Σύνδεση συνδρομητών

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (1937-2026): «Ανάμεσα στο όλοι μας και το κανείς»

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2026 01:03
Ανδρέας Ρεμούντης / Ατελιέ Τhe Books’ Journal
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς. Kατά τη γνώμη του, το «ατομικό», όποια μορφή κι αν έπαιρνε (κέρδος, εισόδημα, ευημερία), ήταν επιζήμιο για το «συλλογικό».
Ανδρέας Ρεμούντης / Ατελιέ Τhe Books’ Journal

«Φοβάμαι ότι το μέλλον της ανθρωπότητας είναι μια σκιά η οποία κυκλοφορεί στην ομίχλη». Με αυτή τη φράση είχε ολοκληρώσει ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς την εισήγησή του στο συνέδριο «Μισός Αιώνας Δημοκρατίας», το οποίο έλαβε χώρα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, 16 με 19 Οκτωβρίου 2024. Η φράση αυτή είναι ίσως ενδεικτική ολόκληρου του σκεπτικού του Τσουκαλά, από τον καιρό που ήταν φοιτητής στη Γαλλία, μέχρι και τις τελευταίες δημόσιες παρεμβάσεις του.

 

Ήταν πάντοτε ανήσυχος· ανήσυχος για τη «μακρά» οπτική των πραγμάτων, τις κοινωνίες και όχι τα άτομα, τους πρωταρχικούς ορισμούς και τη σημασία τους, όχι τις νεοφυείς ορολογίες που εμφανίζονται κατά καιρούς στη διεθνή βιβλιογραφία. Έντονη ήταν η δυσανασχέτηση που είχε εκφράσει για υπάρχοντες ορισμούς με προθέματα: μετανεωτερικότητα, νεοφιλελευθερισμός, ύστερος καπιταλισμός. «Δε δηλώνουν παρά την αμηχανία εξήγησης των φαινομένων που μας ταλανίζουν», είχε δηλώσει εμφατικά στο πάνελ του ίδιου συνεδρίου. Πάντοτε τον ενδιέφεραν οι όροι: η ονοματοδοσία που επιλέγουμε για τα πράγματα και οι άμεσες διαλεκτικές συνέπειες επιλογής και κατασκευής ενός ορισμού. Κι αυτό ήταν ιδιαιτέρως δηλωτικό της πνευματικής του ιδιοσυγκρασίας, καθότι ο ορισμός και η ταξινόμηση συνιστούν ακρογωνιαίο λίθο κάθε σοβαρής και επισταμένης σκέψης που θέλει να λέγεται και επιστημονική.

Με την εκδημία του χαρακτηρίστηκε στη δημόσια σφαίρα ως «homo universalis», όχι αδίκως. Η πολυμάθειά του, εμφανής, αναδεικνυόταν από μια ξέχειλη ορμή να μεταπηδά σε επιστημονικές ή άλλες θεματικές με ένα ακούραστα κριτικό βλέμμα. Η κριτική οξυδέρκειά του στόχευε σε ερωτήματα και αμφισβητήσεις, όχι απλώς για να πετάξει «αιρετικά» πυροτεχνήματα θεωρητικής αποστασίας, αλλά για να προβληματιστεί και ο ίδιος για δικές του εσωτερικευμένες πεποιθήσεις και αγκυλώσεις. Γαλουχημένος από την αριστερή κριτική θεωρία, ο Τσουκαλάς δεν είχε παρ’ όλα αυτά καμία αναστολή να συνυπάρξει και να συνομιλήσει με ανθρώπους από ολόκληρο το πολιτικό/ιδεολογικό φάσμα, πλην βεβαίως όσων ήταν με το μέρος των άκρων, του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας. Για λίγο, πάντως, ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική: υπήρξε βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ για 7 μήνες το 2015, από όπου και αποχώρησε διακριτικά, καθιστώντας κατανοητή τη διαφωνία του με τις τότε πολιτικές επιλογές, χωρίς πάντως να θελήσει να μπει σε τροχιά ευθείας ρήξης και σύγκρουσης με τον κόσμο της Αριστεράς και το κλίμα της τότε εποχής.

Η κοφτερή ματιά του αναδείχθηκε από το πρώτο κιόλας συγγραφικό του έργο, την Ελληνική Τραγωδία, που κυκλοφόρησε το 1969 στην ελληνική, την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, γνωρίζοντας ευρεία απήχηση. Εκεί, ο Τσουκαλάς «είδε» πρώτος την περίοδο βαθιάς πολιτικής αναταραχής και αστάθειας που έμελλε να ακολουθήσει στην Ελλάδα, από τη δικτατορία των συνταγματαρχών μέχρι το πέρασμα στη Μεταπολίτευση. Για τη Μεταπολίτευση, άποψή του ήταν πως η Ελλάδα τη βίωσε ετεροχρονισμένα. Η Μεταπολίτευση δεν σηματοδοτούσε άλλωστε για τον Τσουκαλά παρά τα «αναπτυξιακά οικονομιστικά ιδεολογήματα», που είχαν φτάσει εντέλει και στη χώρα μας ως ένας «διαφαινόμενος ιστορικός συμβιβασμός», με τον οποίο η απόσταση μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και συντηρητικής Δεξιάς είχε εν πολλοίς εκμηδενιστεί. Τότε εδραιώθηκε για τον ίδιο ένα νέο καθολικό παράδειγμα ιστορικού συμβιβασμού, το οποίο η Ελλάδα ακολούθησε χωρίς πολιτικές ή κοινωνικές αντιστάσεις. Τα εξουσιαστικά σχήματα έμμεσης ή άμεσης υποταγής άλλωστε τον συγκινούσαν πάντα συγγραφικά και ερευνητικά, ιδιαίτερα το σχήμα Κράτος - Κοινωνία - Εξουσία, το οποίο διατρέχει μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας του.

Η δική του απάντηση απέναντι στην «ηγεμονία της εξουσίας» ήταν η αποστροφή προς την ιδιώτευση και οτιδήποτε το «ατομικό». Τον ενοχλούσε κάθε εκδοχή «συνδρόμου του λαθρεπιβάτη», τόσο στα οικονομικά όσο και στα κοινωνικά τεκταινόμενα. Στην ομιλία του στην Ακαδημία Αθηνών, κατά τη Δημόσια Συνεδρία Υποδοχής του ως τακτικού μέλους της, στις 21 Οκτωβρίου 2025, ο Τσουκαλάς έθεσε το υπαρξιακό δίλημμα που αντίκριζε: «βρισκόμαστε ανάμεσα στο όλοι μας και το κανείς». Το «ατομικό», όποια μορφή κι αν έπαιρνε (κέρδος, εισόδημα, ευημερία) ήταν επιζήμιο για το «συλλογικό»· ένα τεχνητό ανάχωμα στην κοινωνική δικαιοσύνη, το βασικό προκείμενο που θα έπρεπε για εκείνον όλες οι κοινωνίες να διεκδικούν ενωμένες.

Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι από τους τελευταίους προβληματισμούς του για την επικαιρότητα κυρίαρχο αναδεικνυόταν το ζήτημα του περιβάλλοντος και της κλιματικής κρίσης. Διέβλεπε μια «αδιαίρετη απειλή» να έρχεται σε σύγκρουση με τη «διαιρέσιμη και διαιρετέα αντιμετώπιση του προβλήματος» στις περιβαλλοντικές πολιτικές, φωτογραφίζοντας επί της ουσίας μια παγκοσμιοποίηση, που πάντως είχε αποτύχει να ενώσει και να προωθήσει έναν γνήσιο οικουμενισμό συλλογικού συμφέροντος.

Πολλοί θα διαφωνήσουν με πολλά απ’ όσα έχει πει κι έχει γράψει ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς. Όπως φαίνεται, ο ίδιος δεν κατέβαλλε ιδιαίτερη φροντίδα προκειμένου οι απόψεις του να έχουν καθολική αποδοχή. Το ωραίο ωστόσο, κι ένα από τα γνωρίσματα που τον καθιστούν γνήσιο διανοούμενο –χαρακτηρισμός που ολοένα και σπανίζει στις μέρες μας– είναι πως ο Τσουκαλάς μάλλον θα χαιρόταν τις όποιες διαφωνίες. Θα ήλπιζε σε γένεση νέων ιδεών μέσα από τις τριβές, οι οποίες θα έκαναν καλό, όχι σε εργαλειοποιημένες ιδεολογίες και πολιτικές στοχεύσεις, αλλά στην ίδια την εξέλιξη της Κοινωνικής Επιστήμης, της οποίας υπήρξε ακούραστα αρωγός μέχρι το τέλος του βίου του.

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.