Πουτινισμός
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ Ευρώπη ανάμεσα σε δύο ολοκληρωτισμούς
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ιστορική δοκιμασία που υπερβαίνει κατά πολύ τον πόλεμο στην Ουκρανία. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η ασφάλειά της, οι πολιτικές της ελευθερίες και ο ίδιος ο πολιτισμός της ανοιχτής κοινωνίας δέχονται πιέσεις από διαφορετικές κατευθύνσεις. Στα ανατολικά, η αυταρχική Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν επιχειρεί να ανατρέψει την ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων με τη στρατιωτική ισχύ. Στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ο ισλαμιστικός φονταμενταλισμός αμφισβητεί θεμελιώδεις κατακτήσεις του Διαφωτισμού. Και ανάμεσα σε αυτές τις απειλές αναπτύσσεται μια πολιτική συμπεριφορά που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή: η ανοχή, η δικαιολόγηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανοιχτή υποστήριξη αυταρχικών δυνάμεων από τμήματα της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς και της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Η εικόνα από το ουκρανικό μέτωπο είναι αποκαλυπτική. Ύστερα από περισσότερα από τεσσεράμισι χρόνια πολέμου, η Ρωσία έχει αποτύχει να υποτάξει την Ουκρανία. Ο στρατός της εξακολουθεί να κατέχει σημαντικά εδάφη, αλλά η προέλασή του έχει μετατραπεί σε μια εξαιρετικά δαπανηρή επιχείρηση φθοράς. Η Ουκρανία αντέχει, πραγματοποιεί τοπικές αντεπιθέσεις και αποδεικνύει ότι η αποφασιστικότητα ενός λαού μπορεί να αντισταθμίσει σημαντικές ανισότητες στρατιωτικής ισχύος.
Αυτό, ωστόσο, αποτελεί μόνο τη μία πλευρά της πραγματικότητας. Διότι ο Πούτιν διεξάγει ταυτόχρονα έναν δεύτερο πόλεμο, λιγότερο ορατό αλλά εξίσου επικίνδυνο, εναντίον της ίδιας της Ευρώπης. Κυβερνοεπιθέσεις, επιχειρήσεις παραπληροφόρησης, δολιοφθορές, παρεμβάσεις στις δημοκρατικές διαδικασίες, απειλές κατά ευρωπαϊκών υποδομών και διαρκής πυρηνικός εκφοβισμός συγκροτούν ένα οργανωμένο περιβάλλον πίεσης. Η Μόσχα επιχειρεί να εξαντλήσει την ευρωπαϊκή αντοχή, να διχάσει τις κοινωνίες και να μετατρέψει τον φόβο σε πολιτικό εργαλείο.
Ο κίνδυνος, επομένως, για την Ευρώπη είναι βαθύτερος από την ενδεχόμενη επέκταση μιας στρατιωτικής σύγκρουσης. Είναι η αποδοχή της αντίληψης ότι η ισχύς δημιουργεί δίκαιο, ότι τα σύνορα μπορούν να μεταβάλλονται με τη βία και ότι η εθνική ανεξαρτησία αποτελεί δικαίωμα υπό την αίρεση του ισχυρότερου γείτονα. Αν αυτή η αντίληψη επικρατήσει στην Ουκρανία, το πλήγμα θα αφορά ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Και ακριβώς εδώ αναδεικνύεται η αμφισημία της αμερικανικής πολιτικής. Ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει τον πόλεμο πρωτίστως ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει μια συμφωνία με τη Μόσχα, συνδέοντας την ουκρανική κρίση με ενεργειακά και οικονομικά συμφέροντα, ενώ ασκεί αυξανόμενη πίεση στο Κίεβο. Το πρόβλημα μιας τέτοιας προσέγγισης είναι ότι κινδυνεύει να μετατρέψει την ειρήνη από αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας σε αποτέλεσμα συναλλαγής. Μια συμφωνία που θα επιβράβευε την επιθετικότητα θα αποτελούσε επικίνδυνο προηγούμενο.
Η Ευρώπη, από την πλευρά της, πληρώνει ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού και στρατιωτικού κόστους, εξακολουθώντας να εξαρτάται από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κρίσιμες αμυντικές δυνατότητες. Ανακαλύπτει έτσι, με οδυνηρή καθυστέρηση, ότι η οικονομική ευημερία και η θεσμική της συγκρότηση χρειάζονται και την ισχύ που θα τις προστατεύει.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη απειλή, διαφορετικής προέλευσης και χαρακτήρα, η οποία αγγίζει απευθείας τον πυρήνα των ευρωπαϊκών ελευθεριών: ο ισλαμοφασισμός. Πρόκειται για εκείνες τις μορφές πολιτικού Ισλάμ που επιδιώκουν να υποτάξουν την κοινωνία στη θρησκευτική εξουσία, να επιβάλουν κανόνες συμπεριφοράς και να καταργήσουν στην πράξη την ελευθερία της συνείδησης, την ισότητα των φύλων και το δικαίωμα της αμφισβήτησης.
Ο ισλαμιστικός ολοκληρωτισμός έχει επιδείξει με κάθε δυνατό τρόπο την εχθρότητά του απέναντι στη δημοκρατική νεωτερικότητα. Από το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν και τους Ταλιμπάν έως τις τρομοκρατικές οργανώσεις που αιματοκύλισαν ευρωπαϊκές πόλεις, το ιδεολογικό υπόβαθρο είναι αναγνωρίσιμο: η αξίωση μιας θρησκευτικής αλήθειας να κυβερνά την ανθρώπινη ζωή και να τιμωρεί όποιον την αμφισβητεί.
Η Ευρώπη γνώρισε αυτή τη βία στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες, στη Νίκαια, στο Βερολίνο και αλλού. Γνώρισε επίσης την απειλή απέναντι σε συγγραφείς, γελοιογράφους και εκπαιδευτικούς, όταν η ελευθερία του λόγου ήρθε αντιμέτωπη με τη θρησκευτική μισαλλοδοξία. Η δολοφονία του Σαμιέλ Πατί στη Γαλλία παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της σύγκρουσης.
Η ευρωπαϊκή πολιτική συζήτηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με αξιοσημείωτη αμηχανία μια πραγματικότητα που έχει πλέον εγκατασταθεί στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η μαζική μετανάστευση, ιδιαίτερα όταν εξελίσσεται ανεξέλεγκτα, έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα κοινωνικής συνοχής και ενσωμάτωσης. Σε πόλεις όπως η Μασσαλία και οι Βρυξέλλες, όπου έχουν διαμορφωθεί πολυπληθείς μουσουλμανικές κοινότητες, η συζήτηση για την επιρροή του πολιτικού Ισλάμ, την κοινωνική απομόνωση ορισμένων συνοικιών και την υποχώρηση των κοινών κανόνων της δημόσιας ζωής αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το ζήτημα αφορά πρωτίστως την ικανότητα του ευρωπαϊκού κράτους να διατηρεί την ισχύ των νόμων του και την ενότητα της δημόσιας σφαίρας απέναντι σε κάθε θρησκευτική διεκδίκηση εξουσίας.
Η πολιτική διάσταση αυτού του φαινομένου γίνεται επίσης όλο και περισσότερο αισθητή. Η εκλογή του Ζόραν Μαμντάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης, του πρώτου μουσουλμάνου δημάρχου της αμερικανικής μεγαλούπολης, αναδεικνύει τη διεύρυνση της πολιτικής εκπροσώπησης των μουσουλμανικών κοινοτήτων. Οι έντονα αντιισραηλινές θέσεις του έχουν προκαλέσει σοβαρές αντιπαραθέσεις, ιδιαίτερα με εκπροσώπους της εβραϊκής κοινότητας.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η ιδεολογική σύγχυση που έχει επικρατήσει σε σημαντικά τμήματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς γύρω από το Ισραήλ, το Ιράν και τον ισλαμιστικό εξτρεμισμό. Ο αντισιωνισμός λειτουργεί συχνά ως κοινός πολιτικός παρονομαστής δυνάμεων που εμφανίζονται προοδευτικές, αλλά δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα της ιρανικής θεοκρατίας ή την τρομοκρατική φύση της Χαμάς.
Είναι εντυπωσιακό να βλέπει κανείς πολιτικές δυνάμεις που επικαλούνται διαρκώς τα δικαιώματα των γυναικών, των ομοφυλόφιλων και των μειονοτήτων και ταυτόχρονα να επιδεικνύουν πρωτοφανή ανοχή απέναντι σε κινήματα και καθεστώτα που καταπατούν συστηματικά αυτά ακριβώς τα δικαιώματα. Πρόκειται για μια επικίνδυνη αντιστροφή των αξιών του Διαφωτισμού την οποία η Ευρώπη θα πληρώσει ακριβά αν συνεχίσει να την αντιμετωπίζει με αμηχανία και ιδεολογικούς ευφημισμούς.
Το παράδοξο είναι ότι απέναντι σε αυτές τις απειλές συναντούμε συχνά μια ιδιότυπη πολιτική σύγχυση στα δύο άκρα του ευρωπαϊκού ιδεολογικού φάσματος.
Τμήματα της Ακροδεξιάς αναγνωρίζουν στον Πούτιν το πρότυπο του ισχυρού ηγέτη, τον υπερασπιστή της παράδοσης, της εθνικής κυριαρχίας και μιας αυταρχικής αντίληψης περί κοινωνικής τάξης. Ορισμένοι πολιτικοί σχηματισμοί έχουν αναπτύξει σχέσεις με τη Μόσχα, ενώ άλλοι αναπαράγουν τις βασικές θέσεις της ρωσικής προπαγάνδας. Η αντίφαση είναι εντυπωσιακή: επικαλούνται διαρκώς την εθνική ανεξαρτησία, αλλά εμφανίζονται πρόθυμοι να αναγνωρίσουν στη Ρωσία το δικαίωμα να στερήσει την ανεξαρτησία από ένα άλλο ευρωπαϊκό έθνος.
Στην άλλη πλευρά, τμήματα της Αριστεράς εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη διεθνή πολιτική μέσα από ένα παρωχημένο αντιδυτικό σχήμα. Οτιδήποτε αντιπαρατίθεται στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην ευρωπαϊκή φιλελεύθερη τάξη αποκτά, σχεδόν αυτομάτως, ένα τεκμήριο πολιτικής συμπάθειας. Έτσι εξηγείται η δυσκολία ορισμένων να καταδικάσουν χωρίς υπεκφυγές τον ρωσικό επεκτατισμό, αλλά και η τάση να αντιμετωπίζουν ισλαμιστικά κινήματα αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της αντιιμπεριαλιστικής αντίστασης.
Αυτή η ιδεολογική τύφλωση έχει ένα βαρύ τίμημα. Στο όνομα της χειραφέτησης μπορεί να δικαιολογείται η καταπίεση των γυναικών. Στο όνομα της αντίστασης μπορεί να σχετικοποιείται η τρομοκρατία. Στο όνομα της ειρήνης μπορεί να ζητείται από τον αμυνόμενο να αποδεχθεί τα τετελεσμένα του επιτιθέμενου.
Φυσικά, οι ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις δεν αποτελούν συμπαγή στρατόπεδα. Υπάρχουν συντηρητικοί που υπερασπίζονται σταθερά την Ουκρανία και αριστεροί που αντιτάσσονται αποφασιστικά τόσο στον ρωσικό αυταρχισμό όσο και στον θρησκευτικό φανατισμό. Η ουσιαστική διαχωριστική γραμμή περνά πλέον και μέσα από τις παραδοσιακές πολιτικές οικογένειες: ανάμεσα σε όσους υπερασπίζονται με συνέπεια τις ελευθερίες και σε όσους τις υποτάσσουν στις ιδεολογικές τους προτιμήσεις.
Η Ρωσία του Πούτιν και ο ισλαμιστικός ολοκληρωτισμός αποτελούν διαφορετικά πολιτικά φαινόμενα, με διαφορετικές ιστορικές αφετηρίες και επιδιώξεις. Συναντώνται όμως σε ένα κρίσιμο σημείο: στην εχθρότητα προς την ελεύθερη ατομικότητα, τον πολιτικό πλουραλισμό και την ανοιχτή κοινωνία. Ο πρώτος επικαλείται το κράτος, την αυτοκρατορική ισχύ και την ιστορική αποστολή του έθνους. Ο δεύτερος επικαλείται τη θρησκευτική εντολή. Και οι δύο απαιτούν, με τον δικό τους τρόπο, την υποταγή του ανθρώπου σε μια εξουσία που θεωρεί τον εαυτό της υπεράνω αμφισβήτησης.
Η Ευρώπη διαθέτει ένα τεράστιο ιστορικό πλεονέκτημα: έχει γνωρίσει τις καταστροφές που προκαλούν οι απόλυτες βεβαιότητες. Οι θεσμοί, οι ελευθερίες και τα δικαιώματά της αποτελούν κατακτήσεις αιώνων συγκρούσεων, επαναστάσεων και πνευματικών αναζητήσεων. Η υπεράσπισή τους απαιτεί σήμερα πολιτική αυτοπεποίθηση, ισχυρή άμυνα, αποτελεσματικούς θεσμούς και την αποφασιστικότητα να αντιμετωπίζεται κάθε μορφή ολοκληρωτισμού με τα ίδια δημοκρατικά κριτήρια.
Εκείνο που διακυβεύεται στην Ουκρανία, στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και στις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις είναι τελικά το δικαίωμα του ανθρώπου να ζει ελεύθερος, χωρίς να καθορίζει τη μοίρα του ούτε η ισχύς ενός αυταρχικού κράτους ούτε οι εντολές μιας θρησκευτικής εξουσίας.
Αν η Ευρώπη χάσει την αποφασιστικότητα να υπερασπιστεί αυτό το δικαίωμα, θα έχει υπονομεύσει μόνη της το σημαντικότερο ιστορικό της επίτευγμα.
Είναι ο πουτινισμός φασιστικός;
Πώς η ετικέτα του φασισμού συμβάλλει στην κατανόηση του πολέμου της Ρωσίας