Σύνδεση συνδρομητών

Αντισημιτισμός

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Η Ελλάδα παρακολουθεί ακόμη μια φορά ένα γνώριμο έργο. Μια ομάδα ανθρώπων οργανώνει επιθέσεις, εκφοβίζει πολίτες, κυνηγά ανθρώπους στους δρόμους επειδή είναι εβραίοι και, λίγες ημέρες αργότερα, μια τρομοκρατική ενέργεια αφαιρεί τη ζωή μιας αθώας γυναίκας. Θα περίμενε κανείς ότι μια δημοκρατία με την εμπειρία της ελληνικής θα αντιδρούσε απέναντι στην πολιτική βία χωρίς δισταγμούς και χωρίς αστερίσκους. Κι όμως, ακόμα και σήμερα, η δημόσια συζήτηση δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει τις ίδιες λέξεις για τις ίδιες πράξεις. Σαν να εξακολουθεί η ελληνική κοινωνία να κρίνει πρώτα τον δράστη και ύστερα την πράξη.

Αυτό δεν είναι σύμπτωση ούτε προϊόν της συγκυρίας. Είναι η κατάληξη μιας διαδρομής που ξεκινά σχεδόν μισό αιώνα πριν.

Η μεγαλύτερη νίκη της ελληνικής Αριστεράς μετά το 1974 ήταν η πολιτισμική της κυριαρχία. Η ιδεολογική κυριαρχία της υπήρξε το σημαντικότερο πολιτισμικό γεγονός της Μεταπολίτευσης και διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έμαθε να αντιλαμβάνεται την ιστορία, την πολιτική, την ηθική και τελικά την ίδια την πραγματικότητα. Η επιρροή της ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια των κομμάτων. Απλώθηκε στην εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στη δημοσιογραφία, στη διανόηση και στην τέχνη. Εκεί συγκροτήθηκε σταδιακά ένα ιδεολογικό, ηθικό, σχεδόν θεολογικό αφήγημα που ανακατέταξε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική ιστορία σε ένα νέο σύστημα ηθικών κατηγοριών. Οι πολιτικές συγκρούσεις μετατράπηκαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στους ηθικά δικαιωμένους και στους ιστορικά ενόχους, στους προοδευτικούς και στους αντιδραστικούς, στους ήρωες και στους προδότες. Έτσι αναδιαμορφώθηκε σταδιακά ο ίδιος ο ηθικός χάρτης της δημόσιας ζωής.

Οι εκλογές ήταν μόνο μια όψη της πολιτικής ζωής. Η πραγματική δύναμη αυτής της κυριαρχίας βρισκόταν αλλού. Βρισκόταν στη δυνατότητά της να καθορίζει τα όρια του ηθικά αποδεκτού, να αποφασίζει ποιος όφειλε να απολογείται και ποιος απολάμβανε εκ των προτέρων την κατανόηση της κοινωνίας. Σταδιακά επέβαλε το δικό της αξιακό σύστημα ως το κυρίαρχο μέτρο της δημόσιας ζωής. Από ένα σημείο και μετά ακόμη και οι πολιτικοί της αντίπαλοι υποχρεώνονταν να απολογούνται με τους δικούς της όρους, να χρησιμοποιούν το δικό της λεξιλόγιο και να αποδέχονται τις δικές της ιστορικές ιεραρχήσεις. Αυτή είναι η ουσία της ιδεολογικής ηγεμονίας: η στιγμή κατά την οποία ακόμη και οι αντίπαλοί σου αρχίζουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το δικό σου αξιακό σύστημα.

Το τίμημα αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας δεν μετρήθηκε μόνο στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μετρήθηκε κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εκπαιδεύτηκε να αντιμετωπίζει τη βία. Σε μια ώριμη δημοκρατία το πρώτο ερώτημα είναι τι συνέβη. Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης το πρώτο ερώτημα υπήρξε συχνά ποιος το έκανε. Από την απάντηση σε αυτό εξαρτιόταν όχι μόνο η πολιτική ερμηνεία αλλά πολλές φορές και η ίδια η ηθική αξιολόγηση της πράξης.

Η πράξη παρέμενε ίδια. Εκείνο που άλλαζε ήταν η ηθική της αξιολόγηση, η δημόσια ερμηνεία της. Ανάλογα με την ιδεολογική ταυτότητα του δράστη, μπορούσε να παρουσιαστεί ως κοινό έγκλημα ή ως πολιτική πράξη, ως τυφλή βία ή ως αντίσταση, ως τρομοκρατία ή ως έκφραση κοινωνικής οργής.

Αν ο δράστης προερχόταν από το χώρο που το κυρίαρχο μεταπολιτευτικό αφήγημα είχε ήδη κατατάξει στους εχθρούς της δημοκρατίας, η ηθική καταδίκη ήταν άμεση και αυτονόητη. Αν όμως προερχόταν από το χώρο που είχε αναγορευθεί σε ιστορικό φορέα της προόδου, της αντίστασης ή της κοινωνικής δικαιοσύνης, προηγούνταν οι εξηγήσεις, οι κοινωνιολογικές αναλύσεις και οι πολιτικές επιφυλάξεις. Η πράξη δεν άλλαζε. Άλλαζε η διαδρομή που οδηγούσε στην ηθική της αξιολόγηση.

Δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς αυτή τη διαφορά. Αρκεί να παρακολουθήσει το λεξιλόγιο που χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες. Ο ακροδεξιός ήταν δολοφόνος πριν ακόμη ολοκληρωθεί η περιγραφή της πράξης του. Ο ακροαριστερός εμφανιζόταν ως αντιεξουσιαστής, αναρχικός, αλληλέγγυος, αντιφασίστας, αγωνιστής. Οι ιδεολογικοί προσδιορισμοί προηγούνταν της εγκληματικής ιδιότητας και πολλές φορές λειτουργούσαν ως σιωπηρό ελαφρυντικό. Πρώτα διευκρινίζονταν  ποιος ήταν ο δράστης και ύστερα τι σήμαινε η πράξη του. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να αναζητά πρώτα τα κίνητρα του τρομοκράτη αντί να αναγνωρίζει το έγκλημα, έχει ήδη διανύσει μεγάλη απόσταση από τις αρχές του κράτους δικαίου.

Δεν πρόκειται για μια θεωρητική παρατήρηση. Η ίδια η μεταπολιτευτική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποτέλεσε, δικαίως, σύμβολο της εγκληματικής φύσης της Χρυσής Αυγής. Η ελληνική δικαιοσύνη κινήθηκε, οι υπεύθυνοι συνελήφθησαν και η οργάνωση οδηγήθηκε τελικά στην ιστορική της καταδίκη. Έτσι ακριβώς όφειλε να λειτουργήσει μια δημοκρατία.

Το ερώτημα είναι γιατί η ίδια ηθική καθαρότητα δεν εμφανίστηκε με την ίδια ένταση απέναντι σε κάθε μορφή πολιτικής βίας. Γιατί οι δεκάδες νεκροί της τρομοκρατίας της άκρας Αριστεράς δεν απέκτησαν ποτέ την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη. Γιατί ο Θάνος Αξαρλιάν δεν μετατράπηκε ποτέ σε διαρκές ηθικό σύμβολο μιας κοινωνίας που υποτίθεται ότι απορρίπτει κάθε πολιτική δολοφονία. Γιατί επί χρόνια η δημόσια συζήτηση έμοιαζε περισσότερο πρόθυμη να ερμηνεύσει παρά να καταδικάσει εκείνους που πίστευαν ότι η βόμβα, το καλάσνικοφ ή η μολότοφ μπορούσαν να αποτελέσουν μορφές πολιτικής έκφρασης.

Δύο δολοφονίες σημάδεψαν διαφορετικές εποχές της νεότερης Ελλάδας. Η πρώτη ήταν η δολοφονία του Θάνου Αξαρλιάν το 1992 από ρουκέτα της 17 Νοέμβρη. Ένας εικοσάχρονος που περνούσε τυχαία από το σημείο έχασε τη ζωή του χωρίς να έχει καμία σχέση με το στόχο της επίθεσης. Δεν υπήρξε ούτε σύμβολο ούτε διαρκής υπενθύμιση της φρίκης της τρομοκρατίας. Για χρόνια αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως μια τραγική εξαίρεση, ως παράπλευρη απώλεια ενός πολέμου που κάποιοι εξακολουθούσαν να περιγράφουν με πολιτικούς όρους. Ακόμη και η δημόσια συζήτηση γύρω από τη δίκη της 17 Νοέμβρη σημαδεύτηκε από εικόνες συμπάθειας προς τους κατηγορουμένους, από διακηρύξεις περί πολιτικών κρατουμένων, από μια διάχυτη απροθυμία να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά ως αυτό που ήταν: δολοφόνοι.

Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από αστυνομικό συγκλόνισε δικαιολογημένα ολόκληρη τη χώρα. Ο δράστης συνελήφθη αμέσως, οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη, καταδικάστηκε και οδηγήθηκε στη φυλακή. Στην περίπτωση αυτή όμως το γεγονός συμβολοποιήθηκε. Ο  δεκαπεντάχρονος Γρηγορόπουλος, ένα αθώο θύμα μιας εγκληματικής πράξης κρατικής αυθαιρεσίας, μετατράπηκε σταδιακά σε διαρκές πολιτικό σύμβολο, σε σημείο αναφοράς ενός ολόκληρου ιδεολογικού χώρου και σε εμβληματική μορφή μιας συγκεκριμένης ανάγνωσης της Μεταπολίτευσης.

Ας μην υπάρξει καμία παρανόηση. Δεν συγκρίνονται οι δύο άνθρωποι, ούτε οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους. Συγκρίνεται αποκλειστικά ο τρόπος με τον οποίο η μεταπολιτευτική Ελλάδα επέλεξε να θυμάται τις δύο υποθέσεις, να τις εντάξει στη συλλογική της μνήμη και να τις μετατρέψει —ή να μην τις μετατρέψει— σε πολιτικά σύμβολα. Αυτό ακριβώς είναι το αποτύπωμα της πολιτισμικής ηγεμονίας. Δεν επιβάλλει απλώς μια γνώμη. Επιλέγει ποια γεγονότα θα αποκτήσουν διαρκή ηθική ακτινοβολία και ποια θα ξεθωριάσουν μέσα στο χρόνο. Δεν κατασκευάζει την πραγματικότητα· κατασκευάζει τη μνήμη της. Και όποιος διαμορφώνει τη συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας, διαμορφώνει τελικά και τα πολιτικά της αντανακλαστικά.

Έτσι εξηγείται γιατί η τρομοκρατία της άκρας Αριστεράς αντιμετωπίστηκε επί δεκαετίες με έναν τρόπο που δύσκολα θα συναντούσε κανείς απέναντι σε οποιανδήποτε άλλη μορφή πολιτικού εξτρεμισμού. Οι δικαστικές καταδίκες δεν συνοδεύτηκαν ποτέ από μια αντίστοιχη ηθική απονομιμοποίηση της τρομοκρατίας στον δημόσιο λόγο. Πάντοτε υπήρχε κάποιος πρόθυμος να μιλήσει για τις κοινωνικές αιτίες, για την οργή της νεολαίας, για την κρατική καταπίεση, για τον καπιταλισμό, για τον ιμπεριαλισμό, για οτιδήποτε άλλο μπορούσε να λειτουργήσει ως πλαίσιο κατανόησης. Σαν να υπήρχαν εγκλήματα που απαιτούσαν μόνο δικαιοσύνη και άλλα που όφειλαν προηγουμένως να γίνουν αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.

Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος θρίαμβος μιας ιδεολογικής κυριαρχίας. Δεν καταφέρνει να πείσει ότι η βία είναι καλή. Καταφέρνει να πείσει ότι υπάρχουν μορφές βίας που αξίζουν περισσότερη κατανόηση από άλλες. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η ίδια η δημοκρατία αρχίζει να εφαρμόζει δύο διαφορετικά ηθικά μέτρα απέναντι στην ίδια εγκληματική πράξη.

Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια εμφανίστηκαν οργανωμένες ομάδες που περιπολούσαν στους δρόμους αναζητώντας ανθρώπους εξαιτίας της εθνικής και της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Αναζητούσαν εβραίους. Μόνο αυτή η φράση θα έπρεπε να αρκεί για να σημάνει συναγερμό σε κάθε δημοκρατικό πολίτη. Η εικόνα αυτή θα έπρεπε να έχει προκαλέσει ένα ενιαίο, ακαριαίο και καθολικό δημοκρατικό αντανακλαστικό. Αντί γι’ αυτό, ακόμα μια φορά εμφανίστηκαν οι γνώριμες επιφυλάξεις, οι εξηγήσεις, οι συμψηφισμοί, η ανάγκη να προηγηθεί η πολιτική ανάλυση πριν από την ηθική καταδίκη.

Η ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου υπενθύμισε κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: ο αντισημιτισμός δεν αλλάζει χαρακτήρα ανάλογα με το ποιος τον εκφράζει. Δεν γίνεται προοδευτικός επειδή κρατά παλαιστινιακή σημαία ούτε αποκτά ηθικό άλλοθι επειδή χρησιμοποιεί αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία. Το μίσος απέναντι σε έναν άνθρωπο εξαιτίας της καταγωγής ή της θρησκείας του παραμένει μίσος, όποια ιδεολογία κι αν επικαλείται. Και τα τάγματα εφόδου παραμένουν τάγματα εφόδου, ακόμη κι όταν αλλάζουν τα συνθήματα ή τα σύμβολά τους.

Η ιστορία, άλλωστε, διδάσκει κάτι που οι ιδεολογίες συχνά αρνούνται να δεχθούν. Εκείνος που συνηθίζει να χωρίζει τους ανθρώπους σε ηθικά άξιους και ηθικά ανάξιους, αργά ή γρήγορα, θα θεωρήσει ότι ορισμένοι δεν δικαιούνται ούτε την ασφάλεια ούτε την αξιοπρέπειά τους. Η απόσταση ανάμεσα στον λεκτικό εκφοβισμό και στη φυσική βία είναι πολύ μικρότερη από όσο συνήθως πιστεύουμε.

Ίσως γι’ αυτό η πολιτική βία ξαναχτύπησε λίγες ημέρες αργότερα χωρίς να προκαλέσει την έκπληξη που θα άρμοζε σε μια ώριμη δημοκρατία. Οι εμπρηστικές επιθέσεις εναντίον κατοικιών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη άφησαν πίσω τους κάτι πολύ βαρύτερο από υλικές καταστροφές. Οδήγησαν στο θάνατο μιας αθώας γυναίκας, της μητέρας της Αφροδίτης Νέστορα. Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα χωρίς καμία συμμετοχή στην πολιτική σύγκρουση που εξελισσόταν γύρω της. Η παρουσία της στο σπίτι αρκούσε για να μετατραπεί, χωρίς να το γνωρίζει, σε θύμα της τυφλής πολιτικής βίας. Σχεδόν ως αναμενόμενο επεισόδιο μιας διαρκούς επαναστατικής εφηβείας. Η βία, όμως, αδιαφορεί για τις ιδεολογίες που επικαλούνται όσοι την ασκούν. Η φωτιά καίει το στόχο και τον περαστικό. Η έκρηξη σκοτώνει τον πολιτικό αντίπαλο και τον άσχετο με την πολιτική. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε ιδεολογικό άλλοθι καταρρέει. Απομένει μόνο η ευθύνη για την εγκληματική πράξη.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αδιέξοδο μιας κοινωνίας που επί δεκαετίες δίδαξε στον εαυτό της να αναζητά πρώτα την ιδεολογική προέλευση του δράστη και ύστερα να αξιολογεί την πράξη. Γιατί όταν η ηθική εξαρτάται από την πολιτική ταυτότητα, η δημοκρατία παύει να διαθέτει μια κοινή κλίμακα δικαιοσύνης. Αποκτά δύο. Και από τη στιγμή που μια δημοκρατία αποδέχεται δύο μέτρα απέναντι στην ίδια μορφή βίας, έχει ήδη αρχίσει να υπονομεύει το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται.

 

 

02 Ιουλίου 2026

Από το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος εκδόθηκε η ανακοίνωση που ακολουθεί:

 

Ενενήντα πέντε χρόνια πριν, οι μελανοχίτωνες των «ταγμάτων εφόδου» στοχοποιούσαν και κυνηγούσαν Εβραίους. Στις 27 Ιουνίου 2026, ακριβώς 95 χρόνια μετά, μελανοχίτωνες με παλαιστινιακές σημαίες στις μπλούζες τους οργάνωσαν στη Θεσσαλονίκη τα νέα «τάγματα εφόδου» για να «περιπολούν» σε κεντρικούς δρόμους της πόλης απειλώντας και εκφοβίζοντας Εβραίους, Σιωνιστές, Ισραηλινούς, τουρίστες, καταστηματάρχες. Τότε, από το 1928 που ξεκίνησε η εκστρατεία μίσους, κάποιες πολιτικές δυνάμεις και κάποια μέσα ενημέρωσης συνδιαμόρφωσαν το αντισημιτικό κλίμα που κορυφώθηκε το βράδυ μεταξύ 29 και 30 Ιουνίου 1931, όπου οργανώθηκε επίθεση στους εβραϊκούς συνοικισμούς της Θεσσαλονίκης κατά την οποία πυρπολήθηκε ο συνοικισμός «Κάμπελ».

Και στις δύο περιπτώσεις –τότε και σήμερα– κυριαρχεί το μίσος εναντίον των Εβραίων. Και σήμερα διαμορφώνεται ένα νέο κλίμα εβραιοφοβίας που απειλεί όχι μόνο τους Έλληνες Εβραίους αλλά και την ευημερία του συνόλου των πολιτών. Διότι η ιστορία διδάσκει ότι ο αντισημιτισμός ξεκινάει την πορεία του με στόχο τους Εβραίους αλλά δεν σταματά ποτέ στους Εβραίους.             

Παρατηρούμε με θλίψη την ανοχή που δείχνουν οι αρχές της πολιτείας και οι κοινωνικοί φορείς απέναντι σε αυτό το νέο κύμα φανατισμού που εκδηλώνεται εναντίον Εβραίων πολιτών του Κράτους του Ισραήλ που επισκέπτονται τη χώρα μας, είτε επειδή αγαπούν τη φύση της και τους ανθρώπους της είτε επειδή θέλουν να επενδύσουν και να συμβάλλουν στην ανάπτυξη των οικονομικών συναλλαγών μεταξύ των δύο λαών. Αυτά τα «τάγματα εφόδου» και οι οπαδοί τους επιδιώκουν να υπονομεύσουν τις στρατηγικής σημασίας σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ σε μια περίοδο αστάθειας στην ανατολική Μεσόγειο που απειλεί την ασφάλεια και των δύο χωρών.   

Είμαστε βέβαιοι ότι τα «τάγματα εφόδου» του 2026 θα απομονωθούν και θα ηττηθούν, όπως ηττήθηκαν τα «τάγματα εφόδου» της Χρυσής Αυγής του 2012, και ότι τελικά η Ελληνική κοινωνία και η Ελληνική Πολιτεία του 2026 θα υπερασπιστούν τις αξίες της Δημοκρατίας και του πολιτισμού και δεν θα επιτρέψουν την υπονόμευσή τους από τους οπαδούς του μίσους και του φανατισμού.   

ASSAULT SQUADS IN THESSALONIKI ON JUNE 27, 2026!

Ninety-five years ago, the black-shirted members of the "assault squads" targeted and persecuted Jews. On June 27, 2026 —exactly 95 years later— black-shirted individuals wearing Palestinian flags on their T-shirts organized new "assault squads" in Thessaloniki to "patrol" the city's main streets, threatening and intimidating Jews, Zionists, Israelis, tourists, and business owners. Back then, following the launch of a campaign of hatred in 1928, certain political forces and media helped cultivate an antisemitic climate that culminated on the night of June 29–30, 1931, when organized attacks were carried out against the Jewish neighborhoods of Thessaloniki, resulting in the arson of the ‘Campbell’ Jewish quarter.

In both cases —then and now— the driving force has been hatred against Jews. Today, a new climate of Judeophobia is once again taking shape, threatening not only Greek Jews but also the well-being of society as a whole. History teaches us that antisemitism begins by targeting Jews, but it never ends with Jews.

It is with deep concern that we observe the tolerance shown by state authorities and civil society institutions toward this new wave of fanaticism directed against Jewish citizens of the State of Israel visiting our country —whether because they cherish its natural beauty and its people, or because they wish to invest and contribute to the development of economic cooperation between our two peoples. These “assault squads” and their followers seek to undermine the strategically important relationship between Greece and Israel at a time of instability in the Eastern Mediterranean that poses a threat to the security of both countries.

We are confident that the "assault squads" of 2026 will be isolated and defeated, just as the "assault squads" of Golden Dawn were defeated in 2012, and that, in the end, Greek society and the Greek State of 2026 will uphold the values of democracy and civilization and will not allow them to be undermined by the advocates of hatred and fanaticism.

Athens, June 29, 2026

Central Board of Jewish Communities in Greece

29 Ιουνίου 2026

ΑΡΘΡΟ ΕΛΛΗΝΑ ΕΒΡΑΙΟΥ ΠΟΥ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΝΑ ΜΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ

Το κείμενο που ακολουθεί έχει γραφεί από διακεκριμένο Έλληνα Εβραίο (τα στοιχεία του στη διάθεση του περιοδικού), που προτιμά να κρατήσει την ανωνυμία του, για λόγους που θα καταλάβετε όταν το διαβάσετε. Το BooksJournal, που έχει πολιτική να μη δημοσιεύει ανώνυμα κείμενα, παραβιάζει αυτή την αρχή επειδή, διαφορετικά, ο συντάκτης του κειμένου δεν θα μπορούσε να μιλήσει. Ως κοινωνία και ως πολιτεία, όμως, κάτι πρέπει να κάνουμε με το φόβο.

09 Ιουνίου 2026

Πότε Ξανά;

Μίνος Μωυσής

Η άνοδος ενός νέου αντισημιτισμού και ένα μήνυμα επαγρύπνησης

22 Απριλίου 2026

Από τον μύθο της «αγγλικής ανοσίας» στις χιλιάδες καταγραφές μίσους και τους εμπρησμούς συναγωγών: ιστορικό βάθος, νέα κλιμάκωση και δοκιμασία για τη βρετανική δημοκρατία.

21 Απριλίου 2026

Τα social media μου έχουν μετατραπεί σε θέατρο του παραλόγου. Ένας γραφίστας, που έχει χτίσει καριέρα σχεδιάζοντας τετριμμένες εταιρικές ταυτότητες χωρίς να έχει ποτέ δείξει το παραμικρό πολιτικό ενδιαφέρον για την επικαιρότητα, εμφανίζεται ξαφνικά να αγορεύει, σαν ιστορικός, για την «εγκληματική» Διακήρυξη Μπάλφουρ του 1917. Λίγο πιο κάτω, ένας DJ γνωστός για τα μισογυνικά του σχόλια ανακαλύπτει τον φεμινισμό – αλλά μόνο όταν πρόκειται να ασκήσει κριτική στο υποτιθέμενο «pinkwashing» του Ισραήλ, καταγγέλλοντας την «κουλτούρα του βιασμού» στους ισραηλινούς εποικισμούς. Λίγο αργότερα, ένας θεωρητικός που δεν έχει ποτέ εκφραστεί δημόσια για τίποτ’ άλλο πέρα από μουσικολογικά θέματα και περιορισμένου ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος, παίρνει δημόσια θέση για το Μεσανατολικό, λες και είμαστε σε θεατρική παράσταση όπου ο «γιατρός» του χωριού τοποθετείται επί παντός επιστητού. Εντωμεταξύ, μία επιμελήτρια τέχνης με οικογενειακή περιουσία που σχετίζεται με ελληνοεβραϊκές οικογένειες οι οποίες εκδιώχθηκαν το 1940, κάνει κηρύγματα στους ακολούθους της για το πώς οι κατηγορίες περί αντισημιτισμού χρησιμοποιούνται ως όπλο για να φιμώσουν τη νόμιμη κριτική στο Ισραήλ. Αυτή είναι η πραγματικότητα των ελληνικών social media από τις 7 Οκτωβρίου και μετά: ένα τοπίο όπου οποιοσδήποτε και οποιαδήποτε, απ’ όπου κι αν προέρχεται, βρίσκει την ιδανική ευκαιρία να ανακαλύψει ξανά τον εαυτό του/της – ως ηθικό, κοινωνικά ευαισθητοποιημένο άτομο με ισχυρές πολιτικές θέσεις, χωρίς βεβαίως να ρισκάρει τίποτα που θα μπορούσε να επηρεάσει την καριέρα του/της ή την κοινωνική του/της θέση.

08 Απριλίου 2026

Ο νέος αντισημιτισμός

Ηλίας Κανέλλης

Στις 27 Ιανουαρίου 2026, στην Ημέρα Μνήμης των Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος, για την οποία έγινε εκδήλωση στον Ελληνικό Κόσμο της οδού Πειραιώς, κεντρικός ομιλητής ήταν ο εκδότης του Books' Journal, Ηλίας Κανέλλης. Δημοσιεύουμε σήμερα την ομιλία του.

31 Ιανουαρίου 2026

Η πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση εναντίον Εβραίων που γιόρταζαν το Χανουκά στην παραλία Μποντάι του Σίδνεϊ έρχεται να προστεθεί σε άλλη μια  καθαρή, στοχευόμενη ενέργεια αντισημιτικού μίσους.  Εναντίον ανθρώπων λόγω της ταυτότητάς τους. Και γι’ αυτό ακριβώς αποτελεί πολιτικό γεγονός πρώτης γραμμής.

20 Δεκεμβρίου 2025

Το Βοοks’ Journal δημοσιεύει στη θέση του editorial την ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος για την πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση στο Σίδνεϊ. Επειδή, όντως, «το τρομοκρατικό αυτό χτύπημα αποτελεί πράξη πασίδηλου αντισημιτικού μίσους και πλήγμα όχι μόνον κατά της εβραϊκής κοινότητας, αλλά και κατά των θεμελιωδών αξιών της δημοκρατίας, της θρησκευτικής ελευθερίας και της ειρηνικής συνύπαρξης».

15 Δεκεμβρίου 2025

Από εδώ και πέρα, οι Εβραίοι μοιάζουν απροστάτευτοι από τη μνήμη της Σοά, παράγοντα ενοχής αλλά και ενσυναίσθησης. Νέες κατηγορίες κατά των Εβραίων προστίθενται στις παλαιές. Οι διαπιστώσεις και η έκφραση ανησυχιών διαδέχονται η μία την άλλη, συνοδευόμενες από αγανάκτηση και οργή. Αλλά δεν αναρωτιόμαστε πλέον για τις συνθήκες ανάδυσης αυτού του κύματος του αντιεβραϊκού μίσους, για τις πολλαπλές αφετηρίες του, τις διαφορετικές διαστάσεις του, για τις ποικίλες λειτουργίες του, για τα αποτελέσματά του στην πολιτική και πολιτισμική ζωή των δημοκρατικών εθνών. Όπως και να ’χει, πάντως, κρίνοντας από τις στάσεις έναντι των Εβραίων στην παρούσα κατάσταση του κόσμου, φαίνεται ότι περάσαμε από την «εποχή της περιφρόνησης» στην εποχή του μίσους. Ενός μίσους υψηλής έντασης, μίσους λυσσώδους, διακριτού από το συνηθισμένο μίσος, το οποίο δεν διστάζει να προσφεύγει σε μύθους ή ιδεολογικοποιημένα φαντάσματα για να εξαπολύσει τις πιο φανταστικές κατηγορίες τις οποίες πιστεύουν όλο και περισσότεροι εχθροί των Εβραίων. Κυρίως, όμως, ενός μίσους χωρίς γιατί, ενός μίσους το οποίο θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε οντολογικό. Οι Εβραίοι εισήλθαν στην εποχή της τρωτότητάς τους. 

30 Νοεμβρίου 2025
Σελίδα 1 από 3