«Μοναχικοί λύκοι»
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ απειλή των μοναχικών δρώντων
Η επίθεση του συγκυβερνήτη στον κυβερνήτη της πτήσης FDB1073 της Flydubai, από το Ντουμπάι προς το Τελ Αβίβ, στις 30 Σεπτεμβρίου, χαρακτηρίζεται από τις αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων τρομοκρατική. Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters από πηγή ενημερωμένη για την έρευνα, στόχος ήταν η συντριβή του αεροπλάνου στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν. Αν και ακόμα δεν ξέρουμε αν οι δράστης ενήργησε μόνος, οι αναφορές περί ισλαμιστικής ριζοσπαστικοποίησης επαναφέρουν τη συζήτηση για την τρομοκρατία των «μοναχικών λύκων». [TBJ]
Έχουν κάποια σχέση οι δύο επιθέσεις με όπλα του 89χρονου στην Αθήνα, η απόπειρα στο πλαίσιο του δείπνου των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου στις ΗΠΑ, οι τρομοκρατικές επιθέσεις στη Νίκαια, στο Μαγδεμβούργο και στο Λονδίνο και οι επιθέσεις του Αντρές Μπρέιβικ; Μπορούν όλες να ενταχθούν στο πλαίσιο των λεγόμενων μοναχικών βίαιων δρώντων, που τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί στον τομέα της τρομοκρατίας, αλλά μπορεί να αξιοποιηθεί για τον προσδιορισμό και άλλων μορφών βίας, όπως οι μαζικοί πυροβολισμοί σε δημόσιους χώρος κ.λπ. Βρισκόμαστε άλλωστε στη λεγόμενη μεταϊδεολογική φάση του βίαιου εξτρεμισμού και της τρομοκρατίας: η πυροδότηση, συχνά, έρχεται λόγω παραπόνων και θυμού, παρά λόγω προσήλωσης σε ένα στρεβλό ιδεοληπτικό πλαίσιο της πολιτικής ή της θρησκείας.
Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου σφράγισαν τον 21ο αιώνα καθιστώντας τη διεθνή ισλαμιστική τρομοκρατία την κυρίαρχη μορφή βίας και απειλής για τα κράτη και τις κοινωνίες. Η συνολική μεταμόρφωση της ασφάλειας, επιστημονικά, πολιτικά, επιχειρησιακά, στρατηγικά και τεχνολογικά, βασίστηκε σε αυτή την κυρίαρχη απειλή. Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ειδικότερα, έγινε συνώνυμο της καταπολέμησης της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η ανάλυση, η συλλογή πληροφοριών, οι τεχνολογικές λύσεις, οι πολιτικές πρόληψης είχαν στο επίκεντρό τους την εργαλειοποίηση του Ισλάμ στο πλαίσιο της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης.
Αν ανατρέξουμε στο σχήμα των κυμάτων της τρομοκρατίας που εισήγαγε ο σπουδαίος μελετητής Ντέιβιντ Ράποπορτ (David Rapoport) θα δούμε ότι θεωρεί τη θρησκευτική υποκίνηση την τελευταία από τις τέσσερις φάσεις της διεθνούς τρομοκρατίας[1]. Προφανώς, ο συνδετικός κρίκος είναι η μισαλλόδοξη ερμηνεία και η εργαλειοποίηση της θρησκείας. Στον πυρήνα της προσέγγισης του Ράποπορτ, άλλωστε, βρίσκεται η παραδοχή ότι η τρομοκρατία δεν αποτελεί διαχρονικά ομοιογενές φαινόμενο, αλλά εξελίσσεται ιστορικά μέσα από διακριτές φάσεις, καθεμία από τις οποίες συγκροτείται γύρω από μια κυρίαρχη ιδεολογική «ενέργεια». Η ιδεολογία, επομένως, δεν λειτουργεί ως απλός συνοδευτικός παράγοντας, αλλά ως ο βασικός μηχανισμός που προσδίδει νόημα, κατευθύνει τη δράση και καθορίζει τη διάρκεια κάθε φάσης.
Σύμφωνα με τον Ράποπορτ, κάθε φάση, ή καλύτερα κάθε κύμα διαρκεί περίπου μια γενιά και χαρακτηρίζεται από την ανάδυση, τη διάχυση και την τελική αποδυνάμωση μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής αφήγησης. Το πρώτο, το αναρχικό κύμα (τέλη 19ου αιώνα έως τη δεκαετία 1920), εδράζεται σε αντικρατικές και επαναστατικές αντιλήψεις, με στόχο την απονομιμοποίηση και την καταστροφή της κρατικής εξουσίας. Το δεύτερο, αντιαποικιακό κύμα (δεκαετίες 1920–1960), συγκροτείται γύρω από τον εθνικισμό και την αρχή της αυτοδιάθεσης, επιδιώκοντας την απελευθέρωση από αποικιακές αυτοκρατορίες. Το τρίτο, το νέο αριστερό κύμα (δεκαετίες 1960–1980), αντλεί από μαρξιστικές και αντιιμπεριαλιστικές ιδεολογίες, στοχεύοντας σε ευρύτερους κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς.
Η μετάβαση στο τέταρτο κύμα σηματοδοτεί, κατά τον Ράποπορτ, μια ποιοτική τομή, καθώς η θρησκεία αναδεικνύεται σε κεντρική πηγή νομιμοποίησης της τρομοκρατικής βίας. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα κύματα, όπου η βία θεμελιωνόταν σε πολιτικές ιδεολογίες και σε εγκόσμιους στόχους, το θρησκευτικό κύμα (από το 1979 και εξής) εισάγει μια υπερβατική διάσταση. Η θρησκεία προσφέρει απόλυτες κανονιστικές αναφορές, οι οποίες δεν υπόκεινται σε διαπραγμάτευση ή σε ιστορικό σχετικισμό, επιτρέποντας έτσι τη διατύπωση απεριόριστων και συχνά εσχατολογικών στόχων. Στο πλαίσιο αυτό, η θρησκευτική ιδεολογία επιτελεί τριπλή λειτουργία. Πρώτον, παρέχει μια ισχυρή μορφή νομιμοποίησης της βίας, καθώς αυτή εμφανίζεται ως θεϊκά επιβεβλημένη και όχι απλώς ως πολιτικά χρήσιμη. Δεύτερον, ενισχύει τη δέσμευση των δρώντων, μετατρέποντας τη συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες σε πράξη πίστης. Τρίτον, τείνει να αίρει τους περιορισμούς στη χρήση βίας, δεδομένου ότι οι αντίπαλοι συχνά κατασκευάζονται ως απόλυτοι και υπαρξιακοί εχθροί.
Συνολικά, στη θεωρία του Ράποπορτ, η ιδεολογία –και ιδίως η θρησκευτική στο τέταρτο κύμα– συνιστά τον καθοριστικό παράγοντα που διαμορφώνει τόσο τη φύση όσο και τη δυναμική της τρομοκρατίας. Η έμφαση αυτή αναδεικνύει την τρομοκρατία ως φαινόμενο βαθιά ενταγμένο σε ευρύτερα συστήματα ιδεών και αξιών, τα οποία καθορίζουν όχι μόνο τα μέσα αλλά και τα νοήματα της πολιτικής βίας.
Ο θυμός ξεπερνά τις ιδεολογίες
Αυτή ήταν και η κυρίαρχη προσέγγιση, επιστημονικά και κυρίως πολιτικά και στρατηγικά για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κρίση όμως της πανδημίας άλλαξε ριζικά την προσέγγιση στο σχήμα των ιδεολογιών. Σήμερα, είναι εντονότερη από ποτέ η σχετικοποίηση των ιδεολογιών και η ανάδυση μιας περισσότερο αντισυστημικής, μεταϊδεολογικής βίας και τρομοκρατίας, που πυροδοτείται από την αντίδραση και το θυμό και ως κυρίαρχη απειλή της έχει τους λεγόμενους μοναχικούς δρώντες (Lone Actors).
Μια κρίσιμη εξέλιξη στο σύγχρονο τοπίο της πολιτικής βίας αφορά την ενίσχυση μορφών «υβριδικού εξτρεμισμού», όπου άτομα συνδυάζουν ετερόκλητα στοιχεία από διαφορετικά ιδεολογικά συστήματα, θεωρίες συνωμοσίας και προσωπικά βιώματα αδικίας. Η ιδεολογική αυτή ρευστότητα υπονομεύει τις παραδοσιακές τυπολογίες ανάλυσης, οι οποίες βασίζονται σε σχετικά σταθερές κατηγορίες, όπως ο τζιχαντισμός ή ο ακροδεξιός εξτρεμισμός. Ως εκ τούτου, τα υφιστάμενα εργαλεία εκτίμησης κινδύνου καθίστανται ολοένα και λιγότερο επαρκή, καθώς αδυνατούν να συλλάβουν μορφές βίας που δεν εντάσσονται σε συνεκτικά ιδεολογικά πλαίσια.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ανάδυση της λεγόμενης «μηδενιστικής βίας». Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές μορφές εξτρεμισμού, οι οποίες θεμελιώνονται σε συνεκτικές ιδεολογίες και κανονιστικά συστήματα, η μηδενιστική βία χαρακτηρίζεται από την απόρριψη νοήματος, αυθεντίας και κοινωνικών κανόνων. Η βία, σε αυτή την περίπτωση, δεν λειτουργεί ως μέσο για την επίτευξη πολιτικών ή θρησκευτικών στόχων, αλλά ως αυτοσκοπός, συχνά συνδεδεμένος με την επιδίωξη χάους, αναγνωρισιμότητας ή προσωπικής ικανοποίησης. Η δυναμική αυτή ενισχύεται από διαδικτυακές κοινότητες που ευνοούν την κανονικοποίηση της ακραίας βίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την επιβράβευσή της μέσω συμβολικού κεφαλαίου (π.χ. προβολή, κύρος εντός της κοινότητας).
Τα εν λόγω ψηφιακά περιβάλλοντα προσελκύουν συχνά νεαρά και ψυχολογικά ευάλωτα άτομα, εντός των οποίων συγχωνεύονται στοιχεία εξτρεμιστικής ρητορικής, εγκληματικής πρακτικής και αντικοινωνικής ταυτότητας. Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ιδιαίτερα ασταθών και απρόβλεπτων μορφών βίας. Η απουσία σαφών ιδεολογικών δεικτών καθιστά τον εντοπισμό τέτοιων περιπτώσεων εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένου ότι τα παραδοσιακά προγνωστικά εργαλεία βασίζονται σε αναγνωρίσιμα ιδεολογικά μοτίβα και οργανωτικές διασυνδέσεις.
Παράλληλα, η άνοδος της «υπερ-εξατομικευμένης ριζοσπαστικοποίησης» συνιστά μία ακόμη κομβική τάση. Οι εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη και την ανάλυση δεδομένων επιτρέπουν πλέον σε εξτρεμιστικούς δρώντες να προσαρμόζουν τη ρητορική και την προπαγάνδα τους σε ατομικά ψυχολογικά προφίλ, σε πολιτισμικά συμφραζόμενα και σε γλωσσικές ιδιαιτερότητες. Η μετάβαση από τη μαζική διάδοση μηνυμάτων σε στοχευμένες, μικρο-εξατομικευμένες στρατηγικές επιρροής αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της στρατολόγησης. Ιδίως άτομα που δεν αυτοπροσδιορίζονται αρχικά μέσω συγκεκριμένης ιδεολογίας ενδέχεται να καταστούν δεκτικά σε αφηγήματα που εστιάζουν σε προσωπικά παράπονα, αισθήματα αδικίας ή υπαρξιακής ματαίωσης.
Συνολικά, οι παραπάνω τάσεις υποδηλώνουν μια μετάβαση από ιδεολογικά συνεκτικές μορφές εξτρεμισμού σε περισσότερο ρευστές, εξατομικευμένες και συχνά αποϊδεολογικοποιημένες εκφάνσεις βίας. Η εξέλιξη αυτή θέτει σημαντικές προκλήσεις τόσο για τη θεωρητική κατανόηση του φαινομένου όσο και για την ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών πρόληψης και αντιμετώπισης.
Η απειλή των μοναχικών δρώντων
Η έννοια των «μοναχικών δρώντων» (lone actors) κατέχει κεντρική θέση στις σύγχρονες αναλύσεις της τρομοκρατίας και της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης, ιδίως στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών πολιτικών πρόληψης[2]. Οι επιθέσεις από άτομα που φαίνεται να δρουν μόνα τους αποτελούν διαχρονικό αλλά και αυξανόμενο φαινόμενο, το οποίο αναμένεται να παραμείνει κυρίαρχη μορφή τρομοκρατικής απειλής στην Ευρώπη. Παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει άτομα που διαπράττουν σοβαρές πράξεις βίας χωρίς άμεση επιχειρησιακή καθοδήγηση ή συμμετοχή σε οργανωμένες ομάδες. Ωστόσο, ο όρος εφαρμόζεται πλέον σε ένα ευρύ και ετερογενές σύνολο δραστών. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ιδεολογικά υποκινούμενοι εξτρεμιστές, δράστες μαζικών επιθέσεων που κινούνται από προσωπικά παράπονα, άτομα που δρουν με τη διευκόλυνση του διαδικτύου, καθώς και άτομα ενταγμένα σε διάχυτες ή «χωρίς ηγεσία» διαδικτυακές υποκουλτούρες. Ως αποτέλεσμα, τα αναλυτικά όρια μεταξύ τρομοκρατίας μοναχικών δρώντων, μαζικών πυροβολισμών, διαδικτυακών διαδρομών ριζοσπαστικοποίησης και αναδυόμενων υβριδικών φαινομένων καθίστανται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα.
Παρά τον όρο «μοναχικός», οι εν λόγω δράστες σπανίως είναι πλήρως απομονωμένοι. Συχνά δρουν χωρίς άμεση οργανωτική ένταξη, αλλά ευθυγραμμίζονται ιδεολογικά ή επιχειρησιακά με ευρύτερα δίκτυα ή αφηγήσεις. Επιπλέον, η διαδικτυακή διάσταση αποδεικνύεται κρίσιμη, καθώς οι lone actors διατηρούν χαλαρές ή έμμεσες συνδέσεις με κοινότητες, μικρές ομάδες ή ψηφιακά οικοσυστήματα ριζοσπαστικοποίησης.
Από επιχειρησιακής άποψης, οι μοναχικοί δρώντες χαρακτηρίζονται από:
• υψηλό βαθμό αυτονομίας στο σχεδιασμό και την εκτέλεση επιθέσεων,
• περιορισμένη αλλά στοχευμένη χρήση πόρων,
• δυσκολία εντοπισμού λόγω απουσίας οργανωτικών δεσμών.
Η ασάφεια αυτή καθιστά το φαινόμενο ιδιαίτερα ανθεκτικό στα παραδοσιακά εργαλεία επιτήρησης και πρόληψης.
Η ριζοσπαστικοποίηση των μοναχικών δρώντων εμφανίζεται συχνά ως εξατομικευμένη και μη γραμμική διαδικασία. Το διαδίκτυο λειτουργεί ως βασικός καταλύτης, προσφέροντας:
• πρόσβαση σε προπαγανδιστικό και βίαιο περιεχόμενο,
• δυνατότητα κατανάλωσης «οριακού» (borderline) υλικού που δεν είναι απαραίτητα παράνομο αλλά ενισχύει ριζοσπαστικές στάσεις,
• περιβάλλοντα κοινωνικοποίησης χωρίς φυσική επαφή.
Η αυξανόμενη σημασία του ψηφιακού χώρου επιτρέπει επίσης σε τρομοκρατικές οργανώσεις να στοχεύουν ευάλωτα άτομα και να ενθαρρύνουν επιθέσεις χωρίς άμεση καθοδήγηση, ενισχύοντας το φαινόμενο της «αυτο-ριζοσπαστικοποίησης». Οι διαδικτυακές πλατφόρμες διευκολύνουν πλέον την ιδεολογική έκθεση, την κοινωνική ενίσχυση, την εκμάθηση τακτικών και τη διαμόρφωση ταυτότητας, χωρίς να απαιτείται τυπική οργανωτική ένταξη. Αναδυόμενα φαινόμενα, όπως δίκτυα τύπου Com/764, μηδενιστικά διαδικτυακά περιβάλλοντα και ιδιαίτερα εξατομικευμένες μορφές βίας που βασίζονται σε προσωπικά παράπονα, αμφισβητούν περαιτέρω τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις που βασίζονται στη συμμετοχή σε ομάδες, σε δομές διοίκησης και ελέγχου ή σε συνεκτική ιδεολογική ταύτιση.
Ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα αφορά τη σχέση μεταξύ μοναχικών δρώντων και ψυχικής υγείας. Η ευρωπαϊκή βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι, αν και δεν υπάρχει απλή αιτιώδης σύνδεση, οι ψυχικές διαταραχές και οι ψυχοκοινωνικές ευαλωτότητες αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου που πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο της ριζοσπαστικοποίησης[3].
Οι σχετικές αναλύσεις αναδεικνύουν ότι:
• οι μοναχικοί δρώντες συχνά εμφανίζουν αισθήματα απομόνωσης, ματαίωσης ή αποκλεισμού,
• η ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός νοηματοδότησης προσωπικών κρίσεων,
• οι ψυχολογικές δυσκολίες δεν οδηγούν αυτομάτως σε βία, αλλά σε συνδυασμό με ιδεολογικές ή διαδικτυακές επιρροές μπορούν να αυξήσουν την επικινδυνότητα.
Είναι κρίσιμο να αποφεύγονται απλουστευτικές συνδέσεις που στιγματίζουν τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, καθώς η πλειονότητα δεν εμπλέκεται σε βίαιες πράξεις.
Η ιδιαιτερότητα των lone actors δημιουργεί σημαντικά προβλήματα για τις πολιτικές πρόληψης. Η απουσία σαφών οργανωτικών δομών και η συχνά υβριδική ή ασαφής ιδεολογική τους ταυτότητα δυσχεραίνουν την έγκαιρη αναγνώριση. Παράλληλα, η χρήση διαδικτυακών πλατφορμών και η κατανάλωση μη παράνομου αλλά επιβλαβούς περιεχομένου καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ νόμιμης έκφρασης και επικίνδυνης ριζοσπαστικοποίησης.
Για το λόγο αυτό, η ευρωπαϊκή προσέγγιση δίνει έμφαση:
• στη διατομεακή συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών ασφάλειας και επαγγελματιών ψυχικής υγείας,
• στην ανάπτυξη εργαλείων έγκαιρης ανίχνευσης προσαρμοσμένων σε εξατομικευμένες διαδρομές ριζοσπαστικοποίησης,
• στη στοχευμένη πρόληψη για ευάλωτες ομάδες, ιδίως νέους.
Ο δύσκολος εντοπισμός τους
Οι μοναχικοί δρώντες συνιστούν μια εξελισσόμενη και ιδιαίτερα σύνθετη μορφή απειλής η οποία αμφισβητεί τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις της τρομοκρατίας. Η κατανόηση του φαινομένου απαιτεί μια πολυπαραγοντική προσέγγιση που συνδυάζει ιδεολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Στο πλαίσιο αυτό, η ψυχική υγεία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μονοδιάστατη αιτία, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος ευαλωτοτήτων που, σε συνδυασμό με ψηφιακές και ιδεολογικές επιρροές, μπορεί να συμβάλει στη μετάβαση προς τη βίαιη δράση.
Η απουσία ενός κοινά αποδεκτού και επιχειρησιακά αξιοποιήσιμου ορισμού του «μοναχικού δρώντος» δημιουργεί διαρκείς προκλήσεις για τους επαγγελματίες στους τομείς της επιβολής του νόμου, των υπηρεσιών πληροφοριών, της ψυχικής υγείας, των κοινωνικών υπηρεσιών και της ασφάλειας στο διαδίκτυο. Οι ασυνεπείς ταξινομήσεις υπονομεύουν τις προσπάθειες έγκαιρης προειδοποίησης, περιπλέκουν την ανταλλαγή πληροφοριών και περιορίζουν τη συγκρισιμότητα των δεδομένων περιστατικών μεταξύ διαφορετικών χωρών και επιστημονικών πεδίων. Επιπλέον, επηρεάζουν το σχεδιασμό και την αξιολόγηση πλαισίων πρόληψης, απεμπλοκής και παρέμβασης, ιδίως όταν οι δείκτες κινδύνου διαφοροποιούνται μεταξύ ιδεολογικά καθοδηγούμενων δραστών, διαδικτυακά δικτυωμένων ατόμων και εκείνων που δρουν κυρίως βάσει προσωπικών παραπόνων.
Για τα ευρωπαϊκά όργανα συντονισμού και τα δίκτυα γνώσης, οι προκλήσεις αυτές είναι ακόμη πιο έντονες. Χωρίς έναν ελάχιστο επιχειρησιακό ορισμό και μια σαφή λογική διάκρισης μεταξύ μοναχικών δρώντων και συναφών κατηγοριών, οι επαγγελματίες διατρέχουν τον κίνδυνο είτε να υπεργενικεύσουν διαφορετικές μορφές βίας είτε να παρερμηνεύσουν αναδυόμενες απειλές που δεν εντάσσονται σε καθιερωμένες τυπολογίες. Οι ασαφείς ταξινομήσεις ενδέχεται επίσης να δημιουργήσουν κενά μεταξύ των πολιτικών αντιτρομοκρατίας, της πρόληψης σοβαρής βίας και των μηχανισμών προστασίας ευάλωτων ατόμων.
[1] D. Rapoport, (2022), Waves of Global Terrorism: From 1879 to the Present, Columbia, Columbia University Press.
[2] Lindekilde, L., O’Connor, F., & Schuurman, B. (2019). Radicalization patterns and modes of attack planning and preparation among lone-actor terrorists: an exploratory analysis. Behavioral Sciences of Terrorism and Political Aggression, 11(2), 113-133. Clemmow, C., Bouhana, N., & Gill, P. (2020). Analyzing person‐exposure patterns in lone‐actor terrorism: Implications for threat assessment and intelligence gathering. Criminology & Public Policy, 19(2), 451-482. Bakker, E., & de Roy van Zuijdewijn, J. (2016). Lone-actor terrorism. Toolkit Paper 1: Practical guidance for mental health practitioners and social workers. Countering Lone-Actor Terrorism Series, (9). International Centre for Counter-Terrorism (ICCT). Schuurman, B., Lindekilde, L., Malthaner, S., O'Connor, F., Gill, P., & Bouhana, N. (2019). End of the lone wolf: The typology that should not have been. Studies in Conflict & Terrorism, 42(8), 771-778. Bright, David, Chad Whelan, and Shandon HarrisHogan. 2020. “Exploring the Hidden Social Networks of ‘Lone Actor’ Terrorists.” Crime, Law and Social Change 74 (5): 491–508. Gill, Paul. 2015. Lone-Actor Terrorists: A Behavioral Analysis. London: Routledge. Hofmann, David C. 2020. “How ‘Alone’ are LoneActors? Exploring the Ideological, Signaling, and Support Networks of Lone-Actor Terrorists.” Studies in Conflict & Terrorism 43 (7): 657–78. Holzer, Jacob C., Andrea J. Dew, Patricia R. Recupero και Paul Gill. (επιμ.) 2022. Lone-Actor Terrorism: An Integrated Framework. Oxford: Oxford University Press.
[3] Corner, E., Gill, P., & Mason, O. (2016). Mental health disorders and the terrorist: A research note probing selection effects and disorder prevalence. Studies in Conflict & Terrorism, 39(6), 560-568. De Roy van Zuijdewijn, J., & Bakker, E. (2016). Analysing personal characteristics of lone-actor terrorists: Research findings and recommendations. Perspectives on terrorism, 10(2), 42-49.