Βόρεια Μακεδονία
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και η Συμφωνία των Πρεσπών
Είμαι βέβαιος ότι ως λαός αλλά και πολύ περισσότερο ως πολιτικό σύστημα, έχουμε ακόμα πολλές «αναπηρίες». Μία από αυτές, από τις πιο σημαντικές μάλιστα, είναι να αποφεύγουμε με κάθε τρόπο να κοιτάξουμε κατάματα την αλήθεια. Δεν είμαι βέβαιος τι από τα δύο συμβαίνει: αποφεύγουμε να κοιτάζουμε κατάματα την αλήθεια για να μη βλέπουμε και τις ευθύνες μας ώστε να μην τις αναλαμβάνουμε, ή αντίθετα επειδή δεν θέλουμε να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας αποφεύγουμε να κοιτάζουμε την αλήθεια, επιχειρώντας πάντα να τις ρίχνουμε στους άλλους; Το αποτέλεσμα όμως και στις δυο περιπτώσεις είναι το ίδιο.
Αναμενόμενο λοιπόν είναι να επαναληφθεί αυτό επ’ ευκαιρία και των δηλώσεων της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στα Σκόπια, στο πλαίσιο επίσκεψής της στο γειτονικό κράτος, όπου στη συνέχεια διάφοροι πολιτικοί μας, όπως οι ευρωβουλευτές του ΠΑΣΟΚ, Γιάννης Μανιάτης και Σάκης Αρναούτογλου, και της ΝΔ Μανώλης Κεφαλογιάννης, η Ευρωομάδα του ΚΚΕ και φυσικά ο Αντώνης Σαμαράς, έσπευσαν να διαμαρτυρηθούν για την αναφορά της σε «μακεδονική γλώσσα», «μακεδονική ταυτότητα» και «μακεδονικό πολιτισμό», ως προκλητικές, ανιστόρητες χωρίς να συνοδεύονται από γεωγραφικό προσδιορισμό κ.λπ.
Είναι όμως έτσι; Κατηγορηματικά όχι βέβαια και να γιατί:
Είπε λοιπόν η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τα Σκόπια:
Καλωσορίζουμε τη Βόρεια Μακεδονία με την ταυτότητα και τη γλώσσα της. Πιστεύουμε ότι η μακεδονική κουλτούρα και γλώσσα μπορούν μόνο να κάνουν την Eνωσή μας πλουσιότερη.
Πιο προσεκτική και πιο ακριβής δήλωση από πολιτικό δεν μπορούσε να γίνει. Γιατί; Γιατί, απλούστατα, η πρόεδρος της Κομισιόν Φον Ντερ Λάιεν, με τα παραπάνω λόγια της, απέδωσε τη Συμφωνία των Πρεσπών όπως ακριβώς είναι και όπως ακριβώς διαλαμβάνονται σ’ αυτή τα σχετικά ζητήματα και οι σχετικοί όροι. Και για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, ιδού οι επίμαχες διατάξεις της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπως αυτές διαπραγματεύτηκαν και συνδιατυπώθηκαν από τους αρχιδιαπραγματευτές της ελληνικής πλευράς, τον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και τότε υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά, υπογράφτηκαν από τον τότε υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά υπό τα πλατιά χαμόγελα των Αλέξη Τσίπρα και Ζόραν Ζάε και υπερψηφίστηκαν από την Ελληνική Βουλή ως Νόμος 4588/2019 που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ τεύχος Α' 9/25.1.2019 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, με προβλεπόμενη ισχύ ως Συμφωνία των Πρεσπών από 12/2/2019 (με πρώτο μέρος την Ελλάδα και δεύτερο μέρος την πρώην ΠΓΔΜ):

Άρθρο 1. α) Το επίσημο όνομα του Δεύτερου Μέρους θα είναι «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» […] Το σύντομο όνομα του Δεύτερου Μέρους θα είναι «Βόρεια Μακεδονία». β) Η ιθαγένεια του Δεύτερου Μέρους θα είναι Μακεδονική / πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, και θα εγγράφεται έτσι σε όλα τα ταξιδιωτικά έγγραφα. γ) Η επίσημη γλώσσα του Δεύτερου Μέρους θα είναι η «Μεκεδονική γλώσσα», όπως αναγνωρίστηκε από την Τρίτη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων, που διεξήχθη στην Αθήνα το 1977*, και περιγράφεται στο Άρθρο 7 (3) και (4) της παρούσας Συμφωνίας. δ) Οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» έχουν την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 7 της παρούσας Συμφωνίας.
Και το
Άρθρο 7. 1. Τα Μέρη αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά. 2. Όταν γίνεται αναφορά στο Πρώτο Μέρος με αυτούς τους όρους νοούνται όχι μόνον η περιοχή και ο πληθυσμός της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους, αλλά και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και ο Ελληνικός πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα και η κληρονομιά της περιοχής αυτής από την αρχαιότητα έως σήμερα. 3. Όταν γίνεται αναφορά στο Δεύτερο Μέρος, με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, διακριτώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 7(2). 4. Το Δεύτερο Μέρος σημειώνει ότι η επίσημη γλώσσα του, η Μακεδονική γλώσσα, ανήκει στην ομάδα των νότιων Σλαβικών γλωσσών. Τα Μέρη σημειώνουν ότι η επίσημη γλώσσα και άλλα χαρακτηριστικά του Δεύτερου Μέρους δεν έχουν σχέση με τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της βόρειας περιοχής του Πρώτου μέρους.
Τι είπε λοιπόν η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν; Αποκάλεσε το γειτονικό κράτος Βόρεια Μακεδονία. Σωστά, σωστότατα, αφού, όπως βλέπουμε παραπάνω, αυτό ακριβώς συμφωνήθηκε και από την ελληνική πλευρά. Αντίθετα, θα υπήρχε πρόβλημα εάν η κ. Φον ντερ Λάιεν το αποκαλούσε σκέτο Μακεδονία, πράγμα το οποίο όμως δεν έκανε.
Ανέφερε στη συνέχεια τη «μακεδονική κουλτούρα και γλώσσα». Και πάλι πολύ σωστά, αφού όπως βλέπουμε παραπάνω αυτό συμφωνήθηκε με τη Συμφωνία των Πρεσπών από τους κ. Αλέξη Τσίπρα και Νίκο Κοτζιά, και επικυρώθηκε στη συνέχεια, με τον τρόπο που επικυρώθηκε, από το Ελληνικό Κοινοβούλιο: σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. α) η ιθαγένεια των πολιτών του γειτονικού κράτους θα είναι σκέτο «Μακεδονική» και την παρ. β) Η επίσημη γλώσσα του γειτονικού κράτους θα είναι η «Μακεδονική γλώσσα» και
γ) Αναφέρθηκε επίσης η κ. Φον ντερ Λάιεν σε «ταυτότητα», αν και δεν την ονομάζει ρητά ως μακεδονική. Την ονομάζει ρητά ως Μακεδονική όμως το παραπάνω άρθρο 7 παρ. 3 της Συμφωνίας, αφού όπως λέει:
Τα Μέρη αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» […]. Όταν γίνεται αναφορά στο Δεύτερο Μέρος, με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά.
Τι είναι όλα τα παραπάνω αν δεν είναι η «ταυτότητα» των κατοίκων του Δεύτερου Μέρους, δηλαδή της Βόρειας Μακεδονίας;
Το επόμενο στάδιο τού να αποφεύγεις να κοιτάζεις την αλήθεια είναι το να προσπαθείς να ξεγελάσεις εαυτόν (ίσως) και τους άλλους (σίγουρα), παίζοντας με τις λέξεις.
Για ποιο λόγο λοιπόν οι παραπάνω πολιτικοί τα έβαλαν με την κ. Φον ντερ Λάιεν;
Τι δεν έχουν καταλάβει δηλαδή; Ότι οι Τσίπρας και Κοτζιάς και οι εκατόν πενήντα τρεις βουλευτές (εκατόν σαράντα πέντε του τότε ΣΥΡΙΖΑ συν οκτώ βουλευτές άλλων κομμάτων), που υπερψήφισαν την εν λόγω Συμφωνία, ρύθμισαν (εγκληματικά «ελαφρά τη καρδία»), το εθνικό αυτό θέμα «μια και κακή» και εις τον αιώνα τον άπαντα, με μία πλήρως αποτυχημένη διεθνή συμφωνία;
Αποκαλώ πλήρως αποτυχημένη τη Συμφωνία των Πρεσπών, διότι είναι παντελώς ατυχής τόσον «εξαρχής», όσον και «εκ του αποτελέσματος»: εξαρχής
διότι τα νομικά κείμενα, όπως η εν λόγω συμφωνία, πρέπει, sine qua non, να είναι νομικοτυπικά σαφέστατα και να προβλέπουν κυρώσεις και ασφαλιστικές δικλίδες, και εκ του αποτελέσματος πρέπει να τέμνουν τη διαφορά, να δίνουν δηλαδή λύσεις στα ζητήματα που ρυθμίζουν.
Η εν λόγω όμως Συμφωνία των Πρεσπών δεν έκανε τίποτα από τα δύο.
Απόδειξη το ότι, αφενός και αφεαυτής, εμπεριέχει πλείστες όσες εθελούσιες και συμφωνημένες «ασάφειες» με: πρώτο και καλύτερο τον πρωτοφανή δυϊσμό άλλος προσδιορισμός να χρησιμοποιείται για το επίσημο κράτος και τα επίσημα έγγραφά του (Βόρεια Μακεδονία) και άλλος προσδιορισμός για τα από το κράτος αυτό προερχόμενα και εξαγόμενα, όπως η ιθαγένεια, η γλώσσα, η ιστορία, ο πολιτισμός κ.λπ., αλλά και για όλα τα υπόλοιπα του ιδιωτικού τομέα (σκέτο Μακεδονικός, -ή, -ό). Και με δεύτερο την αναγνώριση με το άρθρο 7 της Συμφωνίας των εννοιών «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» και στα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Δηλαδή από το 2019 και δώθε έχουμε διεθνώς και επισώμως: αφενός δύο ειδών Μακεδονίες, τη Μακεδονία – βόρεια επαρχία της Ελλάδας και την άλλη Μακεδονία που αναφέρεται στον βόρειο γείτονά μας και η οποία δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με το ανεξάρτητο κράτος που αναγνωρίζεται διεθνώς με το όνομα Βόρεια Μακεδονία. Αφετέρου, δύο ειδών Μακεδόνες: τους Μακεδόνες της Ελλάδας και τους Μακεδόνες της Βόρειας Μακεδονίας.
Τόσο καλά λοιπόν διαπραγματεύτηκαν και συμφωνήθηκαν εκ μέρους της Ελλάδας οι διατάξεις της Συνθήκης των Πρεσπών, ώστε το άρθρο 7 παρ. 1 να ακυρώνει στην ουσία, εμμέσως πλην σαφέστατα, το θεμελιώδες άρθρο 1 παρ. 3 που ορίζει ως όνομα του βόρειου γειτονα το Βόρεια Μακεδονία. Άρα εκ των πραγμάτων ακυρώνει και το ίδιο το συμφωνημένο όνομα.
Πέραν τούτων όμως το παραπάνω αρθρο 7 παρ. 1, 2 και 3 ακυρώνουν, εμμέσως πλην σαφέστατα επίσης, και την κατά το άρθρο 1 παρ. 3 εδάφ. β οριζόμενη ως «Macedonian nationality» ή «Μακεδονική ιθαγένεια», η οποία, σε συνδυασμό με τη σχετική ρηματική διακοίνωση, ορίζει ότι ο όρος «Macedonian nationality αναφέρεται αποκλειστικά στην ιθαγένεια και δεν καθορίζει ή δεν προκαθορίζει την εθνοτική καταγωγή/εθνότητα». Διότι απλούστατα όλα όσα αναφέρονται παραπάνω και συμφωνήθηκαν στο άρθρο 7 παρ. 1, 2 και 3, αποδίδουν στους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» σαφέστατα και αναμφισβήτητα, εκτός από ιθαγένεια, και εθνοτική ταυτότητα, εθνοτική καταγωγή και εθνότητα. Τούτο επιβεβαιώνεται περίτρανα και από τις επίσημες δημογραφικές καταστάσεις του γειτονικού κράτους όλων των προηγούμενων ετών, όπου οι κάτοικοι της Βόρειας Μακεδονίας, δίπλα στις εθνοτικές ομάδες/κατηγορίες που απογράφονται ως Αλβανοί, Σέρβοι Ρομά, Βλάχοι, Τούρκοι κ.λπ., πρώτοι πρώτοι φιγουράρουν οι Μακεδόνες με ποσοστό 58%, όπως προκύπτει από το παρακάτω:
North Macedonia Ethnic Map & Population – 15 Facts. Total Population. North Macedonia has about 1.83 million people after the 2021 census.
Ethnic Composition (Official Census)
• Macedonians: 58.4%
• Albanians: 24.3%
• Turks: 3.9%
• Roma: 2.5%
• Serbs: 1.3%
• Bosniaks: 0.9%
• Vlachs/Aromanians: 0.5%.
Άρα και εδώ, χάρη στους Τσίπρα και Κοτζιά, οι βόρειοι γείτονες μάς δουλεύουν ασύστολα, εδώ και οκτώ ολόκληρα χρόνια. Κάτι που προσπάθησαν να κάνουν και με τους εξ Ανατολών τους γείτονες, τους Βούλγαρους, αλλά τα βρήκαν μπαστούνια: από ό,τι φαίνεται στην παραπάνω δημογραφική κατάσταση του 2021, κατά μαγικό τρόπο (διότι είναι των αδυνάτων αδύνατον να μην υπάρχουν βουλγαρικής καταγωγής πολίτες στη Βόρεια Μακεδονία), απουσιάζει εντελώς εθνοτική ομάδα με το όνομα «Βούλγαροι», ενώ αναγράφονται Βοσνιακή και Τουρκική κ.λπ. Οι Βούλγαροι όμως που με τα εθνικά τους θέματα δεν είναι τόσο «λαρτζ» όσο εμείς, ασκούν βέτο στην είσοδο της γειτονικής χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εωσότου αυτή αναγνωρίσει βουλγαρική μειονότητα και καταχωριστεί αυτή στις απογραφικές καταστάσεις.
Και βέβαια οι παραπάνω εκτιθέμενες είναι λίγες, πλην οι σπουδαιότερες, από τις νομικοτυπικές και ουσιαστικές πλημμέλειες της εν λόγω συμφωνίας, διότι υπάρχουν και άλλες πολλές.
Κατά δεύτερον και ως εκ του αποτελέσματος, η Συμφωνία των Πρεσπών σε όλες τις διαφορές που υποτίθεται ότι ρυθμίζει μέχρι σήμερα, ήτοι οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά, έχει αποτύχει να δώσει οποιαδήποτε λύση. Και όταν λέμε σε όλες, εννοούμε σε όλες, ουδεμιάς εξαιρουμένης. Ακόμα και όσον αφορά το όνομα, το οποίο υποτίθεται ότι έλυσε με τη σύνθετη ονομασία Βόρεια Μακεδονία, αφού οι βόρειοι γείτονες, ακόμα και στο ανώτατο πολιτειακό τους επίπεδο, δηλαδή της Προέδρου της Δημοκρατίας τους (Γιορντάνα Σιλιάνοφσκα) και του πρωθυπουργού (Χριστιάν Μίτσκοσκι), και σήμερα ακόμα χρησιμοποιούν δημοσίως και επισήμως ως όνομα της χώρας τους το σκέτο Μακεδονία. Πέραν τούτου, επίσης ακόμα και σήμερα και ενώ οι βόρειοι γείτονες από την παραπάνω συμφωνία υποχρεούνται (και αμέσως μετά την υπογραφή της είχαν συμφωνήσει) να αφαιρέσουν τα αρχαία ελληνομακεδονικά αγάλματα των Αλεξάνδρου, Φιλίππου, Αριστοτέλη κ.ά., να αλλάξουν τα αρχαιοελληνομακεδονικά ονόματα των πλατειών και των οδών τους και να αφαιρέσουν τις σχετικές πινακίδες, να αφαιρέσουν από τα μαθητικά βιβλία τους εθνικές και αλυτρωτικές αναφορές, και τόσα άλλα, μέχρι σήμερα, δηλαδή ύστερα από οκτώ ολόκληρα χρόνια, ουδέν έπραξαν. Όλα τα παραπάνω στέκουν περήφανα ακόμα εκεί, παραβιάζοντας μονίμως και ξεδιάντροπα τη Συμφωνία των Πρεσπών. Όσον αφορά δε τις εμπορικές ονομασίες, τα σήματα, τις επωνυμίες, τις γεωγραφικές ενδείξεις κ.λπ., που με το άρθρο 1, παρ. 3, εδάφ. θ της Συμφωνίας παραπέμφθηκαν στο μέλλον με τη δημιουργία σχετικής επιτροπής κ.λπ. η οποία θα ολοκλήρωνε τις εργασίες της μέσα σε τρία χρόνια (2019-2021) το ίδιο χείριστα: η προθεσμία παρήλθε προ ετών χωρίς κανένα μέχρι σήμερα αποτέλεσμα, με συνέπεια οι γείτονες να χρησιμοποιούν κατά βούληση την ένδειξη «Μακεδονία».
Και απ’ ό,τι φαίνεται και στο μέλλον δεν πρόκειται να υπάρξει λύση για όλα τα παραπάνω και οποιοδήποτε ευνοϊκό για τη χώρα μας αποτέλεσμα, διότι δεν έχει συμφωνηθεί οποιαδήποτε κύρωση ή ασφαλιστική δικλίδα για το μέρος που θα παραβιάζει τη Συμφωνία. Έτσι οι γείτονες, έχοντας πάρει εξαρχής αυτό που ζητούσαν, δηλαδή το όνομα με το οποίο μπήκαν ήδη στο ΝΑΤΟ και μπορούν να μπουν στους διεθνείς οργανισμούς, στην Ε.Ε. κ.λπ., αδιαφορούν πλήρως και προκλητικά για όλα τα υπόλοιπα, με τη χώρα μας στο ρόλο του θεατή.
Εάν συνεπώς οι παραπάνω πολιτικοί και οποιασδήποτε άλλος, πολιτικός ή πολίτης, έχουν οποιαδήποτε αντίρρηση για τα παραπάνω, ας μην τα βάζουν με την κ. Φον Ντερ Λάιεν αλλά μ’ αυτούς που συμφώνησαν, υπέγραψαν και υπερψήφισαν μια συμφωνία με την οποία ένα κράτος με επίσημο όνομα Βόρεια Μακεδονία έχει ιθαγένεια, γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό που φέρουν επιθετικό προσδιορισμό σκέτα το μακεδονικός, μακεδονική, μακεδονικό, κάνοντας το βόρειος, βόρεια, βόρειο «γαργάρα».
Ενώ το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν ένα κράτος που ονομάζεται Βόρεια Μακεδονία να έχει ιθαγένεια τη βορειο-μακεδονική, γλώσσα τη βορειο-μακεδονική και πολιτισμό τον βορει-Μακεδονικό, ούτως ώστε και η Φον Ντερ Λάιεν και οποιοσδήποτε άλλος επίσημος, πολιτικός ή μη, και σε αντιδιαστολή προς τα ελληνικά δεδομένα, να αποκαλεί τα παραπάνω με πρώτο συνθετικό το «Βόρειο». Ή καλύτερα, να μην μπορεί να τα αποκαλεί διαφορετικά και πολύ περισσότερο σκέτα «μακεδονικός, -ή, -ό»; Γιατί δηλαδή η Ελλάδα το 2018-2019 θα έπρεπε, συμπεριφερόμενη με πανικό και ως το «ασθενέστερο μέρος» της Συμφωνίας των Πρεσπών, να συμφωνήσει ώστε ένας λαός που προσδιορίζεται με ένα άλφα όνομα θα έπρεπε να έχει ιθαγένεια, γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό που προσδιορίζονται διαφορετικά, δηλαδή με ένα βήτα όνομα;
Το ίδιο και χειρότερα συμβαίνει και με την ταυτότητα, δηλαδή την ιστορία, την πολιτιστική κληρονομιά, τον πολιτισμό, τη γλώσσα, την κουλτούρα κ.λπ. που καθορίζονται στο παραπάνω άρθρο 7 της συμφωνίας: εκεί ακολουθείται κατά περίεργο τρόπο ένας, πρωτοφανής για νομικό κείμενο διεθνούς συμφωνίας, ερμαφροδιτισμός, ο οποίος αμφιβάλλω εάν έχει υπάρξει σε άλλη διεθνή συμφωνία ή συνθήκη μέχρι σήμερα. Αφού κατά παγκόσμια διαπραγματευτική πρωτοτυπία, με τους ίδιους λεκτικούς όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» θα εννοούνται του λοιπού δύο διαφορετικά πράγματα: άλλα δηλαδή για τους Έλληνες και την Ελλάδα και άλλα για τους Βορειομακεδόνες και τη Βόρεια Μακεδονία: δηλαδή για μεν το από τα αρχαία χρόνια και μέχρι την ισχύ της Συμφωνίας χρονικό διάστημα (12/2/2019), οι παραπάνω όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» θα χρησιμοποιούνται για να δηλώνουν την αρχαία μακεδονική (ελληνική δηλαδή) ιστορία και τον αρχαίο μακεδονικό (ελληνικό δηλαδή) πολιτισμό, ενώ για το από την ισχύ της συμφωνίας (12/2/2019 και δώθε, αλλά και εις το διηνεκές) χρονικό διάστημα, με τους ίδιους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» θα εννοούνται η πρόσφατη, σύγχρονη αλλά και μελλοντική ιστορία και ο πρόσφατος, σύγχρονος, αλλά και μελλοντικός πολιτισμός των βορείων γειτόνων μας.
Τώρα το πώς θα γίνεται πρακτικά αυτό, οι μόνοι που μπορούν να μας απαντήσουν είναι οι τότε εθνικοί μας διαπραγματευτές Τσίπρας και Κοτζιάς. Στην πραγματικότητα είναι αδύνατον, και το μόνο που μας απομένει να κάνουμε ως «Πρώτο Μέρος», είναι κάθε φορά που οι γείτονες παραβιάζουν στο θέμα αυτό τη Συμφωνία, εμείς να διαμαρτυρόμαστε, εκ των υστέρων φυσικά, προς το «Δεύτερο Μέρος», και τίποτα παραπάνω, αφού δεν έχει συμφωνηθεί καμιά σχετική κύρωση. Δηλαδή στην πραγματικότητα οι βόρειοι γείτονες μπορούν να μας το κάνουν, να παραβιάζουν δηλαδή τη Συμφωνία των Πρεσπών, και μόνο για πλάκα. Και γράφοντας αυτό, εγώ δεν κάνω καθόλου πλάκα, αλλά το γράφω πολύ σοβαρά, διότι κάτι τέτοια θα βλέπουμε, όταν με το καλό η βόρεια γείτων λύσει τα προβλήματά της με τη Βουλγαρία (και αρθεί το βέτο της) και γίνει πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν και από την έως σήμερα πορεία (και ιδίως μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία), φαίνεται ότι εκείνος που επείγεται περισσότερο για την ένταξη της γείτονος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι η Βόρεια Μακεδονία. Οι γείτονες, όπως άλλωστε και οι Τούρκοι, δεν βιάζονται, αλλά έχουν μάθει να ροκανίζουν το χρόνο επωφελώς για τα συμφέροντα της χώρας τους.
Και από πού εξάγω τα παραπάνω συμπεράσματα; Από το ότι η μέχρι σήμερα συμπεριφορά τους απέναντί μας σε όλα τα ζητήματα τα οποία υποτίθεται ότι ρυθμίζει η Συμφωνία των Πρεσπών αυτό ακριβώς δείχνει. Ακόμα και όσον αφορά το όνομα, αφού όπως προείπαμε, οι ίδιοι, όχι μόνον οι πολίτες αλλά και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας τους Γιορντάνα Σιλιάνοφσκα και ο πρωθυπουργός τους Χρίστιαν Μίτσκοσκι, αποκαλούν τη χώρα τους και δημόσια και επίσημα σκέτη Μακεδονία. Και μάλιστα χωρίς να διαμαρτύρεται κανένας από όλους αυτούς που διαπραγματεύτηκαν, συμφώνησαν, υπέγραψαν και υπερψήφισαν στη Βουλή την παραπάνω αποτυχημένη Συμφωνία των Πρεσπών. Ποιοί είναι όλοι αυτοί; Οι κ. Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Κοτζιάς, οι 145 βουλευτές του τότε ΣΥΡΙΖΑ και οκτώ βουλευτές των άλλων κομμάτων ήτοι: οι κ. Σταύρος Θεοδωράκης, Σπύρος Δανέλλης, Γιώργος Μαυρωτάs, Σπύρος Λυκούδης από το Ποτάμι, Θανάσης Θεοχαρόπουλος από τη ΔΗΜΑΡ / ΚΙΝΑΛ, Έλενα Κουντουρά και Θανάσης Παπαχριστόπουλος από τους ΑΝΕΛ και Κατερίνα Παπακώστα (πρώην ΝΔ/Ανεξάρτητη/ΣΥΡΙΖΑ). Κοινό χαρακτηριστικό των παραπάνω οκτώ (εκτός της κ. Κουντουρά που εξελέγη ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ): κανένας τους δεν επανεξελέγη βουλευτής. Πρόλαβαν όμως και, κόντρα στα κόμματά τους, έδωσαν ζωή και ισχύ στην παντελώς αποτυχημένη Συμφωνία των Πρεσπών. Έκτοτε όμως όλοι τους, και φυσικά οι Τσίπρας και Κοτζιάς, τηρούν σιγήν ιχθύος, και για την τύχη της εν λόγω Συμφωνίας και για την εντελώς αντισυμβατική συμπεριφορά της βόρειας γείτονος, στην οποία με την ψήφο τους παραχώρησαν όλα τα παραπάνω: όνομα, εθνικότητα, ταυτότητα, ιστορία, γλώσσα, πολιτισμό, κουλτούρα, όχι όμως και λύση στα διμερή μας θέματα.
Πολύ φοβούμαι λοιπόν (και μακάρι να βγώ ψεύτης) ότι δεν απέχουμε πολύ από την στιγμή που οι βόρειοι γείτονές μας θα θέσουν (βάσει του παραπάνω άρθρου 7 της Συμφωνίας), θέμα συνέχισης χρήσης εκ μέρους της Ελλάδας των προσδιοριστικών όρων «μακεδονικός, -ή, ό» για θέματα που αφορούν την ιστορία, τον πολιτισμό, την κουλτούρα και τη γλώσσα του βόρειου διαμερίσματός της που ονομάζεται Μακεδονία, από τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας των Πρεσπών (12/2/2019) και εφεξής. Προσδιορισμούς που, αντίθετα, θα επιφυλάσσουν για το μέλλον και εις το διηνεκές για τον εαυτό τους αποκλειστικά, ενώ για εμάς θα απαιτήσουν την υποχρέωση να χρησιμοποιούμε του λοιπού, για όλα τα παραπάνω. τους προσδιορισμούς «ελληνικός, -ή, -ό» και μόνον.
Και ας ελπίσουμε ότι στο μέλλον δεν θα αποκτήσει κανένας άλλος γείτονας την όρεξη να μας το στερήσει κι αυτό, βλέποντας το πόσο «λάρτζ» είμαστε οι Νεοέλληνες –μια άλλη λυπητερή ελληνική ιστορία– με ό,τι έχει σχέση με τα εθνικά και τα δημόσια πράγματα, αντιμετωπίζοντάς τα λες και είναι του πατέρα μας ή του παππού μας. Δεν μπορεί να το αποκλείσει κανείς, λαμβάνοντας υπόψη του το πώς ξεκίνησε το Μακεδονικό το 1991 και πώς κατέληξε ύστερα από 28 χρόνια, το 2019, έχοντας ένα διακυβερνητικό ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών που ως μοναδική και μόνιμη επωδό της διαχρονικής διπλωματικής μας ανικανότητας είχε εκείνο το καταπληκτικό «Μα τι να κάνουμε, οι ξένοι δεν μας καταλαβαίνουν!». Μας καταλάβαν όμως οι, ικανότατοι αποδειχθέντες, γείτονές μας και ιδού τα αποτελέσματα.
Όλα τούτα με την σημείωση ότι το μόνο επισήμως και διεθνώς διμερές διαπραγματεύσιμο στοιχείο και σημείο από όλα τα παραπάνω, μεταξύ των δύο χωρών Ελλάδας και ΠΓΔΜ μέχρι το έτος 2018, ήταν το όνομα της γειτονικής χώρας και μόνο. Τα υπόλοιπα τρία, δηλαδή η ιθαγένεια, η γλώσσα και η ταυτότητα, δηλαδή ιστορία και πολιτισμός, έως τότε δεν υφίσταντο ως επίσημες διμερείς διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Και όλες οι διαπραγματεύσεις που έως τότε είχαν λάβει χώρα μεταξύ των δύο κρατών από όλες τις μέχρι τότε ελληνικές κυβερνήσεις (και αυτές υπό τον Μάθιου Νίμιτς) ως μόνο διαπραγματεύσιμο ζήτημα αναγνώριζαν το όνομα. Τίποτα άλλο.
Συνεπώς, το 2018, η τότε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα και υπουργό Εξωτερικών και αρχιδιαπραγματευτή της Συμφωνίας τον Νίκο Κοτζιά διαπραγματεύτηκε και συμφώνησε, και το 2019 το Ελληνικό Κοινοβούλιο επεκύρωσε, τρεις διμερείς διακρατικές διαφορές, που έως τότε, εκ μέρους της Ελλάδας τουλάχιστον σίγουρα, δεν υπήρχαν στο διαπραγματευτικό τραπέζι, ούτε και είχαν έως τότε αναγνωριστεί επισήμως ως τέτοιες από οποιοδήποτε μέρος: μακεδονική ιθαγένεια, μακεδονική γλώσσα και μακεδονική ταυτότητα (ιστορία-πολιτισμός).
Ως γνωστόν, είθισται στις διεθνείς διαπραγματεύσεις τα ενδιαφερμόμενα μέρη να πηγαίνουν οργανωμένα εκ των προτέρων για τα θέματα που πρόκειται να διαπραγματευτούν, και σίγουρα όσον αφορά την διαφορά ή τις διαφορές που πρόκειται να διαπραγματευτούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι έγινε έτσι όσον αφορά το «Πρώτο Μέρος».
Στην πραγματικότητα δηλαδή, με τη Συμφωνία των Πρεσπών σπεύσαμε, κυριολεκτικά τρομοκρατημένοι (λες και εμείς ήμασταν ο αδύναμος κρίκος του παιχνιδιού, τη στιγμή που η άλλη πλευρά επειγόταν να αποκτήσει διεθνώς αναγνωρισμένο όνομα, για να μπει στους διεθνείς οργανισμούς και να αποσοβήσει τις διαλυτικές τάσεις της κρατικής της υπόστασης) να κατοχυρώσουμε την από χιλιετίες υπάρχουσα μακεδονο-ελληνική ιστορία μας και τον από χιλιετίες υπάρχοντα μακεδονο-ελληνικό πολιτισμό μας, πράγματα τα οποία φυσικά δεν μπορούσε να αμφισβητήσει κανείς στον κόσμο. Και μας το παρουσίασαν σαν μεγάλη επιτυχία! Και ως αντάλλαγμα παραχωρήσαμε στην άλλη πλευρά τον πολιτισμό, ο οποίος υπό τους όρους «μακεδονικός – μακεδονική – μακεδονικό» θα αναπτυχθεί από εδώ και στο διηνεκές, erga omnes και σε διεθνές επίπεδο.
Δηλαδή, με την εν λόγω συμφωνία, εξασφαλίσαμε το έως το 2019 εξασφαλισμένο ούτως ή άλλως μακεδονικό παρελθόν μας και τίποτα παραπάνω. Και σε αντάλλαγμα παραδώσαμε εθελουσίως το από το 2019 και στην εφεξής αιωνιότητα μακεδονικό μέλλον μας.
Δεν το λες και εθνική επιτυχία, όπως Τσίπρας και Κοτζιάς επιδίωξαν να το περάσουν.
Τώρα όμως, ύστερα από οκτώ χρόνια, οι πολίτες ξέρουν. Ας μην επιτρέψουν στους παραπάνω επίδοξους πολιτικούς θαυματοποιούς να ξαναεπιχειρήσουν τέτοιες επικίνδυνες και καταστροφικές εθνικές αποτυχίες.
Η οποιαδήποτε ρύθμιση ή οι οποιεσδήποτε ρυθμίσεις με την Τουρκία (όποτε κι αν γίνουν), βρίσκονται μπροστά μας και θα είναι οι δυσκολότερες, επικινδυνότερες και καταστροφικότερες, αν δεν τύχουν σοβαρών χειρισμών και της σωστής αντιμετώπισης εκ μέρους μας. Μια επανάληψη της, αυταπόδεικτα πλέον, πλήρως αποτυχημένης Συμφωνίας των Πρεσπών θα είναι καταστροφική για τα συμφέροντα της χώρας.
Και δεν νομίζω ότι εμπνέει οποιαδήποτε εμπιστοσύνη ο πρώην επί πενταετία πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας: του πρώτου εξαμήνου του 2015, του κλεισίματος των τραπεζών σε καιρό ειρήνης, των κάπιταλ κοντρόλ, του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου με το γελοίο ερώτημα, του τρίτου μνημονίου, των βοσκοτοπίων Καλογρίτσα, του πρωτοφανούς σκανδάλου Νοβάρτις, των ποινικών κωδίκων κ.λπ., όταν όλως πρόσφατα, δημοσίως και στα πλαίσια επισήμου forum, και έπειτα από όσα έγιναν το φθινόπωρο του 2024 με τα τουρκικά πλοία έξω από την Κάσο, έχει σήμερα εδραία την αντίληψη ότι το καλώδιο GSI της διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ είναι καλώδιο τηλεπικοινωνιών!
Μόνο ανατριχίλα μπορεί να νιώσει κανείς μπροστά στο μεγαλείο της άγνοιας του πολιτικού ανδρός!