Brevis in longo
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΟι νεκροί δεν πεθαίνουν
Μάρω Κακαβέλα, Το καλοκαίρι του σκύλου. Νουβέλα, Στερέωμα, Αθήνα 2026, 192 σελ.
Οι νεκροί δεν πεθαίνουν παρά σπανίως. Δεν βγαίνουν ποτέ εύκολα από τη μνήμη. Μια αφήγηση που θα επανέλθει κατ’ επανάληψη σε μια διπλή απώλεια μοιρασμένη σε πρωτοπρόσωπο και σε τριτοπρόσωπο λόγο.
Με το πρώτο της πεζό και μυθιστόρημα Τίνος είσαι εσύ (2023), η Μάρω Κακαβέλα θα δοκιμάσει να απαντήσει σε μια σειρά ερωτημάτων. Από πού προερχόμαστε και ποιος είναι ο αληθινός σύνδεσμος με τους γονείς μας, φυσικούς ή θετούς; Πώς μπορεί να πλαστούν οι σχέσεις ανάμεσα στα αδέλφια και με ποιον τρόπο μπορούμε να ανακαλύψουμε τον πυρήνα του εγώ μας, έστω και μετά από μια μακρά χρονική διαδρομή; Η πορεία των ηρώων ξεκινάει από τον Εμφύλιο και φτάνει μέχρι σήμερα.
Χρησιμοποιώντας ποικίλες μορφές αφήγησης (μονολόγους, επιστολική γραφή, δημόσια έγγραφα ως τεκμήρια εποχής, κριτική κινηματογράφου, ακόμα και συνταγές), που θα ποικίλουν τους τόνους και τις οπτικές της γωνίες, χωρίς καταχρήσεις ή δίχως την οποιαδήποτε πλεονάζουσα διάθεση για μεταμοντερνιστικό πνεύμα, η συγγραφέας φιλοτεχνεί, πριν και πάνω απ’ όλα, ένα μυθιστόρημα για την ταυτότητα και τη μνήμη. Ως προς τη λειτουργία της μνήμης, τα δύο ετεροθαλή αδέλφια που πρωταγωνιστούν στη δράση, ο Πέτρος και ο Ρήγας, αναμετριούνται μαζί της τόσο στο επίπεδο ενός περίπλοκου και φορτωμένου με ενοχές, αποκρύψεις και σιωπές οικογενειακού περίγυρου όσο και στο επίπεδο της αναβίωσης του Εμφυλίου στον δικό τους παρελθοντικό και παροντικό χρόνο. Τα ιστορικά τους βιώματα δεν κατάγονται, λόγω γενιάς, τόσο από την εμφυλιακή περίοδο όσο από μια δεύτερη, διαμεσολαβημένη πολιτική εμπειρία – από μια παραφρασμένη, όχι, όμως, και λιγότερο οδυνηρή μνήμη, μια μνήμη που έχουμε συνηθίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών να ονομάζουμε «μεταμνήμη».
Παιδιά του Εμφυλίου
Ο Πέτρος και ο Ρήγας δεν πρόλαβαν να ζήσουν τον Εμφύλιο, βιώνουν όμως σε όλη τη ζωή τους τις συνέπειές του. Παιδιά που μεγάλωσαν με θετούς γονείς λόγω των δεινών και –περισσότερο– των φόβων τούς οποίους προκάλεσε η εμφύλια σύρραξη στους ανιόντες τους (στους θετούς γονείς και στους στενούς τους φίλους), θα βασανιστούν όχι μόνο από τα διαμεσολαβημένα πάθη της Ιστορίας, αλλά και από τα πάθη του ενήλικου βίου τους, ο οποίος θα στιγματιστεί από την αναμεταξύ τους απόσταση και αποξένωση μέχρι την ώρα κατά την οποία μια κληρονομιά θα οδηγήσει τον Πέτρο στο δρόμο της αποκρυπτογράφησης των οικογενειακών μυστικών και της σταδιακής συμφιλίωσης με το φάσμα τους. Ένας δρόμος που θα τον βοηθήσει εκ παραλλήλου να αποκωδικοποιήσει τον εαυτό του, να συναντηθεί ψυχικά, όπως και εκ του φυσικού, με το απομακρυσμένο πρόσωπο του Ρήγα, να υπομείνει τις αλκοολικές του κρίσεις, να ξανασκεφτεί τους όρους της επαγγελματικής του αποτυχίας (άλλοτε διάσημος δημοσιογράφος), έστω αγγίζοντας μια σωτήρια καταλλαγή. Καταλλαγή η οποία πέρα από το συμφιλιωτικό νόημα που δίνει ο Απόστολος Παύλος στη λέξη, αποκτά εν προκειμένω την έννοια της αναγνώρισης του ατομικού δράματος, καθώς και της αποθεραπείας του πολιτικού τραύματος.
Με πολύ καλές ισορροπίες στη σύνθεσή της, όπως το έλεγα και προεισαγωγικά, με σαφή και ακριβολόγο έκφραση και με λειτουργικές αφηγηματικές μεθόδους, η Κακαβέλα ενέγραψε με την πρώτη της εμφάνιση σημαντικές υποθήκες για το συγγραφικό της μέλλον. Με το δεύτερο πεζογραφικό της βιβλίο, τη νουβέλα Το καλοκαίρι του σκύλου, τα ερωτήματα θα αποδειχθούν τελείως διαφορετικά, αν και θα παραμείνουν εντός της οικογένειας. Τι συμβαίνει όταν πεθαίνουν δύο παιδιά, έστω και εντελώς άσχετα μεταξύ τους, στους εναπομείναντες γονείς; Ποιες δυνάμεις κινητοποιούνται ή αναστέλλονται στο εσωτερικό τους και πώς θα διαγραφεί εφεξής η πορεία τους; Παραμένοντας λιτή και λειτουργική συν, ωστόσο, με ένα πολύ πυκνότερο και πιο κατασταλαγμένο ύφος, προσεκτικά κατανεμημένο σε διαφορετικές φωνές (αντί για μορφές λόγου, όπως στο Τίνος είσαι εσύ), η συγγραφέας θα ξετυλίξει μια περίτεχνη και (γιατί όχι;) με αρκετή ίντριγκα πλοκή.
Το 2012, ο Γιάννος, γιος του Ηλία και της Έρσης, παρασύρεται από έναν μεθυσμένο ταξιτζή και ο οδηγός καταδικάζεται για το θάνατό του, με τη διαφορά πως μόλις μέσα σε μια διετία αποφυλακίζεται. Στο μεταξύ, το 1989, δύο αδέλφια σκοτώνουν στην Κρήτη έναν συγχωριανό τους, αλλά δικάζονται και εν κατακλείδι αθωώνονται ενώ ο μικρός γιος του ενός εκ των δύο θα βρεθεί ύστερα από κάποιο διάστημα νεκρός. Κανείς δεν πρόκειται να μάθει ή να πει ποτέ τι ακριβώς μεσολάβησε.
Συνεχείς αναδρομές
Οι νεκροί δεν πεθαίνουν παρά σπανίως και στη συγκριμένη περίπτωση δεν βγαίνουν εύκολα από τη μνήμη – και η Κακαβέλα θα επανέλθει με συνεχείς αναδρομές στα χαμένα παιδιά, χρησιμοποιώντας πρωτοπρόσωπη αφήγηση για τους μονολόγους του μικρού Νικόλα από την Κρήτη και του Ηλία από την Αθήνα και τριτοπρόσωπη αφήγηση για τις ανακρίσεις που διεξάγει ο αστυνόμος Νικήτας, πάλι στην Αθήνα, με τον πρωταρχικό ύποπτο για τη δολοφονία του προώρως αποφυλακισμένου ταξιτζή. Ο Ηλίας έχει σκοτώσει τον ταξιτζή, συντρίβεται από τις ενοχές, διαψεύδει τις εγειρόμενες υποψίες και τις μομφές πλην είναι αδύνατον να απωθήσει το γεγονός πως ο Γιάννος ήταν ομοφυλόφιλος και κατέφευγε μόνο στην Έρση γι’ αυτό, ενώ ομοφυλόφιλος (εν κρυπτώ) είναι και ο αστυνόμος.
Ο μικρός Νικόλας και ο Γιάννος, οι δύο νεκροί, βασανίζονται ακόμα και μεταθανατίως από την κοινωνία (ο πρώτος λόγω του δολοφόνου πατέρα του) και από τα άτομα (ο δεύτερος εξαιτίας της πατρικής άρνησης για οποιαδήποτε αποδοχή του σεξουαλικού του προσανατολισμού), η Έρση έχει δει από καιρό τον βίο της να πηγαίνει χαράμι, ο αστυνόμος έχει παγιδευτεί στις διηγήσεις του Ηλία για τα ερωτικά του γιου του, με τα οποία και ταυτίζεται, και η Κακαβέλα θα συντονίσει την πολυφωνία της με έναν ευτυχώς μη συμπεριληπτικό και ταυτοχρόνως συμπεριληπτικό τρόπο – χωρίς, δηλαδή, να απαντήσει στα πάντα και χωρίς να εξοβελίσει κανέναν από το σώμα των διαλόγων και των μονολόγων της. Και αυτή είναι η επιτυχία του βιβλίου της, ακόμα κι αν το ίδιο βαραίνει κατά τόπους, κυρίως λόγω της πληθώρας των ταυτίσεων και των συνταυτίσεων.
Βαρέλια στη θάλασσα
Τζόναθαν Σουίφτ, Μια ιστορία βαρελιού. Γραμμένη για την καθολική βελτίωση της ανθρωπότητος. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά, σημειώσεις: Μιχάλης Μακρόπουλος, Loggia, Αθήνα 2025, 248 σελ.
Πώς οι συγγραφείς και οι θεολόγοι πετούν «βαρέλια» στο κοινό —δηλαδή περισπασμούς, θεωρίες, συζητήσεις— για να αποφύγουν τα πραγματικά προβλήματα.
Το έργο του Τζόναθαν Σουίφτ (1667–1745) δεν εκφράζει μόνο την εγρήγορση της βρετανικής σάτιρας του 18ου αιώνα: αποτυπώνει και μια σαφώς ηθική και πολιτική στάση που, παρά τη συντηρητική της αφετηρία, θα διεκδικήσει και θα αποκτήσει ένα βεληνεκές πολύ πέρα από το οποιοδήποτε παραταξιακό πνεύμα. Μολονότι είχε ισχυρούς δεσμούς με τους Τόρηδες, ο Σουίφτ υποψιαζόταν ανέκαθεν οποιαδήποτε ανεξέλεγκτη μορφή εξουσίας. Στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ (1726), η σάτιρα θα λειτουργήσει όχι τόσο ως μηχανισμός γελοιοποίησης όσο περισσότερο ως παραμορφωτικός και συνάμα αποκαλυπτικός καθρέφτης. Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου συνιστούν ποικίλες διαβαθμίσεις του παραλογισμού, της πολιτικής διαφθοράς και της επιστημονικής έπαρσης και αλαζονείας κόντρα στις βεβαιότητες και στα αυτονόητα του καιρού, όπως και στην άκριτη πίστη στην πρόοδο και στον ορθολογισμό.
Ο Σουίφτ σατιρίζει και υποσκάπτει καθ’ υπερβολήν, υιοθετώντας συνειδητά ένα μέτρο και ένα μέγεθος που θέλει να διαρρήξει το μέτρο και το μέγεθος της κοινωνικής υποκρισίας η οποία πλήττει την αγγλική κοινωνία. Στο A Modest Proposal (1729) θα απογειώσει το ειρωνικό και αποκαθηλωτικό του πνεύμα, προτείνοντας να καταναλώνονται τα παιδιά των φτωχών Ιρλανδών ως καθημερινή τροφή και στραγγαλίζοντας την αποικιοκρατική νοοτροπία των Βρετανών.
Ο συγγραφέας δεν πιστεύει στην απεριόριστη βελτίωση του ανθρώπων και θα επενδύσει, προκειμένου να προστατευτούν από την παρακμή και από την κατάρρευση, στη δύναμη της παράδοσης και των θεσμών. Πολλές πτυχές του Διαφωτισμού θα καταλήξουν έτσι απέναντί του. Όσο για τη γλώσσα του, καθαρή και σαφής, με ρίζες στην κλασική ρητορική και με χειρουργικό βάθος, θα τα βάλει ανοιχτά με τη βία και με την απληστία, αποδεικνύοντας πως στο στόχαστρο της σκληρότητάς της και της λογικής της απογύμνωσης από την οποία διαπνέεται δεν βρίσκεται η μισανθρωπία, όπως κατ’ επανάληψη καταλογίστηκε στον Σουίφτ, αλλά η επιθυμία μιας κάθε άλλο παρά διδακτικού τύπου διόρθωσης των ανθρωπίνων.
Φάλαινες εναντίον πλοίων
Το μυθιστόρημα Μια ιστορία βαρελιού, A Tale of a Tub, δημοσιεύτηκε το 1704 και αποτελείται από μια κεντρική αλληγορική αφήγηση συν μια σειρά παρεκβάσεων, όπου ο Σουίφτ σαρκάζει τις θρησκευτικές διαμάχες μεταξύ καθολικών, αγγλικανών και προτεσταντών, την παρακμή της λογοτεχνίας των «μοντέρνων» χρόνων του και την ψευδεπίγραφη καλλιέργεια και την υψιπέτειά της. Ο τίτλος προέρχεται από μια παλιά ναυτική πρακτική: όταν μια φάλαινα επιτίθεται σε πλοίο, οι ναύτες ρίχνουν ένα βαρέλι στη θάλασσα για να την παραπλανήσουν. Ο Σουίφτ χρησιμοποιεί αυτή την εικόνα ως μεταφορά για το πώς οι συγγραφείς και οι θεολόγοι πετούν «βαρέλια» στο κοινό —δηλαδή περισπασμούς, θεωρίες, συζητήσεις— για να αποφύγουν τα πραγματικά προβλήματα.
Συνταιριάζοντας φιλολογική παρωδία, θεολογική κριτική, πολιτική ειρωνεία και μεταλογοτεχνικό σχολιασμό, ο Σουίφτ θα υιοθετήσει διαφορετικά προσωπεία –του σοφιστή, του θεολόγου, του επιστήμονα και του στοχαστή– παρωδώντας και διακωμωδώντας το ύφος θεολογικών πραγματειών, φιλοσοφικών συστημάτων και επιστημονικών εγχειριδίων, καθώς και σχολιάζοντας την πράξη της συγγραφής, την αγορά του βιβλίου και το ήθος (μαζί με τα ήθη) της τότε σύγχρονης λογοτεχνίας. Μια αποσπασματικότητα και ένα είδος περιπλοκότητας που μοιάζουν με προάγγελο του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού, προλαβαίνοντας τον Στερν και τον Τζόις.
Το βιβλίο διηγείται την ιστορία της κληρονομιάς τριών αδελφών (ένα πανωφόρι για τον καθένα) και ο Πίτερ, ο Μάρτιν και ο Τζακ εκπροσωπούν διαδοχικά τον καθολικισμό, τον αγγλικανισμό και τον προτεσταντισμό με τον πουριτανισμό, ενώ η πατρική κληρονομιά και διαθήκη αντιπροσωπεύουν την Αγία Γραφή. Η σχέση αλληγορίας–παρεκβάσεων είναι διαλεκτική: η αλληγορία παρέχει τον σκελετό, οι παρεκβάσεις τον κριτικό ορίζοντα. Έργο δύσκολο, δύσληπτο, κατά τόπους ενδεχομένως και ανοίκειο ή κατά κόρον αυτοαναφορικό. Με παρόμοιο τρόπο, παρ’ όλα αυτά, δεν σπεύδουν να μας κρατήσουν σε απόσταση και οι κατιόντες του στις δικές μας ημέρες;
Ο Σουίφτ θα αντιπαραθέσει την παραδοσιακή κλασική παιδεία στη χαοτική και αυτάρεσκη επιστημολογία και τέχνη. Ο αφηγητής αυτοπαρουσιάζεται ως «μοντέρνος» συγγραφέας που δεν έχει τίποτα να πει αλλά ξέρει πώς να το παρουσιάσει, καταφεύγοντας στην ψευδο-επιστημονική ορολογία, βάζοντας εμπρός ρητορικές ανακολουθίες και υποδυόμενος ασυναρτησία και διανοητική σύγχυση.
Η «διαμάχη των Αρχαίων και των Μοντέρνων» στα τέλη του 17ου και κατά τον 18ο αιώνα, κυρίως στη Γαλλία, σχετικά με την υπεροχή της κλασικής αρχαιότητας έναντι της σύγχρονης εποχής, ήταν μια διαμάχη με ένταση. Οι Αρχαίοι υποστήριζαν την ανωτερότητα των ελλήνων και των ρωμαίων κλασικών ενώ οι Μοντέρνοι πίστευαν στην πρόοδο, στην καινοτομία και στην υπεροχή των νεότερων. Η σύγκρουση ξεκίνησε κατά τη βασιλεία του Λουδοβίκου XIV, σηματοδοτώντας την αμφισβήτηση της απόλυτης αυθεντίας των κλασικών προτύπων. Στην Αγγλία, η διαμάχη αυτή έγινε γνωστή ως The Battle of the books, από το ομώνυμο έργο του Σουίφτ το 1704.
Η γλώσσα εξαπατά
Πρωτίστως, εντούτοις, ο Σουίφτ θα μετατρέψει στην Ιστορία από το βαρέλι τη γλώσσα σε μέσον αποδόμησης και ταυτοχρόνως εξαπάτησης, χωρίς σταθερή έδρα αλήθειας και δίχως αξιόπιστη βάση, σαν τυπικός μεταμοντέρνος, που υπερβαίνει τα όρια των ειδών και παραμερίζει, περίπου σαν αυτονόητη παράλειψη και διαγραφή, τη λογοτεχνική αυθεντία. Η μετάφραση του Μακρόπουλου είναι προσεγμένη, ακριβής και καίρια, αποδίδοντας την ειρωνική υφή και την πολυμερή άρθρωση και αποδιάρθρωση του πρωτότυπου και ζωντανεύοντας σε πηγαία και πλαστικά ελληνικά την πολυφωνία του.
Μεταξύ επιστήμης και μύθου
René Barjavel, Οι εραστές του πάγου, μετάφραση από τα γαλλικά: Χαρά Σκιαδέλλη, Στερέωμα, 360 σελ.
Ένα μυθιστόρημα όπου η αφήγηση κινείται ανάμεσα στο επιστημονικό και στο μυθικό: ο ρυθμός είναι ήρεμος και σχεδόν τελετουργικός, η συναισθηματική ένταση χτίζεται με λεπτές, υπαινικτικές πινελιές και η δράση μετακινείται από την ιστορία επιστημονικής φαντασίας προς ένα είδος παραβολής.
Αναπόδοτη δικαιοσύνη
Ελισάβετ Χρονοπούλου, Επί σκοπώ πλουτισμού. Μυθιστόρημα, επίμετρο: Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Πόλις, Αθήνα 2026, 208 σελ.
Μια συγγραφέας που με το τωρινό, τρίτο κατά σειρά βιβλίο της επανέρχεται στην αγριότητα όχι μόνο της Κατοχής μα και του δωσιλογισμού, σχηματίζοντας, αν συνυπολογίσουμε τα δύο προηγούμενα έργα της, μια τριλογία για τη βία – οξύτερη, αθλιότερη και πιο ανατριχιαστική κάθε φορά που γίνεται ένα βήμα βαθύτερα στο παρελθόν.
Μηδενισμός χωρίς νιτσεϊκό πρόσημο
Σελίν, Θάνατος επί πιστώσει. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα γαλλικά: Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2025, 686 σελ.
Το κράτος, η παιδεία, οι επιχειρήσεις, η δημόσια διοίκηση, η οικονομία, η πολιτική, τα πιστεύω και τα σύμβολα των ανθρώπων δεν είναι παρά ογκόλιθοι ψευδαισθήσεων. Ο Σελίν δεν έκρυψε ποτέ τον μηδενισμό του. Και ο μηδενισμός του δεν καταλήγει εν προκειμένω νιτσεϊκός, περιμένοντας ένα μέλλον που θα καθοδηγηθεί και θα ευεργετηθεί από τη βούληση του υπερανθρώπου, αλλά εντελώς γήινος, αν όχι και κάτω από τη γη, σε μια λασπερή τρύπα η οποία καταπίνει το σύμπαν.
Στον λυρικό πυρήνα του ποιητικού Εγώ
Κωνσταντίνος Τσεκλένης, Βάθος πεδίου. Ποιήματα και ιστορίες, Το Ροδακιό< Αθήνα 2025, 198 σελ.
Η αλλοίωση του καθημερινού βίου από μια βίαιη μεγέθυνση των πάντων, η υπαγωγή του πολιτισμού σε έναν μόνιμο κανόνα χρυσής χρησιμοθηρίας και η ραγδαία υποχώρηση των ζωτικών πόρων που πρόλαβαν να θρέψουν μια γενιά δεν έχουν πάψει να εγείρουν κατά το παραμικρό τη συντεταγμένη αντίδραση μιας ποίησης η οποία στρέφεται τώρα περισσότερο στον εσώτερο εαυτό της και στον λυρισμό.
Αγάπης αγώνες άγονοι
Άρης Ι. Ξενόφος, Γράμματα που ποτέ δεν εστάλησαν, Κέδρος, Αθήνα 2025, 52 σελ.
Το παιχνίδι, το οιοδήποτε παιχνίδι, δεν ενδιαφέρει –και δεν θα μπορούσε να ενδιαφέρει– την αγάπη επειδή το περιεχόμενό της είναι δραματικό και θέλει να μιλήσει πρωτίστως για τους άγονους αγώνες της (ακόμα κι αν ευοδώνεται) και για το θάνατο.
Χωρίς κανένα πρόσχημα
Γιώργος Κοζίας, Τι αιώνα κάνει έξω;, Περισπωμένη, Αθήνα 2025, 61 σελ.
Ο ποιητής αντί να ανατρέξει, να αναλογιστεί και να μνημονεύσει, αντί να χύσει για άλλη μία φορά δάκρυα για το σβησμένο επαναστατικό ήθος, προτιμά να φωνάξει και να εκραγεί, εγκαταλείποντας τα πάντα και λατρεύοντας μόνο αποκαΐδια.
Παιχνίδι διαρκών σκιάσεων
Arthur Machen, Οι τρεις απατεώνες ή οι μεταμορφώσεις, μετάφραση από τα αγγλικά και εισαγωγή: Χριστόφορος Τσαπραΐλης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2025, 316 σελ.
Οι φιλοσοφικές αναζητήσεις, η αρχαιολατρία, η φυσιολατρία, καθώς και η επιφυλακτική του στάση απέναντι στον αστικό χώρο και στον μητροπολιτικό χαρακτήρα του Λονδίνου αποτελούν σταθερά χαρακτηριστικά της γραφής ενός μυθιστοριογράφου ο οποίος έζησε βυθισμένος στη φτώχεια και τη βιοπάλη με μια έντονη τάση προς το αποξενωμένο, αδιάγνωστο περιβάλλον και προς την απόκοσμη ατμόσφαιρα.
Ιστορίες λαογραφικού τρόμου
Κωνσταντίνος Δομηνίκ, Κακό ανήλιο. Διηγήματα, Ίκαρος, Αθήνα, Αθήνα 2024, 74 σελ.
Ιστορίες φόβου, τρόμου και κατάπληξης που μοιάζει να ξεκινούν από τη λαϊκή παράδοση της Πιερίας. Ο τρόμος, παρ’ όλα αυτά, με ηλεκτρικά μικρόφωνα που ουρλιάζουν, με κινητά τηλέφωνα που αφηνιάζουν και με προτεσταντικούς ναούς που απειλούνται από λείψανα ορθόδοξων αγίων έχει αφήσει πίσω του διά παντός, και παρά το πρόσχημα των μύθων και των θρύλων, την οιαδήποτε λαογραφική ατζέντα.