web only
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΌταν η βλακεία έγινε αξιοκρατία
Το πιο παράξενο στην υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη δεν είναι ότι ένας εξαιρετικά δημοφιλής καλλιτέχνης βρέθηκε σε ιδιωτικό ιατρείο του Κολωνακίου για πλασμαφαίρεση. Το πραγματικά παράξενο είναι ότι εξακολουθούμε να εκπλησσόμαστε.
Οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου του διερευνώνται και κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν δικαιούται να προκαταλάβει ούτε την ιατροδικαστική κρίση ούτε τη Δικαιοσύνη. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι ο χώρος διαφήμιζε θεραπείες αναγεννητικής ιατρικής, βλαστοκυττάρων και «ολιστικές» προσεγγίσεις, ενώ κατά την αυτοψία, εκτός από πλήθος εικόνων λατρείας, βρέθηκαν δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης, τα οποία, σύμφωνα με τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, δεν επιτρεπόταν να είναι εγκατεστημένα σε απλό ιατρείο. Αυτά είναι όσα μπορούμε σήμερα να πούμε ως γεγονότα. Τα υπόλοιπα θα τα κρίνουν οι αρμόδιοι.
Αλλά εμένα εδώ με ενδιαφέρει η εντυπωσιακή ευκολία με την οποία μια κοινωνία που επί μισό αιώνα εκπαιδεύεται συστηματικά να πιστεύει το απίθανο εξακολουθεί –ή παριστάνει πως εξακολουθεί– να εκπλήσσεται όταν ένας από τους ανθρώπους της εμπιστεύεται την υγεία του σε μια υπόσχεση περιβεβλημένη με επιστημονικοφανές λεξιλόγιο, ακριβή διεύθυνση και την αλαζονική βεβαιότητα εκείνων που γνωρίζουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αγοράζουν μόνο θεραπεία αλλά και την ελπίδα πως υπάρχει ένας σύντομος δρόμος έξω από την πραγματικότητα.
Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ιδιωτική παραδοξότητα ούτε με μια μεμονωμένη πλάνη. Έχουμε να κάνουμε με μια εδραιωμένη νοοτροπία, βαθιά ριζωμένη στον τρόπο με τον οποίο μάθαμε να κρίνουμε, να εμπιστευόμαστε και τελικά να αποφασίζουμε. Μια κοινωνία που επί δεκαετίες έμαθε να εμπιστεύεται τον κομματάρχη ή το κόμμα περισσότερο από τον θεσμό, τον τηλεοπτικό αστέρα περισσότερο από τον ειδικό, τον αυτόκλητο προφήτη περισσότερο από τη γνώση, την καταγγελία περισσότερο από την απόδειξη και κάθε εύκολη υπόσχεση περισσότερο από τη δύσκολη πραγματικότητα.
Γιατί, λοιπόν, μας φαίνεται τόσο απίστευτο όταν αυτή η νοοτροπία επιστρέφει κάποτε ως προσωπική τραγωδία;
Επί δεκαετίες έχουμε καταργήσει σχεδόν κάθε διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη γνώση και στη γνώμη, στην αυθεντία και στην αυθαιρεσία, στην πληροφορία και στην επιθυμία. Έχουμε μετατρέψει την καχυποψία απέναντι στους ειδικούς σε απόδειξη ανεξαρτησίας, τη θρασύτητα σε αυθεντικότητα και την άγνοια σε κάτι σαν λαϊκό παράσημο. Η βλακεία απέκτησε δημοκρατική νομιμοποίηση και, λίγο αργότερα, άρχισε να παρουσιάζεται περίπου ως αξιοκρατία: αφού μπορώ να μιλήσω, άρα γνωρίζω· αφού έχω άποψη, άρα η άποψή μου αξίζει όσο και η γνώση εκείνου που αφιέρωσε τριάντα χρόνια για να μάθει το αντικείμενό του.
Αυτό είναι ένα από τα πιο σκοτεινά παράγωγα της Μεταπολίτευσης.
Όχι της δημοκρατίας. Η διάκριση είναι κρίσιμη. Η Μεταπολίτευση έδωσε στην Ελλάδα όσα της είχαν στερηθεί επί δεκαετίες: πολιτική ελευθερία, κοινωνική κινητικότητα, δικαιώματα, ισονομία, φωνή σε ανθρώπους που προηγουμένως ζούσαν στο περιθώριο. Αυτή είναι η μεγάλη και αδιαμφισβήτητη κατάκτησή της. Κάπου όμως στην πορεία ταυτίσαμε την κατάργηση της αυταρχικής ιεραρχίας με την κατάργηση κάθε ιεράρχησης. Η ισότητα των πολιτών μεταφράστηκε σιγά σιγά σε ισοτιμία όλων των απόψεων. Η αμφισβήτηση της αυθεντίας έγινε περιφρόνηση της γνώσης. Το δικαίωμα απέκτησε αυτονομία από την υποχρέωση. Και η δημοκρατία, από πολίτευμα ευθύνης, άρχισε να βιώνεται ως γενική άδεια.
Η πελατειακή λογική ως κοινωνικό σύστημα δεν γεννήθηκε το 1974. Υπήρχε πολύ πριν. Η μεταπολιτευτική Ελλάδα όμως την εκδημοκράτισε σε πρωτοφανή κλίμακα. Ο διορισμός έπαψε να θεωρείται εύνοια και μετατράπηκε σε κοινωνική προσδοκία. Η επιδότηση από βοήθημα έγινε αναπτυξιακή στρατηγική. Το κράτος όφειλε να σε διορίσει, να σε αποζημιώσει, να σε επιδοτήσει, να σε προστατεύσει από τον ανταγωνισμό, να κλείσει τα μάτια στην αυθαιρεσία σου και, όταν ερχόταν ο λογαριασμός, να τον στείλει σε κάποιον άλλο. Πολιτικές δυνάμεις από ολόκληρο το φάσμα συμμετείχαν σε αυτή τη μεγάλη συναλλαγή. Ο πολίτης πρόσφερε ψήφο και το κράτος ανταπέδιδε με εξαίρεση.
Έτσι κατασκευάστηκε, σχεδόν μεθοδικά, η αυθάδης καρικατούρα του μεταπολιτευτικού ανθρώπου. Ένας διαταξικός ανθρωπότυπος που κατέληξε να γίνει το πιο αναγνωρίσιμο προϊόν μιας ολόκληρης εποχής. Μπορούσε να είναι δημόσιος υπάλληλος, επιχειρηματίας, πανεπιστημιακός, δημοσιογράφος, συνδικαλιστής, καλλιτέχνης, γιατρός. Κοινό του γνώρισμα ήταν η βεβαιότητα ότι δικαιούται περισσότερα από όσα ο ίδιος οφείλει να παράγει και ότι, όταν η πραγματικότητα διαφωνεί μαζί του, φταίει η πραγματικότητα.
Στη δεκαετία του 1990 προστέθηκε η μεγάλη σχολή του lifestyle. Δεν ευθύνεται ασφαλώς ο Πέτρος Κωστόπουλος ή η Ελένη Μενεγάκη για την οικονομική και αξιακή χρεοκοπία της χώρας· αυτό θα ήταν ανόητο. Συμβόλισαν όμως, μαζί με δεκάδες περιοδικά, τηλεοπτικές εκπομπές και νεόκοπους αστέρες, μια βαθύτερη αλλοίωση των κοινωνικών κριτηρίων. Και γύρω τους το σοβαρό αντίβαρο έλειπε: μια υπνώττουσα διανόηση, η πανεπιστημιακή κοινότητα που επί δεκαετίες καλλιέργησε την αυτάρεσκη εικόνα μιας αντικομφορμιστικής, εναλλακτικής προοδευτικότητας ενώ είχε από καιρό μετατραπεί σε κλειστό σύστημα ισχύος, προνομίων και αλληλοαναγνώρισης, και ένα καλλιτεχνικό κατεστημένο βαθιά εγκλωβισμένο σε κομματικές ταυτίσεις, ιδεολογικές ορθοδοξίες και δίκτυα αμοιβαίας προβολής. Η αντίσταση στο «σύστημα» γινόταν όλο και συχνότερα ο ασφαλέστερος τρόπος να εδραιωθείς μέσα του και η ιδεολογία, για πολλούς, έπαψε να είναι πεποίθηση και έγινε επάγγελμα. Αυτοκίνητο, μάρκα, νυχτερινό κέντρο, πισίνα, διακοπές, γνωριμίες, προβολή. Ήταν η εποχή που η επίδειξη αναβαπτίστηκε σε επιτυχία, η κατανάλωση σε κοινωνική άνοδο και ο ναρκισσισμός σε προσωπικότητα.
Και ύστερα ήρθαν τα «Παρατράγουδα». Η τηλεόραση έβγαλε στον αέρα ανθρώπους ευάλωτους, συχνά εμφανώς διαταραγμένους ή κοινωνικά απροστάτευτους, και τους μετέτρεψε σε ψυχαγωγία. Το αλλόκοτο έγινε προϊόν, η αμηχανία θέαμα, η γραφικότητα διασημότητα. Η τηλεόραση ανακάλυψε κάτι που αργότερα τα κοινωνικά δίκτυα θα τελειοποιούσαν: δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτε για να αποκτήσεις δημόσιο λόγο. Αρκεί να είσαι αρκετά γελοίος, αρκετά θρασύς και αρκετά βέβαιος για την ανοησία σου ώστε η τηλεόραση να σε ανακηρύξει προσωπικότητα. Η σοβαρότητα έχανε σταδιακά κάθε εμπορική αξία· αρκούσε πια κάτι να μοιάζει «αυθεντικό». Και «αυθεντικό» σήμαινε συνήθως αγενές, ακατέργαστο, ανεπεξέργαστο. Κάθε σαχλαμάρα μπορούσε να βαφτιστεί «εθνική μαγκιά».
Το 1999 η ίδια ψυχολογία πέρασε από την τηλεόραση στη Σοφοκλέους. Περίπου ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες είχαν εμπλακεί στο Χρηματιστήριο και σχεδόν τα μισά νοικοκυριά διέθεταν κάποια στιγμή χρηματιστηριακό κωδικό. Άνθρωποι, σε μια χώρα εγκληματικά αναλφάβητη οικονομικά, χωρίς καμία προηγούμενη σχέση με τις αγορές αντάλλασσαν πληροφορίες για «χαρτιά», αυξήσεις κεφαλαίου και επόμενα limit up σε καφενεία, ταξί και παραλίες. Η Ελλάδα είχε ανακαλύψει ακόμη έναν τρόπο πλουτισμού χωρίς γνώση, χρόνο και κόπο.
Και φυσικά δεν θα ήταν ο τελευταίος.
Η δεκαετία του 2000 πρόσθεσε φθηνό δανεισμό, πιστωτικές κάρτες, στεγαστικά, καταναλωτικά, SUV, εξοχικά και μια αίσθηση ότι η ευημερία είχε πάψει να αποτελεί αποτέλεσμα παραγωγής και είχε γίνει περίπου φυσικό δικαίωμα. Αγοράζαμε μέλλον με δανεικά και το ονομάζαμε ευρωπαϊκή κανονικότητα.
Γι’ αυτό, προσωπικά, δεν πίστεψα ποτέ ότι η ελληνική χρεοκοπία υπήρξε απλώς οικονομική. Η οικονομική κατάρρευση ήταν η λογιστική μορφή μιας βαθύτερης χρεοκοπίας. Ήταν η στιγμή που η αριθμητική παρουσίασε τον λογαριασμό μιας κοινωνίας η οποία είχε μάθει επί δεκαετίες να θεωρεί την επιθυμία επιχείρημα. Και ακόμη και τότε, αντί να κοιταχτούμε στον καθρέφτη, προτιμήσαμε και πάλι τον μύθο.
Ο κορυφαίος πολιτικός του εκφραστής υπήρξε ο Αλέξης Τσίπρας, κυρίως επειδή διέθετε το σπάνιο χάρισμα να προσφέρει σε μια κοινωνία ακριβώς εκείνο που περισσότερο επιθυμούσε να ακούσει: ότι μπορούσε να διατηρήσει τα δικαιώματα χωρίς τις υποχρεώσεις, την κατανάλωση χωρίς την παραγωγή, την αξιοπρέπεια χωρίς το κόστος και τελικά την πραγματικότητα χωρίς τις συνέπειές της. Δεν της ζήτησε να αλλάξει· της υποσχέθηκε ότι είχε δίκιο όπως ακριβώς ήταν. Και για μια κοινωνία που από καιρό είχε μάθει να μεταθέτει αλλού τον λογαριασμό, δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει πιο γοητευτική πολιτική πρόταση.
Έφταιγαν οι ξένοι, οι τραπεζίτες, οι Γερμανοί, οι τοκογλύφοι, οι αγορές, οι προδότες, οι «γερμανοτσολιάδες» — όλοι εκτός από εμάς. Οι πλατείες γέμισαν αγανάκτηση, κρεμάλες και βεβαιότητες. Ο Αρτέμης Σώρρας μπορούσε να εμφανίζεται με μυθώδη τρισεκατομμύρια (!) που θα έσωζαν τη χώρα. Οι οικονομικοί νόμοι αντιμετωπίστηκαν σαν κακόβουλες γνώμες νεοφιλελεύθερων. Και το 2015, ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας πίστεψε ότι αρκούσαν ο Αλέξης Τσίπρας, ο Γιάνης Βαρουφάκης, μερικές συνεντεύξεις, λίγη «δημιουργική ασάφεια» και ένα δημοψήφισμα για να βάλουν την Ευρώπη στη θέση της.
Η πολιτική αφέλεια και οι αυταπάτες εξηγούν ελάχιστα. Ο τσιπρισμός υπήρξε η πολιτική έκφραση μιας βαθύτερης πολιτισμικής συνέχειας. Από το «δικαιούμαι διορισμό» περάσαμε στο «δικαιούμαι να μη χρωστάω όσα δανείστηκα» και ύστερα στο «δικαιούμαι να ισχύει εκείνη η πραγματικότητα που με βολεύει».
Στα Τέμπη ο μηχανισμός λειτούργησε σχεδόν υποδειγματικά. Πριν προλάβουν οι πραγματογνώμονες να φτάσουν στον τόπο του δυστυχήματος, η χώρα είχε ήδη γεμίσει πραγματογνώμονες. Άλλος ανακάλυπτε εξαφανισμένα βαγόνια, άλλος παράνομο φορτίο, άλλος πολεμοφόδια και μυστικές μεταφορές του ΝΑΤΟ, ενώ στο τέλος το ξυλόλιο αναγορεύτηκε περίπου σε εθνικό μυστικό, ικανό να ερμηνεύσει από την πυρόσφαιρα έως την υποτιθέμενη συγκάλυψη. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι διατυπώθηκαν υποψίες· οι υποψίες είναι θεμιτές και συχνά αναγκαίες. Το πρόβλημα ήταν η αστραπιαία αναβάθμισή τους σε βεβαιότητες. Η εικασία γινόταν βεβαιότητα, η βεβαιότητα καταγγελία και η καταγγελία λαϊκή οργή, χωρίς να μεσολαβήσει εκείνη η κουραστική διαδικασία που παλαιότερα ονομαζόταν έρευνα. Το ξυλόλιο υπήρξε απλώς η κορυφαία στιγμή αυτής της δημόσιας παντογνωσίας: μια ολόκληρη χώρα συζητούσε χημεία, καύσιμα, εκρήξεις και μεταφορές επικίνδυνων υλικών με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που είχαν αποκτήσει ειδικότητα μεταξύ δύο τηλεοπτικών παραθύρων. Και κάπως έτσι μια τραγωδία μετατράπηκε σε νοσηρή κωμωδία στα όρια της ηθικής ύβρεως.
Τα κοινωνικά δίκτυα είχαν στο μεταξύ ολοκληρώσει τη διαδικασία. Ο καθένας απέκτησε το δικό του κανάλι, τη δική του εφημερίδα, τη δική του επιστημονική επιθεώρηση. Μέσα σε λίγες εβδομάδες άνθρωποι που αγνοούσαν τη διαφορά ιού και βακτηρίου έγιναν επιδημιολόγοι. Μετά έγιναν γεωστρατηγικοί αναλυτές, ειδικοί στα οπλικά συστήματα, σεισμολόγοι, πραγματογνώμονες αεροπορικών δυστυχημάτων και, τελικά, χημικοί μηχανικοί των Τεμπών.
Ο λαός, όταν μετατρέπεται σε πολτό, δεν έχει ταξική ταυτότητα. Μπορεί να κατοικεί στη Νίκαια ή στο Κολωνάκι, να έχει τελειώσει το δημοτικό ή να διαθέτει τρία πτυχία, να είναι τηλεθεατής, υπουργός, επιχειρηματίας, καλλιτέχνης ή πανεπιστημιακός. Ωστόσο, εκείνο που τον ορίζει, είναι η πολιτισμική παραίτηση από το δύσκολο δικαίωμα της κρίσης και η πρόθυμη παράδοση σε όποιον του γνέφει από τον παράδρομο πως υπάρχει τρόπος να «κόψει δρόμο».
Κάποτε ήταν η χαρτορίχτρα, η καφετζού, ο αστρολόγος και ο θαυματουργός γέροντας. Σήμερα μπορεί να είναι ο influencer ευεξίας, ο τηλεοπτικός γιατρός, ο αυτοδιορισμένος γεωπολιτικός αναλυτής, ο λογαριασμός στο TikTok ή ο φορέας μιας «ολιστικής» θεραπείας με επιστημονικοφανή ορολογία. Η μορφή αλλάζει. Η ανάγκη παραμένει ίδια: κάποιος να μας υποσχεθεί ότι υπάρχει σύντομος δρόμος προς την υγεία, τον πλούτο, τη δικαιοσύνη, την εθνική σωτηρία ή ακόμη και τη νεότητα.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το ουσιαστικότερο πρόβλημα. Επί μισό αιώνα μάθαμε να θεωρούμε την αυτοπεποίθηση γνώση, την οργή απόδειξη, τη δημοτικότητα κύρος, την επιθυμία δικαίωμα και το δικαίωμα απαλλαγή από κάθε προσωπική ευθύνη. Φτιάξαμε μια κοινωνία όπου η αριστεία συχνά απολογείται επειδή θεωρείται ελιτισμός, ενώ η αμάθεια απαιτεί σεβασμό επειδή δηλώνει «αυθεντική».
Ο εθισμός στη βλακεία κατέληξε στην επιβράβευσή της. Και μια κοινωνία δεν παρακμάζει επειδή έχει ανόητους ανθρώπους· όλες έχουν. Παρακμάζει όταν αρχίζει να τους αναγνωρίζει κύρος, όταν τους προσφέρει δημόσιο βήμα, τηλεοπτική προβολή, αξιώματα και εκατομμύρια ακολούθους, όταν η επιφύλαξη θεωρείται δειλία, η γνώση αλαζονεία και η βεβαιότητα προσόν.
Εκεί ακριβώς ολοκληρώνεται ο μηχανισμός που προσπάθησα να περιγράψω. Η κοινωνία χάνει πρώτα τα κριτήριά της και ύστερα εκπλήσσεται από τις συνέπειες αυτής της απώλειας. Έχει ήδη μάθει να θαυμάζει την ευκολία, να υποτιμά τη γνώση, να ανταμείβει τη θρασύτητα και να εμπιστεύεται όποιον υπόσχεται έναν σύντομο δρόμο έξω από τη δύσκολη πραγματικότητα.
Και όταν ένας τέτοιος μηχανισμός δουλεύει επί δεκαετίες, το παράξενο παύει να είναι εξαίρεση· έχει χάσει πια το ίδιο του το νόημα.
Ήταν τρομοκρατική επίθεση η 11η Σεπτεμβρίου; Το ακούσαμε κι αυτό, έστω για λίγο
Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 ήταν τρομοκρατική επίθεση. Μόνο μια αρκετά προχωρημένη ιδεολογική ευαισθησία θα μπορούσε να ανακαλύψει εδώ κάποια «ερμηνεία», πολιτική τοποθέτηση ή επιλογή στρατοπέδου. Δεκαεννέα μέλη της Αλ Κάιντα κατέλαβαν τέσσερα επιβατικά αεροσκάφη, τα χρησιμοποίησαν ως όπλα και δολοφόνησαν σχεδόν τρεις χιλιάδες ανθρώπους επιδιώκοντας ένα συγκεκριμένο πολιτικό και θρησκευτικό αποτέλεσμα. Αν η λέξη «τρομοκρατία» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί γι’ αυτό, τότε πρέπει μάλλον να καταργηθεί από τα λεξικά.
Λίγο πριν από την εικοστή πέμπτη επέτειο, το CBC/Radio-Canada υπενθύμισε στους δημοσιογράφους του την πάγια οδηγία να μην αποκαλούν αυτοτελώς την 11η Σεπτεμβρίου «τρομοκρατική επίθεση». Η περίεργη αυτή ευαισθησία ως προς τον ορισμό της τρομοκρατίας —για να μην ενοχληθεί ποιος, άραγε;— προκαλεί από μόνη της αρκετές σκέψεις. Ακόμη περισσότερες προκαλεί το γεγονός ότι μια τόσο αυτονόητη περιγραφή θεωρήθηκε προβληματική, ώστε να χρειάζεται ειδική σύσταση προς τους δημοσιογράφους.
Η προτεινόμενη γλώσσα μιλούσε για αεροπειρατίες που οδήγησαν σε συντριβές επιβατικών αεροσκαφών στην Ουάσιγκτον, στην Πενσιλβάνια και στο Μανχάταν. Μετά την κατακραυγή, το CBC υποχώρησε και αποφάσισε ότι ειδικά για την 11η Σεπτεμβρίου οι δημοσιογράφοι του μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιούν ευθέως τον όρο «τρομοκρατική επίθεση», χωρίς να χρειάζεται να επικαλούνται κάποιον τρίτο για τον χαρακτηρισμό. Πήραν, με άλλα λόγια, το ελεύθερο. Τα μέτρα προστασίας απέναντι σε μια τόσο επικίνδυνη λέξη μπορούσαν επιτέλους να αρθούν. Ο Καναδός υπουργός Πολιτισμού χαρακτήρισε την προηγούμενη οδηγία «σχολαστικίστικη και ανόητη».
Η υπόθεση θα μπορούσε να περάσει ως ακόμη μία γελοία λεπτομέρεια δημοσιογραφικού εγχειριδίου. Πίσω της, όμως, διακρίνεται ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης, η πεποίθηση ότι ελέγχοντας τις λέξεις μπορεί κανείς βαθμιαία να εξημερώσει και την πραγματικότητα. Το πρόβλημα μετατοπίζεται έτσι από αυτό που συνέβη στον τρόπο με τον οποίο επιτρέπεται να το περιγράψουμε.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της λεγόμενης woke ιδεολογίας όταν μετατρέπεται σε μηχανισμό γλωσσικής επιτήρησης. Οι λέξεις χωρίζονται σε ασφαλείς και επικίνδυνες, επιτρεπτές και ύποπτες. Ο δημόσιος λόγος αποκτά το δικό του τελωνείο και πριν από κάθε πρόταση πρέπει σχεδόν να δηλωθεί το ιδεολογικό της φορτίο.
Στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου η γελοιότητα φτάνει σχεδόν στην τελειότητά της. Η ίδια η καναδική κυβέρνηση έχει χρησιμοποιήσει επισήμως τον όρο «τρομοκρατική επίθεση» για την 11η Σεπτεμβρίου, ενώ η καναδική νομοθεσία διαθέτει συγκεκριμένο ορισμό της τρομοκρατικής δραστηριότητας. Το πρόβλημα, επομένως, δεν ήταν κάποια πραγματική αβεβαιότητα ως προς το τι συνέβη. Ήταν η αμηχανία απέναντι στη λέξη.
Και εδώ αρχίζουν οι σοβαρότερες πολιτικές συνέπειες. Επί χρόνια, ένα τμήμα της δυτικής Αριστεράς και της προοδευτικής διανόησης συμπεριφέρθηκε σαν τα δικαιώματα να ανήκουν αποκλειστικά στις μειοψηφίες, ενώ στην πλειοψηφία αναλογούσαν κυρίως υποχρεώσεις, ενοχές και σιωπή. Σαν ο πολίτης που ανήκει στην πλειονότητα να οφείλει διαρκώς να απολογείται για όσα είναι, για όσα πιστεύει, ακόμη και για τις λέξεις που χρησιμοποιεί, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν αποτελεί απειλή για κάποιον άλλον.
Μόνο που η δημοκρατία δεν είναι σύστημα προστασίας μειονοτήτων απέναντι σε μια εκ προοιμίου ύποπτη πλειοψηφία. Είναι πολίτευμα ελεύθερων και ίσων πολιτών. Προστατεύει τη μειοψηφία ακριβώς επειδή αναγνωρίζει δικαιώματα σε όλους, όχι επειδή αφαιρεί δικαιώματα από τους πολλούς για να τα απονείμει στους λίγους. Και η πλειοψηφία έχει δικαίωμα στην πολιτισμική της μνήμη, στη γλώσσα της, στην ιστορική της εμπειρία, στην κοινή λογική και, κυρίως, στο να περιγράφει την πραγματικότητα χωρίς να περνά κάθε λέξη από ιδεολογικό έλεγχο.
Όταν αυτό το αυτονόητο λησμονείται, η δημοκρατική ευαισθησία εκφυλίζεται σε καθεστώς επιτήρησης. Και τότε ο πολίτης που επί χρόνια ακούει ότι πρέπει να προσέχει πώς μιλά, τι θυμάται και ποιο γεγονός δικαιούται να ονομάζει με το όνομά του δεν γίνεται κατ’ ανάγκην πιο ανεκτικός. Συχνά γίνεται απλώς οργισμένος. Και κάποια στιγμή αναζητεί εκείνον που θα του υποσχεθεί ότι θα του επιστρέψει τις λέξεις που του απαγόρευσαν.
Η woke κουλτούρα φέρει βαρύ μερίδιο ευθύνης γι’ αυτή την πολιτική μετατόπιση. Δεν γέννησε την Ακροδεξιά. Της παρέδωσε όμως ένα από τα πολυτιμότερα πολιτικά της όπλα, την πεποίθηση ότι αυτή είναι πλέον η μόνη που τολμά να μιλήσει για μια πραγματικότητα την οποία οι άλλοι φοβούνται ακόμη και να ονομάσουν. Όσο το δημοκρατικό κέντρο αρνείται να μιλήσει καθαρά για μετανάστευση, ισλαμισμό, εγκληματικότητα, κοινωνική συνοχή, σύνορα ή τρομοκρατία από φόβο μήπως χρησιμοποιήσει τη «λάθος» λέξη, τόσο παραδίδει αυτά τα θέματα σε εκείνους που υπόσχονται να μιλήσουν χωρίς κανέναν φραγμό.
Και τότε ο πολίτης που έχει κουραστεί να ακούει ότι η δυσφορία του είναι προκατάληψη και η παρατήρησή του «φοβία» αρχίζει να κοιτάζει προς δυνάμεις που του λένε απλώς: «Εμείς θα πούμε αυτό που βλέπεις». Μαζί με αυτή την ανακούφιση, όμως, αυτές οι δυνάμεις τού σερβίρουν συχνά και το δηλητήριο: τον ακραίο εθνικισμό, τη συλλογική ενοχοποίηση, την περιφρόνηση των θεσμών, τον αυταρχισμό.
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ιστορική ανοησία της πολιτικής ορθότητας. Μπέρδεψε τον έλεγχο του λεξιλογίου με τον έλεγχο της πραγματικότητας.
Η 11η Σεπτεμβρίου προσφέρει γι’ αυτό μια χρήσιμη επέτειο, για να τιμήσουμε τους νεκρούς της και να θυμηθούμε ότι μια ελεύθερη κοινωνία περιγράφει την πραγματικότητα με βάση τα γεγονότα και όχι με βάση τις ιδεολογικές της ευαισθησίες.
Ολιστικώς ψευδοϊατρικές
Ο θάνατος του τραγουδιστή Γιώργου Μαζωνάκη εγείρει ένα ζήτημα: το ρόλο και τα όρια της λεγόμενης ολιστικής θεραπείας. Καταφεύγουμε στη γνώμη του Θάνου Χ. Καψάλη. [TBJ]
Διαβάζοντας σε διάφορες αναρτήσεις και άρθρα τον χαρακτηρισμό «ολιστικός/η/ο» που χρησιμοποιούν διάφοροι επιτήδειοι (από τον τομέα υγείας, της πολιτικής, της τεχνολογίας κ.ά.) προκειμένου να προσδώσουν εγκυρότητα και πρωτοτυπία στα προϊόντα ή στις υπηρεσίες τις οποίες πωλούν, αισθάνομαι υποχρεωμένος να υπερασπιστώ τον συκοφαντημένο χαρακτηρισμό, αλλά και να υποδείξω τα όρια χρήσης του, αντλώντας παραδείγματα από τη δική μου επαγγελματική εμπειρία.
Η δόξα λοιπόν της σύγχρονης βιολογίας είναι μεγάλη. Όμως δεν έχει επιτευχθεί με τη χρήση μιας προσέγγισης, αλλά συχνά μέσω δυο – αντιδιαμετρικών· ή και συνδυασμού τους. Τη μισή από τη δόξα αυτή –αλλά και των συνεπειών της στον τομέα υγείας– την οφείλουμε στον αναγωγισμό. Στην προσπάθεια δηλαδή να ανακαλύψεις πώς λειτουργούν τα πράγματα –είτε στη φυσιολογική, είτε στην τροποποιημένη ή νοσηρή μορφή τους–, αναλύοντάς τα στα συστατικά που περιέχουν. Εξετάζοντας, π.χ., τα μεμονωμένα εξαρτήματα ενός ρολογιού, μπορείς να ανακαλύψεις ποιο έχει χαλάσει και δεν λειτουργεί σωστά, ώστε να το αντικαταστήσεις. Χωρίς, ας πούμε, την αναγωγιστική προσέγγιση δεν θα είχαμε μάθει ποτέ πώς δομείται το DNA και πώς μπορούμε να εντοπίσουμε ή και να τροποποιήσουμε –κατά το δοκούν– τα γονίδια ή την έκφρασή τους.
Την άλλη μισή από τη δόξα της βιολογίας την οφείλουμε στη συνθετική μέθοδο. Στην περίπτωση αυτή δεν αποσυναρμολογείς το ρολόι. Απλώς δένεις τα χέρια σου κόμπο και προσπαθείς να κατανοήσεις βλέποντας πώς λειτουργεί, και ειδικά πώς κάθε μέρος τους συλλειτουργεί και αλληλοεπηρεάζεται από τα άλλα. Η προσέγγιση λέγεται και συνθετική και σε αυτήν οφείλουμε τις υπόλοιπες μισές δόξες της βιολογίας. Ο Μέντελ, επί παραδείγματι, δεν είχε ακούσει τη λέξη γονίδιο, DNA, RNA κ.ά. Ουδόλως όμως εμποδίστηκε να διαβλέψει την ύπαρξη των γονιδίων, παρά την άγνοια των στοιχείων που τα αποτελούν.
Η καθεμία από τις μεθόδους αυτές, όμως, μπορεί να είναι ιδιαιτέρως γόνιμη και αποτελεσματική στον ένα τομέα, αλλά παντελώς άσκοπη ή και επικίνδυνη σε κάποιον άλλο. Επί παραδείγματι, είναι πολύ γοητευτικές οι εναλλακτικές προτάσεις ιατρικής ή ψευδοϊατρικής, όπως π.χ. η ομοιοπαθητική, που χαρακτηρίζονται εν όλω: ολιστικές. Φτάνει να μη διανοηθείς να αντιμετωπίσεις μια λοίμωξη ή μια επιδημία που οφείλεται σε ένα μικρόβιο, γυρνώντας την πλάτη στον κολοφώνα των αντιβιοτικών, των εμβολίων και των άλλων προϊόντων της αναγωγικής μεθόδου, που κυριολεκτικά σώζουν ζωές. Ενεδρεύει ο κίνδυνος να μην έχεις την ευκαιρία να καταλάβεις ποτέ το ολέθριο λάθος το οποίο διέπραξες... Γι’ αυτό μη «τσιμπάτε» στους αποστόλους των ολιστικών, κβαντικών κ.ά. μεθόδων. Σχεδόν πάντα είναι απατεώνες και συχνά αποκαλύπτεται ότι παρομοίως συμπεριφέρονται και σε άλλους τομείς της κοινωνικής ή πολιτικής δράσης τους...
Ποιος φοβάται την ελεύθερη επιστήμη;
Μια νέα διεθνής επιτροπή για την ακαδημαϊκή ελευθερία, την ευθύνη των πανεπιστημίων και την εμπιστοσύνη στην επιστήμη
Η επιστήμη δεν είναι δημοψήφισμα και η αλήθεια της δεν κρίνεται από τη δημοτικότητά της. Σε μια εποχή όμως κατά την οποία η επιστημονική γνώση αμφισβητείται όλο και συχνότερα και η ακαδημαϊκή ελευθερία δέχεται πολιτικές πιέσεις, τα πανεπιστήμια καλούνται όχι μόνο να υπερασπιστούν την ανεξαρτησία τους αλλά και να αποδείξουν ότι αξίζουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Αυτό το διπλό ζήτημα –ελευθερία και ευθύνη– βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας διεθνούς πρωτοβουλίας του The Lancet και της Academic Alliance του World Health Summit. Δημοσιεύουμε σε μετάφραση το σχετικό δελτίο Τύπου. [ΤΒJ]
Βερολίνο, Λονδίνο
10 Σεπτεμβρίου 2026
Ανακοινώθηκε νέα Επιτροπή WHS Academic Alliance–Lancet για την ακαδημαϊκή ευθύνη, την εμπιστοσύνη στην επιστήμη και την κοινωνική αλλαγή
Η Academic Alliance του World Health Summit (WHS) και το The Lancet ανακοίνωσαν σήμερα τη συγκρότηση μιας νέας κοινής Επιτροπής για την Ακαδημαϊκή Ευθύνη. Με φόντο τις αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις που ασκούνται στην επιστημονική τεκμηρίωση και στα ακαδημαϊκά ιδρύματα, η WHS Academic Alliance–Lancet Commission on Academic Responsibility for Trust in Science and Societal Change θα εξετάσει και θα επιδιώξει να ενισχύσει την αξία των ακαδημαϊκών θεσμών για την κοινωνία, να ενδυναμώσει την εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτούς και να υποστηρίξει τη συνεισφορά τους στην κοινωνία.
Στο κείμενο που δημοσιεύεται στο The Lancet για την ανακοίνωση της πρωτοβουλίας, η Επιτροπή περιγράφει τον ρόλο της ακαδημαϊκής κοινότητας σε ένα ολοένα δυσκολότερο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον:
Τα πανεπιστήμια και τα ακαδημαϊκά ιδρύματα αποτελούν αναντικατάστατους πυλώνες του σύγχρονου κόσμου και επί αιώνες συνιστούν αναπόσπαστο μέρος των κοινωνιών. Ωστόσο, η σχέση της ακαδημαϊκής κοινότητας με την κοινωνία και οι θεμελιώδεις ευθύνες των πανεπιστημίων αποτελούν αντικείμενο διαρκούς επαναδιαπραγμάτευσης. [...] Η ανεξάρτητη τεκμηρίωση, που βασίζεται στην κριτική έρευνα, στην ποικιλία επιστημονικών προσεγγίσεων και στην επιστημονική αυστηρότητα, επιτρέπει στην ακαδημαϊκή κοινότητα να αμφισβητεί πολιτισμικά, οικονομικά, πολιτικά και παγκόσμια συστήματα και να λέει την αλήθεια στην εξουσία. Αυτή η ανεξάρτητη αυθεντία που στηρίζεται σε τεκμήρια μπορεί να εκλαμβάνεται ως απειλή από αυταρχικά συστήματα, με αποτέλεσμα αυτά να καταστέλλουν ή να απειλούν την ελευθερία των ακαδημαϊκών οικοσυστημάτων, τόσο ιστορικά όσο και στη σημερινή εποχή.
Το έργο της Επιτροπής
Η Επιτροπή αποτελείται από μια πολυσυλλεκτική ομάδα 30 ειδικών διαφορετικών επιστημονικών πεδίων, από 22 χώρες και περιοχές. Οι εργασίες της θα οργανωθούν σε τέσσερις ομάδες εργασίας, οι οποίες θα:
- αναλύσουν τις βάσεις και τις συνέπειες της ακαδημαϊκής ευθύνης σε ιστορικά, τοπικά και σύγχρονα συμφραζόμενα,
- προσδιορίσουν τις προϋποθέσεις για τον σχεδιασμό των υπεύθυνων θεσμών του μέλλοντος,
- καθορίσουν υπεύθυνες και προσανατολισμένες στην πράξη προσεγγίσεις για την αλληλεπίδραση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων με τις κοινωνίες.
Η τελική έκθεση της Επιτροπής αναμένεται το 2028.
Τα μέλη της Επιτροπής
Συντονιστής
- Axel R. Pries, Πρόεδρος του WHS και Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της WHS Academic Alliance, Γερμανία
Συμπρόεδροι
- Sabina Faiz Rashid, BRAC University, Μπανγκλαντές
- Rhoda Wanyenze, Makerere University, Ουγκάντα
Άλλα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής
- Adnan Hyder, Boston University, Ηνωμένες Πολιτείες
- Ilona Kickbusch, συμπρόεδρος του WHS Council και Graduate Institute of International and Development Studies, Ελβετία
- Sabine Kleinert, The Lancet
Μέλη
- Valérie Amiraux, Université de Montréal, Καναδάς
- Hiram V. Arroyo, Universidad de Puerto Rico, Πουέρτο Ρίκο
- Bachera Aktar, BRAC University, Μπανγκλαντές
- Chang-Chuan Chan, National Taiwan University, Ταϊβάν
- Julie Chen, University of Hong Kong, Χονγκ Κονγκ, Κίνα
- Patricia Davidson, University of New South Wales, Αυστραλία
- Fernando de la Hoz Restrepo, National University of Colombia, Κολομβία
- Sapna Desai, Population Council Institute, Ινδία
- Seydou Doumbia, University of Sciences, Techniques and Technology of Bamako, Μάλι
- Catherine Gathu, The Aga Khan University Medical College, Ανατολική Αφρική, Κένυα
- Abdul Ghaffar, AKU Karachi, Πακιστάν
- Biljana Gjoneska, Macedonian Academy of Sciences and Arts, Βόρεια Μακεδονία
- Sofia Gruskin, University of Southern California, Ηνωμένες Πολιτείες
- Philip C. Hill, University of Otago, Νέα Ζηλανδία
- Yangmu Huang, Peking University, Κίνα
- Ali Jafarian, Tehran University of Medical Science, Ιράν
- Cristiani Machado, Oswaldo Cruz Foundation (Fiocruz), Βραζιλία
- Laura Magaña, Global Network for Academic Public Health (GNAPH), Ηνωμένες Πολιτείες
- Yodi Mahendradhata, Universitas Gadjah Mada, Ινδονησία
- Melissa Miles, Monash University, Αυστραλία
- Elizabeth Molloy, The University of Melbourne, Αυστραλία
- Christine Ngaruiya, Stanford School of Medicine, Ηνωμένες Πολιτείες
- Sanjay Pattanshetty, NIMS University, Ινδία
- Nelson Sewankambo, Makerere University, Ουγκάντα
- Abla Sibai, American University of Beirut, Λίβανος
- Yik Ying Teo, National University of Singapore, Σιγκαπούρη
- Cherian Varghese, Manipal Academy of Higher Education, Ινδία
- Tracey Weissgerber, University of Coimbra, Πορτογαλία
Συναντήσεις της Επιτροπής έχουν ήδη φιλοξενηθεί και θα συνεχίσουν να φιλοξενούνται κατά τα επόμενα δύο χρόνια από το Manipal Academy of Higher Education στην Ινδία, την LKS Faculty of Medicine του University of Hong Kong στο Χονγκ Κονγκ της Κίνας και το Coimbra Health στην Πορτογαλία.
Σχετικά με τη WHS Academic Alliance
Η WHS Academic Alliance (πρώην M8 Alliance) είναι το επιστημονικό δίκτυο του World Health Summit και συγκεντρώνει 30 κορυφαία ακαδημαϊκά ιδρύματα από όλες τις ηπείρους. Ιδρύθηκε από το Charité – Universitätsmedizin Berlin το 2009. Η Alliance προωθεί τη διεθνή συνεργασία, συνδέει την επιστημονική κοινότητα με τη διαμόρφωση της παγκόσμιας ατζέντας για την υγεία και υποστηρίζει πολιτικές και πρακτικές στον τομέα της υγείας που βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα.
Επικοινωνία για τον Τύπο
World Health Summit
Communications Team
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Τι δεν άκουσα στη ΔΕΘ
Μία από τις παραδόσεις που οικοδομήθηκαν στη Μεταπολίτευση είναι οι εξαγγελίες της εκάστοτε κυβέρνησης στη ΔΕΘ. Μια παράδοση που σίγουρα δεν είναι από τις πιο λαμπρές της Δημοκρατίας μας, μιας και κυρίως εκλαμβάνεται ως φεστιβάλ πλειοδοσίας σε παροχές, τις οποίες στο παρελθόν πληρώσαμε πολλαπλάσια. Υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν είχα αυταπάτες ότι η φετινή ΔΕΘ θα αποτελούσε φωτεινή εξαίρεση, όπου κάθε πολιτικός φορέας θα εξέθετε το όραμά του για τους στόχους του έθνους τις επόμενες δεκαετίες.
Επειδή, όμως, η ηττοπάθεια δεν είναι λύση, κάθε χρόνο περιμένω ένα βήμα προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Σίγουρα, η χρονική συγκυρία της εγγύτητας της προεκλογικής περιόδου δεν βοήθησε, αλλά θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε κάποια πράγματα που ακούστηκαν, και κυρίως αυτά που δεν ακούστηκαν.
Συγκεκριμένα, οι φορολογικές ελαφρύνσεις που ανακοινώθηκαν στη φετινή ΔΕΘ είναι ασφαλώς καλοδεχούμενες. Το ίδιο και τα μέτρα για τις οικογένειες και το δημογραφικό. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θεωρώ και την ιδέα του «κουμπαρά» για κάθε παιδί, όπου το κράτος θα συνεισφέρει ισόποσα με τους γονείς έως ένα συγκεκριμένο ποσό κάθε χρόνο. Είναι μια παρέμβαση με πιο μακροπρόθεσμη λογική: αντί για ένα ακόμη επίδομα που καταναλώνεται σήμερα, δημιουργεί ένα αρχικό κεφάλαιο για τη νέα γενιά.
Το γεγονός ότι ο «κουμπαράς» της νέας γενιάς δέχεται ασύγκριτα περισσότερη κριτική από το επίδομα στους δημόσιους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους λέει πολλά, όχι μόνο για την ποιότητα της αντιπολίτευσης αλλά και για τα περιθώρια που έχει μια κυβέρνηση να λάβει μεταρρυθμιστικά και μακροπρόθεσμα μέτρα μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον.
Όμως, παρακολουθώντας τη ΔΕΘ, υπήρχε κάτι που περίμενα να ακούσω περισσότερο.
Πώς θα γίνουμε πιο παραγωγικοί;
Γιατί, όσο πλησιάζουμε προς τις επόμενες εκλογές, η οικονομική συζήτηση κινδυνεύει να περιοριστεί ξανά στο γνώριμο παιχνίδι: ποιος θα δώσει περισσότερα. Περισσότερα επιδόματα. Μια μεγαλύτερη αύξηση. Ένας 13ος μισθός στο Δημόσιο. Μια 13η σύνταξη. Μια ακόμη κρατική παρέμβαση που θα αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα για έναν χρόνο.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Δεν μπορούμε να περιμένουμε κάθε χρόνο τη ΔΕΘ για να μάθουμε ποιο θα είναι το εισόδημά μας τον επόμενο χρόνο.
Οι μειώσεις φόρων είναι καλοδεχούμενες και, σε πολλές περιπτώσεις, απαραίτητες. Θα ήθελα επίσης να δω περαιτέρω μείωση των εργοδοτικών εισφορών, ώστε να γίνει ευκολότερη η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και να υπάρξει μεγαλύτερος χώρος για αυξήσεις όχι μόνο στον κατώτατο αλλά και στον μέσο μισθό.
Εδώ έχουν γίνει σημαντικά βήματα, καθώς το ποσοστό ανεργίας αγγίζει ιστορικά χαμηλά, ενώ τόσο ο κατώτατος όσο και ο μέσος μισθός έχουν αυξηθεί σημαντικά.
Όμως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να αυξάνεις ένα εισόδημα με μια απόφαση του κράτους και στο να δημιουργείς τις συνθήκες ώστε η οικονομία να μπορεί να πληρώνει υψηλότερους μισθούς από μόνη της.
Το πρώτο είναι σχετικά εύκολο. Το δεύτερο λέγεται παραγωγικότητα. Και εδώ τα στοιχεία είναι αρκετά αποκαλυπτικά. Το 2025 ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα δούλεψε περίπου 1.874 ώρες, έναντι 1.736 ωρών στον ΟΟΣΑ, 1.498 στη Γαλλία και μόλις 1.332 στη Γερμανία. Άρα, το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι ότι δουλεύουμε λίγο. Είναι ότι κάθε ώρα εργασίας παράγει πολύ λιγότερη αξία.
Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ είναι αρκετά σαφής ως προς τις αιτίες: χαμηλές επενδύσεις, περιορισμένη καινοτομία, μικρό μέγεθος επιχειρήσεων και αργή υιοθέτηση νέων τεχνολογιών. Στην Ελλάδα σχεδόν το μισό της επιχειρηματικής απασχόλησης βρίσκεται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ πολλές μικρές εταιρείες δυσκολεύονται να επενδύσουν, να μεγαλώσουν και να αξιοποιήσουν ψηφιακά εργαλεία.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο θα ήθελα να δω την οικονομική συζήτηση να εστιάζει. Για παράδειγμα, ένα πραγματικό πρόγραμμα ταχείας υιοθέτησης τεχνητής νοημοσύνης από τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα συνδεόταν με στόχους αύξησης της παραγωγικότητας και συγκεκριμένα case studies για κάθε τύπο επιχείρησης. Όχι vouchers επιμόρφωσης από αγνώστου ταυτότητας κέντρα εκπαίδευσης, που θα ανατεθούν σε γνωστούς και φίλους.
Στη Σιγκαπούρη, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις μπορούν ήδη να χρηματοδοτούν την υιοθέτηση προεγκεκριμένων ψηφιακών και AI-enabled λύσεων μέσω του Productivity Solutions Grant. Η χρήση AI από αυτές αυξήθηκε από 4,2% το 2023 σε 14,5% το 2024, ενώ οι επιχειρήσεις που χρησιμοποίησαν σχετικές λύσεις μέσω του προγράμματος κατέγραψαν κατά μέσο όρο εξοικονόμηση κόστους 52%. Η κυβέρνηση επεκτείνει πλέον την πολιτική, με στόχο να βοηθήσει 10.000 επιχειρήσεις να υιοθετήσουν AI και να εκπαιδεύσει 100.000 εργαζομένους μέσα σε τρία χρόνια.
Το ίδιο θα ήθελα να δω και στην αγορά εργασίας. Η εξ αποστάσεως εργασία μάς επιτρέπει πλέον να διαχωρίσουμε, σε σημαντικό βαθμό, το πού βρίσκεται η επιχείρηση από το πού βρίσκεται ο εργαζόμενος. Κι όμως, συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε ως σχεδόν αυτονόητο ότι ένας νέος με καλές δεξιότητες πρέπει να μετακομίσει στην Αθήνα —ή στη Θεσσαλονίκη— για να βρει μια καλή δουλειά. Οι συνέπειες αυτού είναι ορατές στο δημογραφικό, στο στεγαστικό, στην υποβάθμιση της ζωής στο κέντρο και στην επαρχία.
Εδώ, λοιπόν, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε κίνητρα για νέες εξ αποστάσεως θέσεις εργασίας εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης, ειδικά σε κλάδους τεχνολογίας όπου δεν είναι απαραίτητη η καθημερινή φυσική παρουσία. Η μείωση του διοικητικού κόστους της υβριδικής εργασίας και οι φορολογικές υπερεκπτώσεις για επενδύσεις σε cybersecurity, cloud και ψηφιακές υποδομές θα ήταν ένα βήμα. Ένα άλλο, πιο τολμηρό βήμα θα αποτελούσε η στοχευμένη μείωση των εργοδοτικών εισφορών για εταιρείες που δημιουργούν πραγματικές, καλά αμειβόμενες θέσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης.
Γιατί ίσως ένας καλύτερος τρόπος να βοηθήσεις έναν 30χρονο δεν είναι να του δώσεις άλλα 100 ευρώ για να πληρώνει ένα ενοίκιο 900 ευρώ στην Αθήνα. Είναι να δημιουργήσεις τις συνθήκες ώστε να μπορεί να έχει έναν καλό μισθό χωρίς να χρειάζεται να ζει εκεί.
Μπορούμε να δώσουμε περισσότερα χρήματα στους πολίτες. Μπορούμε να αυξήσουμε τον κατώτατο μισθό. Μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν 13ο μισθό. Μπορούμε να μοιράσουμε ένα ακόμη δημοσιονομικό πλεόνασμα. Αλλά, αν η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή, στο τέλος θα έχουμε περισσότερα ευρώ στα χέρια μας χωρίς να μας φτάνουν. Και τότε, πολύ σύντομα, θα επιστρέψουμε στο ίδιο σημείο. Να ζητάμε ένα ακόμη επίδομα, επειδή τα προηγούμενα χρήματα δεν μας φτάνουν. Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος μιας οικονομίας που προσπαθεί να μοιράσει περισσότερα χωρίς να παράγει περισσότερα.
Σίγουρα, έχουμε κάνει βήματα. Το γεγονός ότι προσπαθούμε να μοιράσουμε αυστηρά από αυτά που έχουμε στο ταμείο είναι κάτι που δεν ήταν αυτονόητο πριν από κάποια χρόνια και πάση θυσία πρέπει να το διατηρήσουμε. Όμως πρέπει να μπούμε σε ένα άλλο πλαίσιο συζήτησης και να ξεφύγουμε από τις παλιές αντιλήψεις. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει ένα ώριμο πολιτικό σύστημα — όχι μόνο ένα κόμμα, αλλά οριζόντια όλα τα δημοκρατικά κόμματα. Σε αυτή την κατεύθυνση οφείλουμε να πιέσουμε όσοι δεν θέλουμε να ακούσουμε πάλι τα ίδια στις επόμενες ΔΕΘ.
Πώς έχει εξελιχθεί σήμερα η δομή που δημιουργήθηκε το 2025 και γιατί το Κίεβο ζητά πλέον συχνότερες συναντήσεις αντί για την αποστολή δυτικών χερσαίων δυνάμεων στην Ουκρανία.
Στις 24 Αυγούστου 2026, η Συμμαχία των Προθύμων, η οποία αποτελείται από 34 χώρες που υποστηρίζουν την Ουκρανία, συνήλθε στο Κίεβο για να τιμήσει την 35η επέτειο της αποκατάστασης της ουκρανικής ανεξαρτησίας. Ο Άντι Μπέρναμ, ένας από τους συμπροέδρους της συνάντησης, στο πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό ως πρωθυπουργός της Βρετανίας, ήταν παρών μαζί με τον Αντόνιο Κόστα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον Αλεξάντερ Σταμπ της Φινλανδίας, τον Γκιτάνας Ναουσέντα της Λιθουανίας, τη Μάια Σάντου της Μολδαβίας, τους πρωθυπουργούς της Λετονίας και του Λουξεμβούργου, καθώς και τον υπουργό Εξωτερικών της Σουηδίας· οι περισσότεροι συμμετέχοντες, συμπεριλαμβανομένων των δύο άλλων συμπροέδρων, του Εμμανουέλ Μακρόν και του Φρίντριχ Μερτς, συμμετείχαν μέσω βιντεοδιάσκεψης. Στο άρθρο του για το διακεκριμένο ουκρανικό διαδικτυακό περιοδικό European Pravda, ο Μπέρναμ επανέλαβε τον σκοπό αυτής της πρωτοβουλίας: τη διαμόρφωση ενός σχεδίου για την επίτευξη και διατήρηση μιας ειρηνευτικής συμφωνίας υπό την ηγεσία της Ουκρανίας. Η ουσιαστική συζήτηση, ωστόσο, κινήθηκε σε άλλη κατεύθυνση.
Ενώ πρωταρχικός στόχος της Συμμαχίας είναι η οργάνωση μιας πολυεθνικής δύναμης που θα στηρίξει τις εγγυήσεις ασφάλειας μόλις επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός, οι πρόσφατες συναντήσεις της απέδωσαν αποτελέσματα και σε άλλες διαστάσεις: υποστήριξη της αμυντικής βιομηχανίας της Ουκρανίας μέσω μεταφοράς τεχνολογίας και χορήγησης αδειών, ένα φόρουμ για τα πιο επείγοντα ζητήματα της ανθεκτικότητας και της άμυνας της Ουκρανίας, καθώς και μια ευκαιρία για την προώθηση διμερών αμυντικών πρωτοβουλιών με μεμονωμένα μέλη.
Πρώτον, ο Μπέρναμ ενέκρινε τη μεταφορά της τεχνολογίας «Storm Shadow», ώστε οι πύραυλοι να μπορούν να κατασκευαστούν στο ουκρανικό έδαφος, και ζήτησε από τη βρετανική βιομηχανία να υποστηρίξει το «Freyja», το ουκρανο-ευρωπαϊκό πρόγραμμα αντιβαλλιστικών αναχαιτιστικών πυραύλων που προορίζεται ως φθηνότερη εναλλακτική λύση έναντι του «Patriot». Ο Μακρόν ανέλαβε να επιταχύνει τις παραδόσεις και τη χορήγηση αδειών που είχαν συμφωνηθεί στην προηγούμενη συνάντηση της Συμμαχίας τον Ιούλιο, όταν η Γαλλία αδειοδότησε την ουκρανική κατασκευή βομβών AASM και πυραύλων SCALP, καθώς και, από κοινού με την Ιταλία, των αναχαιτιστικών Aster 30, και δεσμεύθηκε να υποστηρίξει το Freyja. Η δήλωση της Συμμαχίας τον Ιούλιο χαιρέτισε τη Συμμαχία Αντιβαλλιστικών Πυραύλων και τις άδειες που χορηγήθηκαν για την παραγωγή αναχαιτιστικών, καθώς και τις νέες δεσμεύσεις σχετικά με επιχειρήσεις κατά του «σκιώδους στόλου», την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συντονισμένη υποστήριξη των εθνικών επιχειρήσεων.
Δεύτερον, ο Ζελένσκι άσκησε πίεση για τις πιο επείγουσες ανάγκες της ουκρανικής άμυνας: ένα πακέτο χειμερινής βοήθειας κατά των βαλλιστικών επιθέσεων, με τουλάχιστον 300 αναχαιτιστικά Patriot, οικονομική στήριξη προς το Υπουργείο Άμυνας της Ουκρανίας, το οποίο παρουσιάζει έλλειμμα 27 δισεκατομμυρίων ευρώ, μεταξύ άλλων με την επανεξέταση του ζητήματος των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων· καθώς και το ξεμπλοκάρισμα της Μαύρης Θάλασσας και τη χρήση των «Διαδρομών Αλληλεγγύης» για τις εξαγωγές. Εκείνη την ημέρα, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε επιπλέον στρατιωτική βοήθεια ύψους 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την ΕΕ για την αεροπορική και πυραυλική άμυνα, πυραύλους, πυρομαχικά και ραντάρ. Ο Ζελένσκι υποσχέθηκε να ενημερώσει τους συμμετέχοντες στη συνάντηση για τις διαπραγματεύσεις σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά προφανώς το αντιμετώπισε ως δευτερεύον ζήτημα.
Τρίτον, η Συμμαχία λειτουργεί ως φόρουμ υψηλού επιπέδου που προσελκύει πολλούς εταίρους και επιλύει διμερή ζητήματα. Για παράδειγμα, μια ημέρα πριν από τη συνεδρίαση της Συμμαχίας πραγματοποιήθηκε στο Κίεβο σύνοδος κορυφής των Σκανδιναβικών και Βαλτικών χωρών με την Ουκρανία, και υπογράφηκαν ορισμένα διμερή έγγραφα σχετικά με την άμυνα, μεταξύ των οποίων μια δήλωση για στρατηγική εταιρική σχέση και μια συμφωνία για μη επανδρωμένα αεροσκάφη με τη Νορβηγία, καθώς και περαιτέρω συμφωνίες με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Φινλανδία. Καθώς η αμερικανική ηγεσία αποσύρεται από την Ομάδα Επαφής για την Άμυνα της Ουκρανίας —η οποία συνεδρίασε οκτώ φορές το 2025 και τρεις φορές φέτος, ενώ η συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά—, η Συμμαχία αρχίζει να αναλαμβάνει τα ίδια ζητήματα με το Ράμσταϊν.
Το τρέχον έργο της Συμμαχίας ανταποκρίνεται στην ερμηνεία του καγκελαρίου Mερτς σχετικά με τα καθήκοντά της, όπως αυτά καθορίστηκαν τον Ιούλιο: πρώτον, να πιέσει τη Ρωσία να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις, στη συνέχεια να στηρίξει την Ουκρανία για όσο διάστημα χρειάζεται να αμυνθεί, και μόνο τότε, από κοινού με τις Ηνωμένες Πολιτείες, να είναι έτοιμη να επιβλέπει μια εκεχειρία και να παρέχει εγγυήσεις. Αυτές οι πρωτοβουλίες των τελευταίων δύο μηνών, τόσο εντός όσο και εκτός της Συμμαχίας, έρχονται εν μέσω μιας σαφούς κλιμάκωσης της υποστήριξης της Βόρειας Κορέας και της Κίνας προς τη Ρωσία, σε συνδυασμό με την περαιτέρω απομάκρυνση των ΗΠΑ από την Ευρώπη και την ανοιχτή προτίμησή τους να κατευνάσουν τον Πούτιν αντί να τον εξαναγκάσουν.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η Επιτροπή Αναθεώρησης Οικονομικών και Ασφάλειας ΗΠΑ-Κίνας ανέφερε τον Αύγουστο ότι η Κίνα αντιπροσώπευε το 90% του συνόλου της τεχνολογίας που υπόκειται σε κυρώσεις και εισήλθε στη Ρωσία το 2026, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες έχει προμηθεύσει δορυφορικές εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν για την καθοδήγηση ρωσικών πυραυλικών επιθέσεων. Μετά από ένα χρόνο παύσης, η Πιονγιάνγκ επανέλαβε την προμήθεια βαλλιστικών πυραύλων στα τέλη Ιουλίου του 2026 και έχει αναπτύξει στη Ρωσία τα δικά της πληρώματα και έξι εκτοξευτές για μια μονάδα ικανή να εκτοξεύσει έως και 120 πυραύλους.
Οι παραδόσεις δυτικών αναχαιτιστικών στην Ουκρανία έχουν εν τω μεταξύ μειωθεί στο ένα τρίτο του επιπέδου του 2025. Η Ουάσιγκτον δεν πωλεί στο Κίεβο τα αντιαεροπορικά συστήματα PAC-3 που ζητά, ούτε χορηγεί την άδεια παραγωγής που ο Τραμπ είχε μισοϋποσχεθεί στην Άγκυρα και αναθεώρησε τρεις εβδομάδες αργότερα. Ο Ζελένσκι δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 23 Αυγούστου ότι η Ρωσία μπορεί να παράγει έως και εκατό βαλλιστικούς πυραύλους τον μήνα και ότι η χειρότερη εκτίμηση για το ερχόμενο φθινόπωρο και χειμώνα είναι 1.300 πύραυλοι, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της Βόρειας Κορέας. Αυτή η ασυμμετρία στη συμμαχική βοήθεια απαιτεί σίγουρα πιο αποφασιστικές ενέργειες από τους εταίρους της Ουκρανίας που αποτελούν τη Συμμαχία.
Η αποστασιοποίηση της Ουάσιγκτον από τη Συμμαχία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης τάσης. Η παρουσία της στην Ευρώπη μειώνεται σταδιακά: το Πεντάγωνο έχει επίσημα ξεκινήσει μια αναθεώρηση της στάσης και της στάθμευσης των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, ενώ ο Έλμπριτζ Κόλμπι εργάζεται ενεργά στις πρωτεύουσες των συμμάχων για την εκεί απόδοση της κύριας ευθύνης για τη συμβατική άμυνα στην Ευρώπη. Τα 5.000 στρατεύματα που υποσχέθηκε ο Τραμπ στην Πολωνία ως αντιστάθμισμα για τον ίδιο αριθμό αμερικανικών στρατευμάτων που αποσύρθηκαν από την Ευρώπη την άνοιξη δεν έχουν ούτε ημερομηνία ούτε τόπο ανάπτυξης. Παρά τις πολυάριθμες υβριδικές εκστρατείες και τις εκστρατείες σαμποτάζ της Ρωσίας, ο Τραμπ συνεχίζει να αρνείται ότι η Ρωσία αποτελεί οποιαδήποτε απειλή για το ΝΑΤΟ.
Στις 16 Αυγούστου, την ημέρα πριν από την προγραμματισμένη έναρξη των ετήσιων στρατιωτικών ασκήσεων με τη Νότια Κορέα, ο Τραμπ διέταξε το Πεντάγωνο να τις περιορίσει, επικαλούμενος τις καλές του σχέσεις με τον Κιμ Γιονγκ Ουν και χαρακτηρίζοντας τις ασκήσεις ως ένα μήνυμα ακατάλληλο και εχθρικό προς τη Βόρεια Κορέα, η οποία, σύμφωνα με τα λόγια του, δεν αποτελούσε απειλή και έδειχνε σεβασμό — τον ίδιο μήνα που η Ρωσία επανέλαβε τις εκτοξεύσεις πυραύλων της Βόρειας Κορέας εναντίον ουκρανικών πόλεων. Στον Καναδά, σύμμαχο βάσει συνθήκης, δεν προσφέρονται τέτοιες ευγένειες: ο Τραμπ έχει επιβάλει επιπλέον ασφυκτικούς δασμούς στα καναδικά προϊόντα, αμφισβητεί τα σύνορα — τα οποία, όπως λέει, έχουν χαραχθεί αυθαίρετα «με χάρακα» — και μετονομάζει τη λίμνη Οντάριο σε «Λίμνη Αμερική». Τίποτα από όλα αυτά δεν ενισχύει την διατλαντική εμπιστοσύνη και αξιοπιστία, υπονομεύοντας τις τρέχουσες στρατηγικές κρατών που είναι σταθερά φιλοαμερικανικά, όπως η Πολωνία και η Ιταλία.
Η αμερικανική αδιαφορία και αποστασιοποίηση παρεμποδίζουν τον αρχικό στόχο της Συμμαχίας και υποβαθμίζουν το περιβάλλον ασφάλειας στο οποίο λειτουργεί. Η αεροπορική της συνιστώσα σχεδιάστηκε ώστε να εξαρτάται από τις υποστηρικτικές δυνατότητες των ΗΠΑ. Η Διακήρυξη του Παρισιού της Συμμαχίας, του Ιανουαρίου 2026, έθεσε στο επίκεντρο των εγγυήσεων έναν μηχανισμό παρακολούθησης και επαλήθευσης της εκεχειρίας υπό αμερικανική ηγεσία· αξιωματούχοι που επικαλείται το Reuters ανέφεραν ότι αυτό θα σήμαινε τη χρήση αμερικανικών drones, αισθητήρων και δορυφόρων. Η διακήρυξη δεν φέρει καμία αμερικανική υπογραφή, ενώ η αναφορά στη χρήση αμερικανικών δυνατοτήτων για τη στήριξη της δύναμης είχε αφαιρεθεί από ένα προηγούμενο σχέδιο. Το εύρος και οι φιλοδοξίες της δύναμης που θα έπρεπε να υποστηρίξει μια τέτοια ρύθμιση είχαν περιοριστεί εδώ και καιρό. Ο αρχικός στόχος του Ζελένσκι τον Ιανουάριο του 2025 για 200.000 Ευρωπαίους στρατιώτες είχε συρρικνωθεί, μέχρι τον Ιανουάριο του 2026, σε μια συνδυασμένη γαλλο-βρετανική προσφορά έως 15.000. Μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών κρατών, ούτε η Γερμανία ούτε η Ιταλία ούτε η Πολωνία προσφέρουν χερσαίες δυνάμεις: το Βερολίνο έχει προτείνει τη στάθμευση δυνάμεων σε έδαφος του ΝΑΤΟ που γειτονεύει με την Ουκρανία, η Βαρσοβία περιορίζεται στην υλικοτεχνική υποστήριξη και τη φιλοξενία, ενώ η Ιταλία, την ημέρα που ανακοινώθηκαν οι ασκήσεις, επιβεβαίωσε ότι δεν θα συμμετάσχει. Παρ’ όλα αυτά, διατηρώντας ζωντανό τον αρχικό στόχο, ο Μακρόν όρισε τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο για τις πρώτες ασκήσεις πλήρους κλίμακας της Συμμαχίας, οι οποίες θα φιλοξενηθούν από την Πολωνία με γαλλικά και βρετανικά στρατεύματα, προκειμένου να δοκιμαστούν η διοίκηση και ο έλεγχος, η υλικοτεχνική υποστήριξη και η ανάπτυξη. Η αποστολή, το επιδιωκόμενο τελικό αποτέλεσμα και οι κανόνες εμπλοκής της δύναμης παραμένουν ακαθόριστοι, ενώ η προετοιμασία είναι αργή και αμφισβητείται πολιτικά. Η Συμμαχία, η οποία ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2025, έχει από τότε αποκτήσει μόνιμο αρχηγείο τριών αστέρων στο Παρίσι, μια μονάδα συντονισμού στο Κίεβο και περίπου διακόσιους σχεδιαστές από περισσότερες από τριάντα χώρες. Μετά από δεκαεπτά μήνες, ο μηχανισμός αυτός δοκιμάζεται για πρώτη φορά.
Το πιο σημαντικό είναι ότι, ενώ η Πολυεθνική Δύναμη για την Ουκρανία εξακολουθεί να αποτελεί την οργανωτική ιδέα ολόκληρης της Συμμαχίας, αυτό που επρόκειτο να εγγυηθεί δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί. Στην ίδια κλειστή ενημέρωση της 23ης Αυγούστου, ο Ζελένσκι σύμφωνα με πληροφορίες δήλωσε στους παρευρισκόμενους ότι κανένας σημαντικός σύμμαχος δεν έχει δώσει ακόμη καμία εγγύηση ότι κάποιος θα έρθει να σώσει την Ουκρανία αν ο Πούτιν προχωρήσει περαιτέρω. Οι προσπάθειες για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών ακολουθούν το συνηθισμένο σχήμα με τα συνηθισμένα αποτελέσματα: άλλη μια πρόταση μιας σελίδας για την κατάπαυση του πυρός, άλλη μια καινοτόμος «εδαφική ρύθμιση» για το Ντονμπάς, άλλος ένας υψηλού προφίλ απεσταλμένος που στάλθηκε στη Μόσχα για να πείσει τον Πούτιν να αποδεχτεί μια συμφωνία, άλλη μια επίπληξη από τη Ρωσία και μια νέα ανακοίνωση ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες θα ξαναρχίσουν το φθινόπωρο.
Ποιο θα πρέπει να είναι το σημείο συνάντησης μεταξύ αυτού για το οποίο σχεδιάστηκε η Συμμαχία και αυτού που πράγματι κάνει στο τρέχον στάδιο του πολέμου; Δεν υπάρχει μόνιμη ιδιότητα μέλους, ούτε θεσμική δομή, ούτε διαδικασία λήψης αποφάσεων, και συχνά ούτε κοινό όραμα. Αυτό διατηρεί τη Συμμαχία ευρεία, αλλά την αποδυναμώνει όποτε απαιτούνται κοινές αποφάσεις. Είναι ενδεικτικό ότι το αποτέλεσμα της συνάντησης της 24ης Αυγούστου ήταν και πάλι μια δήλωση των τριών συμπροέδρων, και όχι της Συμμαχίας στο σύνολό της, γεγονός που προδίδει την απουσία ενότητας. Από πολιτική άποψη, η κατάσταση δεν είναι πιο σταθερή. Ο Μακρόν αποχωρεί από το αξίωμα την επόμενη άνοιξη και οι πιθανοί δεξιοί διάδοχοί του αντιτίθενται τόσο στην αποστολή γαλλικών στρατευμάτων όσο και στην παροχή περισσότερων όπλων στην Ουκρανία, η θέση του Μερτς στην πατρίδα του αποδυναμώνεται, ενώ η Πολωνία και η Ιταλία αντιμετωπίζουν τις δικές τους εκλογές· η μορφή αυτή δεν έχει καμία εγγύηση συνέχισης πέρα από την προσωπική δέσμευση ενός ηγέτη που βρίσκεται ακόμη στο υψηλότερο αξίωμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η άφιξη του Μπέρναμ στο Κίεβο αποτελεί μια σπάνια επίδειξη συνέχειας. Προς το παρόν, το σημείο συνάντησης έγκειται λιγότερο στη δύναμη που επρόκειτο να αναπτύξει η Συμμαχία και περισσότερο στη λειτουργία που έχει πράγματι αποκτήσει: τη σύνδεση της άμυνας της Ουκρανίας με εκείνη της Ευρώπης — μέσω της βοήθειας, των συμφωνιών για τα drones και άλλων συμφωνιών που λειτουργούν αμφίδρομα, μέσω της κοινής παραγωγής και των στρατηγικών αντιβαλλιστικών προγραμμάτων όπως το «Freyja» — όλα αυτά είναι πραγματικά, αλλά κανένα δεν είναι ακόμη μη αναστρέψιμο ή διαρθρωτικό.
Ο Ζελένσκι αποχώρησε από τη συνάντηση του Αυγούστου ζητώντας όχι την ανάπτυξη δυνάμεων, αλλά τη συχνότητα των συναντήσεων — χωρίς μεγάλες παύσεις, μια ακόμη σύνοδο τον Σεπτέμβριο, όπως δήλωσε. Πρόκειται για μια ορθολογική χρήση ενός μηχανισμού, η αξία του οποίου έγκειται πλέον στο να συγκεντρώνει τους εταίρους αρκετά συχνά, ώστε η αμυντική ατζέντα της Ουκρανίας να παραμένει ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων τους και η Ουκρανία να ενσωματωθεί στην ευρωπαϊκή άμυνα — κάτι που όσοι τάσσονται υπέρ ενός συμβιβασμού με τη Ρωσία εις βάρος της κυριαρχίας της Ουκρανίας δηλώνουν ανοιχτά ότι φοβούνται. Το καθήκον για το Κίεβο είναι να καταστήσει αυτή τη λειτουργία μόνιμη πριν οι εκλογικοί κύκλοι απομακρύνουν τους ηγέτες που τη στηρίζουν. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη Συμμαχία δεν είναι η διάλυση — τέτοιες χαλαρές μορφές σπάνια διαλύονται — αλλά η εδραιωμένη ρουτίνα, στην οποία η Ευρώπη αναλαμβάνει την ευθύνη για έναν πόλεμο που εξακολουθεί να αναμένει ότι θα τερματίσουν άλλοι, ελπίζοντας παράλληλα ότι αυτός ο τερματισμός δεν θα είναι επιζήμιος για τα συμφέροντά της.
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά ως σχόλιο του EPIK στις 28 Αυγούστου 2026.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Η φυσιολογική και αναμενόμενη νίκη του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ
Η νίκη του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternativ für Deutschland, AfD) στις εκλογές του κρατιδίου της Σαξονίας-Άνχαλτ χθες δεν πρέπει να προξενεί έκπληξη ή ανησυχία. Το αποτέλεσμα είναι απολύτως συμβατό με τις σταθερές παραμέτρους της γερμανικής ιστορίας, εδώ και πάνω από χίλια χρόνια. Η δυτική Γερμανία είναι Ευρώπη ενώ η ανατολική είναι κάτι διαφορετικό, περίεργο και, συνήθως αποκρουστικό. Την πρώτη και τελευταία φορά που η ανατολική Γερμανία κυριάρχησε της δυτικής, από το 1870 έως το 1945, η Ευρώπη πνίγηκε στο αίμα δύο παγκόσμιων πολέμων. Να τι εννοώ.
Η πρώτη εικόνα παρακάτω είναι ο εκλογικός χάρτης της Γερμανίας μετά τις γερμανικές βουλευτικές εκλογές του Φεβρουαρίου 2025. Στα κρατίδια της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το νεοναζιστικό AfD κέρδισε πάνω από το 30% των ψήφων. Στα κρατίδια της πρώην Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το AfD δεν ξεπέρασε το 20%: στη Βάδη-Βυτεμβέργη πήρε 19,4%, στη Βαυαρία 17,4%, στο Αμβούργο 11%, στην Έσση 17,7%, στο Σλέσβιγκ-Χόλστεϊν 16,1%, στο Βερολίνο 15%, κ.λπ.
Η δεύτερη εικόνα είναι ο εκλογικός χάρτης της Γερμανίας μετά τις εκλογές του 1933, που κέρδισε το Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Κόμμα των Εργατών (NSDAP) του Αδόλφου Χίτλερ. Όσο πιο βαθύ κόκκινο ή καφέ είναι το χρώμα στις εκλογικές περιφέρειες τόσο μεγαλύτερο ποσοστό των ψήφων κέρδισε ο Χίτλερ στις περιοχές εκείνες. Όπως γίνεται ορατό διά γυμνού οφθαλμού, ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος της Γερμανίας με τις ψήφους των Γερμανών που κατοικούσαν στα ανατολικά κρατίδια της Γερμανίας, ενώ τα δυτικά κρατίδια και η Βαυαρία καταψήφισαν το κόμμα του.
Το Ναζιστικό κόμμα ήταν κόμμα της ανατολικής Γερμανίας και δη των προτεσταντών και της Πρωσίας. Όπως, σήμερα, το AfD είναι κόμμα της ανατολικής Γερμανίας. Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, ο τόπος γέννησης και γιγάντωσης των Ναζί δεν ήταν η καθολική Βαυαρία ή η κοσμική Ρηνανία. Ήταν η σκοταδιστική ανατολική Γερμανία. Και αυτό το γεγονός δεν αποτελεί ιστορική παραδοξότητα. Η αλήθεια είναι ότι, στην πραγματικότητα, ιστορικά, υπάρχουν δύο Γερμανίες: από τη μια το δυτικό και νότιο μέρος (Ρηνανία και Βαυαρία) και από την άλλη το ανατολικό (Πρωσία και Σαξονία).
Οι δύο Γερμανίες έχουν λίγα κοινά στοιχεία, πολιτισμικά, πολιτικά και ιστορικά. Το δυτικό μέρος δημιουργήθηκε ουσιαστικά από τον Ιούλιο Καίσαρα και τους Ρωμαίους γύρω στο 58 π.Χ. και περιλάμβανε την περιοχή ανάμεσα στον Ρήνο και τον Έλβα. Μετά την κατάρρευση της δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αναδύθηκε η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους, που ιδρύθηκε επίσημα στο Άαχεν το 800 μ.Χ. με την ενθρόνιση του Καρλομάγνου, που ήταν Γερμανός πολέμαρχος και ενοποίησε στο κράτος του το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Ευρώπης.
Αντίθετα, το ανατολικό κομμάτι της Γερμανίας αναδύθηκε μέσα από τα σκοτάδια του Μεσαίωνα στον 16ο αιώνα μ.Χ. Το 1525, ο Πρίγκιπας των Τευτόνων Ιπποτών, που κατοικούσαν σε μια περιοχή μεταξύ της Πολωνίας και των Βαλτικών κρατιδίων και ήταν ειδωλολάτρες μέχρι τον 14ο αιώνα, ανακήρυξε τον εαυτό του Προτεστάντη Δούκα της Πρωσίας. Ήταν η πρώτη φορά που γερμανόφωνος ηγεμόνας αποσχίσθηκε από το Βατικανό και τον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τον απόγονο του Καρλομάγνου. Το 1525 είναι η χρονιά που δημιουργείται η Πρωσία και η έναρξη της διελκυστίνδας Ανατολής - Δύσης που ταλάνισε τη Γερμανία και την ευρωπαϊκή ιστορία μέχρι το 1945.
Οι Χανσεατικές πόλεις του Αμβούργου, της Βρέμης και του Ροστόκ, και τα κρατίδια της Έσσης, της Ρηνανίας, της Βάδης-Βιτεμβέργης και της Βαυαρίας ήταν πάντα οι οικονομικές ατμομηχανές της Γερμανίας και της Ευρώπης και ποτέ δεν σταμάτησαν να οφείλουν τις πολιτιστικές τους επιρροές και τις πολιτικές βλέψεις τους στα δυτικά. Για την ακρίβεια, ήταν κρατίδια απολύτως οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά ενοποιημένα με την δυτική Ευρώπη.
Από την άλλη πλευρά, η Πρωσία και η Σαξονία οργανώθηκαν με πρότυπο την Αγγλία, δηλαδή κυριαρχούσε μια τάξη γαιοκτημόνων αριστοκρατών, που λεγόντουσαν Γιούνκερς (Junkers), οι οποίοι παραδοσιακά αποτελούσαν την τάξη των αξιωματικών του πρωσικού στρατού και προσέβλεπαν πάντα σε συμμαχία με τον Τσάρο στον κοινό τους προαιώνιο αγώνα να εξαφανίσουν την Πολωνία από τον χάρτη. Ο διαμελισμός της Πολωνίας το φθινόπωρο του 1939 ήταν η λογική κατάληξη 500 ετών πολέμου της Ρωσίας και της Πρωσίας εναντίον της Πολωνίας.
Κάτι άλλο που εξηγεί την πολιτική διχοτόμηση της σύγχρονης Γερμανίας σε Ανατολή και Δύση είναι η Γερμανική «Ενοποίηση». Το 1866, ο Μπίσμαρκ δεν «ενοποίησε» τη Γερμανία. Η Πρωσία εισέβαλε στα δυτικά γερμανικά κρατίδια, με την ανοχή της Βρετανίας και την υποστήριξη της Αυστροουγγαρίας, και τα προσάρτησε με τη βία. Επρόκειτο για στρατιωτική κατάκτηση, όχι για πολιτική ενοποίηση.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Μπίσμαρκ μετά την εδραίωση του ελέγχου των δυτικών γερμανικών κρατιδίων ήταν να εξαπολύσει εκστρατεία κατάπνιξης κάθε φιλελεύθερης και δημοκρατικής φωνής. Η εκστρατεία αυτή ονομάστηκε Kulturkampf, «πολιτιστικός πόλεμος». Ο πολιτιστικός πόλεμος εξαπολύθηκε από τους Λουθηρανούς Προτεστάντες της Πρωσίας και της Σαξονίας και είχε στόχο τους Εβραίους, τους Καθολικούς και τους δυτικόφιλους κατοίκους της υπόλοιπης Γερμανίας. Μέσω της εκστρατείας αυτής αναδύθηκε το ψευδεπίγραφο εθνικό αφήγημα της «Γερμανικότητας», ή Deutschtum, που είναι πρόδρομος των εθνικοσοσιαλιστικών ανοησιών του Χίτλερ περί ανωτερότητας της «Αρίας φυλής». Ο αντισημιτισμός της νεότερης Γερμανίας είχε τις ρίζες του σε αυτή την περίοδο και δεν γεννήθηκε στη Βαυαρία του 1923. Γεννήθηκε στην Πρωσία το 1870.
Και κάτι τελευταίο. Η μόνη αντίσταση που αντιμετώπισαν οι Ναζί στο εσωτερικό της χώρας τους προήλθε από τις δυτικές επαρχίες. Στις αρχές του πολέμου, οι Ναζί εξόντωσαν περίπου 70 χιλιάδες πνευματικά καθυστερημένους και ανάπηρους Γερμανούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία, όπως το Νταχάου, έξω από το Μόναχο. Όταν ο αρχιεπίσκοπος της ιστορικής πόλης του Μύνστερ, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, άρχισε να γράφει και να κάνει κηρύγματα εναντίον αυτών των βαρβαροτήτων, οι Ναζί τον έθεσαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, αντί να τον εκτελέσουν, όπως ήθελαν, γιατί φοβούνταν ότι θα επακολουθήσει λαϊκή εξέγερση εναντίον τους. Ο φόβος της αντίδρασης των Γερμανών των δυτικών επαρχιών ήταν ο λόγος που, το 1941, αποφάσισαν να εγκαταστήσουν τα στρατόπεδα εξόντωσης στην Πολωνία και άρχισαν να εφαρμόζουν τα σχέδιά τους για την Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος μακριά από τη Δύση.
Αυτή είναι η εξήγηση για τους δύο εκλογικούς χάρτες. Αυτή είναι η εξήγηση για τη νίκη του AfD στις εκλογές της Κυριακής 6 Σεπτεμβρίου 2026. Ούτε η μετανάστευση, ούτε η «δυσαρέσκεια» στα ανατολικά κρατίδια για την οικονομική υστέρηση τους. Οι αιτίες κρύβονται στα βάθη της γερμανικής ιστορίας. Όπως πολύ εύστοχα έγραψε ο Γουίλλιαμ Φώκνερ κάποτε, «το παρελθόν δεν είναι νεκρό· δεν είναι καν παρελθόν».
Ο Φριτς, ο Καρλ και ο μαθητευόμενος μάγος
Σύμφωνα με ένα παλιό γερμανικό ανέκδοτο, δυο χωρικοί, ο Φριτς κι ο Καρλ, μια μέρα, εκεί που στεκόντουσαν στην αυλή του Φριτς, νιώθουν το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους! Το σπίτι του Φριτς είχε όπως όλα τα παλιά χωριατόσπιτα έναν βόθρο και η πλάκα που τον σκέπαζε έσπασε. Οι δυο τους πέφτουν μέσα στα λύματα και με τη βία μπορούν να σταθούν. Ο βόθρος είναι γεμάτος γιατί έχει βρέξει και η στάθμη φτάνει μέχρι τον λαιμό του Καρλ. Ο Φριτς όμως είναι λίγο πιο κοντός και τα λύματα φτάνουν σχεδόν μέχρι το στόμα του.
– Ωχ Φριτς, τι κάνουμε τώρα; ρωτάει σαστισμένος, ο Καρλ.
– Όχι κύματα! λέει ο Φριτς μέσα από τα δόντια του.
Η έκβαση των τοπικών βουλευτικών εκλογών της 6ης Σεπτεμβρίου 2026 στο ομοσπονδιακό κράτος της Σαξoνίας-Άνχαλτ θυμίζει λίγο αυτό το ανέκδοτο. Τα μέχρι τώρα παραδοσιακά κόμματα –CDU, SPD, FDP, Πράσινοι, Linke – που κυριαρχούσαν στην πολιτική ζωή βρίσκονται στην θέση του δύσμοιρου Φριτς, λίγο πριν βουλιάξουν στο βούρκο της AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία), που όχι μόνο ήρθε πρώτο κόμμα, αλλά με 44% ξεπέρασε το ποσοστό που του έδιναν οι δημοσκόποι, καθώς κατάφερε να σηκώσει από τους καναπέδες τους 170.000 ψηφοφόρους που μέχρι σήμερα απείχαν από κάθε εκλογική διαδικασία.
Το αποτέλεσμα είναι τραγικό: η AfD θα έχει στο επόμενο Κοινοβούλιο 39 βουλευτές ενώ όλα τα άλλα κόμματα θα μοιραστούν τους υπόλοιπους 44. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έτσι είναι δυνατό να εμποδιστεί μια κυβέρνηση AfD και να σχηματιστεί μια κυβέρνηση «ηττημένων», όμως υπάρχει ένας ακόμα αστάθμητος παράγοντας: η λεγόμενη «Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ» (BSW), ένα προσωποπαγές λαϊκιστικό αριστερό κόμμα, που σύμφωνα με την ιδρύτριά του θεωρεί ότι AfD και BSW έχουν αρκετά κοινά σημεία μεταξύ τους, όπως μια πιο αυστηρή στάση απέναντι στους πρόσφυγες, η άρνηση του ΝΑΤΟ, η ουδετερότητα σε ό,τι αφορά τη στρατιωτική υποστήριξη της Ουκρανίας και η εχθρική στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που να κάνουν δυνατή τουλάχιστον μια συνεργασία.
Όπως δείχνουν τα αποτελέσματα, το BSW θα καταφέρει να εκπροσωπηθεί στο επόμενο Κοινοβούλιο με πέντε βουλευτές και να παίξει το ρόλο του πολιτικού ρυθμιστή. Ένα νεύμα της Σάρας φαίνεται πως αρκεί για να δημιουργηθούν τα κύματα που φοβούνται οι Φριτς της εκλογικής πραγματικότητας.
Όμως τα πράγματα δεν φαίνεται να είναι τόσο απλά. Καταρχήν στο BSW έχουν αρχίσει οι εσωτερικές τριβές σε σχέση με τη στήριξη της AfD. Στη γειτονική Θουριγγία ήδη αποσχίστηκε μια ομάδα γύρω από τη μέχρι τώρα πρόεδρο του τοπικού BSW που αρνείται να βάλει πλάτες για να ανεβεί η εκεί AfD στην εξουσία. Και η πρόεδρος του BSW της Σαξoνίας-Άνχαλτ δήλωσε ήδη ότι δεν πρόκειται να στηρίξει, ενεργά τουλάχιστον, την εκλογή του προέδρου της τοπικής AfD Ούλριχ Ζίγκμουντ στο αξίωμα του πρωθυπουργού, ζητώντας τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης υπό έναν πρωθυπουργό κοινής αποδοχής (τι μας θυμίζει αυτό;).
Ήδη η στάση του BSW οδήγησε τον συμπρόεδρο της ομοσπονδιακής AfD, Τίνο Χρουπάλα, να ανακοινώσει την ετοιμότητα του κόμματός του να συζητήσει και να συμβιβαστεί με άλλα κόμματα, ελπίζοντας να πείσει σε συνεργασία τουλάχιστον τους Χριστιανοδημοκράτες που, σύμφωνα με τις δημοσκοπικές έρευνες, έχασαν 82.000 ψηφοφόρους προς την AfD και το ποσοστό τους καταρρακώθηκε από το 37,1 στο 17,5%.
Βέβαια είναι ακόμα πολύ νωρίς για να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Για την υφιστάμενη κυβέρνηση συνασπισμού από CDU, SPD και FDP (το οποίο δεν εκπροσωπείται πλέον στην τοπική Βουλή καθώς δεν κατάφερε να υπερβεί το πλαφόν του 5%) υπό τον χριστιανοδημοκράτη Σβεν Σούλτσε δεν υπάρχει προς το παρόν κώλυμα κυβερνησιμότητας, καθώς παραμένει μέχρι να εκλεγεί ο επόμενος πρωθυπουργός, κάτι που μπορεί να πάρει αρκετό χρόνο, γιατί το σύνταγμα της Σαξονίας-Άνχαλτ δεν θέτει προθεσμίες για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης.
Ο κ. Σούλτσε έχει ρεαλιστικές πιθανότητες να διατηρήσει το αξίωμά του εφόσον το BSW δεν ταχθεί ενεργά υπέρ του υποψηφίου της AfD και όλα τα άλλα κόμματα κρατήσουν όρθιο το «τείχος πυροπροστασίας», δηλαδή την κατηγορηματική άρνησή τους να συνεργαστούν με την AfD. Σύμφωνα με τον τρέχοντα καταμερισμό δυνάμεων, που όμως μπορεί να αλλάξει τις επόμενες μέρες, εάν το BSW δηλώσει «παρών» κατά τους τρεις γύρους της ψηφοφορίας τότε θα επικρατήσει ισοψηφία ανάμεσα στους δυο υποψήφιους και ο κ. Σούλτσε θα παραμείνει πρωθυπουργός – όμως τίποτα δεν είναι σίγουρο γιατί οι ψηφοφορίες είναι μυστικές και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξουν διαρροές.
Στην περίπτωση που ο κ. Σούλτσε παραμείνει πρωθυπουργός, θα μπορεί να κυβερνά με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και, σε περίπτωση ψήφισης νόμων και του προϋπολογισμού, με εναλλασσόμενες πλειοψηφίες, ένα μοντέλο που λειτουργεί ήδη ικανοποιητικά και σε άλλα ανατολικογερμανικά ομοσπονδιακά κράτη.
Η πιθανότητες να γίνει πρωθυπουργός ο κ. Ζίγκμουντ είναι και αυτές ρεαλιστικές. Όμως υπό τις τρέχουσες συνθήκες θα καταστεί εξαρτημένος από τις ιδιοτροπίες του BSW, εκτός και αν καταφέρει να εξασφαλίσει την υποστήριξη του CDU – το τίμημα όμως θα είναι βαρύ.
Αλλά ακόμα και αν κατάφερνε να κυβερνήσει αυτοδύναμα, το κυβερνητικό του πρόγραμμα βρίθει από παραλογισμούς και από μέτρα που δεν μπορεί να εφαρμόσει.
Ένα από τα παράλογα σημεία του προγράμματος είναι η κατάργηση της υποχρεωτικής φοίτησης στο σχολείο και η αντικατάστασή της από μια «υποχρέωση για μόρφωση» που θα επιτρέπει την κατ’ οίκον σχολική διδασκαλία. Το μέτρο αυτό είναι παράλογο γιατί ακόμα και μια κατ’ οίκον διδασκαλία απαιτεί την κρατική εποπτεία, καθώς οι μαθησιακές προϋποθέσεις για την πιστοποίηση της προόδου και για την απόκτηση του απολυτηρίου θα παραμείνουν σε ισχύ. Επιπλέον, στη Γερμανία ούτως ή άλλως επιτρέπεται η ίδρυση ιδιωτικών σχολείων με εναλλακτικά προγράμματα μαθημάτων, τα οποία μπορούν μάλιστα να χρηματοδοτηθούν από κρατικούς πόρους. Οπότε όποιος δεν θέλει να στείλει το παιδί του στο κρατικό σχολείο μπορεί να ιδρύσει ένα σχολείο κομμένο και ραμμένο στα παιδαγωγικά του μέτρα καθιστώντας έτσι τη δυνατότητα μιας αποκλειστικά απομονωμένης σχολικής διδασκαλίας στο σπίτι περιττή.
Ένα άλλο παράλογο μέτρο είναι η εισαγωγή τελετής έπαρσης της σημαίας στα σχολεία. Κανείς δεν μπορεί όμως να υποχρεώσει τις μαθήτριες και τους μαθητές να παρίστανται σε αυτές τις τελετές, γιατί αυτό αντιτίθεται στην ελευθερία της συνείδησης. Οπότε κάθε προσπάθεια επιβολής ποινών για μη παρουσία θα καταρρεύσει στο πρώτο διοικητικό δικαστήριο.
Ένα μέτρο που δεν μπορεί να εφαρμοστεί αφορά την αντιμετώπιση των προσφύγων και των παράτυπων μεταναστών και εν γένει των αλλοδαπών από τρίτες χώρες, όπως η Ουκρανία ή η Συρία. Τα ομοσπονδιακά κράτη δεν έχουν καμία αρμοδιότητα ελέγχου των συνόρων και των ροών των ανθρώπων και επιπλέον η Σαξωνία-Άνχαλτ δεν έχει εξωτερικά σύνορα. Τα μόνα διοικητικά μέτρα που μπορεί να πάρει η κυβέρνησή της είναι να αρνηθεί τη χορήγηση ασύλου ή να αναιρέσει το στάτους του αναγνωρισμένου πρόσφυγα ή ίσως την άδεια παραμονής. Όμως αυτό θα οδηγήσει σε μια χιονοστιβάδα προσφυγών στα δικαστήρια, ενώ η κυβέρνηση ενός ομοσπονδιακού κράτους δεν έχει επίσης καμία αρμοδιότητα να συνάψει διεθνείς συμβάσεις επιστροφής με άλλες χώρες.
Κάτι που έχει διακηρύξει η AfD και που μπορεί να εφαρμόσει είναι η διακοπή χρηματοδότησης όσων ΜΚΟ δεν της ταιριάζουν. Όμως και εδώ θα υπάρξουν αντιδράσεις και προσφυγές στα δικαστήρια.
Ωστόσο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον κ. Ζίγκμουντ ελλοχεύει από το ίδιο του το κόμμα: το ομοσπονδιακό προεδρείο θα προσπαθήσει να ελέγξει την πολιτική του και τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα κόμματα, ενώ η τοπική AfD της Σαξονίας-Άνχαλτ έχει χαρακτηριστεί από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος ως εν μέρει ακραίο δεξιό κόμμα και εχθρικό προς τη συνταγματική τάξη. Αν λάβουμε δε υπόψη ότι μια τοπική του οργάνωση διατύπωσε το αίτημα να καταργηθεί ο εορτασμός των Χριστουγέννων και άλλων χριστιανικών εορτών και να αντικατασταθεί από την αναβίωση εορτασμών αρχαίων υποτίθεται γερμανικών εορτών, όπως το χειμερινό ηλιοστάσιο, δεν είναι απίθανο να βρεθεί ο κ. Ζίγκμουντ αργά ή γρήγορα στη θέση του μαθητευόμενου μάγου, να μην μπορεί να διαφεντέψει τα στοιχειά που φώναξε…
Στη σκιά του Πατέρα
Fatherland. Ασπρόμαυρη δραματική, ιστορική ταινία του Πάβεου Παβλικόφσκι παραγωγής 2026. Χώρες συμπαραγωγής: Πολωνία, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία. Σενάριο: Paweł Pawlikowski - Hendrik Handloegten. Σκηνοθεσία: Paweł Pawlikowski. Διεύθυνση φωτογραφίας: Łukasz Żal. Παίζουν: Sandra Hüller, Hanns Zischler, August Diehl. Παραγωγή: Our Films, Extreme Emotions, Nine Hours, Chapter2. Πρώτη προβολή στην Ελλάδα: 3/9/2026. Διάρκεια: 82΄.
Το Fatherland του Πάβεου Παβλικόφσκι είναι μια ταινία περιπλάνησης με θέμα την επιστροφή του Τόμας Μανν στη μεταπολεμική Γερμανία του 1949. Καθώς διασχίζει τις δύο, πλέον, Γερμανίες μαζί με την κόρη του Έρικα, έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τις διαφορετικές πολιτικές πραγματικότητες, αλλά και με το ναζιστικό παρελθόν που εξακολουθεί να στοιχειώνει τη χώρα. Παράλληλα, η διαδρομή γίνεται ένα εσωτερικό ταξίδι στη διαλυμένη οικογένειά του και ιδιαίτερα στη σχέση με τα παιδιά του και την τραγική αυτοκτονία του γιου του Κλάους.
«Είσαι ένα νάρκισσος κλεισμένος σε ένα κάστρο από λέξεις…», αυτή περίπου είναι η κατηγορία που η Έρικα Μανν απευθύνει στον πατέρα της, μετά την αυτοκτονία του αδελφού της. Η φράση συμπυκνώνει την τραγική δυναμική της οικογένειας Μανν και τη βαθιά ρήξη που προκάλεσε η αυτοκτονία του Κλάους το 1949. Η Έρικα και ο Κλάους Μανν ήταν τα «χαρισματικά» παιδιά μιας πολυμελούς οικογένειας με ένα ιστορικό σκοτεινής επαναληπτικότητας: αυτοκτονίες, ψυχικές και υπαρξιακές κρίσεις, εθισμοί, δύσκολες σεξουαλικές ταυτότητες, εξάρτηση των παιδιών από τον πατέρα και μια διαρκής προσπάθεια απελευθέρωσης από το οικογενειακό όνομα. Επιπλέον, οι δυο τους, υπήρξαν ένα αδιαίρετο δίδυμο, με μια οικειότητα που ξεπερνούσε κατά πολύ τα συνηθισμένα αδελφικά όρια. Η σχέση τους ήταν τόσο έντονα, προκλητικά και συναισθηματικά «αιμομικτική» που οι φήμες τούς κυνηγούσαν σε όλη τους τη ζωή. Η ταινία ξεκινάει με μια σχεδόν ερωτική τηλεφωνική συνομιλία των δυο αδελφών και με βαριά υπονοούμενα για τον πατέρα τους.
Όταν ο Κλάους έδωσε τέλος στη ζωή του, καταβεβλημένος από την κατάθλιψη, τις πολιτικές απογοητεύσεις και τον εθισμό στα ναρκωτικά, η αντίδραση του πατέρα του εξόργισε την Έρικα. Ο Τόμας Μανν επέλεξε να μη διακόψει την περιοδεία του στη μεταπολεμική Γερμανία, καθώς θεωρούσε ότι το «καθήκον» του απέναντι στο έργο και την πατρίδα του ήταν ανώτερο. Το 1949, δεκαέξι χρόνια μετά την έξοδό του από τη ναζιστική Γερμανία, ο Μανν επιστρέφει στη χώρα του και τη διασχίζει από την αμερικανικά ελεγχόμενη Φρανκφούρτη έως τη σοβιετικά ελεγχόμενη Βαϊμάρη. Η διαδρομή αυτή είναι ο βασικός αφηγηματικός μηχανισμός της ταινίας, αλλά και η μεγάλη μεταφορά της. Πρόκειται για μια ταινία δρόμου που δεν έχει πραγματικό προορισμό, γιατί η χώρα στην οποία ο Μανν επιστρέφει δεν είναι πλέον η χώρα που εγκατέλειψε.
Στη Δυτική Γερμανία ο πόλεμος έχει τελειώσει, οι πόλεις παραμένουν γεμάτες ερείπια, αλλά η κοινωνική ζωή επιχειρεί ήδη να επιστρέψει στην κανονικότητα. Και αυτή η «κανονικότητα» είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ταινίας. Μέσα στα ερείπια ξαναστήνονται τελετές, δεξιώσεις και κοινωνικές σχέσεις· άνθρωποι που είχαν συμβιβαστεί με το ναζιστικό καθεστώς επανατοποθετούνται στη δημόσια ζωή και προσπαθούν να εμφανιστούν ως αξιοπρεπείς πολίτες της νέας εποχής. Η Έρικα, περισσότερο από τον πατέρα της, αντιλαμβάνεται την ηθική ασυνέχεια που κρύβεται πίσω από αυτή την επιφανειακή επιστροφή στην τάξη. Ο Παβλικόφσκι δεν χρειάζεται να καταγγείλει ρητά τη μεταπολεμική γερμανική συνθήκη. Του αρκεί η αντίθεση ανάμεσα στα ερείπια και στη σχεδόν αυτάρεσκη κοινωνική ανασύνταξη. Η Δυτική Γερμανία του 1949 παρουσιάζεται ως ένας τόπος όπου η ήττα του ναζισμού δεν σήμαινε αυτομάτως και την ηθική του υπέρβαση. Αυτή η μεταπολεμική «μη κανονικότητα» διήρκεσε πολλά χρόνια, σχεδόν μέχρι τα τέλη τις δεκαετίας του 1960. Είναι γνωστό ότι στα λογοτεχνικά σαλόνια του Δυτικού Βερολίνου κυκλοφορούσε ο Άλμπερτ Σπέερ, μετά την αποφυλάκισή του το 1966, περιβεβλημένος με έναν βαθύ σεβασμό από τις πνευματικές ελίτ της εποχής1.
Νο Mann’s land
Η Ανατολική Γερμανία είναι διαφορετική, αλλά όχι λιγότερο προβληματική. Εκεί η παλιά Γερμανία έχει παραχωρήσει τη θέση της σε μια νέα πολιτική πραγματικότητα, υπό σοβιετικό έλεγχο. Η αυστηρότητα, η ιδεολογική πειθαρχία και η τελετουργία της νέας εξουσίας δημιουργούν μια διαφορετική μορφή ανελευθερίας. Και εδώ, όμως, υπάρχει μια ιδιότυπη διεκδίκηση της γερμανικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο Γκαίτε και ο Τόμας Μανν λειτουργούν ως σύμβολα μιας «παλιάς» Γερμανίας που η νέα εξουσία θέλει να οικειοποιηθεί.
Και οι δύο Γερμανίες διεκδικούν τον Μανν. Η Δύση τον χρειάζεται ως σύμβολο μιας δημοκρατικής και ανθρωπιστικής Γερμανίας· η Ανατολή ως απόδειξη ότι η μεγάλη γερμανική πολιτιστική παράδοση μπορεί να ενταχθεί στη δική της ιστορική αφήγηση. Ο Μανν βρίσκεται επομένως σε μια παράδοξη θέση: είναι ο άνθρωπος που ανήκει και στις δύο Γερμανίες, αλλά τελικά δεν ανήκει πραγματικά σε καμία. Ο άνθρωπος που θεωρείται σύμβολο της γερμανικής κουλτούρας αδυνατεί να βρει μια Γερμανία στην οποία να αισθάνεται πραγματικά ότι ανήκει. Στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ο Μανν και η Έρικα καταλήγουν σε μια κατεστραμμένη εκκλησία, όπου το όργανο παίζει το Jesu, Joy of Man’s Desiring του Μπαχ – τη μουσική που, όπως είχε πει ο Κλάους, «θα μπορούσε να τον κάνει να πιστέψει στο Θεό». Μέσα στα ερείπια της χώρας, της οικογένειας και μιας ολόκληρης εποχής, ο Μανν ακούει συγκινημένος, σχεδόν δακρυσμένος. Η Γερμανία που αναζητούσε ως πατρίδα σε όλη τη διαδρομή έχει χαθεί· αυτό που απομένει είναι ο πολιτισμός της, ως η μόνη πατρίδα που δεν μπορεί να διαιρεθεί ούτε από την Ιστορία ούτε από τα σύνορα.
Ο Παβλικόφσκι κάνει μια αποφασιστική επιλογή στο σενάριο: αντί για την Κάτια Μανν, που ιστορικά συνόδευσε τον Τόμας στην επιστροφή του το 1949, τοποθετεί δίπλα του την Έρικα. Η επιλογή αυτή μετατρέπει το πολιτικό road movie σε οικογενειακό. Η Έρικα δεν είναι απλώς συνοδός του πατέρα της. Είναι οδηγός, βοηθός, μεταφράστρια, συνεργάτης, προστάτιδα, αλλά και ο άνθρωπος που έχει το θάρρος να τον αμφισβητεί. Η ίδια οδηγεί το αυτοκίνητο, ενώ ο μεγάλος συγγραφέας κάθεται στο πίσω κάθισμα. Ο Κλάους είναι ο αόρατος τρίτος επιβάτης του ταξιδιού. Δεν βρίσκεται στο αυτοκίνητο, αλλά είναι διαρκώς παρών. Η φωνή του, η σχέση του με τον πατέρα του, η απελπισία του και τελικά ο θάνατός του μετατρέπουν τη διαδρομή σε ταξίδι πένθους. Ο Κλάους αντιπροσωπεύει την πιο τραγική πλευρά της οικογένειας Μανν: τον γιο που δεν κατόρθωσε να απελευθερωθεί από τη σκιά του πατέρα του, από τις προσδοκίες του, αλλά και από την ίδια την ιστορική εποχή στην οποία έζησε. Η ταινία, επομένως, κινείται σε δύο δρόμους που τελικά γίνονται ένας: τον δρόμο μέσα από τη διαιρεμένη Γερμανία και τον δρόμο μέσα στην τραυματισμένη οικογένεια Μανν. Ο τίτλος Fatherland συμπυκνώνει αυτή τη διπλή διαδρομή. Το fatherland είναι η πατρίδα, αλλά είναι ταυτόχρονα και η «χώρα του πατέρα». Ο Τόμας Μανν είναι ο άνθρωπος που επιστρέφει στην πατρίδα του και συγχρόνως ο πατέρας που επιστρέφει, έστω καθυστερημένα, μέσα στη δική του οικογενειακή ιστορία. Μια οικογενειακή ιστορία, πολλαπλά βεβαρημένη και τραγική. Ο Μίχαελ που στην ταινία αναλαμβάνει την κηδεία του Κλάους, θα αυτοκτονήσει το 1977, ενώ ο τρίτος γιος της οικογένειας, ο Γκόλο, μέχρι το τέλος της ζωής του θα μιλάει με μίσος για τον πατέρα του. Η δεύτερη κόρη της οικογένειας, Μόνικα, θα αποκαλεί την αδελφή της Έρικα «μάγισσα» κατηγορώντας τη για την αυτοκτονία του Κλάους1. H πιο ισορροπημένη όλων είναι η Ελίζαμπεθ, αγαπημένη κόρη του Τόμας. Η Ελίζαμπεθ ήταν το μόνο από τα έξι παιδιά που ακολούθησε τον δικό του δρόμο και δεν υπέφερε ψυχικά από τη διασημότητα του πατέρα της.
Με το Fatherland, ο Πάβεου Παβλικόφσκι επιστρέφει στη μεταπολεμική Ευρώπη και ολοκληρώνει, κατά κάποιον τρόπο, την άτυπη τριλογία που είχε αρχίσει με το Ida και το Cold War. Και εδώ, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, το ασπρόμαυρο, η αυστηρή σκηνοθεσία και η οικονομία της αφήγησης είναι ο τρόπος με τον οποίο μετατρέπει την Ιστορία σε προσωπική εμπειρία. Οι ηθοποιοί δεν «εξηγούν» τα συναισθήματα των χαρακτήρων, αλλά τα αφήνουν να διαφαίνονται μέσα από τα βλέμματα, τις χειρονομίες και τις σιωπές. Ο Χανς Ζίσλερ δίνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία του Τόμας Μανν ακριβώς επειδή αποφεύγει τη «μεγάλη» ερμηνεία. Παρουσιάζει τον Μανν ως έναν άνθρωπο αυτάρεσκο, συγκρατημένο, διανοητικά κυρίαρχο, αλλά και συναισθηματικά αποστασιοποιημένο. Η ερμηνεία, όμως, που δίνει στην ταινία το συναισθηματικό της κέντρο, αυτή είναι της Σάντρα Χίλερ ως Έρικα. Η Χίλερ δεν παίζει απλώς τη «θυμωμένη κόρη». Είναι περισσότερο η συνείδηση της ταινίας. Βλέπει αυτά που ο πατέρας της προτιμά να βλέπει από απόσταση ή να τα αγνοεί ηθελημένα.
1 Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι, Η ζωή μου, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2001.
Γιάννης Ρεβύθης (1956-2026): στο επίκεντρο της Κέρκυρας
Ο Γιάννης Ρεβύθης, που πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 2026 σε ηλικία 70 χρόνων, ήταν δημοσιογράφος με έδρα την Κέρκυρα, δημουργός και διευθυντικό στέλεχος του τηλεοπτικού σταθμού Corfu Channel και για χρόνια εκδότης της εβδομαδιαίας εφημερίδας Επισημάνσεις της Κυριακής. Αλλά κυρίως ήταν ένας ανεξάρτητος και παρεμβατικός πολίτης, που κατάφερνε να είναι το κέντρο του ενδιαφέροντος στην πόλη όπου κατοικούσε και παρενέβαινε. Η απώλειά του είναι αδόκητη – και το στοίχημα για την πόλη είναι το Corfu Channel να συνεχίσει και να αναπτυχθεί ως ανεξάρτητος ειδησεογραφικός και σχολιογραφικός σταθμός, με έμφαση στον δημοκρατικό διάλογο και στα σοβαρά επιτεύγματα της πνευματικής ζωής της πόλης.
Ο Γιάννης Ρεβύθης ήταν γέννημα θρέμμα της Κέρκυρας. Γεννήθηκε στο Κοκκίνι, μεγάλωσε σε αγροτικό περιβάλλον και τα βιβλία ήταν ευκαιρία φυγής και εισιτήριο γνώσης και εμβάθυνσης. Έφηβος, ανακάλυψε το σκάκι και αφιερώθηκε σ’ αυτό με πάθος – μια εποχή συγκαταλεγόταν στους δέκα καλύτερους σκακιστές στην Ελλάδα. Το σκάκι, όμως, για εκείνον δεν ήταν μόνο ανταγωνισμός. Ήταν κυρίως ένας τρόπος να βρίσκεται με ανθρώπους: ατέλειωτες συναντήσεις με φίλους, αναλύσεις παρτίδων, παιχνίδια και καφέδες.
Το σκάκι ήταν και το εισιτήριό του για την είσοδό του στα ΜΜΕ – πρώτα στο ραδιόφωνο, στο Ράδιο Φαίακες. Η πρώτη εκπομπή που παρουσίαζε ήταν αφιερωμένη στο σκάκι. Μάλιστα, οι φίλοι του τον πείραζαν ότι την έγραφε, την παρουσίαζε και την άκουγε ο ίδιος.
Το επόμενο βήμα του ήταν το Corfu Channel, περιφερειακός τηλεοπτικός σταθμός, καταχωρισμένος στο ΕΣΡ, με γεωγραφική κάλυψη στα Ιόνια Νησιά, σε τμήμα της Ηπείρου και της Δυτικής Ελλάδας. Στο Corfu Channel, ο Γιάννης Ρεβύθης ήταν διευθυντής και για περισσότερα από τριάντα χρόνια το κεντρικό πρόσωπο του σταθμού.
Μάλιστα, μέσω του σταθμού, ο Γιάννης Ρεβύθης συνδέθηκε στενά με την καθημερινότητα της Κέρκυρας. Ήταν μια δουλειά που τον έφερε σε επαφή με ολόκληρο το νησί: με την πολιτική και την αυτοδιοίκηση, με τους συλλόγους και τους ανθρώπους του πολιτισμού, αλλά κυρίως με τους ανθρώπους της Κέρκυρας και τα μικρά και μεγάλα ζητήματα της ζωής τους.
Γι’ αυτό και η αναγνωρισιμότητά του είχε κάτι πολύ τοπικό και πολύ προσωπικό. Όσοι περπατούσαν μαζί του ήξεραν ότι δύσκολα θα περνούσαν λίγα λεπτά χωρίς κάποιος να τον σταματήσει για να τον χαιρετήσει, να του αναφέρει κάποιο πρόβλημα του νησιού ή απλώς να πιάσει κουβέντα μαζί του. Ο Γιάννης Ρεβύθης ήταν, διαχρονικά, ένα από τα πρόσωπα αναφοράς στην Κέρκυρα.
Ως ένα πρόσωπο αναφοράς τον γνώριζα κι εγώ – επιτρέψτε μου τον προσωπικό τόνο. Πριν από μερικές μήνες, όμως, μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω ακόμα μια πτυχή της ζωής του. Ο πανταχού παρών Γιάννης Ρεβύθης, που ως διοργανωτής μάς είχε καλέσει στην Κέρκυρα με ομάδα φίλων (Νίκος Κουρκουμέλης, Κώστας Κούρκουλος, Γιώργος Ναθαναήλ και, μαζί, η Νατάσσα Πασχάλη) να παρουσιάσουμε τα βιβλία μου, εξέφραζε με τη στάση και με τα λόγια του τη δοτικότητα και τη γενναιοδωρία, σπάνια χαρίσματα σε εποχές όπου κυριαρχούν η ψεύτικη επίδειξη και η υστεροβουλία.
Γενναιόδωρος, κοινωνικός, αγαπητός σε όλους, οξύνους πολιτικά αλλά πάντα συναινετικός παρά την εμμονή του σε σταθερές απόψεις, δημοκράτης στην πράξη, υπηρέτησε όσο μπορούσε τη δημοσιογραφία ουσίας, τον δημοκρατικό διάλογο και τις συναινέσεις. Επίσης, είχε πάντα εξαιρετική σχέση με τους εργαζόμενους – ήμουν αυτόπτης και αυτήκοος όταν εκδήλωνε το ενδιαφέρον του για συνάδελφό του που αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας.
Η απώλειά του είναι μεγάλη απώλεια για την Κέρκυρα και για το Corfu Channel. Οι διάδοχοί του στο σταθμό έχουν την υποχρέωση να σεβαστούν την κληρονομιά της ανεξαρτησίας και του συναινετικού τρόπου του.
Συλλυπητήρια στους οικείους του.
*Ο Γιάννης Ρεβύθης είχε εμπιστευτεί στο Books’ Journal μερικά εκτενή σημειώματά του με θέμα, τι άλλο;, την Κέρκυρα. Θα δημοσιευτούν προσεχώς.