Aναφορά σχoλίου

Διαβάζω το κείμενο του Ξ. Μπρουντζάκη ως μια εύστοχη χαρτογράφηση της αθέατης διαδρομής μέσα από την οποία ένα βιβλίο αποκτά δημόσια υπόσταση. Η έννοια της «πολιτιστικής οικειότητας» μού φαίνεται ιδιαίτερα γόνιμη, επειδή μεταφέρει τη συζήτηση από τις εύκολες υποψίες περί σκοπιμοτήτων σε κάτι πολύ πιο σύνθετο: στις συγγένειες αισθητικής, γλώσσας και αντίληψης που, επαναλαμβανόμενες μέσα στους ίδιους θεσμούς, αποκτούν σταδιακά τη δύναμη του αυτονόητου. Έτσι διαμορφώνεται ένα περιβάλλον που αναγνωρίζει ευκολότερα ό,τι ήδη γνωρίζει πώς να διαβάσει, ένα σύστημα μέσα στο οποίο η οικειότητα προηγείται κάποτε της κρίσης και, με τον καιρό, γίνεται σχεδόν αόρατη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει για μένα ο τρόπος με τον οποίο το άρθρο συνδέει αυτή τη διαδικασία με τα ίδια τα κριτήρια της λογοτεχνικής αξίας. Λέξεις όπως «ώριμο», «τολμηρό», «σύγχρονο», «σημαντικό» δεν αιωρούνται έξω από τον χρόνο· έχουν τη δική τους ιστορία, γεννιούνται μέσα σε συγκεκριμένες αισθητικές και θεσμικές συνθήκες και μεταφέρουν κάτι από τις ευαισθησίες κάθε εποχής. Η λογοτεχνική μνήμη διαμορφώνεται επομένως και από τον τρόπο με τον οποίο μια εποχή μαθαίνει να κοιτάζει τα βιβλία της. Κάποια έργα συναντούν αμέσως ένα διαθέσιμο βλέμμα και μια γλώσσα έτοιμη να τα υποδεχθεί, ενώ άλλα χρειάζονται περισσότερο χρόνο ώσπου να βρεθούν οι αναγνώστες και οι λέξεις που θα τα φωτίσουν.

Μέσα σε αυτό το οικοσύστημα θεωρώ καθοριστικό τον ρόλο της κριτικής. Ο κριτικός δεν παραλαμβάνει απλώς μια λογοτεχνική αξία έτοιμη προς καταγραφή· με την επιλογή του βιβλίου που θα διαβάσει δημόσια, με τις λέξεις που θα χρησιμοποιήσει, με τις συγκρίσεις που θα επιχειρήσει και με τη θέση που θα του παραχωρήσει μέσα σε μια ευρύτερη παράδοση, συμμετέχει στη συγκρότηση της δημόσιας ζωής του έργου. Γι’ αυτό η ανεξαρτησία της κριτικής απαιτεί κάτι περισσότερο από την προσωπική εντιμότητα του κριτικού. Χρειάζεται διαρκή εγρήγορση απέναντι στις δικές του αισθητικές βεβαιότητες, περιέργεια για ό,τι δεν έχει ακόμη αποκτήσει κύρος και προθυμία να ξανακοιτάζει ακόμη και όσα το λογοτεχνικό περιβάλλον έχει ήδη ταξινομήσει. Η κριτική, στην καλύτερη εκδοχή της, κρατά ανοιχτές τις δυνατότητες της ανάγνωσης και δυσκολεύει την πρόωρη μετατροπή μιας συγκυριακής αποδοχής σε κανόνα.

Κρατώ, πάντως, μια επιφύλαξη απέναντι στη μεγάλη εμβέλεια ορισμένων διαγνώσεων του άρθρου. Όταν επιχειρείται η χαρτογράφηση ενός ολόκληρου μεταπολιτευτικού πολιτιστικού πεδίου, το ερμηνευτικό σχήμα χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να δοκιμάζεται συστηματικότερα πάνω σε συγκεκριμένες λογοτεχνικές διαδρομές, κριτικές υποδοχές, βραβεύσεις και παρατεταμένες σιωπές. Ιδίως η σιωπή είναι δύσκολο τεκμήριο: μπορεί πράγματι να σημαίνει αποκλεισμό ή αδυναμία ενός συστήματος ν’ αναγνωρίσει κάτι ξένο προς τις συνήθειές του, μπορεί όμως να προκύπτει και από πολύ διαφορετικές συνθήκες. Η αξία της προβληματικής του Μπρουντζάκη βρίσκεται ακριβώς στο ότι μας αναγκάζει να κοιτάξουμε αυτές τις σιωπές, αρκεί να μην τις ερμηνεύσουμε όλες με το ίδιο κλειδί.

Από το κείμενο μένει τελικά μέσα μου η αίσθηση μιας βιβλιοθήκης που την παραλαμβάνουμε ήδη τακτοποιημένη: κάποιοι τίτλοι βρίσκονται από χρόνια στο ύψος των ματιών, άλλοι έχουν μετακινηθεί στα ψηλότερα ή στα πιο σκοτεινά ράφια. Μαζί με τα βιβλία κληρονομούμε και τις χειρονομίες που τα τοποθέτησαν εκεί. Ίσως γι’ αυτό η ουσιαστικότερη πράξη της κριτικής ν’ αρχίζει από μια μικρή ανυπακοή του βλέμματος: από την περιέργεια να τραβήξει κανείς από το ράφι και το βιβλίο που δεν του είχαν μάθει ακόμη να προσέχει.

Σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία