Σύνδεση συνδρομητών

web only

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Μετά το εκλογικό αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ στις 6 Σεπτεμβρίου 2026 και την καταγραφή ενός θριαμβικού 43,8% από την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το κόμμα της ακραίας Δεξιάς, τρεις χριστιανικές Εκκλησίες, η Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας, η Γερμανική Καθολική Επισκοπική Σύνοδος και η Ένωση Χριστιανικών Εκκλησιών, εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση. Το BooksJournal βρίσκει πολύ σημαντική αυτή την ανακοίνωση, γι’ αυτό και τη δημοσιεύει:

Λαμβάνουμε υπόψη ότι η AfD αναδείχθηκε, με μεγάλη διαφορά, πρώτη πολιτική δύναμη στη Σαξονία-Άνχαλτ. Οι χειρότεροι φόβοι μας επιβεβαιώθηκαν, όμως το αποτέλεσμα πρέπει να γίνει αποδεκτό.

Η ανησυχία των Εκκλησιών αφορά πρωτίστως τη συνύπαρξη και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων στη Σαξονία-Άνχαλτ και, ιδιαίτερα, το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που είναι δοσμένη από τον Θεό και ανήκει ανεπιφύλακτα σε κάθε άνθρωπο. Αφορά επίσης την ελεύθερη δημοκρατική συνταγματική τάξη στη Σαξονία-Άνχαλτ.

Καλούμε τους νικητές των εκλογών να σεβαστούν απαρέγκλιτα το Σύνταγμα του κρατιδίου και τον Θεμελιώδη Νόμο της Γερμανίας και να διαφυλάξουν την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων, ανεξάρτητα από καταγωγή, θρησκεία, τρόπο ζωής, επιτεύγματα ή κοινωνική θέση.

Ως Εκκλησίες είμαστε δεσμευμένες στο μήνυμα του Ευαγγελίου και στη χριστιανική αντίληψη για τον άνθρωπο. Με βάση αυτή τη δέσμευση, θα παρακολουθούμε στενά και κριτικά την πολιτική δράση της μελλοντικής κυβέρνησης του κρατιδίου.

Δεν θα στρέψουμε αλλού το βλέμμα και δεν θα σιωπήσουμε όταν παραβιάζεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όταν τίθεται σε κίνδυνο η δημοκρατία μας ή όταν υπονομεύεται το κράτος δικαίου. Γιατί πάντοτε πρόκειται για ανθρώπους που υφίστανται πιέσεις, απειλούνται ή περιθωριοποιούνται.

Θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε όλα όσα θεμελιώνουν τη δημοκρατία μας και να συμβάλλουμε στη συνοχή της κοινωνίας. Για τον σκοπό αυτό χρειάζονται, πάνω απ’ όλα, χώροι συνάντησης, διαλόγου και αλληλοκατανόησης. Εδώ τα δημοκρατικά κόμματα έχουν ευθύνη. Και οι Εκκλησίες μπορούν να αποτελέσουν σημαντικούς χώρους συνάντησης.

Ένα εκλογικό αποτέλεσμα καταμετρά τις ψήφους μιας Κυριακής. Στην καθημερινότητα, όμως, μετρά και αυτό που κρατά ενωμένη αυτή τη χώρα εβδομάδα με την εβδομάδα.

Το εκλογικό αποτέλεσμα δείχνει πόσο μεγάλη είναι η δυσαρέσκεια και πόσο βαθιά η απώλεια εμπιστοσύνης. Αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Παραμένει, όμως, γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στη Σαξονία-Άνχαλτ και σε ολόκληρη τη Γερμανία νοιάζονται καθημερινά ο ένας για τον άλλο, αναλαμβάνουν ευθύνες και στηρίζουν την κοινωνία μας.

Θέλουμε να συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε και να ενισχύουμε την αισιοδοξία, την αλληλεγγύη και την προσφορά τους. Μαζί θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για μια κοινωνία που παραμένει ενωμένη – με ευθύνη απέναντι στον Θεό και στους ανθρώπους.

 

07 Σεπτεμβρίου 2026

Σχεδόν συγκινητική μοιάζει η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη με ένα ακόμη οικονομικό πρόγραμμα. Σαν να ξαναβρίσκεις ύστερα από χρόνια ένα παλιό οικογενειακό άλμπουμ. Οι άνθρωποι έχουν μεγαλώσει, ορισμένοι άλλαξαν κόμμα, άλλοι άλλαξαν μαλλιά, κάποιοι απέκτησαν περισσότερη εμπειρία, αλλά κάπου μέσα στις φωτογραφίες αναγνωρίζεις αμέσως το σπινθηροβόλο γνώριμο βλέμμα εκείνης της ακατανίκητης ιδεολογικής αισιοδοξίας ότι, αν οι αριθμοί δεν συμφωνούν μαζί μας, ίσως χρειάζονται λίγη πολιτική καθοδήγηση.

Το νέο οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛΑΣ παρουσιάστηκε με τη μορφή που έχουν συνήθως οι μεγάλες εποχικές εκπτώσεις: όλα κάτω. Φόροι κάτω, ΦΠΑ κάτω, λογαριασμοί ρεύματος κάτω. Αλλά μισθοί πάνω, επιδόματα πάνω, ενισχύσεις πάνω. Κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ, αυξήσεις σε εκπαιδευτικούς, γιατρούς και νοσηλευτές, φοιτητικό επίδομα, φθηνότερη ενέργεια. Έλειπε σχεδόν μόνο το «δύο στην τιμή του ενός» και η ένδειξη «η προσφορά ισχύει μέχρι εξαντλήσεως του δημοσιονομικού χώρου».

Ανάμεσα στις προσφορές εμφανίστηκε και μια από τις ωραιότερες φράσεις της νέας εποχής: η «πατριωτική εισφορά». Ο πλούτος καλείται πλέον να συνεισφέρει όχι απλώς επειδή φορολογείται, αλλά επειδή αγαπά την πατρίδα. Εξαιρετική ιδέα. Μένει μόνο να διευκρινιστεί αν ο νέος αυτός οικονομικός πατριωτισμός θα επεκταθεί κάποτε και στη χρηματοδότηση των πανάκριβων κομματικών μηχανισμών εξουσίας: ποιος πληρώνει τι, ποιοι ενισχύουν ποιον και με πόση διαφάνεια. Γιατί το μεγάλο κεφάλαιο έχει αποδείξει διαχρονικά ότι ο πατριωτισμός του παρουσιάζει αξιοθαύμαστη ευελιξία, ιδίως όταν πρόκειται για την καλλιέργεια καλών σχέσεων με εκείνους που ενδέχεται αύριο να κυβερνούν. Θα είχε λοιπόν ενδιαφέρον να μάθουμε αν η «πατριωτική εισφορά» αποτελεί φόρο επί του μεγάλου πλούτου ή ένα είδος παράλληλου οικονομικού προγράμματος εξόφλησης της παλιάς του σχέσης με την πολιτική εξουσία.

Το ωραιότερο, πάντως, είναι ότι ακόμη και οι ίδιες οι προσφορές φαίνεται να έχουν διαφορετική τιμή ανάλογα με το φυλλάδιο που κρατά κανείς. Στην ομιλία της Θεσσαλονίκης ο Τσίπρας ανακοίνωσε, μεταξύ άλλων, προσλήψεις 30.000 εκπαιδευτικών, μηδενική συμμετοχή των συνταξιούχων στα φάρμακα, αυξήσεις 500 ευρώ σε γιατρούς και νοσηλευτές, 300 ευρώ στους εκπαιδευτικούς και επίδομα 500 ευρώ στους φοιτητές. Στο «Δημοσιονομικό Πρόγραμμα 2027–2030» που διανεμήθηκε κατόπιν στους δημοσιογράφους, η κυβέρνηση εντόπισε διαφορετικά χρονοδιαγράμματα και ποσά. Η ΕΛΑΣ απάντησε ότι τίποτε δεν άλλαξε και ότι απλώς τα μέτρα εφαρμόζονται σταδιακά σε τέσσερα χρόνια.

Με άλλα λόγια, έχουμε πλέον και πρόγραμμα βιτρίνας και πρόγραμμα ταμείου. Στη βιτρίνα βλέπεις «500 ευρώ». Στο ταμείο πληροφορείσαι ότι αρχίζεις από 125 και, αν όλα πάνε καλά, φτάνεις στα 500 το 2030. Στη βιτρίνα γράφει «300 ευρώ στους εκπαιδευτικούς». Στην κοστολόγηση η διαδρομή αρχίζει από 75. Δεν πρόκειται, μας εξηγούν, για διαφορετική προσφορά. Είναι η ίδια προσφορά σε τέσσερις ετήσιες δόσεις.

Και κάπου εδώ αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν επέστρεψε απλώς με νέο οικονομικό πρόγραμμα. Επέστρεψε με ολόκληρη νέα εμπορική πολιτική: άλλο βλέπεις στην προθήκη, άλλο διαβάζεις στα ψιλά γράμματα και στο τέλος χρειάζεσαι το οικονομικό επιτελείο για να σου εξηγήσει πόσο ακριβώς κοστίζει αυτό που μόλις σου χάρισαν. Στο μεταξύ η πλευρά Τσίπρα κοστολογεί το πρόγραμμα στα 7,39 δισ. ευρώ στην τετραετία, ενώ η κυβέρνηση ανεβάζει πολύ ψηλότερα τον λογαριασμό, μιλώντας για περίπου 13 δισ. στο έτος πλήρους εφαρμογής.

Και τότε εμφανίστηκε ο αναπληρωτής τομεάρχης Οικονομικών Γιώργος Παππάς για να βάλει τάξη στους αριθμούς. Μόνο που οι αριθμοί, όπως αποδείχθηκε, είχαν διαφορετική γνώμη. Το φοιτητικό επίδομα των 500 ευρώ τον μήνα για δέκα μήνες δίνει 5.000 ευρώ τον χρόνο. Επί 80.000 φοιτητές, 400 εκατομμύρια. Ως εδώ όλα πήγαιναν θαυμάσια και μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι η αριθμητική είχε επιτέλους συμφιλιωθεί με την Αριστερά.

Το πρόβλημα παρουσιάστηκε όταν μπήκε στη συζήτηση η τετραετία. Τα 400 εκατομμύρια τον χρόνο, αντί να πολλαπλασιαστούν επί τέσσερα, διαιρέθηκαν διά τέσσερα και έγιναν 100 εκατομμύρια. Έτσι γεννήθηκε, έστω για λίγα λεπτά, μια νέα σχολή οικονομικής σκέψης: όσο περισσότερο διαρκεί μια κρατική δαπάνη τόσο φθηνότερη γίνεται.

Η ανακάλυψη έχει τεράστιες δυνατότητες. Με αυτή τη μέθοδο μπορεί κανείς να λύσει σχεδόν όλα τα δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας. Ένα μέτρο κοστίζει ένα δισεκατομμύριο το χρόνο για τέσσερα χρόνια; Διαίρεσέ το διά τέσσερα και έπεσε στα 250 εκατομμύρια. Το πρόγραμμα εξακολουθεί να εφαρμόζεται κανονικά, οι δικαιούχοι εξακολουθούν να πληρώνονται κανονικά και τα χρήματα απλώς εξαφανίζονται κάπου μεταξύ πολλαπλασιασμού και διαίρεσης. Πρόκειται για οικονομική πολιτική που θα ενθουσίαζε κάθε υπουργό Οικονομικών, αρκεί να μην είχε περάσει ποτέ από το δημοτικό.

Κάπου εδώ αρχίζει να αποκτά νόημα και η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα. Γιατί η σχέση του πολιτικού του χώρου με τους αριθμούς υπήρξε ανέκαθεν δημιουργική. Το 2015 είχαμε ένα ολόκληρο καλοκαίρι κατά το οποίο η χώρα ανακάλυπτε καθημερινά νέες δυνατότητες της οικονομικής επιστήμης: παράλληλα συστήματα πληρωμών, IOU, σχέδια για εναλλακτικά νομίσματα, δραχμές που εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν από τη δημόσια συζήτηση, τράπεζες κλειστές και πολίτες που μάθαιναν ότι εξήντα ευρώ την ημέρα είναι αρκετά για να συνεχίσει κανείς να αισθάνεται Ευρωπαίος.

Ο Γιάνης Βαρουφάκης είχε τουλάχιστον το πλεονέκτημα ότι οι θεωρίες του απαιτούσαν μια κάποια εξοικείωση με τα οικονομικά για να τις παρακολουθήσεις. Χρειαζόσουν παράλληλα συστήματα, ηλεκτρονικές πλατφόρμες, φορολογικούς λογαριασμούς, IOU και αρκετές ώρες συζήτησης για να καταλάβεις τι ακριβώς επρόκειτο να συμβεί. Η νέα γενιά απλοποίησε αποφασιστικά τη μέθοδο. Δεν χρειάζονται πια πολύπλοκα νομισματικά σχέδια. Χρειάζεται μόνο να ξεχάσεις ποια πράξη κάνουμε όταν κάτι επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές.

Από αυτή την άποψη, η εξέλιξη είναι εντυπωσιακή. Το 2015 συζητούσαμε για παράλληλο νόμισμα. Το 2026 φτάσαμε στην παράλληλη προπαίδεια.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σταθερό στοιχείο της οικονομικής σκέψης γύρω από τον Τσίπρα: οι λογαριασμοί έχουν μιαν ενοχλητική συνήθεια να βγαίνουν διαφορετικοί όταν περνούν από το χαρτί στην πραγματικότητα. Το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης κόστιζε κάποτε πολύ λιγότερο πριν δοκιμαστεί στην εξουσία. Η «σκληρή διαπραγμάτευση» θα έφερνε καλύτερη συμφωνία μέχρι που κατέληξε σε τρίτο μνημόνιο. Και τώρα μια τετραετής δαπάνη των 400 εκατομμυρίων το χρόνο κατάφερε για λίγο να κοστίζει συνολικά 100 εκατομμύρια!

Το καλό με την πολιτική είναι ότι διαθέτει πάντοτε μια λέξη για να διορθώσει έναν αριθμό. Αν ο λογαριασμός δεν βγαίνει, μπορείς να τον ονομάσεις «δημοσιονομικό χώρο». Αν το μέτρο κοστίζει περισσότερο, μπορείς να μιλήσεις για «σταδιακή εφαρμογή». Αν ο φόρος είναι φόρος, τον λες «πατριωτική εισφορά». Και αν 400 επί τέσσερα κάνουν 1,6 δισεκατομμύρια, μπορείς πάντοτε να ελπίζεις ότι μέχρι να φτάσει ο λογαριασμός στο ταμείο ο ψηφοφόρος θα θυμάται μόνο τα 500 ευρώ της βιτρίνας.

Αλλά εκεί όπου νόμιζες ότι το νέο οικονομικό επιτελείο είχε εξαντλήσει τις δημιουργικές του δυνατότητες, ήρθαν οι θυρίδες. Ο Γιώργος Παππάς εξήγησε ότι στο πλαίσιο του περιουσιολογίου για την περίφημη «πατριωτική εισφορά» θα μπορούσαν να καταγράφονται ακόμη και κοσμήματα και τιμαλφή που φυλάσσονται στις τραπεζικές θυρίδες. Η οικονομική πολιτική απέκτησε ξαφνικά κάτι από ενεχυροδανειστήριο με εθνικό πρόσημο.

Η «πατριωτική εισφορά» είναι, ομολογουμένως, μία από εκείνες τις φράσεις που μόνο η Αριστερά μπορεί να εφεύρει. Ο φόρος αποκτά ηθικό πλεονέκτημα.

Πάντως, για μια παράταξη που θέλει να πείσει τη μεσαία τάξη, η οποία δεν διατηρεί και τις καλύτερες αναμνήσεις,  ότι έχει διδαχθεί από την προηγούμενη κυβερνητική της θητεία, η εικόνα στελέχους του οικονομικού της επιτελείου να συζητά δημόσια για καταγραφή κοσμημάτων σε θυρίδες είναι ένας κάπως πρωτότυπος τρόπος επαναπροσέγγισης. Και όλα αυτά μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες από την παρουσίαση ενός προγράμματος το οποίο φιλοδοξεί να αποδείξει ότι ο Τσίπρας επέστρεψε ωριμότερος, σοβαρότερος και κυρίως οικονομικά πειστικότερος.

Εδώ βρίσκεται ο τραγέλαφος  αυτής της ιστορίας. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένα στέλεχος έκανε μια λάθος πράξη στην τηλεόραση. Λάθη κάνουν όλοι. Ούτε ότι ένας φόρος περιουσίας μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα ή λιγότερα στοιχεία. Ας δεχτούμε ότι  αυτό αποτελεί πολιτική επιλογή και συζητείται. Το κωμικό γεννιέται από τη συνάντηση αυτών των δύο περιστατικών με μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική βιογραφία.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ελληνική πολιτική ζωή προτείνοντας ένα φιλόδοξο οικονομικό πρόγραμμα. Έχει ήδη κυβερνήσει. Έχει ήδη διαπραγματευθεί. Έχει ήδη παρουσιάσει ένα άλλο πρόγραμμα στη Θεσσαλονίκη. Έχει ήδη ζήσει το καλοκαίρι του 2015, τις τράπεζες, τα capital controls, το δημοψήφισμα, τον Βαρουφάκη και τελικά το τρίτο μνημόνιο. Επομένως κάθε νέα οικονομική εξαγγελία του κουβαλάει αναγκαστικά μαζί της έναν παλιό λογαριασμό.

Και ο λογαριασμός αυτός δεν παραγράφεται με διαίρεση.

Αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο μάθημα της νέας ΕΛΑΣ. Μπορείς να αλλάξεις όνομα κόμματος, συνθήματα, συνεργάτες και πολιτική συσκευασία. Μπορείς να αντικαταστήσεις το «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» με «Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης», το 2015 με το 2026 και τον Βαρουφάκη με ένα καινούργιο οικονομικό επιτελείο.

Υπάρχει όμως ένα πεισματάρικο πράγμα που δεν εκσυγχρονίζεται εύκολα. Το τέσσερα επί τετρακόσια εξακολουθεί να κάνει χίλια εξακόσια. Και προς μεγάλη απογοήτευση της πολιτικής, αυτό ίσχυε και το 2015. Κάπου, βέβαια, αυτά τα χρήματα πρέπει να βρεθούν. Και όταν μια τετραετία αρνείται πεισματικά να κοστίσει όσο θα θέλαμε, αρχίζει η αναζήτηση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης. Έτσι φτάσαμε στις θυρίδες.

Σε κάθε περίπτωση, η ακολουθία των γεγονότων είναι υποδειγματική. Πρώτα ανακοινώνεις τις προσφορές. Ύστερα το οικονομικό επιτελείο μπερδεύει τον πολλαπλασιασμό με τη διαίρεση. Μετά, όταν ο λογαριασμός αρχίζει να αποκτά το πραγματικό του μέγεθος, κοιτάζεις προς τις θυρίδες.

Το 2015 ψάχναμε παράλληλο νόμισμα. Το 2026 ψάχνουμε το βραχιόλι της γιαγιάς.

Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε πράγματι ανανεωμένος. Η οικονομική φαντασία του πολιτικού του χώρου παραμένει, ευτυχώς, απολύτως αναγνωρίσιμη.

05 Σεπτεμβρίου 2026

2010–2014: Από την αγανάκτηση στην πόρτα της εξουσίας

Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε. Για την ακρίβεια, επέστρεψε ξανά. Αυτή τη φορά με νέο κόμμα, νέα διακήρυξη, νέα πρόσωπα, νέα εθνική πυξίδα και την υπόσχεση για ένα «σοκ εντιμότητας και δημοκρατίας». Ζήτησε ακόμη και μια «νέα Μεταπολίτευση». Η νέα Μεταπολίτευση έχει προς το παρόν ένα μικρό πρόβλημα: επικεφαλής της βρίσκεται ένας από τους κεντρικούς αρνητικούς πρωταγωνιστές της προηγούμενης. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί ιδιαίτερα τον πρώην πρωθυπουργό. Άλλωστε, αν υπάρχει ένα πραγματικό πολιτικό χάρισμα που διαθέτει ο Αλέξης Τσίπρας, είναι η ικανότητά του να εμφανίζεται κάθε φορά σαν να συστήνεται για πρώτη φορά στο εκλογικό σώμα...

 

 

Θα είχε ίσως νόημα, πριν υποστούμε το νέο σοκ εντιμότητας, να θυμηθούμε το προηγούμενο. Και ας δεχτούμε εξαρχής ότι οι πολιτικοί δικαιούνται να αλλάζουν – και συχνά οφείλουν να το κάνουν. Ας λησμονήσουμε ακόμη ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν υπήρξε πάντοτε εξίσου γενναιόδωρος με αυτό το δικαίωμα όταν επρόκειτο για τους πολιτικούς του αντιπάλους. Υπάρχει όμως κάποια διαφορά ανάμεσα στην αλλαγή γνώμης και στη συστηματική αντικατάσταση της χθεσινής «αλήθειας» από μια καινούργια, χωρίς την ενοχλητική μεσολάβηση της παραδοχής ότι η προηγούμενη αποδείχθηκε ψευδής.

Θα του κάνουμε και μία ακόμη παραχώρηση. Δεν θα επιχειρήσουμε να χωρέσουμε εδώ ολόκληρη τη δημόσια πολιτική του διαδρομή, έναν μαραθώνιο υποσχέσεων που ξεχάστηκαν, βεβαιοτήτων που διαψεύστηκαν, ανθρώπων που στοχοποιήθηκαν και ευθυνών που, όταν έφθασε η ώρα του λογαριασμού, είχαν μια παράξενη τάση να μετακομίζουν στους συνεργάτες του. Θα περιοριστούμε σε ορισμένες χαρακτηριστικές στιγμές της πορείας του προς τον λαό και, κυρίως, προς την εξουσία. Η επιλογή είναι αναγκαστικά αποσπασματική. Το υλικό, δυστυχώς, είναι άφθονο.

Η αφετηρία βρίσκεται στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Το 2010, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία, το πρώτο Μνημόνιο και μια κοινωνία που έβλεπε εισοδήματα, δουλειές και βεβαιότητες μιας ολόκληρης εποχής να καταρρέουν. Η οργή ήταν πραγματική. Πραγματικές ήταν και οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος που είχε οδηγήσει τη χώρα μέχρι εκεί. Μέσα σε αυτή την οργή, όμως, γεννήθηκε και μια καινούργια πολιτική γλώσσα. Το Μνημόνιο δεν παρουσιαζόταν απλώς ως λανθασμένη ή επώδυνη πολιτική. Ήταν «πειρατεία», κατά τον ίδιο τον Τσίπρα. Οι αντίπαλοι δεν έκαναν απλώς λάθος, αλλά  υπηρετούσαν ένα καθεστώς υποταγής. Η πολιτική διαφωνία άρχισε να αποκτά ηθικούς ενόχους και, πολύ γρήγορα, προδότες.

Στις 5 Μαΐου 2010, μέσα σε μια τεράστια αντιμνημονιακή διαδήλωση, τρεις εργαζόμενοι της Marfin –ανάμεσά τους μία έγκυος γυναίκα– δολοφονήθηκαν όταν κουκουλοφόροι πυρπόλησαν το υποκατάστημα της Σταδίου. Το έγκλημα αυτό άφησε στη συλλογική συνείδηση της κοινωνίας ένα βαθύ τραύμα και συνδέθηκε έκτοτε με ένα κλίμα πολιτικής βίας, στοχοποίησης και ανεξέλεγκτης οργής. Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε στον Τσίπρα ή στον ΣΥΡΙΖΑ ευθύνη για το ίδιο το έγκλημα για να αναρωτηθούμε ποιο πολιτικό κλίμα είχε αρχίσει να διαμορφώνεται γύρω του. Θα μπορούσε, ωστόσο, να είχε λειτουργήσει ως όριο. Ως υπενθύμιση ότι, όταν η πολιτική οργή απελευθερώνεται από κάθε μέτρο και ο αντίπαλος παύει να αντιμετωπίζεται ως αντίπαλος και μετατρέπεται σε εχθρό του λαού, κάποια στιγμή εμφανίζονται άνθρωποι που παίρνουν τα συνθήματα στην κυριολεξία.

Έναν χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 2011, εμφανίστηκαν οι Αγανακτισμένοι. Αν δεν μπορεί να αποδοθεί στον ΣΥΡΙΖΑ η δημιουργία του κινήματος, είναι δύσκολο να αγνοηθεί ότι η πολιτική εγγύτητα του κόμματος με τμήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, του αντιεξουσιαστικού χώρου και διαφόρων κινηματικών συλλογικοτήτων τού επέτρεψε να αντιληφθεί πολύ γρήγορα τη δυναμική του και να επενδύσει πολιτικά σε αυτήν περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο κοινοβουλευτικό κόμμα.

Στην πλατεία Συντάγματος συνυπήρξαν άνθρωποι σχεδόν όλων των πολιτικών πεποιθήσεων: αριστεροί, δεξιοί, εθνικιστές, πολίτες συντετριμμένοι από την κρίση, συνωμοσιολόγοι και κάθε πιθανή απόχρωση της αντισυστημικής οργής. Ο Τσίπρας όμως κατάλαβε νωρίς ότι εκεί διαμορφωνόταν ένα νέο πολιτικό ακροατήριο. Χαρακτήρισε το Σύνταγμα «μια ιδιότυπη Εκκλησία του Δήμου» και είδε στους Αγανακτισμένους τη γέννηση μιας κοινωνικής δύναμης που πολύ σύντομα θα άλλαζε και τους εκλογικούς συσχετισμούς. Ο θυμός της πλατείας είχε αρχίσει να αποκτά πολιτικό εκφραστή.

Το πραγματικό πρόβλημα βρισκόταν στη γλώσσα με την οποία νομιμοποιήθηκε ένα κλίμα όπου οι κοινοβουλευτικοί αντίπαλοι έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως φορείς μιας πολιτικής που έπρεπε να ηττηθεί και άρχισαν να παρουσιάζονται ως εχθροί του λαού. Όταν άρχισαν οι προπηλακισμοί βουλευτών, ο Τσίπρας συμβούλευε τους πολίτες να προσέχουν μήπως, με τις αποδοκιμασίες τους, επιτρέψουν σε όσους είχαν ψηφίσει το Μνημόνιο να μετατραπούν «από θύτες του ελληνικού λαού σε θύματα». Η προτροπή κατέληγε βεβαίως στη δημοκρατική λύση της κάλπης. Η λέξη «θύτες» όμως είχε ήδη κάνει τη δουλειά της.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ο πιο επιτυχημένος κοινοβουλευτικός εκφραστής αυτής της οργής, χωρίς να είναι ο μόνος. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή εκτινάχθηκαν επίσης σε ποσοστά αδιανόητα λίγα χρόνια νωρίτερα, αντλώντας από την ίδια δεξαμενή θυμού, απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και αντιμνημονιακής αγανάκτησης. Η διαφορά ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να μετατρέψει αυτήν την κοινωνική έκρηξη όχι απλώς σε εκλογική ενίσχυση, αλλά σε πραγματική προοπτική εξουσίας.

Μέσα σε αυτή την ακραία τοξικότητα, την εμφυλιοπολεμική ρητορική και τις προσωπικές στοχοποιήσεις, τις περίφημες «δολοφονίες χαρακτήρων», υπήρχε πάντως και μια αξιοπρόσεκτη εξαίρεση. Ο Κώστας Καραμανλής, πρωθυπουργός την περίοδο κατά την οποία η δημοσιονομική εκτροπή της χώρας πήρε καταστροφικές διαστάσεις και με βαρύτατες πολιτικές ευθύνες για όσα ακολούθησαν, βρέθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό έξω από το πεδίο πυρός του ΣΥΡΙΖΑ. Η οργή που περίσσευε για τους περισσότερους πρωταγωνιστές της Μεταπολίτευσης, εμφάνιζε εδώ μια παράξενη εγκράτεια.

Η στάση αυτή αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν τη δει κανείς υπό το φως όσων ακολούθησαν. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έφθασε στην εξουσία, ο Προκόπης Παυλόπουλος εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος ανέλαβε κεντρικό ρόλο στο υπουργείο Δικαιοσύνης και ο Πάνος Καμμένος έγινε κυβερνητικός εταίρος. Τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει κάποια υπόγεια συμφωνία. Δείχνει όμως ότι η καταγγελία του «παλιού συστήματος» δεν κατευθυνόταν με την ίδια ένταση προς όλες τις πλευρές του. Η πολιτική οργή, όπως αποδείχθηκε, είχε και τις προτιμήσεις της.

Τα αποτελέσματα φάνηκαν γρήγορα. Το κόμμα που το 2009 είχε πάρει 4,60% εκτοξεύθηκε στο 16,78% τον Μάιο του 2012 και στο 26,89% έναν μήνα αργότερα. Σε δυόμισι χρόνια ο Τσίπρας είχε μετακινηθεί από την ηγεσία ενός μικρού κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στη θέση του βασικού διεκδικητή της εξουσίας. Δεν ήταν βεβαίως ο μόνος που εκμεταλλεύθηκε την κατάρρευση του παλιού πολιτικού συστήματος. Ήταν όμως εκείνος που κατάλαβε καλύτερα ότι μια οικονομική κρίση μπορούσε να μετατραπεί σε ηθικό εμφύλιο.  Από τη μία ο λαός και από την άλλη το «μνημονιακό σύστημα», οι «μερκελιστές», η διαπλοκή, οι πρόθυμοι, οι υποταγμένοι.

Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε και η γεωπολιτική εναλλακτική. Το 2012, η Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες ήταν για τον Τσίπρα «ένα μοντέλο που πρέπει να ακολουθήσουμε», ώστε η Ευρώπη να αφήσει πίσω της το καπιταλιστικό μοντέλο. Δεν επρόκειτο για μια φευγαλέα νεανική κουβέντα σε κάποια κομματική ταβέρνα. Ήταν πολιτική τοποθέτηση ενός ανθρώπου που είχε ήδη γίνει αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και διεκδικούσε την πρωθυπουργία.

Έναν χρόνο αργότερα, ο στενότερος συνεργάτης του, Νίκος Παππάς, ταξίδευε στη Βενεζουέλα μαζί με τον Κύπριο δικηγόρο Αρτέμη Αρτεμίου, το όνομα του οποίου εμφανίστηκε αργότερα στα Panama Papers. Όταν το ταξίδι αποκαλύφθηκε, ο Παππάς εξήγησε ότι διερευνούσε, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα αγοράς προϊόντων από τα κρατικά σουπερμάρκετ της χώρας και προετοίμαζε πιθανή επίσκεψη Τσίπρα. Δεν χρειάζεται κανείς να προσθέσει μαρούλια, ντομάτες ή άλλες λεπτομέρειες που γέννησε αργότερα η λαϊκή φαντασία. Η επίσημη εκδοχή είναι από μόνη της αρκετά ευφάνταστη.

Το 2014, ο Τσίπρας είχε πλέον μετατρέψει αυτή την πολιτική σε ένα απολύτως καθαρό δίλημμα. «ΣΥΡΙΖΑ ή μνημόνια;» ρωτούσε πριν από τις ευρωεκλογές. Η λαϊκή θέληση, διαβεβαίωνε, θα «σαρώσει τα μνημόνια». Οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν πέσει, κατά τη δική του ανάγνωση, από τους αγώνες του λαού και ερχόταν η σειρά της κυβέρνησης Σαμαρά.

Όταν τον ρώτησαν ευθέως αν πράγματι θα «σκίσει τα μνημόνια», η απάντηση που καταγράφηκε ήταν αντάξια της εποχής: «Και θα είναι μέρα μεσημέρι». Το Μνημόνιο, εξηγούσε, θα τελείωνε την πρώτη ημέρα της κυβέρνησης της Αριστεράς. Αργότερα, όταν τα γεγονότα απέκτησαν τη γνωστή δυσάρεστη επιμονή τους, θα δήλωνε ότι ποτέ δεν είχε πει πως τα μνημόνια θα σκίζονταν «με έναν νόμο». Κυριολεκτικά μπορεί κανείς να συζητήσει επί ώρες για τη διαφορά ανάμεσα στο «θα τα σκίσουμε μέρα μεσημέρι» και στο «θα τα σκίσουμε με έναν νόμο». Η ελληνική πολιτική ζωή έχει γνωρίσει σοβαρότερες φιλολογικές διαμάχες, αλλά τόσο διασκεδαστικές.

Έτσι οικοδομήθηκε η μεγάλη υπόσχεση. Οι προηγούμενοι είχαν αποτύχει όχι επειδή η χώρα ήταν χρεοκοπημένη, οι επιλογές περιορισμένες και οι διεθνείς συσχετισμοί δυσμενείς, αλλά επειδή δεν είχαν το θάρρος να συγκρουστούν. Η Ευρώπη μπορούσε να υποχωρήσει. Το Μνημόνιο μπορούσε να τελειώσει. Οι εφαρμοστικοί νόμοι μπορούσαν να καταργηθούν. Οι απώλειες μπορούσαν να αποκατασταθούν. Η αξιοπρέπεια θα επέστρεφε. Και όλα αυτά χωρίς εκείνο το δυσάρεστο τίμημα που οι προηγούμενοι επέμεναν να παρουσιάζουν ως αναπόφευκτο.

Εκατομμύρια άνθρωποι είχαν κάθε λόγο να θέλουν να το πιστέψουν. Είχαν κουραστεί, είχαν φορολογηθεί, είχαν χάσει εισοδήματα, δουλειές και εμπιστοσύνη σε ένα πολιτικό σύστημα που έφερε τεράστιες ευθύνες για τη χρεοκοπία της χώρας. Μαζί του, όμως, ευθύνες είχε και η ίδια η κοινωνία που για χρόνια αποδεχόταν, ανεχόταν ή και απαιτούσε ένα κράτος δανεικών, διορισμών, πρόωρων συντάξεων, φοροδιαφυγής και παροχών χωρίς αντίκρισμα. Το περιβόητο «μαζί τα φάγαμε» του Θόδωρου Πάγκαλου, που τότε ακούστηκε σχεδόν ως ύβρις, με την απόσταση των χρόνων ακούγεται λιγότερο προκλητικό και περισσότερο σαν μια ενοχλητική αλήθεια που η κοινωνία δεν ήταν ακόμη έτοιμη να ακούσει.

Αντίθετα, ο Τσίπρας είχε καταλάβει με ακρίβεια τι ήθελε να ακούσει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Ήταν σχεδόν απολύτως συμβατός με εκείνον τον γνώριμο Έλληνα του καφενείου που, αν γινόταν πρωθυπουργός για μία ημέρα, θα σου εξηγούσε με απόλυτη βεβαιότητα πώς λύνεται το χρέος, πώς μπαίνουν στη θέση τους οι Ευρωπαίοι, πώς φορολογούνται οι πλούσιοι, πώς αυξάνονται οι μισθοί και, αν περίσσευε λίγος χρόνος, πώς φτιάχνεται και ο κόσμος ολόκληρος.

Ο Τσίπρας αποδείχθηκε ο ικανότερος εκφραστής αυτής της αυταπάτης. Την κατάλαβε, μίλησε τη γλώσσα της και τελικά την έκανε πολιτικό πρόγραμμα – για να ονομάσει αργότερα «αυταπάτες» όσα ο ίδιος είχε προηγουμένως παρουσιάσει ως βεβαιότητες και πάνω στα οποία οικοδόμησε την πορεία του προς την εξουσία.

Σε λίγο θα είχαν την ευκαιρία να ανακαλύψουν αν ήταν πράγματι έτσι.

Ύστερα ήρθε η εξουσία.

 

*Το πρώτο από μια σειρά άρθρων υπό τον γενικό τίτλο «Ο άνθρωπος που επιστρέφει πάντα αθώος»

 

 

01 Σεπτεμβρίου 2026

Νεκρός στο σπίτι του βρέθηκε στις 24 Αυγούστου 2026 ο ζωγράφος και ποιητής Χρήστος Μαρκίδης, σε ηλικία 72 ετών. Η ποίησή του διακρίνεται για την οικονομία της και το μέτρο, είτε εμπνέεται από μυθικά αρχαιοελληνικά μοτίβα είτε από τη χριστιανική παράδοση – είτε, στα ώριμα χρόνια, με εξπρεσιονιστικές νότες, από την κυριαρχία του χρόνου και του θανάτου.

Ο Χρήστος Μαρκίδης είχε γεννηθεί στη Δράμα το 1954. Σπούδασε από το 1974 έως το 1979 στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, με αντικείμενα τη ζωγραφική, τη νωπογραφία, την ιστορία της τέχνης, τη ρυθμολογία και την παιδαγωγική ψυχολογία. Μετά τις σπουδές του έζησε και εργάστηκε για ένα διάστημα στο Παρίσι, ενώ την περίοδο 1985-1988 υπήρξε υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών για την εκπόνηση καλλιτεχνικού έργου στην Ελλάδα.

Η εκθεσιακή του δραστηριότητα εκτεινόταν σε περισσότερα από 40 χρόνια. Από την πρώτη ατομική του έκθεση στην γκαλερί Νέες Μορφές το 1984 έως την αναδρομική παρουσίαση του έργου του στο Art Project Space το 2025, ο Μαρκίδης πραγματοποίησε συνολικά 15 ατομικές εκθέσεις.

Έργα του παρουσιάστηκαν, μεταξύ άλλων, στις Νέες Μορφές, στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών, στην Titanium, στην Gallery 7 και στην Thanassis Frissiras Gallery στην Αθήνα, αλλά και σε χώρους τέχνης στη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα.

Παράλληλα, συμμετείχε σε περισσότερες από 70 ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, διαμορφώνοντας μια συνεχή παρουσία στον εικαστικό χώρο.

Η ζωγραφική δεν ήταν, ωστόσο, η μοναδική περιοχή στην οποία κινήθηκε δημιουργικά ο Χρήστος Μαρκίδης. Από το 1992 δημοσίευε κείμενα και ποιήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά, αναπτύσσοντας σταδιακά ένα εκτεταμένο ποιητικό και δοκιμιακό έργο.

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: Μονόζυγο. Τέσσερα Σχεδιάσματα (1999), Έως (2001), Άτια στο σκοτεινό νερό (2003), Αμώεν (2004), Κιννάβαρι (2009), Δράκων κατήλθες (2013) και Έρεβος ή το άλλο φως (2020). Το 2023 οι εκδόσεις Αρμός εξέδωσαν τον συγκεντρωτικό τόμο Ποιήματα 1999-2020, στον οποίο συγκεντρώνεται η ποιητική του διαδρομή περισσότερων από δύο δεκαετιών.

Στην ποίησή του, ο Μαρκίδης ξεκίνησε από το παράδοξο και την ονειρική εικόνα των πρώτων πεζοποιημάτων του, όπου συναντιούνται στοιχεία της χριστιανικής παράδοσης και της αρχαιοελληνικής μυθολογίας. Στις επόμενες συλλογές στράφηκε σε ολιγόστιχα, συχνά γνωμικού χαρακτήρα ποιήματα, με ερμητικές εικόνες αλλά και παιγνιώδη χρήση των λέξεων. Στην τελευταία συλλογή του, Έρεβος ή Το άλλο φως, ο λόγος γίνεται αμεσότερος και οι εικόνες καθαρότερες, ενώ κυριαρχούν ο χρόνος και ο θάνατος. Συνολικά, η ποίησή του χαρακτηρίζεται από αυθεντικότητα, οικονομία και μέτρο.

Στο δοκιμιακό του έργο περιλαμβάνονται τα Επτά κείμενα περί Τέχνης και Κατάματα, το οποίο κυκλοφόρησε σε διαδοχικές εκδόσεις το 2005, το 2014 και το 2022.

Το 2025 κυκλοφόρησε το λεύκωμα Χρήστος Μαρκίδης. Ζωγραφική-Σχέδια.

Ακολουθεί το ποίημα «Φάσμα», δείγμα γραφής από την τελευταία ποιητική συλλογή του Χρήστου Μαρκίδη, Έρεβος ή άλλο φως (Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2020):

Στη σιωπή εν μέσω της νυκτός

Το φάσμα ήρθε και μου μίλησε.

Άκου, μου είπε, τ’ αλόγατα σε φέραν ώς εδώ

κι άκου να δεις τι είπαν:

Έρπουν λογής λογής νιφάδες

ο ουρανός ανέτειλε, κατέβηκε στη γη.

Κι εκείνη τη σκηνή με τον Ζαγρέα

ο μανιασμένος άνεμος τη σήκωσε απ’ τα βάθρα

την έριξε στης οικουμένης το σταμνί

ευχή ειρκτή να βρεις εσύ, να τη νυμφεύσεις πάλι.

Εγώ εξέπεσα, καλέ

μήτε γ’ αρνί οδύρομαι μήτε για λύκο.

Εντόσθια μόνον ενθυμούμαι.

25 Αυγούστου 2026

Η βία κατά των υγειονομικών

Παύλος Ι. Αλεξιάδης

Θα περιγράψω τα γεγονότα όπως τα έζησα. Το απόγευμα της 21ης Αυγούστου 2026, ασθενής 57 ετών αισθανόμενος αναφερόμενη αδιαθεσία προ τριημέρου, προσήλθε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών (ΤΕΠ) μεγάλου νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης. Δυσανασχετώντας με την άνω της μιας ώρας αναμονή, εισέβαλε στο καρδιολογικό ιατρείο υβρίζοντας νοσηλευτές και γιατρούς, προπηλακίζοντας, ρίχνοντας στο δάπεδο τον εφημερεύοντα καρδιολόγο επιχειρώντας να τον γρονθοκοπήσει. Στο χώρο των ΤΕΠ επικράτησε πανδαιμόνιο, η εύρυθμη λειτουργία σταμάτησε. Δυο ψύχραιμοι και χειροδύναμοι συνάδελφοι υγειονομικοί παρενέβησαν και, γνωρίζοντας τον τρόπο, ακινητοποίησαν τον μαινόμενο δράστη. Οι αρχές προσήλθαν και με τη συνδρομή τους οι, προηγουμένως προπηλακισθέντες, θεράποντες ολοκλήρωσαν τις κλινικές, απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις του δράστη. Μετά το πέρας αυτών, οι αστυνομικές αρχές έπραξαν τα νενομισμένα.

 

Αν δούμε το θέμα της βίας κατά των υγειονομικών από μια κάποια απόσταση θα καταλάβουμε ότι το κίνητρο σχεδόν ποτέ δεν είναι η αγανάκτηση για την πολύωρη αναμονή. Αυτή είναι πάντα η αφορμή. Η αιτία είναι ένα νοσηρό ταξικό μίσος, ένας πληγωμένος εγωισμός που πασχίζει να βρει διέξοδο. Ένα παράλογο σύνδρομο κατωτερότητας σε συνδυασμό με διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Πάνω στην οργή της βίας, ο δράστης θεωρεί εαυτόν επαναστάτη που στρέφεται κατά της κοινωνικής ιεραρχίας που αυτός έχει πλάσει στο μυαλό του και που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα. Αισθάνεται πανίσχυρος υπεράνω κοινωνικών συμβάσεων που μπορεί να προπηλακίσει μια νοσηλεύτρια και να ρίξει στο πάτωμα έναν γιατρό…

Αυτό που περιγράφω δεν είναι μια μεμονωμένη ψυχοπαθολογία. Είναι μια περιθωριακή νοοτροπία ενός, όλο και αυξανόμενου, μέρους της κοινωνίας μας. Οι δράστες τέτοιων περιστατικών βλέπουν την ασυδοσία ως δικαίωμα που τους εξασφαλίζει το δρόμο προς  την –όποια αυτοί νομίζουν– καθιέρωση.

Μέσα στις εξαντλητικές βάρδιες μας, όσοι δουλεύουμε στο σύστημα υγείας έχουμε να αντιμετωπίσουμε κι αυτούς. Και τα περιστατικά βίας κατά των υγειονομικών ανά την Ελλάδα όλο και πληθαίνουν.

Γι’ αυτό προτείνουμε και ζητάμε την καθιέρωση ειδικού «Panic Button», αντίστοιχου με αυτό που έχουν τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο θα βρίσκεται σε χρήση από τον υπεύθυνο βάρδιας προς άμεση κλήτευση των αστυνομικών αρχών όταν παραστεί ανάγκη.

                  

22 Αυγούστου 2026

Ο Στέφανος Μάνος, που πέθανε στις 15 Αυγούστου 2026 σε ηλικία 87 ετών, υπήρξε μία από τις πιο διακριτές περιπτώσεις πολιτικού της μεταπολιτευτικής Κεντροδεξιάς. Όχι επειδή έμεινε σε αυτήν μέχρι τέλους –δεν έμεινε– αλλά επειδή εξέφρασε με συνέπεια μια εκδοχή της που στην Ελλάδα ούτε αυτονόητη ήταν ούτε δημοφιλής: τη φιλελεύθερη.

Ο Στέφανος Μάνος μπήκε στην πολιτική το 1977, με τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αφού είχε προηγηθεί μια ενδεκαετής επιχειρηματική διαδρομή. Μηχανολόγος μηχανικός του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης, με MBA από το Χάρβαρντ, δεν είχε ούτε τη διαδρομή ούτε τη γλώσσα του επαγγελματία κομματικού στελέχους. Ο Καραμανλής τον χρησιμοποίησε αμέσως: υφυπουργός Δημοσίων Έργων και, στη συνέχεια, υπουργός του νεοϊδρυθέντος τότε υπουργείου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος. Στην κυβέρνηση Ράλλη έγινε υπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας.

Η πρώτη εκείνη κυβερνητική περίοδος του Στέφανου Μάνου κυρίως χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια διάσωσης της Πλάκας, κάτω από την Ακρόπολη. Ως ο πρώτος περιβαλλοντικός υπουργός, εργάστηκε για τη διάσωση του ιστορικού κέντρου από την ανεξέλεγκτη κυκλοφορία των αυτοκινήτων, από χρήσεις που το υποβάθμιζαν και από την οικοδομική πίεση – έργα που δύσκολα θυμάται κανείς ότι κάποτε δεν ήταν αυτονόητα. Με τον Μάνο συνδέθηκε επίσης η απομάκρυνση του εργοστασίου φωταερίου από το Γκάζι. Ήταν μια πρώτη ένδειξη ενός χαρακτηριστικού που θα τον ακολουθούσε: του άρεσε περισσότερο να αλλάζει κάτι συγκεκριμένο παρά να εξηγεί επί μακρόν γιατί δεν μπορεί να αλλάξει.

Η σημαντικότερη πολιτική περίοδός του, ωστόσο, ήταν η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, το 1990-1993. Εκεί, ο Στέφανος Μάνος βρήκε το πολιτικό περιβάλλον που βρισκόταν πιο κοντά στις ιδέες του. Ως υπουργός ΠΕΧΩΔΕ συνδέθηκε με τη δρομολόγηση μεγάλων έργων υποδομής –μεταξύ αυτών του Μετρό της Αθήνας–, με το σχεδιασμό της Αττικής Οδού και με την απόσυρση των παλαιών, ρυπογόνων αυτοκινήτων. Κατόπιν, ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, βρέθηκε στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής μιας κυβέρνησης που επιχείρησε, με μεγάλο πολιτικό κόστος και όχι πάντα με επιτυχία, να περιορίσει τον κρατισμό της δεκαετίας του 1980.

Ο Στέφανος Μάνος ήταν καθαρόαιμος φιλελεύθερος. Πίστευε στην οικονομία της αγοράς, στις ιδιωτικοποιήσεις, στον ανταγωνισμό, στον περιορισμό του πελατειακού κράτους, στη δημοσιονομική πειθαρχία και στην αξιολόγηση του αποτελέσματος. Αντιμετώπιζε με βαθιά καχυποψία την ιδέα ότι το κράτος οφείλει να παράγει το ίδιο ό,τι μπορεί να εξασφαλίσει καλύτερα για τον πολίτη εποπτεύοντας την αγορά. Και πίστευε ότι το κόστος μιας δημόσιας πολιτικής δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια αλλά πολιτικό και ηθικό δεδομένο: επειδή τελικά οι πολίτες πληρώνουν.

Αυτές οι αντιλήψεις τον έφεραν σταδιακά σε σύγκρουση με το κόμμα του, τη ΝΔ, και την κυρίαρχη στο εσωτερικό και στην ελληνική κοινωνία λαϊκή Δεξιά, που αποθέωνε τον κρατισμό, μια στερεότυπη εθνικοφροσύνη, ενώ και ο κοινωνικός χαρακτήρας της πολιτικής της απέβλεπε στην εκλογική ανταποδοτικότητα. Η σύγκρουση έγινε ρήξη το 1998, επί προεδρίας τη ΝΔ του Κώστα Καραμανλή. Μαζί με άλλους φιλελεύθερους βουλευτές της παράταξης (Γιώργος Σουφλιάς, Βασίλης Κοντογιαννόπουλος, Αναστάσης Παπαληγούρας, Πέτρος Τατούλης, Νίκος Κάκκαλος), ο Στέφανος Μάνος υποστήριξε τη ρύθμιση Παπαντωνίου που επέτρεπε την αλλαγή των κανονισμών προσωπικού στις ζημιογόνες ΔΕΚΟ, επειδή θεωρούσε τη μεταρρύθμιση απολύτως συμβατή με όσα υποστήριζε η ίδια η ΝΔ και αρνήθηκε να ακολουθήσει την κομματική γραμμή της καταψήφισης. Διαγράφηκε. Και έκτοτε, η πορεία του ήταν ενός παρεμβατικού ανθρώπου, που υπερασπιζόταν τις ιδέες του και, ιδίως, τις φιλελεύθερης κατεύθυνσης μεταρρυθμίσεις στο ελλυνικό κράτος.

Το 1999 ίδρυσε τους Φιλελευθέρους («Ταύροι», λόγω του εμβλήματός τους). Η φιλοδοξία ήταν μεγαλύτερη από το εκλογικό αποτέλεσμα: στις ευρωεκλογές το κόμμα έμεινε περίπου στο 1,6%. Το 2000 συνεργάστηκε ξανά με τη ΝΔ με την οποία επανεξελέγη βουλευτής. Αργότερα συνεργάστηκε εκλογικά με το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, με το οποίο εξελέγη βουλευτής επικρατείας.

Παρότι συχνά επικρίθηκε για τις πολιτικές του μετακινήσεις, ο Στέφανος Μάνος δεν μετακινήθηκε από τον βασικό του στόχο, τον οποίο θεωρούσε ζωτικής σημασίας για τη χώρα: την οικονομική ελευθερία, τις μεταρρυθμίσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις με στόχο ένα μικρότερο αλλά αποτελεσματικότερο κράτος. Με τις μειοψηφικές αυτές θέσεις, το 2009 συνέβαλε στην ίδρυση αμιγώς φιλελεύθερου κόμματος, της Δράσης.

Όπως όμως οι Φιλελεύθεροι δεν απέκτησαν κοινωνική βάση, έτσι και η Δράση δεν κατόρθωσε να γίνει μαζικό κόμμα. Ο Στέφανος Μάνος είχε επιρροή μόνο σε όσους δημοσίως υποστήριζαν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, ενώ η μεγάλη πλειονότητα του πολιτικού συστήματος τον απαξίωνε ως νεοφιλελεύθερο και οι πολιτικές του απόπειρες αποδοκιμάζονταν εκλογικά. Τα τελευταία χρόνια μετατράπηκε σε έναν πολιτικό οι παρεμβάσεις του οποίου υπεδείκνυαν τι όφειλε να κάνει η χώρα. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν είχαν αποδέκτες, γι’ αυτό άλλωστε η Ελλάδα πορεύτηκε στο δρόμο της χρεοκοπίας.

Η χρεοκοπία, ωστόσο, και η αδυναμία των πολιτικών κομμάτων να υιοθετήσουν και να υλοποιήσουν τα μνημόνια τα οποία είχαν συνυπογράψει, οδήγησε στη μεγάλη περιπέτεια για τη χώρα της δεκαετίας του 2010. Και επανέφερε, ως στρατηγική σωτηρίας, ιδέες που η προ Κυριάκου Μητσοτάκη ΝΔ αποστρεφόταν ως υπερβολικά φιλελεύθερες. Ιδιωτικοποιήσεις, αξιολόγηση, συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα, δημοσιονομική πειθαρχία, λιγότερη ανοχή στις ζημιογόνες κρατικές επιχειρήσεις είναι μερικές από τις ιδέες που πρότεινε ο Στέφανος Μάνος και προσπαθούν να υλοποιήσουν οι κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η διαμάχη, δηλαδή, που ο Στέφανος Μάνος άνοιξε μέσα στη συντηρητική παράταξη δεν έκλεισε με τη διαγραφή του. Κατά έναν παράξενο τρόπο, μάλιστα, έφυγε από τη ΝΔ πολύ πριν ορισμένες από τις ιδέες του επιστρέψουν σε αυτήν. Από την άποψη αυτή, θα ένιωθε σε μεγάλο βαθμό δικαιωμένος.

16 Αυγούστου 2026

Ένα χρόνο μετά τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα, το «Πνεύμα του Άνκορατζ» έχει επιβιώσει όχι ως ειρηνευτικό σχέδιο, αλλά ως μέθοδος προσωπικών διπλωματικών διαπραγματεύσεων και διπλής πίεσης, με στόχο την επίτευξη μιας συμφωνίας που ο Τραμπ θα μπορεί να παρουσιάσει ως δική του, ανεξάρτητα από τις μετέπειτα εξελίξεις.

Στις 15 Αυγούστου 2025, ο Ρώσος πρόεδρος, ο οποίος τότε ήταν ήδη καταζητούμενος από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και απομονωμένος από το μεγαλύτερο μέρος της Δύσης, πάτησε σε αμερικανικό έδαφος, έλαβε υποδοχή με κόκκινο χαλί και στάθηκε δίπλα στον πρόεδρο των ΗΠΑ ως ίσος προς ίσο. Η Ουκρανία απουσίαζε. Η υποστήριξη του Κιέβου φαινόταν δαπανηρή· η διαπραγμάτευση με τη Μόσχα παρουσιάστηκε ως πιο πρακτική. Η σύνοδος κορυφής δεν οδήγησε ούτε σε κατάπαυση του πυρός ούτε σε ειρηνευτική συμφωνία, ωστόσο ο Πούτιν αποκαταστάθηκε δημοσίως χωρίς να κάνει καμία παραχώρηση.

Ένα χρόνο αργότερα, η Ρωσία έχει μετατρέψει τη σύνοδο κορυφής σε δικό της προϊόν. Έχει κατατεθεί μάλιστα αίτηση για κατοχύρωση εμπορικού σήματος για ένα άρωμα με την ονομασία «Spirit of Anchorage», η ονομασία που προτιμά το Κρεμλίνο για τη συνεννόηση που, όπως ισχυρίζεται, πέτυχαν ο Τραμπ και ο Πούτιν στην Αλάσκα. Ωστόσο, δεν υπήρχε καμία συμφωνία να εμφιαλωθεί, καμία ειρήνη να τιμηθεί και καμία στρατηγική πρόοδος να διαφυλαχθεί – μόνο μια ατμόσφαιρα. Καθώς η ουσία εξατμίστηκε, η Ρωσία κράτησε το άρωμα.

Το ερώτημα τώρα δεν είναι αν ο Τραμπ έχει στραφεί από τον Πούτιν στον Ζελένσκι. Δεν το έχει κάνει. Το ερώτημα είναι τι μπορεί να προσφέρει η κάθε πλευρά σε έναν πρόεδρο που θέλει να μετατρέψει την εξωτερική πολιτική σε μια συναλλαγή που μπορεί και πρέπει να κλείσει. Η Μόσχα προσφέρει πρόσβαση σε ενέργεια και γεωπολιτικές ευκαιρίες. Το Κίεβο προσφέρει τεχνολογία δοκιμασμένη σε μάχες και βιομηχανική τεχνογνωσία. Και τα δύο μπορεί να είναι χρήσιμα για τον Τραμπ· ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, η χρησιμότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τη δέσμευση.

Πριν συναντήσει τον Πούτιν, ο Τραμπ είχε ήδη πλαισιώσει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ουκρανίας με εμπορικούς όρους. Νωρίτερα το 2025, πίεσε το Κίεβο να υπογράψει μια συμφωνία για ορυκτά που θα έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες απτή ανταπόδοση για τη στήριξη που παρείχαν στην Ουκρανία. Στην Ουκρανία, η πρόταση προκάλεσε φόβους ότι η χώρα θα αντιμετωπιζόταν και πάλι κυρίως ως προμηθευτής πρώτων υλών και όχι ως συμμετέχων σε αλυσίδες παραγωγής υψηλότερης αξίας.

Η αναδυόμενη αμυντική συνεργασία ακολουθεί την ίδια λογική, αλλά αλλάζει πλέον το τι μπορεί να προσφέρει η Ουκρανία. Το Κίεβο διαθέτει συστήματα δοκιμασμένα σε μάχες, δεδομένα από το πεδίο της μάχης και έναν κύκλο καινοτομίας που διαμορφώνεται από τη συνεχή προσαρμογή στα ρωσικά αντίμετρα – δυνατότητες που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν ακόμη με συγκρίσιμη ταχύτητα ή κλίμακα.

Οι δύο χώρες προωθούν σχέδια για κοινή παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένου ενός εργοστασίου στις Ηνωμένες Πολιτείες που θα χρησιμοποιεί ουκρανική τεχνολογία. Έξι ουκρανικοί κατασκευαστές έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Drone Dominance» του Πενταγώνου, στο πλαίσιο του οποίου τα συστήματά τους θα δοκιμαστούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ και, για μελλοντικές παραγγελίες, θα παραχθούν μέσω αμερικανικών συνεργασιών.

Η Ουκρανία αναμένεται να κατασκευάσει μεταξύ έξι και επτά εκατομμυρίων μικρών επιθετικών drones το 2026. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2027, το πρόγραμμα του Πενταγώνου ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα έχει παραγγείλει λιγότερα από 200.000. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν συντριπτικά πλεονεκτήματα σε κεφάλαιο, εξαρτήματα και βιομηχανική ικανότητα, αλλά παραμένουν χρόνια πίσω από την Ουκρανία στην παραγωγή αυτής της κατηγορίας όπλων με ρυθμό πολέμου.

Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να μετατρέψει τα διδάγματα της Ουκρανίας από το πεδίο της μάχης σε αμερικανική ικανότητα. Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει πρακτική αλληλεξάρτηση χωρίς να οδηγήσει σε στρατηγική ευθυγράμμιση. Η Ουκρανία μπορεί να γίνεται πιο πολύτιμη για τον Τραμπ, αλλά όχι πιο ασφαλής. Η αναδυόμενη συνεργασία παρέχει στο Κίεβο μια επιπλέον πηγή επιρροής στην Ουάσιγκτον, αφήνοντας όμως τη βασική σχέση υπό όρους: η αμερικανική υποστήριξη παραμένει συνδεδεμένη με ό,τι μπορεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση ως συμφωνία.

Με φόντο τη βελτιωμένη συνεργασία και το αυξανόμενο κλίμα εμπιστοσύνης και ανοιχτότητας μεταξύ αμερικανικών και ουκρανικών αμυντικών εταιρειών, θα μπορούσε κανείς να αναμένει μια πιο θετική στάση όσον αφορά την υποστήριξη των ουκρανικών συμφερόντων στις διαπραγματεύσεις. Κάποιοι ίσως να περίμεναν ακόμη και τον Τραμπ να αποφασίσει να υλοποιήσει το δικό του προεκλογικό σύνθημα, «ειρήνη μέσω ισχύος», και να καταστεί ένας φιλοουκρανός και ατλαντιστής αμερικανός ηγέτης. Ωστόσο, η λογική της προεδρίας του και οι δικές του προτεραιότητες έρχονται σε αντίθεση με οποιαδήποτε «φιλο-τάδε» στάση. Ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να έχει φιλοουκρανική ή φιλορωσική τάση – ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να είναι μόνο «φιλο-Τραμπ(ικός)» - κάποιοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι δεν είναι πάντα ούτε καν φιλοαμερικανός.

Με αυτά τα δεδομένα, ποιος είναι ο στόχος του Τραμπ στην πολιτική του τόσο απέναντι στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία; Το επίμονο «άρωμα του Άνκορατζ» στο ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών οδήγησε τους ανθρώπους εκεί να πιστεύουν ότι ο Τραμπ θέλει να κερδίσει την εύνοια του Πούτιν και να ενταχθεί στον κύκλο των αυτοαποκαλούμενων «machos» της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής. Η συμμετοχή σε αυτή τη λέσχη θα συνεπαγόταν φθηνό πετρέλαιο και την υλοποίηση του πακέτου έργων ανάπτυξης της Αρκτικής του Κιρίλ Ντμίτριεφ, αξίας 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, αυτή η λογική ταιριάζει απόλυτα στη στρατηγική που προωθεί ο Έλμπριτζ Κόλμπι, η οποία αποσκοπεί στο να πείσει τη Ρωσία να αντιταχθεί στην Κίνα σε μια μελλοντική σύγκρουση ηγεμονιών. Ακόμη και αν η ρωσική ηγεσία δεν υποστηρίζει αυτή την ιδέα, θα την αξιοποιήσει για να στρέψει την προσοχή της Αμερικής προς τη Μόσχα.

Από την πλευρά της Ουκρανίας, η πρόσφατη ενεργή και σε μεγάλο βαθμό παραγωγική συνεργασία δημιούργησε την εντύπωση ότι οι ΗΠΑ δεν ήθελαν πλέον απλώς να «αποτρέψουν την ήττα της Ουκρανίας». Φαινόταν ότι η Ουάσιγκτον ήταν έτοιμη να επενδύσει τόσο σε τρέχοντα στρατιωτικά έργα όσο και στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Έγινε σημαντική δουλειά προς την κατεύθυνση μιας συμφωνίας για τα μέταλλα σπάνιων γαιών, τη δημιουργία ενός ταμείου ανοικοδόμησης και τη συνέχιση του διαλόγου σχετικά με τη δυνατότητα αδειοδοτημένης παραγωγής πυραύλων PAC-3. Δεδομένου ότι οι Αμερικανοί δεν μπορούν να δείξουν αδυναμία έναντι της Κίνας, υπήρχε η ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν ενεργά τον εταίρο τους στην Ευρώπη.

Ωστόσο, η αλήθεια είναι πιο απλή, ακριβώς όπως και η ίδια η εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Χρειάζεται απλώς μια συμφωνία. Δεν έχει πλέον μεγάλη σημασία ποιος θα βγει νικητής από τον πόλεμο και σε ποια κατάσταση. Εάν πρόκειται για μια πραγματική συμφωνία που μπορεί να υπογράψει ο Τραμπ και που φέρει το όνομά του, αυτή η συμφωνία θα εξυπηρετήσει τον Αμερικανό πρόεδρο.

Μια συμφωνία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Τραμπ για να διεκδικήσει για άλλη μια φορά το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Θα του επέτρεπε επίσης να ξεχάσει αυτό το μέρος του κόσμου – ακριβώς όπως ο Τραμπ δεν αντέδρασε στην παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, ακριβώς όπως ξέχασε την επανέναρξη του πολέμου μεταξύ του Κονγκό και της Ρουάντα ή μεταξύ της Ταϊλάνδης και της Καμπότζης. Η διάρκεια μιας συνθήκης, η τήρηση των αρχών της ή η μακρά διαδικασία οικοδόμησης σχέσεων μεταξύ πρώην αντιπάλων δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρούσα κυβέρνηση.

Ένα εφήμερο «πνεύμα του Άνκορατζ» ενδέχεται να κρύβεται στην πολιτική της διπλής πίεσης. Όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Τραμπ, η συνάντηση με τον Πούτιν στην Αλάσκα δεν ήταν επιτυχής. Στη συνέχεια, δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος σε καμία από τις διάφορες πρωτοβουλίες που πρότεινε η ρωσική πλευρά.

Η συνάντηση ενδέχεται ωστόσο να είχε ένα αποτέλεσμα – ένα ορισμένο πάγωμα των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ουκρανία. Πριν από ένα χρόνο, το Κίεβο είχε μόλις αρχίσει να καθιερώνει κανονικές διμερείς σχέσεις με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση. Ένα χρόνο μετά τη σύνοδο κορυφής στην Αλάσκα, εξακολουθεί να επικρατεί η ίδια ασαφής κατάσταση που επικρατούσε τότε. Αφενός, η Ρωσία αντιμετωπίζει νέες κυρώσεις, ενώ οι εταίροι της αντιμετωπίζουν νέους δασμούς και εμπορικούς περιορισμούς. Αφετέρου, η Ουκρανία ενδέχεται να μείνει χωρίς αντιβαλλιστική άμυνα κατά τη διάρκεια του πιο δύσκολου χειμώνα σε καιρό πολέμου.

Όπως και το καλοκαίρι του 2025, υπάρχει και σήμερα πίεση και στις δύο πλευρές να καταλήξουν σε συμφωνία το συντομότερο δυνατό. Δεν υπάρχει ακόμη στρατηγικό σχέδιο για την εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας. Και παραμένει ασαφές τι ακριβώς επιθυμεί να επιτύχει ο Λευκός Οίκος.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

15 Αυγούστου 2026

Η «Εστία» και η ανέστια ύβρις

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Η πολιτική μικρότητα φτάνει στην πιο αποκρουστική της μορφή όταν ένας άνθρωπος, ένα κόμμα ή μια εφημερίδα αντιλαμβάνεται πως ακόμη και ο θάνατος μπορεί να του φανεί χρήσιμος: να καλύψει μια ευθύνη, να στηρίξει έναν αδύναμο ισχυρισμό, να κερδίσει χρόνο ή να περιβάλει μια σκοπιμότητα με το κύρος του πένθους.

 

Η εφημερίδα Εστία δημοσίευσε ένα ρεπορτάζ για υποτιθέμενο δείπνο του Γιώργου Γεραπετρίτη, της Άννας Διαμαντοπούλου και του Μανώλη Χριστοδουλάκη. Οι τρεις το διέψευσαν κατηγορηματικά. Η εφημερίδα όφειλε εκείνη τη στιγμή να κάνει αυτό που επιβάλλει η στοιχειώδης δημοσιογραφική δεοντολογία: να παρουσιάσει τις αποδείξεις της ή να ανακαλέσει.

Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να ανακοινώσει ότι, «μετέχοντας στο εθνικό πένθος» για τους δύο πιλότους που σκοτώθηκαν κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους, δεν θα απαντούσε την ίδια ημέρα. Θα απαντούσε αργότερα, την επόμενη Κυριακή, «με σοβαρότητα, νηφαλιότητα και τεκμηρίωση».

Η διατύπωση θα μπορούσε να προκαλεί απλώς θυμηδία, αν δεν ήταν τόσο ηθικά αποκρουστική.

Τι ακριβώς εμπόδιζε το πένθος; Την παρουσίαση ενός στοιχείου; Τη δημοσίευση μιας αυθεντικής φωτογραφίας; Την κατονομασία μιας πηγής; Την παραδοχή ενός λάθους; Χρειαζόταν άραγε μια εβδομάδα εθνικής περισυλλογής για να αποδειχθεί ότι τρεις άνθρωποι κάθισαν στο ίδιο τραπέζι;

Η εφημερίδα δεν σιώπησε. Συνέχισε να υπαινίσσεται, να προαναγγέλλει, να μιλά για πολιτικές διεργασίες, μετεκλογικές εξελίξεις και θέσεις εξουσίας. Η μόνη απάντηση που ανέβαλε ήταν εκείνη που απαιτούσε αποδείξεις. Και ανάμεσα στον εαυτό της και στην απαίτηση της αλήθειας τοποθέτησε δύο νεκρούς. Παράξενος τρόπος να δείξεις σεβασμό.

Οι δύο πιλότοι έχασαν τη ζωή τους εκτελώντας το καθήκον τους. Δεν σκοτώθηκαν για να εξασφαλίσουν σε μια εφημερίδα χρόνο διαχείρισης μιας διάψευσης. Δεν μπορούν να επιστρατεύονται εκ των υστέρων ως ηθικοί φρουροί ενός πρωτοσέλιδου. Η μνήμη τους δεν αποτελεί αναστολή της δημοσιογραφικής λογοδοσίας. Ο θάνατός τους δεν προσφέρει άσυλο σε κανέναν ισχυρισμό.

Και όμως, αυτή ακριβώς η χρήση του θανάτου έχει γίνει σχεδόν κοινός τόπος στην ελληνική πολιτική ζωή. Κάθε τραγωδία μετατρέπεται με τρομακτική ταχύτητα σε πολιτικό κεφάλαιο. Οι νεκροί αποκτούν εκπροσώπους που δεν επέλεξαν, απόψεις που δεν διατύπωσαν, κομματικές ταυτότητες που δεν είχαν. Η σιωπή τους γεμίζει με τις φωνές των ζωντανών. Άλλοι μιλούν στο όνομά τους, άλλοι αποδίδουν στους νεκρούς τη δική τους οργή, άλλοι κρύβονται πίσω τους για να αποφύγουν μια δύσκολη ερώτηση.

Στα Τέμπη η διαδικασία αυτή πήρε τις πιο ακραίες διαστάσεις της. Πενήντα επτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε μια τραγωδία που απαιτεί πλήρη διερεύνηση, τιμωρία των υπευθύνων και απόλυτη θεσμική διαφάνεια. Η απαίτηση αυτή είναι αδιαπραγμάτευτη.

Αδιαπραγμάτευτη είναι και μια δεύτερη αρχή: κανένας θάνατος δεν μετατρέπει μια εικασία σε γεγονός. Κανένας πόνος δεν υποκαθιστά την απόδειξη. Καμία τραγωδία δεν δίνει σε κόμματα, δημοσιογράφους ή αυτόκλητους εισαγγελείς το δικαίωμα να παρουσιάζουν τη μισή αλήθεια ως ολόκληρη, να βαφτίζουν κάθε αμφιβολία συγκάλυψη και κάθε απαίτηση τεκμηρίωσης προσβολή προς τους νεκρούς.

Η δικαιοσύνη για τους νεκρούς απαιτεί αλήθεια. Η πολιτική εκμετάλλευση απαιτεί χρήσιμη  μυθοπλασία. Εκεί βρίσκεται η διαφορά.

Όταν η συγκίνηση γίνεται μέσο για να παρακαμφθεί η απόδειξη, ο νεκρός παύει να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος και μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο, γίνεται εικόνα σε πανό, φράση σε ομιλία, επιχείρημα σε τηλεοπτικό παράθυρο, ασπίδα απέναντι σε μια διάψευση. Αυτή είναι η πραγματική σκύλευση: να χρησιμοποιείς τη σιωπή ενός νεκρού για να δυναμώσεις τη δική σου φωνή.

Οι αρχαίοι ονόμαζαν ύβριν την υπέρβαση του ορίου που διατηρεί τον άνθρωπο μέσα στην ηθική τάξη. Η καπηλεία του θανάτου αποτελεί την πληρέστερη εκδοχή της. Ο ζωντανός ιδιοποιείται τον νεκρό, του αποδίδει σκοπούς, τον στρατεύει σε αντιπαραθέσεις που εκείνος δεν επέλεξε και απαιτεί από τους άλλους να σωπάσουν μπροστά στη μνήμη του.  

Η ανακοίνωση της «Εστίας» είναι αποκαλυπτική ακριβώς επειδή παρουσιάζει αυτή τη χρήση σχεδόν απροκάλυπτα. Πρώτα το δημοσίευμα. Έπειτα οι διαψεύσεις. Κατόπιν η επίκληση του εθνικού πένθους. Και στο τέλος η υπόσχεση ότι οι αποδείξεις θα εμφανιστούν αργότερα.

Οι αποδείξεις, όμως, δεν πενθούν. Είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν.

Όταν δημοσιεύεις έναν τόσο συγκεκριμένο ισχυρισμό, τις διαθέτεις πριν από τη δημοσίευση. Δεν τις συγκεντρώνεις μία εβδομάδα μετά, επειδή οι άνθρωποι που ενέπλεξες σε διέψευσαν. Και ασφαλώς δεν χρησιμοποιείς δύο φέρετρα για να μεταθέσεις την ώρα κατά την οποία θα κριθεί η αξιοπιστία σου.

Η εφημερίδα οφείλει να παρουσιάσει όσα υποστηρίζει ότι διαθέτει. Αν τα στοιχεία της αποδεικνύουν το δημοσίευμα, θα κριθούν. Αν δεν το αποδεικνύουν, οφείλει να ανακαλέσει. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει.

Το πένθος δεν είναι δημοσιογραφικό καταφύγιο, ούτε οι νεκροί συνήγοροι των ζωντανών. Πολύ δε περισσότερο τα φέρετρα δεν είναι παραβάν πίσω από τα οποία κρύβονται όσοι χρωστούν απαντήσεις.

 

03 Αυγούστου 2026

Η δολοφονία και η ανάσταση του Ομήρου

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Ας συμφωνήσουμε αρχικά σε κάτι στοιχειώδες. Μια σοβαρή κρίση σπανίως χωρά στο άσπρο και το μαύρο, στο καλό και το κακό. Η ερμηνεία που σέβεται το αντικείμενό της αποδέχεται την πολυπλοκότητά του, ακόμη και όταν καταλήγει σε αυστηρό συμπέρασμα. Διαφορετικά, η κριτική παύει να είναι κρίση και καταντά αποψάρα.

 

Δεν είδα την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν. Είδα, όμως, εκείνο που προηγήθηκε και ακολούθησε την προβολή της: τον μαύρο χαμό. Δεν υπήρξε λογαριασμός στο Facebook, στο X, στο Instagram ή σε οποιαδήποτε άλλη γωνιά των κοινωνικών δικτύων που να αντιστάθηκε στον πειρασμό της δημόσιας αυτοέκθεσης: να μιλήσει με απόλυτη βεβαιότητα για όσα αγνοεί.

Γι’ αυτό ακριβώς το άρθρο αφορά τη «βουή και την αντάρα», όχι την ταινία. Για να κρίνει κανείς ένα κινηματογραφικό έργο, οφείλει ασφαλώς να το παρακολουθήσει. Για να παρατηρήσει όμως τον μηχανισμό που το μεταβάλλει σε παγκόσμιο πολιτιστικό γεγονός, αρκεί να κοιτάξει όσα συμβαίνουν γύρω του.

Πίσω από τις υψηλές λέξεις περί Ομήρου, πολιτιστικής κληρονομιάς, συμπερίληψης και ιστορικής πιστότητας υπάρχει πρώτα μια πολύ πεζή πραγματικότητα. Μια παραγωγή της τάξης των 250 εκατομμυρίων δολαρίων πρέπει να επιστρέψει τα χρήματά της. Γύρω από μια τέτοια παραγωγή στήνεται πολύ πριν από την πρεμιέρα ένας τεράστιος μηχανισμός δημοσιότητας, που τρέφεται εξίσου από τη συζήτηση και τη διαμάχη. Το Χόλιγουντ γνωρίζει εδώ και καιρό ότι η διαμάχη είναι το φθηνότερο ειδικό εφέ μιας πανάκριβης ταινίας. Η μαύρη Ελένη, ο καταθλιπτικός Οδυσσέας, το μετατραυματικό στρες, οι δηλώσεις των ηθοποιών και η οργή των κοινωνικών δικτύων αποτελούν διαφορετικές πηγές του ίδιου πολύτιμου καυσίμου: της προσοχής.

Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι ο Νόλαν είναι ένας κυνικός έμπορος που έτυχε να πέσει πάνω στον Όμηρο. Ούτε άσχετος είναι ούτε ανόητος. Μελέτησε το κείμενο, διάβασε διαφορετικές μεταφράσεις και έπειτα, όπως ο ίδιος παραδέχεται, τις αγνόησε, ώστε  να φτιάξει μια ταινία με τη δική του κινηματογραφική γλώσσα. Ο Ντάνιελ Μέντελσον, κορυφαίος κλασικός φιλόλογος και βαθύς γνώστης της ομηρικής Οδύσσειας, αναγνωρίζει ότι η κυκλική σύνθεση, οι αναδρομές, οι ιστορίες μέσα στις ιστορίες και η συνεχής επιστροφή στο σημείο εκκίνησης συνδέουν ουσιαστικά τη μέθοδο του Νόλαν με την ομηρική αφήγηση.

Η σοβαρότητα της προετοιμασίας του δεν αγιοποιεί το αποτέλεσμα, ωστόσο, το καθιστά άξιο σοβαρής διαφωνίας.

Η Οδύσσεια προκάλεσε επί αιώνες συγγραφείς, μεταφραστές, σκηνοθέτες, ζωγράφους και μουσικούς. Ο Βιργίλιος, ο Δάντης, ο Τζόυς και ο Καζαντζάκης συνάντησαν διαφορετικό Οδυσσέα, επειδή κάθε εποχή αναζητούσε στο ίδιο πρόσωπο τη δική της ανησυχία. Αυτή η αδιάκοπη επανεμφάνισή του αποδεικνύει ότι το έργο λειτουργεί ακόμη, ότι εξακολουθεί να γεννά μορφές και νοήματα. Δεν μας υποχρεώνει να αποδεχθούμε κάθε νέα εκδοχή του. Η επίδραση ενός κλασικού έργου και η αξία μιας συγκεκριμένης διασκευής του είναι δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Ο Όμηρος μας κληροδότησε την Οδύσσεια, όχι και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να την ερμηνεύουμε.

Εξακολουθώ, για παράδειγμα, να διαβάζω την Οδύσσεια στη μετάφραση του Ιάκωβου Πολυλά και θεωρώ την απόπειρα των Καζαντζάκη–Κακριδή επιεικώς άστοχη. Κάποιος άλλος μπορεί να πιστεύει ακριβώς το αντίθετο. Αυτή είναι μια θεμιτή αισθητική και φιλολογική διαφωνία. Τι απομένει; Να κηρύξουμε νέο Τρωικό Πόλεμο ανάμεσα σε ανθρώπους που, σε μεγάλο ποσοστό, γνωρίζουν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια κυρίως από τα εξώφυλλά τους;

Η σημαντικότερη ένσταση απέναντι στην ταινία, τουλάχιστον όπως την περιγράφει ο Μέντελσον, αφορά τον ίδιο τον Οδυσσέα. Ο Νόλαν τον μετατρέπει σε έναν ήρωα ενοχής, ψυχικά διαλυμένο από τον Τρωικό Πόλεμο, σχεδόν σε μια αρχαία εκδοχή του Μπάτμαν. Του αποδίδει κατάθλιψη και μετατραυματικό στρες, ώστε να γίνει αναγνωρίσιμος από το θεατή του 21ου αιώνα. Η επιλογή διαθέτει δραματουργική λογική. Είναι όμως πολύ περισσότερο Νόλαν από όσο είναι Όμηρος.

Ο ομηρικός άνθρωπος γνωρίζει το φόβο, το πένθος, την απώλεια και τη συντριβή. Ο Οδυσσέας κλαίει στην ακτή της Καλυψώς, δακρύζει ακούγοντας τον Δημόδοκο να τραγουδά τα γεγονότα της Τροίας, νοσταλγεί την πατρίδα και υποφέρει για τους συντρόφους που χάθηκαν. Η ψυχική οδύνη υπάρχει. Εκείνο που απουσιάζει είναι η σύγχρονη ηθική ανάγνωσή της. Ο ήρωας βασανίζεται από την απώλεια, τον νόστο που αναβάλλεται, τη μνήμη και την οργή των θεών αλλά δεν μετανοεί επειδή έλαβε μέρος σε έναν πόλεμο ο οποίος παραβιάζει τις σημερινές αντιλήψεις περί βίας. Η πολεμική πράξη τού προσφέρει τιμή και κλέος, ενώ το τέχνασμα αποτελεί απόδειξη της αρετής του, όχι πηγή ενοχής που απαιτεί ψυχοθεραπευτική εξιλέωση.

Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Στον ομηρικό κόσμο το άτομο ορίζεται μέσα από το βλέμμα των θεών, των συμπολεμιστών, της οικογένειας και της κοινότητας. Η τιμή, η αιδώς, η φήμη, η εκδίκηση, η φιλοξενία και η πίστη στον οίκο συνθέτουν έναν κόσμο πολύ μακρινό από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα τον άνθρωπο και τις πράξεις του. Ακόμη και η μνηστηροφονία παρουσιάζεται ως βίαιη αποκατάσταση της τάξης που παραβιάστηκε, όχι ως έγκλημα από το οποίο ο Οδυσσέας θα χρειαστεί να... θεραπευθεί.

Οι πιο παραπλανητικές γέφυρες με την αρχαιότητα είναι συχνά οι λέξεις που επέζησαν. Ακούμε «αρετή», «ανδρεία», «πόλη», «σώμα», «έρωτας» και νομίζουμε ότι αναγνωρίζουμε τις ίδιες έννοιες. Η ομηρική αρετή συνδέεται με την ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνεται στο ρόλο του, όχι με τη νεότερη έννοια της ηθικής καλοσύνης. Η ανδρεία προϋποθέτει μια εξοικείωση με τη βία που σήμερα μας ξενίζει. Η πόλη απέχει από το σύγχρονο κράτος, ο έρωτας από τη ρομαντική αυτοπραγμάτωση και η ομόφυλη επιθυμία από τη νεότερη ιδέα μιας σταθερής σεξουαλικής ταυτότητας. Οι ίδιες λέξεις κρύβουν διαφορετικούς κόσμους. Ο Όμηρος γνωρίζει το κόστος της βίας, ιδίως στην Ιλιάδα, αλλά το αντιλαμβάνεται με άλλες κατηγορίες. Η διάγνωση του μετατραυματικού στρες δεν αποτελεί απλή μεταφορά ενός παλαιού αισθήματος σε μια σημερινή λέξη. Μεταφέρει μαζί της ολόκληρη ανθρωπολογία.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται το αναπόφευκτο δράμα κάθε σύγχρονης διασκευής. Ο σκηνοθέτης χρειάζεται να κάνει τον αρχαίο κόσμο οικείο σε ένα κοινό που σκέφτεται με εντελώς διαφορετικούς όρους. Αν τον αφήσει ριζικά ξένο, κινδυνεύει να χάσει το θεατή. Αν τον μεταφράσει πλήρως στη γλώσσα του παρόντος, χάνει τον αρχαίο κόσμο. Η διασκευή κινείται αναγκαστικά ανάμεσα σε αυτές τις δύο απώλειες. Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει αναχρονισμός, αλλά αν ο δημιουργός γνωρίζει ότι «αναχρονίζει» και αν η μετάπλαση που επιχειρεί παράγει τέχνη ή απλώς εναρμονίζεται με τις βεβαιότητες της εποχής του.

Άλλωστε, ο Όμηρος είχε αρχίσει να γίνεται προβληματικός ήδη μέσα στην ίδια την αρχαιότητα. Τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Πλάτων τον αντιμετώπιζε συγχρόνως ως τον μεγάλο παιδαγωγό των Ελλήνων και ως έναν ποιητή επικίνδυνο για την ιδανική πολιτεία. Οι θεοί που εξαπατούν, οι ήρωες που θρηνούν, η μίμηση των παθών και η ηθική του επικού κόσμου κρίνονταν ακατάλληλα για τους πολίτες που ήθελε να διαμορφώσει. Η απόσταση ανάμεσα στον ομηρικό ήρωα και την πλατωνική πόλη είχε ήδη ανοίξει. Εάν λίγους αιώνες αργότερα οι ίδιοι οι αρχαίοι αισθάνονταν την ανάγκη να διορθώσουν  ή να αποπέμψουν τον Όμηρο, θα ήταν παράλογο να πιστέψουμε ότι ο κινηματογράφος του 21ου αιώνα μπορεί να τον μεταφέρει ανέπαφο.

Γι’ αυτό κάθε σκηνοθετική παρέμβαση δολοφονεί και ταυτοχρόνως ανασταίνει το αρχαίο έργο. Το αποσπά από το δικό του σύστημα νοημάτων, αλλά του προσφέρει νέο κοινό. Ο δημιουργός βάζει με κάποια αυταρέσκεια το όνομά του δίπλα στο όνομα του Ομήρου, του Αισχύλου ή του Σοφοκλή, γνωρίζοντας ότι το παλαιό κύρος θα φωτίσει και τη δική του υπογραφή. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι σπουδαίο, μέτριο ή καταστροφικό. Πιστή αναπαραγωγή, πάντως, δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο μια καινούργια ανάγνωση που οφείλει να κριθεί για όσα επέλεξε, όσα κατανόησε και όσα θυσίασε.

Κάπου εδώ εμφανίζεται η μαύρη Ελένη (και μαζί η μαύρη Κλυταιμνήστρα) και η συζήτηση εγκαταλείπει σχεδόν ολοκληρωτικά την Οδύσσεια. Το χρώμα του δέρματος της Λουπίτα Νιόνγκο αποτελεί δευτερεύον ζήτημα για το ίδιο το έπος. Η Ελένη έχει μικρή παρουσία στην Οδύσσεια, είναι μυθικό και όχι ιστορικό πρόσωπο, ενώ το θέατρο και ο κινηματογράφος έχουν προ πολλού εξοικειωθεί με διανομές που αγνοούν το φύλο ή την καταγωγή των χαρακτήρων. Κανένα αρχαίο κείμενο δεν ακυρώνεται επειδή ένας ρόλος ανατίθεται σε ηθοποιό διαφορετικής όψης από εκείνη που έχει παγιώσει η νεότερη εικονογραφική παράδοση.

Από την άλλη πλευρά, θα ήταν αφέλεια να προσποιηθούμε ότι η επιλογή έγινε μέσα σε αισθητικό κενό. Ο ίδιος ο Μέντελσον θεωρεί προφανές ότι ο Νόλαν επέλεξε συνειδητά να προκαλέσει. Η πρόκληση γεννά δημοσιότητα, η δημοσιότητα εισιτήρια και η διανομή αποκτά έναν πρόσθετο συμβολισμό, ανεξάρτητο από την ερμηνεία της ηθοποιού. Η επιλογή μπορεί να είναι καλλιτεχνικά νόμιμη και συγχρόνως διαφημιστικά υπολογισμένη. Οι δύο διαπιστώσεις συνυπάρχουν χωρίς δυσκολία.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια ελεύθερη σκηνοθετική απόφαση παρουσιάζεται ως ηθική διόρθωση του παρελθόντος και θωρακίζεται απέναντι σε κάθε κριτική. Η δήλωση της Νιόνγκο ότι θα ζητούσε περίπου το λόγο από τον Όμηρο επειδή αφιέρωσε λίγο χώρο στις γυναίκες ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Η Οδύσσεια είναι ένα έπος όπου η Αθηνά θέτει την πλοκή σε κίνηση, η Πηνελόπη αντιπαραθέτει τη δική της μήτιν στην πανουργία του Οδυσσέα, ενώ η Καλυψώ, η Κίρκη, η Ναυσικά, η Αντίκλεια, η Ευρύκλεια, η Ελένη και οι Σειρήνες καθορίζουν σχεδόν κάθε σταθμό του νόστου. Όλα αυτά φυσικά εκτυλίσσονται μέσα σε έναν πατριαρχικό κόσμο. Η θέση των γυναικών στον ομηρικό οίκο απέχει ριζικά από τη σύγχρονη ισότητα. Η γυναικεία παρουσία, ωστόσο, είναι τόσο δραστική ώστε η ανάγνωση του έπους ως ιστορίας που παραμερίζει απλώς τις γυναίκες αποκαλύπτει περισσότερο άγνοια παρά ευαισθησία.

Η απαίτηση να απολογηθεί ο Όμηρος επειδή δεν συμμορφώθηκε προς τις προδιαγραφές εκπροσώπησης του 2026 είναι εξίσου παράλογη με την επίπληξή του επειδή αγνοούσε την καθολική ψήφο, την ψυχανάλυση ή το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Η ιστορική κατανόηση αρχίζει ακριβώς τη στιγμή που αναστέλλουμε προσωρινά το σημερινό ηθικό βαθμολόγιο και προσπαθούμε να αντιληφθούμε τις κατηγορίες μιας άλλης κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε από τη δική μας κρίση. Σημαίνει ότι πρώτα κατανοούμε και ύστερα κρίνουμε. Διαφορετικά συνομιλούμε μόνο με τον εαυτό μας, χρησιμοποιώντας τον αρχαίο συγγραφέα ως βουβό κομπάρσο στις σημερινές μας διαμάχες.

Ο όρος «γουόκ κουλτούρα» έχει πια χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ ώστε συχνά συσκοτίζει αντί να εξηγεί. Το φαινόμενο που επιχειρεί να περιγράψει, ωστόσο, είναι υπαρκτό: μια πολιτισμική «ορθοδοξία» που μετρά στα έργα παρουσίες και απουσίες, σαν η αξία τους να εξαρτάται από το πόσο σωστά μοιράζουν τους ρόλους, αντιμετωπίζει τη μνήμη ως υλικό προς ανακατανομή και μετρά την ηθική τους αξία με βάση τη συμμόρφωση προς τις ευαισθησίες του παρόντος. Η ανάμειξη εποχών, φύλων και πολιτισμών μπορεί να γεννήσει μεγάλη τέχνη· το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία της τέχνης. Μεταβάλλεται σε αντιπολιτισμικό χυλό όταν καταργεί τις διαφορές που υποτίθεται ότι θέλει να αναδείξει.

Θα ήταν υπερβολικό να βαφτίσουμε ολοκληρωτισμό κάθε ανορθόδοξη διανομή ρόλων. Υπάρχει όμως μια ολοκληρωτική φιλοδοξία στον μηχανισμό που απονέμει εκ των προτέρων την ηθική αρετή σε μία ερμηνεία και μεταβάλλει την αντίρρηση σε τεκμήριο ρατσισμού, μισογυνισμού ή πολιτισμικής καθυστέρησης. Εκεί η συζήτηση παύει. Η αισθητική κρίση αντικαθίσταται από πιστοποιητικά προθέσεων και το έργο αποκτά ένα συμβολικό κεφάλαιο που βρίσκεται έξω από τις εικόνες ή τις σελίδες του. Όπως στη λογοτεχνική ζωή ένα βιβλίο μπορεί να προστατεύεται από τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα του, έτσι και στον κινηματογράφο μια διανομή μπορεί να αποκτά ηθική ασυλία πριν ακόμη αξιολογηθεί καλλιτεχνικά.

Εξίσου αποκαλυπτική είναι και η αντίδραση της άλλης πλευράς. Από τη μια, κάποιοι δικάζουν τον Όμηρο με τον κώδικα συμπερίληψης του 2026. Από την άλλη, ορισμένοι υπερασπίζονται την Ελένη σαν να πρόκειται για ληξιαρχικώς καταγεγραμμένη Ελληνίδα, της οποίας παραποιήθηκε το διαβατήριο. Οι πρώτοι μετατρέπουν το έπος σε εγχειρίδιο ορθής εκπροσώπησης και οι δεύτεροι σε εθνικό κειμήλιο που τους ανήκει λόγω καταγωγής. Και οι δύο πλευρές προβάλλουν πάνω του κατηγορίες ξένες προς τον κόσμο του. Η σύγχρονη διάκριση «λευκού» και «μαύρου», φορτισμένη από τη δουλεία, την αποικιοκρατία και τον φυλετικό διαχωρισμό, δεν αντιστοιχεί στον τρόπο με τον οποίο ο αρχαίος ελληνικός κόσμος αντιλαμβανόταν τις ανθρώπινες διαφορές. Η διαμάχη για το χρώμα της Ελένης μιλά πολύ περισσότερο για εμάς παρά για τον Όμηρο.

Αυτό είναι ίσως το ουσιώδες σημείο των εγχώριων διαμαρτυριών. Αν συγκεντρώναμε εκατό από τους πιο οργισμένους υπερασπιστές ή κατηγόρους της ταινίας, πόσοι θα είχαν ανοίξει την «Οδύσσεια» ή την «Ιλιάδα» πέρα από το εξώφυλλο; Η σχολική οικειότητα με τα ονόματα δημιουργεί συχνά την ψευδαίσθηση της γνώσης. Θεωρούμε ότι γνωρίζουμε τον Όμηρο επειδή θυμόμαστε τον Κύκλωπα, τις Σειρήνες και την Πηνελόπη που υφαίνει. Η γνώση του έργου, όμως, αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η περίληψη του μύθου: στη γλώσσα, στη δομή, στις επαναλήψεις, στις αντιφάσεις, στη θεολογία, στην ηθική του οίκου και στη σκοτεινή σχέση ανάμεσα στην ευφυΐα και τη βία.

Η ψηφιακή δημόσια σφαίρα έκανε τη γνώμη καθολικό δικαίωμα και τη γνώση προαιρετική προϋπόθεση. Έτσι το πιο εύκολο, άμεσο και ορατό στοιχείο, το χρώμα μιας ηθοποιού,  καταπίνει το έργο. Ελάχιστοι συζητούν για την απώλεια της ομηρικής μήτιος, για την αφαίρεση των Φαιάκων, για την εξαφάνιση του χιούμορ και του θαυμαστού, για τη μεταβολή του νόστου σε θεραπεία ενός τραυματισμένου αμερικανού ήρωα. Αυτές είναι αντιρρήσεις που απαιτούν ανάγνωση. Το χρώμα απαιτεί μόνο όραση και έναν λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα.

Ο Νόλαν, όπως κάθε σύγχρονος σκηνοθέτης που καταφεύγει στους κλασικούς, πιθανότατα δολοφονεί τον Όμηρο και ταυτοχρόνως τον ανασταίνει. Μπορεί να απομακρύνει τον Οδυσσέα από τον κόσμο του και συγχρόνως να φέρει εκατομμύρια ανθρώπους κοντά στο όνομά του. Ο Μέντελσον παρατηρεί ότι πολλοί Αμερικανοί αγοράζουν ήδη μεταφράσεις της Οδύσσειας, κάτι που μάλλον δεν συμβαίνει στη χώρα μας, για να προετοιμαστούν πριν δουν την ταινία. Αυτό από μόνο του είναι κέρδος. Ουδέν κακόν αμιγές καλού.

Καμία κινηματογραφική εκδοχή, πάντως, δεν μπορεί να βλάψει την Οδύσσεια. Το έπος επέζησε από τον Πλάτωνα, τους αλληγοριστές, τους χριστιανούς ερμηνευτές, τους μεταφραστές, τα εθνικά σχολικά εγχειρίδια, τον Τζόυς, τον Καζαντζάκη και από αμέτρητους σκηνοθέτες που το έντυσαν με τα ρούχα της εποχής τους. Θα επιζήσει και από τον Νόλαν, από τη Λουπίτα Νιόνγκο, από τους ενθουσιώδεις υμνητές και από τους οργισμένους τιμητές του διαδικτύου.

Η Οδύσσεια δεν κινδυνεύει από τον Νόλαν. Κινδυνεύουμε εμείς να μείνουμε για άλλη μια φορά έξω από τις σελίδες της, απολύτως βέβαιοι ότι την υπερασπιστήκαμε.

 

21 Ιουλίου 2026

Η ανάπτυξη αποτελεσματικής αυτοάμυνας της Ευρώπης ενάντια στον «ψυχολογικό πόλεμο» της Ρωσίας με τον οποίο επιχειρεί να την αποτρελάνει, απαιτεί καλύτερη κατανόηση του πώς η Μόσχα αντιλαμβάνεται τη σύγκρουσή της με τη Δύση.

Η Ρωσία έχει αφιερώσει δεκαετίες στη διεξαγωγή γνωσιακού και πληροφοριακού πολέμου κατά της Δύσης. Πολύ πριν από την πλήρη εισβολή στην Ουκρανία, η Μόσχα επένδυσε στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται τη ρωσική ισχύ, την κλιμάκωση, τη στρατιωτική ικανότητα, την ανθεκτικότητα και τα όρια της δράσης της Δύσης. Πολλές από αυτές τις αφηγήσεις έγιναν κοινή λογική, επηρεάζοντας την πολιτική πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι θα μπορούσαν ποτέ τα άρματα μάχης ή οι πύραυλοι. Σήμερα, όμως, η Ουκρανία καταρρίπτει συστηματικά αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης. Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι να αφομοιώσει αυτά τα διδάγματα πριν οι ξεπερασμένες παραδοχές αρχίσουν και πάλι να διαμορφώνουν την πολιτική ασφαλείας της.

Οι ουκρανικές επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς έχουν φτάσει στη Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη, σε στρατηγικές βάσεις βομβαρδιστικών και σε κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές. Η Κριμαία, που κάποτε παρουσιάζονταν από το Κρεμλίνο ως απαραβίαστο ρωσικό έδαφος, μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε πεδίο μάχης όπου κυριαρχούν οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας. Για πρώτη φορά από την πλήρη εισβολή, η Ρωσία αρχίζει να βιώνει αυτό που επέβαλε στην Ουκρανία για χρόνια — έναν πόλεμο που συνεπάγεται πραγματικό κόστος.

Αυτή είναι ακριβώς η στιγμή που η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια στρατηγική επιλογή. Είτε θα επιτρέψει στη Ρωσία να φτάσει τελικά στο ναδίρ και να βιώσει μια ήττα αρκετά βαριά ώστε να πυροδοτήσει εσωτερικές αλλαγές, είτε θα επαναλάβει τον γνωστό κύκλο πρόωρων διαπραγματεύσεων, χαλάρωσης των κυρώσεων και μιας ακόμη «επανεκκίνησης» πριν αντιμετωπιστούν οι ρίζες της ρωσικής επιθετικότητας. Η ήττα δεν απαιτεί την παρουσία ουκρανικών στρατευμάτων στην Κόκκινη Πλατεία. Απαιτεί την κατάρρευση του καθεστώτος και, μαζί με αυτό, των μύθων που τροφοδότησαν τη συνεχή αναγέννηση ιμπεριαλιστικών και απάνθρωπων καθεστώτων.

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, το Κρεμλίνο έχει καλλιεργήσει συστηματικά μια σειρά αφηγήσεων που παρουσιάζουν τη Ρωσία ως ανίκητη, την κλιμάκωση ως αναπόφευκτη, τον συμβιβασμό ως τη μόνη ορθολογική στρατηγική και την ειρήνη μέσω της προσαρμογής ως την ασφαλέστερη επιλογή για την Ευρώπη. Αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα δεκαετιών αυτού που οι Ρώσοι στρατιωτικοί στοχαστές αποκαλούν όλο και περισσότερο «ψυχολογικό πόλεμο» (mental war), έναν πόλεμο που επιχειρεί να αποτρελάνει τον θεωρούμενο εχθρό. Ο ίδιος ο όρος αποτελεί μια προσπάθεια «υποκατάστασης εισαγωγών» για να διαφοροποιηθεί από τη δυτική έννοια του πληροφοριακού πολέμου.

Σύμφωνα με τον Αντρέι Ιλνίτσκι, έναν από τους αρχιτέκτονες της θεωρίας και πρώην σύμβουλο του Ρώσου υπουργού Άμυνας, αυτού του είδους ο ψυχολογικός πόλεμος αφορά την ίδια τη μεταμόρφωση του πώς συγκροτείται ένα έθνος. Στοχεύει στην ταυτότητα, την ιστορική μνήμη, τις αξίες, τις παραδόσεις και τον ίδιο τον πολιτισμικό κώδικα μέσω του οποίου οι άνθρωποι ερμηνεύουν την πραγματικότητα. Ο στρατιωτικός θεωρητικός Ιγκόρ Καραβάεφ προχωρά ακόμη πιο μακριά, περιγράφοντας τον ψυχολογικό πόλεμο ως μια συστηματική προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της δημόσιας συνείδησης, αποδυνάμωσης των κρατικών θεσμών και, τελικά, αλλαγής ενός ολόκληρου πολιτισμού. Οι στρατιωτικές νίκες μπορούν να ανατραπούν· οι μετασχηματισμένες ταυτότητες είναι πολύ πιο δύσκολο να ανακτηθούν. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο το Κρεμλίνο θεωρεί τον ψυχολογικό πόλεμο πιο αποφασιστικό από τον συμβατικό πόλεμο.

Στην πρόσφατη έκθεσή μου για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Τρελαίνοντας τον άλλο: Ο γνωσιακός και πληροφοριακός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ευρώπης», υποστηρίζω ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αναπτύξει μια αποτελεσματική μακροπρόθεσμη στρατηγική έναντι της Ρωσίας χωρίς πρώτα να κατανοήσει πώς η ίδια η Ρωσία αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση. Σύμφωνα με τους δικούς της στρατηγούς, δεν πρόκειται απλώς για μια γεωπολιτική αντιπαράθεση. Πρόκειται για έναν πολιτισμικό —και, ως εκ τούτου, υπαρξιακό— πόλεμο. Οι Ρώσοι το εννοούν σοβαρά όταν ανακοινώνουν ένα παιχνίδι του τύπου «είτε αυτοί είτε εμείς».

Οι Ρώσοι αναλυτές στρατηγικής απεικονίζουν όλο και περισσότερο την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ως τη μεγαλύτερη ήττα της Ρωσίας σε έναν «ψυχολογικό πόλεμο». Σύμφωνα με την ερμηνεία τους, η Δύση κατέκτησε τη σοβιετική συνείδηση όταν οι σοβιετικοί πολίτες αντάλλαξαν την πολιτισμική τους ταυτότητα με «τζιν, τσίχλες και ελευθερία κίνησης». Τώρα βρισκόμαστε στη δεύτερη φάση αυτού του ανταγωνισμού.

Από τη σκοπιά του Κρεμλίνου, οι δημοκρατίες είναι επικίνδυνες επειδή αντιπροσωπεύουν ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνίας. Μια επιτυχημένη Ουκρανία αποτελεί ακόμη μεγαλύτερη απειλή. Αποδεικνύει ότι μια χώρα που μοιράζεται αιώνες ιστορίας και κάθε είδους διαπροσωπικούς δεσμούς με τη Ρωσία μπορεί να απορρίψει τον αυταρχισμό, να αποδομήσει τους αυτοκρατορικούς μύθους και να οικοδομήσει ένα διαφορετικό πολιτικό μέλλον. Όπως παρατήρησε ο Ρώσος πολιτικός φιλόσοφος Αντρέι Οκάρα πριν από περισσότερο από μια δεκαετία, η Ουκρανία δεν αποτελεί απλώς μια γεωπολιτική πρόκληση για το σύστημα του Πούτιν· αποτελεί μια γνωσιακή και σημασιολογική πρόκληση. Η επιτυχία της Ουκρανίας υπονομεύει την ίδια την αφήγηση στην οποία στηρίζεται το σημερινό ρωσικό κράτος.

Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η Ρωσία βλέπει τη σύγκρουση βοηθά επίσης να εξηγηθεί γιατί τόσες πολλές δυτικές παραδοχές έχουν αποτύχει επανειλημμένα. Η Ρωσία δεν έχει απλώς επενδύσει σε εκστρατείες παραπληροφόρησης ή παρέμβασης στις εκλογές. Έχει αφιερώσει δεκαετίες καλλιεργώντας στρατηγικά αφηγήματα που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι σκέφτονται για την ίδια τη Ρωσία. Αυτά τα αφηγήματα — ή αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «διανοητικοί ιοί» — συνεχίζουν να επηρεάζουν τις συζητήσεις σε όλη την Ευρώπη, ακόμη και μετά από περισσότερα από δώδεκα χρόνια πολέμου στην ήπειρο.

 

Μύθος 1. Η Ευρώπη δεν βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία

Η Ουκρανία έμαθε με τον σκληρό τρόπο ότι, αν η Ρωσία ενεργεί επιθετικά εναντίον του κράτους σου, το να προσποιείσαι το αντίθετο δεν μειώνει την απειλή. Στην πραγματικότητα, η Ρωσία διεξάγει εδώ και χρόνια σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, παρεμβάσεις στις εκλογές, ενεργειακό εκβιασμό, παρεμβολές GPS, δολοφονίες, επιχειρήσεις επηρεασμού και επιθέσεις σε υποδομές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το «Everywhere War – Sub-Threshold Warfare Tracker» έχει καταγράψει εκατοντάδες τέτοια περιστατικά σε ολόκληρη την ήπειρο. Η Ευρώπη μπορεί να μην θεωρεί πως βρίσκεται σε απευθείας πόλεμο με τη Ρωσία, αλλά η Ρωσία έχει προ πολλού εγκαταλείψει αυτή τη διάκριση.

 

Μύθος 2. Η Ρωσία είναι είτε ανίκητη είτε το σημερινό καθεστώς είναι απλώς το «πιο οικείο κακό»

Και οι δύο υποθέσεις οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: να αποφευχθεί η άσκηση πραγματικής πίεσης στη Μόσχα. Ωστόσο, η ιστορία μας λέει κάτι πολύ διαφορετικό. Η Ρωσία έχει υποστεί επανειλημμένα στρατιωτικές ήττες — από τον Πόλεμο της Λιβονίας, τον Κριμαϊκό Πόλεμο και τον Ρωσο-Ιαπωνικό Πόλεμο έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την επέμβαση στο Αφγανιστάν και τον Πρώτο Πόλεμο της Τσετσενίας. Η ίδια η Μόσχα έχει καεί δύο φορές: πρώτα το 1571, όταν οι Τάταροι της Κριμαίας έβαλαν φωτιά στην πόλη, και ξανά το 1812 κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ναπολέοντα. Η ήττα δεν αποτελεί εξαίρεση στη ρωσική ιστορία· είναι μέρος της.

Η Ουκρανία καταρρίπτει τον μύθο της ρωσικής ανίκητης δύναμης σε πραγματικό χρόνο. Πάνω από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη μιας επιχείρησης που υποτίθεται ότι θα διαρκούσε τρεις ημέρες, το Κρεμλίνο δεν κατάφερε να επιτύχει τους στρατηγικούς του στόχους, ενώ υπέστη τεράστιες στρατιωτικές και οικονομικές απώλειες, όπως και αντίστοιχες κύρους και γοήτρου. Ο πραγματικός κίνδυνος, επομένως, δεν είναι η ήττα της Ρωσίας, αλλά ο φόβος της Ευρώπης απέναντί της. Χωρίς να βιώσει την αποτυχία του αυτοκρατορικού της σχεδίου —και χωρίς να αναγνωρίσει ότι η επιθετικότητα οδηγεί σε παρακμή και όχι σε μεγαλείο— η Ρωσία είναι απίθανο να υποστεί τον βαθύ πολιτικό και ψυχολογικό μετασχηματισμό που απαιτείται για να σπάσει τον επαναλαμβανόμενο κύκλο της αυτοκρατορικής της επέκτασης. Μια άλλη πρόωρη «επανεκκίνηση» δεν θα εμπόδιζε τον επόμενο πόλεμο· απλώς θα τον χρηματοδοτούσε.

 

Μύθος 3. Η ειρήνη μπορεί να αποκατασταθεί μέσω του πραγματισμού και της οικονομικής συνεργασίας

Η Ευρώπη έχει ήδη δοκιμάσει αυτή την υπόθεση. Μέχρι το 2014, η Ρωσία είχε ενταχθεί σχεδόν σε κάθε σημαντικό ευρωατλαντικό οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο, εκτός από την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Κατείχε θέση στο G8, προσχώρησε στον ΠΟΕ, διατηρούσε εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές με την Ευρώπη και απολάμβανε βαθιά οικονομική αλληλεξάρτηση με τη Δύση. Τίποτα από όλα αυτά δεν εμπόδισε την προσάρτηση της Κριμαίας ή, οκτώ χρόνια αργότερα, την πλήρη εισβολή. Η οικονομική ολοκλήρωση δεν άλλαξε ούτε τη στρατηγική κουλτούρα του Κρεμλίνου ούτε τις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες του.

Η εμπειρία της Ουκρανίας αποδεικνύει ότι η Ρωσία κατανοεί μόνο τη γλώσσα της βίας. Οι ουκρανικές επιθέσεις κατά των ρωσικών ενεργειακών υποδομών, της στρατηγικής αεροπορίας και της στρατιωτικής εφοδιαστικής έχουν, κατά πάσα πιθανότητα, επηρεάσει τη συμπεριφορά του Κρεμλίνου πολύ περισσότερο από ό,τι χρόνια διπλωματικής εμπλοκής. Η ίδια η ρητορική του Πούτιν απεικονίζει αυτή την εξέλιξη — από την απόρριψη της ηγεσίας της Ουκρανίας με ανοιχτά απάνθρωπη γλώσσα το 2022 έως την πολύ πιο προσεκτική αναφορά στον Πρόεδρο Ζελένσκι φέτος. Η στρατιωτική πίεση πέτυχε αυτό που οι διπλωματικές κινήσεις απέτυχαν επανειλημμένα να επιτύχουν.

 

Μύθος 4. Η Ουκρανία πρέπει να ανταλλάξει εδάφη για την ειρήνη

Οι ίδιες οι διαπραγματευτικές θέσεις της Ρωσίας αποδεικνύουν γιατί αυτό αποτελεί ψευδαίσθηση. Οι απαιτήσεις της Μόσχας έχουν σταθερά ξεπεράσει κατά πολύ τα εδάφη που κατέχει επί του παρόντος, επεκτεινόμενες στην αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας, την πολιτική υποταγή της και την εγκατάλειψη των ευρωατλαντικών της φιλοδοξιών. Οι εδαφικές παραχωρήσεις, επομένως, δεν θα έθεταν τέλος στον πόλεμο· θα βελτίωναν τη στρατιωτική θέση της Ρωσίας, θα αποδυνάμωναν την ανατολική πτέρυγα της Ευρώπης και θα δημιουργούσαν καλύτερες συνθήκες για την επόμενη φάση της επιθετικότητας.

Συνολικά, αυτές οι αφηγήσεις ενθαρρύνουν την επιφυλακτικότητα όταν απαιτείται αποτροπή και τον συμβιβασμό όταν απαιτείται αντίσταση. Ενώ η Ουκρανία καταρρίπτει αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης, η Ευρώπη πρέπει να τους απομακρύνει από τη δική της στρατηγική σκέψη.

*Το παρόν άρθρο βασίζεται στην πρόσφατη έκθεση της συγγραφέα του για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Going mental: Russia’s cognitive war against Europe» που βρίσκεται στη διεύθυνση https://epik.eu/publication/cognitive-war/.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

20 Ιουλίου 2026
Σελίδα 1 από 20