Βουλή
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΑκριτομυθίες
Η κοινοβουλευτική δημοκρατία και οι θεσμοί της, η σύνθεση του προεδρείου της Βουλής, η υποψηφιότητα της Έλενας Ακρίτα και η απόρριψή της ως απόρριψη της ελαφρότητας.
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄: ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
Σύνθεση - ασυμβίβαστα
Άρθρo 6
1. Το Προεδρείο της Βουλής εκλέγεται από τα μέλη της και απαρτίζεται από τον
Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους, τρεις Κοσμήτορες και έξι Γραμματείς, όπως ειδικότερα ορίζεται στην επόμενη παράγραφο.
2. […] Ο τέταρτος Αντιπρόεδρος, ένας Κοσμήτορας και ένας Γραμματέας προέρχονται από τη δεύτερη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα. Ο πέμπτος Αντιπρόεδρος και ένας Γραμματέας προέρχονται από την τρίτη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα. Αν οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες είναι περισσότερες από τρεις, εκλέγεται ένας Αντιπρόεδρος για κάθε επιπλέον Κοινοβουλευτική Ομάδα.
Άρθρo 8
1. H Βουλή, υπό την προεδρία του νέου Προέδρου της, κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση, εκλέγει, με ονομαστική ψηφοφορία και με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 67 του Συντάγματος προϋποθέσεις και πλειοψηφίες, σε τέσσερις διαδοχικές, χωριστές, ψηφοφορίες, τους Αντιπροέδρους, τους Κοσμήτορες και τους Γραμματείς.
2. Υποβολή υποψηφιότητας δεν είναι παραδεκτή. Της εκλογής των μελών του προεδρείου του παρόντος άρθρου δεν προηγείται συζήτηση».
Από την επισκόπηση των παραπάνω άρθρων του ισχύοντος Κανονισμού της Βουλής προκύπτει αβίαστα ότι:
1) Ο Πρόεδρος, οι επτά αντιπρόεδροι, οι κοσμήτορες και οι γραμματείς της Βουλής εκλέγονται από τα μέλη της διά ψηφοφρίας. Δεν προβλέπεται δηλαδή πουθενά στον Κανονισμό άλλος τρόπος ανάδειξής τους, όπως π.χ. διακομματική συμφωνία, διαπραγμάτευση κ.λπ.
2) Ο 4ος έως και ο 7ος Αντιπρόεδρος, αυτά τα μέλη του προεδρείου προέρχονται μεν από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όμως καταλαμβάνουν τη θέση κατόπιν εκλoγής διά ψηφοφορίας. Εάν δεν απαιτούνταν σχετική εκλογική ψηφοφορία τότε ο Κανονισμός θα έγραφε απλώς «ορίζονται από τα κόμματα» και όχι «προέρχονται από τα κόμματα».
3) Στη σχετική διαδικασία ανάδειξης των Αντιπροέδρων η Βουλή «εκλέγει, με ονομαστική ψηφοφορία και με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 67 του Συντάγματος προϋποθέσεις και πλειοψηφίες».
4) Οι υποψήφιοι δεν μπορούν να αυτοπροταθούν αλλά προτείνονται από τα κόμματα και κατά τις διαδικασίες αυτές δεν προηγείται σχετική συζήτηση.
Συνεπώς, αυτό που ζητούσαν, όπως το ζητούσαν (κωνσταντοπουλικώ τω τρόπω), οι εκπρόσωποι των κομμάτων με επικεφαλής την Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Χρήστο Γιαννούλη, δηλαδή «να τοποθετηθούν τα κόμματα», όχι μόνο δεν επιτρέπεται αλλά απαγορεύεται ρητά από τον Κανονισμό. Ήταν συνεπώς παντελώς παράνομο και ορθότατα απορρίφτηκε από τον Προεδρεύοντα Πάρη Κουκουλόπουλο.
Πηγαίνοντας τώρα στην ουσία της υπόθεσης:
Κάθε ψηφοφορία, ιδιαίτερα στη Βουλή, εξυπακούεται ότι γίνεται και πρέπει να γίνεται στα σοβαρά. Μη σοβαρές ψηφοφορίες ή ψηφοφορίες σικέ, δηλαδή προσυμφωνημένες, ειδικά στη Βουλή, δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτές.
Με δεδομένο ότι η θέση του Αντιπροέδρου της Βουλής είναι ένα νευραλγικό για τη λειτουργία της δημοκρατίας αξίωμα, φυσικό είναι να απαιτεί κάποια προσόντα εκ μέρους του υποψηφίου. Διότι τίποτα δεν αποκλείει, αντίθετα είναι σφόδρα πιθανόν, να υπάρχει προτεινόμενος από κόμμα υποψήφιος που να μην πληροί τα προσόντα για την κάλυψή της.
Εάν δεχτούμε αξιωματικά ότι όλοι όσοι έχουν αναδειχτεί βουλευτές μπορούν να καλύψουν το σπουδαίο αυτό λειτούργημα, τότε απλώς παίζουμε με τη δημοκρατία, και τέτοιο δικαίωμα δεν μας έχει παραχωρήσει κανείς.
Πιστεύω μάλιστα ότι πολλοί από τους τριακόσιους και της σημερινής Βουλής είναι ακατάλληλοι για αντιπρόεδροι της Βουλής. Χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό, με την έννοια ότι βουλευτής που δεν διαθέτει τα προσόντα για μια θέση στο Προεδρείο της Βουλής μπορεί να ασκεί άριστα τα βουλευτικά του καθήκοντα και να στελεχώσει κάλλιστα τη Βουλή ή την πολιτεία γενικότερα από άλλη θέση ευθύνης.
Κλασικό παράδειγμα ο Άδωνις Γεωργιάδης της ΝΔ, ο οποίος προφανώς δεν είναι κατάλληλος για τη θέση του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Βουλής λόγω του συγκρουσιακού του χαρακτήρα, όπως ο ίδιος άλλωστε δημοσίως παραδέχεται. Πολύ θα ήθελα να δω τους βουλευτές, ειδικά αυτής της αντιπολίτευσης, να τον ψηφίζουν για μια τέτοια θέση, αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν πρόκειται να το δω στον αιώνα τον άπαντα.
Συνεπώς στην περίπτωση αυτή, εάν δηλαδή ο προτεινόμενος από το κόμμα υποψήφιος δεν συγκεντρώνει τα απαραίτητα προσόντα, τότε δεν φταίει ο υποψήφιος, αλλά το κόμμα που τον προτείνει.
Με δεδομένο επίσης ότι η Βουλή, οι Βουλευτές, ο Πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι της Βουλής κ.λπ., είναι κρίσιμα για τη λειτουργία της δημοκρατίας όργανα (ο Πρόεδρος της Βουλής αντικαθιστά υπό προϋποθέσεις τον πρώτο πολίτη της χώρας Πρόεδρο της Δημοκρατίας), το ερώτημα είναι πώς, με ποιον τρόπο δηλαδή, εξυπηρετείται καλύτερα η δημοκρατία: με την απλή πρόταση του υποψηφίου εκ μέρους του κόμματος και την ανέλεγκτη αποδοχή της από τα υπόλοιπα κόμματα, ακόμα κι αν ο κομματικός υποψήφιος είναι εμφανώς ακατάλληλος για τη θέση αυτή, ή με την ουσιαστικού ελέγχου των προσόντων του αποδοχή του;
Η ανάδειξη της Ζωής Κωνσταντοπούλου στη θέση της Προέδρου της Βουλής το πρώτο εξάμηνο του 2015 προφανώς και συνηγορεί σφόδρα και αντικειμενικά υπέρ της άποψης του ουσιαστικού ελέγχου. Θα ξαναψήφιζε κανένα κόμμα από τα σημερινά, ακόμα κι αυτό που την πρότεινε το 2015, ως Πρόεδρο ή Αντιπρόεδρο της Βουλής την κυρία Κωνσταντοπούλου; Προφανώς όχι.
Πρέπει συνεπώς και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να κατανοήσουν ότι το αξίωμα του Αντιπροέδρου της Βουλής είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από οποιοδήποτε εσωκομματικό αξίωμα, αφού στη δεύτερη περίπτωση το αξίωμα έχει να κάνει με το κόμμα και τα μέλη του κόμματος, ενώ στην πρώτη με πολιτειακό θεσμό, και μάλιστα τον κυριότερω σε μία δημοκρατία.
Εξάλλου, η ουσιαστική ψηφοφορία για την ανάδειξη αντιπροέδρου δεν αποτελεί και το τέλος της πολιτικής: ο νυν Πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης (όπως και όλοι οι προηγούμενοι Πρόεδροι της Βουλής κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης) δεν υπερψηφίστηκε από όλα τα κόμματα, αλλά στη σχετική ψηφοφορία καταψηφίστηκε από το ΚΚΕ, την Πλεύση Ελευθερίας (Ζωή Κωνστανοπούλου), τη Νέα Αριστερά, τη Νίκη και άλλους τέσσερις βουλευτές προερχόμενους από τους Σπαρτιάτες.
Έχω την εντύπωση ότι κανείς από τους μέχρι σήμερα Προέδρους της Βουλής δεν έχει αναδειχτεί παμψηφεί. Υπάρχουν μάλιστα και κάποιοι, όπως π.χ. ο Αθανάσιος Τσαλδάρης της ΝΔ, ο οποίος είχε αναδειχτεί με σχετική πλειοψηφία, δηλαδή με ψήφους αρκετά λιγότερες από 150.
Τέλος, είναι δεδομένο ότι το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής, αλλεπαλλήλως μέχρι σήμερα τροποποιηθέντα, τείνουν προς μια όλο και περισότερο αναλογική εκπροσώπηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ιδίως των μικρών, στο Προεδρείο της Βουλής, επιδιώκοντας να ενισχύσουν και να εξασφαλίσουν τα «δικαιώματα της μειοψηφίας», δηλαδή της Αντιπολίτευσης. Και πράττουν άριστα.
Αυτό όμως δεν είναι ούτε απροϋπόθετο, ούτε μονοσήμαντο, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από ανάλογη σοβαρότητα πρότασης υποψηφίων εκ μέρους των κομμάτων, πράγμα το οποίο δεν ισχύει πάντα.
Το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής δεν κάνουν χάρη σε κανέναν.
Δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν χάρη σε κανέναν, ούτε και στα μικρά κόμματα. Τα μικρά κόμματα την οποιαδήποτε συνταγματική τους «εύνοια» πρέπει να την κερδίσουν και να την ανταποδώσουν με την λειτουργική τους σοβαρότητα.
Διότι μόνο με λειτουργική αμοιβαιότητα, μπορεί να εξασφαλιστεί ο σκοπός των συνταγματικών και κανονιστικών της Βουλής προβλέψεων για χάρη της ορθής λειτουργίας της δημοκρατίας.
Η Βουλή δεν έχει το δικαίωμα να θέτει υπό αμφισβήτηση ή κίνδυνο ούτε τη δική της λειτουργία ούτε τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Σε κάθε περίπτωση η (υποκειμενική) βούληση ενός πολιτικού κόμματος, μικρού ή μεγάλου αδιάφορο, δεν μπορεί να ανάγεται σε μείζονα, της (κατά τεκμήριον αντικειμενικής) δημοκρατικής λειτουργίας της Βουλής, παράγοντα ή συντελεστή.
Εξάλλου, Βουλή σημαίνει υπεύθυνη, ουσιαστική και στην πράξη εφαρμογή συναινετικών διαδικασιών (κράτα με να σε κρατώ, ν’ ανεβούμε το βουνό) και όχι ανεύθυνη και χαριστική εξεύρεση τεχνητών ισορροπιών (κάνε μου τα στραβά μάτια, για να σου τα κάνω κι εγώ με τη σειρά μου κ.ο.κ.), οι οποίες όχι μόνο δεν μακροημερεύουν, αλλά και τα αποτελέσματά τους, ακόμα κι όταν δεν είναι αρνητικά, είναι προσωρινά και ατελέσφορα.
Συνεπώς, ας μην ανησυχούν εκεί στην Αντιπολίτευση για τα, συνταγματικά μάλιστα κατοχυρωμένα, «δικαιώματα της μειοψηφίας». Αυτά δεν κινδυνεύουν από τις προβλεπόμενες συνταγματικά νόμιμες διαδικασίες, αλλά από την αφερεγγυότητα των κομμάτων που τα ασκούν.
Ούτε «θεσμικό ολίσθημα» λοιπόν υπήρξε στην περίπτωση της Έλενας Ακρίτα, ούτε μεταβολή της Βουλής σε «κομματικό φέουδο» υπήρξε, ούτε «παραβίαση των κοινοβουλευτικών ηθών» έλαβε χώρα: οι ίδιοι βουλευτές που καταψήφισαν τώρα την κυρία Ακρίτα, οι ίδιοι πριν λίγο καιρό υπερψήφισαν, και μάλιστα ασμένως, την Όλγα Γεροβασίλη, του ιδίου κόμματος βεβαίως βεβαίως. Τον λόγο δεν χρειάζεται νομίζω να τον αναλύσω. Προκύπτει αναμφισβήτητα από τα συμφραζόμενα: η καταλληλότητα για την κάλυψη της θέσης.
Θεμιτή, θεμιτότατη λοιπόν η ιδιαιτερότητα εκλογής των 4ου έως 7ου Αντιπροέδρων της Βουλής από τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, αλλά όχι απροϋπόθετα και όχι ελαφρά τη καρδία.
Ή ελαφρά γενικότερα.
Το έμφυλο αποτύπωμα του κοινοβουλευτικού λόγου
Ο πολιτικός λόγος στο Κοινοβούλιο δεν είναι απλώς ένα πεδίο ανταλλαγής επιχειρημάτων· είναι ο καθρέφτης των κοινωνικών ιεραρχιών και των αθέατων σχέσεων εξουσίας. Στην Ελλάδα, οι λεκτικές επιθέσεις σε γυναίκες πολιτικούς αποδεικνύουν ότι ο σεξισμός παραμένει μια ενεργή, δομική πρακτική υπονόμευσης. Τα πρόσφατα κοινοβουλευτικά περιστατικά δεν συνιστούν τυχαία «ατοπήματα» ή στιγμιαίες εντάσεις, αλλά επαναλαμβανόμενες γλωσσικές επιθέσεις που λειτουργούν ως μηχανισμοί συμβολικής περιθωριοποίησης των γυναικών από τη δημόσια σφαίρα.
Έμφυλη πολιτική βία: Η μητρότητα ως μηχανισμός αποκλεισμού
Οι λεκτικές επιθέσεις και οι ψυχολογικές μορφές βίας στα κοινοβούλια συνιστούν μορφές «έμφυλης πολιτικής βίας». Όπως υποστηρίζει η Mona Lena Krook στο Violence against Women in Politics (2020), πρόκειται για πρακτικές που αμφισβητούν τη νομιμότητα της γυναικείας παρουσίας στην πολιτική, αναπαράγοντας έμφυλα στερεότυπα μέσω αυτού που η Krook ονομάζει «σημειωτική βία». Στον κοινοβουλευτικό λόγο, η αμφισβήτηση αυτή συντελείται συχνά μέσω της εργαλειοποίησης της βιολογικής αναπαραγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φράση «πήγαινε κάνε κάνα παιδί» που απευθύνθηκε από βουλευτή προς γυναίκα πρόεδρο κόμματος (Ολομέλεια, Συνεδρίαση ΠΘ΄, 7/3/2025). Η φράση επανήλθε αργότερα με τον ισχυρισμό εκ μέρους του ομιλητή ότι αποτελούσε «ευχή», εξέλιξη που οδήγησε στην παρέμβαση του Προεδρείου και στην παραπομπή του στην Επιτροπή Δεοντολογίας (Συνεδρίαση ΡΟΑ΄ Α΄ Μέρος, 28/7/2026).
Η συγκεκριμένη φρασεολογία λειτουργεί ως βιοπολιτικός μηχανισμός ελέγχου: η γυναίκα πολιτικός απογυμνώνεται από τη θεσμική της ιδιότητα και επαναφέρεται στον παραδοσιακό ρόλο της μητρότητας. Η δε προσπάθεια εκλογίκευσης της επίθεσης ως «ευχής» επιτείνει το πρόβλημα, αποκαλύπτοντας την εμπεδωμένη πεποίθηση ότι η πρωταρχική αποστολή της γυναίκας παραμένει αναπαραγωγική και οφείλει να προηγείται της πολιτικής. Με τον τρόπο αυτό, ο σεξιστικός λόγος ασκεί μια μορφή ελέγχου της πρόσβασης στην εξουσία, υποδηλώνοντας ότι η γυναικεία παρουσία στον θεσμικό χώρο δεν είναι αυτονόητο δημοκρατικό δικαίωμα, αλλά τελεί υπό διαρκή αξιολόγηση με όρους βιολογικού ντετερμινισμού.
Υποτίμηση της φωνής και αστυνόμευση της παρουσίας
Καθώς ο δημόσιος λόγος αποτελούσε ιστορικά ανδρικό προνόμιο, η γυναικεία φωνή συχνά απονομιμοποιείται με βάση τα ίδια τα χαρακτηριστικά της φωνής της, με την κριτική να επικεντρώνεται στη χροιά ή τον τόνο της. Η Beard (2018) επισημαίνει ότι ήδη από την αρχαιότητα η οξεία φωνή (high-pitched voice) συνδέθηκε με την έλλειψη κύρους, σε αντίθεση με τη βαριά ανδρική φωνή που ταυτίστηκε με την πολιτική αυθεντία. Η πίεση προσαρμογής σε αυτό το ανδρικό πρότυπο ήταν τόσο ισχυρή, ώστε ακόμη και γυναίκες ηγέτιδες, όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ, κατέφυγαν σε ειδικά μαθήματα ορθοφωνίας για να χαμηλώσουν τον τόνο της φωνής τους, προκειμένου να αποκτήσουν το ανάλογο κύρος. Ο ιστορικός αυτός αποκλεισμός συνεχίζεται σήμερα, μετατοπίζοντας την προσοχή από το περιεχόμενο των πολιτικών επιχειρημάτων στον τρόπο έκφρασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φράση «Μην τσιρίζετε κυρία μου. Εδώ είναι Βουλή κυρία μου, δεν είναι η κουζίνα σας […] να μην τσιρίζετε» (Ολομέλεια, Συνεδρίαση ΝΘ΄, 15/1/2026). Η απόδοση του χαρακτηρισμού «τσιρίζω» στις γυναίκες πολιτικούς τις χρεώνει με αδικαιολόγητο συναισθηματισμό και έλλειψη ορθολογισμού, ενώ η αναφορά στην κουζίνα λειτουργεί ως συμβολική επαναφορά στην οικιακή σφαίρα.
Η τακτική αυτή επεκτείνεται στη μη λεκτική συμπεριφορά και τις εκδηλώσεις του σώματος, ακόμη και σε γυναίκες με μη βουλευτική ιδιότητα. Στην επίθεση βουλευτή προς γυναίκα νομική σύμβουλο υπουργείου «μη στρίβετε τη μούρη σας κυρία μου [...] έχετε ένα μόνιμο, όχι χαμόγελο, αλλά ένα στρίψιμο του στόματος εν είδει απαξίας. Είναι εκνευριστικό» (Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων, 25/7/2024), η προσοχή διολισθαίνει από τη θεσμική διαδικασία στην πειθαρχική αξιολόγηση των μορφασμών του προσώπου. Το περιστατικό αυτό αναδεικνύει αυτό που η Nirmal Puwar (2004) ονομάζει «surveillance» και «bodily policing»: μια κατάσταση διαρκούς επιτήρησης, κατά την οποία μια γυναίκα –που συμμετέχει στη διαδικασία ακόμα και με καθαρά υπηρεσιακό ή επιστημονικό ρόλο– μετατρέπεται σε αντικείμενο ελέγχου και κριτικής για τη συμπεριφορά της.
Πατερναλιστικές προσφωνήσεις ως τακτική απαξίωσης
Στο πλαίσιο μιας ανδροκρατούμενης πολιτικής κουλτούρας, οι γυναίκες πολιτικοί υφίστανται συστηματικά υποτιμητικές πρακτικές. Όπως επισημαίνει η Joni Lovenduski (2005), οι πολιτικοί θεσμοί χαρακτηρίζονται από μια έμφυλη ανδρική μεροληψία που αναπαράγει άτυπα εμπόδια για τις γυναίκες. Η μεροληψία αυτή εκδηλώνεται συχνά και στο επίπεδο του λόγου· η χρήση υποκοριστικών και πατερναλιστικών προσφωνήσεων υποσκάπτει το κύρος τους, μετατρέποντας μια πολιτική αρχηγό από θεσμικό συνομιλητή σε αντικείμενο απαξίωσης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσφώνηση κοινοβουλευτικού εκπροσώπου προς γυναίκα αρχηγό κόμματος με τη φράση «άσε μας καλέ κουκλίτσα μου» (Ολομέλεια, Συνεδρίαση ΝΕ΄, 8.1.2026). Τέτοιοι χειρισμοί υπερβαίνουν την απλή εκτροπή από την κοινοβουλευτική δεοντολογία· λειτουργούν ως τακτική ψευδούς οικειότητας και απομείωσης του κύρους των γυναικών (Laura Bates, 2014).
Η αναπαραγωγή της συμβολικής βίας
Οι σχέσεις εξουσίας στον πολιτικό λόγο δεν διαμορφώνονται πάντοτε μέσα από ένα απλοϊκό σχήμα ανδρικής επικυριαρχίας. Το σύνθετο περιστατικό στην Εξεταστική Επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ (11/12/2025), όταν η φράση «σιγά μη σκίσετε κανένα καλσόν» απευθύνθηκε από γυναίκα πρόεδρο κόμματος προς τη γυναίκα προεδρεύουσα της Επιτροπής, αποκαλύπτει μια βαθύτερη διάσταση του φαινομένου. Το περιστατικό ανατρέπει τη γραμμική αντίληψη ότι ο σεξιστικός λόγος εκφέρεται αποκλειστικά από άνδρες, καθώς τόσο η ομιλήτρια όσο και η αποδέκτρια ήταν γυναίκες πολιτικοί, με τη δεύτερη να κατέχει μάλιστα τη θεσμική ισχύ της προεδρίας. Η μετέπειτα επίκληση μιας «ταξικής» ερμηνείας για το «εργατικό καλσόν» δεν αναιρεί τον έμφυλο χαρακτήρα της επίθεσης.
Οι γλωσσικές πρακτικές αποτελούν φορείς συμβολικής βίας. Τα άτομα έχουν εσωτερικεύσει τις δομές εξουσίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αναπαράγουν ασυνείδητα τις κυρίαρχες κατηγορίες σκέψης. Έτσι, ο σεξιστικός λόγος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη και από γυναίκες ως εργαλείο απαξίωσης, αποδεικνύοντας ότι η έμφυλη υπονόμευση δεν είναι απλώς ζήτημα ατομικής πρόθεσης, αλλά αποτέλεσμα βαθιά εμπεδωμένων κοινωνικών και γλωσσικών στερεοτύπων (Bourdieu, 1999).
Η ανάγκη για θεσμική θωράκιση
Τα περιστατικά αυτά στην ελληνική Βουλή δεν αποτελούν εξαίρεση. Η ανάλυση της κοινοβουλευτικής ρητορικής επιβεβαιώνει τα πορίσματα της πανευρωπαϊκής έκθεσης της Διακοινοβουλευτικής Ένωσης (IPU, 2018), σύμφωνα με τα οποία το 85,2% των βουλευτριών έχει υποστεί ψυχολογική βία, ενώ το 67,9% έχει γίνει στόχος σεξιστικών σχολίων εντός του κοινοβουλίου.
Ο σεξιστικός λόγος στη Βουλή δεν είναι προσωπική αντιπαράθεση· είναι δομικό πρόβλημα. Η συστηματική στοχοποίηση των γυναικών πολιτικών λόγω του φύλου τους υπονομεύει την ισότιμη συμμετοχή τους στα κοινά και τραυματίζει την ίδια τη δημοκρατία. Η θεσμική θωράκιση και η μηδενική ανοχή σε τέτοιες συμπεριφορές είναι πλέον ζήτημα δημοκρατικής τάξης.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
· Bates, L. (2014). Everyday Sexism. Simon & Schuster.
· Beard, M. (2018). Γυναίκες & εξουσία: Ένα μανιφέστο (Μτφρ. Κ. Σχινά). Εκδόσεις Μεταίχμιο.
· Bourdieu, P. (1999). Γλώσσα και συμβολική εξουσία (Μτφρ. Κ. Καψαμπέλη). Εκδόσεις Καρδαμίτσα.
· Inter-Parliamentary Union & Parliamentary Assembly of the Council of Europe (2018). Sexism, harassment and violence against women in parliaments in Europe.
· Krook, M. L. (2020). Violence against Women in Politics. Oxford University Press.
· Lovenduski, J. (2005). Feminizing Politics. Polity Press.
· Puwar, N. (2004). Space Invaders: Race, Gender and Bodies Out of Place. Berg.
· Βουλή των Ελλήνων. Οπτικοακουστικό Υλικό Συνεδριάσεων Ολομέλειας & Κοινοβουλευτικών Επιτροπών.
Περί δημοκρατίας και κοινοβουλευτισμού
Μανιάτης κατά Τσίπρα: «λέτε ψέματα»
Σε υψηλούς τόνους κατά του Αλέξη Τσίπρα κινήθηκε η ομιλία του βουλευτή της δημοκρατικής συμπαράταξης Γιάννη Μανιάτη κατά της διάρκεια της συζήτησης για το ασφαλιστικό νομοσχέδιο.
Μπαργιώτας: άδικο, άνισο, ξεπερασμένο και αναχρονιστικό το νέο ασφαλιστικό
«Όλοι θα επιθυμούσαμε να πούμε ευχάριστα πράγματα: επαναφορά των συντάξεων στο επίπεδο του 2009, μείωση των εισφορών κ.λπ. Όμως, δυστυχώς ή ευτυχώς δεν είμαστε όλοι λαϊκιστές. Κάποιοι πρέπει να λένε την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν εύκολες, ανώδυνες λύσεις στο ασφαλιστικό. Και η πίτα ολόκληρη και ο σκύλος χορτάτος δεν υφίσταται». Ο βουλευτής του Ποταμιού, Κώστας Μπαργιώτας, επικρίνει το νομοσχέδιο Κατρούγκαλο και τις κυβερνητικές μεθοδεύσεις.
Οικονόμου: «Ο χαμηλόμισθος των 600 ευρώ, θα φορολογηθεί για πρώτη φορά»
Σε υψηλούς τόνους κυμάνθηκε η εισήγηση του ειδικού αγορητή της ΝΔ για το ασφαλιστικό νομοσχέδιο, βουλευτή κ. Βασίλη Οικονόμου, ο οποίος εξαπέλυσε επίθεση κατά του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κ. Κατρούγκαλου.
Κατρούγκαλος: Το νομοσχέδιο προωθεί την ισότητα!
Αιχμές κατά των ενστάσεων περί αντισυνταγματικότητας διατάξεων του νομοσχεδίου για το ασφαλιστικό σύστημα άφησε ο υπουργός Γιώργος Κατρούγκαλος.
Λοβέρδος: Να μην αφήσουμε τον εξισωτισμό να γίνει νόμος
Σφοδρή επίθεση προς την κυβέρνηση εξαπέλυσε ο βουλευτής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης Ανδρέας Λοβέρδος, με αφορμή την συζήτηση για το νομοσχέδιο της κυβέρνησης σχετικά με το ασφαλιστικό σύστημα.