web only
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΑλέξης Τσίπρας – Ι: Η άνοδος πάνω στην οργή
2010–2014: Από την αγανάκτηση στην πόρτα της εξουσίας
Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε. Για την ακρίβεια, επέστρεψε ξανά. Αυτή τη φορά με νέο κόμμα, νέα διακήρυξη, νέα πρόσωπα, νέα εθνική πυξίδα και την υπόσχεση για ένα «σοκ εντιμότητας και δημοκρατίας». Ζήτησε ακόμη και μια «νέα Μεταπολίτευση». Η νέα Μεταπολίτευση έχει προς το παρόν ένα μικρό πρόβλημα: επικεφαλής της βρίσκεται ένας από τους κεντρικούς αρνητικούς πρωταγωνιστές της προηγούμενης. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί ιδιαίτερα τον πρώην πρωθυπουργό. Άλλωστε, αν υπάρχει ένα πραγματικό πολιτικό χάρισμα που διαθέτει ο Αλέξης Τσίπρας, είναι η ικανότητά του να εμφανίζεται κάθε φορά σαν να συστήνεται για πρώτη φορά στο εκλογικό σώμα...
Θα είχε ίσως νόημα, πριν υποστούμε το νέο σοκ εντιμότητας, να θυμηθούμε το προηγούμενο. Και ας δεχτούμε εξαρχής ότι οι πολιτικοί δικαιούνται να αλλάζουν – και συχνά οφείλουν να το κάνουν. Ας λησμονήσουμε ακόμη ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν υπήρξε πάντοτε εξίσου γενναιόδωρος με αυτό το δικαίωμα όταν επρόκειτο για τους πολιτικούς του αντιπάλους. Υπάρχει όμως κάποια διαφορά ανάμεσα στην αλλαγή γνώμης και στη συστηματική αντικατάσταση της χθεσινής «αλήθειας» από μια καινούργια, χωρίς την ενοχλητική μεσολάβηση της παραδοχής ότι η προηγούμενη αποδείχθηκε ψευδής.
Θα του κάνουμε και μία ακόμη παραχώρηση. Δεν θα επιχειρήσουμε να χωρέσουμε εδώ ολόκληρη τη δημόσια πολιτική του διαδρομή, έναν μαραθώνιο υποσχέσεων που ξεχάστηκαν, βεβαιοτήτων που διαψεύστηκαν, ανθρώπων που στοχοποιήθηκαν και ευθυνών που, όταν έφθασε η ώρα του λογαριασμού, είχαν μια παράξενη τάση να μετακομίζουν στους συνεργάτες του. Θα περιοριστούμε σε ορισμένες χαρακτηριστικές στιγμές της πορείας του προς τον λαό και, κυρίως, προς την εξουσία. Η επιλογή είναι αναγκαστικά αποσπασματική. Το υλικό, δυστυχώς, είναι άφθονο.
Η αφετηρία βρίσκεται στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Το 2010, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία, το πρώτο Μνημόνιο και μια κοινωνία που έβλεπε εισοδήματα, δουλειές και βεβαιότητες μιας ολόκληρης εποχής να καταρρέουν. Η οργή ήταν πραγματική. Πραγματικές ήταν και οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος που είχε οδηγήσει τη χώρα μέχρι εκεί. Μέσα σε αυτή την οργή, όμως, γεννήθηκε και μια καινούργια πολιτική γλώσσα. Το Μνημόνιο δεν παρουσιαζόταν απλώς ως λανθασμένη ή επώδυνη πολιτική. Ήταν «πειρατεία», κατά τον ίδιο τον Τσίπρα. Οι αντίπαλοι δεν έκαναν απλώς λάθος, αλλά υπηρετούσαν ένα καθεστώς υποταγής. Η πολιτική διαφωνία άρχισε να αποκτά ηθικούς ενόχους και, πολύ γρήγορα, προδότες.
Στις 5 Μαΐου 2010, μέσα σε μια τεράστια αντιμνημονιακή διαδήλωση, τρεις εργαζόμενοι της Marfin –ανάμεσά τους μία έγκυος γυναίκα– δολοφονήθηκαν όταν κουκουλοφόροι πυρπόλησαν το υποκατάστημα της Σταδίου. Το έγκλημα αυτό άφησε στη συλλογική συνείδηση της κοινωνίας ένα βαθύ τραύμα και συνδέθηκε έκτοτε με ένα κλίμα πολιτικής βίας, στοχοποίησης και ανεξέλεγκτης οργής. Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε στον Τσίπρα ή στον ΣΥΡΙΖΑ ευθύνη για το ίδιο το έγκλημα για να αναρωτηθούμε ποιο πολιτικό κλίμα είχε αρχίσει να διαμορφώνεται γύρω του. Θα μπορούσε, ωστόσο, να είχε λειτουργήσει ως όριο. Ως υπενθύμιση ότι, όταν η πολιτική οργή απελευθερώνεται από κάθε μέτρο και ο αντίπαλος παύει να αντιμετωπίζεται ως αντίπαλος και μετατρέπεται σε εχθρό του λαού, κάποια στιγμή εμφανίζονται άνθρωποι που παίρνουν τα συνθήματα στην κυριολεξία.
Έναν χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 2011, εμφανίστηκαν οι Αγανακτισμένοι. Αν δεν μπορεί να αποδοθεί στον ΣΥΡΙΖΑ η δημιουργία του κινήματος, είναι δύσκολο να αγνοηθεί ότι η πολιτική εγγύτητα του κόμματος με τμήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, του αντιεξουσιαστικού χώρου και διαφόρων κινηματικών συλλογικοτήτων τού επέτρεψε να αντιληφθεί πολύ γρήγορα τη δυναμική του και να επενδύσει πολιτικά σε αυτήν περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο κοινοβουλευτικό κόμμα.
Στην πλατεία Συντάγματος συνυπήρξαν άνθρωποι σχεδόν όλων των πολιτικών πεποιθήσεων: αριστεροί, δεξιοί, εθνικιστές, πολίτες συντετριμμένοι από την κρίση, συνωμοσιολόγοι και κάθε πιθανή απόχρωση της αντισυστημικής οργής. Ο Τσίπρας όμως κατάλαβε νωρίς ότι εκεί διαμορφωνόταν ένα νέο πολιτικό ακροατήριο. Χαρακτήρισε το Σύνταγμα «μια ιδιότυπη Εκκλησία του Δήμου» και είδε στους Αγανακτισμένους τη γέννηση μιας κοινωνικής δύναμης που πολύ σύντομα θα άλλαζε και τους εκλογικούς συσχετισμούς. Ο θυμός της πλατείας είχε αρχίσει να αποκτά πολιτικό εκφραστή.
Το πραγματικό πρόβλημα βρισκόταν στη γλώσσα με την οποία νομιμοποιήθηκε ένα κλίμα όπου οι κοινοβουλευτικοί αντίπαλοι έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως φορείς μιας πολιτικής που έπρεπε να ηττηθεί και άρχισαν να παρουσιάζονται ως εχθροί του λαού. Όταν άρχισαν οι προπηλακισμοί βουλευτών, ο Τσίπρας συμβούλευε τους πολίτες να προσέχουν μήπως, με τις αποδοκιμασίες τους, επιτρέψουν σε όσους είχαν ψηφίσει το Μνημόνιο να μετατραπούν «από θύτες του ελληνικού λαού σε θύματα». Η προτροπή κατέληγε βεβαίως στη δημοκρατική λύση της κάλπης. Η λέξη «θύτες» όμως είχε ήδη κάνει τη δουλειά της.
Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ο πιο επιτυχημένος κοινοβουλευτικός εκφραστής αυτής της οργής, χωρίς να είναι ο μόνος. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή εκτινάχθηκαν επίσης σε ποσοστά αδιανόητα λίγα χρόνια νωρίτερα, αντλώντας από την ίδια δεξαμενή θυμού, απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και αντιμνημονιακής αγανάκτησης. Η διαφορά ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να μετατρέψει αυτήν την κοινωνική έκρηξη όχι απλώς σε εκλογική ενίσχυση, αλλά σε πραγματική προοπτική εξουσίας.
Μέσα σε αυτή την ακραία τοξικότητα, την εμφυλιοπολεμική ρητορική και τις προσωπικές στοχοποιήσεις, τις περίφημες «δολοφονίες χαρακτήρων», υπήρχε πάντως και μια αξιοπρόσεκτη εξαίρεση. Ο Κώστας Καραμανλής, πρωθυπουργός την περίοδο κατά την οποία η δημοσιονομική εκτροπή της χώρας πήρε καταστροφικές διαστάσεις και με βαρύτατες πολιτικές ευθύνες για όσα ακολούθησαν, βρέθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό έξω από το πεδίο πυρός του ΣΥΡΙΖΑ. Η οργή που περίσσευε για τους περισσότερους πρωταγωνιστές της Μεταπολίτευσης, εμφάνιζε εδώ μια παράξενη εγκράτεια.
Η στάση αυτή αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν τη δει κανείς υπό το φως όσων ακολούθησαν. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έφθασε στην εξουσία, ο Προκόπης Παυλόπουλος εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος ανέλαβε κεντρικό ρόλο στο υπουργείο Δικαιοσύνης και ο Πάνος Καμμένος έγινε κυβερνητικός εταίρος. Τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει κάποια υπόγεια συμφωνία. Δείχνει όμως ότι η καταγγελία του «παλιού συστήματος» δεν κατευθυνόταν με την ίδια ένταση προς όλες τις πλευρές του. Η πολιτική οργή, όπως αποδείχθηκε, είχε και τις προτιμήσεις της.
Τα αποτελέσματα φάνηκαν γρήγορα. Το κόμμα που το 2009 είχε πάρει 4,60% εκτοξεύθηκε στο 16,78% τον Μάιο του 2012 και στο 26,89% έναν μήνα αργότερα. Σε δυόμισι χρόνια ο Τσίπρας είχε μετακινηθεί από την ηγεσία ενός μικρού κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στη θέση του βασικού διεκδικητή της εξουσίας. Δεν ήταν βεβαίως ο μόνος που εκμεταλλεύθηκε την κατάρρευση του παλιού πολιτικού συστήματος. Ήταν όμως εκείνος που κατάλαβε καλύτερα ότι μια οικονομική κρίση μπορούσε να μετατραπεί σε ηθικό εμφύλιο. Από τη μία ο λαός και από την άλλη το «μνημονιακό σύστημα», οι «μερκελιστές», η διαπλοκή, οι πρόθυμοι, οι υποταγμένοι.
Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε και η γεωπολιτική εναλλακτική. Το 2012, η Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες ήταν για τον Τσίπρα «ένα μοντέλο που πρέπει να ακολουθήσουμε», ώστε η Ευρώπη να αφήσει πίσω της το καπιταλιστικό μοντέλο. Δεν επρόκειτο για μια φευγαλέα νεανική κουβέντα σε κάποια κομματική ταβέρνα. Ήταν πολιτική τοποθέτηση ενός ανθρώπου που είχε ήδη γίνει αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και διεκδικούσε την πρωθυπουργία.
Έναν χρόνο αργότερα, ο στενότερος συνεργάτης του, Νίκος Παππάς, ταξίδευε στη Βενεζουέλα μαζί με τον Κύπριο δικηγόρο Αρτέμη Αρτεμίου, το όνομα του οποίου εμφανίστηκε αργότερα στα Panama Papers. Όταν το ταξίδι αποκαλύφθηκε, ο Παππάς εξήγησε ότι διερευνούσε, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα αγοράς προϊόντων από τα κρατικά σουπερμάρκετ της χώρας και προετοίμαζε πιθανή επίσκεψη Τσίπρα. Δεν χρειάζεται κανείς να προσθέσει μαρούλια, ντομάτες ή άλλες λεπτομέρειες που γέννησε αργότερα η λαϊκή φαντασία. Η επίσημη εκδοχή είναι από μόνη της αρκετά ευφάνταστη.
Το 2014, ο Τσίπρας είχε πλέον μετατρέψει αυτή την πολιτική σε ένα απολύτως καθαρό δίλημμα. «ΣΥΡΙΖΑ ή μνημόνια;» ρωτούσε πριν από τις ευρωεκλογές. Η λαϊκή θέληση, διαβεβαίωνε, θα «σαρώσει τα μνημόνια». Οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν πέσει, κατά τη δική του ανάγνωση, από τους αγώνες του λαού και ερχόταν η σειρά της κυβέρνησης Σαμαρά.
Όταν τον ρώτησαν ευθέως αν πράγματι θα «σκίσει τα μνημόνια», η απάντηση που καταγράφηκε ήταν αντάξια της εποχής: «Και θα είναι μέρα μεσημέρι». Το Μνημόνιο, εξηγούσε, θα τελείωνε την πρώτη ημέρα της κυβέρνησης της Αριστεράς. Αργότερα, όταν τα γεγονότα απέκτησαν τη γνωστή δυσάρεστη επιμονή τους, θα δήλωνε ότι ποτέ δεν είχε πει πως τα μνημόνια θα σκίζονταν «με έναν νόμο». Κυριολεκτικά μπορεί κανείς να συζητήσει επί ώρες για τη διαφορά ανάμεσα στο «θα τα σκίσουμε μέρα μεσημέρι» και στο «θα τα σκίσουμε με έναν νόμο». Η ελληνική πολιτική ζωή έχει γνωρίσει σοβαρότερες φιλολογικές διαμάχες, αλλά τόσο διασκεδαστικές.
Έτσι οικοδομήθηκε η μεγάλη υπόσχεση. Οι προηγούμενοι είχαν αποτύχει όχι επειδή η χώρα ήταν χρεοκοπημένη, οι επιλογές περιορισμένες και οι διεθνείς συσχετισμοί δυσμενείς, αλλά επειδή δεν είχαν το θάρρος να συγκρουστούν. Η Ευρώπη μπορούσε να υποχωρήσει. Το Μνημόνιο μπορούσε να τελειώσει. Οι εφαρμοστικοί νόμοι μπορούσαν να καταργηθούν. Οι απώλειες μπορούσαν να αποκατασταθούν. Η αξιοπρέπεια θα επέστρεφε. Και όλα αυτά χωρίς εκείνο το δυσάρεστο τίμημα που οι προηγούμενοι επέμεναν να παρουσιάζουν ως αναπόφευκτο.
Εκατομμύρια άνθρωποι είχαν κάθε λόγο να θέλουν να το πιστέψουν. Είχαν κουραστεί, είχαν φορολογηθεί, είχαν χάσει εισοδήματα, δουλειές και εμπιστοσύνη σε ένα πολιτικό σύστημα που έφερε τεράστιες ευθύνες για τη χρεοκοπία της χώρας. Μαζί του, όμως, ευθύνες είχε και η ίδια η κοινωνία που για χρόνια αποδεχόταν, ανεχόταν ή και απαιτούσε ένα κράτος δανεικών, διορισμών, πρόωρων συντάξεων, φοροδιαφυγής και παροχών χωρίς αντίκρισμα. Το περιβόητο «μαζί τα φάγαμε» του Θόδωρου Πάγκαλου, που τότε ακούστηκε σχεδόν ως ύβρις, με την απόσταση των χρόνων ακούγεται λιγότερο προκλητικό και περισσότερο σαν μια ενοχλητική αλήθεια που η κοινωνία δεν ήταν ακόμη έτοιμη να ακούσει.
Αντίθετα, ο Τσίπρας είχε καταλάβει με ακρίβεια τι ήθελε να ακούσει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Ήταν σχεδόν απολύτως συμβατός με εκείνον τον γνώριμο Έλληνα του καφενείου που, αν γινόταν πρωθυπουργός για μία ημέρα, θα σου εξηγούσε με απόλυτη βεβαιότητα πώς λύνεται το χρέος, πώς μπαίνουν στη θέση τους οι Ευρωπαίοι, πώς φορολογούνται οι πλούσιοι, πώς αυξάνονται οι μισθοί και, αν περίσσευε λίγος χρόνος, πώς φτιάχνεται και ο κόσμος ολόκληρος.
Ο Τσίπρας αποδείχθηκε ο ικανότερος εκφραστής αυτής της αυταπάτης. Την κατάλαβε, μίλησε τη γλώσσα της και τελικά την έκανε πολιτικό πρόγραμμα – για να ονομάσει αργότερα «αυταπάτες» όσα ο ίδιος είχε προηγουμένως παρουσιάσει ως βεβαιότητες και πάνω στα οποία οικοδόμησε την πορεία του προς την εξουσία.
Σε λίγο θα είχαν την ευκαιρία να ανακαλύψουν αν ήταν πράγματι έτσι.
Ύστερα ήρθε η εξουσία.
*Το πρώτο από μια σειρά άρθρων υπό τον γενικό τίτλο «Ο άνθρωπος που επιστρέφει πάντα αθώος»
Ποιος ήταν ο ζωγράφος και ποιητής Χρήστος Μαρκίδης
Νεκρός στο σπίτι του βρέθηκε στις 24 Αυγούστου 2026 ο ζωγράφος και ποιητής Χρήστος Μαρκίδης, σε ηλικία 72 ετών. Η ποίησή του διακρίνεται για την οικονομία της και το μέτρο, είτε εμπνέεται από μυθικά αρχαιοελληνικά μοτίβα είτε από τη χριστιανική παράδοση – είτε, στα ώριμα χρόνια, με εξπρεσιονιστικές νότες, από την κυριαρχία του χρόνου και του θανάτου.
Ο Χρήστος Μαρκίδης είχε γεννηθεί στη Δράμα το 1954. Σπούδασε από το 1974 έως το 1979 στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, με αντικείμενα τη ζωγραφική, τη νωπογραφία, την ιστορία της τέχνης, τη ρυθμολογία και την παιδαγωγική ψυχολογία. Μετά τις σπουδές του έζησε και εργάστηκε για ένα διάστημα στο Παρίσι, ενώ την περίοδο 1985-1988 υπήρξε υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών για την εκπόνηση καλλιτεχνικού έργου στην Ελλάδα.
Η εκθεσιακή του δραστηριότητα εκτεινόταν σε περισσότερα από 40 χρόνια. Από την πρώτη ατομική του έκθεση στην γκαλερί Νέες Μορφές το 1984 έως την αναδρομική παρουσίαση του έργου του στο Art Project Space το 2025, ο Μαρκίδης πραγματοποίησε συνολικά 15 ατομικές εκθέσεις.
Έργα του παρουσιάστηκαν, μεταξύ άλλων, στις Νέες Μορφές, στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών, στην Titanium, στην Gallery 7 και στην Thanassis Frissiras Gallery στην Αθήνα, αλλά και σε χώρους τέχνης στη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα.
Παράλληλα, συμμετείχε σε περισσότερες από 70 ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, διαμορφώνοντας μια συνεχή παρουσία στον εικαστικό χώρο.
Η ζωγραφική δεν ήταν, ωστόσο, η μοναδική περιοχή στην οποία κινήθηκε δημιουργικά ο Χρήστος Μαρκίδης. Από το 1992 δημοσίευε κείμενα και ποιήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά, αναπτύσσοντας σταδιακά ένα εκτεταμένο ποιητικό και δοκιμιακό έργο.
Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: Μονόζυγο. Τέσσερα Σχεδιάσματα (1999), Έως (2001), Άτια στο σκοτεινό νερό (2003), Αμώεν (2004), Κιννάβαρι (2009), Δράκων κατήλθες (2013) και Έρεβος ή το άλλο φως (2020). Το 2023 οι εκδόσεις Αρμός εξέδωσαν τον συγκεντρωτικό τόμο Ποιήματα 1999-2020, στον οποίο συγκεντρώνεται η ποιητική του διαδρομή περισσότερων από δύο δεκαετιών.
Στην ποίησή του, ο Μαρκίδης ξεκίνησε από το παράδοξο και την ονειρική εικόνα των πρώτων πεζοποιημάτων του, όπου συναντιούνται στοιχεία της χριστιανικής παράδοσης και της αρχαιοελληνικής μυθολογίας. Στις επόμενες συλλογές στράφηκε σε ολιγόστιχα, συχνά γνωμικού χαρακτήρα ποιήματα, με ερμητικές εικόνες αλλά και παιγνιώδη χρήση των λέξεων. Στην τελευταία συλλογή του, Έρεβος ή Το άλλο φως, ο λόγος γίνεται αμεσότερος και οι εικόνες καθαρότερες, ενώ κυριαρχούν ο χρόνος και ο θάνατος. Συνολικά, η ποίησή του χαρακτηρίζεται από αυθεντικότητα, οικονομία και μέτρο.
Στο δοκιμιακό του έργο περιλαμβάνονται τα Επτά κείμενα περί Τέχνης και Κατάματα, το οποίο κυκλοφόρησε σε διαδοχικές εκδόσεις το 2005, το 2014 και το 2022.
Το 2025 κυκλοφόρησε το λεύκωμα Χρήστος Μαρκίδης. Ζωγραφική-Σχέδια.
Ακολουθεί το ποίημα «Φάσμα», δείγμα γραφής από την τελευταία ποιητική συλλογή του Χρήστου Μαρκίδη, Έρεβος ή άλλο φως (Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2020):
Στη σιωπή εν μέσω της νυκτός
Το φάσμα ήρθε και μου μίλησε.
Άκου, μου είπε, τ’ αλόγατα σε φέραν ώς εδώ
κι άκου να δεις τι είπαν:
Έρπουν λογής λογής νιφάδες
ο ουρανός ανέτειλε, κατέβηκε στη γη.
Κι εκείνη τη σκηνή με τον Ζαγρέα
ο μανιασμένος άνεμος τη σήκωσε απ’ τα βάθρα
την έριξε στης οικουμένης το σταμνί
ευχή ειρκτή να βρεις εσύ, να τη νυμφεύσεις πάλι.
Εγώ εξέπεσα, καλέ
μήτε γ’ αρνί οδύρομαι μήτε για λύκο.
Εντόσθια μόνον ενθυμούμαι.
Η βία κατά των υγειονομικών
Θα περιγράψω τα γεγονότα όπως τα έζησα. Το απόγευμα της 21ης Αυγούστου 2026, ασθενής 57 ετών αισθανόμενος αναφερόμενη αδιαθεσία προ τριημέρου, προσήλθε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών (ΤΕΠ) μεγάλου νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης. Δυσανασχετώντας με την άνω της μιας ώρας αναμονή, εισέβαλε στο καρδιολογικό ιατρείο υβρίζοντας νοσηλευτές και γιατρούς, προπηλακίζοντας, ρίχνοντας στο δάπεδο τον εφημερεύοντα καρδιολόγο επιχειρώντας να τον γρονθοκοπήσει. Στο χώρο των ΤΕΠ επικράτησε πανδαιμόνιο, η εύρυθμη λειτουργία σταμάτησε. Δυο ψύχραιμοι και χειροδύναμοι συνάδελφοι υγειονομικοί παρενέβησαν και, γνωρίζοντας τον τρόπο, ακινητοποίησαν τον μαινόμενο δράστη. Οι αρχές προσήλθαν και με τη συνδρομή τους οι, προηγουμένως προπηλακισθέντες, θεράποντες ολοκλήρωσαν τις κλινικές, απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις του δράστη. Μετά το πέρας αυτών, οι αστυνομικές αρχές έπραξαν τα νενομισμένα.
Αν δούμε το θέμα της βίας κατά των υγειονομικών από μια κάποια απόσταση θα καταλάβουμε ότι το κίνητρο σχεδόν ποτέ δεν είναι η αγανάκτηση για την πολύωρη αναμονή. Αυτή είναι πάντα η αφορμή. Η αιτία είναι ένα νοσηρό ταξικό μίσος, ένας πληγωμένος εγωισμός που πασχίζει να βρει διέξοδο. Ένα παράλογο σύνδρομο κατωτερότητας σε συνδυασμό με διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Πάνω στην οργή της βίας, ο δράστης θεωρεί εαυτόν επαναστάτη που στρέφεται κατά της κοινωνικής ιεραρχίας που αυτός έχει πλάσει στο μυαλό του και που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα. Αισθάνεται πανίσχυρος υπεράνω κοινωνικών συμβάσεων που μπορεί να προπηλακίσει μια νοσηλεύτρια και να ρίξει στο πάτωμα έναν γιατρό…
Αυτό που περιγράφω δεν είναι μια μεμονωμένη ψυχοπαθολογία. Είναι μια περιθωριακή νοοτροπία ενός, όλο και αυξανόμενου, μέρους της κοινωνίας μας. Οι δράστες τέτοιων περιστατικών βλέπουν την ασυδοσία ως δικαίωμα που τους εξασφαλίζει το δρόμο προς την –όποια αυτοί νομίζουν– καθιέρωση.
Μέσα στις εξαντλητικές βάρδιες μας, όσοι δουλεύουμε στο σύστημα υγείας έχουμε να αντιμετωπίσουμε κι αυτούς. Και τα περιστατικά βίας κατά των υγειονομικών ανά την Ελλάδα όλο και πληθαίνουν.
Γι’ αυτό προτείνουμε και ζητάμε την καθιέρωση ειδικού «Panic Button», αντίστοιχου με αυτό που έχουν τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο θα βρίσκεται σε χρήση από τον υπεύθυνο βάρδιας προς άμεση κλήτευση των αστυνομικών αρχών όταν παραστεί ανάγκη.
Ο Στέφανος Μάνος (1939-2026) και ο φιλελευθερισμός
Ο Στέφανος Μάνος, που πέθανε στις 15 Αυγούστου 2026 σε ηλικία 87 ετών, υπήρξε μία από τις πιο διακριτές περιπτώσεις πολιτικού της μεταπολιτευτικής Κεντροδεξιάς. Όχι επειδή έμεινε σε αυτήν μέχρι τέλους –δεν έμεινε– αλλά επειδή εξέφρασε με συνέπεια μια εκδοχή της που στην Ελλάδα ούτε αυτονόητη ήταν ούτε δημοφιλής: τη φιλελεύθερη.
Ο Στέφανος Μάνος μπήκε στην πολιτική το 1977, με τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αφού είχε προηγηθεί μια ενδεκαετής επιχειρηματική διαδρομή. Μηχανολόγος μηχανικός του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης, με MBA από το Χάρβαρντ, δεν είχε ούτε τη διαδρομή ούτε τη γλώσσα του επαγγελματία κομματικού στελέχους. Ο Καραμανλής τον χρησιμοποίησε αμέσως: υφυπουργός Δημοσίων Έργων και, στη συνέχεια, υπουργός του νεοϊδρυθέντος τότε υπουργείου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος. Στην κυβέρνηση Ράλλη έγινε υπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας.
Η πρώτη εκείνη κυβερνητική περίοδος του Στέφανου Μάνου κυρίως χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια διάσωσης της Πλάκας, κάτω από την Ακρόπολη. Ως ο πρώτος περιβαλλοντικός υπουργός, εργάστηκε για τη διάσωση του ιστορικού κέντρου από την ανεξέλεγκτη κυκλοφορία των αυτοκινήτων, από χρήσεις που το υποβάθμιζαν και από την οικοδομική πίεση – έργα που δύσκολα θυμάται κανείς ότι κάποτε δεν ήταν αυτονόητα. Με τον Μάνο συνδέθηκε επίσης η απομάκρυνση του εργοστασίου φωταερίου από το Γκάζι. Ήταν μια πρώτη ένδειξη ενός χαρακτηριστικού που θα τον ακολουθούσε: του άρεσε περισσότερο να αλλάζει κάτι συγκεκριμένο παρά να εξηγεί επί μακρόν γιατί δεν μπορεί να αλλάξει.
Η σημαντικότερη πολιτική περίοδός του, ωστόσο, ήταν η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, το 1990-1993. Εκεί, ο Στέφανος Μάνος βρήκε το πολιτικό περιβάλλον που βρισκόταν πιο κοντά στις ιδέες του. Ως υπουργός ΠΕΧΩΔΕ συνδέθηκε με τη δρομολόγηση μεγάλων έργων υποδομής –μεταξύ αυτών του Μετρό της Αθήνας–, με το σχεδιασμό της Αττικής Οδού και με την απόσυρση των παλαιών, ρυπογόνων αυτοκινήτων. Κατόπιν, ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, βρέθηκε στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής μιας κυβέρνησης που επιχείρησε, με μεγάλο πολιτικό κόστος και όχι πάντα με επιτυχία, να περιορίσει τον κρατισμό της δεκαετίας του 1980.
Ο Στέφανος Μάνος ήταν καθαρόαιμος φιλελεύθερος. Πίστευε στην οικονομία της αγοράς, στις ιδιωτικοποιήσεις, στον ανταγωνισμό, στον περιορισμό του πελατειακού κράτους, στη δημοσιονομική πειθαρχία και στην αξιολόγηση του αποτελέσματος. Αντιμετώπιζε με βαθιά καχυποψία την ιδέα ότι το κράτος οφείλει να παράγει το ίδιο ό,τι μπορεί να εξασφαλίσει καλύτερα για τον πολίτη εποπτεύοντας την αγορά. Και πίστευε ότι το κόστος μιας δημόσιας πολιτικής δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια αλλά πολιτικό και ηθικό δεδομένο: επειδή τελικά οι πολίτες πληρώνουν.
Αυτές οι αντιλήψεις τον έφεραν σταδιακά σε σύγκρουση με το κόμμα του, τη ΝΔ, και την κυρίαρχη στο εσωτερικό και στην ελληνική κοινωνία λαϊκή Δεξιά, που αποθέωνε τον κρατισμό, μια στερεότυπη εθνικοφροσύνη, ενώ και ο κοινωνικός χαρακτήρας της πολιτικής της απέβλεπε στην εκλογική ανταποδοτικότητα. Η σύγκρουση έγινε ρήξη το 1998, επί προεδρίας τη ΝΔ του Κώστα Καραμανλή. Μαζί με άλλους φιλελεύθερους βουλευτές της παράταξης (Γιώργος Σουφλιάς, Βασίλης Κοντογιαννόπουλος, Αναστάσης Παπαληγούρας, Πέτρος Τατούλης, Νίκος Κάκκαλος), ο Στέφανος Μάνος υποστήριξε τη ρύθμιση Παπαντωνίου που επέτρεπε την αλλαγή των κανονισμών προσωπικού στις ζημιογόνες ΔΕΚΟ, επειδή θεωρούσε τη μεταρρύθμιση απολύτως συμβατή με όσα υποστήριζε η ίδια η ΝΔ και αρνήθηκε να ακολουθήσει την κομματική γραμμή της καταψήφισης. Διαγράφηκε. Και έκτοτε, η πορεία του ήταν ενός παρεμβατικού ανθρώπου, που υπερασπιζόταν τις ιδέες του και, ιδίως, τις φιλελεύθερης κατεύθυνσης μεταρρυθμίσεις στο ελλυνικό κράτος.
Το 1999 ίδρυσε τους Φιλελευθέρους («Ταύροι», λόγω του εμβλήματός τους). Η φιλοδοξία ήταν μεγαλύτερη από το εκλογικό αποτέλεσμα: στις ευρωεκλογές το κόμμα έμεινε περίπου στο 1,6%. Το 2000 συνεργάστηκε ξανά με τη ΝΔ με την οποία επανεξελέγη βουλευτής. Αργότερα συνεργάστηκε εκλογικά με το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, με το οποίο εξελέγη βουλευτής επικρατείας.
Παρότι συχνά επικρίθηκε για τις πολιτικές του μετακινήσεις, ο Στέφανος Μάνος δεν μετακινήθηκε από τον βασικό του στόχο, τον οποίο θεωρούσε ζωτικής σημασίας για τη χώρα: την οικονομική ελευθερία, τις μεταρρυθμίσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις με στόχο ένα μικρότερο αλλά αποτελεσματικότερο κράτος. Με τις μειοψηφικές αυτές θέσεις, το 2009 συνέβαλε στην ίδρυση αμιγώς φιλελεύθερου κόμματος, της Δράσης.
Όπως όμως οι Φιλελεύθεροι δεν απέκτησαν κοινωνική βάση, έτσι και η Δράση δεν κατόρθωσε να γίνει μαζικό κόμμα. Ο Στέφανος Μάνος είχε επιρροή μόνο σε όσους δημοσίως υποστήριζαν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, ενώ η μεγάλη πλειονότητα του πολιτικού συστήματος τον απαξίωνε ως νεοφιλελεύθερο και οι πολιτικές του απόπειρες αποδοκιμάζονταν εκλογικά. Τα τελευταία χρόνια μετατράπηκε σε έναν πολιτικό οι παρεμβάσεις του οποίου υπεδείκνυαν τι όφειλε να κάνει η χώρα. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν είχαν αποδέκτες, γι’ αυτό άλλωστε η Ελλάδα πορεύτηκε στο δρόμο της χρεοκοπίας.
Η χρεοκοπία, ωστόσο, και η αδυναμία των πολιτικών κομμάτων να υιοθετήσουν και να υλοποιήσουν τα μνημόνια τα οποία είχαν συνυπογράψει, οδήγησε στη μεγάλη περιπέτεια για τη χώρα της δεκαετίας του 2010. Και επανέφερε, ως στρατηγική σωτηρίας, ιδέες που η προ Κυριάκου Μητσοτάκη ΝΔ αποστρεφόταν ως υπερβολικά φιλελεύθερες. Ιδιωτικοποιήσεις, αξιολόγηση, συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα, δημοσιονομική πειθαρχία, λιγότερη ανοχή στις ζημιογόνες κρατικές επιχειρήσεις είναι μερικές από τις ιδέες που πρότεινε ο Στέφανος Μάνος και προσπαθούν να υλοποιήσουν οι κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η διαμάχη, δηλαδή, που ο Στέφανος Μάνος άνοιξε μέσα στη συντηρητική παράταξη δεν έκλεισε με τη διαγραφή του. Κατά έναν παράξενο τρόπο, μάλιστα, έφυγε από τη ΝΔ πολύ πριν ορισμένες από τις ιδέες του επιστρέψουν σε αυτήν. Από την άποψη αυτή, θα ένιωθε σε μεγάλο βαθμό δικαιωμένος.
Το «Πνεύμα του Άνκορατζ» ένα χρόνο μετά: η διπλωματία χωρίς στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ
Ένα χρόνο μετά τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα, το «Πνεύμα του Άνκορατζ» έχει επιβιώσει όχι ως ειρηνευτικό σχέδιο, αλλά ως μέθοδος προσωπικών διπλωματικών διαπραγματεύσεων και διπλής πίεσης, με στόχο την επίτευξη μιας συμφωνίας που ο Τραμπ θα μπορεί να παρουσιάσει ως δική του, ανεξάρτητα από τις μετέπειτα εξελίξεις.
Στις 15 Αυγούστου 2025, ο Ρώσος πρόεδρος, ο οποίος τότε ήταν ήδη καταζητούμενος από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και απομονωμένος από το μεγαλύτερο μέρος της Δύσης, πάτησε σε αμερικανικό έδαφος, έλαβε υποδοχή με κόκκινο χαλί και στάθηκε δίπλα στον πρόεδρο των ΗΠΑ ως ίσος προς ίσο. Η Ουκρανία απουσίαζε. Η υποστήριξη του Κιέβου φαινόταν δαπανηρή· η διαπραγμάτευση με τη Μόσχα παρουσιάστηκε ως πιο πρακτική. Η σύνοδος κορυφής δεν οδήγησε ούτε σε κατάπαυση του πυρός ούτε σε ειρηνευτική συμφωνία, ωστόσο ο Πούτιν αποκαταστάθηκε δημοσίως χωρίς να κάνει καμία παραχώρηση.
Ένα χρόνο αργότερα, η Ρωσία έχει μετατρέψει τη σύνοδο κορυφής σε δικό της προϊόν. Έχει κατατεθεί μάλιστα αίτηση για κατοχύρωση εμπορικού σήματος για ένα άρωμα με την ονομασία «Spirit of Anchorage», η ονομασία που προτιμά το Κρεμλίνο για τη συνεννόηση που, όπως ισχυρίζεται, πέτυχαν ο Τραμπ και ο Πούτιν στην Αλάσκα. Ωστόσο, δεν υπήρχε καμία συμφωνία να εμφιαλωθεί, καμία ειρήνη να τιμηθεί και καμία στρατηγική πρόοδος να διαφυλαχθεί – μόνο μια ατμόσφαιρα. Καθώς η ουσία εξατμίστηκε, η Ρωσία κράτησε το άρωμα.
Το ερώτημα τώρα δεν είναι αν ο Τραμπ έχει στραφεί από τον Πούτιν στον Ζελένσκι. Δεν το έχει κάνει. Το ερώτημα είναι τι μπορεί να προσφέρει η κάθε πλευρά σε έναν πρόεδρο που θέλει να μετατρέψει την εξωτερική πολιτική σε μια συναλλαγή που μπορεί και πρέπει να κλείσει. Η Μόσχα προσφέρει πρόσβαση σε ενέργεια και γεωπολιτικές ευκαιρίες. Το Κίεβο προσφέρει τεχνολογία δοκιμασμένη σε μάχες και βιομηχανική τεχνογνωσία. Και τα δύο μπορεί να είναι χρήσιμα για τον Τραμπ· ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, η χρησιμότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τη δέσμευση.
Πριν συναντήσει τον Πούτιν, ο Τραμπ είχε ήδη πλαισιώσει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ουκρανίας με εμπορικούς όρους. Νωρίτερα το 2025, πίεσε το Κίεβο να υπογράψει μια συμφωνία για ορυκτά που θα έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες απτή ανταπόδοση για τη στήριξη που παρείχαν στην Ουκρανία. Στην Ουκρανία, η πρόταση προκάλεσε φόβους ότι η χώρα θα αντιμετωπιζόταν και πάλι κυρίως ως προμηθευτής πρώτων υλών και όχι ως συμμετέχων σε αλυσίδες παραγωγής υψηλότερης αξίας.
Η αναδυόμενη αμυντική συνεργασία ακολουθεί την ίδια λογική, αλλά αλλάζει πλέον το τι μπορεί να προσφέρει η Ουκρανία. Το Κίεβο διαθέτει συστήματα δοκιμασμένα σε μάχες, δεδομένα από το πεδίο της μάχης και έναν κύκλο καινοτομίας που διαμορφώνεται από τη συνεχή προσαρμογή στα ρωσικά αντίμετρα – δυνατότητες που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν ακόμη με συγκρίσιμη ταχύτητα ή κλίμακα.
Οι δύο χώρες προωθούν σχέδια για κοινή παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένου ενός εργοστασίου στις Ηνωμένες Πολιτείες που θα χρησιμοποιεί ουκρανική τεχνολογία. Έξι ουκρανικοί κατασκευαστές έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Drone Dominance» του Πενταγώνου, στο πλαίσιο του οποίου τα συστήματά τους θα δοκιμαστούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ και, για μελλοντικές παραγγελίες, θα παραχθούν μέσω αμερικανικών συνεργασιών.
Η Ουκρανία αναμένεται να κατασκευάσει μεταξύ έξι και επτά εκατομμυρίων μικρών επιθετικών drones το 2026. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2027, το πρόγραμμα του Πενταγώνου ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα έχει παραγγείλει λιγότερα από 200.000. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν συντριπτικά πλεονεκτήματα σε κεφάλαιο, εξαρτήματα και βιομηχανική ικανότητα, αλλά παραμένουν χρόνια πίσω από την Ουκρανία στην παραγωγή αυτής της κατηγορίας όπλων με ρυθμό πολέμου.
Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να μετατρέψει τα διδάγματα της Ουκρανίας από το πεδίο της μάχης σε αμερικανική ικανότητα. Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει πρακτική αλληλεξάρτηση χωρίς να οδηγήσει σε στρατηγική ευθυγράμμιση. Η Ουκρανία μπορεί να γίνεται πιο πολύτιμη για τον Τραμπ, αλλά όχι πιο ασφαλής. Η αναδυόμενη συνεργασία παρέχει στο Κίεβο μια επιπλέον πηγή επιρροής στην Ουάσιγκτον, αφήνοντας όμως τη βασική σχέση υπό όρους: η αμερικανική υποστήριξη παραμένει συνδεδεμένη με ό,τι μπορεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση ως συμφωνία.
Με φόντο τη βελτιωμένη συνεργασία και το αυξανόμενο κλίμα εμπιστοσύνης και ανοιχτότητας μεταξύ αμερικανικών και ουκρανικών αμυντικών εταιρειών, θα μπορούσε κανείς να αναμένει μια πιο θετική στάση όσον αφορά την υποστήριξη των ουκρανικών συμφερόντων στις διαπραγματεύσεις. Κάποιοι ίσως να περίμεναν ακόμη και τον Τραμπ να αποφασίσει να υλοποιήσει το δικό του προεκλογικό σύνθημα, «ειρήνη μέσω ισχύος», και να καταστεί ένας φιλοουκρανός και ατλαντιστής αμερικανός ηγέτης. Ωστόσο, η λογική της προεδρίας του και οι δικές του προτεραιότητες έρχονται σε αντίθεση με οποιαδήποτε «φιλο-τάδε» στάση. Ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να έχει φιλοουκρανική ή φιλορωσική τάση – ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να είναι μόνο «φιλο-Τραμπ(ικός)» - κάποιοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι δεν είναι πάντα ούτε καν φιλοαμερικανός.
Με αυτά τα δεδομένα, ποιος είναι ο στόχος του Τραμπ στην πολιτική του τόσο απέναντι στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία; Το επίμονο «άρωμα του Άνκορατζ» στο ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών οδήγησε τους ανθρώπους εκεί να πιστεύουν ότι ο Τραμπ θέλει να κερδίσει την εύνοια του Πούτιν και να ενταχθεί στον κύκλο των αυτοαποκαλούμενων «machos» της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής. Η συμμετοχή σε αυτή τη λέσχη θα συνεπαγόταν φθηνό πετρέλαιο και την υλοποίηση του πακέτου έργων ανάπτυξης της Αρκτικής του Κιρίλ Ντμίτριεφ, αξίας 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, αυτή η λογική ταιριάζει απόλυτα στη στρατηγική που προωθεί ο Έλμπριτζ Κόλμπι, η οποία αποσκοπεί στο να πείσει τη Ρωσία να αντιταχθεί στην Κίνα σε μια μελλοντική σύγκρουση ηγεμονιών. Ακόμη και αν η ρωσική ηγεσία δεν υποστηρίζει αυτή την ιδέα, θα την αξιοποιήσει για να στρέψει την προσοχή της Αμερικής προς τη Μόσχα.
Από την πλευρά της Ουκρανίας, η πρόσφατη ενεργή και σε μεγάλο βαθμό παραγωγική συνεργασία δημιούργησε την εντύπωση ότι οι ΗΠΑ δεν ήθελαν πλέον απλώς να «αποτρέψουν την ήττα της Ουκρανίας». Φαινόταν ότι η Ουάσιγκτον ήταν έτοιμη να επενδύσει τόσο σε τρέχοντα στρατιωτικά έργα όσο και στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Έγινε σημαντική δουλειά προς την κατεύθυνση μιας συμφωνίας για τα μέταλλα σπάνιων γαιών, τη δημιουργία ενός ταμείου ανοικοδόμησης και τη συνέχιση του διαλόγου σχετικά με τη δυνατότητα αδειοδοτημένης παραγωγής πυραύλων PAC-3. Δεδομένου ότι οι Αμερικανοί δεν μπορούν να δείξουν αδυναμία έναντι της Κίνας, υπήρχε η ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν ενεργά τον εταίρο τους στην Ευρώπη.
Ωστόσο, η αλήθεια είναι πιο απλή, ακριβώς όπως και η ίδια η εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Χρειάζεται απλώς μια συμφωνία. Δεν έχει πλέον μεγάλη σημασία ποιος θα βγει νικητής από τον πόλεμο και σε ποια κατάσταση. Εάν πρόκειται για μια πραγματική συμφωνία που μπορεί να υπογράψει ο Τραμπ και που φέρει το όνομά του, αυτή η συμφωνία θα εξυπηρετήσει τον Αμερικανό πρόεδρο.
Μια συμφωνία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Τραμπ για να διεκδικήσει για άλλη μια φορά το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Θα του επέτρεπε επίσης να ξεχάσει αυτό το μέρος του κόσμου – ακριβώς όπως ο Τραμπ δεν αντέδρασε στην παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, ακριβώς όπως ξέχασε την επανέναρξη του πολέμου μεταξύ του Κονγκό και της Ρουάντα ή μεταξύ της Ταϊλάνδης και της Καμπότζης. Η διάρκεια μιας συνθήκης, η τήρηση των αρχών της ή η μακρά διαδικασία οικοδόμησης σχέσεων μεταξύ πρώην αντιπάλων δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρούσα κυβέρνηση.
Ένα εφήμερο «πνεύμα του Άνκορατζ» ενδέχεται να κρύβεται στην πολιτική της διπλής πίεσης. Όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Τραμπ, η συνάντηση με τον Πούτιν στην Αλάσκα δεν ήταν επιτυχής. Στη συνέχεια, δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος σε καμία από τις διάφορες πρωτοβουλίες που πρότεινε η ρωσική πλευρά.
Η συνάντηση ενδέχεται ωστόσο να είχε ένα αποτέλεσμα – ένα ορισμένο πάγωμα των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ουκρανία. Πριν από ένα χρόνο, το Κίεβο είχε μόλις αρχίσει να καθιερώνει κανονικές διμερείς σχέσεις με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση. Ένα χρόνο μετά τη σύνοδο κορυφής στην Αλάσκα, εξακολουθεί να επικρατεί η ίδια ασαφής κατάσταση που επικρατούσε τότε. Αφενός, η Ρωσία αντιμετωπίζει νέες κυρώσεις, ενώ οι εταίροι της αντιμετωπίζουν νέους δασμούς και εμπορικούς περιορισμούς. Αφετέρου, η Ουκρανία ενδέχεται να μείνει χωρίς αντιβαλλιστική άμυνα κατά τη διάρκεια του πιο δύσκολου χειμώνα σε καιρό πολέμου.
Όπως και το καλοκαίρι του 2025, υπάρχει και σήμερα πίεση και στις δύο πλευρές να καταλήξουν σε συμφωνία το συντομότερο δυνατό. Δεν υπάρχει ακόμη στρατηγικό σχέδιο για την εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας. Και παραμένει ασαφές τι ακριβώς επιθυμεί να επιτύχει ο Λευκός Οίκος.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Η «Εστία» και η ανέστια ύβρις
Η πολιτική μικρότητα φτάνει στην πιο αποκρουστική της μορφή όταν ένας άνθρωπος, ένα κόμμα ή μια εφημερίδα αντιλαμβάνεται πως ακόμη και ο θάνατος μπορεί να του φανεί χρήσιμος: να καλύψει μια ευθύνη, να στηρίξει έναν αδύναμο ισχυρισμό, να κερδίσει χρόνο ή να περιβάλει μια σκοπιμότητα με το κύρος του πένθους.
Η εφημερίδα Εστία δημοσίευσε ένα ρεπορτάζ για υποτιθέμενο δείπνο του Γιώργου Γεραπετρίτη, της Άννας Διαμαντοπούλου και του Μανώλη Χριστοδουλάκη. Οι τρεις το διέψευσαν κατηγορηματικά. Η εφημερίδα όφειλε εκείνη τη στιγμή να κάνει αυτό που επιβάλλει η στοιχειώδης δημοσιογραφική δεοντολογία: να παρουσιάσει τις αποδείξεις της ή να ανακαλέσει.
Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να ανακοινώσει ότι, «μετέχοντας στο εθνικό πένθος» για τους δύο πιλότους που σκοτώθηκαν κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους, δεν θα απαντούσε την ίδια ημέρα. Θα απαντούσε αργότερα, την επόμενη Κυριακή, «με σοβαρότητα, νηφαλιότητα και τεκμηρίωση».
Η διατύπωση θα μπορούσε να προκαλεί απλώς θυμηδία, αν δεν ήταν τόσο ηθικά αποκρουστική.
Τι ακριβώς εμπόδιζε το πένθος; Την παρουσίαση ενός στοιχείου; Τη δημοσίευση μιας αυθεντικής φωτογραφίας; Την κατονομασία μιας πηγής; Την παραδοχή ενός λάθους; Χρειαζόταν άραγε μια εβδομάδα εθνικής περισυλλογής για να αποδειχθεί ότι τρεις άνθρωποι κάθισαν στο ίδιο τραπέζι;
Η εφημερίδα δεν σιώπησε. Συνέχισε να υπαινίσσεται, να προαναγγέλλει, να μιλά για πολιτικές διεργασίες, μετεκλογικές εξελίξεις και θέσεις εξουσίας. Η μόνη απάντηση που ανέβαλε ήταν εκείνη που απαιτούσε αποδείξεις. Και ανάμεσα στον εαυτό της και στην απαίτηση της αλήθειας τοποθέτησε δύο νεκρούς. Παράξενος τρόπος να δείξεις σεβασμό.
Οι δύο πιλότοι έχασαν τη ζωή τους εκτελώντας το καθήκον τους. Δεν σκοτώθηκαν για να εξασφαλίσουν σε μια εφημερίδα χρόνο διαχείρισης μιας διάψευσης. Δεν μπορούν να επιστρατεύονται εκ των υστέρων ως ηθικοί φρουροί ενός πρωτοσέλιδου. Η μνήμη τους δεν αποτελεί αναστολή της δημοσιογραφικής λογοδοσίας. Ο θάνατός τους δεν προσφέρει άσυλο σε κανέναν ισχυρισμό.
Και όμως, αυτή ακριβώς η χρήση του θανάτου έχει γίνει σχεδόν κοινός τόπος στην ελληνική πολιτική ζωή. Κάθε τραγωδία μετατρέπεται με τρομακτική ταχύτητα σε πολιτικό κεφάλαιο. Οι νεκροί αποκτούν εκπροσώπους που δεν επέλεξαν, απόψεις που δεν διατύπωσαν, κομματικές ταυτότητες που δεν είχαν. Η σιωπή τους γεμίζει με τις φωνές των ζωντανών. Άλλοι μιλούν στο όνομά τους, άλλοι αποδίδουν στους νεκρούς τη δική τους οργή, άλλοι κρύβονται πίσω τους για να αποφύγουν μια δύσκολη ερώτηση.
Στα Τέμπη η διαδικασία αυτή πήρε τις πιο ακραίες διαστάσεις της. Πενήντα επτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε μια τραγωδία που απαιτεί πλήρη διερεύνηση, τιμωρία των υπευθύνων και απόλυτη θεσμική διαφάνεια. Η απαίτηση αυτή είναι αδιαπραγμάτευτη.
Αδιαπραγμάτευτη είναι και μια δεύτερη αρχή: κανένας θάνατος δεν μετατρέπει μια εικασία σε γεγονός. Κανένας πόνος δεν υποκαθιστά την απόδειξη. Καμία τραγωδία δεν δίνει σε κόμματα, δημοσιογράφους ή αυτόκλητους εισαγγελείς το δικαίωμα να παρουσιάζουν τη μισή αλήθεια ως ολόκληρη, να βαφτίζουν κάθε αμφιβολία συγκάλυψη και κάθε απαίτηση τεκμηρίωσης προσβολή προς τους νεκρούς.
Η δικαιοσύνη για τους νεκρούς απαιτεί αλήθεια. Η πολιτική εκμετάλλευση απαιτεί χρήσιμη μυθοπλασία. Εκεί βρίσκεται η διαφορά.
Όταν η συγκίνηση γίνεται μέσο για να παρακαμφθεί η απόδειξη, ο νεκρός παύει να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος και μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο, γίνεται εικόνα σε πανό, φράση σε ομιλία, επιχείρημα σε τηλεοπτικό παράθυρο, ασπίδα απέναντι σε μια διάψευση. Αυτή είναι η πραγματική σκύλευση: να χρησιμοποιείς τη σιωπή ενός νεκρού για να δυναμώσεις τη δική σου φωνή.
Οι αρχαίοι ονόμαζαν ύβριν την υπέρβαση του ορίου που διατηρεί τον άνθρωπο μέσα στην ηθική τάξη. Η καπηλεία του θανάτου αποτελεί την πληρέστερη εκδοχή της. Ο ζωντανός ιδιοποιείται τον νεκρό, του αποδίδει σκοπούς, τον στρατεύει σε αντιπαραθέσεις που εκείνος δεν επέλεξε και απαιτεί από τους άλλους να σωπάσουν μπροστά στη μνήμη του.
Η ανακοίνωση της «Εστίας» είναι αποκαλυπτική ακριβώς επειδή παρουσιάζει αυτή τη χρήση σχεδόν απροκάλυπτα. Πρώτα το δημοσίευμα. Έπειτα οι διαψεύσεις. Κατόπιν η επίκληση του εθνικού πένθους. Και στο τέλος η υπόσχεση ότι οι αποδείξεις θα εμφανιστούν αργότερα.
Οι αποδείξεις, όμως, δεν πενθούν. Είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν.
Όταν δημοσιεύεις έναν τόσο συγκεκριμένο ισχυρισμό, τις διαθέτεις πριν από τη δημοσίευση. Δεν τις συγκεντρώνεις μία εβδομάδα μετά, επειδή οι άνθρωποι που ενέπλεξες σε διέψευσαν. Και ασφαλώς δεν χρησιμοποιείς δύο φέρετρα για να μεταθέσεις την ώρα κατά την οποία θα κριθεί η αξιοπιστία σου.
Η εφημερίδα οφείλει να παρουσιάσει όσα υποστηρίζει ότι διαθέτει. Αν τα στοιχεία της αποδεικνύουν το δημοσίευμα, θα κριθούν. Αν δεν το αποδεικνύουν, οφείλει να ανακαλέσει. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει.
Το πένθος δεν είναι δημοσιογραφικό καταφύγιο, ούτε οι νεκροί συνήγοροι των ζωντανών. Πολύ δε περισσότερο τα φέρετρα δεν είναι παραβάν πίσω από τα οποία κρύβονται όσοι χρωστούν απαντήσεις.
Η δολοφονία και η ανάσταση του Ομήρου
Ας συμφωνήσουμε αρχικά σε κάτι στοιχειώδες. Μια σοβαρή κρίση σπανίως χωρά στο άσπρο και το μαύρο, στο καλό και το κακό. Η ερμηνεία που σέβεται το αντικείμενό της αποδέχεται την πολυπλοκότητά του, ακόμη και όταν καταλήγει σε αυστηρό συμπέρασμα. Διαφορετικά, η κριτική παύει να είναι κρίση και καταντά αποψάρα.
Δεν είδα την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν. Είδα, όμως, εκείνο που προηγήθηκε και ακολούθησε την προβολή της: τον μαύρο χαμό. Δεν υπήρξε λογαριασμός στο Facebook, στο X, στο Instagram ή σε οποιαδήποτε άλλη γωνιά των κοινωνικών δικτύων που να αντιστάθηκε στον πειρασμό της δημόσιας αυτοέκθεσης: να μιλήσει με απόλυτη βεβαιότητα για όσα αγνοεί.
Γι’ αυτό ακριβώς το άρθρο αφορά τη «βουή και την αντάρα», όχι την ταινία. Για να κρίνει κανείς ένα κινηματογραφικό έργο, οφείλει ασφαλώς να το παρακολουθήσει. Για να παρατηρήσει όμως τον μηχανισμό που το μεταβάλλει σε παγκόσμιο πολιτιστικό γεγονός, αρκεί να κοιτάξει όσα συμβαίνουν γύρω του.
Πίσω από τις υψηλές λέξεις περί Ομήρου, πολιτιστικής κληρονομιάς, συμπερίληψης και ιστορικής πιστότητας υπάρχει πρώτα μια πολύ πεζή πραγματικότητα. Μια παραγωγή της τάξης των 250 εκατομμυρίων δολαρίων πρέπει να επιστρέψει τα χρήματά της. Γύρω από μια τέτοια παραγωγή στήνεται πολύ πριν από την πρεμιέρα ένας τεράστιος μηχανισμός δημοσιότητας, που τρέφεται εξίσου από τη συζήτηση και τη διαμάχη. Το Χόλιγουντ γνωρίζει εδώ και καιρό ότι η διαμάχη είναι το φθηνότερο ειδικό εφέ μιας πανάκριβης ταινίας. Η μαύρη Ελένη, ο καταθλιπτικός Οδυσσέας, το μετατραυματικό στρες, οι δηλώσεις των ηθοποιών και η οργή των κοινωνικών δικτύων αποτελούν διαφορετικές πηγές του ίδιου πολύτιμου καυσίμου: της προσοχής.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι ο Νόλαν είναι ένας κυνικός έμπορος που έτυχε να πέσει πάνω στον Όμηρο. Ούτε άσχετος είναι ούτε ανόητος. Μελέτησε το κείμενο, διάβασε διαφορετικές μεταφράσεις και έπειτα, όπως ο ίδιος παραδέχεται, τις αγνόησε, ώστε να φτιάξει μια ταινία με τη δική του κινηματογραφική γλώσσα. Ο Ντάνιελ Μέντελσον, κορυφαίος κλασικός φιλόλογος και βαθύς γνώστης της ομηρικής Οδύσσειας, αναγνωρίζει ότι η κυκλική σύνθεση, οι αναδρομές, οι ιστορίες μέσα στις ιστορίες και η συνεχής επιστροφή στο σημείο εκκίνησης συνδέουν ουσιαστικά τη μέθοδο του Νόλαν με την ομηρική αφήγηση.
Η σοβαρότητα της προετοιμασίας του δεν αγιοποιεί το αποτέλεσμα, ωστόσο, το καθιστά άξιο σοβαρής διαφωνίας.
Η Οδύσσεια προκάλεσε επί αιώνες συγγραφείς, μεταφραστές, σκηνοθέτες, ζωγράφους και μουσικούς. Ο Βιργίλιος, ο Δάντης, ο Τζόυς και ο Καζαντζάκης συνάντησαν διαφορετικό Οδυσσέα, επειδή κάθε εποχή αναζητούσε στο ίδιο πρόσωπο τη δική της ανησυχία. Αυτή η αδιάκοπη επανεμφάνισή του αποδεικνύει ότι το έργο λειτουργεί ακόμη, ότι εξακολουθεί να γεννά μορφές και νοήματα. Δεν μας υποχρεώνει να αποδεχθούμε κάθε νέα εκδοχή του. Η επίδραση ενός κλασικού έργου και η αξία μιας συγκεκριμένης διασκευής του είναι δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Ο Όμηρος μας κληροδότησε την Οδύσσεια, όχι και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να την ερμηνεύουμε.
Εξακολουθώ, για παράδειγμα, να διαβάζω την Οδύσσεια στη μετάφραση του Ιάκωβου Πολυλά και θεωρώ την απόπειρα των Καζαντζάκη–Κακριδή επιεικώς άστοχη. Κάποιος άλλος μπορεί να πιστεύει ακριβώς το αντίθετο. Αυτή είναι μια θεμιτή αισθητική και φιλολογική διαφωνία. Τι απομένει; Να κηρύξουμε νέο Τρωικό Πόλεμο ανάμεσα σε ανθρώπους που, σε μεγάλο ποσοστό, γνωρίζουν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια κυρίως από τα εξώφυλλά τους;
Η σημαντικότερη ένσταση απέναντι στην ταινία, τουλάχιστον όπως την περιγράφει ο Μέντελσον, αφορά τον ίδιο τον Οδυσσέα. Ο Νόλαν τον μετατρέπει σε έναν ήρωα ενοχής, ψυχικά διαλυμένο από τον Τρωικό Πόλεμο, σχεδόν σε μια αρχαία εκδοχή του Μπάτμαν. Του αποδίδει κατάθλιψη και μετατραυματικό στρες, ώστε να γίνει αναγνωρίσιμος από το θεατή του 21ου αιώνα. Η επιλογή διαθέτει δραματουργική λογική. Είναι όμως πολύ περισσότερο Νόλαν από όσο είναι Όμηρος.
Ο ομηρικός άνθρωπος γνωρίζει το φόβο, το πένθος, την απώλεια και τη συντριβή. Ο Οδυσσέας κλαίει στην ακτή της Καλυψώς, δακρύζει ακούγοντας τον Δημόδοκο να τραγουδά τα γεγονότα της Τροίας, νοσταλγεί την πατρίδα και υποφέρει για τους συντρόφους που χάθηκαν. Η ψυχική οδύνη υπάρχει. Εκείνο που απουσιάζει είναι η σύγχρονη ηθική ανάγνωσή της. Ο ήρωας βασανίζεται από την απώλεια, τον νόστο που αναβάλλεται, τη μνήμη και την οργή των θεών αλλά δεν μετανοεί επειδή έλαβε μέρος σε έναν πόλεμο ο οποίος παραβιάζει τις σημερινές αντιλήψεις περί βίας. Η πολεμική πράξη τού προσφέρει τιμή και κλέος, ενώ το τέχνασμα αποτελεί απόδειξη της αρετής του, όχι πηγή ενοχής που απαιτεί ψυχοθεραπευτική εξιλέωση.
Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Στον ομηρικό κόσμο το άτομο ορίζεται μέσα από το βλέμμα των θεών, των συμπολεμιστών, της οικογένειας και της κοινότητας. Η τιμή, η αιδώς, η φήμη, η εκδίκηση, η φιλοξενία και η πίστη στον οίκο συνθέτουν έναν κόσμο πολύ μακρινό από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα τον άνθρωπο και τις πράξεις του. Ακόμη και η μνηστηροφονία παρουσιάζεται ως βίαιη αποκατάσταση της τάξης που παραβιάστηκε, όχι ως έγκλημα από το οποίο ο Οδυσσέας θα χρειαστεί να... θεραπευθεί.
Οι πιο παραπλανητικές γέφυρες με την αρχαιότητα είναι συχνά οι λέξεις που επέζησαν. Ακούμε «αρετή», «ανδρεία», «πόλη», «σώμα», «έρωτας» και νομίζουμε ότι αναγνωρίζουμε τις ίδιες έννοιες. Η ομηρική αρετή συνδέεται με την ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνεται στο ρόλο του, όχι με τη νεότερη έννοια της ηθικής καλοσύνης. Η ανδρεία προϋποθέτει μια εξοικείωση με τη βία που σήμερα μας ξενίζει. Η πόλη απέχει από το σύγχρονο κράτος, ο έρωτας από τη ρομαντική αυτοπραγμάτωση και η ομόφυλη επιθυμία από τη νεότερη ιδέα μιας σταθερής σεξουαλικής ταυτότητας. Οι ίδιες λέξεις κρύβουν διαφορετικούς κόσμους. Ο Όμηρος γνωρίζει το κόστος της βίας, ιδίως στην Ιλιάδα, αλλά το αντιλαμβάνεται με άλλες κατηγορίες. Η διάγνωση του μετατραυματικού στρες δεν αποτελεί απλή μεταφορά ενός παλαιού αισθήματος σε μια σημερινή λέξη. Μεταφέρει μαζί της ολόκληρη ανθρωπολογία.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται το αναπόφευκτο δράμα κάθε σύγχρονης διασκευής. Ο σκηνοθέτης χρειάζεται να κάνει τον αρχαίο κόσμο οικείο σε ένα κοινό που σκέφτεται με εντελώς διαφορετικούς όρους. Αν τον αφήσει ριζικά ξένο, κινδυνεύει να χάσει το θεατή. Αν τον μεταφράσει πλήρως στη γλώσσα του παρόντος, χάνει τον αρχαίο κόσμο. Η διασκευή κινείται αναγκαστικά ανάμεσα σε αυτές τις δύο απώλειες. Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει αναχρονισμός, αλλά αν ο δημιουργός γνωρίζει ότι «αναχρονίζει» και αν η μετάπλαση που επιχειρεί παράγει τέχνη ή απλώς εναρμονίζεται με τις βεβαιότητες της εποχής του.
Άλλωστε, ο Όμηρος είχε αρχίσει να γίνεται προβληματικός ήδη μέσα στην ίδια την αρχαιότητα. Τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Πλάτων τον αντιμετώπιζε συγχρόνως ως τον μεγάλο παιδαγωγό των Ελλήνων και ως έναν ποιητή επικίνδυνο για την ιδανική πολιτεία. Οι θεοί που εξαπατούν, οι ήρωες που θρηνούν, η μίμηση των παθών και η ηθική του επικού κόσμου κρίνονταν ακατάλληλα για τους πολίτες που ήθελε να διαμορφώσει. Η απόσταση ανάμεσα στον ομηρικό ήρωα και την πλατωνική πόλη είχε ήδη ανοίξει. Εάν λίγους αιώνες αργότερα οι ίδιοι οι αρχαίοι αισθάνονταν την ανάγκη να διορθώσουν ή να αποπέμψουν τον Όμηρο, θα ήταν παράλογο να πιστέψουμε ότι ο κινηματογράφος του 21ου αιώνα μπορεί να τον μεταφέρει ανέπαφο.
Γι’ αυτό κάθε σκηνοθετική παρέμβαση δολοφονεί και ταυτοχρόνως ανασταίνει το αρχαίο έργο. Το αποσπά από το δικό του σύστημα νοημάτων, αλλά του προσφέρει νέο κοινό. Ο δημιουργός βάζει με κάποια αυταρέσκεια το όνομά του δίπλα στο όνομα του Ομήρου, του Αισχύλου ή του Σοφοκλή, γνωρίζοντας ότι το παλαιό κύρος θα φωτίσει και τη δική του υπογραφή. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι σπουδαίο, μέτριο ή καταστροφικό. Πιστή αναπαραγωγή, πάντως, δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο μια καινούργια ανάγνωση που οφείλει να κριθεί για όσα επέλεξε, όσα κατανόησε και όσα θυσίασε.
Κάπου εδώ εμφανίζεται η μαύρη Ελένη (και μαζί η μαύρη Κλυταιμνήστρα) και η συζήτηση εγκαταλείπει σχεδόν ολοκληρωτικά την Οδύσσεια. Το χρώμα του δέρματος της Λουπίτα Νιόνγκο αποτελεί δευτερεύον ζήτημα για το ίδιο το έπος. Η Ελένη έχει μικρή παρουσία στην Οδύσσεια, είναι μυθικό και όχι ιστορικό πρόσωπο, ενώ το θέατρο και ο κινηματογράφος έχουν προ πολλού εξοικειωθεί με διανομές που αγνοούν το φύλο ή την καταγωγή των χαρακτήρων. Κανένα αρχαίο κείμενο δεν ακυρώνεται επειδή ένας ρόλος ανατίθεται σε ηθοποιό διαφορετικής όψης από εκείνη που έχει παγιώσει η νεότερη εικονογραφική παράδοση.
Από την άλλη πλευρά, θα ήταν αφέλεια να προσποιηθούμε ότι η επιλογή έγινε μέσα σε αισθητικό κενό. Ο ίδιος ο Μέντελσον θεωρεί προφανές ότι ο Νόλαν επέλεξε συνειδητά να προκαλέσει. Η πρόκληση γεννά δημοσιότητα, η δημοσιότητα εισιτήρια και η διανομή αποκτά έναν πρόσθετο συμβολισμό, ανεξάρτητο από την ερμηνεία της ηθοποιού. Η επιλογή μπορεί να είναι καλλιτεχνικά νόμιμη και συγχρόνως διαφημιστικά υπολογισμένη. Οι δύο διαπιστώσεις συνυπάρχουν χωρίς δυσκολία.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια ελεύθερη σκηνοθετική απόφαση παρουσιάζεται ως ηθική διόρθωση του παρελθόντος και θωρακίζεται απέναντι σε κάθε κριτική. Η δήλωση της Νιόνγκο ότι θα ζητούσε περίπου το λόγο από τον Όμηρο επειδή αφιέρωσε λίγο χώρο στις γυναίκες ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Η Οδύσσεια είναι ένα έπος όπου η Αθηνά θέτει την πλοκή σε κίνηση, η Πηνελόπη αντιπαραθέτει τη δική της μήτιν στην πανουργία του Οδυσσέα, ενώ η Καλυψώ, η Κίρκη, η Ναυσικά, η Αντίκλεια, η Ευρύκλεια, η Ελένη και οι Σειρήνες καθορίζουν σχεδόν κάθε σταθμό του νόστου. Όλα αυτά φυσικά εκτυλίσσονται μέσα σε έναν πατριαρχικό κόσμο. Η θέση των γυναικών στον ομηρικό οίκο απέχει ριζικά από τη σύγχρονη ισότητα. Η γυναικεία παρουσία, ωστόσο, είναι τόσο δραστική ώστε η ανάγνωση του έπους ως ιστορίας που παραμερίζει απλώς τις γυναίκες αποκαλύπτει περισσότερο άγνοια παρά ευαισθησία.
Η απαίτηση να απολογηθεί ο Όμηρος επειδή δεν συμμορφώθηκε προς τις προδιαγραφές εκπροσώπησης του 2026 είναι εξίσου παράλογη με την επίπληξή του επειδή αγνοούσε την καθολική ψήφο, την ψυχανάλυση ή το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Η ιστορική κατανόηση αρχίζει ακριβώς τη στιγμή που αναστέλλουμε προσωρινά το σημερινό ηθικό βαθμολόγιο και προσπαθούμε να αντιληφθούμε τις κατηγορίες μιας άλλης κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε από τη δική μας κρίση. Σημαίνει ότι πρώτα κατανοούμε και ύστερα κρίνουμε. Διαφορετικά συνομιλούμε μόνο με τον εαυτό μας, χρησιμοποιώντας τον αρχαίο συγγραφέα ως βουβό κομπάρσο στις σημερινές μας διαμάχες.
Ο όρος «γουόκ κουλτούρα» έχει πια χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ ώστε συχνά συσκοτίζει αντί να εξηγεί. Το φαινόμενο που επιχειρεί να περιγράψει, ωστόσο, είναι υπαρκτό: μια πολιτισμική «ορθοδοξία» που μετρά στα έργα παρουσίες και απουσίες, σαν η αξία τους να εξαρτάται από το πόσο σωστά μοιράζουν τους ρόλους, αντιμετωπίζει τη μνήμη ως υλικό προς ανακατανομή και μετρά την ηθική τους αξία με βάση τη συμμόρφωση προς τις ευαισθησίες του παρόντος. Η ανάμειξη εποχών, φύλων και πολιτισμών μπορεί να γεννήσει μεγάλη τέχνη· το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία της τέχνης. Μεταβάλλεται σε αντιπολιτισμικό χυλό όταν καταργεί τις διαφορές που υποτίθεται ότι θέλει να αναδείξει.
Θα ήταν υπερβολικό να βαφτίσουμε ολοκληρωτισμό κάθε ανορθόδοξη διανομή ρόλων. Υπάρχει όμως μια ολοκληρωτική φιλοδοξία στον μηχανισμό που απονέμει εκ των προτέρων την ηθική αρετή σε μία ερμηνεία και μεταβάλλει την αντίρρηση σε τεκμήριο ρατσισμού, μισογυνισμού ή πολιτισμικής καθυστέρησης. Εκεί η συζήτηση παύει. Η αισθητική κρίση αντικαθίσταται από πιστοποιητικά προθέσεων και το έργο αποκτά ένα συμβολικό κεφάλαιο που βρίσκεται έξω από τις εικόνες ή τις σελίδες του. Όπως στη λογοτεχνική ζωή ένα βιβλίο μπορεί να προστατεύεται από τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα του, έτσι και στον κινηματογράφο μια διανομή μπορεί να αποκτά ηθική ασυλία πριν ακόμη αξιολογηθεί καλλιτεχνικά.
Εξίσου αποκαλυπτική είναι και η αντίδραση της άλλης πλευράς. Από τη μια, κάποιοι δικάζουν τον Όμηρο με τον κώδικα συμπερίληψης του 2026. Από την άλλη, ορισμένοι υπερασπίζονται την Ελένη σαν να πρόκειται για ληξιαρχικώς καταγεγραμμένη Ελληνίδα, της οποίας παραποιήθηκε το διαβατήριο. Οι πρώτοι μετατρέπουν το έπος σε εγχειρίδιο ορθής εκπροσώπησης και οι δεύτεροι σε εθνικό κειμήλιο που τους ανήκει λόγω καταγωγής. Και οι δύο πλευρές προβάλλουν πάνω του κατηγορίες ξένες προς τον κόσμο του. Η σύγχρονη διάκριση «λευκού» και «μαύρου», φορτισμένη από τη δουλεία, την αποικιοκρατία και τον φυλετικό διαχωρισμό, δεν αντιστοιχεί στον τρόπο με τον οποίο ο αρχαίος ελληνικός κόσμος αντιλαμβανόταν τις ανθρώπινες διαφορές. Η διαμάχη για το χρώμα της Ελένης μιλά πολύ περισσότερο για εμάς παρά για τον Όμηρο.
Αυτό είναι ίσως το ουσιώδες σημείο των εγχώριων διαμαρτυριών. Αν συγκεντρώναμε εκατό από τους πιο οργισμένους υπερασπιστές ή κατηγόρους της ταινίας, πόσοι θα είχαν ανοίξει την «Οδύσσεια» ή την «Ιλιάδα» πέρα από το εξώφυλλο; Η σχολική οικειότητα με τα ονόματα δημιουργεί συχνά την ψευδαίσθηση της γνώσης. Θεωρούμε ότι γνωρίζουμε τον Όμηρο επειδή θυμόμαστε τον Κύκλωπα, τις Σειρήνες και την Πηνελόπη που υφαίνει. Η γνώση του έργου, όμως, αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η περίληψη του μύθου: στη γλώσσα, στη δομή, στις επαναλήψεις, στις αντιφάσεις, στη θεολογία, στην ηθική του οίκου και στη σκοτεινή σχέση ανάμεσα στην ευφυΐα και τη βία.
Η ψηφιακή δημόσια σφαίρα έκανε τη γνώμη καθολικό δικαίωμα και τη γνώση προαιρετική προϋπόθεση. Έτσι το πιο εύκολο, άμεσο και ορατό στοιχείο, το χρώμα μιας ηθοποιού, καταπίνει το έργο. Ελάχιστοι συζητούν για την απώλεια της ομηρικής μήτιος, για την αφαίρεση των Φαιάκων, για την εξαφάνιση του χιούμορ και του θαυμαστού, για τη μεταβολή του νόστου σε θεραπεία ενός τραυματισμένου αμερικανού ήρωα. Αυτές είναι αντιρρήσεις που απαιτούν ανάγνωση. Το χρώμα απαιτεί μόνο όραση και έναν λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα.
Ο Νόλαν, όπως κάθε σύγχρονος σκηνοθέτης που καταφεύγει στους κλασικούς, πιθανότατα δολοφονεί τον Όμηρο και ταυτοχρόνως τον ανασταίνει. Μπορεί να απομακρύνει τον Οδυσσέα από τον κόσμο του και συγχρόνως να φέρει εκατομμύρια ανθρώπους κοντά στο όνομά του. Ο Μέντελσον παρατηρεί ότι πολλοί Αμερικανοί αγοράζουν ήδη μεταφράσεις της Οδύσσειας, κάτι που μάλλον δεν συμβαίνει στη χώρα μας, για να προετοιμαστούν πριν δουν την ταινία. Αυτό από μόνο του είναι κέρδος. Ουδέν κακόν αμιγές καλού.
Καμία κινηματογραφική εκδοχή, πάντως, δεν μπορεί να βλάψει την Οδύσσεια. Το έπος επέζησε από τον Πλάτωνα, τους αλληγοριστές, τους χριστιανούς ερμηνευτές, τους μεταφραστές, τα εθνικά σχολικά εγχειρίδια, τον Τζόυς, τον Καζαντζάκη και από αμέτρητους σκηνοθέτες που το έντυσαν με τα ρούχα της εποχής τους. Θα επιζήσει και από τον Νόλαν, από τη Λουπίτα Νιόνγκο, από τους ενθουσιώδεις υμνητές και από τους οργισμένους τιμητές του διαδικτύου.
Η Οδύσσεια δεν κινδυνεύει από τον Νόλαν. Κινδυνεύουμε εμείς να μείνουμε για άλλη μια φορά έξω από τις σελίδες της, απολύτως βέβαιοι ότι την υπερασπιστήκαμε.
Η Ευρώπη μαθαίνει από την Ουκρανία να καταρρίπτει τους ρωσικούς μύθους
Η ανάπτυξη αποτελεσματικής αυτοάμυνας της Ευρώπης ενάντια στον «ψυχολογικό πόλεμο» της Ρωσίας με τον οποίο επιχειρεί να την αποτρελάνει, απαιτεί καλύτερη κατανόηση του πώς η Μόσχα αντιλαμβάνεται τη σύγκρουσή της με τη Δύση.
Η Ρωσία έχει αφιερώσει δεκαετίες στη διεξαγωγή γνωσιακού και πληροφοριακού πολέμου κατά της Δύσης. Πολύ πριν από την πλήρη εισβολή στην Ουκρανία, η Μόσχα επένδυσε στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται τη ρωσική ισχύ, την κλιμάκωση, τη στρατιωτική ικανότητα, την ανθεκτικότητα και τα όρια της δράσης της Δύσης. Πολλές από αυτές τις αφηγήσεις έγιναν κοινή λογική, επηρεάζοντας την πολιτική πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι θα μπορούσαν ποτέ τα άρματα μάχης ή οι πύραυλοι. Σήμερα, όμως, η Ουκρανία καταρρίπτει συστηματικά αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης. Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι να αφομοιώσει αυτά τα διδάγματα πριν οι ξεπερασμένες παραδοχές αρχίσουν και πάλι να διαμορφώνουν την πολιτική ασφαλείας της.
Οι ουκρανικές επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς έχουν φτάσει στη Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη, σε στρατηγικές βάσεις βομβαρδιστικών και σε κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές. Η Κριμαία, που κάποτε παρουσιάζονταν από το Κρεμλίνο ως απαραβίαστο ρωσικό έδαφος, μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε πεδίο μάχης όπου κυριαρχούν οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας. Για πρώτη φορά από την πλήρη εισβολή, η Ρωσία αρχίζει να βιώνει αυτό που επέβαλε στην Ουκρανία για χρόνια — έναν πόλεμο που συνεπάγεται πραγματικό κόστος.
Αυτή είναι ακριβώς η στιγμή που η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια στρατηγική επιλογή. Είτε θα επιτρέψει στη Ρωσία να φτάσει τελικά στο ναδίρ και να βιώσει μια ήττα αρκετά βαριά ώστε να πυροδοτήσει εσωτερικές αλλαγές, είτε θα επαναλάβει τον γνωστό κύκλο πρόωρων διαπραγματεύσεων, χαλάρωσης των κυρώσεων και μιας ακόμη «επανεκκίνησης» πριν αντιμετωπιστούν οι ρίζες της ρωσικής επιθετικότητας. Η ήττα δεν απαιτεί την παρουσία ουκρανικών στρατευμάτων στην Κόκκινη Πλατεία. Απαιτεί την κατάρρευση του καθεστώτος και, μαζί με αυτό, των μύθων που τροφοδότησαν τη συνεχή αναγέννηση ιμπεριαλιστικών και απάνθρωπων καθεστώτων.
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, το Κρεμλίνο έχει καλλιεργήσει συστηματικά μια σειρά αφηγήσεων που παρουσιάζουν τη Ρωσία ως ανίκητη, την κλιμάκωση ως αναπόφευκτη, τον συμβιβασμό ως τη μόνη ορθολογική στρατηγική και την ειρήνη μέσω της προσαρμογής ως την ασφαλέστερη επιλογή για την Ευρώπη. Αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα δεκαετιών αυτού που οι Ρώσοι στρατιωτικοί στοχαστές αποκαλούν όλο και περισσότερο «ψυχολογικό πόλεμο» (mental war), έναν πόλεμο που επιχειρεί να αποτρελάνει τον θεωρούμενο εχθρό. Ο ίδιος ο όρος αποτελεί μια προσπάθεια «υποκατάστασης εισαγωγών» για να διαφοροποιηθεί από τη δυτική έννοια του πληροφοριακού πολέμου.
Σύμφωνα με τον Αντρέι Ιλνίτσκι, έναν από τους αρχιτέκτονες της θεωρίας και πρώην σύμβουλο του Ρώσου υπουργού Άμυνας, αυτού του είδους ο ψυχολογικός πόλεμος αφορά την ίδια τη μεταμόρφωση του πώς συγκροτείται ένα έθνος. Στοχεύει στην ταυτότητα, την ιστορική μνήμη, τις αξίες, τις παραδόσεις και τον ίδιο τον πολιτισμικό κώδικα μέσω του οποίου οι άνθρωποι ερμηνεύουν την πραγματικότητα. Ο στρατιωτικός θεωρητικός Ιγκόρ Καραβάεφ προχωρά ακόμη πιο μακριά, περιγράφοντας τον ψυχολογικό πόλεμο ως μια συστηματική προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της δημόσιας συνείδησης, αποδυνάμωσης των κρατικών θεσμών και, τελικά, αλλαγής ενός ολόκληρου πολιτισμού. Οι στρατιωτικές νίκες μπορούν να ανατραπούν· οι μετασχηματισμένες ταυτότητες είναι πολύ πιο δύσκολο να ανακτηθούν. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο το Κρεμλίνο θεωρεί τον ψυχολογικό πόλεμο πιο αποφασιστικό από τον συμβατικό πόλεμο.
Στην πρόσφατη έκθεσή μου για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Τρελαίνοντας τον άλλο: Ο γνωσιακός και πληροφοριακός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ευρώπης», υποστηρίζω ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αναπτύξει μια αποτελεσματική μακροπρόθεσμη στρατηγική έναντι της Ρωσίας χωρίς πρώτα να κατανοήσει πώς η ίδια η Ρωσία αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση. Σύμφωνα με τους δικούς της στρατηγούς, δεν πρόκειται απλώς για μια γεωπολιτική αντιπαράθεση. Πρόκειται για έναν πολιτισμικό —και, ως εκ τούτου, υπαρξιακό— πόλεμο. Οι Ρώσοι το εννοούν σοβαρά όταν ανακοινώνουν ένα παιχνίδι του τύπου «είτε αυτοί είτε εμείς».
Οι Ρώσοι αναλυτές στρατηγικής απεικονίζουν όλο και περισσότερο την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ως τη μεγαλύτερη ήττα της Ρωσίας σε έναν «ψυχολογικό πόλεμο». Σύμφωνα με την ερμηνεία τους, η Δύση κατέκτησε τη σοβιετική συνείδηση όταν οι σοβιετικοί πολίτες αντάλλαξαν την πολιτισμική τους ταυτότητα με «τζιν, τσίχλες και ελευθερία κίνησης». Τώρα βρισκόμαστε στη δεύτερη φάση αυτού του ανταγωνισμού.
Από τη σκοπιά του Κρεμλίνου, οι δημοκρατίες είναι επικίνδυνες επειδή αντιπροσωπεύουν ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνίας. Μια επιτυχημένη Ουκρανία αποτελεί ακόμη μεγαλύτερη απειλή. Αποδεικνύει ότι μια χώρα που μοιράζεται αιώνες ιστορίας και κάθε είδους διαπροσωπικούς δεσμούς με τη Ρωσία μπορεί να απορρίψει τον αυταρχισμό, να αποδομήσει τους αυτοκρατορικούς μύθους και να οικοδομήσει ένα διαφορετικό πολιτικό μέλλον. Όπως παρατήρησε ο Ρώσος πολιτικός φιλόσοφος Αντρέι Οκάρα πριν από περισσότερο από μια δεκαετία, η Ουκρανία δεν αποτελεί απλώς μια γεωπολιτική πρόκληση για το σύστημα του Πούτιν· αποτελεί μια γνωσιακή και σημασιολογική πρόκληση. Η επιτυχία της Ουκρανίας υπονομεύει την ίδια την αφήγηση στην οποία στηρίζεται το σημερινό ρωσικό κράτος.
Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η Ρωσία βλέπει τη σύγκρουση βοηθά επίσης να εξηγηθεί γιατί τόσες πολλές δυτικές παραδοχές έχουν αποτύχει επανειλημμένα. Η Ρωσία δεν έχει απλώς επενδύσει σε εκστρατείες παραπληροφόρησης ή παρέμβασης στις εκλογές. Έχει αφιερώσει δεκαετίες καλλιεργώντας στρατηγικά αφηγήματα που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι σκέφτονται για την ίδια τη Ρωσία. Αυτά τα αφηγήματα — ή αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «διανοητικοί ιοί» — συνεχίζουν να επηρεάζουν τις συζητήσεις σε όλη την Ευρώπη, ακόμη και μετά από περισσότερα από δώδεκα χρόνια πολέμου στην ήπειρο.
Μύθος 1. Η Ευρώπη δεν βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία
Η Ουκρανία έμαθε με τον σκληρό τρόπο ότι, αν η Ρωσία ενεργεί επιθετικά εναντίον του κράτους σου, το να προσποιείσαι το αντίθετο δεν μειώνει την απειλή. Στην πραγματικότητα, η Ρωσία διεξάγει εδώ και χρόνια σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, παρεμβάσεις στις εκλογές, ενεργειακό εκβιασμό, παρεμβολές GPS, δολοφονίες, επιχειρήσεις επηρεασμού και επιθέσεις σε υποδομές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το «Everywhere War – Sub-Threshold Warfare Tracker» έχει καταγράψει εκατοντάδες τέτοια περιστατικά σε ολόκληρη την ήπειρο. Η Ευρώπη μπορεί να μην θεωρεί πως βρίσκεται σε απευθείας πόλεμο με τη Ρωσία, αλλά η Ρωσία έχει προ πολλού εγκαταλείψει αυτή τη διάκριση.
Μύθος 2. Η Ρωσία είναι είτε ανίκητη είτε το σημερινό καθεστώς είναι απλώς το «πιο οικείο κακό»
Και οι δύο υποθέσεις οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: να αποφευχθεί η άσκηση πραγματικής πίεσης στη Μόσχα. Ωστόσο, η ιστορία μας λέει κάτι πολύ διαφορετικό. Η Ρωσία έχει υποστεί επανειλημμένα στρατιωτικές ήττες — από τον Πόλεμο της Λιβονίας, τον Κριμαϊκό Πόλεμο και τον Ρωσο-Ιαπωνικό Πόλεμο έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την επέμβαση στο Αφγανιστάν και τον Πρώτο Πόλεμο της Τσετσενίας. Η ίδια η Μόσχα έχει καεί δύο φορές: πρώτα το 1571, όταν οι Τάταροι της Κριμαίας έβαλαν φωτιά στην πόλη, και ξανά το 1812 κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ναπολέοντα. Η ήττα δεν αποτελεί εξαίρεση στη ρωσική ιστορία· είναι μέρος της.
Η Ουκρανία καταρρίπτει τον μύθο της ρωσικής ανίκητης δύναμης σε πραγματικό χρόνο. Πάνω από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη μιας επιχείρησης που υποτίθεται ότι θα διαρκούσε τρεις ημέρες, το Κρεμλίνο δεν κατάφερε να επιτύχει τους στρατηγικούς του στόχους, ενώ υπέστη τεράστιες στρατιωτικές και οικονομικές απώλειες, όπως και αντίστοιχες κύρους και γοήτρου. Ο πραγματικός κίνδυνος, επομένως, δεν είναι η ήττα της Ρωσίας, αλλά ο φόβος της Ευρώπης απέναντί της. Χωρίς να βιώσει την αποτυχία του αυτοκρατορικού της σχεδίου —και χωρίς να αναγνωρίσει ότι η επιθετικότητα οδηγεί σε παρακμή και όχι σε μεγαλείο— η Ρωσία είναι απίθανο να υποστεί τον βαθύ πολιτικό και ψυχολογικό μετασχηματισμό που απαιτείται για να σπάσει τον επαναλαμβανόμενο κύκλο της αυτοκρατορικής της επέκτασης. Μια άλλη πρόωρη «επανεκκίνηση» δεν θα εμπόδιζε τον επόμενο πόλεμο· απλώς θα τον χρηματοδοτούσε.
Μύθος 3. Η ειρήνη μπορεί να αποκατασταθεί μέσω του πραγματισμού και της οικονομικής συνεργασίας
Η Ευρώπη έχει ήδη δοκιμάσει αυτή την υπόθεση. Μέχρι το 2014, η Ρωσία είχε ενταχθεί σχεδόν σε κάθε σημαντικό ευρωατλαντικό οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο, εκτός από την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Κατείχε θέση στο G8, προσχώρησε στον ΠΟΕ, διατηρούσε εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές με την Ευρώπη και απολάμβανε βαθιά οικονομική αλληλεξάρτηση με τη Δύση. Τίποτα από όλα αυτά δεν εμπόδισε την προσάρτηση της Κριμαίας ή, οκτώ χρόνια αργότερα, την πλήρη εισβολή. Η οικονομική ολοκλήρωση δεν άλλαξε ούτε τη στρατηγική κουλτούρα του Κρεμλίνου ούτε τις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες του.
Η εμπειρία της Ουκρανίας αποδεικνύει ότι η Ρωσία κατανοεί μόνο τη γλώσσα της βίας. Οι ουκρανικές επιθέσεις κατά των ρωσικών ενεργειακών υποδομών, της στρατηγικής αεροπορίας και της στρατιωτικής εφοδιαστικής έχουν, κατά πάσα πιθανότητα, επηρεάσει τη συμπεριφορά του Κρεμλίνου πολύ περισσότερο από ό,τι χρόνια διπλωματικής εμπλοκής. Η ίδια η ρητορική του Πούτιν απεικονίζει αυτή την εξέλιξη — από την απόρριψη της ηγεσίας της Ουκρανίας με ανοιχτά απάνθρωπη γλώσσα το 2022 έως την πολύ πιο προσεκτική αναφορά στον Πρόεδρο Ζελένσκι φέτος. Η στρατιωτική πίεση πέτυχε αυτό που οι διπλωματικές κινήσεις απέτυχαν επανειλημμένα να επιτύχουν.
Μύθος 4. Η Ουκρανία πρέπει να ανταλλάξει εδάφη για την ειρήνη
Οι ίδιες οι διαπραγματευτικές θέσεις της Ρωσίας αποδεικνύουν γιατί αυτό αποτελεί ψευδαίσθηση. Οι απαιτήσεις της Μόσχας έχουν σταθερά ξεπεράσει κατά πολύ τα εδάφη που κατέχει επί του παρόντος, επεκτεινόμενες στην αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας, την πολιτική υποταγή της και την εγκατάλειψη των ευρωατλαντικών της φιλοδοξιών. Οι εδαφικές παραχωρήσεις, επομένως, δεν θα έθεταν τέλος στον πόλεμο· θα βελτίωναν τη στρατιωτική θέση της Ρωσίας, θα αποδυνάμωναν την ανατολική πτέρυγα της Ευρώπης και θα δημιουργούσαν καλύτερες συνθήκες για την επόμενη φάση της επιθετικότητας.
Συνολικά, αυτές οι αφηγήσεις ενθαρρύνουν την επιφυλακτικότητα όταν απαιτείται αποτροπή και τον συμβιβασμό όταν απαιτείται αντίσταση. Ενώ η Ουκρανία καταρρίπτει αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης, η Ευρώπη πρέπει να τους απομακρύνει από τη δική της στρατηγική σκέψη.
*Το παρόν άρθρο βασίζεται στην πρόσφατη έκθεση της συγγραφέα του για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Going mental: Russia’s cognitive war against Europe» που βρίσκεται στη διεύθυνση https://epik.eu/publication/cognitive-war/.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Άνδρα μοι έννεπε, Νόλαν, πολύτροπον…
Οδύσσεια. Έγχρωμη ταινία δράσης-φαντασίας, προσαρμογή του έπους του Ομήρου, σε σενάριο, σκηνοθεσία και παραγωγή του Christopher Nolan. Πρωταγωνιστούν: Matt Damon, Tom Holland, Anne Hathaway, Robert Pattinson, Lupita Nyong’o, Samantha Morton, Zendaya, Charlize Theron. Διεύθυνση φωτογραφίας: Hoyte van Hoytema, Μοντάζ: Jennifer Lame, Μουσική: Ludwig Göransson, Διεύθυνση παραγωγής: Emma Thomas, Christopher Nolan, Παραγωγή: Universal Pictures. Syncopy, Πρώτη προβολή: 17 Ιουλίου 2026, Διάρκεια: 173΄
Και ο γνωστός σκηνοθέτης Κρίστοφερ Νόλαν άκουσε την παρότρυνση του βάρδου και δημιούργησε σε 91 μέρες την έβδομη κινηματογραφική εκδοχή (την όγδοη αν συμπεριλάβουμε και την ταινία Oh Brother, where art thou? των αδελφών Κοέν) του περίφημου ομηρικού έπους (η πρώτη είναι η ιταλική βουβή ταινία L’Odissea του 1911, που σκηνοθέτησαν οι Φραντσέσκο Μπερτολίνι, Αλμπέρτο Παντοβάν και Τζουζέπε ντε Λιγκουόρο). Ποιος ήταν ο στόχος του, τι πέτυχε.
Όπως όλες οι μεταφορές μιας διήγησης στην μεγάλη οθόνη έτσι και στην περίπτωση της Οδύσσειας, μιας διήγησης που έχει σχεδόν τρισχιλιετή ιστορία ερμηνειών, προσαρμογών σε άλλα καλλιτεχνικά γένη και προσλήψεων από μεταξύ τους πολύ διαφορετικά κοινωνικά, ηθικά και πολιτικά συστήματα, ο προσαρμογέας θα φέρει το αρχικό έργο στα μέτρα καταρχήν του καλλιτεχνικού γένους για το οποίο γίνεται η διασκευή και παράλληλα θα το ερμηνεύσει προσαρμόζοντάς το στο αισθητικό, αξιακό, ηθικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής του. Στην περίπτωση έργων όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, που είναι γραμμένα έτσι ώστε να αναγκάζουν τον αναγνώστη ή τον ακροατή να «υλοποιήσει» την πλοκή τους στη δική του φαντασία, μια προσαρμογή σε ένα καλλιτεχνικό γένος όπως το θέατρο ή ο κινηματογράφος που απευθύνεται σε ένα κοινό, δηλαδή se ένα πλήθος διαφορετικών ανθρώπων, πρέπει να αναμετρηθεί με την κάθε προσωπική εκδοχή του έργου στο μυαλό του κάθε θεατή.
Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα κοινό μέτρο αξιολόγησης, όχι μόνο ανάμεσα στους θεατές αλλά και μεταξύ του διασκευαστή του έργου και του κοινού του – κάτι που θέτει τον διασκευαστή μπροστά στον άθλο της δημιουργίας της δικής του εκδοχής της πλοκής της διήγησης και τον φέρνει στην θέση των βάρδων του όγδοου αιώνα προ Χριστού, που σκάρωναν ο καθένας την προσωπική του διήγηση την κατορθωμάτων των ηρώων τους, για νa διασκεδάσουν ή να νουθετήσουν ένα συγκεκριμένο ακροατήριο μια συγκεκριμένη μέρα και στιγμή – είτε αυτή ήταν μια ομήγυρη πολιτών σε μια γιορτή της πόλης τους είτε μια σύναξη της συμμορίας των επίδοξων σφετεριστών του θρόνου του Οδυσσέα που περιδρομιάζουν στην μεγάλη αίθουσα του παλατιού του, περιμένοντας να ενδώσει επιτέλους η Πηνελόπη.
Στην περίπτωση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, γιατί τα κείμενα που έχουν φτάσει ώς εμάς έχουν το στάτους ενός κανόνα. Με άλλα λόγια δεν έχουμε πια πρόσβαση στο «πρωταρχικό» μυθολογικό υλικό επάνω στο οποίο ο Όμηρος –δεν θα μας απασχολήσουν εδώ οι διάφορες φιλολογικές απόψεις περί ενός ή διαφορετικών συγγραφέων των δυο έργων– βασίστηκε για να συνθέσει τα δυο έπη, έτσι ώστε οι εκδοχές των θρύλων που μας παρουσιάζει να αποτελούν την δική του ερμηνεία και να αντανακλούν την δική του πρόθεση να μεταφέρει ένα μήνυμα στο ακροατήριο της εποχής του.
Η έλλειψη κοινού μέτρου και το γεγονός ότι ο εκάστοτε διασκευαστής των ομηρικών επών πρέπει να δώσει τη δική του ερμηνεία της πρόθεσης του Ομήρου σημαίνει, για την εκδοχή της Οδύσσειας του Κρίστοφερ Νόλαν, πρώτον, ότι ο σκηνοθέτης πρέπει να κάνει τις προσαρμογές που θεωρεί αναγκαίες για να μεταφέρει τη δική του ανάγνωση της πλοκής του έπους στο καλλιτεχνικό γένος που υπηρετεί –τον κινηματογράφο– και, δεύτερον, ότι η εκδοχή του μπορεί να μετρηθεί μόνο σε σχέση με την εσωτερική συνοχή της πλοκής της. Βέβαια σε αυτή τη συνοχή ανήκουν και τα σκηνικά και η δομή και εμφάνιση των χαρακτήρων και η ενσωμάτωση χαρακτηριστικών στοιχείων της ομηρικής διήγησης, όπως π.χ. ο ρόλος του λωτού – στην εκδοχή του Νόλαν είναι η αιτία της λήθης της Ιθάκης και της Πηνελόπης που ταλανίζει τον Οδυσσέα όσο βρίσκεται υπό τη σαγήνη της Καλυψώς.
Κατά τη γνώμη μου, η περιγραφή του Οδυσσέα από τον Νόλαν ακολουθεί (αν και δεν ταυτίζεται απόλυτα) την ερμηνεία που δίνουν στο ομηρικό έπος οι Μαξ Χορκχάιμερ και Τέοντορ Αντόρνο στο κλασικό δοκίμιό τους Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού που δημοσιεύτηκε το 1947. Οι δυο θεμελιωτές της λεγόμενης Κριτικής Θεωρίας αφιερώνουν ένα κεφάλαιο του δοκιμίου τους στον κεντρικό ήρωα της Οδύσσειας ερμηνεύοντας το χαρακτήρα του ως το αρχέτυπο του σύγχρονου ορθολογικού ανθρώπου, ο οποίος αντί να επιδιώξει μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση με δυνάμεις που δεν μπορεί να νικήσει, βρίσκει τρόπους να εκμεταλλευτεί «παράθυρα» στις επιταγές τους - και έτσι, όχι μόνο να καταφέρει να υπερβεί τα εμπόδια που του ορθώνουν στον δρόμο του, αλλά και να τις εξουδετερώσει μια για πάντα. Ως παράδειγμα αναφέρουν την διάβαση του Οδυσσέα και των συντρόφων του από την περιοχή των Σειρήνων. Ο Οδυσσέας εκμεταλλεύεται το ότι η επιταγή απαιτεί ότι κάποιος πρέπει να ακούσει το κάλεσμά τους και να μην ενδώσει σε αυτό αλλά δεν απαγορεύει ότι οι υπόλοιποι μπορούν να αποφύγουν αυτή τη δοκιμασία βουλώνοντας τα αυτιά τους με κερί. Έτσι ο Οδυσσέας τηρεί από την μια μεριά το «γράμμα» της επιταγής, μεθερμηνεύει όμως το «πνεύμα» της ακυρώνοντάς την. Αυτή η δύναμη της ερμηνείας καθιστά τον Οδυσσέα κύριο της μοίρας του, τον καθιστά όμως και αποκλειστικά υπεύθυνο για τις συνέπειες των πράξεών του.
Ο Νόλαν χρησιμοποιεί την ερμηνεία των Χορκχάιμερ και Αντόρνο ως εφαλτήριο για να μας οδηγήσει σε μια άλλη Οδύσσεια: αυτή των παθών της ψυχής του ορθολογικού ανθρώπου που, πλέον, δεν μπορεί να μετακυλήσει τις ευθύνες για τις πράξεις του –πολλές από αυτές είναι εγκληματικές όπως μας διηγείται ο μύθος– σε ανώτερες δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό για τη διήγηση του Νόλαν ότι οι θεοί δεν εμφανίζονται ούτε παίρνουν ενεργό μέρος στην πλοκή, με μόνη εξαίρεση την Αθηνά. Αυτή όμως είναι ορατή μόνο για τον Οδυσσέα, οι άλλοι νομίζουν ότι μονολογεί, και προς το τέλος της αφήγησης, όταν ο Οδυσσέας ανακτά επιτέλους την πρόσβαση σε όλο το εύρος των αναμνήσεών του από τη νύχτα της άλωσης της Τροίας, γίνεται φανερό ότι η Αθηνά με την οποία συνομιλεί και που τον στηρίζει σε όλη του την προσπάθεια να ανακτήσει το θρόνο του είναι ένα από τα θύματά του εκείνης της μοιραίας νύχτας – η νεαρή ιέρεια της Αθηνάς.
Το βάρος της ευθύνης του Οδυσσέα τονίζεται και από μια μικρή αλλά σημαντική διασκευή ενός δευτερεύοντας χαρακτήρα του δράματος, που δεν αναφέρεται στο ομηρικό έπος αλλά μας είναι γνωστό από την Αινειάδα του Βιργιλίου. Πρόκειται για τον Σίνωνα, έναν νεαρό στρατιώτη που μένει άοπλος πλάι στο Δούρειο Ίππο και λέει στους Τρώες που πλησιάζουν όταν διαπιστώνουν ότι οι Αχαιοί έχουν εξαφανιστεί ότι άφησαν το ξύλινο άλογο ως ανάθημα στην Αθηνά για να εξιλεωθούν για τις συμφορές του δεκάχρονου πολέμου. Ο Σίνων του Βιργιλίου είναι μια μικρή εκδοχή του ίδιου του Οδυσσέα γιατί εμφανίζεται ως λιποτάκτης και ζητά άσυλο από τους Τρώες –το οποίο του δίνει ο ίδιος ο Πρίαμος– γιατί δήθεν φοβήθηκε την οργή του Οδυσσέα ως συγγενής του Παλαμήδη, τον οποίο ο Οδυσσέας κατηγόρησε άδικα για προδοσία καταφέρνοντας τη θανατική του καταδίκη. Όμως, στην Οδύσσεια του Νόλαν ο Σίνων είναι ένα ακόμα θύμα της πανουργίας του Οδυσσέα, γιατί τον αφήνει πίσω με την εντολή να παραπλανήσει τους Τρώες σε ό,τι αφορά τον Δούρειο Ίππο, χωρίς όμως να τον πληροφορήσει για τον πραγματικό σκοπό του. Ο Σίνων του Νόλαν, με άλλα λόγια, δεν γνωρίζει ότι ο Οδυσσέας και οι συμπολεμιστές του βρίσκονται κρυμμένοι στο ξύλινο άλογο και τελικά φονεύεται από τους Τρώες κατά παράβαση του δικαίου του πολέμου και του νόμου που προστατεύει τους ικέτες.
Στο τέλος της ταινίας, σε μια ενδιαφέρουσα εκδοχή της κλασικής ύβρεως των μεγάλων τραγωδών, διαφαίνεται ότι ο «Λαός της Θάλασσας» που τρομοκρατεί τις ακτές της μυκηναϊκής Ελλάδας και διαβρώνει σιγά αλλά σταθερά τη συνοχή του μυκηναϊκού πολιτισμού δεν είναι τίποτα άλλο από τον Οδυσσέα και το τσούρμο του, που περιπλανώμενοι στο Τυρρηνικό Πέλαγος σπέρνουν τον τρόμο και την καταστροφή.
Όλη η δομή της πλοκής της ταινίας υπηρετεί και στηρίζει την πορεία του Οδυσσέα προς την κορύφωση του δράματος, που δεν είναι άλλη από την εξόντωση των σφετεριστών του θρόνου και την επανένωσή του με την Πηνελόπη και το γιο του. Όμως η επανάκτηση της εξουσίας και η επανένωση της οικογένειας δεν μπορούν πλέον να οδηγήσουν στη λύτρωση του διαφωτισμένου και χειραφετημένου από τις υπερκόσμιες δυνάμεις «πολιτικού» ανθρώπου, που ενσαρκώνει ο Οδυσσέας. Γι’ αυτό –και σε μια ακόμα υπέρβαση του ομηρικού μύθου– ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη παραδίδουν το θρόνο της Ιθάκης στον Τηλέμαχο και ανοίγουν πανιά για τη «Χώρα της Δύσης» πέρα από τη θάλασσα, για να τιμήσουν τους άταφους νεκρούς που έχουν στρώσει το δρόμο του Οδυσσέα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με δάνεια από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών του Τζάκσον και τη Μεγάλη Σιωπή του Κορμπούτσι, όμως αυτά δένουν και ολοκληρώνουν τη διήγηση.
Σε ό,τι αφορά το καστ, ο σκηνοθέτης έκανε κατά τη γνώμη μου ορθές επιλογές: ο Ματ Ντέιμον, η Ανν Χάθαγουεϊ και ο Τομ Χόλαντ καταφέρνουν να ενσαρκώσουν πειστικά τους χαρακτήρες του Οδυσσέα, της Πηνελόπης και του Τηλέμαχου, όπως και ο Έλιοτ Πέιτζ τον Σίνωνα και ο Ρόμπερτ Πάτινσον τον Αντίνοο, τους οποίους στην αφήγηση του Νόλαν συνδέει ένα άλλο έγκλημα – ο Αντίνοος εξαγοράζει τη θητεία του στο εκστρατευτικό σώμα του Οδυσσέα από τους φτωχούς γονείς του Σίνωνα, έτσι ο Σίνων παίρνει τη θέση του.
Η Ζεντάγια είναι επίσης μια πειστική ενσάρκωση της Αθηνάς/συνείδησης του Οδυσσέα, του οδηγούντος πνεύματος που τον φέρνει μέχρι το κατώφλι του δώματος της Πηνελόπης.
Η Σαμάνθα Μόρτον στο ρόλο μιας απομυθοποιημένης Κίρκης, μιας μάγισσας που μεταμορφώνει όποιον και όποιαν μισεί ή αντιπαθεί, συμπεριλαμβανομένης της αδελφής της, σε ζώο ή πτηνό, ενώ η Σαρλίζ Θερόν στο ρόλο της Καλυψώς ενσαρκώνει το στερεότυπο της σαγηνευτικής νύμφης που από την μια μεριά σώζει και φροντίζει τον Οδυσσέα, ενώ από την άλλη τον κρατά δέσμιό της με τη βοήθεια του λωτού.
Ο Τζον Μπέρνθαλ μας παρουσιάζει έναν αυταρχικό Μενέλαο, ο οποίος δεν διδάχτηκε τίποτα από τη φυγή της γυναίκας του, της Ωραίας Ελένης, με τον Πάρι. Μπορεί να κατάφερε να ανακτήσει το σώμα της, όμως την ψυχή της δεν μπόρεσε να την ξανακλείσει στο χρυσό κλουβί του παλατιού του. Η ίδια η Ελένη, την οποία υποδύεται η Λουπίτα Νυόνγκο, έχει χάσει την ομορφιά της, το πρόσωπό της είναι σημαδεμένο από χαρακιές. Η σκηνή του έργου, στην οποία υποδέχονται τον Τηλέμαχο μέσα στο γλέντι του γάμου της κόρης τους είναι το ενσταντανέ μιας εδώ και πολύ καιρό νεκρής σχέσης.
Η Λουπίτα Νυόνγκο υποδύεται και το ρόλο της δίδυμης αδελφής της Ελένης και συζύγου του Αγαμέμνονα Κλυταιμνήστρας, που τη μέρα της θριαμβευτικής επιστροφής του από την Τροία τον θανατώνει στο συζυγικό κρεβάτι – η ληξιαρχική πράξη αναγνώρισης μιας εδώ και είκοσι χρόνια επίσης νεκρής σχέσης. Η παρουσία του Αγαμέμνονα, που τον υποδύεται ο Μπένι Σαφντί, περιορίζεται στο ελάχιστο και στις περισσότερες σκηνές ο θεατής βλέπει μόνο τη μακάβρια περικεφαλαία του. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ο Αγαμέμνων στη διήγηση της Οδύσσειας είναι ήδη νεκρός και συναντά τον Οδυσσέα όταν αυτός κατεβαίνει στον Άδη. Στις λίγες στιγμές που η κάμερα τον δείχνει ολόσωμο, είναι καλυμμένος από μια πανοπλία που σε μερικούς σχολιαστές θύμισε τη φιγούρα του Νταρθ Βέιντερ, του ενσαρκωτή του κακού στα επεισόδια του Πολέμου των Άστρων. Διάβασα αρκετά επικριτικά σχόλια γι’ αυτή την επιλογή του Νόλαν. Το δικό μου σχόλιο είναι ότι όλοι οι επικριτές απλά δεν γνωρίζουν ότι η πηγή της έμπνευσης του Νταρθ Βέιντερ είναι ο Αγαμέμνων της Ιλιάδας και όχι το αντίθετο. Παράλληλα, η σκηνή στην Οδύσσεια του Νόλαν όπου ο Οδυσσέας συναντά τους νεκρούς παραπέμπει κινηματογραφικά σε μια ανάλογη σκηνή στο δεύτερο μέρος του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, όταν ο Άραγκορν συναντά τους καταραμένους νεκρούς και τους υπόσχεται να τους απαλλάξει από την κατάρα τους αν τον βοηθήσουν να αποκρούσει τις ορδές της Μόρντορ.
Δεν θα αναφερθώ στους υπόλοιπους συμμετέχοντες ηθοποιούς, παρ’ όλο που μερικοί υποδύονται σημαντικούς δευτερεύοντες ρόλους, όπως αυτόν του Εύμαιου και της θεραπαινίδας Ευρύκλειας που αναγνωρίζει τον μεταμφιεσμένο σε ικέτη Οδυσσέα από μια ουλή που είχε στο πόδι του. Κατά τη γνώμη μου, οι υποκριτικές τους επιδόσεις συμπληρώνουν άριστα την γενική εμφάνιση της ταινίας και τη ροή της πλοκής.
Ποια είναι η θέση των γυναίκειων χαρακτήρων στην Οδύσσεια του Νόλαν; Σε μια συνέντευξή της, η Λουπίτα Νυόνγκο αναρωτήθηκε τι θα έλεγε ο Όμηρος για την ιδέα να αφιερώσει στις γυναίκες των επών του τον ίδιο χρόνο επί του προσκηνίου (screen time) ο Κρίστοφερ Νόλαν στην δική του Οδύσσεια. Το συμπέρασμά μου είναι ότι τελικά η Οδύσσεια του Νόλαν δίνει το πολύ τον ίδιο χρόνο εμφάνισης και δράσης στις γυναίκες και ότι, σε αντίθεση με τον Όμηρο, αυτός ο χρόνος είναι πολύ άνισα κατανεμημένος: η Πηνελόπη, η Καλυψώ και η Αθηνά έχουν τη μερίδα του λέοντος. Η Κίρκη έχει μια παρουσία μερικών λεπτών κινηματογραφικού χρόνου, ενώ σύμφωνα με το θρύλο ο Οδυσσέας πέρασε μαζί της έναν ολόκληρο χρόνο αποκτώντας μαζί της και ένα γιο, τον Τηλέγονο – αργότερα, μετά το θάνατο του Οδυσσέα, παντρεύτηκε τον Τηλέμαχο και ο Τηλέγονος την Πηνελόπη. Όμως η πιο αδικημένη είναι η Ελένη, η παρουσία της οποίας είναι πολύ πιο σύντομη από αυτή της Κίρκης, σε αντίθεση με την εμφάνιση της Ελένης στην ομηρική Οδύσσεια, ενώ η εμφάνιση της Κλυταιμνήστρας είναι μάλλον ο πιο στιγμιαίος ρόλος στη έως τώρα καριέρα της Λουπίτα Νυόνγκο.
Διάβασα αρκετές αρνητικές κριτικές σε ό,τι αφορά τα σκηνικά, τις πανοπλίες των πολεμιστών, τα ειδικά εφέ και το σχήμα των πλοίων του Οδυσσέα που σε μερικούς θύμισαν τα ντράκαρ των Βίκινγκς. Αν ψάξει κανείς σχέδια ή σκίτσα πλοίων της εποχής του χαλκού, όπως αυτά διασώθηκαν σε σφραγίδες, αγγειογραφίες και τοιχογραφίες, θα διαπιστώσει ότι τα πλοία αυτά έχουν υπερυψωμένες πρώρες και πρύμνες και ότι πράγματι μοιάζουν με τα πλοία των νορβηγών κουρσάρων της ύστερης Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα. Αυτό έχει να κάνει μάλλον με θέματα ευστάθειας, πλοηγησιμότητας με ιστίο και ταχύτητας, οπότε δεν είναι παράξενο που διαφορετικές κουλτούρες κατέληξαν σε παρόμοιες τεχνολογικές λύσεις. Το ίδιο ισχύει και για το σχήμα και τη δομή των όπλων. Κανείς όμως , απ’ ό,τι είδα, δεν επέκρινε το γεγονός ότι το τόξο του Οδυσσέα, αυτό που δεν μπόρεσε κανείς από τους μνηστήρες να τεντώσει την χορδή του, μοιάζει πολύ με τόξα που χρησιμοποιούσαν οι Μογγόλοι ιππείς της Χρυσής Ορδής.
Όσο για τις πανοπλίες και τα ρούχα του Οδυσσέα και των συντρόφων του πρέπει να λάβει κανείς υπόψη ότι μέχρι και τον δέκατο ένατο αιώνα, όταν επιτέλους έγιναν προσιτές συνθετικές βαφές νημάτων και έτσι οι άνθρωποι απέκτησαν ευρεία πρόσβαση σε φθηνά χρωματιστά υφάσματα, τα πιο συνηθισμένα χρώματα των υφασμάτων ήταν τα «γήινα» μαύρο, καφέ, μπεζ της άμμου και σε λίγες περιπτώσεις το λευκό. Χρωματιστά ενδύματα ήταν το προνόμιο των πλουσίων, των ισχυρών και ίσως των σημαντικών ιερειών κα ιερέων. Ο κοινός οπλίτης δεν είχε μάλλον ούτε τα χρήματα για να προμηθευτεί χρωματιστά υφάσματα αλλά ούτε και τα μέσα να κρατήσει μια τέτοια ενδυμασία καθαρή, ιδίως μάλιστα όταν υφίσταται τις κακουχίες μιας περιπλάνησης. Οπότε μάλλον οι ταινίες που παρουσιάζουν τους ανθρώπους της αρχαιότητας, και ιδίως στρατιώτες, ντυμένους σε φανταχτερά χρώματα κινδυνεύουν να υπερβούν τα όρια του αναχρονισμού, παρά ο μαυροφορεμένος Οδυσσέας και οι σύντροφοί του – παρεμπιπτόντως, η βασίλισσα Πηνελόπη εμφανίζεται όπως της αρμόζει ντυμένη σε ακριβά χρωματιστά φορέματα. Αλλά και ο αρχηγός των μνηστήρων και κύριος πολιορκητής της, Αντίνοος, φοράει ακριβά χρωματιστά ενδύματα – σίγουρα πληρωμένα από το ταμείο του βασιλικού οίκου.
Το συμπέρασμα: Η κινηματογραφική διασκευή της Οδύσσειας από τον Κρίστοφερ Νόλαν κινείται στο πλαίσιο μιας εύλογης ερμηνείας του ομηρικού έπους με βάση την ιδέα των Χορκχάιμερ και Αντόρνο ότι ήδη στο ομηρικό έπος ασκείται κριτική στην «προ-πολιτική» μορφή ζωής των κοινωνιών της εποχής του χαλκού, που ήταν ακόμα ενταγμένη σε μια υπαρξιακή συνέχεια ανάμεσα στο θείο, τον άνθρωπο και τη φύση. Ο Νόλαν διευρύνει την ιδέα του ορθολογικού και, σε σχέση με το «προ-πολιτικό» περιβάλλον, του πανούργου Οδυσσέα προσθέτοντας τη διάσταση της συνειδητοποίησης της ευθύνης του δρώντος προσώπου για τις πράξεις του, κάτι που μετατρέπει τη δική του εκδοχή της Οδύσσειας από την απλή εξιστόρηση μιας περιπλάνησης στον εξωτερικό κόσμο σε ένα ταξίδι στην άβυσσο της ψυχής του Οδυσσέα. Ένα ταξίδι που όμως δεν τελειώνει με μια αριστοτελική κάθαρση αλλά με την αποχώρησή του από τον κόσμο που ήξερε και που κατάφερε με τις πράξεις του να αλλάξει.
Κάπου στην αρχή του έργου είναι κρυμμένο και ένα ειρωνικό σχόλιο του σκηνοθέτη προς τους θεατές: Στην αρχή της περιπλάνησής τους, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του αποβιβάζονται σε ένα παράκτιο χωριό ή πόλη την οποία όπως φαίνεται λεηλατούν και καίνε. Κοντά στην ακρογιαλιά και με φόντο τα φλεγόμενα σπίτια, ο Οδυσσέας ρωτά έναν κάτοικο να του πει το δρόμο για την Ιθάκη. Εκείνος του απαντά σε άπταιστα νέα ελληνικά ότι θα πρέπει να πλεύσουν προς τα δυτικά. Είναι αυτή η σκηνή ένα κλείσιμο του ματιού στους γκρινιάρηδες που παραπονιούνται ότι ο σκηνοθέτης με τις επιλογές του αγνοεί την ελληνικότητα της Οδύσσειας; Ή μήπως είναι η παραδοχή του ότι για τον σύγχρονο άνθρωπο οι σκέψεις και οι πράξεις των ομηρικών ανθρώπων είναι, στο τέλος, all Greek to us;
Πείτε ό,τι θέλετε. Αρκεί να συμφωνούμε
Στην Ελλάδα δεν λείπουν οι καλλιτέχνες, οι δημοσιογράφοι ή οι πανεπιστημιακοί. Περισσεύουν οι παιδονόμοι της γνώμης. Άνθρωποι που πιστεύουν πως η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι οι λανθασμένες ιδέες αλλά οι ιδέες που διατυπώνονται χωρίς τη δική τους έγκριση.
Υπάρχουν άνθρωποι που ξυπνούν κάθε πρωί με μια αποστολή. Να ελέγξουν ποιος σκέφτηκε λάθος. Είναι οι αυθόρμητοι χωροφύλακες της ορθής γνώμης, πάντα έτοιμοι να κόψουν το επόμενο ιδεολογικό πρόστιμο. Παρακολουθούν τη δημόσια ζωή όπως ο παλιός τροχονόμος παρακολουθούσε τη διασταύρωση. Σφυρίζουν μόλις κάποιος περάσει με κόκκινο. Μόνο που το κόκκινο δεν είναι πια ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας. Είναι ο δικός τους πολιτικός κώδικας.
Κάποτε υπήρχαν λογοκριτές. Σήμερα υπάρχουν επιμελητές συνειδήσεων. Κυκλοφορούν ανάμεσα σε θεατρικές σκηνές, τηλεοπτικά πάνελ, εφημερίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης με μια αξιοθαύμαστη αίσθηση αποστολής. Έχουν αναλάβει να προστατεύσουν την κοινωνία από την πιο επικίνδυνη απειλή της εποχής: τις ανεξέλεγκτες γνώμες.
Η δουλειά τους, το δίχως άλλο, είναι κουραστική. Κάθε τόσο εμφανίζεται κάποιος που ξεχνά πως οι απόψεις, πριν βγουν δημόσια, οφείλουν να περάσουν από προληπτικό ιδεολογικό έλεγχο. Αυτή τη φορά ξέχασε ο Θοδωρής Αθερίδης.
Είπε, παρακολουθήστε θράσος τώρα, ότι εμπιστεύεται μια αστυνομική έρευνα. Εξέφρασε θετική γνώμη για τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη. Δεν κάλεσε σε πραξικόπημα, δεν πρότεινε κατάργηση του Συντάγματος, δεν ζήτησε να κλείσουν εφημερίδες. Είπε κάτι πολύ πιο σοβαρό για τα ελληνικά δεδομένα. Είπε μια άποψη που δεν προβλεπόταν από το εγχειρίδιο της πολιτιστικής ορθοδοξίας.
Και τότε άρχισε η γνωστή τελετή.
Άλλος απογοητεύτηκε. Άλλος εξοργίστηκε. Άλλος ανακάλυψε ότι ο ηθοποιός διαθέτει ύποπτα πολιτικά χαρακτηριστικά. Άλλος ανέλαβε να εξηγήσει στο κοινό γιατί η συγκεκριμένη γνώμη είναι σχεδόν ανεπίτρεπτη. Όλοι μαζί σχημάτισαν εκείνη την οικεία χορωδία που εμφανίζεται κάθε φορά που κάποιος διανοείται να παρεκκλίνει από τη σωστή γραμμή.
Το αξιοθαύμαστο είναι ότι οι περισσότεροι αυτοπαρουσιάζονται ως ακούραστοι υπερασπιστές της ελευθερίας του λόγου.
Την αγαπούν βαθιά. Αρκεί να μην κάνει του κεφαλιού της.
Η ελληνική πολιτιστική ζωή έχει αναπτύξει μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μορφή λογοκρισίας. Δεν απαγορεύει. Δεν φυλακίζει. Δεν καίει βιβλία. Κάνει κάτι ευφυέστερο. Κατασκευάζει κοινωνικό κόστος. Σου υπενθυμίζει ότι μπορείς ασφαλώς να πεις ό,τι θέλεις, αρκεί να είσαι έτοιμος να περάσεις από δημόσια ανάκριση επειδή το είπες.
Έτσι λειτουργεί κάθε ιδεολογική ηγεμονία. Δεν χρειάζεται αστυνομία. Της αρκεί μια ομάδα πρόθυμων εθελοντών. Εκείνοι αναλαμβάνουν τις περιπολίες. Ελέγχουν δηλώσεις, μετρούν λέξεις, εξετάζουν προθέσεις, αποδίδουν πολιτικά φρονήματα με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που δεν διαψεύστηκαν ποτέ από την πραγματικότητα.
Και φυσικά δεν πρόκειται ποτέ να παραδεχθούν ότι αυτό ακριβώς είναι μια μορφή εξουσίας. Θα σου πουν ότι απλώς «ασκούν κριτική». Βεβαίως. Με τον ίδιο τρόπο που ένας εισαγγελέας διαβάζει το κατηγορητήριο.
Το πιο κωμικό στοιχείο της υπόθεσης είναι η επιλεκτική τους ευαισθησία. Όταν ένας ηθοποιός καταγγέλλει την κυβέρνηση, γίνεται συνείδηση της κοινωνίας. Όταν υπογράφει διακηρύξεις, γίνεται ενεργός πολίτης. Όταν συμμετέχει σε πολιτικές καμπάνιες, υπηρετεί τη δημοκρατία. Αν όμως εκφράσει μια γνώμη που δεν ταιριάζει στο ιδεολογικό τους αισθητήριο, μετατρέπεται ξαφνικά σε επικίνδυνο διασκεδαστή που καλό θα ήταν να περιοριστεί στον ρόλο του.
Η τέχνη, λένε, πρέπει να έχει φωνή. Υπό την προϋπόθεση ότι η φωνή θα μιλά με τη σωστή προφορά.
Βεβαίως και κανείς δεν υποχρεούται να συμφωνήσει με τον Αθερίδη. Αυτό είναι το λιγότερο ενδιαφέρον μέρος της ιστορίας. Το ενδιαφέρον αρχίζει από τη στιγμή που κάποιοι αισθάνονται πως διαθέτουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιες πολιτικές απόψεις επιτρέπεται να διατυπώνει ένας ηθοποιός χωρίς να κληθεί σε δημόσια απολογία.
Η νοοτροπία αυτή έχει κουράσει. Επί σχεδόν μισό αιώνα το ίδιο ακροατήριο μοιράζει πιστοποιητικά προοδευτικότητας, απονέμει μετάλλια ηθικής καθαρότητας και ανακαλεί την εκτίμησή του μόλις κάποιος πάψει να επαναλαμβάνει τα προβλεπόμενα.
Έστω και αργά, ολοένα και περισσότεροι πολίτες γυρίζουν την πλάτη στους αυτόκλητους παιδαγωγούς της κοινωνίας. Κουράστηκαν από όσους μιλούν σαν να τους έχει ανατεθεί η επιτήρηση της δημόσιας σκέψης. Κουράστηκαν από τους επαγγελματίες της ιδεολογικής καθοδήγησης. Η δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από επιθεωρητές συνειδήσεων. Έχει ανάγκη από πολίτες που αντέχουν να ζουν με την ελευθερία του άλλου, ακόμη κι όταν η γνώμη του τους ενοχλεί.