καθηγητή Tang Xiaoyang, έναν από τους σημαντικότερους μελετητές των σχέσεων Κίνας–Αφρικής και της κινεζικής αναπτυξιακής στρατηγικής, καθώς και από τον καθηγητή Zhao Kejin, ειδικό στην παγκόσμια διακυβέρνηση, τη δημόσια διπλωματία και την κινεζική εξωτερική πολιτική.
Η σύνθεση του πάνελ προσέφερε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ κορυφαίων ακαδημαϊκών από τη Δύση και την Κίνα, επιτρέποντας την ανταλλαγή διαφορετικών προσεγγίσεων σχετικά με το μέλλον της διεθνούς συνεργασίας σε μια περίοδο αυξανόμενων γεωπολιτικών ανταγωνισμών και παγκόσμιων προκλήσεων.
Η επιστροφή του οικονομικού εθνικισμού
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, κυριάρχησε η αντίληψη ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα μείωνε τις διεθνείς συγκρούσεις και θα ενίσχυε τη συνεργασία. Η παγκοσμιοποίηση θεωρήθηκε όχι μόνο μηχανισμός οικονομικής ανάπτυξης αλλά και εργαλείο ειρήνης.
Σήμερα όμως η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά. Οι μεγάλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο το εμπόριο, τις επενδύσεις και την τεχνολογία ως ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Οι αλυσίδες εφοδιασμού επανασχεδιάζονται, οι κρατικές επιδοτήσεις πολλαπλασιάζονται και η λογική της «στρατηγικής αυτονομίας» αποκτά κεντρική θέση στη χάραξη πολιτικής. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε έναν αυξανόμενο κατακερματισμό του παγκόσμιου εμπορίου. Το πολυμερές σύστημα κανόνων που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι υπό πίεση, ενώ ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (WTO) δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις νέες πραγματικότητες της ψηφιακής οικονομίας, της τεχνητής νοημοσύνης και των πράσινων τεχνολογιών.
Όπως επισημάνθηκε στη συζήτηση, η τάση αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στη γεωπολιτική αντιπαράθεση. Συνδέεται επίσης με τις εσωτερικές κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις στις δυτικές δημοκρατίες. Η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε νικητές και ηττημένους, και σε πολλές χώρες η δυσαρέσκεια των κοινωνικών ομάδων που αισθάνονται αποκλεισμένες μετατράπηκε σε πολιτική δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μετά την αποχώρηση συγκεκριμένων πολιτικών ηγετών, οι πιέσεις προς περισσότερο προστατευτισμό πιθανότατα θα παραμείνουν.
Ο αγώνας για τα κρίσιμα ορυκτά της Αφρικής
Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας να είναι ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για τα κρίσιμα ορυκτά που απαιτούνται για την πράσινη μετάβαση. Το κοβάλτιο, το λίθιο, ο χαλκός και οι σπάνιες γαίες αποτελούν πλέον στρατηγικούς πόρους ανάλογης σημασίας με το πετρέλαιο κατά τον 20ό αιώνα. Η Αφρική διαθέτει μεγάλο μέρος αυτών των αποθεμάτων και βρίσκεται στο επίκεντρο ενός νέου «αγώνα δρόμου» μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η ελπίδα ότι η αυξημένη ζήτηση για τα ορυκτά αυτά θα μπορούσε να αποτελέσει μοχλό οικονομικής ανάπτυξης για τις αφρικανικές χώρες. Πολλοί αναλυτές υποστήριζαν ότι η ήπειρος είχε μια ιστορική ευκαιρία να αποφύγει την «κατάρα των φυσικών πόρων» – το φαινόμενο όπου οι πλούσιοι σε πρώτες ύλες τόποι καταλήγουν εγκλωβισμένοι σε διαφθορά, ανισότητες και εξάρτηση.
Ωστόσο, οι γεωπολιτικές εξελίξεις έχουν αλλάξει το πλαίσιο. Οι δυτικές χώρες, οι οποίες προηγουμένως διακήρυτταν ότι θα προσέφεραν ένα πιο διαφανές και δίκαιο μοντέλο συνεργασίας ως εναλλακτική λύση απέναντι στην κινεζική παρουσία, σήμερα επικεντρώνονται ολοένα περισσότερο στη δική τους ενεργειακή και βιομηχανική ασφάλεια.
Η περίφημη φράση του πρωθυπουργού του Καναδά , Μαρκ Κάρνεϊ, στο Νταβός – «If you're not at the table, you're on the menu» – χρησιμοποιήθηκε χαρακτηριστικά για να περιγράψει τη θέση πολλών αφρικανικών χωρών. Χωρίς επαρκή πολιτική ισχύ και θεσμική οργάνωση, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε απλά αντικείμενα ανταγωνισμού μεταξύ ισχυρότερων κρατών. Η μόνη πραγματική απάντηση φαίνεται να είναι η συλλογική δράση. Μέσω οργανισμών όπως η Αφρικανική Ένωση (AU) , οι χώρες της ηπείρου θα μπορούσαν να διαπραγματεύονται από κοινού καλύτερους όρους εκμετάλλευσης των πόρων τους. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της στρατηγικής προσκρούει στις εσωτερικές αντιπαλότητες, στις αδύναμες θεσμικές δομές και στον ανταγωνισμό μεταξύ των ίδιων των κρατών.
Η Κίνα και η πράσινη μετάβαση
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της συζήτησης αφορούσε τη διαφορετική προσέγγιση της Κίνας στο ζήτημα της πράσινης ανάπτυξης. Στον κυρίαρχο δυτικό πολιτικό και ακαδημαϊκό λόγο, η κλιματική αλλαγή προσεγγίζεται συχνά πρωτίστως ως ηθικό και περιβαλλοντικό ζήτημα. Στην Κίνα, αντίθετα, η πράσινη μετάβαση συνδέθηκε από νωρίς με την οικονομική ανάπτυξη και την εθνική στρατηγική. Οι Κινέζοι σχεδιαστές αντιλήφθηκαν ήδη από τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές του 2000 ότι η ανεξέλεγκτη ρύπανση απειλούσε τη βιωσιμότητα του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας. Έτσι, η επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην ηλεκτροκίνηση ενσωματώθηκε σταδιακά στον μακροπρόθεσμο οικονομικό σχεδιασμό.
Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Σήμερα, περισσότερο από το μισό των νέων αυτοκινήτων που πωλούνται στην Κίνα είναι ηλεκτρικά ή υβριδικά, ενώ η χώρα κυριαρχεί παγκοσμίως στην παραγωγή φωτοβολταϊκών, μπαταριών και ηλεκτρικών οχημάτων. Σε αντίθεση με τη δυτική προσέγγιση, όπου η πράσινη μετάβαση παρουσιάζεται συχνά ως περιβαλλοντική αναγκαιότητα, η κινεζική ηγεσία την ενέταξε σε ένα ευρύτερο σχέδιο οικονομικού μετασχηματισμού, τεχνολογικής αναβάθμισης και ενίσχυσης της εθνικής ισχύος. Η ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης, η κυριαρχία στην παραγωγή φωτοβολταϊκών και μπαταριών, η εξασφάλιση πρόσβασης σε κρίσιμα ορυκτά και οι μαζικές επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της στρατηγικής.
Αυτό εξηγεί γιατί οι Κινέζοι ομιλητές στη συζήτηση υποστήριξαν ότι η πράσινη ανάπτυξη δεν αποτελεί απλώς περιβαλλοντική πολιτική, αλλά αναπόσπαστο τμήμα της αναπτυξιακής στρατηγικής της χώρας. Η αντίθεση με πολλές δυτικές χώρες είναι χαρακτηριστική. Στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική η συζήτηση για τη βιωσιμότητα είναι ιδιαίτερα έντονη, όμως η πρακτική εφαρμογή των πολιτικών συχνά προχωρά με αργότερους ρυθμούς.
Petrostates και Electrostates
Η συζήτηση ανέδειξε επίσης ένα ενδιαφέρον θεωρητικό σχήμα: τη διάκριση ανάμεσα στα λεγόμενα «petrostates» και «electrostates». Ένας νέος διαχωρισμός ανάμεσα σε κράτη που εξακολουθούν να στηρίζουν την οικονομική και γεωπολιτική τους ισχύ στα ορυκτά καύσιμα και σε κράτη που επενδύουν στρατηγικά στον εξηλεκτρισμό και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Σε μια πρώτη ανάγνωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως χώρες που εξακολουθούν να στηρίζονται σημαντικά στα ορυκτά καύσιμα, ενώ η Κίνα φαίνεται να προσεγγίζει περισσότερο το πρότυπο του «electrostate».
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η Κίνα εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τεράστιες ποσότητες άνθρακα, ενώ περιοχές όπως το Τέξας πρωτοστατούν στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η περίπτωση του Τέξας αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της ενεργειακής μετάβασης. Αν και αποτελεί ιστορικά το επίκεντρο της αμερικανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας, συγκαταλέγεται ταυτόχρονα μεταξύ των μεγαλύτερων παραγωγών αιολικής και ηλιακής ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η διάκριση ανάμεσα σε "πετρελαϊκά κράτη" και "κράτη του εξηλεκτρισμού" είναι συχνά περισσότερο θεωρητική παρά πραγματική. Οι ενεργειακές στρατηγικές καθορίζονται όχι μόνο από τις διεθνείς εξελίξεις αλλά και από τις εσωτερικές πολιτικές και οικονομικές ισορροπίες κάθε χώρας.
Παρά τις αντιφάσεις αυτές, ένα βασικό συμπέρασμα φαίνεται να αναδύεται: η ενεργειακή ασφάλεια και η πράσινη μετάβαση δεν είναι ανταγωνιστικοί στόχοι. Αντίθετα, ολοένα και περισσότερο αλληλοσυμπληρώνονται. Η ευρωπαϊκή εμπειρία μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 το απέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο. Η εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο μετατράπηκε από οικονομικό πλεονέκτημα σε στρατηγικό μειονέκτημα, ωθώντας πολλές χώρες να επιταχύνουν τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Ο παγκόσμιος Νότος ως ρυθμιστής των εξελίξεων
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της συζήτησης αφορά τον ρόλο του παγκόσμιου Νότου. Συχνά οι διεθνείς αναλύσεις παρουσιάζουν τις χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας ως παθητικούς αποδέκτες των αποφάσεων που λαμβάνονται στην Ουάσιγκτον, το Πεκίνο ή τις Βρυξέλλες. Οι συμμετέχοντες υποστήριξαν ότι αυτή η προσέγγιση είναι υπερβολικά απλουστευτική.
Οι ίδιες οι χώρες του παγκόσμιου Νότου διαθέτουν σημαντικά περιθώρια επιλογών. Η επιτυχία τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των θεσμών τους, τη διαχείριση των πόρων τους και την ικανότητά τους να μετατρέψουν τον εξωτερικό ανταγωνισμό σε εσωτερική αναπτυξιακή δυναμική. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρήθηκε η δυνατότητα που προσφέρουν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για αποκεντρωμένη ανάπτυξη. Σε πολλές περιοχές της Αφρικής και της Ασίας, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια μπορούν να επιτρέψουν την ηλεκτροδότηση απομακρυσμένων περιοχών χωρίς την ανάγκη κατασκευής εκτεταμένων κεντρικών δικτύων. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες προοπτικές εκβιομηχάνισης και κοινωνικής ανάπτυξης.
Η κρίση του πολυμερισμού
Το κεντρικό ερώτημα που διατρέχει ολόκληρη τη συζήτηση είναι κατά πόσο οι υπάρχοντες διεθνείς θεσμοί μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά σε ένα περιβάλλον εντεινόμενου ανταγωνισμού. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου εξακολουθεί να ρυθμίζει περίπου τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά οι κανόνες του έχουν σχεδιαστεί για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πλέον. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι ψηφιακές υπηρεσίες, οι πράσινες επιδοτήσεις και η επιστροφή του βιομηχανικού σχεδιασμού ως εργαλείου γεωοικονομικής ισχύος δημιουργούν νέες προκλήσεις που το σημερινό θεσμικό πλαίσιο δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει. Ταυτόχρονα, η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας καθιστά δυσκολότερη την ανανέωση του διεθνούς συστήματος κανόνων.
Πίσω από τις τοποθετήσεις των ομιλητών στο LSE διαγραφόταν η αίσθηση ότι η εποχή κατά την οποία τα κράτη μπορούσαν μόνα τους να διαχειριστούν τα παγκόσμια προβλήματα πλησιάζει στο τέλος της. Οι προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής, της ενεργειακής μετάβασης, της ψηφιακής οικονομίας και της τεχνητής νοημοσύνης υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα και απαιτούν νέες μορφές συλλογικής δράσης. Έτσι, αντί της επιστροφής σε έναν ιδεατό πολυμερή κόσμο του παρελθόντος (multilateralism), αναδύεται η ανάγκη για ένα πιο σύνθετο σύστημα διακυβέρνησης, στο οποίο κράτη επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, διεθνείς οργανισμοί και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών θα συνδιαμορφώνουν λύσεις και κανόνες σε παγκόσμιο επίπεδο (multi-stakeholder cooperation). Πρόκειται για μια μετάβαση από τον κλασικό πολυμερισμό σε ένα πλέγμα πολυκεντρικής και πολυεπίπεδης συνεργασίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες ενός ολοένα πιο αλληλεξαρτώμενου αλλά και κατακερματισμένου κόσμου.
Συμπεράσματα
Οι παρεμβάσεις των ακαδημαϊκών του LSE και του Πανεπιστημίου Tsinghua ανέδειξαν με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η εποχή της απρόσκοπτης παγκοσμιοποίησης έχει παρέλθει οριστικά. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, όπου η οικονομία, η τεχνολογία, η ενέργεια και η ασφάλεια αλληλοσυνδέονται περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, η επιστροφή της γεωπολιτικής δεν σημαίνει αναγκαστικά το τέλος της συνεργασίας. Αντιθέτως, η κλιματική αλλαγή, η ενεργειακή μετάβαση και η διαχείριση των παγκόσμιων κοινών αγαθών καθιστούν τη συνεργασία πιο αναγκαία από ποτέ.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας θα συνεχιστεί – αυτό θεωρείται σχεδόν βέβαιο. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν οι δύο υπερδυνάμεις, μαζί με τις αναδυόμενες χώρες του Παγκόσμιου Νότου, θα καταφέρουν να δημιουργήσουν νέους θεσμούς και νέες μορφές συνεννόησης που θα επιτρέψουν την αντιμετώπιση των κοινών παγκόσμιων προκλήσεων. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της διεθνούς τάξης αλλά και τις προοπτικές βιωσιμότητας του πλανήτη στον 21ο αιώνα.
Μια κάρτα για όλες τις προνοιακές παροχές!
Σε μια εποχή όπου οι ψηφιακές υπηρεσίες μεταμορφώνουν την καθημερινότητα των πολιτών, το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, σε συνεργασία με τον ΟΠΕΚΑ και τη ΔΥΠΑ και με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, από τις 15 Μαρτίου 2025 έχει θέσει σε εφαρμογή έναν νέο τρόπο καταβολής προνοιακών παροχών, επιδομάτων και οικονομικών ενισχύσεων, μέσω της Προπληρωμένης Κάρτας Κοινωνικών Παροχών.
Με στόχο την απλοποίηση, τη διαφάνεια και την καλύτερη εξυπηρέτηση των δικαιούχων, το νέο σύστημα δημιουργεί μια πιο άμεση και ασφαλή σχέση ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος.
Η λογική είναι απλή: μία κάρτα για όλες τις παροχές!

Ο δικαιούχος κάθε επιδόματος αποκτά μία μοναδική προπληρωμένη κάρτα, μέσω της οποίας λαμβάνει το σύνολο των ενισχύσεων που δικαιούται. Η κάρτα εκδίδεται από την τράπεζα όπου ήδη διατηρεί ενεργό λογαριασμό και αποστέλλεται απευθείας στον ίδιο, χωρίς χρέωση και χωρίς πρόσθετες πολύπλοκες διαδικασίες.
Το σύνολο κάθε παροχής πιστώνεται αυτόματα στην κάρτα, δίνοντας τη δυνατότητα στον κάτοχο να πραγματοποιεί αναλήψεις μετρητών έως και στο 50% του ποσού μέσω ΑΤΜ, ενώ το υπόλοιπο χρησιμοποιείται σε καθημερινές αγορές και συναλλαγές σούπερ μάρκετ και φαρμακεία έως ηλεκτρονικές πληρωμές και υπηρεσίες. Η κάρτα μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εξαίρεση συναλλαγές που αφορούν την αγορά όπλων και τα τυχερά παίγνια.

Η Προπληρωμένη Κάρτα δεν αποτελεί απλώς ένα νέο μέσο πληρωμής. Είναι ένα εργαλείο που έχει ως στόχο τον περιορισμό της γραφειοκρατίας, τη μείωση της φοροδιαφυγής και την ενίσχυση της διαφάνειας στις καταβολές.
Η Προπληρωμένη Κάρτα είναι ένα εργαλείο που έχει ως στόχο τον περιορισμό της γραφειοκρατίας, τη μείωση της φοροδιαφυγής και την ενίσχυση της διαφάνειας στις καταβολές.
Στο νέο σύστημα εντάσσονται συνολικά 19 κατηγορίες παροχών και ενισχύσεων που καταβάλλονται από τον ΟΠΕΚΑ και τη ΔΥΠΑ — από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, τα επιδόματα γέννησης και παιδιού, επιδότηση ανεργίας και παροχή προστασίας μητρότητας, έως μια σειρά από ενισχύσεις για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες(Επίδομα Γέννησης, Επίδομα Εργασίας, Ειδικό Επίδομα Ευάλωτων Ομάδων, Επίδομα Μακροχρονίως Ανέργων κλπ.)
Παράλληλα, η συμμετοχή πέντε συστημικών τραπεζών αλλά και συνεταιριστικών τραπεζών, εξασφαλίζει την ευρεία εφαρμογή και λειτουργικότητα του μέτρου σε ολόκληρη τη χώρα.

Η Προπληρωμένη Κάρτα Κοινωνικών Παροχών υλοποιείται από το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0», με τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – NextGenerationEU.
ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΣΤΟ YouTube:
https://www.youtube.com/watch?v=yvvx97G1pKY
Η φράση που άνοιξε το επόμενο κεφάλαιο της Μέσης Ανατολής
Μέσα στον ορυμαγδό της επικαιρότητας, εκεί όπου οι ειδήσεις πέφτουν κατά ριπάς και η μία προλαβαίνει να ακυρώσει την προηγούμενη πριν καν τη διαβάσουμε, υπάρχουν μερικές φράσεις που χάνονται για λίγο μέσα στην ακατάπαυστη ροή των πληροφοριών, σαν ένα μικρό χαρτί που παρασύρεται από τον αέρα σε μια πολύβουη λεωφόρο. Μία από αυτές μου τράβηξε πρόσφατα την προσοχή καθώς ανασκάλευα, όπως συνηθίζω, το αχανές καλάθι του διαδικτύου με την περιέργεια εκείνου που εξακολουθεί να πιστεύει ότι τα κείμενα αξίζει να διαβάζονται και όχι απλώς να καταναλώνονται. Με τη συνήθεια, ίσως παλιομοδίτικη πια, να σταματώ σε ορισμένες διατυπώσεις και να αναρωτιέμαι γιατί ειπώθηκαν, από ποιον ειπώθηκαν και κυρίως γιατί ειπώθηκαν τώρα.
Ο ισραηλινός υπουργός Διασποράς και Καταπολέμησης του Αντισημιτισμού, Αμιχάι Τσίκλι, δήλωσε ότι η Τουρκία και η νέα Συρία αποτελούν πλέον μεγαλύτερη πρόκληση για το Ισραήλ από το Ιράν και ότι «η εποχή της σιιτικής αυτοκρατορίας του Ιράν έχει τελειώσει». Πρόσθεσε μάλιστα πως ο νέος άξονας της περιοχής είναι η Τουρκία, η Συρία και το Κατάρ.
Δεν ξέρω αν έχει δίκιο. Ξέρω όμως κάτι άλλο, έναν παλιό και αρκετά αξιόπιστο κανόνα της πολιτικής ανάγνωσης: ότι συχνά πίσω από τη φράση βρίσκεται ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται σε υπουργεία, επιτελεία, υπηρεσίες πληροφοριών και δεξαμενές σκέψης. Τα κράτη, όπως και οι άνθρωποι, σπάνια αλλάζουν πορεία από τη μια μέρα στην άλλη. Πρώτα αλλάζουν το λεξιλόγιό τους, ύστερα τις προτεραιότητές τους και μόνο στο τέλος τις πράξεις τους.
Και κάπου εκεί η συγκεκριμένη δήλωση παύει να αφορά τον Τσίκλι και αρχίζει να αφορά όλη τη Μέση Ανατολή. Γιατί ίσως περιγράφει μια αλλαγή που βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της στάδια, αλλά ήδη γίνεται ορατή σε όσους έχουν την υπομονή να κοιτάζουν πίσω από τα πρωτοσέλιδα. Από τότε που άρχισα να διαβάζω περισσότερο Ιστορία παρά επικαιρότητα, απέκτησα μια μικρή καχυποψία απέναντι στις ειδήσεις. Όχι επειδή είναι κυρίως ψευδείς αλλά επειδή είναι βιαστικές.
Η επικαιρότητα μοιάζει με μυθιστόρημα που γράφεται μπροστά στα μάτια μας χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη το τέλος του. Οι περισσότεροι αναγνώστες παρασύρονται από τις εκρήξεις, τις ανατροπές, τους θανάτους των ηρώων και τις μεγάλες σκηνές.
Η Ιστορία σπάνια αλλάζει κατεύθυνση με τυμπανοκρουσίες. Τις περισσότερες φορές προειδοποιεί διακριτικά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να μην έχει ακόμη αποφασίσει ούτε η ίδια προς τα πού πηγαίνει. Αφήνει εδώ κι εκεί μικρές σημειώσεις στο περιθώριο, σαν εκείνα τα μολυβένια υπογραμμίσματα που βρίσκει κανείς στα μεταχειρισμένα βιβλία και αναρωτιέται ποιος αναγνώστης τα άφησε πίσω του και γιατί.
Σε αυτό το πνεύμα διάβασα και τη δήλωση του Τσίκλι. Δεν μου έκανε εντύπωση η κριτική προς το Ιράν. Αυτή την ακούμε χρόνια. Δεν μου έκανε εντύπωση ούτε η αναφορά στην Τουρκία. Οι εντάσεις ανάμεσα στην Άγκυρα και το Τελ Αβίβ είναι γνωστές.
Εκείνο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν η αίσθηση ότι ένας άνθρωπος του ισραηλινού κράτους, κάτι που πάντα λαμβάνω υπόψη μου πολύ σοβαρά, επιχειρούσε να μετακινήσει τον προβολέα. Σαν να έλεγε στους συνομιλητές του: «κοιτάζαμε επί είκοσι χρόνια προς μία κατεύθυνση· ίσως ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε προς μια άλλη». Και τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως η συγκεκριμένη δήλωση δεν αφορά καθόλου το Ιράν. Ίσως αφορά το τέλος μιας εποχής.
Για δύο δεκαετίες σχεδόν κάθε συζήτηση για τη Μέση Ανατολή κατέληγε στην Τεχεράνη. Το Ιράν εμφανιζόταν ως ο μεγάλος αναθεωρητής της περιοχής, η δύναμη που οικοδομούσε δίκτυα, εξόπλιζε συμμάχους, χρηματοδοτούσε οργανώσεις και διεύρυνε διαρκώς την επιρροή της. Ακόμη και όσοι διαφωνούσαν για τα μέσα συμφωνούσαν για το βασικό γεγονός: η ιστορία της περιοχής γραφόταν σε μεγάλο βαθμό γύρω από το ιρανικό ζήτημα.
Ξαφνικά εμφανίζεται ένας ισραηλινός υπουργός και λέει, περίπου, ότι το βιβλίο αυτό τελειώνει. Όχι ότι το Ιράν εξαφανίζεται. Τα κράτη δεν εξαφανίζονται τόσο εύκολα. Οι αυτοκρατορικές φιλοδοξίες ακόμη δυσκολότερα.
Εκείνο που υπονοεί είναι κάτι πιο ενδιαφέρον. Ότι η κεντρική σύγκρουση του επόμενου κεφαλαίου ίσως δεν έχει ακόμη γραφτεί πλήρως, αλλά τα πρώτα της πρόσωπα έχουν ήδη εμφανιστεί στη σκηνή. Και ανάμεσά τους βρίσκεται η Τουρκία. Αυτός είναι ο λόγος που κράτησα τη φράση. Την κράτησα επειδή μου θύμισε κάτι που συναντά κανείς συχνά στην Ιστορία. Τη στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι συνεχίζουν να συζητούν για τον κόσμο που φεύγει, ενώ οι πιο προσεκτικοί έχουν αρχίσει ήδη να παρατηρούν τον κόσμο που έρχεται.
Και καμιά φορά ο κόσμος που έρχεται εμφανίζεται πρώτα ως μια φράση που περνά σχεδόν απαρατήρητη ανάμεσα σε εκατό άλλες ειδήσεις που την επόμενη μέρα κανείς δεν θα θυμάται. Εκτός ίσως από εκείνους που εξακολουθούν να διαβάζουν την επικαιρότητα όπως διαβάζουν ένα καλό μυθιστόρημα: αργά, υπομονετικά και με το μολύβι στο χέρι. Ίσως βέβαια όλα αυτά να αποδειχθούν λανθασμένα. Η Μέση Ανατολή είναι ο τόπος όπου οι βεβαιότητες έχουν μικρό προσδόκιμο ζωής. Σχεδόν κάθε δεκαετία γεννά τον δικό της «αναπόφευκτο νικητή» και σχεδόν κάθε δεκαετία φροντίζει να τον διαψεύσει. Όμως οι δηλώσεις σαν αυτή δεν έχουν αξία επειδή προβλέπουν το μέλλον. Έχουν αξία επειδή αποκαλύπτουν πώς το φαντάζονται όσοι προσπαθούν να το διαμορφώσουν.
Για πολλά χρόνια η περιοχή έμοιαζε να περιστρέφεται γύρω από ένα μόνο ερώτημα: τι θα γίνει με το Ιράν; Σήμερα, για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, εμφανίζονται άνθρωποι μέσα στο ίδιο το ισραηλινό κατεστημένο που μοιάζουν να αναζητούν αλλού τον επόμενο μεγάλο αντίπαλο. Ίσως έχουν δίκιο. Ίσως όχι. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η συζήτηση μετακινείται. Και όταν μετακινείται η συζήτηση, συνήθως έχει προηγηθεί η μετακίνηση της πραγματικότητας.
Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τις ιστορικές αλλαγές όταν έχουν πλέον ολοκληρωθεί. Όταν έχουν αποκτήσει όνομα, χρονολογία και κεφάλαιο στα βιβλία. Τότε όλα φαίνονται λογικά και αναμενόμενα. Η Σοβιετική Ένωση έμοιαζε καταδικασμένη αφού κατέρρευσε. Η αμερικανική μονοκρατορία έμοιαζε αυτονόητη αφού εγκαθιδρύθηκε. Η άνοδος της Κίνας φαίνεται σήμερα σχεδόν αναπόφευκτη, λες και δεν υπήρξαν δεκαετίες κατά τις οποίες ελάχιστοι την είχαν προβλέψει.
Η Ιστορία όμως δεν βιώνεται έτσι. Βιώνεται μέσα στην αβεβαιότητα. Μέσα σε μικρές ενδείξεις, μισοτελειωμένες εξελίξεις, υπαινιγμούς και φράσεις που μοιάζουν ασήμαντες μέχρι να αποκτήσουν εκ των υστέρων νόημα.
Γι’ αυτό στάθηκα σε αυτή τη δήλωση.
Όχι επειδή πιστεύω ότι ένας υπουργός του Ισραήλ γνωρίζει το μέλλον της Μέσης Ανατολής. Αλλά επειδή, διαβάζοντάς την, είχα για μια στιγμή εκείνη τη γνώριμη αίσθηση που έχει κανείς όταν διαβάζει ένα καλό μυθιστόρημα και πέφτει πάνω σε μια φράση που μοιάζει δευτερεύουσα. Μια φράση που ο αναγνώστης υπογραμμίζει σχεδόν ενστικτωδώς, χωρίς να ξέρει ακόμη γιατί. Και ύστερα συνεχίζει την ανάγνωση. Γιατί υποψιάζεται ότι κάπου παρακάτω θα καταλάβει πως εκεί, σε εκείνη ακριβώς τη γραμμή, ο συγγραφέας είχε αφήσει το πρώτο σημάδι ότι η ιστορία ετοιμαζόταν να αλλάξει κατεύθυνση.
Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και Ρωμιοσύνη
Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη διοργάνωσαν στις 5 Ιουνίου 2026, στο Queens’ College, μονοήμερο επιστημονικό συμπόσιο με θέμα «Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και Ρωμιοσύνη: Γλώσσα και Ταυτότητα στον Ελληνόφωνο Κόσμο». Το συμπόσιο συγκέντρωσε ιστορικούς, γλωσσολόγους και ερευνητές συναφών πεδίων με στόχο τη διερεύνηση της σύνθετης σχέσης μεταξύ γλώσσας, πολιτισμικής συνέχειας και συλλογικής ταυτότητας στον ελληνόφωνο κόσμο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα «Ρωμαίικα», την απειλούμενη ελληνική διάλεκτο που εξακολουθεί να ομιλείται σε περιοχές του Πόντου, ως ένα ζωντανό παράδειγμα της ιστορικής ανθεκτικότητας και της πολιτισμικής συνέχειας της Ρωμιοσύνης.
Αντλώντας από το πολυετές ερευνητικό έργο της καθηγήτριας Ιωάννας Σιταρίδου, το συμπόσιο επιχείρησε να φωτίσει ζητήματα γλωσσικής εξέλιξης, πολιτισμικής κληρονομιάς και ταυτότητας, εντάσσοντάς τα σε ευρύτερες συζητήσεις γύρω από τη συνέχεια, την υβριδικότητα και την πολυγλωσσία. Παράλληλα, εξετάστηκαν οι ιδεολογικές και ιστοριογραφικές αντιπαραθέσεις σχετικά με τη Ρωμιοσύνη και την κληρονομιά της Ρώμης, διερευνώντας τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνόφωνοι και ορθόδοξοι πολίτες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αντιλαμβάνονταν και διαμόρφωναν την ταυτότητά τους μέσα στους αιώνες. Τη διοργάνωση του συμποσίου ανέλαβαν ο Δρ. Γεώργιος Καλπαδάκης της Ακαδημίας Αθηνών και η καθηγήτρια Ιωάννα Σιταρίδου του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν τα ζητήματα της ιστορικής συνέχειας, της πολιτισμικής ανθεκτικότητας, της γλωσσικής εξέλιξης και της διαμόρφωσης συλλογικών ταυτοτήτων. Παράλληλα, οι εισηγήσεις ανέδειξαν τον τρόπο με τον οποίο οι όροι «Ρωμαίος», «Ρωμιός», «Έλληνας», «Ρωμαίικα» και «Ελληνικά» απέκτησαν διαφορετικά νοήματα σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, αντανακλώντας μεταβαλλόμενες πολιτικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές πραγματικότητες.
Οι συμμετέχοντες και οι εισηγήσεις
Ο Αντώνης Καλδέλλης, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους βυζαντινολόγους και συγγραφέας του πολυσυζητημένου βιβλίου Romanland: Ethnicity and Empire in Byzantium, ανέλυσε την ιστορική πορεία του όρου «Ρωμαίικα» από τη βυζαντινή περίοδο έως τη σύγχρονη εποχή. Η έρευνά του έχει συμβάλει καθοριστικά στην επαναξιολόγηση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως ενός κράτους που οι ίδιοι οι κάτοικοί του αντιλαμβάνονταν ως «Ρωμαϊκό» και όχι ως «Βυζαντινό». Στην εισήγησή του υπογράμμισε ότι η επιβίωση του όρου «Ρωμαίικα» σε περιοχές του Πόντου αποτελεί σημαντική μαρτυρία της μακράς διάρκειας της ρωμαϊκής ταυτότητας στον ελληνόφωνο κόσμο.
Οι δύο ερευνητές του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών με έδρα την Κρήτη, Λεωνίδας Εμπειρίκος και Νίκος Σιγάλας, παρουσίασαν μια ιστορικο-γλωσσολογική προσέγγιση της ονομασίας της ελληνικής γλώσσας μέσα στους αιώνες. Η έρευνά τους εξετάζει πώς οι ονομασίες «Eλληνική», «Γραικική» και «Ρωμαίικα» συνυπήρξαν ή διαδέχθηκαν η μία την άλλη, αντανακλώντας βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές. Μέσα από πηγές από το Βυζάντιο, την Οθωμανική περίοδο και τον νεότερο ελληνισμό, ανέδειξαν τη δυναμική σχέση μεταξύ γλώσσας και συλλογικής ταυτότητας.
Η καθηγήτρια Ιωάννα Σιταρίδου, γνωστή διεθνώς για την πρωτοποριακή της έρευνα στις ρωμαίικες διαλέκτους του Πόντου και ιδιαίτερα της περιοχής της Τραπεζούντας, παρουσίασε τα αποτελέσματα πολυετούς επιτόπιας έρευνας σε κοινότητες που εξακολουθούν να μιλούν τη γλώσσα που οι ίδιες αποκαλούν «Ρωμαίικα». Η εργασία της εξετάζει τη διαδικασία εξισλαμισμού των πληθυσμών αυτών και τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα διατηρήθηκε παρά τις θρησκευτικές και πολιτικές μεταβολές. Το έργο της έχει συμβάλει αποφασιστικά στην ανάδειξη των «Ρωμαίικων» ως ενός πολύτιμου ζωντανού γλωσσικού μνημείου της μεσαιωνικής ελληνικής.
Ο Γιώργος Καλπαδάκης από την Ακαδημία Αθηνών προσέγγισε το ζήτημα της πολιτισμικής ανθεκτικότητας μέσα από τη συγκριτική μελέτη νησιωτικών και απομονωμένων κοινοτήτων. Η εισήγησή του εστίασε στους μηχανισμούς μέσω των οποίων μικρές κοινότητες κατορθώνουν να διατηρούν τη γλώσσα, τις παραδόσεις και την ιστορική τους μνήμη παρά τις εξωτερικές πιέσεις. Η προσέγγισή του συνέδεσε τη μελέτη των ελληνικών κοινοτήτων με ευρύτερα διεθνή παραδείγματα πολιτισμικής επιβίωσης.
Ο Δημήτρης Σταματόπουλος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της ορθόδοξης κοινότητας και της μετάβασης από τη Ρωμιοσύνη στον ελληνικό εθνικισμό, εξέτασε το έργο του λογίου του 18ου αιώνα Καισάριου Δαπόντε. Μέσα από την ανάλυση του Βιβλίου των Βασιλέων ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο ο Δαπόντες συνδύαζε βυζαντινά, ορθόδοξα, ελληνικά και ρωμαϊκά στοιχεία ταυτότητας σε μια εποχή πριν από τη διαμόρφωση του νεότερου ελληνικού έθνους. Η εισήγηση συνδέθηκε με το ευρύτερο ερευνητικό έργο του Σταματόπουλου γύρω από την έννοια της Ρωμιοσύνης και τις πολλαπλές μορφές συλλογικής ταυτότητας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ρωμιοσύνη, γλώσσα και ταυτότητα
Η σχέση ανάμεσα στη γλώσσα, την ταυτότητα και τη συλλογική μνήμη αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα ζητήματα της ιστορίας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της πολιτείας που επί αιώνες οι ίδιοι οι κάτοικοί της αποκαλούσαν Ρωμανία και τους εαυτούς τους Ρωμαίους. Παρά το γεγονός ότι στη σύγχρονη ιστοριογραφία έχει επικρατήσει ο όρος «Βυζάντιο», οι άνθρωποι που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη, στον Πόντο, στη Μικρά Ασία, στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο δεν θεωρούσαν ποτέ ότι ανήκαν σε ένα «βυζαντινό» κράτος. Αντιθέτως, αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως πολίτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κληρονόμους μιας πολιτικής και πολιτισμικής παράδοσης που είχε τις ρίζες της στην αρχαία Ρώμη αλλά εξελίχθηκε σε ένα πολύγλωσσο, πολυεθνικό και βαθιά ελληνόφωνο κόσμο.
Η διερεύνηση της έννοιας της Ρωμιοσύνης και της σχέσης της με τη γλώσσα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο νέων ιστορικών και γλωσσολογικών ερευνών. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η μελέτη της γλωσσολόγου Ιωάννας Σιταρίδου για τα «Ρωμαίικα» , μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποικιλία της ελληνικής γλώσσας που εξακολουθεί να ομιλείται σε απομονωμένες κοινότητες της περιοχής της Τραπεζούντας στον Εύξεινο Πόντο. Η ύπαρξη αυτών των κοινοτήτων προσφέρει ένα μοναδικό παράθυρο στον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα και η ταυτότητα διαμορφώθηκαν και επιβίωσαν μέσα από αιώνες πολιτικών και κοινωνικών μεταβολών.
Η συνέχεια της ρωμαϊκής παράδοσης στην Ανατολή
Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρξε προϊόν σύνθεσης. Η πολιτική της παράδοση προερχόταν από τη Ρώμη, η γλώσσα της διοίκησης και της παιδείας εξελίχθηκε σταδιακά προς τα ελληνικά, ενώ η θρησκευτική της φυσιογνωμία διαμορφώθηκε γύρω από τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Η συνύπαρξη αυτών των στοιχείων δημιούργησε μια ταυτότητα που δεν μπορεί να περιγραφεί επαρκώς με σύγχρονες εθνικές κατηγορίες. Οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας δεν αισθάνονταν ότι έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στο να είναι Έλληνες ή Ρωμαίοι. Για πολλούς αιώνες οι δύο έννοιες δεν ήταν ανταγωνιστικές αλλά συμπληρωματικές. Η πολιτική ταυτότητα ήταν ρωμαϊκή, η γλώσσα ελληνική και η θρησκεία χριστιανική. Το γεγονός ότι η αυτοκρατορία διοικούνταν από την Κωνσταντινούπολη και όχι από τη Ρώμη δεν μείωνε τη “ρωμαϊκότητά” της στα μάτια των κατοίκων της.
Αυτή η πραγματικότητα συχνά δυσκολεύει τους σύγχρονους ιστορικούς, οι οποίοι έχουν επηρεαστεί από τα πρότυπα του εθνικού κράτους του 19ου αιώνα. Οι μεσαιωνικές κοινωνίες, ωστόσο, λειτουργούσαν με διαφορετικές αντιλήψεις περί ταυτότητας. Ένας κάτοικος της Τραπεζούντας του 12ου ή του 14ου αιώνα μπορούσε ταυτόχρονα να είναι χριστιανός, ελληνόφωνος και Ρωμαίος χωρίς να θεωρεί ότι αυτές οι ιδιότητες συγκρούονταν μεταξύ τους.
Η γλώσσα ως θεματοφύλακας της συλλογικής μνήμης
Η ελληνική γλώσσα αποτέλεσε ίσως τον ισχυρότερο φορέα πολιτισμικής συνέχειας στον ανατολικό μεσογειακό κόσμο. Από την ελληνιστική εποχή έως σήμερα, η γλώσσα εξελίχθηκε, μεταμορφώθηκε και εμπλουτίστηκε, χωρίς όμως να διακοπεί ποτέ η αδιάσπαστη ιστορική της παρουσία. Η περίπτωση των «Ρωμαίικων» του Πόντου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Οι ομιλητές αυτής της γλώσσας δεν χρησιμοποιούν απαραίτητα τον όρο «ελληνικά» για να περιγράψουν το ιδίωμά τους. Αντίθετα, το αποκαλούν «ρωμαίικα». Ο όρος αυτός αποτελεί ζωντανό απομεινάρι μιας ιστορικής πραγματικότητας στην οποία η έννοια του Ρωμαίου παρέμενε κεντρική για τον αυτοπροσδιορισμό των ελληνόφωνων πληθυσμών της Ανατολής.
Για πολλούς σύγχρονους παρατηρητές, ο όρος μπορεί να προκαλεί σύγχυση. Ορισμένοι θεωρούν λανθασμένα ότι σχετίζεται με τις λατινογενείς γλώσσες ή με τη λατινική παράδοση. Ωστόσο, όπως έχει υποστηρίξει ο ιστορικός Αντώνης Καλδέλλης , η χρήση του όρου «Ρωμαίος» από ελληνόφωνους πληθυσμούς είναι απολύτως ιστορικά τεκμηριωμένη και αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι κατανοούσαν την ταυτότητά τους. Η επιβίωση του όρου στις κοινότητες της Τραπεζούντας αποδεικνύει ότι η μνήμη της Ρωμιοσύνης δεν εξαφανίσθηκε με την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 ούτε με την άνοδο των εθνικισμών του 19ου αιώνα. Αντίθετα, συνέχισε να επιβιώνει σε τοπικές κοινωνίες, πολλές φορές μακριά από τα κέντρα εξουσίας και τις επίσημες ιδεολογίες.
Ρήξη ή συνέχεια;
Ένα από τα βασικά ερωτήματα της σύγχρονης έρευνας αφορά τη σχέση μεταξύ αρχαίου ελληνικού, βυζαντινού και νεότερου ελληνικού κόσμου. Υπήρξε συνέχεια ή ρήξη; Η απάντηση που προκύπτει από τη γλωσσολογία είναι περισσότερο σύνθετη από τις απλουστευτικές αφηγήσεις του παρελθόντος. Οι γλώσσες δεν παραμένουν αμετάβλητες, ούτε όμως εξαφανίζονται και επανεμφανίζονται ξαφνικά. Η εξέλιξη είναι μια συνεχής διαδικασία αλλαγής.
Τα «Ρωμαίικα» του Πόντου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής. Η έρευνα της Σιταρίδου έχει αναδείξει γλωσσικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας και τα οποία έχουν χαθεί ή μεταβληθεί στις περισσότερες νεοελληνικές διαλέκτους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ομιλητές των «Ρωμαίικων» διατηρούν «καθαρή» ή «αυθεντική» ελληνική γλώσσα. Αντίθετα, αποδεικνύει ότι η γλωσσική εξέλιξη ακολουθεί διαφορετικές πορείες ανάλογα με τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Η αναζήτηση μιας μοναδικής και αδιαμφισβήτητης συνέχειας συχνά οδηγεί σε ιδεολογικές παγίδες. Η ιστορία δείχνει ότι οι πολιτισμοί επιβιώνουν ακριβώς επειδή μεταβάλλονται. Η γλωσσική και πολιτισμική συνέχεια δεν σημαίνει ακινησία αλλά διαρκή προσαρμογή.
Υβριδικότητα και πολυγλωσσία
Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν ήταν ποτέ ένας μονόγλωσσος ή μονοπολιτισμικός χώρος. Στα εδάφη της συνυπήρχαν ελληνικά, αρμενικά, συριακά, σλαβικά, αραβικά και πολλές άλλες γλώσσες. Η πολυγλωσσία δεν θεωρούνταν εξαίρεση αλλά φυσιολογική κατάσταση.
Οι κοινότητες του Πόντου προσφέρουν επίσης πολύτιμες πληροφορίες για τη διαδικασία της γλωσσικής επαφής. Η συνύπαρξη με τουρκόφωνους πληθυσμούς επί αιώνες άφησε βαθιά ίχνη στο λεξιλόγιο, στην προφορά και σε άλλες πτυχές της γλώσσας. Ωστόσο, η επιρροή αυτή δεν οδήγησε στην εξαφάνιση της ελληνικής παράδοσης. Αντίθετα, δημιούργησε νέες μορφές πολιτισμικής έκφρασης. Η έννοια της υβριδικότητας βοηθά τους ιστορικούς να ξεπεράσουν τις παλαιότερες αντιλήψεις περί «καθαρών» εθνικών ή πολιτισμικών ταυτοτήτων. Οι ταυτότητες της Ανατολικής Μεσογείου ήταν πάντοτε αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων, ανταλλαγών και προσαρμογών.
Ποιος είναι ο κληρονόμος της Ρώμης;
Η συζήτηση για τη Ρωμιοσύνη δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή. Συνδέεται άμεσα με ευρύτερες πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις γύρω από την κληρονομιά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα, διάφορα κράτη και λαοί διεκδίκησαν τον τίτλο του κληρονόμου της Ρώμης. Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Ρωσία της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης», ακόμη και νεότερα εθνικά κινήματα, προσπάθησαν να συνδέσουν τη νομιμοποίησή τους με το ρωμαϊκό παρελθόν.
Η περίπτωση των ελληνόφωνων Ρωμαίων της Ανατολής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή η ταυτότητά τους δεν βασιζόταν σε εδαφικές διεκδικήσεις ή σε μεταγενέστερες ιδεολογικές κατασκευές. Ήταν μια βιωμένη ιστορική πραγματικότητα που διατηρήθηκε επί περισσότερο από μία χιλιετία. Η σύγχρονη έρευνα επιδιώκει να απομακρυνθεί από ανταγωνιστικές αφηγήσεις περί «γνήσιων» και «μη γνήσιων» κληρονόμων της Ρώμης. Αντί να αναζητεί αποκλειστικούς δικαιούχους μιας ιστορικής κληρονομιάς, εξετάζει πώς διαφορετικές κοινότητες χρησιμοποίησαν και επαναδιαπραγματεύθηκαν τη ρωμαϊκή ταυτότητα ανάλογα με τις ανάγκες και τις συνθήκες τους.
Τα «Ρωμαίικα» σήμερα
Η μελέτη των «Ρωμαίικων» δεν αφορά μόνο τη διάσωση μιας απειλούμενης γλώσσας. Αφορά επίσης την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι διατηρούν τη μνήμη και την ταυτότητά τους μέσα στον χρόνο. Οι κοινότητες στα απομακρυσμένα ορεινά χωριά της Τραπεζούντας υπενθυμίζουν ότι η ιστορία της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού δεν περιορίζεται στα σύνορα του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Υπάρχουν ζωντανές παραδόσεις που αναπτύχθηκαν σε διαφορετικά ιστορικά περιβάλλοντα και ακολούθησαν ξεχωριστές διαδρομές. Ταυτόχρονα, οι κοινότητες αυτές αποτελούν μια ισχυρή υπενθύμιση ότι η Ρωμιοσύνη δεν ήταν απλώς μια πολιτική έννοια αλλά ένας τρόπος κατανόησης του κόσμου. Η επιβίωση του όρου «Ρωμαίικα» αποκαλύπτει τη βαθιά ιστορική αντοχή μιας ταυτότητας που κατάφερε να επιβιώσει μέσα από αυτοκρατορίες, κατακτήσεις, θρησκευτικές μεταβολές και εθνικές ανακατατάξεις.
Σήμερα, καθώς η έρευνα στρέφεται ολοένα περισσότερο προς ζητήματα πολλαπλών ταυτοτήτων, διαπολιτισμικών επαφών και πολιτισμικής μνήμης, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποκτά νέα επικαιρότητα. Η ιστορία των Ρωμαίων της Ανατολής δείχνει ότι οι ταυτότητες δεν είναι σταθερές ούτε μονοδιάστατες. Είναι σύνθετες, δυναμικές και συχνά αντιφατικές. Η μελέτη της Ρωμιοσύνης και των «Ρωμαίικων» μας προσφέρει, τελικά, ένα πολύτιμο μάθημα: ότι η ιστορική συνέχεια δεν βρίσκεται στην αμετάβλητη διατήρηση του παρελθόντος, αλλά στην ικανότητα των κοινωνιών να μετασχηματίζουν δημιουργικά την κληρονομιά τους, διατηρώντας παράλληλα ζωντανή τη μνήμη της καταγωγής τους. Έτσι, η Ρωμιοσύνη παραμένει όχι μόνο αντικείμενο ιστορικής έρευνας αλλά και ζωντανό παράδειγμα της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης ταυτότητας μέσα στον χρόνο.
Η σημασία του συμποσίου
Το συμπόσιο στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ ανέδειξε ότι η Ρωμιοσύνη δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό κατάλοιπο του παρελθόντος αλλά μια δυναμική πολιτισμική και γλωσσική παράδοση που εξακολουθεί να επηρεάζει τις συζητήσεις για την ταυτότητα στον ελληνόφωνο κόσμο. Οι εισηγήσεις έδειξαν ότι οι έννοιες της ελληνικότητας και της ρωμαϊκότητας δεν υπήρξαν πάντοτε αντιθετικές, αλλά συχνά συνυπήρξαν και αλληλοσυμπληρώθηκαν μέσα σε διαφορετικά ιστορικά πλαίσια. Η συνάντηση στο Queen’s College επιβεβαίωσε το αυξανόμενο διεθνές ενδιαφέρον για τη μελέτη της Ρωμιοσύνης ως ιστορικού, γλωσσικού και πολιτισμικού φαινομένου. Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της διεπιστημονικής συνεργασίας για την κατανόηση των τρόπων με τους οποίους οι κοινωνίες διαμορφώνουν, διατηρούν και επαναπροσδιορίζουν την ταυτότητά τους μέσα στον χρόνο. Μέσα από την εξέταση τόσο των ιστορικών πηγών όσο και των ζωντανών γλωσσικών παραδόσεων, το συμπόσιο προσέφερε μια νέα οπτική πάνω στη διαχρονική σχέση μεταξύ γλώσσας, μνήμης και Ρωμιοσύνης.
Άτιμη επικαιρότητα και ξεχασιάρα
Η χθεσινή βεβαιότητα έχει μια παράξενη συνήθεια. Τη διατυπώνουμε με αυτοπεποίθηση, τη μοιραζόμαστε με ενθουσιασμό, την υπερασπιζόμαστε σαν ηθική υποχρέωση. Και πριν αλέκτορα φωνήσαι, δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε ότι υπήρξε. Δεν πρόκειται για αμνησία. Πρόκειται για έναν διακριτικό συμβιβασμό ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φιλοδοξία που έχουμε να διατηρούμε μια αξιοπρεπή εικόνα του εαυτού μας.
Δεν ξεχνάμε όσα είπαμε. Απλώς ξεχνάμε ότι τα είπαμε εμείς.
Η κοινωνία δεν πάσχει από έλλειψη πληροφοριών. Πάσχει από υπερπαραγωγή λήθης. Κάθε εβδομάδα ξεσπά ένα νέο σκάνδαλο. Κάθε εβδομάδα ανακαλύπτεται μια νέα εθνική καταστροφή. Κάθε εβδομάδα εμφανίζονται νέοι σωτήρες, νέοι προφήτες, νέοι αδιάφθοροι, νέοι τιμητές των πάντων. Οι τηλεοράσεις ουρλιάζουν, τα κοινωνικά δίκτυα αφρίζουν, οι πολιτικοί καταγγέλλουν, οι δημοσιογράφοι προφητεύουν το τέλος του κόσμου και οι πολίτες ορκίζονται ότι αυτή τη φορά δεν θα αφήσουν τίποτα να πέσει κάτω.
Ύστερα εμφανίζεται το επόμενο θέμα και το προηγούμενο αποσύρεται από τη σκηνή σαν ηθοποιός που ξέρει πως το κοινό περιμένει ήδη τον επόμενο πρωταγωνιστή.
Πριν από λίγες ημέρες η χώρα συζητούσε αποκλειστικά για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Όποιος άνοιγε τηλεόραση νόμιζε ότι παρακολουθεί την αποκάλυψη του μεγαλύτερου σκανδάλου από την εποχή του Κολοκοτρώνη. Πολιτικοί, σχολιαστές και επαγγελματίες αγανακτισμένοι συναγωνίζονταν σε ηθική αγανάκτηση. Το πιο διασκεδαστικό κομμάτι της παράστασης ήταν η συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ.
Το ΠΑΣΟΚ. Ίσως ο πιο έμπειρος παρατηρητής της ελληνικής επιδοματικής ψυχολογίας. Ένα κόμμα που συνάντησε τις επιδοτήσεις νωρίς στη ζωή του και δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται γι’ αυτές, με εμπειρία επί του αντικειμένου σχεδόν ιστορική, ξαφνικά εμφανίστηκε ως αδέκαστος ανακριτής του συστήματος.
Η ελληνική πολιτική διαθέτει μια μοναδική ικανότητα. Μπορεί να μετατρέψει τον εμπρηστή σε πυροσβέστη και τον πυροσβέστη σε ύποπτο εμπρησμού μέσα σε ένα δελτίο ειδήσεων.
Αλλά ούτε αυτό είναι το σημαντικότερο.
Το σημαντικότερο είναι ότι σε λίγες εβδομάδες κανείς δεν θα θυμάται τίποτα από όλα αυτά.
Όπως δεν θυμάται σχεδόν κανείς τη Νοβάρτις.
Θυμάται κανείς το μέγεθος εκείνης της υπόθεσης; Θυμάται τους τίτλους, τις βεβαιότητες, τις πολιτικές καταδίκες πριν ακόμη υπάρξουν δικαστικές αποφάσεις; Θυμάται το κλίμα μιας εποχής κατά την οποία παρουσιάστηκε ως δεδομένο ότι το μισό πολιτικό σύστημα αποτελούσε εγκληματική συμμορία;
Και όταν το οικοδόμημα άρχισε να καταρρέει, ποιος απολογήθηκε;
Ποιος ζήτησε συγγνώμη;
Ποιος παραδέχθηκε ότι παρασύρθηκε;
Η λήθη μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο, έκλεισε τα φώτα και όλοι προσποιήθηκαν ότι τίποτα δεν είχε συμβεί.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μυστικό της ελληνικής πολιτικής. Δεν χρειάζεται να έχεις δίκιο. Αρκεί να επιβιώσεις μέχρι να ξεχαστεί το προηγούμενο λάθος.
Γι’ αυτό και οι πολιτικές καριέρες στην Ελλάδα δεν πεθαίνουν ποτέ.
Απλώς μπαίνουν σε αναμονή.
Πολιτικοί που χρεώθηκαν ιστορικές αποτυχίες επανέρχονται ως εθνικά κεφάλαια. Πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ως καταστροφές επαναλανσάρονται ως λύσεις. Άνθρωποι που υποσχέθηκαν τα πάντα και απέτυχαν σχεδόν στα πάντα επιστρέφουν ως έμπειροι καθοδηγητές της χώρας.
Σαν ταξιδιώτες που κατεβαίνουν για λίγο από το τρένο και ανεβαίνουν ξανά στον επόμενο σταθμό φορώντας διαφορετικό παλτό.
Η πολιτική μνήμη του Έλληνα μοιάζει με κινητό τηλέφωνο γεμάτο φωτογραφίες που δεν ανοίγει ποτέ.
Όλα υπάρχουν κάπου μέσα. Οι δηλώσεις, οι υποσχέσεις, οι καταγγελίες, οι διαψεύσεις, οι θεαματικές κυβιστήσεις, οι προφητείες που διαψεύστηκαν πριν στεγνώσει το μελάνι τους.
Αλλά σχεδόν κανείς δεν επιστρέφει να τις κοιτάξει.
Και βέβαια υπάρχει το μεγάλο εθνικό μας σπορ: η αγανάκτηση.
Η Ελλάδα δεν παράγει πλέον αρκετά βιομηχανικά προϊόντα. Παράγει όμως άφθονη αγανάκτηση.
Αγανακτήσαμε με τα μνημόνια και αργότερα με όσους τα πολεμούσαν. Αγανακτήσαμε με τους πλούσιους, με τους φτωχούς, με τους πολιτικούς, με τους δημοσιογράφους, με τους δικαστές και κάποτε ακόμη και με όσους δεν έδειχναν αρκετά αγανακτισμένοι. Η αγανάκτηση εξελίχθηκε σε μορφή εθνικής ψυχαγωγίας. Τη βιώνουμε με πάθος, τη διαφημίζουμε στα κοινωνικά δίκτυα, την καταναλώνουμε τηλεοπτικά και ύστερα την αντικαθιστούμε με την επόμενη. Η παλιά οργή εγκαταλείπεται όπως τα καλοκαιρινά σπίτια τον Σεπτέμβριο. Παραμένουν τα έπιπλα στη θέση τους, λίγη σκόνη στα παράθυρα και η αίσθηση ότι κάποτε υπήρξε ζωή εκεί μέσα.
Έτσι συμβαίνει και με τις μεγάλες δημόσιες εξάρσεις. Για λίγο μοιάζουν ικανές να αλλάξουν τον κόσμο. Έπειτα παραδίδονται στη σιωπή, μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο γεγονός που θα διεκδικήσει το δικαίωμα στην απόλυτη προσοχή μας. Η τραγωδία γίνεται σύνθημα. Το σύνθημα γίνεται τηλεθέαση. Η τηλεθέαση γίνεται πολιτική. Και η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα. Το έχουμε δει πολλές φορές. Και πιθανότατα θα το ξαναδούμε. Δεν είναι λοιπόν η διαφθορά το μεγαλύτερο πρόβλημά μας. Ούτε η ανικανότητα. Ούτε καν η υποκρισία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η χθεσινή βεβαιότητα θάβεται πριν καν διαψευστεί.
Οι πολιτικοί δεν φοβούνται ιδιαίτερα την κρίση των πολιτών. Φοβούνται μόνο τον επόμενο κύκλο ειδήσεων. Γνωρίζουν ότι η χθεσινή βεβαιότητα θα αντικατασταθεί από τη σημερινή και η σημερινή από την αυριανή. Γνωρίζουν ότι η δημόσια συζήτηση κινείται με την ταχύτητα της επικαιρότητας και όχι με την υπομονή της μνήμης.
Και έτσι συνεχίζουν. Οι κυβερνώντες και οι αντιπολιτευόμενοι. Οι παλιοί και οι νέοι. Οι καταγγέλλοντες και οι καταγγελλόμενοι. Οι αυτόκλητοι σωτήρες και οι μόνιμοι τιμητές.
Όλοι παίζουν στο ίδιο έργο.
Ένα έργο που αλλάζει σκηνικά κάθε εβδομάδα για να κρύψει ότι το σενάριο παραμένει σχεδόν το ίδιο. Και εμείς από κάτω παρακολουθούμε, ενθουσιαζόμαστε, εξοργιζόμαστε, χειροκροτούμε, αποδοκιμάζουμε και προχωράμε στο επόμενο επεισόδιο.
Γιατί η άτιμη η επικαιρότητα έχει ένα πλεονέκτημα απέναντι στην αλήθεια. Έρχεται κάθε πρωί φρέσκια. Αντίθετα η μνήμη απαιτεί κόπο. Και ο κόπος δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλής στην ελληνική πολιτική αγορά.
Η δεύτερη ευκαιρία του Ιράν
Η γενική γραμμή που επικρατεί στα σχόλια του «μνημονίου κατανόησης» μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν είναι ότι οι ΗΠΑ –και μαζί τους το Ισραήλ– υπέστησαν μια ήττα στον τρέχοντα γύρο των χρόνιων αντιπαραθέσεών τους. Και κάπου ανάμεσα στις γραμμές των σχολίων διακρίνει κανείς και μια πικρόχολη ικανοποίηση για την ανικανότητα της διοίκησης Τραμπ και μια πιο ανοιχτή χαιρεκακία για την «αποτυχία» του πρωθυπουργού του Ισραήλ να «περάσει» την πολεμόχαρη πολιτική του.
Όμως αν διαβάσουμε πιο προσεκτικά το κείμενο του μνημονίου, όπως αυτό δημοσιεύτηκε, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η χαιρέκακη από τους επικριτές των Τραμπ και Νετανιάχου και ταυτόχρονα απαξιωτική στάση από τους θιασώτες μιας πιο σκληρής γραμμής απέναντι στο Ιράν δεν είναι δικαιολογημένη.
Το κεντρικό σημείο του μνημονίου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι η δέσμευση του τελευταίου να μην αναπτύξει ή και να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα, να θέσει τα αποθέματα σχάσιμου υλικού που κατέχει υπό διεθνή έλεγχο και να «μειώσει» την περιεκτικότητα σε σχάσιμο ουράνιο σε επίπεδα που δεν θα επιτρέπουν τη χρήση του σε πυρηνικά όπλα.
Ένα άλλο σημαντικό σημείο της συμφωνίας είναι η αναγνώριση από το Ιράν της κυριαρχίας και των άλλων γειτονικών κρατών στα νερά του Ορμούζ και του Περσικού κόλπου και η υποχρέωσή του να συμμετάσχει σε έναν διεθνή μηχανισμό ελέγχου της ναυσιπλοΐας.
Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, το Ιράν δεσμεύεται να επιβάλει στη Χεζμπολάχ τη συμμόρφωση στην κατάπαυση του πυρός, ανοίγοντας έτσι ένα παράθυρο για τον έλεγχο αυτής της οργάνωσης από το κεντρικό λιβανικό κράτος.
Σε αυτά τα σημεία θα μετρηθεί η αξιοπιστία της ιρανικής κυβέρνησης και η ισχύς της απέναντι στα SS των φρουρών της επανάστασης – που όπως φαίνεται έχουν χάσει μεγάλο μέρος της επιρροής τους, καθώς δεν κατάφεραν να συνεισφέρουν τίποτα στην προστασία των κρίσιμων υποδομών αλλά και των ανθρώπων που ήταν απαραίτητοι για τη λειτουργία του ιρανικού προγράμματος ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.
Σε ό,τι αφορά την αποδέσμευση των κεφαλαίων του Ιράν και την άρση ενός μέρους των κυρώσεων –γιατί προφανώς η απαγόρευση εξαγωγής τεχνολογίας αιχμής στο Ιράν θα παραμείνει μακροπρόθεσμα υπό αυστηρό έλεγχο– , ας αναλογιστούμε πόσο θα κόστιζε η αναδόμηση ενός Ιράν κατεστραμμένου από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, με έναν πληθυσμό που θα υπέφερε από έναν πρωτοφανή λιμό –το Ιράν δεν μπορεί να θρέψει τα 90 εκατομμύρια των κατοίκων του με ίδιους πόρους[1]– και μια επίσης πρωτοφανή λειψυδρία.
Και σ’ αυτή την καταστροφή δεν υπολογίζουμε τον εσωτερικό πόλεμο που θα ξέσπαγε με τα διάφορα αυτονομιστικά κινήματα.
Ελπίζω οι έμφρονες Ιρανοί να κατάλαβαν ότι αυτή είναι η περίφημη second chance...