Σύνδεση συνδρομητών

Έλιφ Έραλπ

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Πώς η πολιτική γίνεται η τέχνη του ανέφικτου

Το εκλογικό πρόγραμμα του κόμματος της Αριστεράς (Die Linke) στο Βερολίνο, με τίτλο Να κάνουμε το Βερολίνο ξανά προσιτό, είναι ένας τόμος 325 σελίδων που συμπεριλαμβάνει 24 κεφάλαια. Δεν θα ασχοληθώ εδώ διεξοδικά με κάθε σημείο του προγράμματος – ούτε πολιτικός αναλυτής είμαι και, για να πω την αλήθεια, ούτε με αφορά, καθώς δεν ζω στο Βερολίνο. Θα επικεντρωθώ όμως σε τρία σημεία του που  αρκούν για να δικαιολογήσουν τον υπότιτλο: Πώς η πολιτική γίνεται η τέχνη του ανέφικτου.

Το πρώτο σημείο είναι οι προτάσεις του κόμματος για την λύση ή, τουλάχιστον, για τη βραχυπρόθεσμη ανακούφιση του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος που μαστίζει την πόλη την τελευταία δεκαετία. Παρ’ όλο που το μέσο ενοίκιο ανά τετραγωνικό μέτρο (χωρίς κοινόχρηστα) κυμαίνεται γύρω στα 7,5 ευρώ με μια πολύ χαμηλή τάση αύξησης, όσοι εισέρχονται τα τελευταία χρόνια στην αγορά των ενοικιαστών αντιμετωπίζουν σχεδόν υπερδιπλάσιες τιμές, δηλαδή γύρω στα 11 με 14 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ανάλογα με την περιοχή και την κατάσταση του ακινήτου. Η χαμηλή γενική μέση τιμή οφείλεται στο ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού που ζει στο νοίκι απλά δεν μετακινείται, οπότε τα μακροπρόθεσμα μισθώματα παραμένουν σχετικά σταθερά.

Η ραγδαία αύξηση στα νέα μισθώματα οφείλεται στο ότι το ποσοστό των ελεύθερων κατοικιών προς ενοικίαση στο Βερολίνο κυμαίνεται γύρω στο 1 με 2%. Αυτό το ποσοστό είναι σύμφωνα με τους ειδικούς πολύ χαμηλότερο από το ποσοστό του 3% που χαρακτηρίζει μια στεγαστική αγορά σε ισορροπία – καθώς πάντα υπάρχει ένας αριθμός κατοικιών που είναι κενές λόγω π.χ. επισκευών και ανακαινίσεων. Αυτό σημαίνει για το Βερολίνο ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, μόνο περίπου 40.000 κατοικίες είναι θεωρητικά διαθέσιμες προς ενοικίαση, ενώ πολλές από αυτές είτε βρίσκονται σε κατάσταση ανακαίνισης ή απλά δεν είναι κατοικήσιμες επειδή οι ιδιοκτήτες τους τις αφήνουν να καταστραφούν για διάφορους λόγους.

Η λύση που προτείνει το κόμμα είναι η «κοινωνικοποίηση», η απαλλοτρίωση δηλαδή ενός μέρους των κατοικιών που βρίσκονται στα χέρια μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών διαχείρισης και η διάθεσή τους στην αγορά με χαμηλό ενοίκιο. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως η ιδιωτικοποίηση περίπου 320.000 κατοικιών στις αρχές του αιώνα προωθήθηκε από κυβερνήσεις όπου συμμετείχε το κόμμα της Αριστεράς, απλά επειδή τότε το Βερολίνο υφίστατο, όπως όλες σχεδόν οι πόλεις στην ανατολική Γερμανία, τις συνέπειες της λεγόμενης «επανένωσης», που από τη μια μεριά έφερε στο κράτος υποχρεώσεις απέναντι σε παλιούς ιδιοκτήτες οι ιδιοκτησίες των οποίων είχαν απαλλοτριωθεί από την κυβέρνησης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ενώ από την άλλη μεριά έφερε τον δημόσιο ιδιοκτήτη αντιμέτωπο με τις συνέπειες της μαζικής μετανάστευσης στη Δύση που μάστιζε τότε όλες τις ανατολικογερμανικές πόλεις. Η οικονομική κατάσταση του κράτους του Βερολίνου στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21ου αιώνα ήταν τραγική, οπότε η πώληση μεγάλου μέρους των δημόσιων κατοικιών ήταν η πιο προφανής λύση, καθώς τότε και η Ομοσπονδία ήταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση.

Αλλά η ξαφνική κατάρρευση των τιμών των ακινήτων και των ενοικίων και η εισροή στην αγορά ενός πολύ μεγάλου αριθμού άδειων κατοικιών –υπολογίζεται ότι εκείνη την εποχή το ποσοστό των ελεύθερων κατοικιών στο Βερολίνο έφθανε το 10% το συνολικού αριθμού– οδήγησε στη μετοίκηση στη γερμανική πρωτεύουσα πολλών ανθρώπων που ανήκαν στην καλλιτεχνική σκηνή ή ήταν νέοι ελεύθεροι επαγγελματίες ή είχαν ιδρύσει/συμμετείχαν σε start-ups. Στο Βερολίνο, επίσης, βρήκαν καταφύγιο πολλοί πρόσφυγες και, στο πλαίσιο μιας πιο ελαστικής μεταναστευτικής πολιτικής, πολλοί συγγενείς και μέλη οικογενειών Τούρκων πολιτών που έμεναν ήδη στην πόλη. Έτσι, από τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, η κατάσταση στον στεγαστικό τομέα άρχισε σιγά σιγά να αντιστρέφεται ώσπου να καταλήξει στη σημερινή κρίση.

Απ’ αυτή τη σύντομη ιστορική ανασκόπηση γίνεται φανερό ότι η ενδεχόμενη ανάκτηση μέρους των κατοικιών που βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών όχι μόνο δεν πρόκειται να ανακουφίσει την αγορά της μισθωμένης κατοικίας (επειδή δεν πρόκειται να φέρει νέες άδειες κατοικίες), αλλά ακόμα και αν το νομικό σχήμα που προωθεί το κόμμα –βασιζόμενο σε δυο άρθρα του ομοσπονδιακού συντάγματος που επιτρέπουν υπό όρους τις «κοινωνικοποιήσεις»– λειτουργήσει, δηλαδή αν δεν υπάρξουν αντιδράσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αν βρεθούν τα απαιτούμενα κονδύλια για τις αποζημιώσεις και αν όλες οι ενστάσεις απορριφθούν δικαστικά, τότε ο προϋπολογισμός του Βερολίνου θα επιβαρυνθεί εκτός από το κόστος της «κοινωνικοποίησης» και με τα έξοδα συντήρησης των νέων κατοικιών που θα πρέπει να χρηματοδοτήσει από τα έσοδα από τα μισθώματα, καθώς ο κρατικός προϋπολογισμός του Βερολίνου είναι ήδη παθητικός (το έλλειμμα για το 2026 υπολογίζεται σε 4,6 δισεκατομμύρια ευρώ) και το χρέος ανέρχεται περίπου στα 67 δισεκατομμύρια ευρώ.

Επιπλέον, το κονδύλι που θα δαπανηθεί για την επαναγορά των κατοικιών θα λείψει από τη χρηματοδότηση του κρατικού σχεδίου που προβλέπει την κατασκευή 220.000 νέων κατοικιών ώς το 2034 – υποτίθεται ότι οι επιφάνειες που θα επιτρέψουν την υλοποίηση αυτού του σχεδίου έχουν βρεθεί.

Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η στεγαστική πολιτική του κόμματος τη Αριστεράς για το Βερολίνο μοιάζει λιγότερο με ένα σχέδιο και περισσότερο με ένα όραμα – και όπως ξέρουμε τα οράματα απαιτούν την επέμβαση ενός ειδικού ιατρού.

Το δεύτερο σημείο που ενισχύει την ουτοπική εντύπωση του προγράμματος του κόμματος της Αριστεράς για το Βερολίνο είναι το σχέδιο για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας. Αυτό το σχέδιο προβλέπει τον αριθμητικό περιορισμό αλλά και τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων της αστυνομίας, βασικά την απομάκρυνσή της από την αστυνόμευση των γειτονιών. Αντί αστυνομικών, την επιβολή της τάξης και την καταπολέμηση της μικροεγκληματικότητας στις γειτονιές θα τις αναλάβουν ομάδες κατοίκων που θα συνεπικουρούνται από κοινωνικούς λειτουργούς. Η ιδέα δεν είναι καινούργια, κάτι παρόμοιο υπήρχε επί Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Υποτίθεται ότι τέτοιες επιτροπές γειτονιάς ήταν σε θέση να προλάβουν και να περιορίσουν τη μικροεγκληματικότητα και ιδιαίτερα τη νεανική εγκληματικότητα. Όμως η ειλικρίνεια των προθέσεων του κόμματος δέχτηκε ισχυρό πλήγμα όταν στους μετεκλογικούς εορτασμούς του κόμματος εμφανίστηκε ο πάτερ φαμίλιας μιας φάρας Λιβανέζων μαφιόζων. Το κόμμα ισχυρίζεται ότι η αντίδραση των μελών ήταν ακαριαία και ότι το πρόσωπο αυτό απομακρύνθηκε άμεσα. Όμως εν τω μεταξύ διέρρευσαν μηνύματα ανάμεσα στο γιο του και σε ένα μέλος του κόμματος που δημιουργούν υπόνοιες για πιθανές συνεργασίες ανάμεσα σε μεμονωμένα μέλη του κόμματος και αυτή τη φάρα, κάτι που υποσκάπτει προφανώς την εμπιστοσύνη στη δυνατότητα αλλά και στη θέληση του κόμματος να υλοποιήσει ένα σχέδιο καταπολέμησης ή έστω περιορισμού της εγκληματικότητας. Οπότε και εδώ οι μεγαλεπήβολες ανακοινώσεις τείνουν να μεταμορφωθούν σε ευσεβείς πόθους.

Το τρίτο σημείο, που μπορεί ίσως και να αποδειχθεί ως υφέρπον σημείο θραύσης του κόμματος είναι η στάση του απέναντι στο διογκούμενο κύμα αντισημιτισμού στους κόλπους της ευρύτερης γερμανικής Αριστεράς και του αναρχικού κινήματος. Η υποψήφια για το αξίωμα του κυβερνώντος δημάρχου του Βερολίνου, Έλιφ Έραλπ, έχει ξεκαθαρίσει πως, παρ’ όλη την κριτική του κόμματος στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Γάζα και στη στάση του στη Δυτική Όχθη, δεν θα ανεχθεί καμία εκδήλωση και ενέργεια που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αντισημιτική. Όμως, πάλι κατά τη διάρκεια του μετεκλογικού πάρτι, ένα τουρκικής καταγωγής μέλος του κόμματος και μέλος της ομοσπονδιακής Βουλής εθεάθη να διασκεδάζει μαζί με ένα άτομο που εκπροσωπεί στη Γερμανία το ενωμένο παλαιστινιακό λαϊκό συμβούλιο και είναι γνωστό για τις φιλοχαμασιτικές και εντελώς εχθρικές προς το Ισραήλ θέσεις του (γιατί αυτός ο άνθρωπος κυκλοφορεί ακόμα ελεύθερος στην Γερμανία, μου είναι άγνωστο).

Η εμφάνισή του στο μετεκλογικό πάρτι προκάλεσε πολλές αντιδράσεις και στο εσωτερικό του κόμματος με αποτέλεσμα την προσωρινή απόσυρση του βουλευτή από την ενεργό πολιτική, ενώ ακούγονται ήδη φωνές που απαιτούν την παραίτησή του. Η αντίδραση από τη «φιλοπαλαιστινιακή» πτέρυγα του κόμματος εκδηλώθηκε με μια «ανοικτή επιστολή» εκατόν πενήντα δημοσίων προσώπων (καλλιτεχνών, διανοούμενων κ.λπ.) εβραϊκής καταγωγής που υποστηρίζουν το σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνασπισμού μεταξύ του κόμματος της Αριστεράς, των Σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων. Βέβαια, οι συντάκτες της επιστολής παραβλέπουν το γεγονός ότι οι υπόλοιποι 30.000 κάτοικοι του Βερολίνου με εβραϊκή καταγωγή μάλλον δεν συντάσσονται με τις απόψεις τους.

Μένει να φανεί αν μια κοκκινο-πράσινη κυβέρνηση πάρει σάρκα και οστά υπό την ηγεσία της Έλιπ Έραλπ. Μένει να φανεί, επίσης, πόσα απ’ αυτά που περιέχονται στις 325 σελίδες του εκλογικού προγράμματος του κόμματος της Αριστεράς θα γίνουν πραγματικότητα και ποιες θα είναι οι συνέπειές τους.

Αλλά αν κρίνουμε από τα πρώτα βήματα του κόμματος μετά την εκλογική του νίκη, οι Βερολινέζοι αριστεροί σύντροφοι θα αποδειχθούν αρχιτέκτονες παλατιών στα σύννεφα, δηλαδή μάστορες στην τέχνη του ανέφικτου.

27 Σεπτεμβρίου 2026