Θέτω σε εφαρμογή τον αφορισμό του Σαιν-Μπεβ, θεμελιωτή της βιογραφικής μεθόδου στη λογοτεχνική κριτική: «Με ενδιαφέρει να γνωρίζω με ποιες αποσκευές ένας δημιουργός εισέρχεται στον πνευματικό στίβο». Αυτή την άποψη φαίνεται να υιοθετεί ο Κωστής Σκαλιόρας όταν, παρουσιάζοντας τα πρώτα διηγήματα της Άλκης Ζέη, δημοσιευμένα στη Νεανική Φωνή (1943-44), έγραφε: «Διηγήματα καλογραμμένα όχι “πρωτόλεια”, όχι “παιδικά”, όπου ο θάνατος είναι πανταχού παρών, όμως ανοίγονται και στη ζωή “που διεκδικεί μέχρις ασέβειας τα δικαιώματά της”» (Τα Νέα, 21/9/1996).
Ξεφυλλίζοντας περιοδικά εκείνης της περιόδου, βρήκα τον 16ετή μαθητή Κώστα Σκαλιόρα να δημοσιεύει τις πρώτες του εργασίες στον Έφηβο, μηνιαίο περιοδικό της «συντροφιάς των μαθητών του Προτύπου Λυκείου Αθηνών» (Σχολή Μπερζάν). Σ’ αυτό το έντυπο (τεύχος 1, Μάης 1943) διατυπώνει σκέψεις για το «Ιδανικό», θέτοντας ως μότο στίχους του Παλαμά:
Στα βάθη της ψυχής μου τα μυστηριακά
ολανοιγμένα νιώθω δυο μάτια αρμονικά.
Κι όλο μ’ εκείνα βλέπω μια λύρα μαγική…
Οϊμέ! τα δάχτυλά μου δε φτάνουν ώς εκεί.
«Τα μάτια της ψυχής μου»
Στο τεύχος του Εφήβου 2/3, Ιούλιος 1943, δημοσιεύει ένα θλιμμένο κείμενο με την Ποθούλα που πέφτει και πνίγεται στο βάλτο «κυνηγώντας μιαν εφήμερη ύπαρξη, μια πεταλούδα!» Ο Έφηβος υπήρξε πρόδρομος της Νεανικής Φωνής ο οποίος «δεν φαίνεται να ικανοποιούσε τις ανησυχίες των φιλόδοξων νέων που είχαν συσπειρωθεί γύρω του» (Α.Κ. Μπουφέα: «Τα λογοτεχνικά περιοδικά της Κατοχής»). Στη Νεανική Φωνή συνεργάστηκε και με το ψευδώνυμο Κωστής Νεχαλιώτης (δανεισμένο από τη Νέχαλη, το θεσσαλικό χωριό του παππού του). Από τις πολλές δημοσιεύσεις του, απομονώνω μία η οποία δείχνει την πρώιμη ερευνητική του ματιά και την αισθητική της γραφής του:
«Ένας ανέκδοτος στοχασμός του Ψυχάρη, που βρίσκεται γραμμένος στο εξώφυλλο ενός βιβλίου του. Συγκεκριμένα πρόκειται για “Το όνειρο του Γιαννίρη”, χαρισμένο σ’ ένα φίλο του. Τον δημοσιεύουμε γιατί είναι ανέκδοτος, και πρώτα και κύρια γιατί είναι ωραίος, αληθινά πολύ ωραίος: “Του φίλου Ε... Να συνθέσεις βιβλίο τίποτε δεν είναι· το πιο δύσκολο και ωραιότερο να συνθέσεις τη ζωή σου με ιδέα μαζί και με καρδιά”. Ψυχάρης, Αργοστόλι, Τρίτη 13 του Αλωνάρη 1916».
Πριν περατώσει τις σπουδές του στο Παρίσι –ψυχολογία και κινηματογράφο– συνεργάζεται με το έγκριτο περιοδικό Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, πιθανόν ύστερα από πρόταση του διευθυντή, Γ. Π. Σαββίδη. Στο τεύχος 2, φθινόπωρο 1953, δημοσιεύει εμπεριστατωμένο άρθρο πολλών σελίδων για τον κινηματογράφο. Καταγράφεται το όνομά του στα περιεχόμενα αλλά εξαφανίζεται στο εξώφυλλο. Το 1958 αρχίζει να γράφει κριτική κινηματογράφου στο Βήμα, κατόπιν και επιφυλλίδες (ο Γιάννης Κιουρτσάκης γράφει, σε ένα εξαιρετικό κείμενο για τις επιφυλλίδες του, ότι είναι «σπάνιος συγκερασμός κριτικής τόλμης, νηφαλιότητας και ταπεινοφροσύνης»). Και το 1963, γίνεται αρχισυντάκτης του πιο πλήρους ελληνικού περιοδικού λογοτεχνίας και ιδεών, των Εποχών.
Παρακολουθεί συνεχώς την εβδόμη τέχνη που «μέσα σε πενήντα χρόνια, έγινε ένα βαθύ πηγάδι, απ’ όπου ο παραμυθάς βγάζει, όταν θέλει, πρόσωπα μυθικά κι ιστορίες ατέλειωτες». Στη συνέχεια καταπιάνεται με τον σκηνοθέτη Όρσον Γουέλς: «Είχε μια πολύ υψηλότερη επιδίωξη σε ό,τι αφορά τον Οθέλλο: την αναζήτηση μιας ισοτιμίας του λόγου – εννοώ την προσπάθεια να βρεθεί σε εικόνα, φως, κίνηση, ένα ανάλογον της ποιητικής δημιουργίας. Μια τέτοια περίπτωση θα ισοδυναμούσε, ούτε λίγο ούτε πολύ, με μια απόπειρα ξαναδημιουργίας του έργου σε άλλη κλίμακα. Ο σκηνοθέτης περπατάει πια δίπλα κι όχι πίσω από τον ποιητή… Περνάει δίπλα στον Σαίξπηρ και τον χαιρετάει με το θάρρος και την οικειότητα του ανθρώπου που κάνει την ίδια δουλειά».
Από τις θεατρικές κριτικές του Κωστή Σκαλιόρα παραθέτω απόσπασμα της διορατικής του ματιάς στην Πόλη, το πρώτο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη: «Έχει κανείς την αίσθηση πως το ιδιαίτερο κλίμα που είχαμε μάθει να συνδέουμε με τις πρωτοποριακές απόπειρες της μεταπολεμικής Ευρώπης, βρήκε μια θεμιτή αντιστοιχία στον τόπο μας» (Ταχυδρόμος, 29/5/1965). Ο θεατρικός κριτικός χρησιμοποιεί τη λέξη «θεμιτή» για να τονίσει ότι η Αναγνωστάκη δεν αντέγραψε επιδερμικά ή ξεκάρφωτα τις ευρωπαϊκές τάσεις. Αντίθετα, η μεταφορά αυτού του κλίματος στην Ελλάδα ήταν αναμενόμενη, οργανική και ειλικρινής. Η συγγραφέας χρησιμοποίησε τα δυτικά εργαλεία (τη σιωπή, την ασυνέχεια, την υπαρξιακή απειλή) όχι ως ξένο σώμα, αλλά ως ένα μέσο για να μιλήσει για κάτι βαθιά δικό μας.
Κλείνω με ένα αθησαύριστο κείμενο του Κωστή Σκαλιόρα για τη Χριστίνα Τσίγκου, δημοσιευμένο λίγες μέρες πριν από το θάνατό της:
Η Χριστίνα Τσίγκου στο ρόλο της Γουίνι στις Ευτυχισμένες μέρες του Σάμιουελ Μπέκετ. Δεν είναι συνηθισμένο πράγμα να βλέπει κανείς μια ηθοποιό που επωμίζεται έναν τόσο συντριπτικό ρόλο, στην ουσία έναν μονόλογο, ν’ αποφεύγει με τέτοια συνέπεια, με τέτοιο φανατισμό, κάθε παραχώρηση, κάθε τέχνασμα, κάθε «θεατρική» φιλαρέσκεια. Μελαγχολική ή ευτράπελη, σύριζα στο άγχος ή αφοσιωμένη στην εφαρμογή του καθημερινού της προγράμματος, η Γουίνι της Χριστίνας Τσίγκου δεν απομακρύνεται ποτέ από τη βαθύτερη υπόσταση του προσώπου, δεν υποβιβάζει ποτέ το «επεισοδιακό» ώς τη γραφικότητα και δεν υπογραμμίζει με τρόπο μονοσήμαντο το «βαρύνον»... Πρόκειται για μια ερμηνεία που συνδυάζει παραδειγματικά την καλλιτεχνική ταπεινοφροσύνη με την καλλιτεχνική επάρκεια. Πόσες φορές μπορεί ν' απευθύνει κανείς ένα τέτοιο εγκώμιο;
Τα Νέα, 13/4/1973