Αρχαία Ελλάδα
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΠώς πολεμούσαν οι αρχαίοι Έλληνες
Θεοδόσης Π. Τάσιος, Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Αθήνα 2025, 448 σελ.
Οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν αναπτύξει σημαντική στρατιωτική τεχνολογία. Για την άμυνα χρησιμοποιούσαν αμυντικά έργα ξηράς, μηχανές και ειδικές τεχνικές, έργα λιμένων, πανοπλίες. Για την επίθεση, ατομικά όπλα, μικρά και μεγάλα, πολιορκητικές μηχανές και τεχνικές, επιθετικά στρατηγήματα και ναυτικά επιθετικά όπλα. Όλα, από τις ασπίδες μέχρι το δόρυ ή τον γαστραφέτη, από τους γερανούς μέχρι τα πολεμικά άρματα, από τα ύφαλα εμπόδια μέχρι τις τριήρεις και το υγρό πυρ, προϋπέθεταν ανεπτυγμένη τεχνολογία. Την τεχνολογία αυτή διερευνά εξονυχιστικά στο νέο βιβλίο του ο Θεοδόσης Π. Τάσιος. [ΤΒJ]
Ι.
Ένας από τους ανθεκτικούς για καιρό «μύθους» σχετικά με τους Αρχαίους Έλληνες στηριζόταν στην άποψη πως δεν είχαν αναπτύξει τεχνολογία, επειδή αδιαφορούσαν γι’ αυτή. Σ’ αυτό είχε μάλλον συμβάλει η περιοριστική τρέχουσα σύνδεση της έννοιας της τεχνολογίας με τεχνουργήματα αιχμής, περίπλοκες συσκευές και, ιδιαίτερα, με υπολογιστικές μηχανές. Ίσως αυτή η αντίληψη να μην είχε μακροημερεύσει τόσο αν είχε βρεθεί νωρίτερα και «αποκρυπτογραφηθεί» ο περίφημος πλέον «Μηχανισμός των Αντικυθήρων».
Ωστόσο, μία εμβριθής μελέτη των αρχαίων πηγών θα απεδείκνυε πως αυτή η αντίληψη ήταν εσφαλμένη. Αρκεί προς τούτο να αναφερθεί ότι και η ίδια η λέξη «τεχνολογία» δεν είναι νεοελληνική· υπήρχε και στην αρχαία ελληνική ως ουσιαστικό του ρήματος τεχνολογέω, το οποίο κατά το Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης (των Henry G. Liddell – Robert Scott) σήμαινε «υπάγω τι υπό κανόνας τέχνης, συστηματοποιώ»!
Οι Αρχαίοι Έλληνες, λοιπόν, όχι μόνο διέθεταν και τεχνογνωσία και τεχνολογία, αλλά η τεχνολογία τους κάλυπτε ένα ευρύτατο πεδίο εφαρμογών, ήταν δυναμική και εξελισσόταν συνεχώς έως την ύστερη αρχαιότητα. Επιπλέον, ήταν «τεχνολογία αιχμής», αφού εκτεινόταν στην κάλυψη και των πλέον απαιτητικών αναγκών της εποχής. Τέλος, βρισκόταν στην πρωτοπορία της εποχής της, καθώς ήταν «μητέρα» πλείστων όσων σημαντικότατων καινοτομιών.
Στην εμπέδωση αυτής της διαπίστωσης συνετέλεσε η προσωπική πρωτοβουλία κάποιων Νεοελλήνων που παρακινήθηκαν να ρίξουν ένα διαφορετικό βλέμμα. Προσωπικά, με παρακίνησε η ανάγνωση του βιβλίου του Bertrand Gille που είδα τυχαία σε μία βιτρίνα στο Παρίσι, Les mécaniciens grecs. La naissance de la technologie (Οι έλληνες μηχανικοί. Η γέννηση της τεχνολογίας). Όχι κάποιας αλλά, με κάποια υπερβολή, «της τεχνολογίας». Άλλωστε, η παραμέληση του επιπέδου της αρχαιοελληνικής τεχνολογίας δεν ήταν αποκλειστικά νεοελληνική εξαίρεση. Όπως αναφέρει σχετικά ο ίδιος ο Bertrand Gille, πέρα από τη λήθη στην οποία έχουν περιπέσει οι έλληνες μηχανικοί, «υπάρχει μια τεχνική κουλτούρα», στους Αρχαίους Έλληνες εννοείται, «εξίσου παραμελημένη, διαμορφωμένη από συσσώρευση ερευνών, επιτυχιών και αποτυχιών, μεθόδων και αρχών»1. Άλλωστε, αυτή τη μεταστροφή ως προς την ύπαρξη αρχαιοελληνικής κουλτούρας τεχνολογίας την είχαν προετοιμάσει κάποιοι προπομποί2.
ΙΙ.
Τη δεκαετία του 1980, άρχισε και στη χώρα μας μια συστηματική ενασχόληση με τα επιτεύγματα της αρχαιοελληνικής τεχνολογίας. Σήμερα πια διαθέτουμε διαυγέστερη και σφαιρική αντίληψη γι’ αυτήν. Σε αυτή τη γνωστική προσπάθεια πρωτοστάτησε ο ομότιμος πλέον καθηγητής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και ακαδημαϊκός3 Θεοδόσης Π. Τάσιος, ιδρυτικό μέλος και Πρόεδρος της Εταιρείας Μελέτης Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας από το 1993, έτος της ίδρυσής της, ο οποίος έκτοτε έχει πρωταγωνιστήσει σε σειρά εκδηλώσεων και εκδόσεων που είχαν στόχο την ανάδειξή της. Τελευταίο δείγμα αυτής της δραστηριότητας είναι το ογκώδες έργο του Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία, ένα άκρως κατατοπιστικό βιβλίο 448 σελίδων με πολυάριθμα σχέδια, τα περισσότερα σχεδιασμένα από τον ίδιο.
Ο συγγραφέας και τα πεπραγμένα του είναι μάλλον γνωστά στους αναγνώστες αυτού του κειμένου – ο καθηγητής Τάσιος, άλλωστε, είναι τακτικός συνεργάτης του Βοοks’ Journal που τυπώνει τακτικά σύνοψη του βιογραφικού του. Τα κυριότερα σημεία των δραστηριοτήτων του περιέχονται στο βιογραφικό σημείωμα του βιβλίου του. Γεννήθηκε το 1930 στην Καστοριά, αλλά μεγάλωσε στα Μέγαρα, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του. Αποφοίτησε το 1953 από τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) και συνέχισε τις σπουδές του στο Centre d’Études Supérieures ITB στο Παρίσι. Αναγορεύθηκε διδάκτωρ (1958), επιμελητής, έκτακτος μόνιμος καθηγητής (1964) και τακτικός καθηγητής του ΕΜΠ (1969), ενώ δίδαξε παράλληλα σε πανεπιστήμια της αλλοδαπής και διετέλεσε μέλος σημαντικών ενώσεων, σωματείων, ινστιτούτων κ.λπ. Είναι επίτιμος διδάκτωρ επτά πανεπιστημίων, ελληνικών και ξένων.
Υπήρξε δάσκαλος πολλών γενεών ελλήνων μηχανικών, αλλά, με το παράδειγμα του καταξιωμένου πολυσχιδούς στοχαστή, εμφύσησε σε πολλούς (όπως και στον υπογράφοντα4) την αντίληψη ότι η προσωπική πνευματική ολοκλήρωση δεν επέρχεται αποκλειστικά και μόνο από την επαγγελματική καταξίωση, αλλά σε συνδυασμό της με την ενεργητική και συμμετοχική διεύρυνση του πνευματικού ορίζοντα του ατόμου.
Η (σε βάθος και όχι επιφανειακή) ενασχόλησh του Θεοδόση Π. Τάσιου με αντικείμενα τόσο πολλών πεδίων δικαιολογεί απόλυτα τον χαρακτηρισμό «homo universalis / οικουμενικός άνθρωπος» τον οποίο του αποδίδουν.
ΙΙΙ.
Το πρόσφατο βιβλίο του Θεοδόση Π. Τάσιου επιβάλλει ένα ερώτημα: γιατί αυτή η πληθωρική ενασχόληση με την τεχνολογία των Αρχαίων Ελλήνων; Την απάντηση την δίνει ο ίδιος ο συγγραφέας:
Όλα ξεκίνησαν από το γεγονός ότι είχα ενοχληθεί από την ανιστόρητη αντίληψη για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, σύμφωνα με την οποία οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν να επιδείξουν σπουδαία επιτεύγματα στην τεχνολογία. Ως, δηλαδή, οι αρχαίοι να ασχολούνταν μόνο με τη φιλοσοφία! Μα δεν είναι δυνατόν να υπάρχει πολιτισμός χωρίς τεχνολογία.5
Για την οποία, τεχνολογία, προτείνει τον ακόλουθο ορισμό:
Τεχνολογία είναι η σκόπιμη μετουσίωση γνώσεων και υλικών προς ένα προϊόν που ικανοποιεί μίαν ανάγκην την οποία δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν φυσικά μέσα. (σ. 18)
Ασφαλώς και θα ήταν εύλογο για τη συνέχεια το ερώτημα «γιατί ο περιορισμός του αντικειμένου του βιβλίου στη στρατιωτική τεχνολογία;» Μια εύλογη απάντηση θα ήταν: «επειδή η επέκταση σε όλο το εύρος της θα απαιτούσε έργο άλλων διαστάσεων». Εξίσου πιθανό θα ήταν να ενταχθεί ο περιορισμός στο πνεύμα του «πόλεμος πατήρ πάντων». Ωστόσο και τότε γνώριζαν και σήμερα γνωρίζουμε ότι ο πόλεμος δεν είναι ο πατέρας των πάντων. Και η τεχνογνωσία που αναπτυσσόταν και αναπτύσσεται δεν είχε και δεν έχει αποκλειστικό στόχο την εξυπηρέτηση της πολεμικής μηχανής του ανθρώπου. Ωστόσο, όπως αναλύεται και στην εισαγωγή του βιβλίου, η πρόταξη της ανάγκης των ελληνικών πόλεων να αντιμετωπίζουν με επιτυχία τις συχνότατες εμπλοκές τους σε πολέμους τις εξωθούσε να κατευθύνουν το ενδιαφέρον κρατικής οντότητας και πολιτών σε αυτούς. «Με αυτό το δεδομένο, αναμένεται ότι η Στρατιωτική Τεχνολογία, (όταν δεν ήταν) η “μητέρα” των Τεχνολογιών, ήταν τουλάχιστον η “Προικισμένη” Κόρη των Πόλεων. Κάθε τεχνολογικό επίτευγμα θ’ αναζητούσε τη στρατιωτική του εφαρμογή» (ή την εκμετάλλευσή του για στρατιωτικούς σκοπούς θα προσθέταμε) «– αλλά πρόσθετες ερευνητικές δαπάνες προσφέρονταν για την ανάπτυξη οπλικής ή οχυρωματικής Τεχνολογίας» (σ. 16).
Ιδού λοιπόν «γιατί και το κεφάλαιο της Στρατιωτικής Τεχνολογίας είναι δυσαναλόγως μεγαλύτερο από τα άλλα κεφάλαια της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας» αλλά και επικαλύπτει πολλά απ’ αυτά. Ίσως σε αυτό να συμβάλλει και ο σχετικός διαθέσιμος πλούτος των γνώσεων γύρω από τη στρατιωτική τεχνολογία. Όπως παρατηρεί ο B. Gille αναφορικά με τα στοιχεία που γνωρίζουμε για την αρχαία ελληνική τεχνολογία, «στον στρατιωτικό τομέα, η τεκμηρίωσή μας είναι ενδεχομένως λίγο πιο άφθονη χάρις στους χρονικογράφους και τους ιστορικούς»6, παρατήρηση που εξηγεί την έλλειψη αναφορών σε άλλες παράλληλες τεχνικές επινοήσεις. Όπως πάντως διευκρινίστηκε στην εκδήλωση του εκδοτικού οίκου του, ο Θεοδόσης Π. Τάσιος έχει επεκτείνει την εργασία του συνολικότερα στην αρχαία ελληνική τεχνολογία και σύντομα αναμένεται η έκδοση κι άλλων τόμων, για άλλες ενότητες της ζωής και της δραστηριότητας των αρχαίων Ελλήνων.
Το βιβλίο του Θεοδόση Π. Τάσιου που ασχολείται με τη στρατιωτική τους τεχνολογία αρχίζει με ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στα «Αμυντικά έργα ξηράς». Προφανώς γιατί με αυτά τα έργα αντιμετωπιζόταν μια από τις πρώτες αμυντικές ανάγκες των κοινωνιών από τη στιγμή που, όπως διευκρινίζεται, επιτυγχανόταν «μία κρίσιμη αύξηση του μεγέθους του οικισμού» και η «ανάπτυξη της απαιτούμενης οικονομικής και τεχνολογικής ικανότητας προς τούτο» (σ. 19). Φυσικά, η τεχνολογία των οχυρωματικών έργων άλλαζε με τον καιρό, είτε εξαιτίας των πολιορκητικών μέσων τα οποία έπρεπε να αντιμετωπίσει είτε λόγω των διαθέσιμων υλικών. Στο κεφάλαιο αυτό ο συγγραφέας παραθέτει εντυπωσιακά στοιχεία για τα υλικά (κατασκευής και επένδυσης-προστασίας), την αντοχή, τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά, τη χάραξη, τα τυχόν συμπληρωματικά έργα (δεύτερα αμυντικά ή επιθετικά τείχη, περιφερειακές οδοί, προτειχίσματα, τάφροι, διατειχίσματα) των διαφόρων τύπων οχυρωματικού τείχους.
Στη συνέχεια παρατίθενται οι κατασκευές που συμπλήρωναν κατά περίπτωση τα τείχη, δηλαδή οι πύργοι και οι αμυντικοί υπόνομοι (σήραγγες), με ιδιαίτερη αναφορά στη χρησιμότητά τους.
Το δεύτερο κεφάλαιο πραγματεύεται τις αμυντικές τεχνικές και μηχανές στην ξηρά, αρχής γενομένης από τα αντιβλητικά κωλύματα, δηλαδή τα τεχνάσματα στα οποία κατέφευγαν οι αμυνόμενοι για να αντιμετωπίσουν τα κάθε είδους βλήματα που εκτόξευαν εναντίον τους οι αντίπαλες δυνάμεις, όπως λίθους, απλά βέλη, πυρφόρα βέλη, ακόντια κ.λπ. Συνεχίζει με τις παγίδες (ή δολιεύματα) που έστηναν, τη λιθορριψία κατά των επιτιθεμένων και τον εμπρησμό των πολιορκητικών μηχανών, τους γερανούς και διάφορα άλλα μηχανικά αμυντικά μέσα, τα αμυντικά βλητικά όπλα (όπως οι αμυντικοί καταπέλτες). Αξιοσημείωτη είναι σε αυτό το κεφάλαιο η αναφορά στις αμυντικές τεχνικές των κατοίκων της Τύρου εναντίον των πολιορκητών του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Συν τοις άλλοις, η αναφορά αυτή δείχνει ότι η πολεμική τεχνολογία δεν ήταν αποκλειστικό προνόμιο των Ελλήνων.
Με δεδομένο ότι πολλές πόλεις της αρχαιότητας ήταν παραλιακές (ή διέθεταν σημαντικά επίνεια) είναι προφανές ότι θα είχαν ανάγκη για προστασία από την πλευρά της θάλασσας, δηλαδή από αμυντικά έργα και τεχνικές σε παραλιακές πόλεις. Με αυτές ασχολείται το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου. Στα αμυντικά έργα περιλαμβάνονταν η περιμετρική οχύρωση του λιμένα ή η φραγή του στομίου του, ενώ στις αμυντικές τεχνικές οι (πετροβόλοι, δορυβόλοι ή πυροφόροι) καταπέλτες, η μείωση του βάθους της θάλασσας μέσω επιχώσεων, η τοποθέτηση ύφαλων εμποδίων, αλλά και ο εμπρησμός των εχθρικών πλοίων με πυρπολικά σκάφη (στα οποία οι Τύριοι μάλλον κατέχουν πρωτιά). Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούσε η άμυνα των θαλάσσιων τειχών.
Το τέταρτο κεφάλαιο ασχολείται με την αμυντική πανοπλία των στρατιωτών, δηλαδή τα κράνη (με μια όχι πάντως και τόσο σημαντική έλλειψη: την αναφορά στα φάλαρα), τους θώρακες, τις περικνημίδες και τα καλύμματα άλλων τμημάτων των άκρων του ανθρωπίνου σώματος, τα οποία, σε διάφορες μορφές, είναι εν χρήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας. Τα υλικά κατασκευής τους ποικίλλουν, όπως και η μορφή τους, ανάλογα με την περίοδο. Οι θώρακες, ακόμα και κατά τη μυκηναϊκή εποχή, αποτελούν εντυπωσιακά σύνολα.
Το κεφάλαιο συνεχίζεται με ένα λίαν εκτεταμένο αφιέρωμα στις ασπίδες: στο σχήμα τους, στην κατασκευή τους, στην τεχνολογία τους, στον τρόπο κρατήματος και χειρισμού τους. Το αφιέρωμα επεκτείνεται και σε παράθεση μηχανικών στοιχείων, αντοχών και άλλων φυσικών παραμέτρων, αλλά ακόμα και σε υπολογισμούς των δυνάμεων προσβολής της ασπίδας και των αντοχών της (σε τέμνουσα, καμπτική, διατρητική), οι οποίοι αντλούνται άλλοτε από τη διεθνή βιβλιογραφία και άλλοτε είναι του ίδιου του συγγραφέα – οι υπολογισμοί, πάντως, δεν μπορούν να αναγνωσθούν παρά από ολίγους ειδήμονες επί του θέματος.
Τέλος, το κεφάλαιο συμπληρώνεται από δύο προσαρτήματα· ένα για τις ζωικές κόλλες που είχαν χρησιμοποιηθεί για τη σύνδεση στοιχείων των ασπίδων μεταξύ τους και ένα για την περίφημη και περίεργη συνάμα οκτώσχημη ασπίδα.
Στη συνέχεια (πέμπτο κεφάλαιο), σειρά παίρνουν τα ατομικά όπλα, αμυντικά και επιθετικά, αγχέμαχα (δηλαδή όπλα των οποίων η χρήση ήταν πρόσφορη σε μάχες με τους αντιπάλους σε μικρή απόσταση) και εκηβόλα (δηλαδή όπλα τα οποία εβάλλοντο εξ αποστάσεως). Αρχής γενομένης από το δόρυ και το ακόντιο και με ειδική αναφορά στην υπερμήκη μακεδονική σάρισα. Παρατίθενται τόσο τα υλικά κατασκευής των, όσο και τα γεωμετρικά στοιχεία τους και το βάρος τους, αλλά και τα εξαρτήματα/προσαρτήματά τους· δηλαδή η μεταλλική λόγχη στο εμπρόσθιο μέρος και ο σαυρωτήρ ή στύραξ, η επίσης μεταλλική απόληξή τους με την πολλαπλή χρησιμότητά του. Η περιγραφή συνοδεύεται και σε αυτή την περίπτωση από υπολογισμούς για τις αντοχές των σε λυγισμό και κρούση.
Ακολουθεί ανάλογη παρουσίαση του αγχέμαχου ξίφους και, στη συνέχεια, του τόξου. Του δεύτερου συνοδεύεται με νέους υπολογισμούς της ενέργειας ώθησης η οποία μεταδίδεται στο βέλος, της μετατροπής της σε κινητική ενέργεια, του επιδιωκόμενου ή του επιτεύξιμου βεληνεκούς. Σε ειδικό περί τα τόξα προσάρτημα παρουσιάζονται με πληθώρα σχεδίων αλλά και υπολογισμών του συγγραφέα τα θέματα αρχικής τάνυσης-ανάκαμψης και επανατάνυσης των διαφόρων τύπων των τόξων, καθώς και των παραμορφώσεών τους. Το προσάρτημα κλείνει με αναδρομή στα τόξα διαφόρων περιοχών ή περιόδων (στις Μυκήνες και στην Κρήτη, στα Ομηρικά Έπη, στη μετά τη Γεωμετρική Εποχή), καθώς και με αναφορά στα πυρφόρα βέλη.
Το τελευταίο όπλο που εξετάζεται είναι η σφενδόνη, η οποία, σημειωτέον, δεν έχει και τόση σχέση με τη σημερινή σφεντόνα, αλλά, ως διαδικασία βολής, σχετίζεται κάπως με τη βολή της σφύρας κατά τη διαδικασία του αγωνίσματος της σφυροβολίας. Το βλήμα ήταν τοποθετημένο σε ιμάντα τον οποίο περιέστρεφε ο ρίπτης μέχρις ότου αποκτήσει ικανή ταχύτητα για να απελευθερωθεί και να κατευθυνθεί προς τον εχθρό. Σε νέο προσάρτημα καταγράφεται σύγχρονο πείραμα που εκτελέσθηκε το 2021, το οποίο απέδειξε ότι ήταν εφικτό το βλήμα της να έχει βεληνεκές πάνω από 100 μέτρα!
Από τα ατομικά όπλα τη σκυτάλη παίρνουν τα μεγάλα επιθετικά όπλα· όπλα γενικά πιο σύνθετα και πιο πολύπλοκα, η τεχνολογία των οποίων δεν περιοριζόταν ουσιαστικά στον τρόπο και στο υλικό κατασκευής τους, αλλά επεκτεινόταν και στη σύλληψη της λειτουργίας τους. Αρχής γενομένης από τους καταπέλτες που επινοήθηκαν στην Αρχαία Ελλάδα στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα. Στο σχετικό κεφάλαιο προηγείται μικρή ανασκόπηση των έργων περί της «βλητικής». Υπό τον όρο «καταπέλτης» συγκεντρώνονται διάφορα τοξοβόλα όπλα, όπως ο γαστραφέτης του Κτησιβίου, κάποια παλαιότερα καμπτικά τοξωτά όπλα και οι στρεπτικοί καταπέλτες (μεταξύ των οποίων και ο καταπέλτης του Διονυσίου του Αλεξανδρέως που λειτουργούσε περίπου ως «ρεβόλβερ» βελών!).
Το κεφάλαιο των μεγάλων επιθετικών όπλων κλείνει με τα φλογοβόλα. Όχι τη ρίψη των γνωστών από παλιότερα αναμμένων βελών, αλλά τα ολοκληρωμένα φλογοβόλα όπλα, το πρώτο των οποίων περιγράφει ο Θουκυδίδης και το οποίο χρησιμοποιήθηκε το 424 π.Χ. από τους Βοιωτούς και τους συμμάχους τους κατά την πολιορκία του Δηλίου.
Το έβδομο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στις πολιορκητικές τεχνικές και μηχανές και χωρίζεται σε δύο μέρη, ένα για τα «Πολιορκητικά Τεχνικά Έργα και Τεχνάσματα» και ένα για τις «Πολιορκητικές Μηχανές».
Των Ελλήνων είχαν προηγηθεί στη χρήση πολιορκητικής τεχνολογίας και άλλοι λαοί (Ασσύριοι, Πέρσες κ.ά.). Ωστόσο, σε πολλούς τομείς πρωτοπόροι αναδείχθηκαν οι Έλληνες, σε σημείο μάλιστα που από μια στιγμή και μετά τα ελληνικά (και, ειδικότερα, τα μακεδονικά και τα ελληνιστικά στρατεύματα) να συνοδεύονται από ειδικευμένο σώμα Μηχανικών (Τεχνιτών ή Δημιουργών ή Μηχανοποιών ή Οργανοποιών ή Αρχιτεκτόνων, ανάλογα με τον συγγραφέα αναφοράς). Το στράτευμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου συνόδευαν «Πολιτικοί Μηχανικοί», όπως σηραγγολόγοι, υδραυλικοί, αλλά και πολεοδόμοι!
Αρχικά, το πρόβλημα των πολιορκητών ήταν η προσπέλαση στο εχθρικό τείχος. Προς τούτο εφαρμόζονταν δύο μέθοδοι: η αναρρίχηση μέσω κλιμάκων (απλό αλλά ευπρόσβλητο τέχνημα με μέγιστο ύψος έως 8,5 μ., ενίοτε εξοπλισμένο με διάφορα βοηθητικά μέσα) και τα χωματουργικά έργα..
Τα βασικά επιθετικά χωματουργικά έργα ήταν η οριζόντια επίχωση των αμυντικών τάφρων και το ανηφορικό ανάχωμα για προσέγγιση της στέψης του τείχους. Απαιτούνταν κατασκευές ιδιαίτερα απαιτητικές (ως προς την επιπεδότητα οι μεν και την αντοχή οι δε) αν επρόκειτο να αποτελέσουν υπόστρωμα για τη διέλευση πολιορκητικών μηχανών. Αναφέρονται τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις επιθετικών χωματουργικών έργων. Η πρώτη, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος υποχρεώθηκε να κατασκευάσει για τις πολιορκητικές του μηχανές πέριξ της υπό πολιορκίαν πόλης της Γάζας γενικευμένο ανάχωμα ύψους 83 μέτρων και πλάτους στη βάση 360 μέτρων! Η δεύτερη, όταν οι Ρωμαίοι έλυσαν την πολιορκία της θεσσαλικής πόλεως Άτραξ λόγω της αστοχίας (μειωμένης αντοχής) του υλικού επίχωσης, με αποτέλεσμα μεγάλες τοπικές καθιζήσεις υπό το βάρος των πολιορκητικών μηχανών. Η τρίτη όταν τα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου κάλυψαν με επίχωση το φαράγγι (μήκους ίσως και ενός χιλιομέτρου!) που χώριζε το λόφο όπου είχαν στρατοπεδεύσει από το λόφο όπου βρισκόταν η ινδική φρουρά.
Στην περίπτωση μακροχρόνιας πολιορκίας, οι πολιορκητές κατασκεύαζαν τους περιτειχισμούς: αμυντικά επιχώματα για την προστασία τους από πιθανή επίθεση των πολιορκουμένων και των τυχόν συμμάχων τους (οπότε προβλεπόταν και δεύτερος περιτειχισμός στα νώτα του στρατοπέδου). Άλλα επιθετικά χωματουργικά έργα ήταν: α) η υπονόμευση (μέσω σηράγγων) των τειχών με στόχο είτε την κατακρήμνιση μέρους αυτών για διάνοιξη διόδου, είτε για την κρυφή διέλευση πολιορκητών μέσα στην πολιορκούμενη πόλη· β) η εκτροπή ποταμού που επέτρεπε τη διέλευση των πολιορκητών από την άνυδρη πλέον κοίτη· γ) η καταστροφή του υδραγωγείου της πολιορκούμενης πόλης.
Μετά από τα χωματουργικά έργα, σειρά έχουν οι καθαυτό πολιορκητικές μηχανές. Σε αυτές περιλαμβάνονταν οι χελώνες: χωστρίδες και εφεδριακές για την προστασία των εργαζομένων στα επιθετικά χωματουργικά έργα από τα βέλη των αμυνομένων και ορυκτρίδες με επίπεδο κατακόρυφο μπροστινό μέρος για να κολλάνε στο τείχος, τέλος δε στομιοκαλύπτρες για να κρύβουν το στόμιο σηράγγων.
Μετά τις χελώνες, το κεφάλαιο περνά στους κριούς και τις κριοφόρους χελώνες. Οι κριοί –ίσως το γνωστότερο πολιορκητικό όπλο στο σημερινό κοινό– είχαν στόχο την πρόκληση ζημιών στην αμυντική γραμμή των πολιορκουμένων. Άλλοτε μεν ως κρουστικοί, είτε με την αποσύνθεση της δομής του τείχους είτε με τη διάτρηση αυτού, άλλοτε δε ως περιστροφικοί (και περιστροφικά τρύπανα) με τη διάνοιξη βαθιάς οπής σε αυτό. Οι πρώτοι, ξύλινοι εφοδιασμένοι με μεταλλικοί κεφαλή, έπλητταν το στόχο τους με συνεχείς κρούσεις ανηρτημένοι σε μηχανισμό όπως ένα εκκρεμές. Τα περιστροφικά τρύπανα, μικρότερα σε μέγεθος, άνοιγαν μια σειρά από τρύπες στο τείχος με στόχο την τοπική κατάρρευση τμήματος αυτού.
Το περί κριών τμήμα του κεφαλαίου εμπλουτίζεται με περιγραφές της μορφής των και με υπολογισμούς των δυνάμεων που ασκούσαν αυτοί, αλλά και των αντιστάσεων της τοιχοποιίας.
Ακολουθεί η αναφορά στις ελεπόλεις, κινούμενα «άρματα μάχης» ιδιαίτερα μεγάλων διαστάσεων, η πρώτη χρήση των οποίων πιστοποιείται με βάση τις αρχαίες μαρτυρίες το 399 π.Χ. Αυτό που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη είναι η χρήση της προκατασκευής εκείνη την εποχή, καθώς, λόγω της ανέφικτης μεταφοράς των σε μεγάλες αποστάσεις, καθιστούσε αναγκαία την επιτόπου συναρμολόγησή τους με έτοιμα από πριν στοιχεία!
Οι πολιορκητικοί πύργοι ήταν πολυώροφοι και «στέγαζαν» επιθετικά όπλα, κυρίως κριούς ή και καταπέλτες, αλλά και στρατεύματα εάν χρειαζόταν. Για την άμυνά τους έναντι πυρφόρων βλημάτων ήταν εξοπλισμένοι με μέσα πυροπροστασίας και πυρόσβεσης. Περιείχαν και επιβάθρες, δηλαδή γέφυρες για την πρόσβαση στο πολιορκούμενο τείχος.
Ελέπολις Επιμάχου, βελτιωμένη, σχεδιασμένη βάσει των περιγραφών Διοδώρου.
Θεοδόσης Π. Τάσιος
Το κείμενο που αφορά τις ελεπόλεις εμπλουτίζεται και με αναφορές αφενός μεν στη μηχανολογική ανάλυση της οιονεί-αυτοκίνησης της ελεπόλεως του Ποσειδωνίου (του Μακεδόνος), αφετέρου δε σε κατασκευαστικά θέματά τους, καθώς και στην επιβίωση της χρήσης των, ακόμα και την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η τελευταία πολιορκητική μηχανή που εξετάζεται είναι η σαμβύκη. Επρόκειτο για μια κατασκευή που θεράπευε εν πολλοίς τα μειονεκτήματα της κλίμακας· δηλαδή, ενώ και αυτή αποτελούσε μέσο για την άνοδο των πολεμιστών στο πολιορκούμενο τείχος, μεταφερόταν συχνά υπό την προστασία μιας άμαξας, διέθετε σωληνοειδή κατασκευή για την εντός αυτής προστασία τους προς απόβαση στο εχθρικό τείχος πολιορκητών, δεν ανατρεπόταν λόγω μεγαλύτερου βάρους. Έπρεπε ωστόσο να προστατεύεται από δύσβρεκτες δορές για να αποφεύγει την πυρπόλησή της. Οι σαμβύκες διακρίνονταν σε στεριανές, που στηρίζονταν επάνω σε τροχοφόρους φορείς, και σε ναυτικές, που στηρίζονταν επάνω σε δύο συζευγμένα πλοία. Υπήρχε και μία ιδιαίτερη κατηγορία ναυτικών σαμβυκών που είχε διαφορετική χρήση: ήταν στην ουσία ελέπολις εξοπλισμένη με έναν ή δύο καταπέλτες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πιθήκια, «ίσως μια απ’ τις σημαντικότερες συλλήψεις της Ελληνικής Τεχνολογίας» (σ. 340) κατά τον συγγραφέα. Επρόκειτο για κατασκευαστικά τεχνάσματα που επιτρέπανε στις ναυτικές σαμβύκες / πολιορκητικούς πύργους να παραμένουν κατακόρυφες παρά τις ταλαντώσεις που προκαλούνται από τον προνευστασμό ή τον διατοιχισμό του πλοίου λόγω κυματισμών. Ο συγγραφέας τα παραλληλίζει με τα σημερινά «καρντάνια», που εξασφαλίζουν την οριζοντιότητα της πυξίδας πλοίων ή αεροπλάνων.
Μετά τις πολιορκητικές μηχανές ακολουθεί το όγδοο κεφάλαιο, το αφιερωμένο στα ναυτικά επιθετικά όπλα, πέρα από τις ναυτικές ελεπόλεις και σαμβύκες.
Εύλογα δε το κεφάλαιο αρχίζει με τα αρχαία πολεμικά πλοία. Πρώτες αναφέρονται οι μυκηναϊκές εικόσορος και πεντηκόντορος, με την τελευταία να διαθέτει 25 κωπηλάτες στην κάθε πλευρά της. Χαρακτηριζόταν από το τετράγωνο ιστίο της που κρεμόταν από οριζόντια δοκίδα, η οποία με τη σειρά της στηριζόταν στο κατάρτι. Στο κείμενο περιγράφονται οι εξελίξεις στη μορφή του πλοίου (π.χ. προσθήκη καταστρώματος για τη μεταφορά πολεμιστών) και στη δομή του. Η μυκηναϊκή ναυπηγική τέχνη συνεχίζεται και κατά τη διάρκεια των σκοτεινών αιώνων οπότε επιφέρονται και ορισμένες βελτιώσεις στη δομή του πλοίου (όπως, για παράδειγμα, το διπλό κατάστρωμα). Μεγάλο ενδιαφέρον έχουν και τα υποκεφάλαια που περιέχουν πληροφορίες για την ορολογία των τμημάτων του πλοίου και τα υλικά κατασκευής (ιστίων και καλωδίων).
Στη συνέχεια, σειρά παίρνει το πιο γνωστό στο ευρύ κοινό πλοίο της Αρχαίας Ελλάδας, η τριήρης. Η τριήρης υπήρξε μετεξέλιξη της δικρότου νηός, δηλαδή του πλοίου που διέθετε σε κάθε πλευρά του δύο σειρές κωπηλατών, τη δεύτερη σε κατάστρωμα επάνω από την πρώτη. Η ευφυέστατη πρωτοτυπία της τριήρεως ήταν η προσθήκη μιας τρίτης σειρά κωπηλατών στο κατακόρυφο τοίχωμα του σκάφους και ενός προστατευτικού για αυτούς κιγκλιδώματος. Παράλληλα, η αντικατάσταση του στόχου του πλοίου από την αποβίβαση μαχητών στο αντίπαλο σκάφος, στον εμβολισμό του τελευταίου και η συνακόλουθη απαλλαγή του από μέρος των ναυτικών που μετέφερε συνετέλεσε στην ελάφρυνση του βάρους του, στη μείωση του βυθίσματός του και στην, ως εκ τούτου, αύξηση της ταχύτητάς του, με αποτέλεσμα τη μετατροπή του σε «καινοτομικό φοβερό επιθετικό όπλο». Μια πρόσθετη καινοτομία ήταν ο εξοπλισμός της με όργανα που, μέσω μιας «προέντασης», αντιμετώπιζαν τις τάσεις που καταπονούσαν το πλοίο όταν βρισκόταν στην κορυφή ενός κύματος.
Ιδιαίτερη σημασία για τα πλοία, ακόμα δε περισσότερο για τις τριήρεις, είχε το έμβολο, μεταλλική επένδυση του εμπρόσθιου άκρου της τροπίδας.
Η εξέλιξη της ναυπηγικής τεχνολογίας συνεχίστηκε και, μετά την ύστερη αρχαιότητα, έδωσε στη συνέχεια τον βυζαντινό δρόμωνα.
Βυζαντινός δρόμων μήκους 40 μέτρων.
Θεοδόσης Π. Τάσιος
Στο τμήμα του κεφαλαίου που πραγματεύεται τις θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις αναφέρονται οι εμπρησμοί με πυροφόρα τοξεύματα από πλοία, τα φλογοφόρα πλοία και τα φλογοβόλα όργανα. Στα τελευταία περιλαμβάνεται και το «υγρόν πυρ» των βυζαντινών, για το οποίο υπάρχει μία εκτενής ανάλυση και το οποίο είχε τον αρχαιοελληνικό πρόγονό του, όπως προκύπτει από σχετικές αρχαιοελληνικές πηγές. Με αυτή κλείνει το κυρίως έργο.
Μετά από την παράθεση όλων αυτών των πολεμικών όπλων, μέσων και τεχνικών, ο Θεοδόσης Π. Τάσιος καταλήγει να συνοψίσει, στη θέση του επιλόγου, την ερευνητική μέθοδο που ακολουθήθηκε για να παρακαμφθούν οι δυσκολίες του εγχειρήματός του (ελλιπής ιστορική τεκμηρίωση, αμφίβολη ακρίβεια λεπτομερειών, σπάνις αρχαιολογικών ευρημάτων κ.ά.). Σε γενικές γραμμές προηγήθηκε μια συλλογή των σχετικών κειμένων της αρχαίας γραμματείας και συγκριτική παράθεση για την εξαγωγή πιο βέβαιων συμπερασμάτων. Συνοδεύτηκε από περιήγηση στη σχετική διεθνή βιβλιογραφία, η οποία, ωστόσο, αναδείκνυε και διάσταση απόψεων μεταξύ των ερευνητών. Και κατέληξε σε εφαρμογή μιας σύγχρονης ερευνητικής –πειραματικής ή υπολογιστικής– μεθόδου. Κατακλείδα δε αυτού του τελικού κείμενου είναι η επισήμανση των κυριότερων επιτευγμάτων της αρχαιοελληνικής τεχνολογίας.
IV.
Έπειτα από όσα καταγράφηκαν στις παραγράφους που προηγήθηκαν, μπορούμε με βεβαιότητα να επισημάνουμε τα εξής:
· Η Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία είναι ένα ανεκτίμητο έργο αναφοράς για τους μελλοντικούς μελετητές της αρχαιοελληνικής τεχνολογίας γενικότερα, αλλά και της πολεμικής ειδικότερα.
· Επιτελεί παιδευτικό ρόλο καθώς, με την ανάγνωσή του, καταρρίπτει ως ανέρειστο το μύθο της τεχνολογικής υστέρησης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και παρακινεί τον συνειδητό αναγνώστη να εμβαθύνει περισσότερο στην ενημέρωσή του γύρω από αυτή την παραμελημένη έως πρόσφατα πτυχή του.
· Είναι προσιτό στο ευρύτερο κοινό παρά την ενδεχόμενη δυσκολία κατανόησης των υπολογισμών που περιέχει. Ως προς αυτούς, ο μη ειδήμων μπορεί κάλλιστα να αρκεστεί στα συμπεράσματά τους.
· Προσφέρει πρωτοφανές πλήθος σχετικών πληροφοριών και τεκμηρίων που αποτελείται από παράθεση αποσπασμάτων – μαρτυριών. Περιέχει μέχρι και τεχνικές προτροπές από τους τότε μηχανικούς, αποσπάσματα από την αρχαία ελληνική γραμματεία, αλλά και παραπομπές στη διεθνή βιβλιογραφία και επίκληση των συμπερασμάτων αυτής (πάντοτε, ωστόσο, με κριτικό πνεύμα και όχι με αβασάνιστη αντιγραφή τους). Κυρίως, περιέχει αποδεικτικό υλικό σχεδίων και υπολογισμών, στη συντριπτική τους πλειονότητα του ίδιου του συγγραφέα.
Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί η προσπάθεια του Θεοδόση Π. Τάσιου να διορθώσει (με απόλυτη επιτυχία κατά την προσωπική μου άποψη), με βάση την τεχνική του κατάρτιση, ακόμα και καθιερωμένες μεταφραστικές αστοχίες. Σαν την αστοχία π.χ. στην απόδοση του ομηρικού επιθετικού προσδιορισμού της ασπίδας: «επταβόειος». Δεν πρόκειται για ασπίδα «από δορές επτά βοδιών» αλλά για ασπίδα «εφτάστρωτη από βοδινή δορά» (σ. 93).
Αξιοπρόσεκτη είναι και η γλωσσοπλαστική ικανότητα του συγγραφέα και η χρήση ασυνήθιστης ορολογίας (π.χ. κριοκόπηση, διατόρημα, βαρορριψία). Ωστόσο, οι όροι αυτοί παράγουν ένα εύληπτο αποτέλεσμα για τον αναγνώστη.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία αποτελεί το opus magnum του Θεοδόση Π. Τάσιου. Και όντως είναι, τόσο από τη σκοπιά του κόπου και της προσπάθειας που απαίτησε από τον συγγραφέα, όσο και από τη σκοπιά της συμβολής της στο αντικείμενο που υπηρετεί: την ανάδειξη της αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας. Είθε να ακολουθήσει η ανάδειξη των επιτευγμάτων αυτής και σε άλλα, πέραν του στρατιωτικού, πεδία. Ωστόσο, για κάποιον (όπως ο υπογράφων το παρόν κείμενο) που πέρασε από τα φοιτητικά θρανία την εποχή που ο συγγραφέας δίδασκε στο Πολυτεχνείο και –στη συνέχεια– παρακολούθησε από κοντά την πνευματική του πορεία και το έργο που απέδωσε (επέστρεψε στην κοινωνία, σύμφωνα με μία δική του αντίληψη, όπως την εξέφρασε σε μία συνέντευξή του στην εκπομπή «Αστικό Τοπίο»), «έργο ζωής» του αποτελούν οι γνώσεις που μετέφερε και το υπόδειγμα που προσέφερε στους σπουδαστές του.
Ας σημειωθεί εν κατακλείδι ότι τα κείμενα του βιβλίου ακολουθούν σε όλη της την έκταση την πρόταση φυσικού τονισμού που έχει αναπτύξει7 ο Θεοδόσης Τάσιος παλιότερα, δηλαδή για τον τονισμό εκείνων μόνον των συλλαβών που τονίζονται και στον προφορικό λόγο.
1 Bertrand Gille: «Les mécaniciens grecs. La naissance de la technologie», Seuil 1980, σ. 7.
2 Ενδεικτικά αναφέρεται o γάλλος φιλόσοφος και ιστορικός της επιστήμης Abel Rey του Μεσοπολέμου με το έργο του του 1939 με τον χαρακτηριστικό τίτλο Το απόγειο της ελληνικής τεχνικής επιστήμης (Abel Rey: L’apogée de la science technique grecque, Albin Michel 1948), με το οποίο αναλύει την πρόοδο εκείνης της εποχής στις θετικές επιστήμες, δηλαδή την προοδευτική πρόσκτηση τεχνικής γνώσεως, η οποία θα μεταφραζόταν και σε τεχνικές εφαρμογές. Ενδεικτική είναι η άποψη που διατυπώνει σχετικά με τη γεωμετρία των πυθαγορείων: «Επινοεί την γενική κατασκευή μιας λύσης και αμέσως μετά τη λογική αλληλουχία που επιτρέπει την πρόοδο από τη μία κατασκευή στην άλλη, την κατασκευή επί ήδη εν ισχύι κατασκευών ενός οικοδομήματος το οποίο, επάνω σε αυτά τα θεμέλια, ανυψώνεται όροφο με όροφο», εννοώντας ότι δεν ενδιαφέρονταν για τυχαία και μεμονωμένα αποτελέσματα (λύση προβλήματος, διατύπωση θεωρήματος, κατάστρωση μαθηματικού τύπου…), αλλά για τη δόμηση ολοκληρωμένης διαδοχής βημάτων με το καθένα να αποτελεί τη βάση για το (ή να οδηγεί στο) επόμενο ώς την κορυφή της πυραμίδας.
3 Στον καθηγητή Θ. Π. Τάσιο απονεμήθηκε το Χρυσό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών την 18η Δεκεμβρίου 2025. Την δε 20ή Ιανουαρίου 2026 του απονεμήθηκε το μετάλλιο του ΕΜΠ με τον Πυρφόρο Προμηθέα, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας.
4 Τον Θ. Π. Τάσιο, τον γνώρισα ως καθηγητή μου στο Πολυτεχνείο. Με την αποφοίτησή μου μετατραπήκαμε τυπικά σε συναδέλφους. Ξαναβρεθήκαμε στο πλαίσιο της δραστηριότητας του Κέντρου Σοσιαλιστικών Μελετών (1979-2016) και της έκδοσης της Εφημερίδας του. Είχα αναλάβει εργολαβικά (ίσως ως προερχόμενος από τον κλάδο των εργολάβων) να διευθύνω τις εκδηλώσεις κατά τις οποίες ήταν ομιλητής. Ένα βράδυ (στο σπίτι της Αθηνάς Μπουζιάνη) του πρόσφερα ένα αντίτυπο του βιβλίου του Bertrand Gille και, έκτοτε, αρχίσαμε να παρακολουθούμε πιο συστηματικά ο ένας τις δραστηριότητες του άλλου και να επικοινωνούμε τακτικά.
5 (Παρατίθεται στο) Ιωάννα Σουφλέρη: «Η αρχαία ελληνική πολεμική υπεροχή» στην εφημερίδα Το Βήμα (ένθετο Β2) της 14ης Δεκεμβρίου 2025.
6. Bertrand Gille, ό.π., σ. 13.
7 Θ. Π. Τάσιος, Πρακτικά ζητήματα της νεοελληνικής γλώσσας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2022.
Η πολύτιμη λέξη που δεν ήταν ποτέ δεδομένη
John Dunn, Δημοκρατία, μετάφραση από τα αγγλικά: Νίκος Λίγγρης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2025, 228 σελ.
«Τα πολιτεύματα που οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι αποκαλούν δημοκρατίες, δεν αποπνέουν σήμερα αγαθή αύρα [...] ωστόσο διασώζουν πολλά πολιτικά πλεονεκτήματα. Όπου δεν έχουν καταντήσει παρωδία, εξακολουθούν να προσφέρουν στους πολίτες δύο ανεκτίμητες πολιτικές ευχέρειες: τη δυνατότητα να σκέφτονται και από κοινού να εκφράζονται ελεύθερα για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και για τον βέλτιστο τρόπο διαχείρισής τους, καθώς και την εγγύηση να μπορούν, με εύλογη ετοιμότητα, να αντικαθιστούν τους κυβερνώντες που έφτασαν σε σημείο να αντιπαθούν και να έχουν πάψει να εμπιστεύονται, με εναλλακτικές επιλογές, διατηρώντας την ελπίδα ότι αυτές θα επιτελέσουν καλύτερα το έργο της διακυβέρνησης». Ένα βιβλίο που μας ξαναμαθαίνει τι είναι η Δημοκρατία.
«Οι Έλληνες τους Έλληνας»
Οι μάταιοι αντιδιχαστικοί λόγοι δυο αρχαίων Ελλήνων απ’ τη Ρούμελη
Τα θεμέλια της ελευθερίας
Christian Meier, Ένας πολιτισμός ελευθερίας: Η αρχαία Ελλάδα και οι απαρχές της Ευρώπης, μετάφραση από τα γερμανικά: Αννέτε Φώσβινκελ, επιστημονική επιμέλεια και επίμετρο: Δημήτρης Κυρτάτας, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2019, 390 σελ.[*]
Ο Κρίστιαν Μάιερ έγραψε το βιβλίο του Ένας πολιτισμός ελευθερίας με τη σκέψη στραμμένη στο παρόν και το μέλλον. Το παρελθόν τον ενδιαφέρει πρωτίστως για την επικαιρότητά του και για τον τρόπο με τον οποίο επηρέασε και επηρεάζει την πολιτική και τον πολιτισμό στη σύγχρονη Ευρώπη και, γενικότερα, τον σύγχρονο κόσμο. Θέτει έτσι ερωτήματα που μας αφορούν σήμερα και που θα μας απασχολήσουν αύριο. (τεύχος 124)
Για τον έρωτα των Αρχαίων
Καυτό μέλι. Αρχαία ελληνικά ερωτικά ποιήματα από άντρες για άντρες και ερωτολογικός σχολιασμός, μετάφραση-σχολιασμός: Σπύρος Καρυδάκης, σκίτσα: Κωνσταντίνος Μιχαήλ, Στιγμός, Αθήνα 22021
Tυπικά, πρόκειται για συναγωγή αρχαίων ποιητικών κειμένων, τα οποία ο Καρυδάκης αποδίδει στα νέα ελληνικά, συνοδεύοντάς τα από εκτενείς σημειώσεις. Ο υποψιασμένος αναγνώστης οφείλει ωστόσο να γνωρίζει ότι το Καυτό μέλι εμπλέκεται στη μεγάλη συζήτηση για την αρχαία «ομοφυλοφιλίας. Ο «ελληνικός έρως» (Greek love) είναι εκείνο ακριβώς το ερμηνευτικό σχήμα, το οποίο νομιμοποιεί στη βικτωριανή Αγγλία τη συζήτηση σχετικά με τη σύγχρονη ομοσεξουαλικότητα, παράγει κοινωνικούς λόγους γύρω από αυτήν και δημιουργεί τις προϋποθέσεις της καλλιτεχνικής παραγωγής του ύστερου 19ου αιώνα με την ομοερωτική θεματολογία...