Ισραήλ
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΑντισιωνισμός εναντίον Ελλήνων
Αφιερώνεται στη μνήμη της Αιμιλίας Καμπελή,
επιζησάσης του Ολοκαυτώματος
Στη χώρα μας, το αντισιωνιστικό κίνημα θεριεύει. Με άλλα λόγια, ο «ενάρετος» αντισημιτισμός, ο οποίος αποτελεί επί της ουσίας τη σύγχρονη μορφή τού εξοντωτικού αντιεβραϊσμού, δεδομένης της ύπαρξης πλέον του Ισραήλ, έχει κατακυριεύσει τα πανεπιστήμια, τον καλλιτεχνικό κόσμο, όπως και τους δρόμους. Aντιμέτωποι με αυτό το κύμα εχθρότητας, οι Έλληνες εβραϊκού θρησκεύματος δεν αισθάνονται πλέον ασφαλείς στην πατρίδα τους, σε βαθμό απόκρυψης της συγκεκριμένης ταυτότητάς τους.
Απότοκο της εναντίωσης στον οικουμενισμό –ο οποίος είναι ενύπαρκτος στις φιλοσοφικές καταβολές της σύγχρονης δημοκρατίας–, ο αντισιωνισμός, με σημαία τη δικαίωση των «καταπιεσμένων», συνδέεται στενά με την «προοδευτική» αξίωση κατάτμησης της κοινωνίας σε αμοιβαία αποκλειόμενες ταυτοτικές κατηγορίες. Προκαλώντας την υποχώρηση του «δημόσιου πνεύματος» προς έναν εχθροπαθή «ηθικισμό new look, ακόμη πιο αστόχαστο και ψευδεπίγραφο από τις προηγούμενες εκδοχές του»,[1] οι στεγανοποιημένες αυτές εμπόλεμες ομάδες συγκροτούνται με βάση το χρώμα του δέρματος, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την εθνοτική καταγωγή και τη θρησκευτική ένταξη, όπως αυτά νοούνται υπό το πρίσμα της αντι-αποικιοκρατικής αφήγησης και αναδιατάσσονται μέσω της διαθεματικής λογικής. Η τελευταία αντιμετωπίζει τα επιμέρους ταυτοτικά γνωρίσματα ως αλληλοδιαπλεκόμενες μορφές κοινωνικής θέσης, μέσα από τις οποίες παράγονται σύνθετες εξαρτήσεις κυριαρχίας και καταπίεσης.
Αντιστρέφοντας την ιεραρχική σχέση μεταξύ ανώτερου και κατώτερου, την οποία είχε θεσμοποιήσει η παραδοσιακή ρατσιστική κλίμακα αξιών, η αντι-λευκή θυματοκεντρική λογική επαναφέρει τους γνώριμους μηχανισμούς αποκλεισμού, αναπαράγοντας, αυτή τη φορά από την πλευρά των πρώην αποκλεισμένων, την αντίληψη σύμφωνα με την οποία «η ιδιαίτερη ταυτότητα πηγάζει από μια παγιωμένη και αξεπέραστη ένταξη»· συνακόλουθα, «μετατρέπει το άτομο σε φορέα μιας υποτιθέμενης ουσίας και παύει να το βλέπει ως μοναδικό πρόσωπο· το αντιμετωπίζει πλέον μόνο ως την ενσάρκωση ενός συνόλου, του οποίου αποτελεί, τρόπον τινά, το στερεοτυπικό πρότυπο».[2]
Στο πλαίσιο αυτού του λυσσώδους αντιδυτικισμού των αντισυστημικών κομμάτων και οργανώσεων –στοιχείου που υπήρξε κοινός παρονομαστής όλων των ολοκληρωτικών ιδεολογιών–, η αριστερόστροφη επαναστατικότητα συναντάται επικίνδυνα με τον ακροδεξιό αντισημιτισμό. Αγιοποιώντας τον εξεγερμένο ισλαμιστή και δαιμονοποιώντας το Ισραήλ ως λευκό και αποικιοκρατικό, ο αντισιωνισμός ενεργοποίησε ξανά το σύνολο σχεδόν των παραδοσιακών αντιεβραϊκών στερεοτύπων. Θα μπορούσαμε μάλιστα να μιλήσουμε για έναν ιδιότυπο εκσυγχρονισμό του μεσαιωνικού θρησκευτικού αντι-εβραϊσμού, συμβατό με τη σύγχρονη αγιοποίηση του «αδυνάμου», όπου το κατηγορητήριο της θεοκτονίας μεταλλάσσεται σε μια νέα μορφή συλλογικού καταλογισμού: την κατηγορία της «Παλαιστινοκτονίας».
Υποκαθιστώντας τις ναζιστικές συνδηλώσεις της φυλής με την ενοχοποίηση της συναισθηματικής, ιστορικής και θρησκευτικής σχέσης με το Ισραήλ, η λογική αυτή, εκτός από τους Ισραηλινούς, στοχοποιεί τους εβραίους ανεξαρτήτως υπηκοότητας, υπάγοντάς τους σε ένα καθεστώς συλλογικής ευθύνης για τις δράσεις ενός κράτους που έχει εκ προοιμίου καταταγεί στην κατηγορία του ηθικά έκπτωτου.
Έτσι, μέσα σε ένα κλίμα όπου η αξίωση αφανισμού του Ισραήλ προβάλλεται ως απολύτως θεμιτή, οι Έλληνες εβραϊκού θρησκεύματος βρέθηκαν, όπως και στην υπόλοιπη Δύση, αντιμέτωποι με μια εχθρότητα που προμηθεύεται τα δηλητηριώδη βέλη της από τη συνωμοσιολογική, πλασματική εικόνα του «αιώνιου Εβραίου», στον οποίο αποδίδονται όλες οι θανάσιμες αμαρτίες του κόσμου.
Βασιζόμενη στις θεωρήσεις της Χάννα Άρεντ, θα επιχειρήσω να αναδείξω τις συνέπειες αυτού του αντιεβραϊκού μένους για τον δημοκρατικά οργανωμένο τρόπο συνύπαρξής μας. Με αυτόν τον στόχο, θα προσεγγίσω την έννοια τού πολιτικά συγκροτημένου «εμείς», εξετάζοντας παράλληλα και τη συναισθηματική διάσταση των δεσμών του ανήκειν. Μέσω αυτής της μεθοδολογικής διάκρισης ανάμεσα στις δύο μορφές κοινοτικής ύπαρξης, επιζητώ να φωτίσω την απειλή που αντιπροσωπεύει για όλους μας –ανεξαρτήτως θρησκεύματος– η εξάπλωση ενός μίσους που δρα διαλυτικά για τον κοινό κόσμο τον οποίο έχουμε οικοδομήσει: έναν κόσμο μέσα στον οποίο, σε αντίθεση με τις καταβολές και τα γνωρίσματα που δεν επιλέγουμε, έχουμε αποφασίσει να συνυπάρχουμε ως ελεύθεροι και ίσοι πολίτες.
Συμπολίτες
Ο δημοκρατικός τρόπος ζωής, στην αντίθεσή του από τον αγελαίο οπαδισμό, συνίσταται στην ίδρυση ενός κοινού κόσμου. Μέσα σε αυτόν οι άνθρωποι συνυπάρχουν υπό τους όρους της επικοινωνιακής αλήθειας, αυτής δηλαδή που αναδύεται μέσα από το διάλογο ισότιμων ανθρώπων, ικανών να υποστηρίξουν τις απόψεις τους, προβάλλοντας ορθολογικά επιχειρήματα, όπως και να κατανοήσουν εκείνα των διαφωνούντων.
Η δημοκρατική αρχή της ισοτιμίας αντλεί το κύρος της από το γεγονός ότι, σε οντολογικό επίπεδο, είμαστε όλοι το ίδιο, δηλαδή ανθρώπινα όντα. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητά μας έγκειται στην ικανότητά μας να υπερβαίνουμε την απρόσωπη ομοιογένεια του ζωικού είδους στο οποίο ανήκουμε. Η ανθρώπινη ιδιότητά μας ανάγεται στη δυνατότητά μας να είμαστε πέραν από βιολογικές υπάρξεις και πρωταγωνιστές μιας βιογραφίας, η οποία, στη διάκρισή της από τις διαδικασίες της βιολογικής ζωής, δεν ταυτίζεται με κανενός άλλου. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρώπινη ιδιότητά μας αντιστοιχεί στην εγγενή μας ικανότητα, ως προσώπων, να διαφέρουμε μεταξύ μας.
Αυτή η ανομοιότητα, ο σεβασμός προς την οποία αποτελεί θεμέλιο των αμιγώς ανθρώπινων συνθηκών συμβίωσης, οφείλεται στην ανάδυση της μοναδικής προσωπικής μας ταυτότητας. Και κάνω λόγο για ανάδυση, επειδή αυτή η ταυτότητα αποκαλύπτεται μέσα από τους λόγους και τα έργα μας τα οποία συνυφαίνουν τον κοινωνικοπολιτικό μας βίο. Εξ αυτού, όντας αφηγηματική, η εν λόγω ανάδειξη της ατομικότητας παραμένει αλληλένδετη με την κοινοτική μας ύπαρξη. Ειδικότερα μάλιστα υπαγορεύει τις οριζόντιες σχέσεις που απαιτεί η συνομιλία και η σύμπραξη, στη διάκρισή τους από την κάθετη, μονολογική, κατ’ ουσίαν, σχέση της εντολής / εκτέλεσης. Συνάμα, με γνώμονα την πολιτική ανθρωπολογία στην οποία αναφερθήκαμε –άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δημόσια σφαίρα που ιδρύεται στη δημοκρατία– καθίσταται κατανοητό ότι οι καθοδηγητικές αρχές που εκφράζονται μέσα από τις δράσεις τού πολιτικά δρώντος υποκειμένου είναι καθολικεύσιμες και, ως εκ τούτου, υπερβαίνουν τα στενά όρια μιας συγκεκριμένης κοινότητας. Αυτό σημαίνει ότι ο αφηγηματικός χαρακτήρας της μοναδικής ταυτότητας του πολιτικού υποκειμένου δεν εγκλωβίζεται στους ορίζοντες ενός ενδοστρεφούς κοινοτισμού.
Υπ’ αυτή την προοπτική, η δημοκρατική αρχή της ισοτιμίας παραμένει ουσιωδώς συνδεδεμένη με τον σεβασμό προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και τούτο, επειδή εκφράζει θεμελιακά την ικανότητά μας να δημιουργούμε, από κοινού, θεσμούς και οργανωτικές δομές που εξασφαλίζουν και εγγυώνται στον καθένα μια θέση μέσα στον κοινό κόσμο. Επομένως, για τον δημοκρατικό τρόπο συνύπαρξης, η ανθρωπινότητα αναδύεται μέσω της συν-οικοδόμησης ενός κόσμου φιλόξενου για όλα τα μη ομοιόμορφα μέλη του, τόσο στο εσωτερικό των πολιτικών κοινοτήτων όσο και στο διεθνές επίπεδο.[3]
Έτσι, η έννοια της ανθρωπότητας που συνάδει προς το δημοκρατικό φρόνημα αντιπαρατίθεται σε εκείνη η οποία, στο όνομα μιας φαντασιακής «γνησιότητας» ή «αυθεντικότητας», αποκλείει όσους δεν πληρούν τα κριτήρια που η ίδια αυθαίρετα θεσπίζει (καταγωγή, θρήσκευμα, φυλή, κοινωνική τάξη κ.λπ.).
Με άλλα λόγια, το δημοκρατικό φρόνημα παραμένει απολύτως ξένο προς εκείνη την αντίληψη περί ανθρωπότητας που υιοθέτησαν οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες, οδηγώντας τους θιασώτες τους στο συμπέρασμα ότι, προς όφελος της ίδιας της ανθρωπότητας, θα ήταν προτιμότερο να εξοντωθούν ορισμένα από τα μέλη της.[4]
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η δημοκρατικά νοούμενη συμβίωση διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων και κοινοτήτων είναι η μόνη ελπιδοφόρα απάντηση στην πικρή διαπίστωση του φιλοσόφου Αλαίν Φινκιελκρότ, την οποία επιβεβαίωσε το μέγα τραύμα του 20ού αιώνα:
Αυτό που επί μακρόν διέκρινε τους ανθρώπους από την πλειονότητα των άλλων ζωικών ειδών, είναι ακριβώς το ότι αυτοί δεν αναγνωρίζονται μεταξύ τους.[5]
Ο οικουμενισμός που βρίσκεται στα θεμέλια της σύγχρονης δημοκρατικής συνύπαρξης ανιχνεύεται στην ανοικτότητά της, δηλαδή στη μη ετεροφοβική της σύσταση. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει την «οικοφοβική» ρευστοποίηση των πολιτισμικών ταυτοτικών της γνωρισμάτων, σε βαθμό αποξένωσης από τον ίδιο της τον «εαυτό». Η εν λόγω ανοικτότητα, ως διαλεκτική σχέση μεταξύ της δεδομένης ύπαρξης και της ελευθερίας επιλογών που απεγκλωβίζουν από το δεδομένο, απορρέει από την ίδια την «έκκεντρη» δομή της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας, σύμφωνα με τον όρο του Ρεμί Μπραγκ, ο οποίος γράφει:
Στην περίπτωση της Ευρώπης, οι Ευρωπαίοι επέλεξαν οι ίδιοι να αναγάγουν σε προγόνους τους τους αρχαίους Έλληνες και το Ισραήλ, αυτές τις επιβλητικές και δοξασμένες καταβολές, αντί για τους πραγματικούς προγόνους τους, οι οποίοι ήταν απλοί άνθρωποι, για να μην πούμε απλοϊκοί.[6]
Μεταφερόμενος στη δημόσια σφαίρα, αυτός ο έκκεντρος χαρακτήρας φωτίζει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ τού «τι» είναι κάποιος –συνάθροιση των πολλαπλών «εμείς» και ταυτοτήτων στα οποία αναφέρεται το εγώ– και του «ποιος» αποκαλύπτεται ότι είναι μέσα από τα λόγια και τα έργα του.[7] Πρόκειται για την κουλτούρα της ατομικότητας, σε αντίθεση προς τον ατομικισμό, η οποία αξιώνει αφενός την αμοιβαία αποδέσμευση από τους δεδομένους προ-πολιτικούς προκαθορισμούς και αναφορές και αφετέρου την ικανότητα να αυτο-επιλέγεσαι ως δημόσια παρουσία. Με αυτό εννοώ, κατά το παράδειγμα της Ευρώπης, την υιοθέτηση ιστορικών παραδειγμάτων –των ένδοξων «προγόνων»– από τα οποία αντλούνται οι ηθικοπολιτικές αρχές που διέπουν τη συγκρότηση ενός κοινού δημόσιου κόσμου ως πεδίου ελευθερίας, δηλαδή ανεμπόδιστης κίνησης, δράσης και επικοινωνίας μεταξύ ακηδεμόνευτων και διαφορετικών ανθρώπων.
Υπ’ αυτή την προοπτική, η διαβούλευση επί των δημόσιων ζητημάτων υπό όρους ισηγορίας καθιστά την πολλαπλότητα των επιμέρους οπτικών αναγκαία προϋπόθεση για την κοινή κατανόηση των διακυβευμάτων, καθώς μόνον έτσι μπορούν να φωτιστούν όλες οι πτυχές τους και να αξιολογηθούν οι διαφορετικές θέσεις, βάσει και της συμβατότητας των αρχών που εκφράζουν με τις κανονιστικές προϋποθέσεις συγκρότησης της δημόσιας σφαίρας.
Η θέση την οποία λαμβάνεις ως πολίτης έχει μια αντικειμενική πλευρά –αλληλένδετη με το απαιτούμενο πολιτικό ήθος– δεδομένου ότι δεν αφορά ένα προσωπικό ζήτημα, αλλά μια κοινή υπόθεση. Από την άλλη, ο εξατομικευτικός της χαρακτήρας συνδέεται με την υποκειμενική πλευρά της.
Η υποκειμενική διάσταση της άποψης παραμένει αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την αρνητική ελευθερία. Η τελευταία δεν σημαίνει μόνο προστασία από αυθαίρετες παρεμβάσεις στην ιδιωτική ζωή των πολιτών. Ως ρυθμιστική αρχή της κοινωνικής σφαίρας, σημαίνει επίσης ότι ο καθένας είναι ελεύθερος να επιλέγει τη μορφή ζωής του και τους προσωπικούς του προσανατολισμούς. Σημαίνει ακόμη ότι είναι ελεύθερος να διατηρεί τις ιδιαίτερες πολιτισμικές του παραδόσεις, τις επιμέρους ταυτότητές του και τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, χωρίς να απειλείται η συμμετοχή του στον κοινό πολιτικό κόσμο. Εντός πάντοτε της δημόσιας σφαίρας, η ανεμπόδιστη νοερή επίσκεψη όλων αυτών των διαφορετικών υποκειμενικών θέσεων, ενόψει της λήψης μιας απόφασης, διασφαλίζει, μέσω της αμοιβαίας μετακίνησης σε αυτές, τη σφαιρική αντιμετώπιση των κοινών υποθέσεων. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πλευρές, καταλήγουμε στην εκφορά μιας αμερόληπτης κρίσης.
Αλληλένδετη με την αμεροληψία του νόμου, αυτή η «απαθής» λήψη αποφάσεων προτάσσει τη συναίνεση έναντι της «άφωνης», επί της ουσίας, ομοφωνίας. Προϋποθέτοντας την παρουσία και την αντιπαράθεση πολλαπλών απόψεων στη δημόσια διαβούλευση, η πολιτική ελευθερία αντιστρατεύεται ευθέως κάθε αξίωση ταυτοτικής ομοιομορφίας, στην οποία εδράζεται ο εθνοφυλετισμός.
Ακριβώς γι’ αυτό, η ελευθερία αυτή πραγματώνεται εντός ενός πολιτικού έθνους, η ενότητα του οποίου δεν απορρέει από προπολιτικές καταγωγικές, φυλετικές ή θρησκευτικές ομοιότητες, αλλά από την πολιτική τους υπέρβαση – η οποία όμως δεν επιτάσσει την αποστειρωμένη συζήτηση μεταξύ αποσαρκωμένων εαυτών.
Η ενότητα του δημοκρατικά ιδρυμένου πολιτικού «εμείς» αξιώνει μια μέριμνα για τα κοινά, η οποία διασφαλίζει τη διαφορετικότητά σου, ακριβώς επειδή δεν σε εγκλωβίζει στα ταυτοτικά σου γνωρίσματα. Αυτός ο εγκλωβισμός θα καθιστούσε αδύνατη τη συγκρότηση ενός κοινού ορίζοντα επικοινωνιακής αλήθειας Με άλλα λόγια, ως μέλος ενός πολιτικού έθνους ανταποκρίνεσαι στο ρόλο σου του πολίτη, στο μέτρο που αναγνωρίζεις ότι «το δικαίωμα στη διαφορά προϋποθέτει την ελευθερία να διαφέρεις από τη διαφορετικότητά σου».[8] Υπό αρεντικούς όρους, πρόκειται για την ελευθερία τού να βλέπεις τα πράγματα και από τη σκοπιά των άλλων, χωρίς να «εκκενώνεις» τη θέση σου, μέσω της εξομοίωσής σου.
Αυτή η ανομοιογενής ενότητα βασίζεται στην πολιτική φιλία, η οποία διαχωρίζεται από τις κοινωνικές συναναστροφές ή τις συναισθηματικά φορτισμένες στενές διαπροσωπικές σχέσεις. Εξ αυτού, δεν πρόκειται για φιλία που στηρίζεται στην ομογνωμία και στην ταύτιση των ατομικών συμφερόντων. Πολυφωνική και φλύαρη, τρέφεται μέσα από την αντιπαράθεση των απόψεων γύρω από ένα δημόσιο ζήτημα.
Σύμφωνα με την Άρεντ, πρόκειται για ένα είδος φιλίας «χωρίς ιδιωτικότητα και οικειότητα».[9] Με άλλα λόγια, αυτό που συνδέει εκείνους που μετέχουν στα κοινά δεν είναι οι σχέσεις συγγένειας ή αμοιβαίας αγάπης μεταξύ τους, αλλά το γεγονός ότι όλοι τους, ανεξαρτήτως των φυσικών, κοινωνικών, θρησκευτικών ή ιδιαίτερων πολιτισμικών αναφορών τους και πεποιθήσεων, ενδιαφέρονται για το ίδιο κοινό πράγμα.
Η θεσμική έκφραση αυτής της φιλίας είναι η ιδιότητα του πολίτη. Πέραν της αμιγώς νομικής σημασίας της, η εν λόγω ιδιότητα αξιώνει, από ηθικοπολιτική άποψη, τρόπους δράσης των οποίων η κινητήρια αρχή είναι συμβατή με τις θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού τρόπου συμβίωσης. Παράλληλα, επειδή το δημοκρατικό πολίτευμα λειτουργεί μέσω της διαβούλευσης, η ιδιότητα του πολίτη προϋποθέτει μια κοινή γνώση και κατανόηση των ιστορικών παραδειγμάτων, αναφορών και νοημάτων που συγκροτούν την πολιτισμική παράδοση μέσα στην οποία εντάσσεται, με τις ιδιαιτερότητές της, η πολιτική κουλτούρα μιας συγκεκριμένης πολιτικής κοινότητας. Η κοινή αυτή γνώση λειτουργεί ενοποιητικά, καθόσον διαμορφώνει έναν κοινό ορίζοντα νοήματος και αμοιβαίας κατανόησης, χωρίς τον οποίο η δημοκρατική διαβούλευση καθίσταται αδύνατη.
Σύμφωνα και πάλι με τη Χάννα Άρεντ:
κανείς ο οποίος δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο Καίσαρ ή ο Ναπολέων δεν μπορεί να καταλάβει για ποιο πράγμα μιλάς, όταν μιλάς για καισαρισμό ή βοναπαρτισμό.[10]
Ο εβραϊκού θρησκεύματος έλληνας πολίτης, ως αναπόσπαστο μέλος του πολιτικού «εμείς» της πατρίδας μας, μετέχει της πολιτικής κουλτούρας που συγκροτεί τη δημόσια σφαίρα μας, διαθέτει τα ίδια δικαιώματα και υπέχει τις ίδιες υποχρεώσεις με κάθε συμπολίτη του, αναλαμβάνοντας εξίσου την ευθύνη για τις επιτυχίες, τις αποτυχίες και το κοινό μέλλον της χώρας. Αυτό το μέλλον συνδέεται αναγκαία και με την κοινωνική σφαίρα της οποίας είμαστε όλοι μέλη, συμβάλλοντας από κοινού, ανάλογα με τις δυνατότητές μας, στον εμπλουτισμό τής πολιτισμικής μας ζωής, της οικονομικής μας ανάπτυξης και της επιστημονικής μας προόδου.
Οι εκδηλώσεις εναντίον των συμπολιτών μας εβραϊκού θρησκεύματος πολιτικοποιούν, κατά τη λογική του ρατσισμού, ένα καθεαυτό πολιτικά αδιάφορο ταυτοτικό γνώρισμα· αυτό σημαίνει ότι καταλύουν τις συνθήκες δυνατότητας της δημόσιας σφαίρας, εφόσον η μοναδικότητα του «ποιος/α» είναι κάποιος/α εξαλείφεται από το ομογενοποιητικό «τι». Ενοχοποιούν ακόμα και τους συναισθηματικούς δεσμούς με μια πολιτική κοινότητα συνδεδεμένη με το επιμέρους αυτό γνώρισμα. Υπ’ αυτούς μάλιστα τους όρους, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το παράδοξο μιας στάσης που, ενώ απορρίπτει μετά βδελυγμίας την εθνικιστική ακροδεξιά ιδεολογία –με εξαίρεση τον νεόκοπο παλαιστινιακό εθνικισμό– υιοθετεί εμμέσως πλην σαφώς μια από τις θεμελιώδεις παραδοχές της: οι ιδιαίτεροι εθνοτικοί, θρησκευτικοί ή ιστορικοί δεσμοί των πολιτών αποτελούν κριτήριο για την ένταξή τους στους «δικούς» μας ή στους «αλλότριους» εντός των τειχών. Έτσι, οι συμπολίτες μας εβραϊκού θρησκεύματος, μέσω της μετατροπής τους σε υποκατάστατα του εγκληματοποιημένου Ισραήλ, αντιμετωπίζονται ως ξένο και μάλιστα εχθρικό σώμα. Αυτό το επιβεβαιώνει και ο τρόπος με τον οποίο οι έλληνες εβραίοι εισπράττουν και απαντούν σε αυτή την εχθροπάθεια:
ο έλληνας εβραίος δεν χρειάζεται να απολογηθεί για τίποτα. Δεν είναι «ξένος». Δεν είναι «εκπρόσωπος». Είναι πολίτης αυτού του τόπου.[11]
Η προσπάθεια αντικατάστασης του αντισημιτισμού από έναν ηθικιστικό ριζοσπαστικό «αντι-ισραηλινισμό» μπορεί να επιτρέπει στους αντισιωνιστές να αποστασιοποιηθούν από τον φυλετισμό· ωστόσο, το γεγονός ότι αντιμετωπίζουν τους συμπολίτες τους, αποκλειστικά λόγω του θρησκεύματός τους, ως ενόχους για τις δράσεις ενός ξένου κράτους, τους εγγράφει στη λογική ενός ακροδεξιού υπερεθνικισμού, υπέρμαχου της ομοιογενούς οργανικής ενότητας του συλλογικού σώματος.
Υπ’ αυτή την προοπτική, οι «εξεγερμένοι» αντισιωνιστές δεν εκφράζουν επί της ουσίας παρά τη βούληση αποσάθρωσης του ελληνικού λαού ως πολιτικής έννοιας. Επιβάλλοντας τις μανιχαϊστικές διαιρέσεις ενός ανελεύθερου τρόπου ζωής, υπονομεύουν τις κανονιστικές αρχές του δημόσιου βίου. Εν ολίγοις, παραβιάζουν κατάφωρα τους όρους πολιτικής συνύπαρξης που ισχύουν σε μια δημοκρατική χώρα, όπως θέλουμε να είναι η δική μας.
Ομοίως, στο κοινωνικό πεδίο, επιστρατεύοντας μηχανισμούς αποκλεισμού, αντιστρατεύονται τις σχέσεις αμοιβαιότητας, εμπιστοσύνης και συνεργασίας που προϋποθέτει η κοινωνική ευημερία, συνυφασμένη, οπωσδήποτε, με ένα πνεύμα εξωστρέφειας το οποίο την εμπλουτίζει μέσω των ανταλλαγών και των αλληλεπιδράσεων με τα μέλη άλλων κοινοτήτων.
Συμπατριώτες
Αφήνοντας τώρα κατά μέρος την πολιτική φιλία που συνέχει αποκλειστικά την πολιτική κοινωνία, θέλω να αναδείξω και μια άλλη πλευρά του συν-είναι.
Θέλω να μιλήσω για το «εμείς», το οποίο, μολονότι αποκτά πολιτειακή μορφή μέσω της νομικο-πολιτικής θέσπισης, εντούτοις δεν εξαντλείται σε αυτήν. Αναφέρομαι σε ένα «εμείς» που θεμελιώνεται στην αίσθηση του ανήκειν σε μια κοινότητα, και συνδέεται με την επιζήτηση της αμοιβαίας αναγνώρισης. Αυτήν την οποία ο φιλόσοφος Αϊζάια Μπερλίν, διακρίνοντάς την, λόγω των νοηματικών συγχύσεων, από τη θετική και την αρνητική ελευθερία του ατόμου και πολίτη, την ανάγει στον «βαθύ πανανθρώπινο πόθο» για «αλληλοκατανόηση», «αμοιβαία εξάρτηση» ακόμα και «αμοιβαία θυσία».[12] Τη σημασία αυτής της επιζήτησης, την οποία, εν προκειμένω, δεν τη συνδέω με ζητήματα που αφορούν στην εξουσία, την αναδεικνύει το παράπονο του ξεριζωμένου: «εδώ, κανείς δεν ξέρει ποιος είμαι».[13]
Αυτή τη δεύτερη σημασία της κοινής ύπαρξης τη συγκροτούν δεσμοί από τους οποίους απορρέει ένα είδος οικειότητας που διαμορφώνει, θα λέγαμε μεταφορικά, την ιδιαίτερη ψυχή μιας κοινότητας. Κάνοντας έτσι λόγο για οικειότητα, αναφέρομαι σ’ έναν κοινά δημιουργημένο βιωμένο κόσμο, η συνοχή του οποίου δεν εδράζεται σε τυπικές νομικές αρχές και διαδικασίες ούτε βέβαια σε φυσικοποιημένα γνωρίσματα, αλλά αποτελεί ένα κοινό αισθητηριακό, τρόπον τινά, και μνημονικό σύμπαν.
Ένα σύμπαν καθημερινής γειτνίασης το οποίο διαμορφώνουν οι γεύσεις, οι οσμές, τα τοπία, οι οικείοι γλωσσικοί τονισμοί, οι χειρονομίες, οι συνήθειες, οι κώδικες ευγένειας, κ.λπ. Πρόκειται για έναν κόσμο που παραλαμβάνουμε και τον οποίο θα κληροδοτήσουμε.
Προσαρμόζοντας στα καθ’ ημάς μια σχετική με αυτό το ζήτημα διατύπωση του Αλαίν Φινκιελκρότ, θα έλεγα:
Με τις ελιές και τα πεύκα της, τα τοπία και την ιστορία της, το ιδιαίτερο πνεύμα της και τα δάνεια που ενσωμάτωσε, τη γλώσσα, τα έργα και τις ανταλλαγές της, η ελληνική εκδοχή του ευρωπαϊκού πολιτισμού διαμορφώνει έναν κόσμο. Και αυτός ο κόσμος προσφέρεται τόσο στους γηγενείς όσο και στους νεοεισερχόμενους.[14]
Αυτή την ιδιαίτερη σχέση με έναν συγκεκριμένο κόσμο, η Άρεντ την εξέφρασε σε ένα ποίημά της που αναφέρεται στον εκπατρισμό και στην άφιξη σε ξένο τόπο:
Ήρθε η ώρα της άφιξης / Το ψωμί δεν λέγεται πια ψωμί / και το κρασί, όταν το πίνεις σε ξένη γλώσσα, αλλάζει τους όρους της συνομιλίας.[15]
Αυτό ακριβώς το βίωμα της υπαρξιακής ένταξης σε μια κοινότητα, θεμελιωμένο και στην κοινή γλώσσα ως όρο άμεσης αμοιβαίας κατανόησης, το αποδίδει με ιδιαίτερη ενάργεια και ο γνωστός συγγραφέας Γιάκομπ Βάσερμαν (Jacob Wassermann), ο οποίος στο αυτοβιογραφικό έργο του, όπου στοχάζεται πάνω στη γερμανοεβραϊκή του ταυτότητα, γράφει:
Η γλώσσα είναι για μένα η ίδια η πνοή της ζωής […], οι λέξεις και ο ρυθμός της συνιστούν τον εσώτατο πυρήνα της ύπαρξής μου […]. Είναι τόσο βαθιά μέρος του εαυτού μου, σαν να μου ανήκε από πάντα […], δίδαξε την καρδιά μου να αισθάνεται και τον νου μου να σκέπτεται· συμπύκνωσε αμετάκλητα σε μια μοναδική εικόνα όλα όσα είχα δει, όλα όσα είχα φανταστεί και σκεφτεί, όλα όσα είχαν φτάσει έως εμένα μέσα από την ιστορία και τη ροή τής καθημερινής ζωής.[16]
Άρρηκτα συνδεδεμένο με την πανανθρώπινη επιθυμία του «είναι-μαζί», το θεμελιακό «εμείς» συνιστά τη γενεσιουργό αιτία ενός πάθους που ως τέτοιο παραμένει ξένο προς την ψυχρή λογική και τους ιδιοτελείς υπολογισμούς, και το οποίο συνηθίζουμε να το αποκαλούμε αγάπη για την πατρίδα.
Αυτή η αγάπη, λειτουργώντας ως κινητήρια αρχή, σύμφωνα με τον ορισμό του Μοντεσκιέ, έχει τη δύναμη να ωθήσει στην αυτοθυσία, γεννώντας, εν προκειμένω, τους δικούς μας ήρωες. Ανάμεσα σε αυτούς σημαντική θέση, για παράδειγμα, κατέχει στη σύγχρονη ιστορία μας ο Μαρδοχαίος Φριζής.[17] Ο έλληνας αξιωματικός, ο οποίος, όταν αιχμαλωτίστηκε στη Σμύρνη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αρνήθηκε να εγκαταλείψει τους συμπολεμιστές του και παρέμεινε αιχμάλωτος μαζί τους, αν και οι ομόθρησκοί του είχαν συγκεντρώσει χρήματα για την απελευθέρωσή του. Είναι ο πρώτος ανώτερος έλληνας αξιωματικός που έπεσε μαχόμενος, το 1940, στο αλβανικό μέτωπο, ενώ εμψύχωνε τους άνδρες του, με το να παραμένει ο ίδιος έφιππος υπό ιταλικό βομβαρδισμό.
Αυτήν την ίδια αγάπη, την εξέφρασε, το 1945, ως μελλοθάνατος, ο Θεσσαλονικιός Μαρσέλ Νατζαρή, σε μια συνταρακτική επιστολή του που βρέθηκε κομματιασμένη, στον περίβολο του Άουσβιτς όπου την είχε θάψει, και στην οποία διαβάζουμε:
Πεθαίνω ευχαριστημένος, αφού ξέρω ότι αυτή τη στιγμή […] η Ελλάς μας είναι απελευθερωμένη. […] οι τελευταίες μου λέξεις θα είναι: Ζήτω η Ελλάς.[18]
Οι συμπατριώτες μας εβραϊκού θρησκεύματος είναι συνιδρυτές και συνυφαντές αυτού του θεμελιακού «εμείς». Είναι το αδιάσπαστο κομμάτι της κοινής μας ψυχής, χάρη στην οποία μπορούμε να βιώνουμε ως δικές μας εμπειρίες την εθνική υπερηφάνεια ή την ταπείνωση, το θρίαμβο ή τη συμφορά – είτε πρόκειται για ιστορικές δοκιμασίες που αγγίζουν το έθνος στο σύνολό του είτε για τη χαρά και τη συγκίνηση που μας προκαλεί η διάκριση ενός συμπατριώτη μας, ακόμη και σε μια διεθνή αθλητική διοργάνωση.
Είναι λοιπόν τουλάχιστον επονείδιστο το να επιτρέπουμε σε φανατικές αντιδημοκρατικές μειοψηφίες να ασελγούν πάνω στην ίδια την ιστορική και συμβολική υπόσταση της κοινότητας που οικοδομήσαμε και συνεχίζουμε να οικοδομούμε· να βεβηλώνουν τους τόπους λατρείας των εβραίων συμπατριωτών μας, τα κοιμητήρια όπου είναι θαμμένα τα προσφιλή τους πρόσωπα και τα μνημεία που κρατούν άσβεστη τη μνήμη των θυμάτων του Ολοκαυτώματος.
Είναι επονείδιστο, όχι μόνο στο όνομα των οικουμενικών ανθρωπιστικών αξιών, αλλά και επειδή προσβάλλει το «εμείς» –υπό τη διττή του σημασία–, χάρη στο οποίο διασώζεται η ιστορική μας διάρκεια μέσα στον χρόνο. Οι τόποι λατρείας, στους οποίους αναφέρθηκα, ανήκουν στο τοπίο της δικής μας πολιτισμικής κληρονομιάς· στα κοιμητήρια που βανδαλίζονται αναπαύονται και δικοί μας νεκροί ως μέλη της ελληνικής κοινότητας· και τα θύματα του Ολοκαυτώματος αποτελούν ένα από τα πλέον τραυματικά νήματα του κοινού μας ιστορικού αφηγήματος.
Το νόημα της αλληλεγγύης
Αυτή η εχθρότητα απέναντι στην οποία έχουν βρεθεί αντιμέτωποι οι συμπατριώτες μας, εξαιτίας της έξαρσης του αντιεβραϊσμού, προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα στην αρχή της αλληλεγγύης.
Σύμφωνα με τη σχετική θεώρηση της Άρεντ, σε αντίθεση με τα ανορθόλογα πάθη, η πολιτικά νοούμενη αλληλεγγύη δεν αποποιείται ποτέ τη λογική, παρότι πάντα παρακινείται από τη συγκίνηση μπροστά στον ανθρώπινο πόνο:
για να αντιδράσει κανείς λογικά, θα πει πρώτα απ’ όλα να «συγκινηθεί».[19]
Σύμφωνα μάλιστα με την ίδια, η απάθεια και η στάση του αμέτοχου παρατηρητή μπροστά σε μια ανθρώπινη τραγωδία δεν είναι ένδειξη αυτοκυριαρχίας, αλλά σημάδι απανθρωπισμού.
Η σύνδεση ακριβώς της αλληλεγγύης με τη λογική, η οποία την προφυλάσσει από την άκριτη μεροληψία της αγάπης ή του μίσους, της επιτρέπει να λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ ανθρώπων που δεν μοιράζονται τις ίδιες συνθήκες ζωής, εντός και εκτός μιας δεδομένης κοινότητας.
Εντός μιας πολιτικής κοινότητας, η αλληλεγγύη συνδέεται άμεσα με την κοινωνική δικαιοσύνη, καθόσον υπαγορεύει πολιτικές λύσεις που υπερβαίνουν τη μεροληπτική λογική της διάκρισης μεταξύ ταξικού φίλου και ταξικού εχθρού. Στο ίδιο πλαίσιο, υπηρετεί τη συνοχή της κοινωνίας, εκφραζόμενη μέσω της έμπρακτης συμπαράστασης προς όλα ανεξαιρέτως τα μέλη ή τις ομάδες της που δοκιμάζονται από αντίξοες περιστάσεις.
Παράλληλα, δεδομένου ότι εμπνέεται από οικουμενικές αρχές και αξίες –όπως η ηθική επιταγή της αλληλοβοήθειας, η αναγνώριση της «αξιοπρέπειας του ανθρώπου», το μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης ή «η τιμή του ανθρωπίνου γένους»–, η αλληλεγγύη, ως πολιτική αρχή, διαθέτει αναπόδραστα μια κοσμοπολιτική διάσταση. Εξ αυτού, μετατρέπει σε υπόθεση όλων μας κάθε πλήγμα εναντίον του κοινού ανθρώπινου κόσμου, καθιστώντας αδύνατη την αδρανή στάση απέναντι σε ανθρώπους ή λαούς οι οποίοι, όσο μακριά κι αν βρίσκονται από εμάς, χειμάζονται από φυσικές καταστροφές, δεινοπαθούν από απάνθρωπες δράσεις, πολιτική καταπίεση και καταπάτηση των δικαιωμάτων τους ή υφίστανται ιστορικές δοκιμασίες που απειλούν την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους.
Σε συμβολικό επίπεδο, συνθήματα όπως το πασίγνωστο «Ich bin ein Berliner» του Τζον Φ. Κένεντι, το «Nous sommes tous Américains» (Είμαστε όλοι Αμερικανοί) που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde, δύο μέρες μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου,[20] το μεταγενέστερο «Είμαστε όλοι Ουκρανοί» που χρησιμοποιήθηκε ευρέως στην Ευρώπη μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ή το «Je suis Charlie» που κατέκλυσε το διαδίκτυο μετά τη σφαγή των συντακτών του σατιρικού περιοδικού Charlie Hebdo, αποδίδουν εύγλωττα το νόημα αυτής της αρχής που υπερβαίνει τα όρια της άμεσης εθνικής, θρησκευτικής ή πολιτισμικής ταύτισης.
Υπό την ίδια ακριβώς προοπτική, μετά την 7η Οκτωβρίου «είμαστε όλοι Ισραηλινοί». Με άλλα λόγια, εδώ επίσης, η αλληλεγγύη και τα συναισθήματα που την υποκινούν δεν προϋποθέτει να έχεις κάποια ιδιαίτερη σύνδεση με το Ισραήλ, προκειμένου να ξεσηκωθείς απέναντι στα εγκλήματα γενοκτονικής πρόθεσης που, τεκμηριωμένα –και μάλιστα από τους ίδιους τους δράστες τους– διαπράχθηκαν εναντίον πολιτών αυτού του κράτους.
Η συμβολική ταύτιση, την οποία εκφράζουν τα εν λόγω συνθήματα, με ανθρώπους και λαούς που δεν ανήκουν στη δική μας κοινότητα, προϋποθέτει την αναγνώριση μιας ευρύτερης σχέσης με τον ανθρώπινο κόσμο στο σύνολό του.
Το ερώτημα όμως τώρα που τίθεται είναι τι σημαίνει το «είμαστε όλοι Έλληνες», όταν αυτό το λέμε εμείς οι ίδιοι; Όταν δηλαδή είναι η απάντησή μας σ’ εκείνους τους λίγους, οι οποίοι στοχοποιούν τους συμπατριώτες και συμπολίτες μας, εμφορούμενοι από το γνωστό ανορθόλογο μίσος που στιγμάτισε ανεξίτηλα τη δυτική πολιτική και πολιτισμική παράδοση; Εδώ το συγκεκριμένο σύνθημα δεν εκφράζει μια φανταστική ταύτιση και γι’ αυτό δεν εξαντλείται στην εξ αποστάσεως έκφραση των συναισθημάτων μας ούτε καλεί στην έξωθεν παρέμβασή μας.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν εστιάσουμε στα συναισθήματα, τότε θα έπρεπε να κάνουμε λόγο για εντονότερους χτύπους της καρδιάς, καθώς αυτοί δυναμώνουν όσο μικραίνει η απόσταση που μας χωρίζει από εκείνους που πλήττονται από μια αδικία..
Αν εστιάσουμε τώρα στη δυνατότητα παρέμβασης, τότε το εν λόγω σύνθημα αποκτά μια ιδιάζουσα βαρύτητα, καθόσον αναφέρεται σε εμάς τους ίδιους ως κοινότητα· αποτελεί, δηλαδή, μια έκκληση που το συλλογικό «εμείς» απευθύνει στον ίδιο του τον εαυτό. Πρόκειται, εν προκειμένω, για μια πρόσκληση να αντιταχθούμε σε όσους επιχειρούν να δηλητηριάσουν την κοινή καθημερινότητά μας, διαβρώνοντας τους συνεκτικούς δεσμούς που συγκροτούν την ιστορική μας ταυτότητα και το πλέγμα των σχέσεων που δομούν την κοινωνική μας ζωή. Συνακόλουθα, το διακύβευμα είναι βαθύτατα πολιτικό. Και τούτο, επειδή έχουμε να κάνουμε με ένα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο υπονομεύει την ίδια τη θεσμική οργάνωση του δημόσιου βίου μας, εφόσον ο αντισημιτισμός, όταν ιδεολογικοποιείται, αποτελεί ευθεία απειλή εναντίον του δημοκρατικού φρονήματος και των μορφών συλλογικής ζωής που συνάδουν προς αυτό.
Σε αντίθεση με τη βία που στηρίζεται στη φυσική ισχύ ή στη δύναμη των όπλων, η αμιγώς πολιτική εξουσία πηγάζει πάντοτε από τους πολλούς. Χωρίς τη συναίνεση της πλειοψηφίας, την οποία την εκφράζει και με τη σιωπή της, είτε το αντιλαμβάνεται είτε όχι, κανένα πολιτειακό σχήμα δεν μπορεί πραγματικά να διαρκέσει, όπως και καμία μειοψηφία δεν μπορεί να επιβάλει τις αντιλήψεις της. Στο ίδιο πλαίσιο, τα όρια της ανοχής τίθενται εκεί όπου αρχίζει η έμπρακτη αμφισβήτηση των αρχών από τις οποίες η ίδια αντλεί τη θεσμική της νομιμοποίηση.
Η πλειοψηφία που παρακολουθεί αδρανής τα αντισημιτικά κηρύγματα και τη δραστηριότητα μιας εχθροπαθούς μειοψηφίας, εκχωρώντας στην πραγματικότητα τη δύναμή της, καθίσταται στην πράξη σύμμαχός της. Έτσι, ανοίγει το δρόμο στην εμπέδωση ανελεύθερων αντιλήψεων και στην κανονικοποίηση φασιστικών συμπεριφορών.
Ερμηνεύοντας, από αυτή τη σκοπιά και με τα λόγια του Μονταίνιου την κατάσταση με την οποία είμαστε σήμερα αντιμέτωποι, δεν μπορώ παρά να επισημάνω:
Κάθε πράγμα γεννιέται αδύναμο και εύθραυστο. Γι’ αυτό οφείλουμε να είμαστε άγρυπνοι απέναντι στις απαρχές· γιατί όσο το κακό βρίσκεται ακόμη στα πρώτα του στάδια, δεν αντιλαμβανόμαστε τον κίνδυνο· όταν όμως έχει πλέον διογκωθεί, δεν βρίσκουμε πια το φάρμακο.[21]
Υπ’ αυτή την έννοια, η υιοθέτηση του συνθήματος «είμαστε όλοι Έλληνες», όταν δεν συνιστά απλή διακήρυξη αλλά μετουσιώνεται σε πολιτική στάση, αποτελεί έμπρακτη δημοκρατική αυτοάμυνα και πολιτική αυτοσυντήρησης του δικού μας κόσμου.

Ο Μαρσέλ Νατζαρή, εβραίος από τη Θεσσαλονίκη. Κρατούμενος στο Άουσβιτς, έκρυψε επιστολή σε ένα λάκκο στον περίβολο του στρατοπέδου, η οποία βρέθηκε αργότερα. Μεταξύ άλλων, έγραφε: «Πεθαίνω ευχαριστημένος, αφού ξέρω ότι αυτή τη στιγμή […] η Ελλάς μας είναι απελευθερωμένη. […] οι τελευταίες μου λέξεις θα είναι: Ζήτω η Ελλάς».
[1] Marcel Gauchet, La démocratie contre elle-même, Paria, Gallimard, 2002, σ. 213.
[2] François Rachline, L’Autre et nous. Racisme et antisémitisme, Paris, Hermann, 2023, σ. 18-19.
[3] Βλ. H. Arendt, Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Τρίτο μέρος: Ολοκληρωτισμός, μτφρ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2017, σ. 209.
[4] Ιδ., Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Δεύτερο μέρος: Ιμπεριαλισμός, ό.π., σ. 229.
[5] A. Finkielkraut, L’humanité perdue. Essai sur le XXe siècle, Paris, Seuil, 1996, σ. 13 [Τα πλάγια είναι του συγγραφέα].
[6] R. Brague, «Notre identité excentrique», στο J. Birnbaum (επιμ.), L’identité pour quoi faire?, Paris, Gallimard, 2020, empl. 887
[7] Βλ. ενδεικτικά H. Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση (vita activa), μετ. Σ. Ροζάνης / Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, Γνώση, 1986, σ. 246 επ.
[8] Α. Finkielkraut, L’identité malheureuse, Paris, Stock, 2013, empl. 163.
[9] H. Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση, ό.π., σ. 330.
[10] Ιδ., «Some Questions of Moral Philosophy» στο Iδ., Responsibility and Judgment. Edited and with an Introduction by J. Kohn, New York, Schocken Books, 2003, σ. 144.
[11] Ηλίας Πέσσαχ, «Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας εβραϊκού θρησκεύματος στην Ελλάδα του 2025», https://www.liberal.gr/politiki/ti-simainei-na-eisai-ellinas-ebraikoy-thriskeymatos-stin-ellada-toy-2025
[12] I. Berlin, Τέσσερα δοκίμια περί ελευθερίας, μτφρ. Γ. Παπαδημητρίου, Αθήνα, Scripta, 2001, σ. 312-313.
[13] Η. Arendt, Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Δεύτερο μέρος: Ιμπεριαλισμός, ό.π., σ. 214 [η μετάφραση είναι ελαφρώς τροποποιημένη. The origins of Totalitarianism. New Edition with Added Prefaces, San Diego, New York, London, A Harvest Book, 1979, σ. 287].
[14] Α. Finkielkraut, L’identité malheureuse, ό.π., empl.1224.
[15] H. Arendt, Heureux celui qui n’a pas de patrie. Poèmes de pensée, δίγλωσση έκδοση (γερμανικά/αγγλικά), μτφρ. στα γαλλικά F. Mathieu, Paris, Payot, 2015, σ. 108/109.
[16] J. Wasermann, My Life as German and Jew, μτφρ. S. N. Brainin, New York, Coward-McCann, 1933, σ. 81-82.
[17] Βλ. ενδεικτικά https://www.mixanitouxronou.gr/o-ellinoevraios-iroas-toy-40-stamatise-toys-italoys-stin-pindo-kai-aichmalotise-ekatontades-o-thanatos-pano-sto-alogo/. Όπως και https://athjcom.gr/2021/05/12/emvlimatikes-morfes-toy-ellinikoy-evr-2/
[18] Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Το Ολοκαύτωμα στις μαρτυρίες των Ελλήνων Εβραίων, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1993, σ. 51.
[19] H. Arendt, Περί Βίας, μτφρ. Β. Νικολαΐδου-Κυριανίδου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2000, σ. 124.
[20] https://www.lemonde.fr/idees/article/2011/09/09/nous-sommes-tous-americains_1569503_3232.html
[21] Montaigne, Les Essais, Éditions la bibliothèque digitale, III. 10, empl. 20504-20516
Όλα για τη Μέση Ανατολή
Κώστας Υφαντής, Κωνσταντίνος Φίλης, Αλέξανδρος Διακόπουλος, Μέση Ανατολή 1945-2025. Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων. Συνομιλίες με τον Μάκη Προβατά, Πατάκη, Αθήνα 2025, 404 σελ.
Τρεις ειδικοί στα ζητήματα της γεωπολιτικής και, ιδίως, της ιστορίας της Μέσης Ανατολής, συνομιλούν με ένα δημοσιογράφο για την περιοχή των αλλεπάλληλων κρίσεων. Ένα βιβλίο πολύ χρήσιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει τί συμβαίνει στην πολύπαθη και αιματοβαμμένη Μέση Ανατολή. [ΤΒJ]
Είναι η Δύση σε θέση να διαβάσει σωστά τη Μέση Ανατολή ή τη βλέπει μέσα από το απλοϊκό πρίσμα του «οριενταλισμού», που τείνει να τσουβαλιάζει όλα τα μουσουλμανικά έθνη στην περιοχή; Διανύει η Μέση Ανατολή προνεωτερική φάση ή τη φάση της πρώιμης νεωτερικότητας; Μπορεί να επέλθει ειρήνευση στην ευρύτερη περιοχή χωρίς τη λύση δύο κρατών στο Παλαιστινιακό ζήτημα; Πώς ορίζεται η τρομοκρατία και πώς ακριβώς διαφέρει από τους απελευθερωτικούς αγώνες; Πώς εμπλέκονται οι μεγάλες δυνάμεις στο κουβάρι της περιοχής και πώς μπορούν να συμβάλουν στην επίλυση συγκρούσεων; Ποιες τάσεις διαφαίνονται στη διαμόρφωση της γεωπολιτικής σκακιέρας της Μέσης Ανατολής;
Αυτά είναι μερικά μόνο από τα κρίσιμα ερωτήματα, στα οποία φιλοδοξεί να απαντήσει το βιβλίο Μέση Ανατολή 1945-2025. Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων (Πατάκη, 2025). Τέσσερις διανοητές –ο Κώστας Υφαντής, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο Κωνσταντίνος Φίλης, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, ο Αλέξανδρος Διακόπουλος, αντιναύαρχος (ε.α.) Π.Ν. και επίτιμος διοικητής της Σχολής Εθνικής Άμυνας και ο δημοσιογράφος Μάκης Προβατάς– αποτολμούν το δύσκολο εγχείρημα να «ξεναγήσουν» τον αναγνώστη στο λαβύρινθο της Μέσης Ανατολής, προσφέροντας τις γνώσεις τους και τις προσωπικές ερμηνείες τους.
Η αόρατη ισχύς των αντιλήψεων
Το βιβλίο ξεχωρίζει εξαρχής χάρη σε δύο πρωτοτυπίες του – τόσο ως προς τη δομή του όσο και ως προς την ουσία. Είναι χαρακτηριστικη η χαλαρή μορφή των συζητήσεων, με την εναλλαγή των ομιλητών να προσδίδει ζωντάνια στην αφήγηση και να δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι είναι μέρος της παρέας. Το βιβλίο δομείται πάνω σε εννιά συνεδρίες, από τον Μάρτιο του 2024 έως τον Ιούλιο του 2025. Ο Μάκης Προβατάς αναλαμβάνει το ρόλο του διευθυντή της ορχήστρας, αλλά μιας ορχήστρας χωρίς παρτιτούρες και προαποφασισμένες ερωτήσεις. Ενώ όλοι οι συντελεστές ανήκουν στη ρεαλιστική σχολή σκέψης, δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση απόψεων και οι επιμέρους διαφοροποιήσεις εμπλουτίζουν τον προβληματισμό, φωτίζοντας πρόσθετες πτυχές των θεμάτων.
Η δεύτερη πρωτοτυπία σχετίζεται με την έμφαση στις «άυλες» αντιλήψεις, τις αυτοπροσλήψεις, τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες που χαρακτηρίζουν έθνη και μη κρατικούς δρώντες στην ευρύτερη περιοχή. Υπ’ αυτή την έννοια, το βιβλίο δανείζεται αναλυτικά εργαλεία από το πεδίο της κοινωνικής και της πολιτικής ψυχολογίας. Είναι εμπνευσμένος και εύστοχος ο τίτλος Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων. Όπως τονίζει ο Αλέξανδρος Διακόπουλος, «οι άνθρωποι είναι πρωτίστως συναισθηματικά όντα», προσπαθούν να εκλογικεύσουν τις συναισθηματικές προδιαθέσεις τους (σ. 122) και, συχνά, «τείνουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το φίλτρο των αντιλήψεών τους» (σ. 62).
Ομολογουμένως, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να εξηγηθεί το βαθιά ριζωμένο μίσος για τον αντίπαλο που, εν πολλοίς, είναι η κινητήρια δύναμη στη Μέση Ανατολή. Ένα μοτίβο που διατρέχει τις συζητήσεις είναι όχι απλά η επιβολή του ισχυροτέρου ως δείγμα πολιτικού δαρβινισμού, αλλά ο αέναος πόλεμος μέχρι την εξόντωση του αντιπάλου. Βέβαια, διατυπώνεται ο αντίλογος ότι η βουλησιαρχία και οι μη ρεαλιστικές επιδιώξεις οδηγούν σε λάθη, τα οποία πληρώνονται σε βάθος χρόνου. Είναι καταρχήν σωστή η νηφάλια αυτή επισήμανση, πλην όμως δεν φαίνεται να βρίσκει εφαρμογή στη Μέση Ανατολή. Διότι η τραγική ειρωνεία είναι ότι αιώνιοι αντίπαλοι στην περιοχή εμφορούνται από παρεμφερείς αντιλήψεις.
Οι στρατηγικές επιλογές της ισραηλινής ηγεσίας πάντα καθορίζονταν από την «κουλτούρα της περικύκλωσης» και το πρόταγμα επιβίωσης σε ένα άκρως εχθρικό περιβάλλον. Αυτό εξηγεί γιατί ύψιστη προτεραιότητα του Ισραήλ είναι η ασφάλεια, όχι η διεθνής εικόνα του, ακόμη κι αν αυτό μεταφράζεται σε σύνδρομο «στρατηγικής τύφλωσης» (Κωνσταντίνος Φίλης, σ. 153). Ως αποτέλεσμα, η χώρα έχει απωλέσει μεγάλο μέρος του ηθικού κύρους και της συμπάθειας που απολάμβανε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μάκης Προβατάς υπενθυμίζει στους συνομιλητές του κάτι που έχει ακούσει από υψηλόβαθμο Ισραηλινό: «Έτσι κι αλλιώς, αδίκως μας μισεί το 95% στον κόσμο – αν αυτό γίνει 96%, μικρή η διαφορά» (σ. 95).
Το δε σιιτικό Ιράν παραδοσιακά θεωρούσε εαυτό θύμα της σουνιτικής πλειοψηφίας, όπως και του δυτικού ιμπεριαλισμού και του σιωνισμού. Το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης, επίσης, αισθάνεται περικυκλωμένο, εξ ου και το περιφερειακό δίκτυο πληρεξουσίων του ως αντίβαρο στους θανάσιμους εχθρούς του. Απόλυτη είναι η στάση και της Χαμάς ως φορέα του «απελευθερωτικού αγώνα» των Παλαιστινίων, διακηρύσσοντας τον χωρίς όρια ιερό πόλεμο μέχρι την εξαφάνιση του Ισραήλ.
Το Παλαιστινιακό καλύπτεται εκτενώς στο βιβλίο ως κεντρικό ζήτημα στη Μέση Ανατολή, αλλά αναδεικνύεται και ο υψηλός βαθμός εργαλειοποίησής του από πολλούς δρώντες στην περιοχή. Το συμπέρασμα που αναδύεται στο βιβλίο είναι ότι όλη η συζήτηση για το Παλαιστινιακό είναι «προφάσεις εν αμαρτίαις», καθώς η βασική δυσκολία είναι η απουσία πολιτικής βούλησης για την επίλυσή του. Το Ιράν το επικαλείται παγίως ως νομιμοποιητική βάση για την εμμονή του με την εξάλειψη του Ισραήλ από το χάρτη, ενώ η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν θα έπληττε περισσότερο τα συμφέροντα της Τεχεράνης από μια διευθέτηση του Παλαιστινιακού. Εννοείται ότι ούτε το Ισραήλ επιθυμεί τη λύση των δύο κρατών και το αποδεικνύει παντοιοτρόπως τόσο στη Γάζα όσο και στη Δυτική Όχθη.
Οι δε αραβικές χώρες ουσιαστικά αδιαφορούν για τους Παλαιστινίους, αν δεν τους θεωρούν πολιτικό πρόβλημα. Ορθώς επισημαίνει ο Κ. Φίλης την παραδοξότητα ότι «δύο μη αραβικές χώρες, το Ιράν και η Τουρκία, φαινομενικά στηρίζουν τους Παλαιστινίους περισσότερο απ’ ό,τι οι αραβικές ηγεσίες του Κόλπου, με την εξαίρεση του Κατάρ» (σ. 140). Είναι πράγματι αξιοσημείωτο ότι ο τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν έχει μεγαλύτερη δημοτικότητα στον αραβικό κόσμο από πολλούς άραβες ηγέτες, αν και η αντιπαλότητα της Άγκυρας με το Ισραήλ είναι πρωτίστως γεωπολιτική και μόνο κατ’ επίφαση έχει ηθικό ή θρησκευτικό υπόβαθρο.
Είτε σχεδιάστηκε με την εμπλοκή του Ιράν είτε όχι, η επίθεση της Χαμάς της 7ης Οκτωβρίου 2023 επανέφερε το Παλαιστινιακό ζήτημα στο προσκήνιο και ανέβαλε τη διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ που προωθούν οι ΗΠΑ στην περιοχή. Σε ό,τι αφορά την ιρανοαμερικανική αντιπαράθεση, οι συγγραφείς τονίζουν δύο μείζονες χαμένες ευκαιρίες για την διευθέτησή της. Πρώτον, τη διάθεση της Τεχεράνης να προσεγγίσει τις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η οποία όμως σκόνταψε στην προτίμηση του νεότερου Τζορτζ Μπους να κατατάξει το Ιράν στον «άξονα του κακού». Η δεύτερη ευκαιρία, η συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, χάθηκε με την απόσυρση των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας Τραμπ.
Η Ρωσία, άλλος ένας εξωτερικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή, ενεπλάκη στρατιωτικά στην Συρία και έδωσε παράταση ζωής στο καθεστώς Άσαντ, αλλά πλέον δεν είναι σε θέση να διαδραματίσει κάποιον ουσιαστικό ρόλο στην περιοχή. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η αναφορά στους σαρωτικούς ρωσικούς βομβαρδισμούς στη Συρία τον Νοέμβριο του 2015, οι οποίοι συνέβαλαν στην κατακόρυφη αύξηση των προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη – κάτι που η Ελλάδα έζησε κατά τρόπο δραματικό εκείνη την εποχή.
Το εύρος της θεματολογίας
Ενώ είναι εντυπωσιακό το εύρος της θεματολογίας, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς τι άλλο έδαφος θα μπορούσε να είχε καλύψει το βιβλίο; Πιθανώς κάποιους παραλληλισμούς με άλλες ανάλογες περιπτώσεις στον πλανήτη, για λόγους πληρότητας και καλύτερης κατανόησης των προβλημάτων. Λόγου χάρη, η δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν τον Νοέμβριο του 1995 λόγω των συμφωνιών του Όσλο θυμίζει τη δολοφονία του Μαχάτμα Γκάντι τον Ιανουάριο του 1948, επειδή οι φανατικοί ινδουιστές τον θεώρησαν ασυγχώρητα διαλλακτικό ως προς την απόσχιση του Πακιστάν από τον κορμό της Ινδίας. Και, όπως μαθαίνουμε στη σ. 117, ο Γιάσερ Αραφάτ φοβόταν πως θα τον σκότωναν ως προδότη, αν υπέγραφε την ειρηνευτική συμφωνία στο Καμπ Ντέιβιντ. Οι αναλογίες με άλλες περιοχές θα κατεδείκνυαν το γεγονός ότι οι δυσκολίες του επώδυνου συμβιβασμού δεν ταλανίζουν μόνο τη Μέση Ανατολή. Επιπροσθέτως, σε μια από τις συνεδρίες τίθεται το ερώτημα αν, εκτός από το Παλαιστινιακό ζήτημα, υπάρχει κάποιο άλλο πρόβλημα που να μοιάζει τόσο δυσεπίλυτο στην παγκόσμια ιστορία. Η απάντηση θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η διένεξη για το Κασμίρ μετά το 1947-48, την ίδια εποχή που ιδρύθηκε το Ισραήλ στα εδάφη των Παλαιστινίων.
Δεδομένου ότι οι συζητήσεις περατώθηκαν στα τέλη του 2025, το βιβλίο προφανώς δεν καλύπτει τον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου που ξέσπασε με την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Ακόμη και το σχέδιο Τραμπ για την ειρήνευση στη Γάζα τον Σεπτέμβριο του 2025 και η σύνοδος στο Σαρμ Ελ Σέιχ λίγες εβδομάδες εργότερα σχολιάζονται «εμβόλιμα» στα τρία επίμετρα στο τέλος του βιβλίου.
Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, σε κάποια θέματα δικαιώνονται και σε άλλα διαψεύδονται, αλλά σίγουρα δεν διστάζουν να «τσαλακωθούν» και να διατυπώσουν τις απόψεις τους. Δικαιώνονται, π.χ., στην πρόβλεψή τους πως η κατά μέτωπον αναμέτρηση Ισραήλ-Ιράν, πάντα με τη βοήθεια των ΗΠΑ, είναι αναπόφευκτη. Οι συζητήσεις τους προϊδεάζουν τον αναγνώστη ότι το ενδεχόμενο αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί. Όπως υπογραμμίζει ο Κώστας Υφαντής, σύμφωνα με μια σχολή σκέψης «το Ισραήλ θεωρεί ότι έχει έρθει η στιγμή να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με το Ιράν» (σ. 92). Ως προς τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες της Κίνας ανάμεσα στο Ιράν και τη Σαουδική Αραβία ή τις φατρίες των Παλαιστινίων, ορθώς τις χαρακτηρίζουν «θεατρικές» και συμφωνούν πως το Πεκίνο δεν μπορεί να συνεισφέρει επί της ουσίας σε μια ειρηνική λύση.
Από την άλλη, η εκτίμηση των συγγραφέων ότι «οι ΗΠΑ είναι η μόνη δύναμη ικανή να αποτρέψει μια περιφερειακή κρίση από το να εξελιχθεί σε παγκόσμια κρίση» δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Η ειρωνεία είναι ότι οι επιλογές του Τραμπ στον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου –σε συνδυασμό με την αδιαλλαξία του Ισραήλ και του Ιράν– έχουν συμβάλει σε μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση με απρόβλεπτες γεωπολιτικές συνέπειες. Ενδιαφέρον θα είχε να δούμε αν οι συγγραφείς θα επιχειρούσαν μια νέα, συμπληρωματική, προσπάθεια με στόχο την επικαιροποιημένη επανέκδοση του βιβλίου. Αν όντως το αποφασίσουν, ασφαλώς θα προσέφεραν πολύτιμη υπηρεσία στο αναγνωστικό κοινό, αν και το sequel θα μπορούσε να είναι κατά τι πιο σφιχτό και εστιασμένο σε λιγότερα ερωτήματα.
Είναι πολύ χρήσιμα τα επεξηγηματικά ένθετα για θέματα που δεν είναι ευρέως γνωστά, όπως είναι π.χ. ο οριενταλισμός του Σαΐντ, η ιστορία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ή των σιωνιστικών παραστρατιωτικών οργανώσεων στην Παλαιστίνη, όπως και οι ιδέες του Ζεέβ Ζαμποτίνσκι που έχουν εμποτίσει σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή ισραηλινή κοινωνία. Το δε χρονολόγιο στο τέλος του βιβλίου βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί το ιστορικό βάθος των τωρινών εξελίξεων στην Μέση Ανατολή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το παράρτημα με τα μεγάλα έργα υποδομής που έχουν κατασκευαστεί και σχεδιάζονται ή δρομολογούνται σε μια τεράστια περιοχή, από τον Κόλπο και την Αραβική Χερσόνησο έως την Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.
Οι 404 σελίδες του βιβλίου δεν διαβάζονται απνευστί. Είναι πιθανό σε αρκετά σημεία ο αναγνώστης να νοιώσει την ανάγκη να κάνει παύση και να πάρει ανάσα, προκειμένου να αφομοιώσει τον τεράστιο όγκο πληροφοριών και να «συμφιλιωθεί» με την πολυπλοκότητα των ζητημάτων. Τρόπον τινά, το βιβλίο αυτό αποτελεί πρόσκληση για ένα διανοητικό ταξίδι. Ταξίδι όχι ευχάριστο, αλλά πάρα πολύ χρήσιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει τί συμβαίνει στην πολύπαθη και αιματοβαμμένη Μέση Ανατολή. Δεδομένης, μάλιστα, της γεωγραφικής εγγύτητας της περιοχής με την Ελλάδα, πρόκειται για ένα άτυπο «εγχειρίδιο» για έλληνες διπλωμάτες, αλλά και ερευνητές και φοιτητές στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Χωρίς να έχει αυστηρά ακαδημαϊκή μορφή, το βιβλίο αυτό προστίθεται στη βιβλιογραφία για μια περιοχή που παραμένει υποβαθμισμένη στις πανεπιστημιακές σπουδές στην Ελλάδα.
Δεν κοιμόμαστε με φίδια, κ. Μαργαρίτη
Απάντηση σε ανάρτηση του ιστορικού Γιώργου Μαργαρίτη «Προς τους Εβραίους συμπολίτες μας»
Ο Γιώργος Μαργαρίτης, ο ιστορικός με έργο γύρω από την Κατοχή, τον Εμφύλιο και την ελληνική Αριστερά, γράφει «Προς τους εβραίους συμπολίτες μας» και προχωρά να μας εξηγήσει, με το ύφος του κηδεμόνα, ποιοι ήταν οι αληθινοί μας φίλοι, ποιοι οι ψεύτικοι και τι θα ήταν φρόνιμο να προσέχουμε εμείς οι εβραίοι. Ας ξεκινήσουμε απ’ αυτό, γιατί είναι το μόνο που χρειάζεται να ειπωθεί για να καταρρεύσει όλο το υπόλοιπο: κύριε Μαργαρίτη, κανείς δεν σας διόρισε συνήγορό μας.

Η ανάρτηση του καθηγητή ιστορίας Γιώργου Μαργαρίτη, στο λογαριασμό του στο facebook, από τις 15 Ιουλίου 2025. Ένα χρόνο μετά, ο αριστερός αντισημιτισμός είναι ρεύμα και καθορίζει πλήθος από κοινωνικές συμπεριφορές.
Οι εβραίοι δεν περιμένουν έναν χριστιανό συμπατριώτη τους να τους πει από ποιους απειλούνται. Δεν χρειαζόμαστε μάθημα για τον αντισημιτισμό από κάποιον που δεν τον έχει ζήσει ποτέ στο σώμα του, που δεν μέτρησε ποτέ ποιοι και ποιες έλειπαν από το τραπέζι μετά το '43, που δεν κουβαλάει το όνομα μιας κοινότητας η οποία εξαφανίστηκε κατά το 98%. Η ανάρτησή σας προϋποθέτει ότι εμείς δεν ξέρουμε την ιστορία μας και εσείς την ξέρετε καλύτερα. Αυτό είναι το πρώτο ατόπημα, και μαζί το δείγμα μιας ηθικής κατάρρευσης που εσείς, ως ιστορικός, έπρεπε να αναγνωρίζετε πριν από τον καθένα: να μιλάτε για μας, στη θέση μας, σαν να μην είμαστε παρόντες να απαντήσουμε.
Και όμως, είμαστε παρόντες. Αυτή είναι η απάντηση.
Δείτε τι κάνετε με την ιστορία. Παίρνετε μια αληθινή σελίδα, ότι το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ έσωσαν εβραίους όταν το κράτος τους παρέδιδε, και τη μετατρέπετε σε τίτλο ιδιοκτησίας. Η αντίσταση δεν σας ανήκει. Δεν είναι κεφάλαιο που ξοδεύετε για να αγοράσετε το δικαίωμα να μας απειλήσετε στην τελευταία παράγραφο. Οι εβραίοι που σώθηκαν τότε δεν σώθηκαν για να γίνουν το επιχείρημά σας το 2026. Γιατί εκεί καταλήγει το κείμενο, και εκεί ξεσκεπάζεται. «Ακόμα και οι εκλεκτοί λαοί του Θεού μπορεί να γίνουν εγκληματικές συμμορίες». Δεν γράφετε «το κράτος του Ισραήλ». Γράφετε «οι εκλεκτοί λαοί του Θεού». Ένας λαός, ορισμένος από τη σχέση του με τον Θεό του, ένας ολόκληρος λαός που «μπορεί» να γίνει συμμορία. Αυτό δεν είναι κριτική πολιτικής. Είναι η αρχαιότερη μελωδία: ο εβραίος ως κρυφή δύναμη, που «αγκαλιάζει το φίδι και κοιμάται μαζί του». Το φίδι δεν είναι δικό σας λεξιλόγιο. Το δανειστήκατε από τον ναζιστή Στράιχερ, χωρίς να σεβαστείτε την ανάγκη παραπομπής, γιατί δεν υπάρχει λόγος να παραπέμψετε στην πηγή όταν επαναλαμβάνετε κάτι που έχετε αφομοιώσει ως δικό σας.
Και εδώ είναι το πιο βαθύ. Όταν γράφετε ότι «θα ήταν φρόνιμο να προσέχουμε», η προστασία που μας προσφέρετε έρχεται υπό όρους. Η ασφάλειά μας δεν είναι δικαίωμα, είναι ανταμοιβή για καλή διαγωγή. Και τους όρους τους βάζετε εσείς, κρατώντας για τον εαυτό σας το δικαίωμα να αποφασίζετε πότε ένας εβραίος αξίζει να προστατευτεί και πότε όχι. Και εδώ φαίνεται γιατί η ιδιότητά σας του ιστορικού δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι βολικό να καταπιάνεστε με τους εβραίους ως ιστορική μειονότητα που υπέφερε: μέσα από αρχεία, μαρτυρίες, τεκμήρια, λίστες νεκρών, ονόματα χαραγμένα σε μνημεία. Εκεί οι εβραίοι είναι παρελθόν. Είναι αντικείμενο μελέτης, θύμα προς τιμήν, σελίδα προς φύλαξη. Η στάση είναι ευλαβική, και συχνά ειλικρινής. Ο νεκρός εβραίος δεν αντιμιλά, δεν έχει κράτος, δεν έχει πολιτική, δεν σας φέρνει σε δύσκολη θέση. Τον τιμάτε και τιμάστε.
Η αληθινή θέση σας αποκαλύπτεται τη στιγμή που ο εβραίος παύει να είναι αρχείο και γίνεται ζωντανός πληθυσμός. Όσο μελετάτε τους νεκρούς, είστε ο δίκαιος. Όταν στρέφεστε στους ζωντανούς, σηκώνετε το δάχτυλο και απειλείτε όσους αναπνέουν. Η απόσταση των αρχείων σάς επέτρεψε να νιώθετε φίλος των εβραίων χωρίς κόστος. Η παρουσία των ζωντανών σάς ξεσκεπάζει, γιατί οι ζωντανοί έχουν φωνή, έχουν διαφωνίες, ανήκουν σε ένα παρόν που δεν ελέγχετε, και αυτό ακριβώς δεν το αντέχετε. Οι νεκροί εβραίοι σας επιβεβαιώνουν· οι ζωντανοί σας ξεσκεπάζουν. Και αντί να δεχτείτε την πρόκληση διαλέξατε την προειδοποίηση και την απειλή.
Λοιπόν, κρατήστε τη συμβουλή σας. Οι δικοί μου που πολέμησαν στον ΕΛΑΣ θα ντρέπονταν να διαβάσουν το κείμενό σας. Δεν κοιμόμαστε με φίδια, κ. Μαργαρίτη, και δεν χρειαζόμαστε φύλακα. Οι Δίκαιοι και οι Άδικοι, γράφετε, ορίζονται από την ιστορία. Σωστά. Και η ιστορία θα καταγράψει ότι ένας Έλληνας χριστιανός ιστορικός πήρε τη γλώσσα των σωτήρων και τη γύρισε σε γλώσσα απειλής, νομίζοντας ότι μιλούσε για μας, ενώ εμείς ήμασταν όλη την ώρα εδώ.
7η Οκτωβρίου και Ισλάμ
Γιατί η Χαμάς αποκαλεί τις επιθέσεις της στο Ισραήλ «θρησκευτικό πόλεμο»; Και τι σημαίνουν οι αμέτρητες κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ» κατά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου; [1]
Έχουν περάσει περισσότερες από χίλιες ημέρες από τα τρομερά γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου. Κι όμως, πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ένα εύλογο ερώτημα, π.χ., έχει να κάνει με τη σύνδεση της σφαγής και του Ισλάμ. Γιατί η Χαμάς περιγράφει τις επιθέσεις της στο Ισραήλ ως «θρησκευτικό πόλεμο»; Τι σημαίνουν οι αμέτρητες κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ» κατά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου; Και πώς αντέδρασαν τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα του Ισλάμ σε αυτή την επίδειξη ωμού και βίαιου αντισημιτισμού;
Τα ερωτήματα αυτά τίθενται σπανίως. Δεν υπάρχουν σοβαρές μελέτες που να τα απαντούν με ολοκληρωμένο τρόπο. Έχουν όμως ιδιαίτερη σημασία. Με δύο δισεκατομμύρια οπαδούς, το Ισλάμ είναι πλέον η δεύτερη μεγαλύτερη και επίσης η ταχύτερα αναπτυσσόμενη θρησκεία.
Ήταν άραγε λάθος η επίκληση της θρησκείας όταν, στη διάρκεια της σφαγής της 7ης Οκτωβρίου, οι σφαγείς επικαλούνταν την προστασία του Αλλάχ, σαν να ήταν η δολοφονία και ο βιασμός Ισραηλινών μια μορφή θρησκευτικής λατρείας; Και αν αυτό το ερώτημα απαντιέται καταφατικά, πού βρίσκεται λοιπόν η διαμαρτυρία που εξέφρασαν οι μουσουλμάνοι;
Η ομιλία μου καταρχάς θα επανεξετάσει τη θρησκευτική διάσταση της 7ης Οκτωβρίου. Στη συνέχεια, θα συζητήσω τις αντιδράσεις ορισμένων σουνιτικών κέντρων.
Η θρησκευτική πτυχή της 7ης Οκτωβρίου
Ο ιστορικός Γκίντεον Κρέσελ αφηγήθηκε μια συζήτηση που είχε στο Ισραήλ με μια ομάδα Αράβων. Κατά τη διάρκεια του πρωινού, του εξήγησαν «με ήρεμο και φιλικό τρόπο», όπως γράφει, ότι το Ισραήλ σύντομα θα πάψει να υπάρχει. Αυτό συνέβη επειδή «αυτό είναι το θέλημα του Θεού – τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει»[2]. Αυτή η βεβαιότητα της νίκης –ο Αλλάχ έχει ορίσει την καταστροφή του Ισραήλ, άρα το Ισραήλ θα καταστραφεί– είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ισλαμισμού. Εκδηλώθηκε επίσης κατά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου με τη μορφή κραυγών αγαλλίασης και ενέτεινε την τρομοκρατία εναντίον των Εβραίων.
«Εμπιστευτείτε τον Αλλάχ», προέτρεπε, π.χ., ένα φυλλάδιο που ένας ηγέτης της Χαμάς μοίραζε το βράδυ της 6ης Οκτωβρίου. «Βασιστείτε σε Αυτόν και […] ας είναι οι κραυγές “Αλλάχ Ακμπάρ” η κορωνίδα της δόξας»[3].
«Προσφάτως κατασχεθέντα έγγραφα που βρέθηκαν στην κατοχή πρακτόρων της Χαμάς […] έδειξαν ότι [η] ηγεσία […] έδωσε επιτόπου οδηγίες στους πράκτορες να ενεργούν σαν βάρβαροι απέναντι στους Εβραίους, τους στρατιώτες και τους πολίτες, δικαιολογώντας τις ενέργειές τους ως πραγματοποιούμενες στο όνομα του Ισλάμ», αναφέρει η έκθεση της Βρετανικής Πανκοινοβουλευτικής Ομάδας, στις 7 Οκτωβρίου. «Ένα χειρόγραφο σημείωμα βρέθηκε στην τσέπη ενός διοικητή της στρατιωτικής πτέρυγας της Χαμάς. […] Προέτρεπε τους πράκτορές του να σκοτώσουν όσο το δυνατόν περισσότερους Εβραίους, να τους αποκεφαλίσουν και να ξεριζώσουν τις καρδιές και τα συκώτια τους για το Ισλάμ»[4].
Για τον Γιαχία Σινουάρ, τον εγκέφαλο και ηγέτη της σφαγής, το θρησκευτικό κίνητρο ήταν επίσης κεντρικό. Πίστευε στις υποσχέσεις του παραδείσου που διατυπώνονται στο Κοράνι. Πίστευε ότι η δολοφονία των Εβραίων είναι προϋπόθεση για τη σωτηρία του κόσμου και ήταν πρόθυμος να θυσιάσει τον εαυτό του και τις ζωές δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων γι’ αυτό το σκοπό.
Ακόμα και το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Σινουάρ, που εκδόθηκε το 2004 με τον τίτλο Το αγκάθι και το γαρύφαλλο, εστίαζε στη δολοφονία όσο το δυνατόν περισσότερων Ισραηλινών με βάρβαρη σκληρότητα. Ο Σινουάρ έβαλε τον κεντρικό ήρωα αυτού του μυθιστορήματος να εκστομίζει τα ακόλουθα λόγια, αφού πριν είχε εκτοξεύσει ένα θανατηφόρο βλήμα κατά των Εβραίων: «Στο όνομα του Θεού, ο Θεός είναι ο Μεγαλύτερος, και δεν έριξες εσύ όταν έριξες, αλλά ο Θεός ήταν αυτός που έριξε»[5]. Εδώ, αυτοί οι τρελοί δηλώνουν ότι ο Θεός είναι ο πραγματικός δράστης ή μετατρέπουν τους εαυτούς τους σε Θεό. Σε κάθε περίπτωση, θεωρούν τη σφαγή των Εβραίων ένα είδος θρησκευτικής τελετής, εξ ου και η ενθουσιώδης διάθεση στις 7 Οκτωβρίου και οι συνεχείς κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ».
Πώς όμως αντέδρασαν τα βασικά ισλαμικά ιδρύματα στον θρησκευτικά υποκινούμενο τρόμο εκείνης της ημέρας; Ας ξεκινήσουμε με μακράν το πιο σημαντικό σουνιτικό κέντρο μάθησης – το Πανεπιστήμιο Αλ-Αζχάρ στο Κάιρο.
Η αντίδραση του Αλ-Αζχάρ
Στις 7 Οκτωβρίου, λίγες ώρες μετά την έναρξη της επίθεσης της Χαμάς, το Αλ-Αζχάρ εξέδωσε μια δήλωση που ανέφερε: «Το Αλ-Αζχάρ με απόλυτη υπερηφάνεια χαιρετά τις προσπάθειες αντίστασης του υπερήφανου παλαιστινιακού λαού [...] που μας έχουν εμποτίσει με πνεύμα και πίστη»[6]. Στις 18 Οκτωβρίου 2023, το Αλ-Αζχάρ προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και σε φετφά που εξέδωσε δηλώνει ότι «οι σιωνιστές πολίτες σε κατεχόμενα εδάφη δεν είναι άξιοι να περιγράφονται ως “άμαχοι”, με τον όρο “κατεχόμενη γη” να περιλαμβάνει και την καρδιά του Ισραήλ[7]. Με άλλα λόγια: όλοι οι Ισραηλινοί μπορούν να εξοντωθούν.
Με τον φετφά αυτόν, το πιο φημισμένο πανεπιστήμιο του σουνιτικού Ισλάμ νομιμοποίησε τις ομηρίες και τις δολοφονίες – επομένως και τα καψίματα, τους ακρωτηριασμούς, τους βιασμούς και τις πράξεις βασανιστηρίων που είχαν έρθει στο φως έως τότε. Αυτό σηματοδότησε μια σοβαρή μετατόπιση στην κατεύθυνση του ισλαμικού κόσμου, ειδικά επειδή το Αλ-Αζχάρ είχε, ώς τότε, την τάση να αποστασιοποιείται από τον θρησκευτικό εξτρεμισμό και είχε προσπαθήσει να καλλιεργήσει μια «μετριοπαθή» εικόνα. Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, ότι τα δυτικά ΜΜΕ έχουν σχεδόν αγνοήσει εντελώς αυτή την ανησυχητική εξέλιξη.
Η επίθεση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας
Ας δούμε τώρα τις ομάδες που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, στις οποίες περιλαμβάνεται η Χαμάς. Ενώ το Αλ-Αζχάρ μερικές φορές ισχυρίζεται ότι είναι πρόθυμο να αποδεχτεί την ύπαρξη του Ισραήλ –τουλάχιστον στο πλαίσιο μιας λύσης δύο κρατών–, οι ριζοσπαστικά αντισημίτες ισλαμιστές επιμένουν στην απόλυτη εξάλειψη του Ισραήλ.
Αυτές οι ομάδες είδαν τη σφαγή σαν αρχή μιας αποφασιστικής ισλαμικής μάχης για την Παλαιστίνη. Υιοθέτησαν μια διακήρυξη και ένα φετφά όπου υποστηρίζονταν όλα τα αιτήματα της Χαμάς[8].
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στις 27 Ιουνίου 2025, εκατοντάδες ισλαμιστές λόγιοι συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για να υιοθετήσουν έναν καταστατικό χάρτη. Τίτλος του είναι: Χάρτης των Θρησκευτικών Λογίων του Ισλαμικού Έθνους για τον Κατακλυσμό του Αλ-Άκσα και τις επιπτώσεις του. Ο όρος «Κατακλυσμός του Αλ-Άκσα» αναφέρεται στη σφαγή της Χαμάς[9]. Ο καταστατικός αυτός χάρτης είναι ένα ολοκληρωμένο θρησκευτικό μανιφέστο που εκδόθηκε από περισσότερους των 500 κληρικούς και από 39 ισλαμικές οργανώσεις. Σκοπός του είναι να παράσχει θρησκευτική δικαιολόγηση για τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου.
Ειδικότερα, υπερασπίζεται τη Χαμάς από την κριτική που εκφράζεται συχνά, ότι με την επίθεσή της στις 7 Οκτωβρίου αποδέχτηκε εν γνώσει της τους θανάτους αμέτρητων μουσουλμάνων της Γάζας, που ακολούθησαν. Σε αυτό το σημείο, ο καταστατικός χάρτης αναφέρει:
Το βαρύ τίμημα που πλήρωσε ο λαός της Γάζας κατά τη διάρκεια της επιχείρησης δεν αποτελεί αιτία λύπης ή απελπισίας. Είναι μια απόδειξη αληθινής πίστης και θυσίας. Η ανταμοιβή [όσων σκοτώθηκαν] είναι με τον Αλλάχ.
Αυτό το κυνικό απόσπασμα επιβεβαιώνει τη στάση του Σινουάρ, ο οποίος είχε προβλέψει και υπερασπιστεί δημοσίως τους θανάτους δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων στη Γάζα ως ζήτημα «αληθινής πίστης», χωρίς ωστόσο να ρωτάει αν οι κάτοικοι της Γάζας συναινούσαν να θυσιαστούν για τους υψηλότερους στόχους της Χαμάς[10].
Επίσης, αυτό μου θυμίζει τη δήλωση του πρώην ιρανού προέδρου Ραφσανζανί, ο οποίος είχε δηλώσει ότι «ακόμα και μια μόνο ατομική βόμβα στο Ισραήλ θα εξαφάνιζε τα πάντα», ενώ μια ισραηλινή αντεπίθεση «θα έβλαπτε μόνο τον ισλαμικό κόσμο». Αλλά τότε θα προέκυπταν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον μάρτυρες «αληθινής πίστης» – ακόμη και γι’ αυτόν, αυτό το τίμημα δεν ήταν πολύ υψηλό.
Είναι δύσκολο για εμάς να πάρουμε στα σοβαρά μια τέτοια τερατουργία. Όταν όμως περισσότεροι από 500 μουσουλμάνοι μελετητές και 39 μουσουλμανικές οργανώσεις τον Ιούνιο του 2025 δηλώνουν ότι το θρησκευτικό όφελος υπερτερεί τέτοιων ανθρωπιστικών καταστροφών, τότε υποθέτω ότι πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπόψη.
Αντιισλαμιστές μουσουλμάνοι σε άμυνα
Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό: φυσικά υπήρξαν–και συνεχίζουν να υπάρχουν – αμέτρητοι μεμονωμένοι μουσουλμάνοι στο Ισραήλ, τη Γάζα, τη Σαουδική Αραβία, το Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού που έχουν επικρίνει έντονα τη σφαγή της Χαμάς. Αλλά οι μουσουλμάνοι αυτοί δεν έγιναν αντικείμενο ευρέος ενδιαφέροντος από τα δυτικά ΜΜΕ.
Γι’ αυτό και, σε μεγάλο βαθμό, παρέμειναν άγνωστες και οι δηλώσεις του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ιμάμηδων (GIC), το οποίο ισχυρίζεται ότι μιλάει εκ μέρους σχεδόν 1.500 ιμάμηδων. Ο οργανισμός αυτός έχει υιοθετήσει τον ορισμό του αντισημιτισμού από την IHRA[11]. Είχε ήδη εκδώσει φετφά κατά της Χαμάς τον Μάρτιο του 2023 και είχε επικρίνει έντονα την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου. «Στεκόμαστε στο πλευρό του εβραϊκού λαού, στον αγώνα του ενάντια στην ισλαμιστική τρομοκρατία της Χαμάς», αναφέρει η δήλωσή του για το θέμα[12].
Το Μουσουλμανικό Κίνημα Αχμαντίγια, εξάλλου, το οποίο έχει περισσότερους από 15 εκατομμύρια οπαδούς παγκοσμίως, έχει επίσης επικρίνει τη σφαγή, αποκαλώντας την «εντελώς αντίθετη με τις διδασκαλίες του Ισλάμ και πρέπει να καταδικαστεί».
Από όσο γνωρίζω, αυτές οι δύο ομάδες –το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ιμάμηδων και το Κίνημα Αχμαντίγια– ήταν οι μόνες μουσουλμανικές οργανώσεις που αποστασιοποιήθηκαν ανεπιφύλακτα από την επίθεση της Χαμάς. Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι ομάδες είχαν ελάχιστη ή καθόλου κάλυψη από τα μεγάλα δυτικά ΜΜΕ.
Ας συνοψίσουμε λοιπόν. Ξεκίνησα τις παρατηρήσεις μου με την προσδοκία ότι η εργαλειοποίηση μιας θρησκείας για τη δικαιολόγηση των φρικαλεοτήτων κατά των αμάχων θα προκαλούσε μαζικές διαμαρτυρίες από τους οπαδούς αυτής της θρησκείας, είτε Εβραίους, είτε χριστιανούς, είτε μουσουλμάνους. Όσον αφορά την 7η Οκτωβρίου, αυτή η προσδοκία δεν εκπληρώθηκε.
Το κυρίαρχο Ισλάμ, όπως εκπροσωπείται από τη Σαουδική Αραβία, για παράδειγμα, αποστασιοποιήθηκε λιγότερο από τη Χαμάς παρά από το Ισραήλ, ενώ οι οσλαμιστές –υποστηριζόμενοι από την Τουρκία του Ερντογάν και από το Κατάρ– γιόρτασαν την τρομοκρατία της 7ης Οκτωβρίου ανακοινώνοντας τη συνέχισή της. Αυτή η εξέλιξη πρέπει να αποτελεί πηγή πολύ μεγαλύτερης ανησυχίας απ’ όση σήμερα εκδηλώνεται, όχι μόνο για τον μουσουλμανικό αλλά και για τον μη μουσουλμανικό κόσμο. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.
μετάφραση: Νατάσσα Πασχάλη
[1] Κείμενο παρέμβασης στο διεθνές συνέδριο «Σύγχρονος Αντισημιτισμός - Χάιφα 2026», που πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 9 Ιουλίου 2026 στη Χάιφα του Ισραήλ. Δημοσιεύεται στα ελληνικά στο Books’ Journal, με την άδεια του συγγραφέα του.
[2] Martin Gilbert, In Ishmael’s House: A History Of Jews In Muslim Lands, Yale University Press, 2010, XVIII.
[3] Itay Ilnai και Filipp Piatov, Like sadistic Nazis: Secret Hamas papers reveal step-by-step action plan for Oct.7 (Σαν σαδιστές Ναζί: Μυστικά έγγραφα της Χαμάς αποκαλύπτουν βήμα προς βήμα σχέδιο δράσης για την 7η Οκτωβρίου), Israel Hayom, June 28, 2024.
[4] Όλη η Κοινοβουλευτική Ομάδα Ηνωμένου Βασιλείου-Ισραήλ, με πρόεδρο τον λόρδο Άντριου Ρόμπερτς, Η δεύτερη έκδοση, Έκθεση Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την 7η Οκτωβρίου (Λονδίνο: Μάρτιος 2026), σ. 59 και στο: https://www.7octparliamentarycommission.co.uk/second-edition.
[5] Yahya Al-Sinwar, The Thorn and the Carnation, Dublin 2024, σ. 388.
[6] Αναφέρεται από τον Andrew G. Bostom, στην εισαγωγή του βιβλίου του: A Modern Qur’anic Kampf Against The Jews (Ένας Μοντέρνος Αγών του Κορανίου εναντίον των Εβραίων), 2026, σ. cxliv.
[7] Ofir Winter & Michael Barak, From Moderate Islam to Radical Islam? Al-Azhar Stands with Hamas, INSS Insight No. 1777, 2 Νοεμβρίου 2023.
[8] Pesach Wolicki, Αντίδραση στον αραβικό κόσμο έπειτα από νέα έκκληση για Παγκόσμια Τζιχάντ εναντίον του Ισραήλ, Jerusalem Post, 31 Μαρτίου 2025· Y. Yehoshua και N. Mozes, Χάρτης που υπογράφτηκε από εκατοντάδες μουσουλμάνους ακαδημαϊκούς υποστηρίζει την επίθεση της Χαμάς κατά του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου, MEMRI, 10 Ιουλίου 2025.
[9] Χάρτης των Θρησκευτικών Λόγιων του Ισλαμικού Έθνους για τον Κατακλυσμό του Αλ-Άκσα και τις επιπτώσεις του. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον ιστορικό και ειδικό στον ισλαμισμό, Shaul Bartal, ο οποίος μου έθεσε υπόψη αυτό το κείμενο.
[10] «Είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε και δεκάδες χιλιάδες θα πεθάνουν μαζί μας», είχε [ο Γιαχία Σινουάρ] δηλώσει το 2018. Αναφέρεται στην Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής της 7ης Οκτωβρίου, δεύτερη έκδοση, Λονδίνο: Μάρτιος 2026, σ. 60.
[11] IHRA: Διεθνής Συμμαχία Μνήμης του Ολοκαυτώματος [σημείωση του μεταφραστή].
[12] Περίπου 1.500 μουσουλμάνοι ιμάμηδες εξέδωσαν φετφά έναντίον της Χαμάς, μετά την επίθεση κατά του Ισραήλ, The Yeshivaworld.com, 15 Οκτωβρίου 2023.
Η φράση που άνοιξε το επόμενο κεφάλαιο της Μέσης Ανατολής
Μέσα στον ορυμαγδό της επικαιρότητας, εκεί όπου οι ειδήσεις πέφτουν κατά ριπάς και η μία προλαβαίνει να ακυρώσει την προηγούμενη πριν καν τη διαβάσουμε, υπάρχουν μερικές φράσεις που χάνονται για λίγο μέσα στην ακατάπαυστη ροή των πληροφοριών, σαν ένα μικρό χαρτί που παρασύρεται από τον αέρα σε μια πολύβουη λεωφόρο. Μία από αυτές μου τράβηξε πρόσφατα την προσοχή καθώς ανασκάλευα, όπως συνηθίζω, το αχανές καλάθι του διαδικτύου με την περιέργεια εκείνου που εξακολουθεί να πιστεύει ότι τα κείμενα αξίζει να διαβάζονται και όχι απλώς να καταναλώνονται. Με τη συνήθεια, ίσως παλιομοδίτικη πια, να σταματώ σε ορισμένες διατυπώσεις και να αναρωτιέμαι γιατί ειπώθηκαν, από ποιον ειπώθηκαν και κυρίως γιατί ειπώθηκαν τώρα.
Ο ισραηλινός υπουργός Διασποράς και Καταπολέμησης του Αντισημιτισμού, Αμιχάι Τσίκλι, δήλωσε ότι η Τουρκία και η νέα Συρία αποτελούν πλέον μεγαλύτερη πρόκληση για το Ισραήλ από το Ιράν και ότι «η εποχή της σιιτικής αυτοκρατορίας του Ιράν έχει τελειώσει». Πρόσθεσε μάλιστα πως ο νέος άξονας της περιοχής είναι η Τουρκία, η Συρία και το Κατάρ.
Δεν ξέρω αν έχει δίκιο. Ξέρω όμως κάτι άλλο, έναν παλιό και αρκετά αξιόπιστο κανόνα της πολιτικής ανάγνωσης: ότι συχνά πίσω από τη φράση βρίσκεται ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται σε υπουργεία, επιτελεία, υπηρεσίες πληροφοριών και δεξαμενές σκέψης. Τα κράτη, όπως και οι άνθρωποι, σπάνια αλλάζουν πορεία από τη μια μέρα στην άλλη. Πρώτα αλλάζουν το λεξιλόγιό τους, ύστερα τις προτεραιότητές τους και μόνο στο τέλος τις πράξεις τους.
Και κάπου εκεί η συγκεκριμένη δήλωση παύει να αφορά τον Τσίκλι και αρχίζει να αφορά όλη τη Μέση Ανατολή. Γιατί ίσως περιγράφει μια αλλαγή που βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της στάδια, αλλά ήδη γίνεται ορατή σε όσους έχουν την υπομονή να κοιτάζουν πίσω από τα πρωτοσέλιδα. Από τότε που άρχισα να διαβάζω περισσότερο Ιστορία παρά επικαιρότητα, απέκτησα μια μικρή καχυποψία απέναντι στις ειδήσεις. Όχι επειδή είναι κυρίως ψευδείς αλλά επειδή είναι βιαστικές.
Η επικαιρότητα μοιάζει με μυθιστόρημα που γράφεται μπροστά στα μάτια μας χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη το τέλος του. Οι περισσότεροι αναγνώστες παρασύρονται από τις εκρήξεις, τις ανατροπές, τους θανάτους των ηρώων και τις μεγάλες σκηνές.
Η Ιστορία σπάνια αλλάζει κατεύθυνση με τυμπανοκρουσίες. Τις περισσότερες φορές προειδοποιεί διακριτικά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να μην έχει ακόμη αποφασίσει ούτε η ίδια προς τα πού πηγαίνει. Αφήνει εδώ κι εκεί μικρές σημειώσεις στο περιθώριο, σαν εκείνα τα μολυβένια υπογραμμίσματα που βρίσκει κανείς στα μεταχειρισμένα βιβλία και αναρωτιέται ποιος αναγνώστης τα άφησε πίσω του και γιατί.
Σε αυτό το πνεύμα διάβασα και τη δήλωση του Τσίκλι. Δεν μου έκανε εντύπωση η κριτική προς το Ιράν. Αυτή την ακούμε χρόνια. Δεν μου έκανε εντύπωση ούτε η αναφορά στην Τουρκία. Οι εντάσεις ανάμεσα στην Άγκυρα και το Τελ Αβίβ είναι γνωστές.
Εκείνο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν η αίσθηση ότι ένας άνθρωπος του ισραηλινού κράτους, κάτι που πάντα λαμβάνω υπόψη μου πολύ σοβαρά, επιχειρούσε να μετακινήσει τον προβολέα. Σαν να έλεγε στους συνομιλητές του: «κοιτάζαμε επί είκοσι χρόνια προς μία κατεύθυνση· ίσως ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε προς μια άλλη». Και τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως η συγκεκριμένη δήλωση δεν αφορά καθόλου το Ιράν. Ίσως αφορά το τέλος μιας εποχής.
Για δύο δεκαετίες σχεδόν κάθε συζήτηση για τη Μέση Ανατολή κατέληγε στην Τεχεράνη. Το Ιράν εμφανιζόταν ως ο μεγάλος αναθεωρητής της περιοχής, η δύναμη που οικοδομούσε δίκτυα, εξόπλιζε συμμάχους, χρηματοδοτούσε οργανώσεις και διεύρυνε διαρκώς την επιρροή της. Ακόμη και όσοι διαφωνούσαν για τα μέσα συμφωνούσαν για το βασικό γεγονός: η ιστορία της περιοχής γραφόταν σε μεγάλο βαθμό γύρω από το ιρανικό ζήτημα.
Ξαφνικά εμφανίζεται ένας ισραηλινός υπουργός και λέει, περίπου, ότι το βιβλίο αυτό τελειώνει. Όχι ότι το Ιράν εξαφανίζεται. Τα κράτη δεν εξαφανίζονται τόσο εύκολα. Οι αυτοκρατορικές φιλοδοξίες ακόμη δυσκολότερα.
Εκείνο που υπονοεί είναι κάτι πιο ενδιαφέρον. Ότι η κεντρική σύγκρουση του επόμενου κεφαλαίου ίσως δεν έχει ακόμη γραφτεί πλήρως, αλλά τα πρώτα της πρόσωπα έχουν ήδη εμφανιστεί στη σκηνή. Και ανάμεσά τους βρίσκεται η Τουρκία. Αυτός είναι ο λόγος που κράτησα τη φράση. Την κράτησα επειδή μου θύμισε κάτι που συναντά κανείς συχνά στην Ιστορία. Τη στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι συνεχίζουν να συζητούν για τον κόσμο που φεύγει, ενώ οι πιο προσεκτικοί έχουν αρχίσει ήδη να παρατηρούν τον κόσμο που έρχεται.
Και καμιά φορά ο κόσμος που έρχεται εμφανίζεται πρώτα ως μια φράση που περνά σχεδόν απαρατήρητη ανάμεσα σε εκατό άλλες ειδήσεις που την επόμενη μέρα κανείς δεν θα θυμάται. Εκτός ίσως από εκείνους που εξακολουθούν να διαβάζουν την επικαιρότητα όπως διαβάζουν ένα καλό μυθιστόρημα: αργά, υπομονετικά και με το μολύβι στο χέρι. Ίσως βέβαια όλα αυτά να αποδειχθούν λανθασμένα. Η Μέση Ανατολή είναι ο τόπος όπου οι βεβαιότητες έχουν μικρό προσδόκιμο ζωής. Σχεδόν κάθε δεκαετία γεννά τον δικό της «αναπόφευκτο νικητή» και σχεδόν κάθε δεκαετία φροντίζει να τον διαψεύσει. Όμως οι δηλώσεις σαν αυτή δεν έχουν αξία επειδή προβλέπουν το μέλλον. Έχουν αξία επειδή αποκαλύπτουν πώς το φαντάζονται όσοι προσπαθούν να το διαμορφώσουν.
Για πολλά χρόνια η περιοχή έμοιαζε να περιστρέφεται γύρω από ένα μόνο ερώτημα: τι θα γίνει με το Ιράν; Σήμερα, για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, εμφανίζονται άνθρωποι μέσα στο ίδιο το ισραηλινό κατεστημένο που μοιάζουν να αναζητούν αλλού τον επόμενο μεγάλο αντίπαλο. Ίσως έχουν δίκιο. Ίσως όχι. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η συζήτηση μετακινείται. Και όταν μετακινείται η συζήτηση, συνήθως έχει προηγηθεί η μετακίνηση της πραγματικότητας.
Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τις ιστορικές αλλαγές όταν έχουν πλέον ολοκληρωθεί. Όταν έχουν αποκτήσει όνομα, χρονολογία και κεφάλαιο στα βιβλία. Τότε όλα φαίνονται λογικά και αναμενόμενα. Η Σοβιετική Ένωση έμοιαζε καταδικασμένη αφού κατέρρευσε. Η αμερικανική μονοκρατορία έμοιαζε αυτονόητη αφού εγκαθιδρύθηκε. Η άνοδος της Κίνας φαίνεται σήμερα σχεδόν αναπόφευκτη, λες και δεν υπήρξαν δεκαετίες κατά τις οποίες ελάχιστοι την είχαν προβλέψει.
Η Ιστορία όμως δεν βιώνεται έτσι. Βιώνεται μέσα στην αβεβαιότητα. Μέσα σε μικρές ενδείξεις, μισοτελειωμένες εξελίξεις, υπαινιγμούς και φράσεις που μοιάζουν ασήμαντες μέχρι να αποκτήσουν εκ των υστέρων νόημα.
Γι’ αυτό στάθηκα σε αυτή τη δήλωση.
Όχι επειδή πιστεύω ότι ένας υπουργός του Ισραήλ γνωρίζει το μέλλον της Μέσης Ανατολής. Αλλά επειδή, διαβάζοντάς την, είχα για μια στιγμή εκείνη τη γνώριμη αίσθηση που έχει κανείς όταν διαβάζει ένα καλό μυθιστόρημα και πέφτει πάνω σε μια φράση που μοιάζει δευτερεύουσα. Μια φράση που ο αναγνώστης υπογραμμίζει σχεδόν ενστικτωδώς, χωρίς να ξέρει ακόμη γιατί. Και ύστερα συνεχίζει την ανάγνωση. Γιατί υποψιάζεται ότι κάπου παρακάτω θα καταλάβει πως εκεί, σε εκείνη ακριβώς τη γραμμή, ο συγγραφέας είχε αφήσει το πρώτο σημάδι ότι η ιστορία ετοιμαζόταν να αλλάξει κατεύθυνση.
David Frum: Πού βαδίζει ο κόσμος
Ο senior editor του Atlantic για την Αμερική του Τραμπ, την αμήχανη Ευρώπη και τις παγκόσμιες αναταράξεις.
Συνέντευξη στον Γιώργο Ναθαναήλ
Ιράν: Ο Ρούσντι θα στήριζε την επέμβαση
Στις 14 Αυγούστου 2022, η εφημερίδα Καϊχάν —η οποία ανήκε στον Αλί Χαμενεΐ και διευθύνεται από τον εκπρόσωπό του Χοσεΐν Σαριατμαντάρι— ασχολήθηκε με την επίθεση στον συγγραφέα Σαλμάν Ρούσντι, σε ένα άρθρο με τίτλο: «Ο Σαλμάν Ρούσντι παγιδευμένος στη θεϊκή εκδίκηση: ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Mάικ Πομπέο είναι οι επόμενοι στόχοι». Το άρθρο υποστήριζε ότι η επίθεση εναντίον του «αποστάτη συγγραφέα […] που προσέβαλε τον προφήτη του Ισλάμ» έπρεπε να θεωρηθεί η ιρανική απάντηση στη στοχευμένη δολοφονία του στρατηγού των Φρουρών της Επανάστασης, Κασέμ Σολεϊμανί, από την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, τον Ιανουάριο του 2020. Στη συνέχεια, το άρθρο διατύπωνε την εξής απειλή: «Δεν πρέπει να παραμείνουμε παθητικοί και να κάνουμε λάθος υπολογισμούς… Η απάντηση στην εχθρότητα δεν μπορεί να είναι ευσεβείς πόθοι και παθητικότητα… Η επίθεση στον Σαλμάν Ρούσντι αποδεικνύει ότι η εκδίκηση εναντίον εγκληματιών στο έδαφος των ΗΠΑ δεν είναι δύσκολη, από εδώ και πέρα ο Τραμπ και ο [πρώην υπουργός Εξωτερικών του] Πομπέο θα βρίσκονται αντιμέτωποι με ακόμη πιο σοβαρή απειλή»[1]. Ο Ρούσντι έχει πολλές φορές χαρακτηρίσει το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν εγκληματικό, χορηγό της τρομοκρατίας και διεφθαρμένο κράτος. Ζητήματα που ήρθαν ξανά στην επιφάνεια.
«Η απόκρυψη του παρελθόντος είναι επικίνδυνη»
Ο καθηγητής Ιστορίας Eugene Rogan για τον Αραβικό Κόσμο. Συνέντευξη στον Βαγγέλη Κούμπουλη
Να το πούμε απλά: ο αμερικανός ιστορικός Γιουτζίν Ρόγκαν (Eugene Rogan) δεν μοιάζει καθόλου στη στερεότυπη εικόνα που θα μπορούσε να έχει ο καθένας για τους καθηγητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Εκτός δηλαδή από ένας επιστήμονας με στιβαρή γνώση του αντικειμένου του, αποτέλεσμα και της σχεδόν τριακονταετούς ενεργού παρουσίας του στο Πανεπιστήμιο και ως δάσκαλος και ως συγγραφέας, ταυτόχρονα είναι κι ένας αληθινά “jolly good fellow”. Από τις πιο διασκεδαστικές στιγμές της συναναστροφής που είχαμε μαζί του ήταν όταν έγινε αναφορά στην παλαιά κωμική σειρά του BBC, Yes Minister / Yes, Prime Minister, που, όπως αποδείχτηκε, υπήρξε αδυναμία και των δυο μας: η σάτιρα της πολιτικής εξουσίας και της δημόσιας διοίκησης διασκεδάζει και τους σπουδαίους καθηγητές, το ακαδημαϊκό έργο των οποίων είναι βαθύ και δεν αφήνει περιθώρια για πλάκα.
Το Ιράν, ο πόλεμος κι εμείς
Υπάρχουν σήμερα άνθρωποι που στηρίζουν το θεοκρατικό και δολοφονικό καθεστώς του Ιράν – ένα καθεστώς που έπνιξε στο αίμα τις διαδηλώσεις εκατομμυρίων ανθρώπων οι οποίοι ζήτησαν δημοκρατία, ελευθερία, δικαίωμα στο αύριο και πήραν ως απάντηση πισώπλατους πυροβολισμούς, μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, καταδίκες για προδοσία και εκτελέσεις; Οι δήθεν ευαίσθητοι οι οποίοι, στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δεν ήταν με τον αμυνόμενο αλλά «με τον άνθρωπο» γενικά και αφηρημένα, στην περίπτωση του Ιράν θυμήθηκαν την αυτοδιάθεση των κρατών – και υποστηρίζουν ότι η καταπάτηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων των πολιτών του Ιράν είναι εσωτερική υπόθεση και δεν πρέπει η Δύση και η Διεθνής Κοινότητα να παρέμβουν.
Νύχτα των Κρυστάλλων: Όταν ράγισε η ανθρωπότητα
Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος
Η 27η Ιανουαρίου είναι Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος. Με αυτή την ευκαιρία, αναδημοσιεύουμε διαδικτυακά το άρθρο της Βάνας Νικολαΐδου-Kυριανίδου για τη λεγόμενη Νύχτα των Κρυστάλλων, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του Books' Journal, τχ. 171, Δεκέμβριος 2025.