Σύνδεση συνδρομητών

Είναι η ηθογραφία λογοτεχνία;

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2026 01:24
Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη
Ο Αντώνης Τραυλαντώνης. Ξυλογραφία του Κώστα Γραμματόπουλου από εξώφυλλο της Νέας Εστίας (1943).
Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη

O Αντώνης Τραυλαντώνης απαντάει στον Γιάννη Σκαρίμπα

  

Η πρόσφατη εκδοτική παραγωγή φέρνει ξανά στο προσκήνιο αξιόλογα δείγματα ηθογραφικού κλίματος, ανακινώντας μια παλιά αλλά πάντα επίκαιρη συζήτηση. Με αφορμή αυτή την αναβίωση, στράφηκα στις διευκρινίσεις που είχε διατυπώσει στο παρελθόν ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους του ρεύματος, ο Αντώνης Τραυλαντώνης (1867-1943). Ο λόγος του, σε μιαν άτυπη συνομιλία με τον Γιάννη Σκαρίμπα, διατηρεί νομίζω και σήμερα το ενδιαφέρον του.

Ας δούμε πρώτα ένα σύντομο πορτρέτο του Αντώνη Τραυλαντώνη από τη «συνέντευξή» του στη ραδιοφωνική εκπομπή «Φιλολογικοί περίπατοι στον Μεσοπόλεμο»:

«Γράφω μόνο για τον εαυτό μου. Γράφω μονάχα για να φέρω αντιπερισπασμό στην πραγματικότητα. Η τέχνη εξαγνίζει και δίνει μέσον εξυψώσεως στην ψυχή μας. Το όνειρό μου είναι να φύγω από τα πρακτικά που γράφω συνεχώς, να λυτρωθώ από την υπηρεσία στην εκπαίδευση και να ησυχάσω. Θέλω να αισθανθώ το “Εμός εμοί”, που είπε ο Κάτων πριν αυτοκτονήσει. Ν’ ακολουθήσω την ψυχική μου ανάγκη, να πραγματοποιήσω το προσφιλέστερο νεανικό μου όνειρο. Να κάμω και άλλους κοινωνούς του θαυμασμού και της λατρείας που αισθάνομαι από τα παιδικά μου χρόνια στον αρχαίο κόσμο. Να μπάσω και άλλους στην ευτυχία που έχω αισθανθεί στη ζωή μου ζώντας στον κόσμο αυτό. Θέλω να δώσω μια σειρά διηγήματα με υποθέσεις αρχαίες ελληνικές και ρωμαϊκές. Έχω πεισθεί ότι ούτε οι μεταφράσεις ούτε οι αυτούσιες παραστάσεις των αρχαίων δραματικών έργων μπόρεσαν να ανοίξουν και στους νέους Έλληνες τη θύρα αυτού του κόσμου του πλασμένου από  φως και μειδίαμα, γαλήνη και αρμονία».

Για την ηθογραφία     

Οι θέσεις του Τραυλαντώνη για την ηθογραφία, καταγράφονται στη συνέχεια: «Από τα μέσα έως το τέλος του περασμένου αιώνα (τα χρονικά όρια δεν είναι τόσο καθαρά ορισμένα), παρουσιάστηκαν με αξιώσεις ηθογραφίας, και στη διηγηματογραφία και στο θέατρο ακόμα, έργα που δεν ήταν παρά εθιμογραφικά, αποτελούσαν δηλαδή τμήμα της λαογραφίας. Και ναι μεν η λαογραφία είναι αγρός γόνιμος για τη λογοτεχνία, αλλά ο αγρός μόνος του δεν κάνει τη σπορά.

Σε συμπέρασμα μπορούμε, κάπως συμβατικά βέβαια (όπως όλοι οι κανόνες είναι λίγο ή πολύ συμβατικοί), να διαιρέσουμε την ηθογραφία ανάλογα με το περιεχόμενό της σε τρία είδη, την ψυχογραφία, τη μέση ηθογραφία και την εθιμογραφία.

Προσθέτω αμέσως ότι σπάνια είναι τα έργα που γράφηκαν από το συγγραφέα τους με σκοπό σχηματισμένο από πριν να ανήκουν, και ανήκουν αποκλειστικά, σ’ ένα από τα τρία αυτά είδη, αλλά μπορεί κανείς να τα κατατάξει κατά την επικράτηση του ενός εκ των τριών.

Αυτά (και είναι ίσως πάρα πολλά) για την ουσία, το περιεχόμενο και τις μορφές της ηθογραφίας. Για να καθορίσουμε τώρα τη θέση της ηθογραφίας στη λογοτεχνία, πρέπει ν» απαντήσουμε σε δυο ερωτήματα.

 

1.    Η ηθογραφία μόνη της μπορεί ν’ αποτελέσει αυτοτελές είδος λογοτεχνικό;

Στο πρώτο ερώτημα απαντώ με επιφυλάξεις. Της ηθογραφίας, στη δραματική της μορφή, έχουμε από την αρχαιότητα ακόμα, έργα που θεωρήθηκαν πάντα αυτοτελή λογοτεχνήματα. Είναι οι μίμοι. Δεν έχουν σωθεί πολλοί, αλλά φαίνεται ότι υπήρχαν πολύ περισσότεροι και μάλιστα ότι θαυμάζονταν. Αρκεί να θυμηθεί κανείς αυτό που λένε για τον Πλάτωνα, ότι είχε πάντα στο προσκέφαλό του τους μίμους του Σώφρονος. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα προοίμια, και μερικά άλλα κομμάτια πολλών διαλόγων του, αποτελούν σωστούς ηθογραφικούς μίμους, σε πεζό λόγο βέβαια.

Αλλά και από εκείνους τους μιμιάμβους που έφθασαν έως εμάς κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί ότι μερικοί, όπως “Αι Αδωνιάζουσαι”, “Ο Λαμπρίσκος”, “Αι Φιλιάζουσαι”[1] και αρκετοί άλλοι είναι λογοτεχνήματα αυτοτελή, όχι βέβαια πρώτης τάξεως, γιατί δεν μας γεννούν την ψυχική κίνηση που μας προκαλεί ένα δράμα ή μια κωμωδία ή και ένα διήγημα, άρτια όμως γιατί προκαλούν ακέραια την αισθητική απόλαυση που είναι ο σκοπός της τέχνης.

Και για τα τρία έχω αμφιβολίες αν μπορούν να περάσουν για λογοτεχνήματα, όσο βαθιές κι αν είναι οι ψυχολογικές τους παρατηρήσεις, όση ενάργεια και αν τους δίνουν οι καλά διαλεγμένες λεπτομέρειες. Η ατομική ηθογραφία στη μεικτή της μορφή παίρνει στην ιστορία των γραμμάτων άλλο όνομα, λέγεται βιογραφία. Αυτή, όταν ο ιστορικός είναι πραγματικός λογοτέχνης αποβαίνει βέβαια είδος λογοτεχνικό.

Το ίδιο θα είχα να πω και για την ομαδική ηθογραφία στη ρητορική της μορφή, αν και δεν έχουμε αυθύπαρκτα έργα της, γιατί όσα έχουν γραφεί για τους χαρακτηρισμούς ανθρωπίνων ομάδων είναι τμήματα έργων ιστορικών ή κοινωνιολογικών.

Η συστηματική εθιμογραφία αποκλείεται βέβαια από τον κύκλο της λογοτεχνίας.

 

2.    Είναι η ηθογραφία στοιχείο σπουδαίο στην τέλεια, την αναμφισβήτητη λογοτεχνία, (δράμα, διήγημα, μυθιστόρημα, έπος);

Απαντώ αδίστακτα και κατηγορηματικά ναι.

Ναι· η ηθογραφία είναι τόσο απαραίτητο και σπουδαίο στοιχείο του τελειωμένου λογοτεχνήματος, ώστε κατέχει σχεδόν την ίδια θέση με τη σύνθεση (την πλοκή και τη λύση).

Από μια πλευρά μάλιστα, η τεχνική σύνθεση φαίνεται σαν αποτέλεσμα της ηθογραφίας, γιατί τα πρόσωπα ενεργούν και πάσχουν σύμφωνα με το χαρακτήρα τους και έτσι αυτά δημιουργούν την πλοκή.

Ύστερα από αυτά, μου φαίνεται ότι η ορθοφροσύνη και η δικαιοσύνη απαιτούν η σταυροφορία κατά της ηθογραφίας να μην είναι ούτε τόσο ολοκληρωτική ούτε τόσο εξοντωτική».

Γεύση ηθογραφίας

Στη συζήτηση του περιοδικού Νεοελληνικά Σημειώματα (1937) πήραν επίσης μέρος ο Άγγελος Τερζάκης και ο Γιώργος Κοτζιούλας. Αλλά μια γοητευτική περιγραφή της ηθογραφίας κάνει, αργότερα, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – μέσω του Παλαμά. Πεντζικική περιγραφή:

«Η λαχτάρα για την απλή χαριτωμένη, γεμάτη  δροσιά και χυμούς ζωή της ηθογραφίας, μ’ έκανε να θυμηθώ την παρακάτω παράγραφο από το αφήγημα του Παλαμά “Θάνατος Παλληκαριού”, περνώντας ανεπαίσθητα μ’ αυτόν τον τρόπο από τις στάχτες στη θάλασσα:

Το παράθυρο αντίκρυζε τον ήμερο γιαλό ν’ αλλάζει χίλια χρώματα, σα χίλια όνειρα σε κάθε χρυσοφίλημα του ήλιου απ’ το πρωί ώς το βράδυ· αντίκρυζε το πέλαγος ροδογάλανο την αυγή, το μεσημέρι ασημοχρυσωμένο, μαυροπράσινο σε λιγάκι, μενεξεδένιο μια στιγμή στο βασίλεμα· και κάποτε τρεμούλιαζε μ’ όλα μαζί τα χρώματα, σαν κόσμος ολόκληρος με κάθε λογής έγνοιες και πάθη» (Μακεδονικά Γράμματα, 2/1949).

 



[1] Οι όροι αυτοί αναφέρονται σε τίτλους ή σε πρόσωπα κορυφαίων έργων της αλεξανδρινής / ελληνιστικής λογοτεχνίας (3ος αι. π.Χ.).

Γιώργος Ζεβελάκης

Ερευνητής της λογοτεχνίας. Μεταξύ άλλων δραστηριοτήτων, διατηρεί σημαντικό αρχείο το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί στην έρευνα πολλών εργασιών στο χώρο της νεοελληνικής φιλολογίας.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.