Εβραίοι
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΑντισιωνισμός εναντίον Ελλήνων
Αφιερώνεται στη μνήμη της Αιμιλίας Καμπελή,
επιζησάσης του Ολοκαυτώματος
Στη χώρα μας, το αντισιωνιστικό κίνημα θεριεύει. Με άλλα λόγια, ο «ενάρετος» αντισημιτισμός, ο οποίος αποτελεί επί της ουσίας τη σύγχρονη μορφή τού εξοντωτικού αντιεβραϊσμού, δεδομένης της ύπαρξης πλέον του Ισραήλ, έχει κατακυριεύσει τα πανεπιστήμια, τον καλλιτεχνικό κόσμο, όπως και τους δρόμους. Aντιμέτωποι με αυτό το κύμα εχθρότητας, οι Έλληνες εβραϊκού θρησκεύματος δεν αισθάνονται πλέον ασφαλείς στην πατρίδα τους, σε βαθμό απόκρυψης της συγκεκριμένης ταυτότητάς τους.
Απότοκο της εναντίωσης στον οικουμενισμό –ο οποίος είναι ενύπαρκτος στις φιλοσοφικές καταβολές της σύγχρονης δημοκρατίας–, ο αντισιωνισμός, με σημαία τη δικαίωση των «καταπιεσμένων», συνδέεται στενά με την «προοδευτική» αξίωση κατάτμησης της κοινωνίας σε αμοιβαία αποκλειόμενες ταυτοτικές κατηγορίες. Προκαλώντας την υποχώρηση του «δημόσιου πνεύματος» προς έναν εχθροπαθή «ηθικισμό new look, ακόμη πιο αστόχαστο και ψευδεπίγραφο από τις προηγούμενες εκδοχές του»,[1] οι στεγανοποιημένες αυτές εμπόλεμες ομάδες συγκροτούνται με βάση το χρώμα του δέρματος, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την εθνοτική καταγωγή και τη θρησκευτική ένταξη, όπως αυτά νοούνται υπό το πρίσμα της αντι-αποικιοκρατικής αφήγησης και αναδιατάσσονται μέσω της διαθεματικής λογικής. Η τελευταία αντιμετωπίζει τα επιμέρους ταυτοτικά γνωρίσματα ως αλληλοδιαπλεκόμενες μορφές κοινωνικής θέσης, μέσα από τις οποίες παράγονται σύνθετες εξαρτήσεις κυριαρχίας και καταπίεσης.
Αντιστρέφοντας την ιεραρχική σχέση μεταξύ ανώτερου και κατώτερου, την οποία είχε θεσμοποιήσει η παραδοσιακή ρατσιστική κλίμακα αξιών, η αντι-λευκή θυματοκεντρική λογική επαναφέρει τους γνώριμους μηχανισμούς αποκλεισμού, αναπαράγοντας, αυτή τη φορά από την πλευρά των πρώην αποκλεισμένων, την αντίληψη σύμφωνα με την οποία «η ιδιαίτερη ταυτότητα πηγάζει από μια παγιωμένη και αξεπέραστη ένταξη»· συνακόλουθα, «μετατρέπει το άτομο σε φορέα μιας υποτιθέμενης ουσίας και παύει να το βλέπει ως μοναδικό πρόσωπο· το αντιμετωπίζει πλέον μόνο ως την ενσάρκωση ενός συνόλου, του οποίου αποτελεί, τρόπον τινά, το στερεοτυπικό πρότυπο».[2]
Στο πλαίσιο αυτού του λυσσώδους αντιδυτικισμού των αντισυστημικών κομμάτων και οργανώσεων –στοιχείου που υπήρξε κοινός παρονομαστής όλων των ολοκληρωτικών ιδεολογιών–, η αριστερόστροφη επαναστατικότητα συναντάται επικίνδυνα με τον ακροδεξιό αντισημιτισμό. Αγιοποιώντας τον εξεγερμένο ισλαμιστή και δαιμονοποιώντας το Ισραήλ ως λευκό και αποικιοκρατικό, ο αντισιωνισμός ενεργοποίησε ξανά το σύνολο σχεδόν των παραδοσιακών αντιεβραϊκών στερεοτύπων. Θα μπορούσαμε μάλιστα να μιλήσουμε για έναν ιδιότυπο εκσυγχρονισμό του μεσαιωνικού θρησκευτικού αντι-εβραϊσμού, συμβατό με τη σύγχρονη αγιοποίηση του «αδυνάμου», όπου το κατηγορητήριο της θεοκτονίας μεταλλάσσεται σε μια νέα μορφή συλλογικού καταλογισμού: την κατηγορία της «Παλαιστινοκτονίας».
Υποκαθιστώντας τις ναζιστικές συνδηλώσεις της φυλής με την ενοχοποίηση της συναισθηματικής, ιστορικής και θρησκευτικής σχέσης με το Ισραήλ, η λογική αυτή, εκτός από τους Ισραηλινούς, στοχοποιεί τους εβραίους ανεξαρτήτως υπηκοότητας, υπάγοντάς τους σε ένα καθεστώς συλλογικής ευθύνης για τις δράσεις ενός κράτους που έχει εκ προοιμίου καταταγεί στην κατηγορία του ηθικά έκπτωτου.
Έτσι, μέσα σε ένα κλίμα όπου η αξίωση αφανισμού του Ισραήλ προβάλλεται ως απολύτως θεμιτή, οι Έλληνες εβραϊκού θρησκεύματος βρέθηκαν, όπως και στην υπόλοιπη Δύση, αντιμέτωποι με μια εχθρότητα που προμηθεύεται τα δηλητηριώδη βέλη της από τη συνωμοσιολογική, πλασματική εικόνα του «αιώνιου Εβραίου», στον οποίο αποδίδονται όλες οι θανάσιμες αμαρτίες του κόσμου.
Βασιζόμενη στις θεωρήσεις της Χάννα Άρεντ, θα επιχειρήσω να αναδείξω τις συνέπειες αυτού του αντιεβραϊκού μένους για τον δημοκρατικά οργανωμένο τρόπο συνύπαρξής μας. Με αυτόν τον στόχο, θα προσεγγίσω την έννοια τού πολιτικά συγκροτημένου «εμείς», εξετάζοντας παράλληλα και τη συναισθηματική διάσταση των δεσμών του ανήκειν. Μέσω αυτής της μεθοδολογικής διάκρισης ανάμεσα στις δύο μορφές κοινοτικής ύπαρξης, επιζητώ να φωτίσω την απειλή που αντιπροσωπεύει για όλους μας –ανεξαρτήτως θρησκεύματος– η εξάπλωση ενός μίσους που δρα διαλυτικά για τον κοινό κόσμο τον οποίο έχουμε οικοδομήσει: έναν κόσμο μέσα στον οποίο, σε αντίθεση με τις καταβολές και τα γνωρίσματα που δεν επιλέγουμε, έχουμε αποφασίσει να συνυπάρχουμε ως ελεύθεροι και ίσοι πολίτες.
Συμπολίτες
Ο δημοκρατικός τρόπος ζωής, στην αντίθεσή του από τον αγελαίο οπαδισμό, συνίσταται στην ίδρυση ενός κοινού κόσμου. Μέσα σε αυτόν οι άνθρωποι συνυπάρχουν υπό τους όρους της επικοινωνιακής αλήθειας, αυτής δηλαδή που αναδύεται μέσα από το διάλογο ισότιμων ανθρώπων, ικανών να υποστηρίξουν τις απόψεις τους, προβάλλοντας ορθολογικά επιχειρήματα, όπως και να κατανοήσουν εκείνα των διαφωνούντων.
Η δημοκρατική αρχή της ισοτιμίας αντλεί το κύρος της από το γεγονός ότι, σε οντολογικό επίπεδο, είμαστε όλοι το ίδιο, δηλαδή ανθρώπινα όντα. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητά μας έγκειται στην ικανότητά μας να υπερβαίνουμε την απρόσωπη ομοιογένεια του ζωικού είδους στο οποίο ανήκουμε. Η ανθρώπινη ιδιότητά μας ανάγεται στη δυνατότητά μας να είμαστε πέραν από βιολογικές υπάρξεις και πρωταγωνιστές μιας βιογραφίας, η οποία, στη διάκρισή της από τις διαδικασίες της βιολογικής ζωής, δεν ταυτίζεται με κανενός άλλου. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρώπινη ιδιότητά μας αντιστοιχεί στην εγγενή μας ικανότητα, ως προσώπων, να διαφέρουμε μεταξύ μας.
Αυτή η ανομοιότητα, ο σεβασμός προς την οποία αποτελεί θεμέλιο των αμιγώς ανθρώπινων συνθηκών συμβίωσης, οφείλεται στην ανάδυση της μοναδικής προσωπικής μας ταυτότητας. Και κάνω λόγο για ανάδυση, επειδή αυτή η ταυτότητα αποκαλύπτεται μέσα από τους λόγους και τα έργα μας τα οποία συνυφαίνουν τον κοινωνικοπολιτικό μας βίο. Εξ αυτού, όντας αφηγηματική, η εν λόγω ανάδειξη της ατομικότητας παραμένει αλληλένδετη με την κοινοτική μας ύπαρξη. Ειδικότερα μάλιστα υπαγορεύει τις οριζόντιες σχέσεις που απαιτεί η συνομιλία και η σύμπραξη, στη διάκρισή τους από την κάθετη, μονολογική, κατ’ ουσίαν, σχέση της εντολής / εκτέλεσης. Συνάμα, με γνώμονα την πολιτική ανθρωπολογία στην οποία αναφερθήκαμε –άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δημόσια σφαίρα που ιδρύεται στη δημοκρατία– καθίσταται κατανοητό ότι οι καθοδηγητικές αρχές που εκφράζονται μέσα από τις δράσεις τού πολιτικά δρώντος υποκειμένου είναι καθολικεύσιμες και, ως εκ τούτου, υπερβαίνουν τα στενά όρια μιας συγκεκριμένης κοινότητας. Αυτό σημαίνει ότι ο αφηγηματικός χαρακτήρας της μοναδικής ταυτότητας του πολιτικού υποκειμένου δεν εγκλωβίζεται στους ορίζοντες ενός ενδοστρεφούς κοινοτισμού.
Υπ’ αυτή την προοπτική, η δημοκρατική αρχή της ισοτιμίας παραμένει ουσιωδώς συνδεδεμένη με τον σεβασμό προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και τούτο, επειδή εκφράζει θεμελιακά την ικανότητά μας να δημιουργούμε, από κοινού, θεσμούς και οργανωτικές δομές που εξασφαλίζουν και εγγυώνται στον καθένα μια θέση μέσα στον κοινό κόσμο. Επομένως, για τον δημοκρατικό τρόπο συνύπαρξης, η ανθρωπινότητα αναδύεται μέσω της συν-οικοδόμησης ενός κόσμου φιλόξενου για όλα τα μη ομοιόμορφα μέλη του, τόσο στο εσωτερικό των πολιτικών κοινοτήτων όσο και στο διεθνές επίπεδο.[3]
Έτσι, η έννοια της ανθρωπότητας που συνάδει προς το δημοκρατικό φρόνημα αντιπαρατίθεται σε εκείνη η οποία, στο όνομα μιας φαντασιακής «γνησιότητας» ή «αυθεντικότητας», αποκλείει όσους δεν πληρούν τα κριτήρια που η ίδια αυθαίρετα θεσπίζει (καταγωγή, θρήσκευμα, φυλή, κοινωνική τάξη κ.λπ.).
Με άλλα λόγια, το δημοκρατικό φρόνημα παραμένει απολύτως ξένο προς εκείνη την αντίληψη περί ανθρωπότητας που υιοθέτησαν οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες, οδηγώντας τους θιασώτες τους στο συμπέρασμα ότι, προς όφελος της ίδιας της ανθρωπότητας, θα ήταν προτιμότερο να εξοντωθούν ορισμένα από τα μέλη της.[4]
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η δημοκρατικά νοούμενη συμβίωση διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων και κοινοτήτων είναι η μόνη ελπιδοφόρα απάντηση στην πικρή διαπίστωση του φιλοσόφου Αλαίν Φινκιελκρότ, την οποία επιβεβαίωσε το μέγα τραύμα του 20ού αιώνα:
Αυτό που επί μακρόν διέκρινε τους ανθρώπους από την πλειονότητα των άλλων ζωικών ειδών, είναι ακριβώς το ότι αυτοί δεν αναγνωρίζονται μεταξύ τους.[5]
Ο οικουμενισμός που βρίσκεται στα θεμέλια της σύγχρονης δημοκρατικής συνύπαρξης ανιχνεύεται στην ανοικτότητά της, δηλαδή στη μη ετεροφοβική της σύσταση. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει την «οικοφοβική» ρευστοποίηση των πολιτισμικών ταυτοτικών της γνωρισμάτων, σε βαθμό αποξένωσης από τον ίδιο της τον «εαυτό». Η εν λόγω ανοικτότητα, ως διαλεκτική σχέση μεταξύ της δεδομένης ύπαρξης και της ελευθερίας επιλογών που απεγκλωβίζουν από το δεδομένο, απορρέει από την ίδια την «έκκεντρη» δομή της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας, σύμφωνα με τον όρο του Ρεμί Μπραγκ, ο οποίος γράφει:
Στην περίπτωση της Ευρώπης, οι Ευρωπαίοι επέλεξαν οι ίδιοι να αναγάγουν σε προγόνους τους τους αρχαίους Έλληνες και το Ισραήλ, αυτές τις επιβλητικές και δοξασμένες καταβολές, αντί για τους πραγματικούς προγόνους τους, οι οποίοι ήταν απλοί άνθρωποι, για να μην πούμε απλοϊκοί.[6]
Μεταφερόμενος στη δημόσια σφαίρα, αυτός ο έκκεντρος χαρακτήρας φωτίζει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ τού «τι» είναι κάποιος –συνάθροιση των πολλαπλών «εμείς» και ταυτοτήτων στα οποία αναφέρεται το εγώ– και του «ποιος» αποκαλύπτεται ότι είναι μέσα από τα λόγια και τα έργα του.[7] Πρόκειται για την κουλτούρα της ατομικότητας, σε αντίθεση προς τον ατομικισμό, η οποία αξιώνει αφενός την αμοιβαία αποδέσμευση από τους δεδομένους προ-πολιτικούς προκαθορισμούς και αναφορές και αφετέρου την ικανότητα να αυτο-επιλέγεσαι ως δημόσια παρουσία. Με αυτό εννοώ, κατά το παράδειγμα της Ευρώπης, την υιοθέτηση ιστορικών παραδειγμάτων –των ένδοξων «προγόνων»– από τα οποία αντλούνται οι ηθικοπολιτικές αρχές που διέπουν τη συγκρότηση ενός κοινού δημόσιου κόσμου ως πεδίου ελευθερίας, δηλαδή ανεμπόδιστης κίνησης, δράσης και επικοινωνίας μεταξύ ακηδεμόνευτων και διαφορετικών ανθρώπων.
Υπ’ αυτή την προοπτική, η διαβούλευση επί των δημόσιων ζητημάτων υπό όρους ισηγορίας καθιστά την πολλαπλότητα των επιμέρους οπτικών αναγκαία προϋπόθεση για την κοινή κατανόηση των διακυβευμάτων, καθώς μόνον έτσι μπορούν να φωτιστούν όλες οι πτυχές τους και να αξιολογηθούν οι διαφορετικές θέσεις, βάσει και της συμβατότητας των αρχών που εκφράζουν με τις κανονιστικές προϋποθέσεις συγκρότησης της δημόσιας σφαίρας.
Η θέση την οποία λαμβάνεις ως πολίτης έχει μια αντικειμενική πλευρά –αλληλένδετη με το απαιτούμενο πολιτικό ήθος– δεδομένου ότι δεν αφορά ένα προσωπικό ζήτημα, αλλά μια κοινή υπόθεση. Από την άλλη, ο εξατομικευτικός της χαρακτήρας συνδέεται με την υποκειμενική πλευρά της.
Η υποκειμενική διάσταση της άποψης παραμένει αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την αρνητική ελευθερία. Η τελευταία δεν σημαίνει μόνο προστασία από αυθαίρετες παρεμβάσεις στην ιδιωτική ζωή των πολιτών. Ως ρυθμιστική αρχή της κοινωνικής σφαίρας, σημαίνει επίσης ότι ο καθένας είναι ελεύθερος να επιλέγει τη μορφή ζωής του και τους προσωπικούς του προσανατολισμούς. Σημαίνει ακόμη ότι είναι ελεύθερος να διατηρεί τις ιδιαίτερες πολιτισμικές του παραδόσεις, τις επιμέρους ταυτότητές του και τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, χωρίς να απειλείται η συμμετοχή του στον κοινό πολιτικό κόσμο. Εντός πάντοτε της δημόσιας σφαίρας, η ανεμπόδιστη νοερή επίσκεψη όλων αυτών των διαφορετικών υποκειμενικών θέσεων, ενόψει της λήψης μιας απόφασης, διασφαλίζει, μέσω της αμοιβαίας μετακίνησης σε αυτές, τη σφαιρική αντιμετώπιση των κοινών υποθέσεων. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πλευρές, καταλήγουμε στην εκφορά μιας αμερόληπτης κρίσης.
Αλληλένδετη με την αμεροληψία του νόμου, αυτή η «απαθής» λήψη αποφάσεων προτάσσει τη συναίνεση έναντι της «άφωνης», επί της ουσίας, ομοφωνίας. Προϋποθέτοντας την παρουσία και την αντιπαράθεση πολλαπλών απόψεων στη δημόσια διαβούλευση, η πολιτική ελευθερία αντιστρατεύεται ευθέως κάθε αξίωση ταυτοτικής ομοιομορφίας, στην οποία εδράζεται ο εθνοφυλετισμός.
Ακριβώς γι’ αυτό, η ελευθερία αυτή πραγματώνεται εντός ενός πολιτικού έθνους, η ενότητα του οποίου δεν απορρέει από προπολιτικές καταγωγικές, φυλετικές ή θρησκευτικές ομοιότητες, αλλά από την πολιτική τους υπέρβαση – η οποία όμως δεν επιτάσσει την αποστειρωμένη συζήτηση μεταξύ αποσαρκωμένων εαυτών.
Η ενότητα του δημοκρατικά ιδρυμένου πολιτικού «εμείς» αξιώνει μια μέριμνα για τα κοινά, η οποία διασφαλίζει τη διαφορετικότητά σου, ακριβώς επειδή δεν σε εγκλωβίζει στα ταυτοτικά σου γνωρίσματα. Αυτός ο εγκλωβισμός θα καθιστούσε αδύνατη τη συγκρότηση ενός κοινού ορίζοντα επικοινωνιακής αλήθειας Με άλλα λόγια, ως μέλος ενός πολιτικού έθνους ανταποκρίνεσαι στο ρόλο σου του πολίτη, στο μέτρο που αναγνωρίζεις ότι «το δικαίωμα στη διαφορά προϋποθέτει την ελευθερία να διαφέρεις από τη διαφορετικότητά σου».[8] Υπό αρεντικούς όρους, πρόκειται για την ελευθερία τού να βλέπεις τα πράγματα και από τη σκοπιά των άλλων, χωρίς να «εκκενώνεις» τη θέση σου, μέσω της εξομοίωσής σου.
Αυτή η ανομοιογενής ενότητα βασίζεται στην πολιτική φιλία, η οποία διαχωρίζεται από τις κοινωνικές συναναστροφές ή τις συναισθηματικά φορτισμένες στενές διαπροσωπικές σχέσεις. Εξ αυτού, δεν πρόκειται για φιλία που στηρίζεται στην ομογνωμία και στην ταύτιση των ατομικών συμφερόντων. Πολυφωνική και φλύαρη, τρέφεται μέσα από την αντιπαράθεση των απόψεων γύρω από ένα δημόσιο ζήτημα.
Σύμφωνα με την Άρεντ, πρόκειται για ένα είδος φιλίας «χωρίς ιδιωτικότητα και οικειότητα».[9] Με άλλα λόγια, αυτό που συνδέει εκείνους που μετέχουν στα κοινά δεν είναι οι σχέσεις συγγένειας ή αμοιβαίας αγάπης μεταξύ τους, αλλά το γεγονός ότι όλοι τους, ανεξαρτήτως των φυσικών, κοινωνικών, θρησκευτικών ή ιδιαίτερων πολιτισμικών αναφορών τους και πεποιθήσεων, ενδιαφέρονται για το ίδιο κοινό πράγμα.
Η θεσμική έκφραση αυτής της φιλίας είναι η ιδιότητα του πολίτη. Πέραν της αμιγώς νομικής σημασίας της, η εν λόγω ιδιότητα αξιώνει, από ηθικοπολιτική άποψη, τρόπους δράσης των οποίων η κινητήρια αρχή είναι συμβατή με τις θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού τρόπου συμβίωσης. Παράλληλα, επειδή το δημοκρατικό πολίτευμα λειτουργεί μέσω της διαβούλευσης, η ιδιότητα του πολίτη προϋποθέτει μια κοινή γνώση και κατανόηση των ιστορικών παραδειγμάτων, αναφορών και νοημάτων που συγκροτούν την πολιτισμική παράδοση μέσα στην οποία εντάσσεται, με τις ιδιαιτερότητές της, η πολιτική κουλτούρα μιας συγκεκριμένης πολιτικής κοινότητας. Η κοινή αυτή γνώση λειτουργεί ενοποιητικά, καθόσον διαμορφώνει έναν κοινό ορίζοντα νοήματος και αμοιβαίας κατανόησης, χωρίς τον οποίο η δημοκρατική διαβούλευση καθίσταται αδύνατη.
Σύμφωνα και πάλι με τη Χάννα Άρεντ:
κανείς ο οποίος δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο Καίσαρ ή ο Ναπολέων δεν μπορεί να καταλάβει για ποιο πράγμα μιλάς, όταν μιλάς για καισαρισμό ή βοναπαρτισμό.[10]
Ο εβραϊκού θρησκεύματος έλληνας πολίτης, ως αναπόσπαστο μέλος του πολιτικού «εμείς» της πατρίδας μας, μετέχει της πολιτικής κουλτούρας που συγκροτεί τη δημόσια σφαίρα μας, διαθέτει τα ίδια δικαιώματα και υπέχει τις ίδιες υποχρεώσεις με κάθε συμπολίτη του, αναλαμβάνοντας εξίσου την ευθύνη για τις επιτυχίες, τις αποτυχίες και το κοινό μέλλον της χώρας. Αυτό το μέλλον συνδέεται αναγκαία και με την κοινωνική σφαίρα της οποίας είμαστε όλοι μέλη, συμβάλλοντας από κοινού, ανάλογα με τις δυνατότητές μας, στον εμπλουτισμό τής πολιτισμικής μας ζωής, της οικονομικής μας ανάπτυξης και της επιστημονικής μας προόδου.
Οι εκδηλώσεις εναντίον των συμπολιτών μας εβραϊκού θρησκεύματος πολιτικοποιούν, κατά τη λογική του ρατσισμού, ένα καθεαυτό πολιτικά αδιάφορο ταυτοτικό γνώρισμα· αυτό σημαίνει ότι καταλύουν τις συνθήκες δυνατότητας της δημόσιας σφαίρας, εφόσον η μοναδικότητα του «ποιος/α» είναι κάποιος/α εξαλείφεται από το ομογενοποιητικό «τι». Ενοχοποιούν ακόμα και τους συναισθηματικούς δεσμούς με μια πολιτική κοινότητα συνδεδεμένη με το επιμέρους αυτό γνώρισμα. Υπ’ αυτούς μάλιστα τους όρους, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το παράδοξο μιας στάσης που, ενώ απορρίπτει μετά βδελυγμίας την εθνικιστική ακροδεξιά ιδεολογία –με εξαίρεση τον νεόκοπο παλαιστινιακό εθνικισμό– υιοθετεί εμμέσως πλην σαφώς μια από τις θεμελιώδεις παραδοχές της: οι ιδιαίτεροι εθνοτικοί, θρησκευτικοί ή ιστορικοί δεσμοί των πολιτών αποτελούν κριτήριο για την ένταξή τους στους «δικούς» μας ή στους «αλλότριους» εντός των τειχών. Έτσι, οι συμπολίτες μας εβραϊκού θρησκεύματος, μέσω της μετατροπής τους σε υποκατάστατα του εγκληματοποιημένου Ισραήλ, αντιμετωπίζονται ως ξένο και μάλιστα εχθρικό σώμα. Αυτό το επιβεβαιώνει και ο τρόπος με τον οποίο οι έλληνες εβραίοι εισπράττουν και απαντούν σε αυτή την εχθροπάθεια:
ο έλληνας εβραίος δεν χρειάζεται να απολογηθεί για τίποτα. Δεν είναι «ξένος». Δεν είναι «εκπρόσωπος». Είναι πολίτης αυτού του τόπου.[11]
Η προσπάθεια αντικατάστασης του αντισημιτισμού από έναν ηθικιστικό ριζοσπαστικό «αντι-ισραηλινισμό» μπορεί να επιτρέπει στους αντισιωνιστές να αποστασιοποιηθούν από τον φυλετισμό· ωστόσο, το γεγονός ότι αντιμετωπίζουν τους συμπολίτες τους, αποκλειστικά λόγω του θρησκεύματός τους, ως ενόχους για τις δράσεις ενός ξένου κράτους, τους εγγράφει στη λογική ενός ακροδεξιού υπερεθνικισμού, υπέρμαχου της ομοιογενούς οργανικής ενότητας του συλλογικού σώματος.
Υπ’ αυτή την προοπτική, οι «εξεγερμένοι» αντισιωνιστές δεν εκφράζουν επί της ουσίας παρά τη βούληση αποσάθρωσης του ελληνικού λαού ως πολιτικής έννοιας. Επιβάλλοντας τις μανιχαϊστικές διαιρέσεις ενός ανελεύθερου τρόπου ζωής, υπονομεύουν τις κανονιστικές αρχές του δημόσιου βίου. Εν ολίγοις, παραβιάζουν κατάφωρα τους όρους πολιτικής συνύπαρξης που ισχύουν σε μια δημοκρατική χώρα, όπως θέλουμε να είναι η δική μας.
Ομοίως, στο κοινωνικό πεδίο, επιστρατεύοντας μηχανισμούς αποκλεισμού, αντιστρατεύονται τις σχέσεις αμοιβαιότητας, εμπιστοσύνης και συνεργασίας που προϋποθέτει η κοινωνική ευημερία, συνυφασμένη, οπωσδήποτε, με ένα πνεύμα εξωστρέφειας το οποίο την εμπλουτίζει μέσω των ανταλλαγών και των αλληλεπιδράσεων με τα μέλη άλλων κοινοτήτων.
Συμπατριώτες
Αφήνοντας τώρα κατά μέρος την πολιτική φιλία που συνέχει αποκλειστικά την πολιτική κοινωνία, θέλω να αναδείξω και μια άλλη πλευρά του συν-είναι.
Θέλω να μιλήσω για το «εμείς», το οποίο, μολονότι αποκτά πολιτειακή μορφή μέσω της νομικο-πολιτικής θέσπισης, εντούτοις δεν εξαντλείται σε αυτήν. Αναφέρομαι σε ένα «εμείς» που θεμελιώνεται στην αίσθηση του ανήκειν σε μια κοινότητα, και συνδέεται με την επιζήτηση της αμοιβαίας αναγνώρισης. Αυτήν την οποία ο φιλόσοφος Αϊζάια Μπερλίν, διακρίνοντάς την, λόγω των νοηματικών συγχύσεων, από τη θετική και την αρνητική ελευθερία του ατόμου και πολίτη, την ανάγει στον «βαθύ πανανθρώπινο πόθο» για «αλληλοκατανόηση», «αμοιβαία εξάρτηση» ακόμα και «αμοιβαία θυσία».[12] Τη σημασία αυτής της επιζήτησης, την οποία, εν προκειμένω, δεν τη συνδέω με ζητήματα που αφορούν στην εξουσία, την αναδεικνύει το παράπονο του ξεριζωμένου: «εδώ, κανείς δεν ξέρει ποιος είμαι».[13]
Αυτή τη δεύτερη σημασία της κοινής ύπαρξης τη συγκροτούν δεσμοί από τους οποίους απορρέει ένα είδος οικειότητας που διαμορφώνει, θα λέγαμε μεταφορικά, την ιδιαίτερη ψυχή μιας κοινότητας. Κάνοντας έτσι λόγο για οικειότητα, αναφέρομαι σ’ έναν κοινά δημιουργημένο βιωμένο κόσμο, η συνοχή του οποίου δεν εδράζεται σε τυπικές νομικές αρχές και διαδικασίες ούτε βέβαια σε φυσικοποιημένα γνωρίσματα, αλλά αποτελεί ένα κοινό αισθητηριακό, τρόπον τινά, και μνημονικό σύμπαν.
Ένα σύμπαν καθημερινής γειτνίασης το οποίο διαμορφώνουν οι γεύσεις, οι οσμές, τα τοπία, οι οικείοι γλωσσικοί τονισμοί, οι χειρονομίες, οι συνήθειες, οι κώδικες ευγένειας, κ.λπ. Πρόκειται για έναν κόσμο που παραλαμβάνουμε και τον οποίο θα κληροδοτήσουμε.
Προσαρμόζοντας στα καθ’ ημάς μια σχετική με αυτό το ζήτημα διατύπωση του Αλαίν Φινκιελκρότ, θα έλεγα:
Με τις ελιές και τα πεύκα της, τα τοπία και την ιστορία της, το ιδιαίτερο πνεύμα της και τα δάνεια που ενσωμάτωσε, τη γλώσσα, τα έργα και τις ανταλλαγές της, η ελληνική εκδοχή του ευρωπαϊκού πολιτισμού διαμορφώνει έναν κόσμο. Και αυτός ο κόσμος προσφέρεται τόσο στους γηγενείς όσο και στους νεοεισερχόμενους.[14]
Αυτή την ιδιαίτερη σχέση με έναν συγκεκριμένο κόσμο, η Άρεντ την εξέφρασε σε ένα ποίημά της που αναφέρεται στον εκπατρισμό και στην άφιξη σε ξένο τόπο:
Ήρθε η ώρα της άφιξης / Το ψωμί δεν λέγεται πια ψωμί / και το κρασί, όταν το πίνεις σε ξένη γλώσσα, αλλάζει τους όρους της συνομιλίας.[15]
Αυτό ακριβώς το βίωμα της υπαρξιακής ένταξης σε μια κοινότητα, θεμελιωμένο και στην κοινή γλώσσα ως όρο άμεσης αμοιβαίας κατανόησης, το αποδίδει με ιδιαίτερη ενάργεια και ο γνωστός συγγραφέας Γιάκομπ Βάσερμαν (Jacob Wassermann), ο οποίος στο αυτοβιογραφικό έργο του, όπου στοχάζεται πάνω στη γερμανοεβραϊκή του ταυτότητα, γράφει:
Η γλώσσα είναι για μένα η ίδια η πνοή της ζωής […], οι λέξεις και ο ρυθμός της συνιστούν τον εσώτατο πυρήνα της ύπαρξής μου […]. Είναι τόσο βαθιά μέρος του εαυτού μου, σαν να μου ανήκε από πάντα […], δίδαξε την καρδιά μου να αισθάνεται και τον νου μου να σκέπτεται· συμπύκνωσε αμετάκλητα σε μια μοναδική εικόνα όλα όσα είχα δει, όλα όσα είχα φανταστεί και σκεφτεί, όλα όσα είχαν φτάσει έως εμένα μέσα από την ιστορία και τη ροή τής καθημερινής ζωής.[16]
Άρρηκτα συνδεδεμένο με την πανανθρώπινη επιθυμία του «είναι-μαζί», το θεμελιακό «εμείς» συνιστά τη γενεσιουργό αιτία ενός πάθους που ως τέτοιο παραμένει ξένο προς την ψυχρή λογική και τους ιδιοτελείς υπολογισμούς, και το οποίο συνηθίζουμε να το αποκαλούμε αγάπη για την πατρίδα.
Αυτή η αγάπη, λειτουργώντας ως κινητήρια αρχή, σύμφωνα με τον ορισμό του Μοντεσκιέ, έχει τη δύναμη να ωθήσει στην αυτοθυσία, γεννώντας, εν προκειμένω, τους δικούς μας ήρωες. Ανάμεσα σε αυτούς σημαντική θέση, για παράδειγμα, κατέχει στη σύγχρονη ιστορία μας ο Μαρδοχαίος Φριζής.[17] Ο έλληνας αξιωματικός, ο οποίος, όταν αιχμαλωτίστηκε στη Σμύρνη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αρνήθηκε να εγκαταλείψει τους συμπολεμιστές του και παρέμεινε αιχμάλωτος μαζί τους, αν και οι ομόθρησκοί του είχαν συγκεντρώσει χρήματα για την απελευθέρωσή του. Είναι ο πρώτος ανώτερος έλληνας αξιωματικός που έπεσε μαχόμενος, το 1940, στο αλβανικό μέτωπο, ενώ εμψύχωνε τους άνδρες του, με το να παραμένει ο ίδιος έφιππος υπό ιταλικό βομβαρδισμό.
Αυτήν την ίδια αγάπη, την εξέφρασε, το 1945, ως μελλοθάνατος, ο Θεσσαλονικιός Μαρσέλ Νατζαρή, σε μια συνταρακτική επιστολή του που βρέθηκε κομματιασμένη, στον περίβολο του Άουσβιτς όπου την είχε θάψει, και στην οποία διαβάζουμε:
Πεθαίνω ευχαριστημένος, αφού ξέρω ότι αυτή τη στιγμή […] η Ελλάς μας είναι απελευθερωμένη. […] οι τελευταίες μου λέξεις θα είναι: Ζήτω η Ελλάς.[18]
Οι συμπατριώτες μας εβραϊκού θρησκεύματος είναι συνιδρυτές και συνυφαντές αυτού του θεμελιακού «εμείς». Είναι το αδιάσπαστο κομμάτι της κοινής μας ψυχής, χάρη στην οποία μπορούμε να βιώνουμε ως δικές μας εμπειρίες την εθνική υπερηφάνεια ή την ταπείνωση, το θρίαμβο ή τη συμφορά – είτε πρόκειται για ιστορικές δοκιμασίες που αγγίζουν το έθνος στο σύνολό του είτε για τη χαρά και τη συγκίνηση που μας προκαλεί η διάκριση ενός συμπατριώτη μας, ακόμη και σε μια διεθνή αθλητική διοργάνωση.
Είναι λοιπόν τουλάχιστον επονείδιστο το να επιτρέπουμε σε φανατικές αντιδημοκρατικές μειοψηφίες να ασελγούν πάνω στην ίδια την ιστορική και συμβολική υπόσταση της κοινότητας που οικοδομήσαμε και συνεχίζουμε να οικοδομούμε· να βεβηλώνουν τους τόπους λατρείας των εβραίων συμπατριωτών μας, τα κοιμητήρια όπου είναι θαμμένα τα προσφιλή τους πρόσωπα και τα μνημεία που κρατούν άσβεστη τη μνήμη των θυμάτων του Ολοκαυτώματος.
Είναι επονείδιστο, όχι μόνο στο όνομα των οικουμενικών ανθρωπιστικών αξιών, αλλά και επειδή προσβάλλει το «εμείς» –υπό τη διττή του σημασία–, χάρη στο οποίο διασώζεται η ιστορική μας διάρκεια μέσα στον χρόνο. Οι τόποι λατρείας, στους οποίους αναφέρθηκα, ανήκουν στο τοπίο της δικής μας πολιτισμικής κληρονομιάς· στα κοιμητήρια που βανδαλίζονται αναπαύονται και δικοί μας νεκροί ως μέλη της ελληνικής κοινότητας· και τα θύματα του Ολοκαυτώματος αποτελούν ένα από τα πλέον τραυματικά νήματα του κοινού μας ιστορικού αφηγήματος.
Το νόημα της αλληλεγγύης
Αυτή η εχθρότητα απέναντι στην οποία έχουν βρεθεί αντιμέτωποι οι συμπατριώτες μας, εξαιτίας της έξαρσης του αντιεβραϊσμού, προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα στην αρχή της αλληλεγγύης.
Σύμφωνα με τη σχετική θεώρηση της Άρεντ, σε αντίθεση με τα ανορθόλογα πάθη, η πολιτικά νοούμενη αλληλεγγύη δεν αποποιείται ποτέ τη λογική, παρότι πάντα παρακινείται από τη συγκίνηση μπροστά στον ανθρώπινο πόνο:
για να αντιδράσει κανείς λογικά, θα πει πρώτα απ’ όλα να «συγκινηθεί».[19]
Σύμφωνα μάλιστα με την ίδια, η απάθεια και η στάση του αμέτοχου παρατηρητή μπροστά σε μια ανθρώπινη τραγωδία δεν είναι ένδειξη αυτοκυριαρχίας, αλλά σημάδι απανθρωπισμού.
Η σύνδεση ακριβώς της αλληλεγγύης με τη λογική, η οποία την προφυλάσσει από την άκριτη μεροληψία της αγάπης ή του μίσους, της επιτρέπει να λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ ανθρώπων που δεν μοιράζονται τις ίδιες συνθήκες ζωής, εντός και εκτός μιας δεδομένης κοινότητας.
Εντός μιας πολιτικής κοινότητας, η αλληλεγγύη συνδέεται άμεσα με την κοινωνική δικαιοσύνη, καθόσον υπαγορεύει πολιτικές λύσεις που υπερβαίνουν τη μεροληπτική λογική της διάκρισης μεταξύ ταξικού φίλου και ταξικού εχθρού. Στο ίδιο πλαίσιο, υπηρετεί τη συνοχή της κοινωνίας, εκφραζόμενη μέσω της έμπρακτης συμπαράστασης προς όλα ανεξαιρέτως τα μέλη ή τις ομάδες της που δοκιμάζονται από αντίξοες περιστάσεις.
Παράλληλα, δεδομένου ότι εμπνέεται από οικουμενικές αρχές και αξίες –όπως η ηθική επιταγή της αλληλοβοήθειας, η αναγνώριση της «αξιοπρέπειας του ανθρώπου», το μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης ή «η τιμή του ανθρωπίνου γένους»–, η αλληλεγγύη, ως πολιτική αρχή, διαθέτει αναπόδραστα μια κοσμοπολιτική διάσταση. Εξ αυτού, μετατρέπει σε υπόθεση όλων μας κάθε πλήγμα εναντίον του κοινού ανθρώπινου κόσμου, καθιστώντας αδύνατη την αδρανή στάση απέναντι σε ανθρώπους ή λαούς οι οποίοι, όσο μακριά κι αν βρίσκονται από εμάς, χειμάζονται από φυσικές καταστροφές, δεινοπαθούν από απάνθρωπες δράσεις, πολιτική καταπίεση και καταπάτηση των δικαιωμάτων τους ή υφίστανται ιστορικές δοκιμασίες που απειλούν την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους.
Σε συμβολικό επίπεδο, συνθήματα όπως το πασίγνωστο «Ich bin ein Berliner» του Τζον Φ. Κένεντι, το «Nous sommes tous Américains» (Είμαστε όλοι Αμερικανοί) που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde, δύο μέρες μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου,[20] το μεταγενέστερο «Είμαστε όλοι Ουκρανοί» που χρησιμοποιήθηκε ευρέως στην Ευρώπη μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ή το «Je suis Charlie» που κατέκλυσε το διαδίκτυο μετά τη σφαγή των συντακτών του σατιρικού περιοδικού Charlie Hebdo, αποδίδουν εύγλωττα το νόημα αυτής της αρχής που υπερβαίνει τα όρια της άμεσης εθνικής, θρησκευτικής ή πολιτισμικής ταύτισης.
Υπό την ίδια ακριβώς προοπτική, μετά την 7η Οκτωβρίου «είμαστε όλοι Ισραηλινοί». Με άλλα λόγια, εδώ επίσης, η αλληλεγγύη και τα συναισθήματα που την υποκινούν δεν προϋποθέτει να έχεις κάποια ιδιαίτερη σύνδεση με το Ισραήλ, προκειμένου να ξεσηκωθείς απέναντι στα εγκλήματα γενοκτονικής πρόθεσης που, τεκμηριωμένα –και μάλιστα από τους ίδιους τους δράστες τους– διαπράχθηκαν εναντίον πολιτών αυτού του κράτους.
Η συμβολική ταύτιση, την οποία εκφράζουν τα εν λόγω συνθήματα, με ανθρώπους και λαούς που δεν ανήκουν στη δική μας κοινότητα, προϋποθέτει την αναγνώριση μιας ευρύτερης σχέσης με τον ανθρώπινο κόσμο στο σύνολό του.
Το ερώτημα όμως τώρα που τίθεται είναι τι σημαίνει το «είμαστε όλοι Έλληνες», όταν αυτό το λέμε εμείς οι ίδιοι; Όταν δηλαδή είναι η απάντησή μας σ’ εκείνους τους λίγους, οι οποίοι στοχοποιούν τους συμπατριώτες και συμπολίτες μας, εμφορούμενοι από το γνωστό ανορθόλογο μίσος που στιγμάτισε ανεξίτηλα τη δυτική πολιτική και πολιτισμική παράδοση; Εδώ το συγκεκριμένο σύνθημα δεν εκφράζει μια φανταστική ταύτιση και γι’ αυτό δεν εξαντλείται στην εξ αποστάσεως έκφραση των συναισθημάτων μας ούτε καλεί στην έξωθεν παρέμβασή μας.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν εστιάσουμε στα συναισθήματα, τότε θα έπρεπε να κάνουμε λόγο για εντονότερους χτύπους της καρδιάς, καθώς αυτοί δυναμώνουν όσο μικραίνει η απόσταση που μας χωρίζει από εκείνους που πλήττονται από μια αδικία..
Αν εστιάσουμε τώρα στη δυνατότητα παρέμβασης, τότε το εν λόγω σύνθημα αποκτά μια ιδιάζουσα βαρύτητα, καθόσον αναφέρεται σε εμάς τους ίδιους ως κοινότητα· αποτελεί, δηλαδή, μια έκκληση που το συλλογικό «εμείς» απευθύνει στον ίδιο του τον εαυτό. Πρόκειται, εν προκειμένω, για μια πρόσκληση να αντιταχθούμε σε όσους επιχειρούν να δηλητηριάσουν την κοινή καθημερινότητά μας, διαβρώνοντας τους συνεκτικούς δεσμούς που συγκροτούν την ιστορική μας ταυτότητα και το πλέγμα των σχέσεων που δομούν την κοινωνική μας ζωή. Συνακόλουθα, το διακύβευμα είναι βαθύτατα πολιτικό. Και τούτο, επειδή έχουμε να κάνουμε με ένα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο υπονομεύει την ίδια τη θεσμική οργάνωση του δημόσιου βίου μας, εφόσον ο αντισημιτισμός, όταν ιδεολογικοποιείται, αποτελεί ευθεία απειλή εναντίον του δημοκρατικού φρονήματος και των μορφών συλλογικής ζωής που συνάδουν προς αυτό.
Σε αντίθεση με τη βία που στηρίζεται στη φυσική ισχύ ή στη δύναμη των όπλων, η αμιγώς πολιτική εξουσία πηγάζει πάντοτε από τους πολλούς. Χωρίς τη συναίνεση της πλειοψηφίας, την οποία την εκφράζει και με τη σιωπή της, είτε το αντιλαμβάνεται είτε όχι, κανένα πολιτειακό σχήμα δεν μπορεί πραγματικά να διαρκέσει, όπως και καμία μειοψηφία δεν μπορεί να επιβάλει τις αντιλήψεις της. Στο ίδιο πλαίσιο, τα όρια της ανοχής τίθενται εκεί όπου αρχίζει η έμπρακτη αμφισβήτηση των αρχών από τις οποίες η ίδια αντλεί τη θεσμική της νομιμοποίηση.
Η πλειοψηφία που παρακολουθεί αδρανής τα αντισημιτικά κηρύγματα και τη δραστηριότητα μιας εχθροπαθούς μειοψηφίας, εκχωρώντας στην πραγματικότητα τη δύναμή της, καθίσταται στην πράξη σύμμαχός της. Έτσι, ανοίγει το δρόμο στην εμπέδωση ανελεύθερων αντιλήψεων και στην κανονικοποίηση φασιστικών συμπεριφορών.
Ερμηνεύοντας, από αυτή τη σκοπιά και με τα λόγια του Μονταίνιου την κατάσταση με την οποία είμαστε σήμερα αντιμέτωποι, δεν μπορώ παρά να επισημάνω:
Κάθε πράγμα γεννιέται αδύναμο και εύθραυστο. Γι’ αυτό οφείλουμε να είμαστε άγρυπνοι απέναντι στις απαρχές· γιατί όσο το κακό βρίσκεται ακόμη στα πρώτα του στάδια, δεν αντιλαμβανόμαστε τον κίνδυνο· όταν όμως έχει πλέον διογκωθεί, δεν βρίσκουμε πια το φάρμακο.[21]
Υπ’ αυτή την έννοια, η υιοθέτηση του συνθήματος «είμαστε όλοι Έλληνες», όταν δεν συνιστά απλή διακήρυξη αλλά μετουσιώνεται σε πολιτική στάση, αποτελεί έμπρακτη δημοκρατική αυτοάμυνα και πολιτική αυτοσυντήρησης του δικού μας κόσμου.

Ο Μαρσέλ Νατζαρή, εβραίος από τη Θεσσαλονίκη. Κρατούμενος στο Άουσβιτς, έκρυψε επιστολή σε ένα λάκκο στον περίβολο του στρατοπέδου, η οποία βρέθηκε αργότερα. Μεταξύ άλλων, έγραφε: «Πεθαίνω ευχαριστημένος, αφού ξέρω ότι αυτή τη στιγμή […] η Ελλάς μας είναι απελευθερωμένη. […] οι τελευταίες μου λέξεις θα είναι: Ζήτω η Ελλάς».
[1] Marcel Gauchet, La démocratie contre elle-même, Paria, Gallimard, 2002, σ. 213.
[2] François Rachline, L’Autre et nous. Racisme et antisémitisme, Paris, Hermann, 2023, σ. 18-19.
[3] Βλ. H. Arendt, Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Τρίτο μέρος: Ολοκληρωτισμός, μτφρ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2017, σ. 209.
[4] Ιδ., Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Δεύτερο μέρος: Ιμπεριαλισμός, ό.π., σ. 229.
[5] A. Finkielkraut, L’humanité perdue. Essai sur le XXe siècle, Paris, Seuil, 1996, σ. 13 [Τα πλάγια είναι του συγγραφέα].
[6] R. Brague, «Notre identité excentrique», στο J. Birnbaum (επιμ.), L’identité pour quoi faire?, Paris, Gallimard, 2020, empl. 887
[7] Βλ. ενδεικτικά H. Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση (vita activa), μετ. Σ. Ροζάνης / Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, Γνώση, 1986, σ. 246 επ.
[8] Α. Finkielkraut, L’identité malheureuse, Paris, Stock, 2013, empl. 163.
[9] H. Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση, ό.π., σ. 330.
[10] Ιδ., «Some Questions of Moral Philosophy» στο Iδ., Responsibility and Judgment. Edited and with an Introduction by J. Kohn, New York, Schocken Books, 2003, σ. 144.
[11] Ηλίας Πέσσαχ, «Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας εβραϊκού θρησκεύματος στην Ελλάδα του 2025», https://www.liberal.gr/politiki/ti-simainei-na-eisai-ellinas-ebraikoy-thriskeymatos-stin-ellada-toy-2025
[12] I. Berlin, Τέσσερα δοκίμια περί ελευθερίας, μτφρ. Γ. Παπαδημητρίου, Αθήνα, Scripta, 2001, σ. 312-313.
[13] Η. Arendt, Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Δεύτερο μέρος: Ιμπεριαλισμός, ό.π., σ. 214 [η μετάφραση είναι ελαφρώς τροποποιημένη. The origins of Totalitarianism. New Edition with Added Prefaces, San Diego, New York, London, A Harvest Book, 1979, σ. 287].
[14] Α. Finkielkraut, L’identité malheureuse, ό.π., empl.1224.
[15] H. Arendt, Heureux celui qui n’a pas de patrie. Poèmes de pensée, δίγλωσση έκδοση (γερμανικά/αγγλικά), μτφρ. στα γαλλικά F. Mathieu, Paris, Payot, 2015, σ. 108/109.
[16] J. Wasermann, My Life as German and Jew, μτφρ. S. N. Brainin, New York, Coward-McCann, 1933, σ. 81-82.
[17] Βλ. ενδεικτικά https://www.mixanitouxronou.gr/o-ellinoevraios-iroas-toy-40-stamatise-toys-italoys-stin-pindo-kai-aichmalotise-ekatontades-o-thanatos-pano-sto-alogo/. Όπως και https://athjcom.gr/2021/05/12/emvlimatikes-morfes-toy-ellinikoy-evr-2/
[18] Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Το Ολοκαύτωμα στις μαρτυρίες των Ελλήνων Εβραίων, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1993, σ. 51.
[19] H. Arendt, Περί Βίας, μτφρ. Β. Νικολαΐδου-Κυριανίδου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2000, σ. 124.
[20] https://www.lemonde.fr/idees/article/2011/09/09/nous-sommes-tous-americains_1569503_3232.html
[21] Montaigne, Les Essais, Éditions la bibliothèque digitale, III. 10, empl. 20504-20516
Δεν κοιμόμαστε με φίδια, κ. Μαργαρίτη
Απάντηση σε ανάρτηση του ιστορικού Γιώργου Μαργαρίτη «Προς τους Εβραίους συμπολίτες μας»
Ο Γιώργος Μαργαρίτης, ο ιστορικός με έργο γύρω από την Κατοχή, τον Εμφύλιο και την ελληνική Αριστερά, γράφει «Προς τους εβραίους συμπολίτες μας» και προχωρά να μας εξηγήσει, με το ύφος του κηδεμόνα, ποιοι ήταν οι αληθινοί μας φίλοι, ποιοι οι ψεύτικοι και τι θα ήταν φρόνιμο να προσέχουμε εμείς οι εβραίοι. Ας ξεκινήσουμε απ’ αυτό, γιατί είναι το μόνο που χρειάζεται να ειπωθεί για να καταρρεύσει όλο το υπόλοιπο: κύριε Μαργαρίτη, κανείς δεν σας διόρισε συνήγορό μας.

Η ανάρτηση του καθηγητή ιστορίας Γιώργου Μαργαρίτη, στο λογαριασμό του στο facebook, από τις 15 Ιουλίου 2025. Ένα χρόνο μετά, ο αριστερός αντισημιτισμός είναι ρεύμα και καθορίζει πλήθος από κοινωνικές συμπεριφορές.
Οι εβραίοι δεν περιμένουν έναν χριστιανό συμπατριώτη τους να τους πει από ποιους απειλούνται. Δεν χρειαζόμαστε μάθημα για τον αντισημιτισμό από κάποιον που δεν τον έχει ζήσει ποτέ στο σώμα του, που δεν μέτρησε ποτέ ποιοι και ποιες έλειπαν από το τραπέζι μετά το '43, που δεν κουβαλάει το όνομα μιας κοινότητας η οποία εξαφανίστηκε κατά το 98%. Η ανάρτησή σας προϋποθέτει ότι εμείς δεν ξέρουμε την ιστορία μας και εσείς την ξέρετε καλύτερα. Αυτό είναι το πρώτο ατόπημα, και μαζί το δείγμα μιας ηθικής κατάρρευσης που εσείς, ως ιστορικός, έπρεπε να αναγνωρίζετε πριν από τον καθένα: να μιλάτε για μας, στη θέση μας, σαν να μην είμαστε παρόντες να απαντήσουμε.
Και όμως, είμαστε παρόντες. Αυτή είναι η απάντηση.
Δείτε τι κάνετε με την ιστορία. Παίρνετε μια αληθινή σελίδα, ότι το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ έσωσαν εβραίους όταν το κράτος τους παρέδιδε, και τη μετατρέπετε σε τίτλο ιδιοκτησίας. Η αντίσταση δεν σας ανήκει. Δεν είναι κεφάλαιο που ξοδεύετε για να αγοράσετε το δικαίωμα να μας απειλήσετε στην τελευταία παράγραφο. Οι εβραίοι που σώθηκαν τότε δεν σώθηκαν για να γίνουν το επιχείρημά σας το 2026. Γιατί εκεί καταλήγει το κείμενο, και εκεί ξεσκεπάζεται. «Ακόμα και οι εκλεκτοί λαοί του Θεού μπορεί να γίνουν εγκληματικές συμμορίες». Δεν γράφετε «το κράτος του Ισραήλ». Γράφετε «οι εκλεκτοί λαοί του Θεού». Ένας λαός, ορισμένος από τη σχέση του με τον Θεό του, ένας ολόκληρος λαός που «μπορεί» να γίνει συμμορία. Αυτό δεν είναι κριτική πολιτικής. Είναι η αρχαιότερη μελωδία: ο εβραίος ως κρυφή δύναμη, που «αγκαλιάζει το φίδι και κοιμάται μαζί του». Το φίδι δεν είναι δικό σας λεξιλόγιο. Το δανειστήκατε από τον ναζιστή Στράιχερ, χωρίς να σεβαστείτε την ανάγκη παραπομπής, γιατί δεν υπάρχει λόγος να παραπέμψετε στην πηγή όταν επαναλαμβάνετε κάτι που έχετε αφομοιώσει ως δικό σας.
Και εδώ είναι το πιο βαθύ. Όταν γράφετε ότι «θα ήταν φρόνιμο να προσέχουμε», η προστασία που μας προσφέρετε έρχεται υπό όρους. Η ασφάλειά μας δεν είναι δικαίωμα, είναι ανταμοιβή για καλή διαγωγή. Και τους όρους τους βάζετε εσείς, κρατώντας για τον εαυτό σας το δικαίωμα να αποφασίζετε πότε ένας εβραίος αξίζει να προστατευτεί και πότε όχι. Και εδώ φαίνεται γιατί η ιδιότητά σας του ιστορικού δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι βολικό να καταπιάνεστε με τους εβραίους ως ιστορική μειονότητα που υπέφερε: μέσα από αρχεία, μαρτυρίες, τεκμήρια, λίστες νεκρών, ονόματα χαραγμένα σε μνημεία. Εκεί οι εβραίοι είναι παρελθόν. Είναι αντικείμενο μελέτης, θύμα προς τιμήν, σελίδα προς φύλαξη. Η στάση είναι ευλαβική, και συχνά ειλικρινής. Ο νεκρός εβραίος δεν αντιμιλά, δεν έχει κράτος, δεν έχει πολιτική, δεν σας φέρνει σε δύσκολη θέση. Τον τιμάτε και τιμάστε.
Η αληθινή θέση σας αποκαλύπτεται τη στιγμή που ο εβραίος παύει να είναι αρχείο και γίνεται ζωντανός πληθυσμός. Όσο μελετάτε τους νεκρούς, είστε ο δίκαιος. Όταν στρέφεστε στους ζωντανούς, σηκώνετε το δάχτυλο και απειλείτε όσους αναπνέουν. Η απόσταση των αρχείων σάς επέτρεψε να νιώθετε φίλος των εβραίων χωρίς κόστος. Η παρουσία των ζωντανών σάς ξεσκεπάζει, γιατί οι ζωντανοί έχουν φωνή, έχουν διαφωνίες, ανήκουν σε ένα παρόν που δεν ελέγχετε, και αυτό ακριβώς δεν το αντέχετε. Οι νεκροί εβραίοι σας επιβεβαιώνουν· οι ζωντανοί σας ξεσκεπάζουν. Και αντί να δεχτείτε την πρόκληση διαλέξατε την προειδοποίηση και την απειλή.
Λοιπόν, κρατήστε τη συμβουλή σας. Οι δικοί μου που πολέμησαν στον ΕΛΑΣ θα ντρέπονταν να διαβάσουν το κείμενό σας. Δεν κοιμόμαστε με φίδια, κ. Μαργαρίτη, και δεν χρειαζόμαστε φύλακα. Οι Δίκαιοι και οι Άδικοι, γράφετε, ορίζονται από την ιστορία. Σωστά. Και η ιστορία θα καταγράψει ότι ένας Έλληνας χριστιανός ιστορικός πήρε τη γλώσσα των σωτήρων και τη γύρισε σε γλώσσα απειλής, νομίζοντας ότι μιλούσε για μας, ενώ εμείς ήμασταν όλη την ώρα εδώ.
7η Οκτωβρίου και Ισλάμ
Γιατί η Χαμάς αποκαλεί τις επιθέσεις της στο Ισραήλ «θρησκευτικό πόλεμο»; Και τι σημαίνουν οι αμέτρητες κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ» κατά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου; [1]
Έχουν περάσει περισσότερες από χίλιες ημέρες από τα τρομερά γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου. Κι όμως, πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ένα εύλογο ερώτημα, π.χ., έχει να κάνει με τη σύνδεση της σφαγής και του Ισλάμ. Γιατί η Χαμάς περιγράφει τις επιθέσεις της στο Ισραήλ ως «θρησκευτικό πόλεμο»; Τι σημαίνουν οι αμέτρητες κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ» κατά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου; Και πώς αντέδρασαν τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα του Ισλάμ σε αυτή την επίδειξη ωμού και βίαιου αντισημιτισμού;
Τα ερωτήματα αυτά τίθενται σπανίως. Δεν υπάρχουν σοβαρές μελέτες που να τα απαντούν με ολοκληρωμένο τρόπο. Έχουν όμως ιδιαίτερη σημασία. Με δύο δισεκατομμύρια οπαδούς, το Ισλάμ είναι πλέον η δεύτερη μεγαλύτερη και επίσης η ταχύτερα αναπτυσσόμενη θρησκεία.
Ήταν άραγε λάθος η επίκληση της θρησκείας όταν, στη διάρκεια της σφαγής της 7ης Οκτωβρίου, οι σφαγείς επικαλούνταν την προστασία του Αλλάχ, σαν να ήταν η δολοφονία και ο βιασμός Ισραηλινών μια μορφή θρησκευτικής λατρείας; Και αν αυτό το ερώτημα απαντιέται καταφατικά, πού βρίσκεται λοιπόν η διαμαρτυρία που εξέφρασαν οι μουσουλμάνοι;
Η ομιλία μου καταρχάς θα επανεξετάσει τη θρησκευτική διάσταση της 7ης Οκτωβρίου. Στη συνέχεια, θα συζητήσω τις αντιδράσεις ορισμένων σουνιτικών κέντρων.
Η θρησκευτική πτυχή της 7ης Οκτωβρίου
Ο ιστορικός Γκίντεον Κρέσελ αφηγήθηκε μια συζήτηση που είχε στο Ισραήλ με μια ομάδα Αράβων. Κατά τη διάρκεια του πρωινού, του εξήγησαν «με ήρεμο και φιλικό τρόπο», όπως γράφει, ότι το Ισραήλ σύντομα θα πάψει να υπάρχει. Αυτό συνέβη επειδή «αυτό είναι το θέλημα του Θεού – τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει»[2]. Αυτή η βεβαιότητα της νίκης –ο Αλλάχ έχει ορίσει την καταστροφή του Ισραήλ, άρα το Ισραήλ θα καταστραφεί– είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ισλαμισμού. Εκδηλώθηκε επίσης κατά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου με τη μορφή κραυγών αγαλλίασης και ενέτεινε την τρομοκρατία εναντίον των Εβραίων.
«Εμπιστευτείτε τον Αλλάχ», προέτρεπε, π.χ., ένα φυλλάδιο που ένας ηγέτης της Χαμάς μοίραζε το βράδυ της 6ης Οκτωβρίου. «Βασιστείτε σε Αυτόν και […] ας είναι οι κραυγές “Αλλάχ Ακμπάρ” η κορωνίδα της δόξας»[3].
«Προσφάτως κατασχεθέντα έγγραφα που βρέθηκαν στην κατοχή πρακτόρων της Χαμάς […] έδειξαν ότι [η] ηγεσία […] έδωσε επιτόπου οδηγίες στους πράκτορες να ενεργούν σαν βάρβαροι απέναντι στους Εβραίους, τους στρατιώτες και τους πολίτες, δικαιολογώντας τις ενέργειές τους ως πραγματοποιούμενες στο όνομα του Ισλάμ», αναφέρει η έκθεση της Βρετανικής Πανκοινοβουλευτικής Ομάδας, στις 7 Οκτωβρίου. «Ένα χειρόγραφο σημείωμα βρέθηκε στην τσέπη ενός διοικητή της στρατιωτικής πτέρυγας της Χαμάς. […] Προέτρεπε τους πράκτορές του να σκοτώσουν όσο το δυνατόν περισσότερους Εβραίους, να τους αποκεφαλίσουν και να ξεριζώσουν τις καρδιές και τα συκώτια τους για το Ισλάμ»[4].
Για τον Γιαχία Σινουάρ, τον εγκέφαλο και ηγέτη της σφαγής, το θρησκευτικό κίνητρο ήταν επίσης κεντρικό. Πίστευε στις υποσχέσεις του παραδείσου που διατυπώνονται στο Κοράνι. Πίστευε ότι η δολοφονία των Εβραίων είναι προϋπόθεση για τη σωτηρία του κόσμου και ήταν πρόθυμος να θυσιάσει τον εαυτό του και τις ζωές δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων γι’ αυτό το σκοπό.
Ακόμα και το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Σινουάρ, που εκδόθηκε το 2004 με τον τίτλο Το αγκάθι και το γαρύφαλλο, εστίαζε στη δολοφονία όσο το δυνατόν περισσότερων Ισραηλινών με βάρβαρη σκληρότητα. Ο Σινουάρ έβαλε τον κεντρικό ήρωα αυτού του μυθιστορήματος να εκστομίζει τα ακόλουθα λόγια, αφού πριν είχε εκτοξεύσει ένα θανατηφόρο βλήμα κατά των Εβραίων: «Στο όνομα του Θεού, ο Θεός είναι ο Μεγαλύτερος, και δεν έριξες εσύ όταν έριξες, αλλά ο Θεός ήταν αυτός που έριξε»[5]. Εδώ, αυτοί οι τρελοί δηλώνουν ότι ο Θεός είναι ο πραγματικός δράστης ή μετατρέπουν τους εαυτούς τους σε Θεό. Σε κάθε περίπτωση, θεωρούν τη σφαγή των Εβραίων ένα είδος θρησκευτικής τελετής, εξ ου και η ενθουσιώδης διάθεση στις 7 Οκτωβρίου και οι συνεχείς κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ».
Πώς όμως αντέδρασαν τα βασικά ισλαμικά ιδρύματα στον θρησκευτικά υποκινούμενο τρόμο εκείνης της ημέρας; Ας ξεκινήσουμε με μακράν το πιο σημαντικό σουνιτικό κέντρο μάθησης – το Πανεπιστήμιο Αλ-Αζχάρ στο Κάιρο.
Η αντίδραση του Αλ-Αζχάρ
Στις 7 Οκτωβρίου, λίγες ώρες μετά την έναρξη της επίθεσης της Χαμάς, το Αλ-Αζχάρ εξέδωσε μια δήλωση που ανέφερε: «Το Αλ-Αζχάρ με απόλυτη υπερηφάνεια χαιρετά τις προσπάθειες αντίστασης του υπερήφανου παλαιστινιακού λαού [...] που μας έχουν εμποτίσει με πνεύμα και πίστη»[6]. Στις 18 Οκτωβρίου 2023, το Αλ-Αζχάρ προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και σε φετφά που εξέδωσε δηλώνει ότι «οι σιωνιστές πολίτες σε κατεχόμενα εδάφη δεν είναι άξιοι να περιγράφονται ως “άμαχοι”, με τον όρο “κατεχόμενη γη” να περιλαμβάνει και την καρδιά του Ισραήλ[7]. Με άλλα λόγια: όλοι οι Ισραηλινοί μπορούν να εξοντωθούν.
Με τον φετφά αυτόν, το πιο φημισμένο πανεπιστήμιο του σουνιτικού Ισλάμ νομιμοποίησε τις ομηρίες και τις δολοφονίες – επομένως και τα καψίματα, τους ακρωτηριασμούς, τους βιασμούς και τις πράξεις βασανιστηρίων που είχαν έρθει στο φως έως τότε. Αυτό σηματοδότησε μια σοβαρή μετατόπιση στην κατεύθυνση του ισλαμικού κόσμου, ειδικά επειδή το Αλ-Αζχάρ είχε, ώς τότε, την τάση να αποστασιοποιείται από τον θρησκευτικό εξτρεμισμό και είχε προσπαθήσει να καλλιεργήσει μια «μετριοπαθή» εικόνα. Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, ότι τα δυτικά ΜΜΕ έχουν σχεδόν αγνοήσει εντελώς αυτή την ανησυχητική εξέλιξη.
Η επίθεση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας
Ας δούμε τώρα τις ομάδες που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, στις οποίες περιλαμβάνεται η Χαμάς. Ενώ το Αλ-Αζχάρ μερικές φορές ισχυρίζεται ότι είναι πρόθυμο να αποδεχτεί την ύπαρξη του Ισραήλ –τουλάχιστον στο πλαίσιο μιας λύσης δύο κρατών–, οι ριζοσπαστικά αντισημίτες ισλαμιστές επιμένουν στην απόλυτη εξάλειψη του Ισραήλ.
Αυτές οι ομάδες είδαν τη σφαγή σαν αρχή μιας αποφασιστικής ισλαμικής μάχης για την Παλαιστίνη. Υιοθέτησαν μια διακήρυξη και ένα φετφά όπου υποστηρίζονταν όλα τα αιτήματα της Χαμάς[8].
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στις 27 Ιουνίου 2025, εκατοντάδες ισλαμιστές λόγιοι συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για να υιοθετήσουν έναν καταστατικό χάρτη. Τίτλος του είναι: Χάρτης των Θρησκευτικών Λογίων του Ισλαμικού Έθνους για τον Κατακλυσμό του Αλ-Άκσα και τις επιπτώσεις του. Ο όρος «Κατακλυσμός του Αλ-Άκσα» αναφέρεται στη σφαγή της Χαμάς[9]. Ο καταστατικός αυτός χάρτης είναι ένα ολοκληρωμένο θρησκευτικό μανιφέστο που εκδόθηκε από περισσότερους των 500 κληρικούς και από 39 ισλαμικές οργανώσεις. Σκοπός του είναι να παράσχει θρησκευτική δικαιολόγηση για τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου.
Ειδικότερα, υπερασπίζεται τη Χαμάς από την κριτική που εκφράζεται συχνά, ότι με την επίθεσή της στις 7 Οκτωβρίου αποδέχτηκε εν γνώσει της τους θανάτους αμέτρητων μουσουλμάνων της Γάζας, που ακολούθησαν. Σε αυτό το σημείο, ο καταστατικός χάρτης αναφέρει:
Το βαρύ τίμημα που πλήρωσε ο λαός της Γάζας κατά τη διάρκεια της επιχείρησης δεν αποτελεί αιτία λύπης ή απελπισίας. Είναι μια απόδειξη αληθινής πίστης και θυσίας. Η ανταμοιβή [όσων σκοτώθηκαν] είναι με τον Αλλάχ.
Αυτό το κυνικό απόσπασμα επιβεβαιώνει τη στάση του Σινουάρ, ο οποίος είχε προβλέψει και υπερασπιστεί δημοσίως τους θανάτους δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων στη Γάζα ως ζήτημα «αληθινής πίστης», χωρίς ωστόσο να ρωτάει αν οι κάτοικοι της Γάζας συναινούσαν να θυσιαστούν για τους υψηλότερους στόχους της Χαμάς[10].
Επίσης, αυτό μου θυμίζει τη δήλωση του πρώην ιρανού προέδρου Ραφσανζανί, ο οποίος είχε δηλώσει ότι «ακόμα και μια μόνο ατομική βόμβα στο Ισραήλ θα εξαφάνιζε τα πάντα», ενώ μια ισραηλινή αντεπίθεση «θα έβλαπτε μόνο τον ισλαμικό κόσμο». Αλλά τότε θα προέκυπταν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον μάρτυρες «αληθινής πίστης» – ακόμη και γι’ αυτόν, αυτό το τίμημα δεν ήταν πολύ υψηλό.
Είναι δύσκολο για εμάς να πάρουμε στα σοβαρά μια τέτοια τερατουργία. Όταν όμως περισσότεροι από 500 μουσουλμάνοι μελετητές και 39 μουσουλμανικές οργανώσεις τον Ιούνιο του 2025 δηλώνουν ότι το θρησκευτικό όφελος υπερτερεί τέτοιων ανθρωπιστικών καταστροφών, τότε υποθέτω ότι πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπόψη.
Αντιισλαμιστές μουσουλμάνοι σε άμυνα
Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό: φυσικά υπήρξαν–και συνεχίζουν να υπάρχουν – αμέτρητοι μεμονωμένοι μουσουλμάνοι στο Ισραήλ, τη Γάζα, τη Σαουδική Αραβία, το Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού που έχουν επικρίνει έντονα τη σφαγή της Χαμάς. Αλλά οι μουσουλμάνοι αυτοί δεν έγιναν αντικείμενο ευρέος ενδιαφέροντος από τα δυτικά ΜΜΕ.
Γι’ αυτό και, σε μεγάλο βαθμό, παρέμειναν άγνωστες και οι δηλώσεις του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ιμάμηδων (GIC), το οποίο ισχυρίζεται ότι μιλάει εκ μέρους σχεδόν 1.500 ιμάμηδων. Ο οργανισμός αυτός έχει υιοθετήσει τον ορισμό του αντισημιτισμού από την IHRA[11]. Είχε ήδη εκδώσει φετφά κατά της Χαμάς τον Μάρτιο του 2023 και είχε επικρίνει έντονα την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου. «Στεκόμαστε στο πλευρό του εβραϊκού λαού, στον αγώνα του ενάντια στην ισλαμιστική τρομοκρατία της Χαμάς», αναφέρει η δήλωσή του για το θέμα[12].
Το Μουσουλμανικό Κίνημα Αχμαντίγια, εξάλλου, το οποίο έχει περισσότερους από 15 εκατομμύρια οπαδούς παγκοσμίως, έχει επίσης επικρίνει τη σφαγή, αποκαλώντας την «εντελώς αντίθετη με τις διδασκαλίες του Ισλάμ και πρέπει να καταδικαστεί».
Από όσο γνωρίζω, αυτές οι δύο ομάδες –το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ιμάμηδων και το Κίνημα Αχμαντίγια– ήταν οι μόνες μουσουλμανικές οργανώσεις που αποστασιοποιήθηκαν ανεπιφύλακτα από την επίθεση της Χαμάς. Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι ομάδες είχαν ελάχιστη ή καθόλου κάλυψη από τα μεγάλα δυτικά ΜΜΕ.
Ας συνοψίσουμε λοιπόν. Ξεκίνησα τις παρατηρήσεις μου με την προσδοκία ότι η εργαλειοποίηση μιας θρησκείας για τη δικαιολόγηση των φρικαλεοτήτων κατά των αμάχων θα προκαλούσε μαζικές διαμαρτυρίες από τους οπαδούς αυτής της θρησκείας, είτε Εβραίους, είτε χριστιανούς, είτε μουσουλμάνους. Όσον αφορά την 7η Οκτωβρίου, αυτή η προσδοκία δεν εκπληρώθηκε.
Το κυρίαρχο Ισλάμ, όπως εκπροσωπείται από τη Σαουδική Αραβία, για παράδειγμα, αποστασιοποιήθηκε λιγότερο από τη Χαμάς παρά από το Ισραήλ, ενώ οι οσλαμιστές –υποστηριζόμενοι από την Τουρκία του Ερντογάν και από το Κατάρ– γιόρτασαν την τρομοκρατία της 7ης Οκτωβρίου ανακοινώνοντας τη συνέχισή της. Αυτή η εξέλιξη πρέπει να αποτελεί πηγή πολύ μεγαλύτερης ανησυχίας απ’ όση σήμερα εκδηλώνεται, όχι μόνο για τον μουσουλμανικό αλλά και για τον μη μουσουλμανικό κόσμο. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.
μετάφραση: Νατάσσα Πασχάλη
[1] Κείμενο παρέμβασης στο διεθνές συνέδριο «Σύγχρονος Αντισημιτισμός - Χάιφα 2026», που πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 9 Ιουλίου 2026 στη Χάιφα του Ισραήλ. Δημοσιεύεται στα ελληνικά στο Books’ Journal, με την άδεια του συγγραφέα του.
[2] Martin Gilbert, In Ishmael’s House: A History Of Jews In Muslim Lands, Yale University Press, 2010, XVIII.
[3] Itay Ilnai και Filipp Piatov, Like sadistic Nazis: Secret Hamas papers reveal step-by-step action plan for Oct.7 (Σαν σαδιστές Ναζί: Μυστικά έγγραφα της Χαμάς αποκαλύπτουν βήμα προς βήμα σχέδιο δράσης για την 7η Οκτωβρίου), Israel Hayom, June 28, 2024.
[4] Όλη η Κοινοβουλευτική Ομάδα Ηνωμένου Βασιλείου-Ισραήλ, με πρόεδρο τον λόρδο Άντριου Ρόμπερτς, Η δεύτερη έκδοση, Έκθεση Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την 7η Οκτωβρίου (Λονδίνο: Μάρτιος 2026), σ. 59 και στο: https://www.7octparliamentarycommission.co.uk/second-edition.
[5] Yahya Al-Sinwar, The Thorn and the Carnation, Dublin 2024, σ. 388.
[6] Αναφέρεται από τον Andrew G. Bostom, στην εισαγωγή του βιβλίου του: A Modern Qur’anic Kampf Against The Jews (Ένας Μοντέρνος Αγών του Κορανίου εναντίον των Εβραίων), 2026, σ. cxliv.
[7] Ofir Winter & Michael Barak, From Moderate Islam to Radical Islam? Al-Azhar Stands with Hamas, INSS Insight No. 1777, 2 Νοεμβρίου 2023.
[8] Pesach Wolicki, Αντίδραση στον αραβικό κόσμο έπειτα από νέα έκκληση για Παγκόσμια Τζιχάντ εναντίον του Ισραήλ, Jerusalem Post, 31 Μαρτίου 2025· Y. Yehoshua και N. Mozes, Χάρτης που υπογράφτηκε από εκατοντάδες μουσουλμάνους ακαδημαϊκούς υποστηρίζει την επίθεση της Χαμάς κατά του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου, MEMRI, 10 Ιουλίου 2025.
[9] Χάρτης των Θρησκευτικών Λόγιων του Ισλαμικού Έθνους για τον Κατακλυσμό του Αλ-Άκσα και τις επιπτώσεις του. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον ιστορικό και ειδικό στον ισλαμισμό, Shaul Bartal, ο οποίος μου έθεσε υπόψη αυτό το κείμενο.
[10] «Είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε και δεκάδες χιλιάδες θα πεθάνουν μαζί μας», είχε [ο Γιαχία Σινουάρ] δηλώσει το 2018. Αναφέρεται στην Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής της 7ης Οκτωβρίου, δεύτερη έκδοση, Λονδίνο: Μάρτιος 2026, σ. 60.
[11] IHRA: Διεθνής Συμμαχία Μνήμης του Ολοκαυτώματος [σημείωση του μεταφραστή].
[12] Περίπου 1.500 μουσουλμάνοι ιμάμηδες εξέδωσαν φετφά έναντίον της Χαμάς, μετά την επίθεση κατά του Ισραήλ, The Yeshivaworld.com, 15 Οκτωβρίου 2023.
Τάγματα εφόδου στη Θεσσαλονίκη στις 27 Ιουνίου 2026!
Από το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος εκδόθηκε η ανακοίνωση που ακολουθεί:
Ενενήντα πέντε χρόνια πριν, οι μελανοχίτωνες των «ταγμάτων εφόδου» στοχοποιούσαν και κυνηγούσαν Εβραίους. Στις 27 Ιουνίου 2026, ακριβώς 95 χρόνια μετά, μελανοχίτωνες με παλαιστινιακές σημαίες στις μπλούζες τους οργάνωσαν στη Θεσσαλονίκη τα νέα «τάγματα εφόδου» για να «περιπολούν» σε κεντρικούς δρόμους της πόλης απειλώντας και εκφοβίζοντας Εβραίους, Σιωνιστές, Ισραηλινούς, τουρίστες, καταστηματάρχες. Τότε, από το 1928 που ξεκίνησε η εκστρατεία μίσους, κάποιες πολιτικές δυνάμεις και κάποια μέσα ενημέρωσης συνδιαμόρφωσαν το αντισημιτικό κλίμα που κορυφώθηκε το βράδυ μεταξύ 29 και 30 Ιουνίου 1931, όπου οργανώθηκε επίθεση στους εβραϊκούς συνοικισμούς της Θεσσαλονίκης κατά την οποία πυρπολήθηκε ο συνοικισμός «Κάμπελ».
Και στις δύο περιπτώσεις –τότε και σήμερα– κυριαρχεί το μίσος εναντίον των Εβραίων. Και σήμερα διαμορφώνεται ένα νέο κλίμα εβραιοφοβίας που απειλεί όχι μόνο τους Έλληνες Εβραίους αλλά και την ευημερία του συνόλου των πολιτών. Διότι η ιστορία διδάσκει ότι ο αντισημιτισμός ξεκινάει την πορεία του με στόχο τους Εβραίους αλλά δεν σταματά ποτέ στους Εβραίους.
Παρατηρούμε με θλίψη την ανοχή που δείχνουν οι αρχές της πολιτείας και οι κοινωνικοί φορείς απέναντι σε αυτό το νέο κύμα φανατισμού που εκδηλώνεται εναντίον Εβραίων πολιτών του Κράτους του Ισραήλ που επισκέπτονται τη χώρα μας, είτε επειδή αγαπούν τη φύση της και τους ανθρώπους της είτε επειδή θέλουν να επενδύσουν και να συμβάλλουν στην ανάπτυξη των οικονομικών συναλλαγών μεταξύ των δύο λαών. Αυτά τα «τάγματα εφόδου» και οι οπαδοί τους επιδιώκουν να υπονομεύσουν τις στρατηγικής σημασίας σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ σε μια περίοδο αστάθειας στην ανατολική Μεσόγειο που απειλεί την ασφάλεια και των δύο χωρών.
Είμαστε βέβαιοι ότι τα «τάγματα εφόδου» του 2026 θα απομονωθούν και θα ηττηθούν, όπως ηττήθηκαν τα «τάγματα εφόδου» της Χρυσής Αυγής του 2012, και ότι τελικά η Ελληνική κοινωνία και η Ελληνική Πολιτεία του 2026 θα υπερασπιστούν τις αξίες της Δημοκρατίας και του πολιτισμού και δεν θα επιτρέψουν την υπονόμευσή τους από τους οπαδούς του μίσους και του φανατισμού.
ASSAULT SQUADS IN THESSALONIKI ON JUNE 27, 2026!
Ninety-five years ago, the black-shirted members of the "assault squads" targeted and persecuted Jews. On June 27, 2026 —exactly 95 years later— black-shirted individuals wearing Palestinian flags on their T-shirts organized new "assault squads" in Thessaloniki to "patrol" the city's main streets, threatening and intimidating Jews, Zionists, Israelis, tourists, and business owners. Back then, following the launch of a campaign of hatred in 1928, certain political forces and media helped cultivate an antisemitic climate that culminated on the night of June 29–30, 1931, when organized attacks were carried out against the Jewish neighborhoods of Thessaloniki, resulting in the arson of the ‘Campbell’ Jewish quarter.
In both cases —then and now— the driving force has been hatred against Jews. Today, a new climate of Judeophobia is once again taking shape, threatening not only Greek Jews but also the well-being of society as a whole. History teaches us that antisemitism begins by targeting Jews, but it never ends with Jews.
It is with deep concern that we observe the tolerance shown by state authorities and civil society institutions toward this new wave of fanaticism directed against Jewish citizens of the State of Israel visiting our country —whether because they cherish its natural beauty and its people, or because they wish to invest and contribute to the development of economic cooperation between our two peoples. These “assault squads” and their followers seek to undermine the strategically important relationship between Greece and Israel at a time of instability in the Eastern Mediterranean that poses a threat to the security of both countries.
We are confident that the "assault squads" of 2026 will be isolated and defeated, just as the "assault squads" of Golden Dawn were defeated in 2012, and that, in the end, Greek society and the Greek State of 2026 will uphold the values of democracy and civilization and will not allow them to be undermined by the advocates of hatred and fanaticism.
Athens, June 29, 2026
Central Board of Jewish Communities in Greece
Επέστρεψαν στην αβεβαιότητα
Η Kateřina Králová για τους Εβραίους στην Ελλάδα μετά τον Πόλεμο
Συνέντευξη στον Γιάννη Ευαγγέλου
Katerina Králová, Homecoming. Holocaust Survivors and Greece, 1941–1946, Brandeis University Press, 2025, 373 σελ.
Τι σημαίνει, άραγε, «γυρνάω σπίτι», όταν το σπίτι μου είναι ρημαγμένο και άδειο; Πώς ένιωσαν οι Έλληνες Εβραίοι που επέζησαν –από τα στρατόπεδα, τις εγχώριες κρυψώνες ή το βουνό– όταν αντίκρισαν την έκταση της καταστροφής στην κοινότητά τους; Πώς τους υποδέχθηκαν οι –ομόθρησκοι και μη– συμπατριώτες τους και πόσο καθόρισε τη νέα τους ζωή ο τρόπος με τον οποίο είχαν καταφέρει να γλιτώσουν;
Πώς να ορίσουμε το τελευταίο αντιεβραϊκό κύμα*
Από εδώ και πέρα, οι Εβραίοι μοιάζουν απροστάτευτοι από τη μνήμη της Σοά, παράγοντα ενοχής αλλά και ενσυναίσθησης. Νέες κατηγορίες κατά των Εβραίων προστίθενται στις παλαιές. Οι διαπιστώσεις και η έκφραση ανησυχιών διαδέχονται η μία την άλλη, συνοδευόμενες από αγανάκτηση και οργή. Αλλά δεν αναρωτιόμαστε πλέον για τις συνθήκες ανάδυσης αυτού του κύματος του αντιεβραϊκού μίσους, για τις πολλαπλές αφετηρίες του, τις διαφορετικές διαστάσεις του, για τις ποικίλες λειτουργίες του, για τα αποτελέσματά του στην πολιτική και πολιτισμική ζωή των δημοκρατικών εθνών. Όπως και να ’χει, πάντως, κρίνοντας από τις στάσεις έναντι των Εβραίων στην παρούσα κατάσταση του κόσμου, φαίνεται ότι περάσαμε από την «εποχή της περιφρόνησης» στην εποχή του μίσους. Ενός μίσους υψηλής έντασης, μίσους λυσσώδους, διακριτού από το συνηθισμένο μίσος, το οποίο δεν διστάζει να προσφεύγει σε μύθους ή ιδεολογικοποιημένα φαντάσματα για να εξαπολύσει τις πιο φανταστικές κατηγορίες τις οποίες πιστεύουν όλο και περισσότεροι εχθροί των Εβραίων. Κυρίως, όμως, ενός μίσους χωρίς γιατί, ενός μίσους το οποίο θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε οντολογικό. Οι Εβραίοι εισήλθαν στην εποχή της τρωτότητάς τους.
Και βέβαια ήταν αντισημιτισμός και ρατσισμός
Σε αντίθεση με τον Θεοδόσιο Νικολαΐδη που, όπως γράφει, δεν αμφισβητεί τις καλές προθέσεις του Κώστα Κούρκουλου για τις απόψεις που εξέφρασε στο σημείωμά του με τίτλο «Σύρος: Ρατσιστικό Έγκλημα» (διαδικτυακή έκδοση The Books’ Journal, 24 Ιουλίου 2025), εγώ, απερίφραστα, αμφισβητώ τις καλές προθέσεις του Νικολαΐδη για τα όσα λέει στον αντίλογο που έγραψε («Δεν είναι αντισημίτες», διαδικτυακή έκδοση The Books’ Journal, 27 Ιουλίου 2025). Γιατί παραβλέπει, θολώνει, μπερδεύει και ψεύδεται.
Η «συκοφαντία του αίματος» επαναλαμβάνεται στη Λάρισα
Όπως είναι γνωστό, το ΚΚΕ υπερκαθορίζει την Αριστερά. Δεν είναι τυχαίο ότι από το ΚΚΕ αναμένουν όλοι αναγνώριση για την «προοδευτική» τους ταυτότητα και σ’ αυτό απολογούνται για τυχόν παρεκκλίσεις. Έτσι το ΚΚΕ ορίζει το νόημα των λέξεων σε όλη την Αριστερά. Αλλά και το ήθος της.
Το Ολοκαύτωμα ήταν πράξη γενοκτονίας των εβραίων
Βλέποντας πως είχε ανοίξει μία σχετική συζήτηση, αξίζει να πούμε τούτο:
Το εβραϊκό Ολοκαύτωμα δεν είναι μοναδικό λόγω της έκτασης των εκκαθαρίσεων που εφήρμοσαν Γερμανοί και οι σύμμαχοί τους. Ούτε για τον επιστημονικό τρόπο της εξόντωσης τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων. Άλλωστε, ώς ένα βαθμό, το know how το είχαν πάρει από τους Τούρκους (ως αντιδάνειο βεβαίως, αφού κι εκείνους τους δίδαξε ο Λίμαν φον Σάντερς).
Η μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος έγκειται στο ότι οι εβραίοι εξοντώθηκαν μόνο και μόνο επειδή ήταν εβραίοι. Ακόμη κι αν είχαν αλλάξει θρήσκευμα, ακόμη κι αν ζητούσαν να υπηρετήσουν οι ίδιοι το μεγαλείο του Τρίτου Ράιχ, πάλι τους περίμεναν τα στρατόπεδα και η εξόντωση.
Αυτοί που χάθηκαν κι αυτή που σώθηκε
Μαρία Μαμαλίγκα, Μερκάντο. Νουβέλα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2024, 132 σελ.
Στις 23 Ιουλίου 1944 εκτοπίστηκαν 1.661 Εβραίοι της Ρόδου. Τους υποχρέωσαν να ανεβούν σε τρία πλοία του εμπορικού ναυτικού, τα οποία πήγαν στη Λέρο για να παραλάβουν από κει τον μοναδικό Εβραίο του νησιού και να ανεφοδιαστούν. Στη συνέχεια, μαζί με ακόμα ένα πλοίο στο οποίο επέβαιναν οι 98 Εβραίοι της Κω, έφτασαν στον Πειραιά. Από εκεί, όλοι επιβιβάστηκαν σε τρένα και αποτελούν την τελευταία αποστολή Ελλήνων Εβραίων με προορισμό το Άουσβιτς. Η νουβέλα Μερκάντο της Μαρίας Μαμαλίγκα δεν είναι ιστορικό βιβλίο, έκανε όμως πολύ μεγάλη ιστορική έρευνα για να το γράψει. [ΤΒJ]