Σύνδεση συνδρομητών

Ενώπιος ενωπίω με τον Τίτο Πατρίκιο

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2026 01:16
Όγδοο
Ο Τίτος Πατρίκιος. Από το εξώφυλλο του βιβλίου + CD "Πολιορκημένος χρόνος" (2019).
Όγδοο

Λίγο πριν τη συνομιλία του με τον Ηλία Κανέλλη την 1η Οκτωβρίου στο Ωδείο Αθηνών

Η διαδρομή του ποιητή Τίτου Πατρίκιου στο χρόνο μέσα από τα διαβάσματα, τα συλλογικά όνειρα, τις επιλογές και τα πρόσωπα που τον καθόρισαν, όπως καταγράφηκε στην ποιητική του κατάθεση. Με αφορμή την εκδήλωση-συζήτηση του Ηλία Κανέλλη με τον Τίτο Πατρίκιο την 1η Οκτωβρίου 2026 στο Ωδείο Αθηνών, στο πλαίσιο του δεύτερου κύκλου των εκδηλώσεων-συζητήσεων «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα». Αναδημοσίευση από το Βοοks’ Journal, τχ. 14, Δεκέμβριος 2011.

 

Χειμωνιάτικο απόγευμα, που βραδιάζει νωρίς, κάθισα στον καναπέ κι άναψα τη λάμπα. Βόλεψα τα πόδια μου ψηλά, ταχτοποίησα λίγο γύρω μου τις χτεσινές ακαταστασίες, τεντώθηκα, κι έπιασα το καινούριο μου απόκτημα. Το όνομα του συγγραφέα το είχα ξανακούσει, μα πρώτη φορά έπιανα δικό του βιβλίο στα χέρια μου.

Κάπως έτσι θα μπορούσε ν’ αρχίσει το κείμενο αυτό. Το βιβλίο βέβαια θα ήταν η Μαθητεία, ή ο Χωματόδρομος, ή κάποια άλλα ποιήματα του Τίτου Πατρίκιου, και θα σας διάβαζα όσα έχω να σας πω, σαν να ήταν μια προσωπική, αληθινή ιστορία. Τα πράγματα όμως δεν έγιναν έτσι, και για να πω την αλήθεια δεν θυμάμαι πια ούτε πότε ούτε με ποιαν ευκαιρία διάβασα για πρώτη φορά δικά του ποιήματα – άλλωστε δεν έχει και πολλή σημασία: απλώς ψάχνω έναν τρόπο να παραθέσω κάποια ποιήματά του που θα μας βοηθήσουν να γνωρίσουμε κάπως τον ποιητή.

Πιστεύω πως πιο καλά θα καταφέρω το έργο που ανέλαβα αν περιορίσω τα δικά μου λόγια κι αναζητήσω τα δικά του. Αν δηλαδή επιχειρήσω να στήσω μια βιογραφία του Τίτου Πατρίκιου παραθέτοντας ποιήματά του. Κι αν όχι βιογραφία, κάποια έστω θραύσματα της ζωής και της ποιητικής του.

***

«Μ’ ένα βιβλίο ξεχνιέμαι». Κάποια στιγμή το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου –ο Τίτος Πατρίκιος ήταν για ένα διάστημα πρόεδρός του– είχε κυκλοφορήσει αυτό το διαφημιστικό σύνθημα. Δεν ξέρω αν πέτυχε ο στόχος, να συμφιλιωθεί ο κόσμος με την ανάγνωση, αλλά τίποτε δεν ταιριάζει λιγότερο με τα βιβλία του Πατρίκιου: το μόνο που δεν σε βοηθούν είναι να ξεχαστείς – το αντίθετο. Βρίσκεσαι μπροστά σε μια επίμονη, μια διαρκή αυτοεξομολόγηση που οδηγεί τον αναγνώστη ίσια στις δικές του ενοχές: «άραγε εγώ τι έκανα στην ανάλογη, ή σε μια παρόμοια περίσταση; Μήπως κι εγώ παράχωσα στη συνείδησή μου κάποιες μνήμες, κάποιες τύψεις, μήπως και κρύβομαι ακόμα από εκείνον τον παλιό μου εαυτό;».

Αυτοεξομολόγηση· σωστότερα, διαρκής αυτοέλεγχος του δικού του εγώ – ετούτη είναι νομίζω η κεντρική γραμμή των ποιημάτων του Τίτου Πατρίκιου, το προσωπικό του στίγμα, η φωνή του. Αρχίζω, λοιπόν, [την παράθεση ορισμένων από τα ποιήματά του]:

 

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

Λέμε εμείς κι εννοούμε εγώ

λέμε εσύ κι εννοούμε εγώ

λέμε αυτός κι εννοούμε πάλι εγώ.

Στην ουσία μόνο με το εγώ

μπορούμε να εννοήσουμε

κάποιον άλλο.

Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 87

Αυτά το 1988 – αν και βέβαια οι χρονολογίες της έκδοσης δεν ταυτίζονται αναγκαστικά με τη στιγμή της έμπνευσης ή της γραφής. Κάμποσα χρόνια νωρίτερα πάντως, το 1969, η ίδια εξομολόγηση, από διαφορετική οπτική γωνία κοιταγμένη:

 

Η ΠΕΤΡΑ

Και πάλι η ίδια αλαζονεία:

τη ζωή σου σ’ άλλη ζωή να τη χαράξεις

όπως σαν θέλεις μέσα από την πέτρα

να βγάλεις το δικό σου άγαλμα

πιστεύοντας πως την ελευθερώνεις.

Σεπτέμβρης ’69

Προαιρετική στάση, 1974, 14

 

Κάθε «εγώ» κρύβει μιαν αλαζονεία, έναν μικροσκοπικό Πυγμαλίωνα, που δεν ερωτεύεται παρά το έργο του. Διακρίνω όμως κι ένα δισταγμό, ένα φόβο για την ποιητική πράξη· μήπως δημιουργώντας εικόνες παραποιούμε την πρώτη τους ύλη; Αμήχανος, ξαναγυρίζω στα 1988:

 

ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Τρομερή και θαυμάσια

αυτοτέλεια του σώματος.

Όσο βαθιά κι αν διεισδύσει

ποτέ με το άλλο σώμα δεν συγχέεται

ποτέ δεν γίνεται σάρκα μία.

Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 49

 

Να προσέξουμε την επιμονή του σώματος στην αυτοτέλειά του – το σώμα είναι υλικό, είναι σκληρό σαν και την πέτρα. Η εικόνα ολοένα αναθεωρείται, ολοένα συμπληρώνεται:

 

ΤΟ ΔΕΣΙΜΟ

Έλεγα πάντα πως έπρεπε να μπω

στη θέση του άλλου για

να τον καταλάβω.

Έτσι με παγιδέψανε

οι άλλοι, μ’ έδεσαν

με κάναν’ ό,τι θέλαν.

Κι εγώ δεν ξέρω πώς κατόρθωσα

να ξαναβγώ από τη θέση τους.

Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 46

 

Αλλά και αντίστροφα:

 

ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΝ

Μόλις τους άλλους μεταβάλεις

σε νοητικές συλλήψεις

σε χαρτονένια σύμβολα κοινωνικών διαδικασιών

πόσο ευκολότερα μπορείς

να τους σκοτώνεις

σαν άψυχες φιγούρες

σκοπευτηρίου σε πανηγύρι.

Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 68

 

Το εγώ λοιπόν, ως κατασκευαστής του εσύ, ως κατασκευαστής και του αυτός ή του αυτοί· το αυτοί, οι άλλοι, ως πειθαναγκασμός –ως υπερκαθορισμός, άρα– του εγώ, και ταυτόχρονα, η αδυναμία της ταύτισης με τον δικό σου άνθρωπο. Αντικριστοί καθρέφτες τιτλοφορείται η συλλογή απ’ όπου αντλώ: διπλό, τριπλό, αέναο καθρέφτισμα του αντικειμένου· τόσο που δεν ξεχωρίζεις ποιο το αντικείμενο και ποιο το είδωλο. Η κριτική σημείωσε πως η καινούργια συλλογή αποτελούσε αποφασιστικό βήμα στην ποιητική του· «ο δημιουργός εκφράζεται σε μια διάσταση καθαρά προσωπική: αποφεύγει το μύθο, τη δράση, τα επεισόδια». Προσωπική, ναι – αλλά πόσο δύσκολο είναι να οριστεί το πρόσωπο.

***

Ο Τίτος Πατρίκιος γεννήθηκε το 1928. Γονείς του, ο Σπύρος και η Λέλα Πατρικίου, ηθοποιοί και οι δύο. Οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας μάς λένε πως, όταν διαβάζουμε λογοτεχνία, η φωνή που ακούμε δεν είναι ο συγγραφέας, παρά ένα πλάσμα του, που το αποκαλούμε «ο αφηγητής». Ακόμα και στη λυρική ποίηση, όπου πρωταγωνιστεί το «εγώ», δεν ακούμε τον ποιητή, ακούμε το πρόσωπο, τη μάσκα που έχει πλάσει, που της έχει δώσει φωνή για να μας μιλάει: ακριβώς όπως οι ηθοποιοί, που όταν παίζουν δεν είναι οι ίδιοι, είναι ο ρόλος τους.

 

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΑΤΡΟΣ: ΗΘΟΠΟΙΟΣ

Αχ να γινόταν πάλι να με πάρεις απ’ το χέρι

να με βγάλεις από τούτο το λαγούμι

όπου οι άνθρωποι μυρίζονται ανθρωπινό κρέας

να με πήγαινες όπως τότε στην ακροθαλασσιά

κάτω απ’ τα κτίρια των παιδικών εξοχών,

τότε που σε περίμενα να παραπονεθώ

έστω να πω ότι η προϊσταμένη

κρατούσε τα γλυκά που μού ’φερνες

κι αντί γ’ αυτό κοιτούσα μαγεμένος

τα καινούρια, λαστιχένια σου παπούτσια.

Πατέρα δεν έμαθες ποτέ

σε τι κόλαση με είχατε βάλει

τι μου ’καναν τ’ άλλα παιδιά

που όλη τη μέρα με λέγαν «θεατρίνα»

κι εγώ, πνίγοντας τα κλάματα, τα ’βαζα με σένα

με το Θεό, με όλους, που δεν είχες

μια δουλειά της προκοπής, ει δυνατόν ένα γραφείο.

Ντρεπόμουν για το επάγγελμά σου

όπως τώρα καμαρώνω, τώρα

που κάθε πρωί κινάω για την κοινή σκλαβιά

του ασήμαντου γραφείου μου.

Μάης 1959

Μαθητεία ξανά, 1991, 67

 

Ο Σπύρος Πατρίκιος πέθανε το 1958, 64 χρονών. Οι ηθοποιοί εκείνα τα χρόνια, ακόμα κι οι πιο επιτυχημένοι, έτρεχαν στις περιοδείες, «από του Νείλου μέχρι του Δουνάβεως», ή και ακόμα πιο πέρα, πέρα από τον Ατλαντικό. Ο μικρός Τίτος έζησε και τις φριχτές παιδικές κατασκηνώσεις, έκανε και «εσωτερικός» σε σχολείο κατά τα πρώτα γυμνασιακά του χρόνια πριν την Κατοχή. Τώρα αντιγράφω από το πεζό κείμενο Περιπέτειες σε τρεις σχεδίες, το κεφάλαιο «Τα φώτα και η σκιά»· εδώ δεν ακούμε τον αφηγητή, ακούμε τον ίδιον τον συγγραφέα:

Ξαναβλέπω στην τηλεόραση την παλιά ταινία του Μπέργκμαν, Η νύχτα των σαλτιμπάγκων. […] Βέβαια δεν πρόκειται για σαλτιμπάγκους αλλά για το περιπλανώμενο μπουλούκι ενός τσίρκου, για ηθοποιούς που ζούνε ανάμεσα στο φως και τη σκιά, περισσότερο στη σκιά. Έτσι ζούσαν παλιότερα και οι Έλληνες ηθοποιοί. Θυμάμαι τις ιστορίες της γιαγιάς μου για το πώς εκείνη, ο παππούς μου, όλοι οι ηθοποιοί, γυρνούσαν με άμαξες απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα, ή θαλασσοδέρνονταν όσο να φτάσουν στην Πόλη, στη Σμύρνη, στην Αλεξάνδρεια, στην Κύπρο, για να παίξουν με συνεχώς τροποποιούμενους θιάσους σε υποτυπώδη θέατρα, σε αίθουσες σχολείων, σε καφενεία. Και δεν ζούσαν μόνο έτσι τον καιρό που δείχνει η ταινία […] αλλά και πολύ αργότερα. Άμα τέλειωναν τα χειροκροτήματα κι έσβηναν τα φώτα της ράμπας, οι ηθοποιοί έμπαιναν σε μια σκοτεινή γωνιά της κοινωνίας. […] Αλλά οι ηθοποιοί γι’ αυτό είναι ηθοποιοί, γιατί παίζουν το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς, της επικάλυψης του προσώπου και της αποκάλυψης του προσωπείου. Ο πραγματικός ηθοποιός υπάρχει μόνον εφόσον είναι διπλός ή, ακόμα καλύτερα, πολλαπλός.

Φυσικά δεν θέλω να πω μ’ όλα ετούτα, ότι ο Πατρίκιος δεν μπορούσε παρά να γίνει ποιητής επειδή έζησε σε οικογένεια ηθοποιών, ούτε πως έμαθε την τέχνη του από το θέατρο. Εμείς οι φιλόλογοι, οι ιστορικοί έχουμε την τάση να συνδέουμε το τελικό αποτέλεσμα με τα όσα προηγήθηκαν –σαν να ήταν η ζωή και η τέχνη ένα μυθιστόρημα αστυνομικό– και να θεωρούμε τα όσα προηγήθηκαν αίτιο, και το αποτέλεσμα αιτιατό. Πώς και γιατί όμως γίνεται κανένας ποιητής, φοβούμαι ούτε κι ο ίδιος δεν το ξέρει, όπως κανείς δεν ξέρει –τουλάχιστον πάντα– πώς και γιατί γίνεται κάποια στιγμή επαναστάτης, σωτήρας της ανθρωπότητας ή φονιάς. Φαντάζομαι πως και ο Τίτος Πατρίκιος ανακάλυψε τις ομοιότητες της ποίησης με τη θεατρική πράξη πολύν καιρό αφού έγινε ποιητής.

 

Ο ΑΝΑΓΚΑΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Ύστερα από δέκα χρόνια

συσχέτισα επί τέλους

δυο περιστατικά

κι εκείνα πάλι δέκα χρόνια

μεταξύ τους χωρισμένα.

Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 41

 

Συσχετισμός λέξεων, ιδιότυπος συσχετισμός λέξεων είναι το ποίημα· αλλά οι λέξεις είναι εκεί για να δηλώσουν κάποια γεγονότα, γεγονότα της ζωής ή της φαντασίας. Ο ποιητής, σαν τον αρχαίο Ελληνοσύρο μάγο του Καβάφη, παλεύει με το χρόνο και με τα υλικά· πρέπει να τα υποτάξει, να τους ξεφύγει. Για να το πετύχει πρέπει να μεταλλάξει τις λέξεις,  να τις μετατρέψει από κοινές και τυχαίες σε πολύτιμες, λαμπερές και άφθαρτες. Κι αναζητάει ευφάνταστους συνδυασμούς, ελπίζοντας να βρει μια νέα αρμονία.

 

Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Κάθομαι έναν Αύγουστο ολόκληρο

κλεισμένος κι ολομόναχος

να γράψω.

Να γράψω τι; Ποιήματα

ήδη αρχινισμένα, μισοφτιαγμένα

να τα τελειώσω πια

ποιήματα μ’ αισθήσεις

άλλων παλιότερων Αυγούστων.

Του σημερινού Αυγούστου

τις αισθήσεις

ίσως κάποιον Αύγουστο μελλοντικό

τελειωτικά ν’ αποτυπώσω

στο χαρτί.

Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 89

 

Όμως ανάμεσα στις αισθήσεις και στην αποτύπωσή τους στο χαρτί μεσολαβεί ένα «ίσως»:

Η ΚΛΙΜΑΚΑ

Ω ενδόμυχή μου σκέψη που μόνο

εσύ μπορείς να με

σπρώξεις κάποτε να

σε καταγράψω…

Ω γραπτή μου σκέψη που μόλις

αποτυπωθείς λες πολύ

λιγότερα απ’ όσα είχα σκεφτεί

και νιώσει…

Ω τυπωμένη μου σκέψη που μόνο

εσύ φτιάχνεις ένα

σκαλί στη σκάλα που

ανεβοκατεβαίνουν οι ενδόμυχές μου σκέψεις…

Η αντίσταση των γεγονότων, 2000, [πβ. Αντικριστοί καθρέφτες, 55]

 

Ο πόθος του ποιητή είναι να μεταφέρει στο χαρτί «όσα είχε σκεφτεί και νιώσει», να μας τραβήξει στον κόσμο του, να τα σκεφτούμε και να τα νιώσουμε κι εμείς. Να τώρα ένα θραύσμα· Γενάρη του ’45, μετά τα Δεκεμβριανά, ο δεκαεφτάχρονος αντάρτης υποχωρεί ηττημένος από την Αθήνα:

 

ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΣΠΕΡΧΕΙΟΥ

Η μυρουδιά του σταύλου,

του νοτισμένου χόρτου

η μυρουδιά καπνού

από βρεμένα ξύλα

ο αχνός από τα ρούχα μας

που στέγνωναν

τα πληγιασμένα πόδια οι ψείρες.

Ο ύπνος μέσα στο σανό

μας εύρισκε πεινασμένους

και αισιόδοξους

ύστερα από ένα ποίημα

η μια συζήτηση για τη διαφορά

ανάμεσα στα κολχόζ και τα σοβχόζ.

Απρίλης 1956

Μαθητεία ξανά, 1991, 14

 

***

 

Το ποίημα γράφτηκε τον Απρίλη του 1956· είμαστε στον απόηχο των μεγάλων αλλαγών στη Σοβιετική Ένωση και στις αλυσιδωτές αντιδράσεις που προκάλεσαν. Στην Ελλάδα οι ανανεωτικοί της Αριστεράς έχουν στήσει λίγο νωρίτερα την Επιθεώρηση Τέχνης – στον ιδρυτικό κορμό της μετέχει από τους πρώτους ο Τίτος Πατρίκιος, αλλά το ποίημα δεν θα το δημοσιέψει παρά το 1991: η καταλυτική αυτοειρωνεία ανάμεικτη με την τρυφερότητα. Οι αναμνήσεις μιας τραγικής στιγμής έκαναν δέκα χρόνια –έντεκα, για την ακρίβεια– να βρουν τον δρόμο για την έκφραση και σαράντα έξι για να φτάσουν στους αποδέκτες.

Αν αντί για μια σύντομη εισήγηση, που πρέπει κάποτε να πάρει τέλος, είχαμε καιρό και άνεση, εδώ θα έπρεπε να [παραθέσουμε] πολλά ποιήματα. Ο πολιτικός στοχασμός του Πατρίκιου αποτελεί το βασικό υπόβαθρο του ποιητικού του λόγου, ο στόχος όμως είναι άλλος, είναι ο άνθρωπος, αυτό το ον που έχει σάρκα, οστά, μνήμη, συναισθήματα. Από το σημαδιακό ποίημα «Στίχοι, 2», όλοι έχουμε ακούσει το περίφημο «γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα / κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες»· πιο αποκαλυπτικούς για τη στάση του ποιητή βρίσκω τους τελικούς στίχους: «Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω / να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή», που καταλήγει με το σπαραχτικό: «Όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω». Αύγουστος 1957 η χρονολογία.

Το δεύτερο υπόβαθρο είναι σίγουρα ο κόσμος του έρωτα – και πάλι δηλαδή η ανθρώπινη υπόσταση: σάρκα, μνήμη, συναισθήματα. Η κλεψύδρα του χρόνου μού επιβάλλει να παρακάμψω τα παραδείγματα· άλλωστε ο ίδιος έχει τυπώσει μιαν ανθολογία με τα ερωτικά: Λυσιμελής πόθος. Κάνω μονάχα μια εξαίρεση για ένα πεντάπτυχο ποίημα, επιλέγοντας, αναγκαστικά, την πρώτη, τη δεύτερη και την τελευταία πτυχή:

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

Έφερες ξανά τη γη μου.

Χώμα αλαφρό και κόκκινο

πατημένο από τύραννους

κι εχθρούς.

Έφερες ξανά τις μπόρες

του θαλασσινού φθινοπώρου

που ξέπλεναν τη σκόνη

από το πρόσωπό μου

κι ένιωθα κάτω από τη σάρκα

τα ίδια ραχοκόκαλα βουνών

που μέσα από τα χρόνια

κρατάνε την πατρίδα ορθή.

*

Έφερες ξανά τη γλώσσα μου.

λέξεις παλιές, θαμμένες

σ’ ερείπια και στάχτες

βγαίνουνε τώρα μες στο φως

κι αστράφτει η μέρα

όπως όταν πρωτόγινε ο κόσμος.

Μέταλλο λέξεων πρωτογενές

δίψα κι επάρκεια

επικοινωνίας.

*

Έφερες πάλι τ’ όνειρο.

Άγνωστη θάλασσα, ανεξερεύνητη

θάλασσα δικιά μου

ηφαιστιογενές νησί

στοίχημα με το θάνατο.

Μη ξέροντας αν θα

βουλιάξουμε ξανά

ή αν πιο ψηλά θ’ αναδυθούμε.

Οκτώβρης 1970

Προαιρετική στάση, 1974, 18-19, Λυσιμελής πόθος, 2008, 97-101

 

Περίεργο ποίημα· ύμνος ερωτικός – μα κάθε στίχος του πλέκεται με μνήμες αλλοτινές: ο τόπος-του, η γλώσσα, έπειτα πλέκεται και μ’ ελπίδες ανάμεικτες με φόβους, «στοίχημα με το θάνατο». Η γυναίκα αυτή μοιάζει ν’ αναστατώνει τον κόσμο του· του φέρνει μια επανασύνδεση με την πατρίδα –είναι λοιπόν Ελληνίδα–, τον κάνει να ξανασκύψει στις κρυφές προσδοκίες πού όλοι τρέφαμε στα χρόνια της δικτατορίας για μιαν ανάσταση. Ο Πατρίκιος ζει τότε στο Παρίσι· κινδύνευε μάλιστα να βρεθεί χωρίς διαβατήριο, όχι βέβαια για να ταξιδέψει στην Ελλάδα, αυτό δεν γινόταν, αλλά για να μπορεί να κινείται στην Ευρώπη. Η αντιστασιακή οργάνωση βρίσκει έναν τρόπο, και μια κοπέλα που έρχεται απ’ την Ελλάδα, αναλαμβάνει να ειδοποιήσει τους Παρισινούς – και τον συναντάει. Από το ίδιο το ποίημα δεν μπορούμε να εννοήσουμε τίποτ’ άλλο, παρά τη σημασία που φαίνεται να ’χει αυτή η σχέση – για την ποιητή είναι η Γυναίκα, με κεφαλαίο, και δίχως άλλον προσδιορισμό. Αλλά νομίζω πως η χρονολογία μάς επιτρέπει να προσδιορίσουμε –νομίζω πως, δυστυχώς, μπορούμε πια να το κάνουμε– και το πρόσωπο, το πραγματικό: πρέπει να είναι, σίγουρα, η Ρένα. Η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, η γυναίκα του, που ο θάνατος σκόρπισε τόση θλίψη σε όσους την είχαν γνωρίσει έστω κι από μακριά, περισσότερο βέβαια όσοι είχαν την τύχη να την έχουν φίλη και συνάδελφο. Η Ρένα που τη γνωρίσαμε να στέκεται περήφανη, ωραία, διηνεκώς ωραία, πλάι του τόσα χρόνια.

***

Προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε το πρόσωπο μες απ’ το έργο, να διακρίνουμε τον δημιουργό στο δημιούργημα, αλλά παράλληλα με τον συγγραφέα υπάρχει και ο αναγνώστης Τίτος Πατρίκιος. Τον Νοέμβριο του 1940 ο μικρός Πατρίκιος, 12 χρονών, βρίσκεται εσωτερικός στην Κοργιαλένειο Σχολή, στις Σπέτσες. Στις 28 του μηνός σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Από σήμερα μ’ έπιασε μανία να διαβάζω ποιήματα του Βαλαωρίτη γιατί μ’ αρέσουν πολύ». Ο πόλεμος της Αλβανίας έμπαινε στον δεύτερο μήνα του, το πατριωτικό κλίμα σίγουρα θα επηρέασε τον έφηβο – αλλά θα ήθελα να διακρίνω μια καθολικότερη στάση σ’ αυτήν τη λεπτομέρεια. Τα ποιήματα του Πατρίκιου βρίσκονται στον αντίποδα της ποιητικής του Βαλαωρίτη, μα και τα ποιήματα του Αναγνωστάκη εξίσου στον αντίποδα του Άγρα, του Ρώμου Φιλύρα και των άλλων τρυφερών ποιητών του μεσοπολέμου που ξέρουμε πως τους διάβαζε και πως τους αντέγραφε με μανία. Ίσως λοιπόν η ποίηση να είναι ένα πιο ενιαίο φαινόμενο από τις επιμέρους εκφάνσεις της – αυτό συχνά το ξεχνάμε ή μας διαφεύγει: αν ήμουν εγώ δάσκαλος της φιλολογίας τότε στο σχολείο του, κι έβλεπα τον καλό μαθητή να διαβάζει Βαλαωρίτη, δεν θα φοβόμουνα μήπως η ρητορεία και ο στόμφος είτε τον απομακρύνουν από την ποίηση είτε, το χειρότερο, τον καταστρέψουν; Δεν θα του συνιστούσα, έστω υπαινικτικά, να προτιμήσει κάτι άλλο; Κι όμως να που όχι, θα είχα λάθος· κάτι γοήτεψε τον μικρό, η έξαρση της φαντασίας, το παραξένεμα της ιδιότροπης γλώσσας που θα ’λεγαν κι οι θεωρητικοί, η βούληση να εκφραστεί κάτι πέρα από το καθημερινό. Φυσικά θα είχε κι η ρητορεία μεγάλο μέρος στη γοητεία επί του μικρού μαθητή· μιμούμενοι ξεκινάμε να μαθαίνουμε, κι αν είμαστε ικανοί, θα διαγράψουμε κάποτε τους δασκάλους μας. Μπορεί να μην τους ξεπεράσουμε, αλλά να τους διαγράψουμε πρέπει οπωσδήποτε. Άλλωστε με τον καιρό θα βρούμε πολλούς δασκάλους, αρκεί να θέλουμε.

Ότι ο Τίτος Πατρίκιος στάθηκε φιλαναγνώστης, μανιακός φιλαναγνώστης, μπορούμε να το διαπιστώσουμε πρώτα πρώτα από το μεταφραστικό του έργο. Ένας στοχαστής κάθεται να μεταφράσει μόνο όταν νιώσει την ανάγκη να ξαναπεί τα ίδια πράγματα στη δική του γλώσσα, όταν βρει μπροστά του έναν καινούριο δάσκαλο, παλιό ή σύγχρονο, δεν έχει σημασία. Λούκατς, Μελέτες για τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό, Αραγκόν, Μ’ ανοιχτά χαρτιά, Σταντάλ, Αναμνήσεις εγωτισμού, Μπαλζάκ, Βαλερύ, Ο κύριος Τεστ, η Ιστορία της φιλοσοφίας· περίεργο, πεζός λόγος και στοχασμός, οι μεταφράσεις ποίησης είναι μετρημένες – εδώ προβάλλει πιο πολύ ο ενεργός από τη μια, ο ευαίσθητος από την άλλη, διανοούμενος.

Αλλά υπάρχει κι εκείνη η περίφημη σκηνή –την περιγράφει ο ίδιος στις Περιπέτειες σε τρεις σχεδίες–, που γυρνώντας από μια μπελαλίδικη δοσοληψία με την εφορία, και φορτωμένος τα σχετικά χαρτιά, σκασμένος από την ταλαιπωρία να τ’ αποκτήσει, μπαίνει στο λεωφορείο για το σπίτι κι ανοίγει ένα μυθιστόρημα καινούριο. Το λεωφορείο πηγαίνει, οι στάσεις περνάνε, μαζί κι η δική του, όμως το βιβλίο τον έχει τόσο πολύ γοητεύσει που ξεχνιέται ολότελα. Κάποια στιγμή το παίρνει χαμπάρι, κατεβαίνει σαν τρελός, έχοντας βέβαια ξεχάσει τα χαρτιά της εφορίας στο λεωφορείο. Να η εικόνα του παθιασμένου αναγνώστη.

Πριν από πολλά χρόνια, δεν θυμάμαι τώρα σε ποιο βιβλίο, διάβασα μιαν αφήγηση του Τσέχωφ που με είχε εντυπωσιάσει: «Όταν βλέπω στον ουρανό», έγραφε, «ένα συννεφάκι να παίρνει ένα περίεργο σχήμα, βγάζω αμέσως το μπλοκάκι μου, το σημειώνω, κι έπειτα κάπου πρέπει, σε κάποιο διήγημα, να το βάλω». Βέβαια, ο συγγραφέας –κι όχι μόνο ο ποιητής– από μια στιγμή και πέρα παύει να διαβάζει ανέμελα. Δύσκολα μπορεί να αφεθεί· κρίνει, σημειώνει, εμπνέεται. Ο ίδιος ο Τίτος Πατρίκιος έχει γράψει ή έχει πει πως όσο περνούν τα χρόνια τέρπεται πιο πολύ με τη γραφή παρά με την ανάγνωση: «Άμα ανακαλύψεις την ηδονή της γραφής, η ηδονή της ανάγνωσης περιορίζεται» – κάπως έτσι ήταν ο λόγος του. Τον βλέπω λοιπόν να σημειώνει στο δικό του το μπλοκάκι εικόνες, σκηνές, σκέψεις, στιγμές, και σιγά σιγά, με τον καιρό, κάποιον Αύγουστο, η σημείωση να γίνεται ποίημα:

 

ΑΠΟΓΕΜΑ

Δυο πόδια που αναπαύονται

σταρένια, γερτά από το πεζούλι.

Κι ο κήπος με το πιο καλό πηγάδι,

τις ροδακινιές.

Βαθύσκιωτα πόδια, πόδια σιωπηλά

να σκίζουνε με μια μικρή τους

κίνηση το φως.

(Ούτε αναζήτηση ούτε προέκταση

μη με ρωτάς αν είδα

μη με ρωτάς αν ξέρω.)

Δυο γυμνωμένα πόδια

που αναπαύονται

αντίκρυ στο ηλιοβασίλεμα.

Λυσιμελής πόθος, 40

 

Ή πάλι:

 

ΥΠΟΓΕΙΟ ΤΡΕΝΟ

Κι έπειτα τα χρόνια θα περάσουν

όγκοι βουνών και πέτρας

θα παρεμβληθούν

θα ξεχαστούνε όλα

όπως ξεχνιέται το καθημερινό φαΐ

που μας κρατάει ορθούς.

Όλα, έξω από κείνη τη στιγμή

που μέσα στον συνωστισμό

του υπόγειου τρένου

κρατήθηκες στο μπράτσο μου.

Παρίσι, Μάης 1960

Λυσιμελής πόθος, 76

 

Ναι, θα ήθελα να έχω αρχίσει σαν ν’ αφηγούμαι προσωπικές μνήμες· όταν όμως μιλά κανείς για τον Τίτο Πατρίκιο δεν μπορεί παρά ν’ ακολουθήσει, δεν θέλω να πω το ήθος του –το βρίσκω βαρύγδουπο– αλλά τουλάχιστον την οπτική του (που βέβαια προσδιορίζεται από ένα ήθος). Δεν μπορεί λοιπόν ν’ αρχίσει μ’ ένα ψέμα.

Τώρα όμως που τέλειωσα το κείμενο και το ξαναδιαβάζω, γυρίζοντας και πάλι για λίγο στα ποιήματά του, καταστάλαξα πως, ναι, ίσως τελικά να μην ήταν η φαντασία μου μονάχα εκείνη που με οδήγησε να γράψω την αρχική φράση, μα το δικό του πνεύμα που με έσερνε σε μονοπάτια που δεν είχε τύχει να περιπατήσω. Αυτό το ποίημα, λόγου χάρη, το είχα αρχικά προσπεράσει:

 

ΤΟ ΤΡΙΑ ΚΑΡΟ

Εκείνη η αδιάκριτη ερώτηση

«τι σκέφτεσαι;»

σαν έχεις ύφος κάπως σκεφτικό

δεν μ’ ενοχλεί όπως παλιότερα

αντίθετα μου δίνει ευχαρίστηση

με τις δυνατότητες

που προσφέρει.

Μπορώ να επινοήσω

διάφορες ιστορίες

πειστικά ειπωμένες

σαν πραγματικές

μπορώ ύποπτη να παρουσιάσω

την αλήθεια

έτσι που να φανεί σαν ψέμα

ή ακόμα μπορώ ν’ ανακαλύψω

πως δεν σκεφτόμουν απολύτως

τίποτα.

Ελάχιστες ώρες στη ζωή μας

κυκλοφορούμε με διαφάνεια

γυαλιού.

Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 58

 

Ίσως λοιπόν πραγματικά να γνωρίστηκα με τα ποιήματα του Τίτου Πατρίκιου κάποιο χειμωνιάτικο απόγεμα, πάνε τώρα τόσα χρόνια, που ένα του βιβλίο έπεσε στα χέρια μου και με συντρόφεψε για ώρες, κι ύστερα για όλα αυτά «τα τόσα, τα πολλά χρόνια». Κι αν δεν συνέβη σ’ εμένα, θα συνέβη σ’ εσάς ή σε κάποιους άλλους.

Όλοι αυτoί, όλοι εμείς, Τίτο, Τίτε Πατρίκιε, για να το πω επίσημα, όπως ταιριάζει στη στιγμή, σ’ ευχαριστούμε.

Σημείωση: Η ομιλία αυτή διαβάστηκε κατά την αναγόρευση του Τίτου Πατρίκιου σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κρήτης στις 14 Μαρτίου 2011. Ξαναδιαβάστηκε αρκετά συντομευμένη στις 22 Νοεμβρίου 2011, κατά την τιμητική εκδήλωση του Μουσείου Μπενάκη για τον ποιητή. Η κριτική τού Αντικριστοί καθρέφτες είναι του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στην εφημ. Η Αυγή, αλλά μετά την τελετή αναγόρευσης κάπου την παρατοποθέτησα, και δεν τη βρίσκω.

Σημείωση TBJ: Για την πρόσληψή του ως γραπτό κείμενο, αφαιρέθηκε ένα πολύ μικρό απόσπασμα στην αρχή, χρήσιμο μόνο για τους ακροατές του κειμένου, και αντικαταστάθηκαν ελάχιστες λέξεις που υποδήλωναν την προφορικότητα.

Αλέξης Πολίτης

(1945-2025). Ομότιμος καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο Université Paris IV (Sorbonne). Από το 1976 έως το 1989 εργάσθηκε στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, και από το 1989 έως το 2012 στη Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Επιλογή βιβλίων του: Το δημοτικό τραγούδι. Κλέφτικα (1973), Η ανακάλυψη των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών (1984), Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880 (1993), Claude Fauriel, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Α΄-Β΄ (1999), Το μυθολογικό κενό (2000), Εγχειρίδιο του Νεοελληνιστή. Βιβλιογραφίες, λεξικά, εγχειρίδια, κατάλογοι, ευρετήρια, χρονολόγια, κ.ά. (με τη συνεργασία του Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη και της Μαρίας Μαθιoυδάκη, 2002), Αποτυπώματα του χρόνου (2006), Το δημοτικό τραγούδι (2010), Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, Α΄-Γ΄ (επιμ., με τη Γεωργία Παπαγεωργίου, 2011), Η ρομαντική λογοτεχνία στο έθνος κράτος 1830-1880 (2017), 1821-1831. Μαζί με την ελευθερία γεννιέται και η καινούρια λογοτεχνία. Ποίηση, πεζογραφία, λογιοσύνη (2021). Το 2021 κυκλοφόρησε σχολιασμένο το έργο του Νικολάου Κασομούλη, Με το σπαθί εις το χέρι και με το ντουφέκι: Στο πολιορκημένο Μεσολόγγι.

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.