Σύνδεση συνδρομητών

Εθνική Αντίσταση

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Η ιστορία «από τα κάτω»

Ηλίας Κανέλλης

Σπύρος Τσουτσουμπής, ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ. Οι λαϊκοί στρατοί της Αντίστασης, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2026, 424 σελ.

Ο Σπύρος Τσουτσουμπής ανήκει στη νέα γενιά ιστορικών που ανανέωσαν τη μελέτη της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Με διεθνή ακαδημαϊκή παρουσία και έρευνα που συνδυάζει την κοινωνική ιστορία με τη μελέτη της πολιτικής βίας, έχει συμβάλει καθοριστικά στη σύγχρονη κατανόηση της ελληνικής εμπειρίας του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου. To βιβλίο του για τον ΕΔΕΣ και τον ΕΛΑΣ, δίνει έμφαση στην καθημερινή ζωή, στην κουλτούρα, στα κίνητρα και στις πεποιθήσεις των μαχητών τα χρόνια της Αντίστασης, εισφέροντας στη συζήτηση για τη δεκαετία του 1940 τη σημασία της αναζήτησης ιστορικών τεκμηρίων «από τα κάτω».

Από τον Ηλία Κανέλλη

Γνώρισα τον Σπύρο Τσουτσουμπή με αφορμή το αφιέρωμα του Βοοks’ Journal στον Ρόδη Ρούφο (τχ. 133, Αύγουστος 2022). Η συνεργασία του στο τεύχος εκείνο, μια μονογραφία με τίτλο «Ο ΕΔΕΣ και η εποχή του», στην οποία έδειχνε το εύρος της γνώσης του και την ερευνητική του μέθοδο) με έκαναν πιστό αναγνώστη του. Χωρίς να συγκαταλέγομαι στους ρέκτες του εμφυλίου, σε αυτούς που διεκδικούν εξειδίκευση, υιοθετώ τις ερμηνείες των Καλύβα-Μαραντζίδη γι’ αυτόν, θεωρώ κορυφαία λογοτεχνικά κείμενα την Πολιορκία του Αλέξανδρου Κοτζιά (1953), την τριλογία Χρονικό μιας σταυροφορίας του Ρόδη Ρούφου (1954-1958), την Τειχομαχία του Θ. Ν. Φραγκόπουλου (1954),  Τα δόντια της μυλόπετρας του Νίκου Κάσδαγλη (1955), την Τριλογία του Τσίρκα, Το κιβώτιο (και τα ποιήματα) του Άρη Αλεξάνδρου (1975), το Πένθιμο εμβατήριο του Σωτήρη Πατατζή (1978), την Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη, την Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού (1994) και έχω ασκηθεί να μη διαβάζω μανιχαϊστικά τις ιδεολογικές προσεγγίσεις στα γεγονότα. Γι’ αυτό οι αναγνώσεις του Τσουτσουμπή μού ταιριάζουν. Επειδή προϋποθέτουν νηφαλιότητα, απροκατάληπτη ματιά και σεβασμό στις μαρτυρίες όσων βρέθηκαν στα μέτωπα του πολέμου (όσο υποκειμενισμό κι αν κρύβουν). Ακόμα και τα απομνημονεύματα αγωνιστών, που οι ιστορικοί δεν τα λάμβαναν υπόψη ακριβώς λόγω του φόβου της ιδεολογικής μεροληψίας τους, ο Τσουτσουμπής τα θεωρεί συχνά ενδιαφέροντα κείμενα, επειδή δείχνουν τους εμφύλιους πολέμους από τα κάτω.

Ποιοι ήσαν αυτοί που πολέμησαν

Τι νέο φέρνει στην έρευνα του εμφυλίου ο Τσουτσουμπής; Η ιστοριογραφία συνήθως προσεγγίζει την αντίσταση ως πολιτική διαδικασία. Οι αντάρτες συνήθως θεωρούνται μάρτυρες της ιδεολογίας τους: σχηματικά, εμφανίζονται οι μεν να αγωνίζονται για την ελευθερία της χώρας, οι δε για την ελευθερία και την κοινωνική χειραφέτηση. Ο Τσουτσουμπής προσεγγίζει την ίδρυση, την επέκταση, τη στρατολόγηση εθελοντών και την πορεία των δύο μεγαλύτερων αντιστασιακών οργανώσεων της Ελλάδας στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο: τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ) και τον Εθνικό Δημοκρατικό Ελληνικό Σύνδεσμο (ΕΔΕΣ), αλλά ούτε τις εξιδανικεύει ούτε τις δαιμονοποιεί. Ο βασικός στόχος της μελέτης του είναι να καταλάβει την καθημερινότητα των ανταρτών, τις αντιλήψεις τους, τις σχέσεις τους και, μέσα απ’ αυτούς, να απεικονίσει την αντίσταση στην ηπειρωτική χώρα και τις  συνθήκες υπό τις οποίες οι ομάδες αυτές κυριάρχησαν στην κατεχόμενη Ελλάδα.

Το βιβλίο του Τσουτσουμπή έχει απλή δομή. Εκτείνεται όλο κι όλο σε πέντε κεφάλαια, τα οποία είναι γεμάτα αποσπάσματα από προσωπικές μαρτυρίες. Το πρώτο κεφάλαιο εκκινεί από τις απαρχές των λαϊκών στρατών. Γιατί ουσιαστικά πέρασε ένας χρόνος, μάλιστα ένας τρομερός χρόνος αφού μεσολάβησε ο λιμός του χειμώνα  1941-42, μέχρι να οργανωθεί στοιχειωδώς ένοπλο αντιστασιακό κίνημα; Πώς προέκυψαν στα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας αντιστασιακές οργανώσεις; Γιατί οι πόλεις δεν είχαν σημασία για την ένοπλη αντίσταση και, αντίθετα, πώς οι κάτοικοι των χωριών απέκτησαν τη σημασία της κινητήριας δύναμης της ιστορίας; Ο Τσουτσουμπής δίνει ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο διείσδυσης των αντιστασιακών δικτύων στις κλειστές κοινότητες της ελληνικής επαρχίας και ιδίως στις προϋποθέσεις των συνδέσεων, που ήταν συγγενικές και οικογενειακές. Η προσπάθεια της αντίστασης να μονοπωλήσει τη βία (ή να δείξει ότι τη μονοπωλεί, ότι είναι πιο ισχυρή από διάφορες συμμορίες που το πρώτο έτος της Κατοχής λυμαίνονταν τις περιοχές) την έκανε αποδεκτή. Οι αντάρτες σε μεγάλο μέρος της ελληνικής υπαίθρου ήταν, σε μεγάλο βαθμό, η μόνη εγγύηση απέναντι στην κυριαρχία ενός χάους ανομίας, όπου κυριαρχούσαν όσοι είχαν ισχύ και την ασκούσαν χωρίς κανόνες. Οι στρατοί κινητοποιήθηκαν εναντίον του οργανωμένου εγκλήματος στην επαρχία, ωστόσο γρήγορα άρχισαν να μπερδεύουν τα εθνικά με τα πολιτικά και τα κοινωνικά κίνητρα, καθώς και με προσωπικές ιδιοτέλειες, ενώ συχνά η δράση τους δεν είχε νομιμοφάνεια ή έστω την επίφαση της δικαιοσύνης, αφού σε πολλές περιπτώσεις κυριαρχούσε ο προσωπικός κώδικας των ανδρών που μετέρχονταν πρακτικές βίας. Γράφει ο Τσουτσουμπής:

Οι ληστές δεν ήταν οι μόνοι στόχοι· οι αντιστασιακές οργανώσεις έβαλαν στο στόχαστρο προδότες και δωσίλογους κάθε είδους. Ο δωσιλογισμός δεν είχε πάντοτε πολιτική βάση. Ένα στέλεχος του ΕΑΜ Λακωνίας απέδωσε το «πρωτοφανές κύμα προδοσίας» στα μέσα του 1942, κατά το οποίο έφτασε να «προδίνει κόρη τον πατέρα και αδελφή τον αδελφό για κατοχή όπλων […] αλλά και για απόκρυψη Άγγλων» σε «τιποτένιες αφορμές […] προσωπικά αίτια και μικροδιαφορές». Ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ στοχοποίησαν επίσης γυναίκες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, άνδρες που είχαν σεξουαλικές σχέσεις με τους κατακτητές· οι «σεξουαλικοί δωσίλογοι» αντιμετωπίζονταν συχνά με ακραία αγριότητα. Εκατοντάδες γυναίκες κουρεύτηκαν γουλί, ορισμένες σημαδεύτηκαν με μαχαίρια και πυρωμένα σίδερα, ενώ άλλες εκτελέστηκαν αφού βασανίστηκαν από τους αντάρτες. (σ. 84)

  

Το δεύτερο κεφάλαιο αναφέρεται στην κινητοποίηση και στη στρατολόγηση στους λαϊκούς στρατούς που είχαν στο μεταξύ δημιουργηθεί. Αναφέρει με λεπτομέρειες περιπτώσεις στρατολόγησης και τα χαρακτηριστικά των ανδρών που συμμετείχαν: ο βασικός κορμός ήταν ιδεολογικοποιημένα άτομα, αλλά ταυτόχρονα συμμετείχαν και πρόσωπα με έκδηλη και σεσημασμένη παραβατική συμπεριφορά. Εκτός από την ιδεολογία, η πρόσβαση σε αγαθά και προνόμια ήταν σημαντικά κίνητρα προσέλκυσης υποψήφιων προς στρατολόγηση. Το κύρος και η αναγνωρισιμότητα στις περιοχές τους ήταν επίσης κίνητρο για τους υποψήφιους αντάρτες, ιδίως σε σχέση με τους απλούς και αδύναμους πολίτες. Όσο η ανταγωνιστικότητα των αντιστασιακών οργανώσεων εντεινόταν, τόσο οι πιέσεις προς τον κόσμο ήταν έντονες να συνταχθεί με τη μία ή την άλλη παράταξη. Βέβαια, συχνά τα κίνητρα ήταν όλο και πιο προσωπικά. Ενδεικτική είναι η ακόλουθη μαρτυρία ΕΠΟΝίτη από την Ήπειρο:

Οι άλλοι ήταν πέρα βρέχει, άλλος έπαιρνε την κουμπούρα για να δείξει, να πούμε, στην γκόμενα, να δείξει στην υποψήφια ότι ήταν οπλαρχηγός, αυτό, δεν υπήρχε τότε ιδεολογία, ότι παίρνω το ντουφέκι για να κάνω εκείνο, να εκδικηθώ τη δεξιά, το κράτος, τότε ο κόσμος είχε μαύρα μεσάνυχτα. (σ. 140)

Πάντως, «οι ξένοιαστες μέρες της αντίστασης δεν κράτησαν πολύ. Ο εμφύλιος πόλεμος αναμεσα στον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ τον χειμώνα του 1943/44 και η αποτυχία και των δύο οργανώσεων να διακριθούν κατά τις γερμανικές αντιαναρτικές επιχειρήσεις που έλαβαν χώρα την ίδια περίοδο προκάλεσαν ολοένα και μεγαλύτερη απογοήτευση τόσο στον άμαχο πληθυσμό όσο και στους αντάρτες» (σ. 140).

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, ο Τσουτσουμπής περιγράφει την καθημερινή ανιαρή ζωή των ανταρτών, που περιπλανιούνται ανέστιοι ψάχνοντας τροφή, την οποία συνήθως λεηλατούν. Περιγράφει επίσης τις μάχες, συχνά μάχες εξόντωσης ιδίως με ανταρτικά σώματα τα οποία δεν είχαν εκπαίδευση ή είχαν να αντιμετωπίσουν πολυπληθέστερα ή καλά πληροφορημένα στρατιωτικά αποσπάσματα του στρατού κατοχής, περισσότερο γερμανικά ή βουλγαρικά. Τέλος, εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο η ένταξη στις συγκεκριμένες οργανώσεις συνήθως δίνει ιδεολογική και κοινωνική ταυτότητα στους αντάρτες. Καθορίζοντας τον τρόπο ζωής τους και την κουλτούρα τους.

Η ταυτότητα είναι ένα καθοριστικό στοιχείο. Ο πολεμιστής είναι ο γενναίος που έχει ξεφύγει από τη θλιβερή ζωή του αγρότη. Ή, ακόμα πιο επιβητικό, είναι ο συνεχιστής της παράδοσης του αγωνιστή του 1821. Όπως και οι αγωνιστές για την ελευθερία και την ανεξαρτησία, έτσι και οι πολεμιστές του αντάρτικου φοράνε στολή και έχουν ορκιστεί να τηρούν συγκεκριμένο κώδικα τιμής. Η αρρενωπότητα, δηλαδή η παλικαριά, η γενναιότητα ήταν συστατικό αξίας (έτσι μπορεί κανείς να κατανοήσει και την ευρύτητα της αποδοχής του Βελουχιώτη, ο οποίος σε όλη του την πορεία εμφανίζεται ως ο γενναίος ήρωας που δεν πτοείται από τίποτα) και τεκμήριο ανωτερότητας – ακόμα κι αν το αίσθημα ανωτερότητας συχνά επιβεβαιωνόταν με σκληρές πράξεις απέναντι στους ντόπιους πληθυσμούς, σε όσους απλώς δεν ήταν στρατευμένοι. Η βία, γενικώς, ήταν συστατικό μέθης, μιας συνεχούς μέθης που οδηγούσε σε αντιπαλότητα κατά πάντων, ή τελοσπάντων κατά όσων δεν ασπάζονταν τις επιλογές των ανταρτικών σωμάτων ή και των ανταρτών κατά μόνας.

Τέλος, στο κεφάλαιο αυτό, περιγράφεται η αντάρτικη ζωή ως ζωή που εμπεριέχει την κοινωνική κινητικότητα, μια που μεγάλο ποσοστό συμμετεχόντων στα ανταρτικά σώματα είχαν έλθει από παραβατική ζωή, είχαν υπάρξει σε ομάδες του υποκόσμου και γοητεύονταν από τη βία. Στην πορεία, οι βουνίσιοι πληθυσμοί ήρθαν για πρώτη φορά τόσο εκτεταμένα σε επαφή με «περπατημένους» ανθρώπους της πόλης.

Ιδεολογίες

Στο τέταρτο κεφάλαιο, ο Τσουτσουμπής αναδεικνύει μια βασική παρανόηση: οι στρατοί αντίστασης δεν ήταν αποκλειστικά συγκροτημένες πολιτικές δυνάμεις με συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους στο τέλος των συγκρούσεων, όπως τους ήθελαν οι ηγεσίες τους – ιδιαίτερα οι πολιτικές ηγεσίες πίσω από τον ΕΛΑΣ. Για ποιο λόγο λοιπόν πολεμούσαν; Κατά τις μαρτυρίες, πολεμούσαν για μια σειρά παράγοντες: «την αφοσίωση στη μονάδα τους και τους συντρόφους τους, το φόβο τιμωρίας, τις αντιλήψεις περί τιμής και τα θρησκευτικά πιστεύω, μεταξύ άλλων» (σ. 219).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η παρουσίαση της πολεμικής των δύο μεγάλων ανταρτικών στρατών, του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, μεταξύ τους. Ο ΕΛΑΣ περιγράφεται από τον ΕΔΕΣ ως προκάλυμμα του ΚΚΕ που είχε στόχο να αποσπάσει τα παιδιά από τις οικογένειές τους και να τα κάνει κομμουνιστές. Ο ΕΔΕΣ περιγράφεται από τον ΕΛΑΣ ως ψευδοσοσιαλιστικό μόρφωμα και οι άνδρες του ως μισθοφόροι των Βρετανών που είχαν σκοπό την παλινόρθωση του παλαιού status quo.

Η ιδεολογική προσέγγιση των ανδρών των στρατών γίνεται από τα επιτελεία, συχνά με τη χρήση τραγουδιών, πολλά από τα οποία παρουσίαζαν μια εξιδανικευμένη εικόνα του μέλλοντος, δίνοντας νόημα και μια αίσθηση σκοπού σε ανθρώπους που ζούσαν σε εξαιρετικά σκληρές συνθήκες. Τα τραγούδια, συνήθως εμβατηριακά, ήταν προπαγανδιστικά και αισιόδοξα, αναφέρονταν σε ηγέτες άξιους μίμησης και σε θριάμβους ενώ, συχνά, ο ΕΛΑΣ χρησιμοποιούσε θρησκευτικά μοτίβα για να περάσει τα μηνύματά του. Για παράδειγμα, το τραγούδι ανώνυμου αντάρτη του ΕΛΑΣ από την Κρήτη:

Άμα έρθωσιν οι Ρούσοι η κοιλιά μας θα γεμίσει […] / Παναγιά μου, φέρε εκείνους που αγαπούν την ισωσύνη. (σ. 237)

Το πέμπτο κεφάλαιο απομυθοποιεί διάφορες πάγιες πεποιθήσεις για τους αντάρτικους στρατούς. Καταρχήν, την πεποίθηση που θεωρεί ότι η κυριαρχία των ανταρτών στην ύπαιθρο ήταν η αρχή του τέλους  των πελατειακών δικτύων· αντίθετα, λέει ο Τσουτσουμπής, η διαφθορά των αξιωματούχων του ΕΑΜ και πελατειακές σχέσεις περιελάμβανε και σε πελατειακές σχέσεις προσέβλεπε.

Ο Τσουτσουμπής εξετάζει, επίσης, τη «λαϊκή δικαιοσύνη» και τα λαϊκά δικαστήρια, καθώς και την «αστυνομία» των ανταρτικών ομάδων – όλα αυτά τα θεσμικά υποκατάστατα  που, στην πραγματικότητα, ήταν ενεργούμενα ιδεολογίας παρά αντικειμενικοί θεσμοί ενός κυοφορούενου ή έστω φαντασιακού κράτους δικαίου.

Μια από τις κεντρικές «ποιοτικές διαφορές» μεταξύ του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ όσον αφορά τη διαδικασία οικοδόμησης κράτους ήταν ότι ο ΕΔΕΣ λειτουργούσε με «ένα πιο αποκεντρωμένο μοντέλο». Οι ηγέτες του παρέμειναν πιστοί στις περιφερειακές τους «προτεραιότητες» μέχρι το τέλος και δεν είχε ενοποιητική ιδεολογία. Αντίθετα, το ΕΑΜ διέθετε ένα πιο συνεκτικό «ιδεολογικό πλαίσιο» και ήταν πιο πρόθυμο να χρησιμοποιήσει βία επειδή αυτή ήταν νομιμοποιημένη ως μέσο για την επίτευξη μιας «κοινωνικής επανάστασης».

Πολύ ενδιαφέρον έχει το υποκεφάλαιο στο οποίο ο Τσουτσουμπής περιγράφει τις σφοδρές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ κατά ανταρτικών ομάδων αλλά και κυρίως κατά αμάχων, ως αντίποινα για τη δράση ανταρτικών ομάδων, και την αποτυχία των ανταρτών να προστατεύσουν τους ντόπιους. Οι αποτυχίες αυτές έφεραν μια αυξανόμενη δυσαρέσκεια απέναντι στην αντίσταση (είναι εντυπωσιακή, π.χ., η εξέλιξη μετά τις ομαδικές εκτελέσεις των κατοίκων των Καλαβρύτων, όπως την περιγράφει στέλεχος του ΕΑΜ:

Μετά τις ομαδικές εκτελέσεις των κατοίκων των Καλαβρύτων και της πυρπολήσεως της πόλης υπό των επιδραμόντων γερμανικών ορδών, πάσα πολιτική οργάνωσις του ΕΑΜ εις τα 18 χωριά της περιφερείας έπαυσε λειτουργούσα, δοθέντος ότι το ηθικό των κατοίκων κατέπεσεν εκ του φόβου και της τρομοκρατίας, μέχρι του σημείου ώστε η εμφάνιση στελεχών τινων της οργανώσεως του ΕΑΜ ή μεμονωμένων ανταρτών να τρέπει εις φυγήν αυτούς.

Τέλος, ο Τσουτσουμπής κάνει αναφορά στους πρωτοποριακούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς που έφερε η λειτουργία αντάρτικων στρατών στην Ελλάδα, εντοπίζοντας ότι επιτράπηκε στις γυναίκες και στους νέους να συμμετέχουν ως παράγοντες στις πολιτικές διεργασίες και αποσταθεροποίησε μόνιμα τις σχέσεις εξουσίας μέσα στις αγροτικές κοινότητες.

Η πολιτική βία είναι παρούσα

Στην πρόσφατη συζήτηση που έγινε, έντονα μερικές φορές, μετά την ανακάλυψη μιας σειράς φωτογραφιών της εκτέλεσης 200 πολιτικών κρατουμένων από τους Γερμανούς στην Καισαριανή, ο Σπύρος Τσουτσουμπής παρενέβη με ένα σημείωμα στο Books’ Journal, με πολλά επιχειρήματα αντλημένα από τις επεξεργασίες του βιβλίου του. Επισήμανε φυσικά ότι οι αντιπαραθέσεις στη δημόσια σφαίρα, σε πολλές περιπτώσεις, διεξήχθησαν με ηθικοπλαστικούς και όχι με επιστημονικούς όρους.

Κάποιοι εγκωμίασαν τη θυσία τους ως το αληθινό νόημα και πνεύμα της Αντίστασης. Άλλοι υπενθύμισαν ότι οι εκτελεσθέντες, παρά τον αδιαμφισβήτητο ηρωισμό τους, αποτελούσαν μόνο ένα κομμάτι ενός ευρύτερου όλου. Άλλοι επικεντρώθηκαν στη μνημονική διάσταση και στο ρόλο των Γερμανών κ.ο.κ. Αν και αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καθόλου αμελητέα, το έργο του ιστορικού δεν είναι να ψέξει, να προβοκάρει ή να εγκωμιάσει· αντίθετα, είναι να αναμετρηθεί κριτικά με το παρελθόν και να ανακρίνει τα τεκμήρια, ώστε να φτάσει σε μια πιο εμπεριστατωμένη και αντικειμενική κατανόηση, ανεξάρτητα από τις προσωπικές του πεποιθήσεις. Βεβαίως, αυτό δεν είναι εύκολο· πλην όμως είναι απαραίτητο. Αν δεν το κάνουμε, δεν είμαστε ιστορικοί αλλά απλοί προπαγανδιστές. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι εκτελεσθέντες ήταν ηρωικοί ή όχι, ούτε ποια ήταν η πολιτική τους τοποθέτηση, αλλά τι μπορούν να μας πουν τα τεκμήρια για εκείνα τα χρόνια και πώς και με ποιον τρόπο συμπληρώνουν ή υποσκάπτουν τα κυρίαρχα ιστοριογραφικά αφηγήματα της περιόδου.[1]

Το βιβλίο του Σπύρου Τσουτσουμπή, Οι λαϊκοί στρατοί της αντίστασης, στο ίδιο πλαίσιο, έχει στόχο ακριβώς την πολυπαραγοντική ανάλυση μιας περιόδου δύσκολης και τραυματικής, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρώπη. Κι αν τελικά μένει στο θέμα της βίας, συχνά υπέρμετρης, που κυρίως χρησιμοποίησε ασύμμετρα ο ΕΛΑΣ και κατόπιν ο Δημοκρατικός Στρατός (ΔΣΕ), είναι διότι ήταν πολιτικά χρήσιμη στην Αριστερά για την αναδιαμόρφωση της κοινωνίας. Η βία, ωστόσο, προσθέτει ο Τσουτσουμπής με το βιβλίο του, δεν ήταν μόνο ιδεολογικής και πολιτικής κατεύθυνσης· η έντασή της καθοριζόταν και από την κουλτούρα και από τις κοινωνικές δομές των συγκεκριμένων περιοχών όπου ασκήθηκε.

Ισχύει, πάντα. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, στο σημείο αυτό ο Σπύρος Τσουτσουμπής υποκύπτει σε μια γενικότητα. Στην Ελλάδα η βία ήταν ο μόνος τρόπος ανατροπής της δημοκρατικής τάξης υπέρ μιας κομμουνιστικής δικτατορίας – κι αυτός ο στόχος δεν πρέπει να υποβαθμίζεται, επειδή ο στόχος αυτός παραμένει σταθερός και, ακόμα, οιστρηλατεί μια Αριστερά που φαντασιακά συνεχίζει συμβολικά τον εμφύλιο, με συνεχείς πολιτιστικούς και οιονεί πολιτικούς εμφυλίους, όπως φαίνεται στο τραγουδάκι του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας:

Μας πήραν την Αθήνα, νανούμ, νανούμ, νανούμ, μα μόνο για ένα μήνα…

Αλλά, κυρίως, όπως φαίνεται στη δράση ενός ριζοσπαστικού τμήματος που ακόμα επιδιώκει πολιτικά αποτελέσματα μέσω της τρομοκρατίας (ενδεικτικό παράδειγμα, η πυρπόληση την 1η Ιουλίου 2026 πολυκατοικιών της Θεσσαλονίκης όπου ζούσαν στελέχη της ΝΔ, με τραγικό θύμα τη Βάγια Νέστορα). Και όπως ευρύτερα ανιχνεύεται στη στάση ακόμα και αριστερών που αρνούνται τη ριζοσπαστική πολιτική στάση τους αλλά υποπίπτουν στο αμάρτημα του σχετικισμού, όταν το κράτος συλλαμβάνει πρόσωπα τα οποία κατηγορούνται για τρομοκρατική δράση, τώρα ή στο παρελθόν (τελευταίο παράδειγμα, η σύλληψη προσώπων που κατηγορούνται για τον θανατηφόρο εμπρησμό της τράπεζας Μαρφίν, στην Αθήνα, το 2010).

Όσο ο εμφύλιος έχει νοσταλγούς, τόσο η δουλειά των ιστορικών απαιτεί τη σχέση όχι μόνο με τα ιστορικά συμβάντα αλλά και με την απήχησή τους στο παρόν.

ΛΕΖΑΝΤΕΣ

 

Aιτωλοακαρνάνες αξιωματικοί του ΕΔΕΣ στα βουνά της επαρχίας Βάλτου τον Μάρτιο του 1943. Από αριστερά, ο Ταγματάρχης Γεώργιος Κολοβός, ο γιατρός-αρχικαπετάνιος και διοικητής του Αρχηγείου Βάλτου Στυλιανός Χούτας και ο ταγματάρχης Κώστας Καραμπέκιος. Πίσω δεξιά διακρίνεται ο ταγματάρχης Κώστας Πολυζώης. Μετά τον πόλεμο, αναμείχθηκε στην πολιτική. Εξελέγη πολλές φορές βουλευτής με το Εθνικό Κόμμα, με τους Φιλελεύθερους, με την Ένωση Κέντρου και, μετά το 1974 με την Ένωση Κέντρου - Νέες Δυνάμεις και με την ΕΔΗΚ. Από το βιβλίο του Τρύφωνα Ν. Χατζηνικολάου, Οι Έλληνες της Αμερικής.

Αρχείο Τρύφωνα Ν. Χατζηνικολάου

[1] Σπύρος Τσουτσουμπής, «Πατριώτες και αγύρτες», The Books’ Journal, τχ. 174, Μάρτιος 2026 και https://booksjournal.gr/gnomes/6059-patriotes-kai-agyrtes.

 

19 Οκτωβρίου 2026

Πατριώτες και αγύρτες

Σπύρος Τσουτσουμπής

Σκέψεις πάνω στην ιστορία της Εθνικής Αντίστασης και της Κατοχής

18 Μαϊος 2026

Στις 27 Απριλίου 1944, κοντά στους Μολάους Λακωνίας, τμήμα του ΕΛΑΣ επιτέθηκε σε αυτοκινητοπομπή των γερμανικών δυνάμεων Κατοχής. Σκοτώθηκε ο στρατηγός Φραντς Κρεχ, μαζί με τρεις ακόμη γερμανούς αξιωματικούς. Η ενέργεια είχε στρατιωτικό στόχο: πλήγμα σε ανώτατο στέλεχος των κατοχικών δυνάμεων. Σε καθαρά επιχειρησιακό επίπεδο, επρόκειτο για επιτυχημένη αντάρτικη ενέργεια υψηλού συμβολισμού. Ήταν ένα πλήγμα στον κατακτητή με βέβαιη την πιθανότητα  κίνδυνο αντιποίνων σε αμάχους ή κρατουμένους .

20 Φεβρουαρίου 2026

Η ένοπλη αντίσταση εναντίον της τριπλής κατοχής του 1941-44, γενεσιουργός αιτία όλων των δεινών που ακολούθησαν, δεν ήταν μια «ένδοξη» και «ηρωική» σελίδα της ιστορίας του Ελληνισμού, αλλά μια καταστροφική παρέκκλιση από κάθε ορθολογική έννοια πατριωτισμού, λογικής και ανθρωπισμού.

21 Ιανουαρίου 2025