Σύνδεση συνδρομητών

Ντόναλντ Τραμπ

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Η στρατηγική της Ουάσιγκτον για το φυσικό αέριο παρερμηνεύει το Κρεμλίνο ακόμη μια φορά. Κι ενώ το Κίεβο θα ήταν ικανοποιημένο με την επανέναρξη της διαμετακόμισης ρωσικού φυσικού αερίου προς την ΕΕ μέσω ουκρανικών αγωγών ως μέρος μιας συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, η Μόσχα δεν φαίνεται διατεθειμένη να ανταλλάξει τους πολεμικούς της στόχους γι’ αυτό.

Στις 17 Οκτωβρίου, οι New York Times ανέφεραν ότι οι απεσταλμένοι του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρετ Κούσνερ, προέτρεψαν το Κίεβο και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να εξετάσουν το ενδεχόμενο επανέναρξης της ροής ρωσικού φυσικού αερίου μέσω του εκτεταμένου δικτύου αγωγών της Ουκρανίας, ως μέρος μιας ειρηνευτικής συμφωνίας. Η λογική πίσω από την πρόταση είναι απλή: δεδομένου ότι τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο θα αποκομίσουν εμπορικά οφέλη, μια τέτοια συνεργασία θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για κατάπαυση του πυρός. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, Αμερικανοί και Ρώσοι εκπρόσωποι συζήτησαν επίσης την επανέναρξη της λειτουργίας του τμήματος του αγωγού «Nord Stream 2» που έχει διασωθεί κάτω από τη Βαλτική Θάλασσα —κάτι που αρνείται ο Λευκός Οίκος. Η ιδέα για το φυσικό αέριο ακολουθεί ένα άλλο κίνητρο που τέθηκε στο τραπέζι των συνομιλιών στο Μαϊάμι νωρίτερα αυτό το μήνα: μια πρόταση των ΗΠΑ να ξεπαγώσουν μέρος των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής κεντρικής τράπεζας και να τα θέσουν υπό τον έλεγχο της Ουάσιγκτον, την οποία απέρριψαν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι.

Πρόκειται για μια λογική συμφωνία ή για ένα «δηλητηριασμένο ποτήρι»; Η απάντηση εξαρτάται πολύ λιγότερο από το Κίεβο παρά από τη Μόσχα.

Το Κίεβο δεν αποτελεί εμπόδιο

Εάν μια οικονομική ρύθμιση αυτού του είδους μπορούσε να οδηγήσει σε κατάπαυση του πυρός, το Κίεβο κατά πάσα πιθανότητα θα συμφωνούσε να επαναλάβει τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου μέσω της επικράτειάς του — και ίσως να μην είχε αντίρρηση ούτε για την επανέναρξη της ροής φυσικού αερίου μέσω της Βαλτικής Θάλασσας. Από τις αρχές του 2025, ο Πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει επανειλημμένα υποστηρίξει τόσο μια ολοκληρωτική κατάπαυση του πυρός όσο και μερική αναστολή των επιθέσεων κατά ενεργειακών υποδομών και των εχθροπραξιών στη Μαύρη Θάλασσα. Στις 11 Μαρτίου 2025, στη Τζέντα, η Ουκρανία αποδέχτηκε μια πρόταση των ΗΠΑ για άμεση εκεχειρία τριάντα ημερών. Η Ρωσία δεν την αποδέχτηκε. Τον Ιούνιο του 2026, ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η παγίωση της τρέχουσας γραμμής του μετώπου στην ανατολική και νότια Ουκρανία ήταν «ο ταχύτερος τρόπος» για να σταματήσει ο πόλεμος.

Τα τελευταία δύο χρόνια, το ενδιαφέρον της Ουκρανίας για τον τερματισμό των εχθροπραξιών έχει ενισχυθεί τόσο πολύ, ώστε το Κίεβο να έχει εγκαταλείψει τους όρους του για πλήρη ή μερική εκεχειρία. Θα αποδεχόταν την τρέχουσα πορεία της γραμμής του μετώπου ως γραμμή επαφής της εκεχειρίας και πιθανότατα θα ανεχόταν μια νέα μορφή οικονομικής συνεργασίας με τη Ρωσία στον τομέα της μεταφοράς φυσικού αερίου. Τα ρωσικά τέλη διαμετακόμισης προς την Ουκρανία θα ήταν ευπρόσδεκτα, αλλά έχουν δευτερεύουσα σημασία. Στο πλαίσιο της σύμβασης διαμετακόμισης για την περίοδο 2019–2024, η Naftogaz κατέγραψε έσοδα άνω του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων από τη ρήτρα «ship-or-pay» – ένα σημαντικό ποσό, αλλά μέτριο σε σύγκριση με το κόστος της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης της Ουκρανίας και τη δημοσιονομική στήριξη από τη Δύση στην οποία βασίζεται επί του παρόντος.

Πράγματι, το Κίεβο επέτρεψε τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου ακόμη και σε καιρό πολέμου. Όχι μόνο μετά την πρώτη εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία το 2014, αλλά και μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής στις 24 Φεβρουαρίου 2022, το ρωσικό φυσικό αέριο συνέχισε να ρέει μέσω των ουκρανικών αγωγών προς την ΕΕ και τη Μολδαβία μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2025 – περίπου 15–16 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα μόνο το 2024. Η Ουκρανία, που είχε πληγεί οικονομικά, χρειαζόταν τα έσοδα, και η διακοπή της διαμετακόμισης δεν θα είχε κάνει τίποτα περισσότερο από το να εκτρέψει τις ρωσικές εξαγωγές προς άλλες διαδρομές, όπως το TurkStream μέσω της Μαύρης Θάλασσας και της Τουρκίας.

Δεν ήταν ο πόλεμος καθεαυτός που έθεσε τέλος στη διαμετακόμιση σχεδόν τρία χρόνια μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής, αλλά οι συνέπειες του πολέμου σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες. Αυτοί περιλάμβαναν τη λήξη της τελευταίας πενταετούς σύμβασης διαμετακόμισης, διαφωνίες σχετικά με τις υποχρεώσεις «ship-or-pay» της Gazprom, την επιμονή του Κιέβου ότι οποιοδήποτε φυσικό αέριο πρέπει να είναι ουσιαστικά μη ρωσικής προέλευσης και όχι απλώς μετονομασμένο, καθώς και την ίδια την πολιτική σταδιακής κατάργησης της ΕΕ, η οποία υιοθετήθηκε ως απάντηση στην κλιμακούμενη επιθετικότητα της Ρωσίας. Εάν η Ουκρανία επέτρεπε τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια ενός πλήρους πολέμου, είναι πιθανό να το πράξει και υπό συνθήκες εκεχειρίας.

Γιατί η Μόσχα δεν θα δεχτεί

Καταρχήν, η συμφωνία που πρότειναν οι Κούσνερ και Γουίτκοφ θα έπρεπε να είναι ακόμη πιο επικερδής για τη Μόσχα παρά για το Κίεβο. Οι γρήγορες, μεγάλης κλίμακας και σχετικά φθηνές εξαγωγές μέσω αγωγών προς τα δυτικά θα έφερναν φρέσκα χρήματα στον πιεσμένο προϋπολογισμό της Ρωσίας. Τα έσοδα της Ρωσίας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μειώθηκαν κατά 23,8%ό το 2025, φτάνοντας τα 8,48 τρισεκατομμύρια ρούβλια =ένα ιστορικά χαμηλό ποσοστό, κάτω του 23% των ομοσπονδιακών εσόδων και το χαμηλότερο επίπεδο από το 2020– ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα έφτασε τα 5,6 τρισεκατομμύρια ρούβλια. Η πτώση συνεχίστηκε το 2026, με τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο να σημειώνουν περαιτέρω μείωση κατά 17,2% σε ετήσια βάση κατά τους πρώτους εννέα μήνες. Μόνο η διακοπή της διαμετακόμισης μέσω της Ουκρανίας κόστισε στη Gazprom περίπου το 16% του προγραμματισμένου όγκου εξαγωγών της για το 2025, αξίας έως και 4,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως.

Παρ’ όλα αυτά, η αμερικανική ιδέα είναι ως τέτοια μάταιη, διότι παρερμηνεύει τη στρατηγική, την ιδεολογία και την εσωτερική λογική του καθεστώτος του Βλαντιμίρ Πούτιν. Η συμπεριφορά της Ρωσίας στην Ουκρανία καθοδηγείται από ιστορικούς μύθους, πολιτική δυσαρέσκεια, πανρωσικό υπερεθνικισμό και φαντασιώσεις περί καθεστώτος μεγάλης δύναμης και εδαφικής επέκτασης. Το οικονομικό συμφέρον αποτελεί μόνο ένα μέρος της εικόνας. Ο Πούτιν, επομένως, είναι πιθανό να απορρίψει την πρόταση ως βάση για ειρήνη. Για τον ίδιο, μια συμφωνία για το φυσικό αέριο θα ήταν, το πολύ, το κερασάκι στην τούρτα της μερικής –ή, ακόμα καλύτερα, της πλήρους– συνθηκολόγησης της Ουκρανίας.

Το πρόσφατο ιστορικό της Ρωσίας το αποδεικνύει αυτό. Οι ρωσικές εξαγωγές φυσικού αερίου προς την ΕΕ μέσω του Nord Stream δεν σταμάτησαν το 2022 λόγω επίθεσης της Ουκρανίας στους υποθαλάσσιους αγωγούς, όπως συχνά υποστηρίζεται. Η ίδια η Μόσχα είχε διακόψει τις προμήθειες εβδομάδες νωρίτερα, στα τέλη Αυγούστου του 2022, θυσιάζοντας τον μεγαλύτερο πελάτη της για να αποκτήσει πολιτικό πλεονέκτημα. Όταν οι αχρησιμοποίητοι αγωγοί ανατινάχθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου 2022 –μια πράξη που οι Γερμανοί εισαγγελείς αποδίδουν σε μια ουκρανική ομάδα ο φερόμενος ως ηγέτης της οποίας παραπέμφθηκε σε δίκη στο Αμβούργο στις 14 Οκτωβρίου 2026– ένας από τους τέσσερις αγωγούς παρέμεινε άθικτος.

Ο Πούτιν προσφέρθηκε να διοχετεύσει φυσικό αέριο μέσω αυτού· το Βερολίνο αρνήθηκε. Αυτό που πρόσφερε το Κρεμλίνο ήταν μια συμφωνία που θα βοηθούσε τη Ρωσία να χρηματοδοτήσει τον πόλεμό της, όχι μια αλλαγή πορείας. Η Μόσχα προτίμησε να παραιτηθεί από το μεγαλύτερο μέρος της πιο κερδοφόρας εξαγωγικής της αγοράς παρά να μετριάσει τους στόχους της στην Ουκρανία. Για το Κρεμλίνο, βεβαίως, περισσότερα έσοδα από το ευρωπαϊκό εμπόριο ενέργειας θα ήταν ευπρόσδεκτα. Όμως, συνολικά, αποτελεί δευτερεύον ζήτημα για τη ρεβανσιστική ρωσική ηγεσία.

Εν τω μεταξύ, έχει προκύψει ένα πολύ πρακτικό εμπόδιο για την επαναλειτουργία τόσο του αγωγού «Nord Stream 2» που επέζησε όσο και οποιασδήποτε άλλης διαδρομής για το ρωσικό φυσικό αέριο προς την ΕΕ. Στις 26 Ιανουαρίου 2026, το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε επίσημα έναν κανονισμό που καταργεί σταδιακά όλες τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου: το ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) θα απαγορευτεί πλήρως από τις αρχές του 2027, και το φυσικό αέριο μέσω αγωγών από το φθινόπωρο του 2027. Η επανέναρξη της διαμετακόμισης θα απαιτούσε, επομένως, μια θεμελιώδη αναθεώρηση της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ.

Ήττα, όχι συμφωνίες

Η ιδέα της ειρήνης στην Ανατολική Ευρώπη μέσω ανανεωμένης ενεργειακής συνεργασίας είναι αφελής και βασίζεται σε λανθασμένες υποθέσεις. Βεβαίως, η Ουκρανία δεν αποτελεί εμπόδιο.

Το Κίεβο θα δεχόταν πιθανότατα την επανέναρξη της διαμετακόμισης ρωσικού φυσικού αερίου μέσω της επικράτειάς του ως μέρος μιας πραγματικής εκεχειρίας, ακριβώς όπως επέτρεψε τη διαμετακόμιση κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης του ρωσο-ουκρανικού πολέμου από το 2014 έως το 2021 και κατά τη διάρκεια των πρώτων τριών ετών της πλήρους εισβολής από το 2022 έως το τέλος του 2024.

Ωστόσο, για να δανειστούμε μια αγαπημένη φράση του Κρεμλίνου, η «βασική αιτία» της ανασφάλειας στην Ανατολική Ευρώπη δεν είναι οικονομική. Είναι ο εγγενής ιμπεριαλισμός της Ρωσίας, ο επεκτατικός ζήλος και η δηλητηριώδης ουκρανοφοβία. Ενάντια σε τέτοιες τάσεις, ακόμη και οι πιο κερδοφόρες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες είναι άχρηστες. Το δίδαγμα τόσο της τσαρικής όσο και της σοβιετικής ιστορίας είναι ότι αυτό που ψύχει τον εξωτερικό τυχοδιωκτισμό της Μόσχας και στρέφει την προσοχή της Ρωσίας προς τα ενδότερα είναι η ήττα στο πεδίο της μάχης και όχι η διπλωματική νίκη, καθώς και οι οικονομικές δυσκολίες και όχι η εμπορική επιτυχία.

Τα πιο διαρκή αποτελέσματα προκύπτουν όταν η στρατιωτική αποτυχία και η οικονομική κρίση συμπίπτουν. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Σοβιετική Ένωση αποσύρθηκε από το Αφγανιστάν, έχασε τον Ψυχρό Πόλεμο και βυθίστηκε σε μια βαθιά κοινωνικοοικονομική κρίση. Η σοβιετική αυτοκρατορία διαλύθηκε, και το ρωσικό κράτος που αναδύθηκε έγινε, για ένα διάστημα, μια πρωτο-δημοκρατία με σχετικά συγκρατημένες εξωτερικές φιλοδοξίες. Κάτι παρόμοιο θα έπρεπε να συμβεί σήμερα για να τερματιστεί η τρέχουσα εξωτερική περιπέτεια της Ρωσίας.

Στην καλύτερη περίπτωση, το ελάττωμα στην προσέγγιση των Κούσνερ και Γουίτκοφ αφορά τη σειρά των ενεργειών. Προτεινόμενο πριν από μια εκεχειρία, το ανανεωμένο εμπόριο φυσικού αερίου ισοδυναμεί με ελάφρυνση των κυρώσεων που επιβραβεύει την επιθετικότητα· δεν μπορεί να αγοράσει αυτό που η Μόσχα δεν θέλει να πουλήσει. Η Γερμανία έχει ήδη δοκιμάσει αυτή τη στρατηγική με την αποτυχημένη πολιτική της Wandel durch Handel, ή «αλλαγή μέσω του εμπορίου», και πάνω απ’ όλα με τα δύο έργα Nord Stream – τα οποία συνέβαλαν στην ενθάρρυνση του Κρεμλίνου πριν από τις κλιμακώσεις του 2014 και του 2022.

Αν η ενεργειακή συνεργασία πρόκειται να διαδραματίσει κάποιο ρόλο σε μια διευθέτηση, θα πρέπει να έρθει μετά, και όχι πριν, από μια επαληθευμένη και διαρκή εκεχειρία που θα υποστηρίζεται από αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία. Το ρωσικό φυσικό αέριο που ρέει μέσω της Ουκρανίας και κάτω από τη Βαλτική Θάλασσα θα μπορούσε να συμβάλει στην εδραίωση της ειρήνης. Δεν μπορεί όμως να τη δημιουργήσει.

 

Το παρόν άρθρο βασίζεται σε ένα Σχόλιο του EPIK.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

25 Οκτωβρίου 2026

Ένα χρόνο μετά τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα, το «Πνεύμα του Άνκορατζ» έχει επιβιώσει όχι ως ειρηνευτικό σχέδιο, αλλά ως μέθοδος προσωπικών διπλωματικών διαπραγματεύσεων και διπλής πίεσης, με στόχο την επίτευξη μιας συμφωνίας που ο Τραμπ θα μπορεί να παρουσιάσει ως δική του, ανεξάρτητα από τις μετέπειτα εξελίξεις.

Στις 15 Αυγούστου 2025, ο Ρώσος πρόεδρος, ο οποίος τότε ήταν ήδη καταζητούμενος από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και απομονωμένος από το μεγαλύτερο μέρος της Δύσης, πάτησε σε αμερικανικό έδαφος, έλαβε υποδοχή με κόκκινο χαλί και στάθηκε δίπλα στον πρόεδρο των ΗΠΑ ως ίσος προς ίσο. Η Ουκρανία απουσίαζε. Η υποστήριξη του Κιέβου φαινόταν δαπανηρή· η διαπραγμάτευση με τη Μόσχα παρουσιάστηκε ως πιο πρακτική. Η σύνοδος κορυφής δεν οδήγησε ούτε σε κατάπαυση του πυρός ούτε σε ειρηνευτική συμφωνία, ωστόσο ο Πούτιν αποκαταστάθηκε δημοσίως χωρίς να κάνει καμία παραχώρηση.

Ένα χρόνο αργότερα, η Ρωσία έχει μετατρέψει τη σύνοδο κορυφής σε δικό της προϊόν. Έχει κατατεθεί μάλιστα αίτηση για κατοχύρωση εμπορικού σήματος για ένα άρωμα με την ονομασία «Spirit of Anchorage», η ονομασία που προτιμά το Κρεμλίνο για τη συνεννόηση που, όπως ισχυρίζεται, πέτυχαν ο Τραμπ και ο Πούτιν στην Αλάσκα. Ωστόσο, δεν υπήρχε καμία συμφωνία να εμφιαλωθεί, καμία ειρήνη να τιμηθεί και καμία στρατηγική πρόοδος να διαφυλαχθεί – μόνο μια ατμόσφαιρα. Καθώς η ουσία εξατμίστηκε, η Ρωσία κράτησε το άρωμα.

Το ερώτημα τώρα δεν είναι αν ο Τραμπ έχει στραφεί από τον Πούτιν στον Ζελένσκι. Δεν το έχει κάνει. Το ερώτημα είναι τι μπορεί να προσφέρει η κάθε πλευρά σε έναν πρόεδρο που θέλει να μετατρέψει την εξωτερική πολιτική σε μια συναλλαγή που μπορεί και πρέπει να κλείσει. Η Μόσχα προσφέρει πρόσβαση σε ενέργεια και γεωπολιτικές ευκαιρίες. Το Κίεβο προσφέρει τεχνολογία δοκιμασμένη σε μάχες και βιομηχανική τεχνογνωσία. Και τα δύο μπορεί να είναι χρήσιμα για τον Τραμπ· ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, η χρησιμότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τη δέσμευση.

Πριν συναντήσει τον Πούτιν, ο Τραμπ είχε ήδη πλαισιώσει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ουκρανίας με εμπορικούς όρους. Νωρίτερα το 2025, πίεσε το Κίεβο να υπογράψει μια συμφωνία για ορυκτά που θα έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες απτή ανταπόδοση για τη στήριξη που παρείχαν στην Ουκρανία. Στην Ουκρανία, η πρόταση προκάλεσε φόβους ότι η χώρα θα αντιμετωπιζόταν και πάλι κυρίως ως προμηθευτής πρώτων υλών και όχι ως συμμετέχων σε αλυσίδες παραγωγής υψηλότερης αξίας.

Η αναδυόμενη αμυντική συνεργασία ακολουθεί την ίδια λογική, αλλά αλλάζει πλέον το τι μπορεί να προσφέρει η Ουκρανία. Το Κίεβο διαθέτει συστήματα δοκιμασμένα σε μάχες, δεδομένα από το πεδίο της μάχης και έναν κύκλο καινοτομίας που διαμορφώνεται από τη συνεχή προσαρμογή στα ρωσικά αντίμετρα – δυνατότητες που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν ακόμη με συγκρίσιμη ταχύτητα ή κλίμακα.

Οι δύο χώρες προωθούν σχέδια για κοινή παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένου ενός εργοστασίου στις Ηνωμένες Πολιτείες που θα χρησιμοποιεί ουκρανική τεχνολογία. Έξι ουκρανικοί κατασκευαστές έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Drone Dominance» του Πενταγώνου, στο πλαίσιο του οποίου τα συστήματά τους θα δοκιμαστούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ και, για μελλοντικές παραγγελίες, θα παραχθούν μέσω αμερικανικών συνεργασιών.

Η Ουκρανία αναμένεται να κατασκευάσει μεταξύ έξι και επτά εκατομμυρίων μικρών επιθετικών drones το 2026. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2027, το πρόγραμμα του Πενταγώνου ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα έχει παραγγείλει λιγότερα από 200.000. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν συντριπτικά πλεονεκτήματα σε κεφάλαιο, εξαρτήματα και βιομηχανική ικανότητα, αλλά παραμένουν χρόνια πίσω από την Ουκρανία στην παραγωγή αυτής της κατηγορίας όπλων με ρυθμό πολέμου.

Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να μετατρέψει τα διδάγματα της Ουκρανίας από το πεδίο της μάχης σε αμερικανική ικανότητα. Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει πρακτική αλληλεξάρτηση χωρίς να οδηγήσει σε στρατηγική ευθυγράμμιση. Η Ουκρανία μπορεί να γίνεται πιο πολύτιμη για τον Τραμπ, αλλά όχι πιο ασφαλής. Η αναδυόμενη συνεργασία παρέχει στο Κίεβο μια επιπλέον πηγή επιρροής στην Ουάσιγκτον, αφήνοντας όμως τη βασική σχέση υπό όρους: η αμερικανική υποστήριξη παραμένει συνδεδεμένη με ό,τι μπορεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση ως συμφωνία.

Με φόντο τη βελτιωμένη συνεργασία και το αυξανόμενο κλίμα εμπιστοσύνης και ανοιχτότητας μεταξύ αμερικανικών και ουκρανικών αμυντικών εταιρειών, θα μπορούσε κανείς να αναμένει μια πιο θετική στάση όσον αφορά την υποστήριξη των ουκρανικών συμφερόντων στις διαπραγματεύσεις. Κάποιοι ίσως να περίμεναν ακόμη και τον Τραμπ να αποφασίσει να υλοποιήσει το δικό του προεκλογικό σύνθημα, «ειρήνη μέσω ισχύος», και να καταστεί ένας φιλοουκρανός και ατλαντιστής αμερικανός ηγέτης. Ωστόσο, η λογική της προεδρίας του και οι δικές του προτεραιότητες έρχονται σε αντίθεση με οποιαδήποτε «φιλο-τάδε» στάση. Ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να έχει φιλοουκρανική ή φιλορωσική τάση – ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να είναι μόνο «φιλο-Τραμπ(ικός)» - κάποιοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι δεν είναι πάντα ούτε καν φιλοαμερικανός.

Με αυτά τα δεδομένα, ποιος είναι ο στόχος του Τραμπ στην πολιτική του τόσο απέναντι στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία; Το επίμονο «άρωμα του Άνκορατζ» στο ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών οδήγησε τους ανθρώπους εκεί να πιστεύουν ότι ο Τραμπ θέλει να κερδίσει την εύνοια του Πούτιν και να ενταχθεί στον κύκλο των αυτοαποκαλούμενων «machos» της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής. Η συμμετοχή σε αυτή τη λέσχη θα συνεπαγόταν φθηνό πετρέλαιο και την υλοποίηση του πακέτου έργων ανάπτυξης της Αρκτικής του Κιρίλ Ντμίτριεφ, αξίας 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, αυτή η λογική ταιριάζει απόλυτα στη στρατηγική που προωθεί ο Έλμπριτζ Κόλμπι, η οποία αποσκοπεί στο να πείσει τη Ρωσία να αντιταχθεί στην Κίνα σε μια μελλοντική σύγκρουση ηγεμονιών. Ακόμη και αν η ρωσική ηγεσία δεν υποστηρίζει αυτή την ιδέα, θα την αξιοποιήσει για να στρέψει την προσοχή της Αμερικής προς τη Μόσχα.

Από την πλευρά της Ουκρανίας, η πρόσφατη ενεργή και σε μεγάλο βαθμό παραγωγική συνεργασία δημιούργησε την εντύπωση ότι οι ΗΠΑ δεν ήθελαν πλέον απλώς να «αποτρέψουν την ήττα της Ουκρανίας». Φαινόταν ότι η Ουάσιγκτον ήταν έτοιμη να επενδύσει τόσο σε τρέχοντα στρατιωτικά έργα όσο και στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Έγινε σημαντική δουλειά προς την κατεύθυνση μιας συμφωνίας για τα μέταλλα σπάνιων γαιών, τη δημιουργία ενός ταμείου ανοικοδόμησης και τη συνέχιση του διαλόγου σχετικά με τη δυνατότητα αδειοδοτημένης παραγωγής πυραύλων PAC-3. Δεδομένου ότι οι Αμερικανοί δεν μπορούν να δείξουν αδυναμία έναντι της Κίνας, υπήρχε η ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν ενεργά τον εταίρο τους στην Ευρώπη.

Ωστόσο, η αλήθεια είναι πιο απλή, ακριβώς όπως και η ίδια η εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Χρειάζεται απλώς μια συμφωνία. Δεν έχει πλέον μεγάλη σημασία ποιος θα βγει νικητής από τον πόλεμο και σε ποια κατάσταση. Εάν πρόκειται για μια πραγματική συμφωνία που μπορεί να υπογράψει ο Τραμπ και που φέρει το όνομά του, αυτή η συμφωνία θα εξυπηρετήσει τον Αμερικανό πρόεδρο.

Μια συμφωνία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Τραμπ για να διεκδικήσει για άλλη μια φορά το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Θα του επέτρεπε επίσης να ξεχάσει αυτό το μέρος του κόσμου – ακριβώς όπως ο Τραμπ δεν αντέδρασε στην παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, ακριβώς όπως ξέχασε την επανέναρξη του πολέμου μεταξύ του Κονγκό και της Ρουάντα ή μεταξύ της Ταϊλάνδης και της Καμπότζης. Η διάρκεια μιας συνθήκης, η τήρηση των αρχών της ή η μακρά διαδικασία οικοδόμησης σχέσεων μεταξύ πρώην αντιπάλων δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρούσα κυβέρνηση.

Ένα εφήμερο «πνεύμα του Άνκορατζ» ενδέχεται να κρύβεται στην πολιτική της διπλής πίεσης. Όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Τραμπ, η συνάντηση με τον Πούτιν στην Αλάσκα δεν ήταν επιτυχής. Στη συνέχεια, δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος σε καμία από τις διάφορες πρωτοβουλίες που πρότεινε η ρωσική πλευρά.

Η συνάντηση ενδέχεται ωστόσο να είχε ένα αποτέλεσμα – ένα ορισμένο πάγωμα των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ουκρανία. Πριν από ένα χρόνο, το Κίεβο είχε μόλις αρχίσει να καθιερώνει κανονικές διμερείς σχέσεις με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση. Ένα χρόνο μετά τη σύνοδο κορυφής στην Αλάσκα, εξακολουθεί να επικρατεί η ίδια ασαφής κατάσταση που επικρατούσε τότε. Αφενός, η Ρωσία αντιμετωπίζει νέες κυρώσεις, ενώ οι εταίροι της αντιμετωπίζουν νέους δασμούς και εμπορικούς περιορισμούς. Αφετέρου, η Ουκρανία ενδέχεται να μείνει χωρίς αντιβαλλιστική άμυνα κατά τη διάρκεια του πιο δύσκολου χειμώνα σε καιρό πολέμου.

Όπως και το καλοκαίρι του 2025, υπάρχει και σήμερα πίεση και στις δύο πλευρές να καταλήξουν σε συμφωνία το συντομότερο δυνατό. Δεν υπάρχει ακόμη στρατηγικό σχέδιο για την εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας. Και παραμένει ασαφές τι ακριβώς επιθυμεί να επιτύχει ο Λευκός Οίκος.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

15 Αυγούστου 2026

 

Η γενική γραμμή που επικρατεί στα σχόλια του «μνημονίου κατανόησης» μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν είναι ότι οι ΗΠΑ –και μαζί τους το Ισραήλ– υπέστησαν μια ήττα στον τρέχοντα γύρο των χρόνιων αντιπαραθέσεών τους. Και κάπου ανάμεσα στις γραμμές των σχολίων διακρίνει κανείς και μια πικρόχολη ικανοποίηση για την ανικανότητα της διοίκησης Τραμπ και μια πιο ανοιχτή χαιρεκακία για την «αποτυχία» του πρωθυπουργού του Ισραήλ να «περάσει» την πολεμόχαρη πολιτική του.

Όμως αν διαβάσουμε πιο προσεκτικά το κείμενο του μνημονίου, όπως αυτό δημοσιεύτηκε, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η χαιρέκακη από τους επικριτές των Τραμπ και Νετανιάχου και ταυτόχρονα απαξιωτική στάση από τους θιασώτες μιας πιο σκληρής γραμμής απέναντι στο Ιράν δεν είναι δικαιολογημένη.

Το κεντρικό σημείο του μνημονίου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι η δέσμευση του τελευταίου να μην αναπτύξει ή και να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα, να θέσει τα αποθέματα σχάσιμου υλικού που κατέχει υπό διεθνή έλεγχο και να «μειώσει» την περιεκτικότητα σε σχάσιμο ουράνιο σε επίπεδα που δεν θα επιτρέπουν τη χρήση του σε πυρηνικά όπλα.

Ένα άλλο σημαντικό σημείο της συμφωνίας είναι η αναγνώριση από το Ιράν της κυριαρχίας και των άλλων γειτονικών κρατών στα νερά του Ορμούζ και του Περσικού κόλπου και η  υποχρέωσή του να συμμετάσχει σε έναν διεθνή μηχανισμό ελέγχου της ναυσιπλοΐας.

Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, το Ιράν δεσμεύεται να επιβάλει στη Χεζμπολάχ τη συμμόρφωση στην κατάπαυση του πυρός, ανοίγοντας έτσι ένα παράθυρο για τον έλεγχο αυτής της οργάνωσης από το κεντρικό λιβανικό κράτος.

Σε αυτά τα σημεία θα μετρηθεί η αξιοπιστία της ιρανικής κυβέρνησης και η ισχύς της απέναντι στα SS των φρουρών της επανάστασης – που όπως φαίνεται έχουν χάσει μεγάλο μέρος της επιρροής τους, καθώς δεν κατάφεραν να συνεισφέρουν τίποτα στην προστασία των κρίσιμων υποδομών αλλά και των ανθρώπων που ήταν απαραίτητοι για τη λειτουργία του ιρανικού προγράμματος ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.

Σε ό,τι αφορά την αποδέσμευση των κεφαλαίων του Ιράν και την άρση ενός μέρους των κυρώσεων –γιατί προφανώς η απαγόρευση εξαγωγής τεχνολογίας αιχμής στο Ιράν θα παραμείνει μακροπρόθεσμα υπό αυστηρό έλεγχο– , ας αναλογιστούμε πόσο θα κόστιζε η αναδόμηση ενός Ιράν κατεστραμμένου από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, με έναν πληθυσμό που θα υπέφερε από έναν πρωτοφανή λιμό –το Ιράν δεν μπορεί να θρέψει τα 90 εκατομμύρια των κατοίκων του με ίδιους πόρους[1]– και μια επίσης πρωτοφανή λειψυδρία.

Και σ’ αυτή την καταστροφή δεν υπολογίζουμε τον εσωτερικό πόλεμο που θα ξέσπαγε με τα διάφορα αυτονομιστικά κινήματα.

Ελπίζω οι έμφρονες Ιρανοί να κατάλαβαν ότι αυτή είναι η περίφημη second chance...

18 Ιουνίου 2026

David Frum: Πού βαδίζει ο κόσμος

Γιώργος Ναθαναήλ

 

Ο senior editor του Atlantic για την Αμερική του Τραμπ, την αμήχανη Ευρώπη και τις παγκόσμιες αναταράξεις. 

Συνέντευξη στον Γιώργο Ναθαναήλ

25 Μαϊος 2026

Η έκδοση Benchmarking Working Europe 2026 του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Συνδικάτων (ETUI) και της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (ETUC) αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες αποτιμήσεις της σημερινής κατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού σχήματος. Το βασικό ερώτημα που διατρέχει το σύνολο της μελέτης είναι αν η Ευρώπη μπορεί να εξελιχθεί σε μια πραγματικά «στρατηγική» δύναμη σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από πολέμους, γεωπολιτικό ανταγωνισμό, ενεργειακές κρίσεις, τεχνολογικές μεταβολές και κλιματική αβεβαιότητα.

21 Μαϊος 2026

Γιατί η μονομερής παράδοση της περιφέρειας του Ντονέτσκ ισοδυναμεί με στρατηγική και στρατιωτική αυτοκτονία για την Ουκρανία

Δεδομένου ότι η Ρωσία καταλαμβάνει ήδη περίπου 110.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα της Ουκρανίας, η παραχώρηση περίπου 4.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων της περιοχής του Ντονέτσκ δεν φαίνεται να αποτελεί σημαντική παραχώρηση για την ειρήνη. Ωστόσο, το αν θα αποσυρθεί από το Ντονέτσκ είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα, με δυνητικά εκτεταμένες συνέπειες για το μέλλον της Ουκρανίας.

28 Απριλίου 2026

Ιράν: Ο Ρούσντι θα στήριζε την επέμβαση

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Στις 14 Αυγούστου 2022, η εφημερίδα Καϊχάν —η οποία ανήκε στον Αλί Χαμενεΐ και διευθύνεται από τον εκπρόσωπό του Χοσεΐν Σαριατμαντάρι— ασχολήθηκε με την επίθεση στον συγγραφέα Σαλμάν Ρούσντι, σε ένα άρθρο με τίτλο: «Ο Σαλμάν Ρούσντι παγιδευμένος στη θεϊκή εκδίκηση: ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Mάικ Πομπέο είναι οι επόμενοι στόχοι». Το άρθρο υποστήριζε ότι η επίθεση εναντίον του «αποστάτη συγγραφέα […] που προσέβαλε τον προφήτη του Ισλάμ» έπρεπε να θεωρηθεί η ιρανική απάντηση στη στοχευμένη δολοφονία του στρατηγού των Φρουρών της Επανάστασης, Κασέμ Σολεϊμανί, από την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, τον Ιανουάριο του 2020. Στη συνέχεια, το άρθρο διατύπωνε την εξής απειλή: «Δεν πρέπει να παραμείνουμε παθητικοί και να κάνουμε λάθος υπολογισμούς… Η απάντηση στην εχθρότητα δεν μπορεί να είναι ευσεβείς πόθοι και παθητικότητα… Η επίθεση στον Σαλμάν Ρούσντι αποδεικνύει ότι η εκδίκηση εναντίον εγκληματιών στο έδαφος των ΗΠΑ δεν είναι δύσκολη, από εδώ και πέρα ο Τραμπ και ο [πρώην υπουργός Εξωτερικών του] Πομπέο θα βρίσκονται αντιμέτωποι με ακόμη πιο σοβαρή απειλή»[1]. Ο Ρούσντι έχει πολλές φορές χαρακτηρίσει το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν εγκληματικό, χορηγό της τρομοκρατίας και διεφθαρμένο κράτος. Ζητήματα που ήρθαν ξανά στην επιφάνεια.

16 Απριλίου 2026

Ανατομία μιας επίθεσης

Γιώργος Ναθαναήλ

Ψευδολογία, προπαγάνδα και δολοφονία χαρακτήρα: Η ανάρτηση Τραμπ κατά του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄

Στο τελευταίο τεύχος του Books Journal που κυκλοφορεί δημοσιεύεται συνέντευξη που παραχώρησε o senior  editor του σπουδαίου ιστορικού περιοδικού The Atlantic, David Frum. Σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων,  στην παραπληροφόρηση, την προπαγάνδα και τους τρόπους με τους οποίους ο αναγνώστης και οι θεατής μπορούν να διακρίνουν την ήρα από το στάρι, το ψέμα και την προπαγάνδα από την αλήθεια. Για να το πετύχουν είναι κρίσιμο να αναζητούν τις πηγές κάθε είδησης και να τις μαθαίνουν από οργανισμούς κύρους.

13 Απριλίου 2026

Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ τον Ιανουάριο του 2025, το Κίεβο και οι εταίροι του στο πλαίσιο της Συμμαχίας των Προθύμων βρίσκονται σε όλο και πιο ταραγμένα γεωπολιτικά νερά. Οι ενέργειες του Τραμπ και της κυβέρνησής του όχι μόνο έναντι της Ουκρανίας, αλλά και άλλων χωρών σε όλο τον κόσμο –συμπεριλαμβανομένων στενών συμμάχων στο ΝΑΤΟ– έχουν δημιουργήσει ένα δύσκολο και πολυεπίπεδο διατλαντικό πεδίο δράσης.

18 Μαρτίου 2026

Η Ελλάδα και η Ευρώπη σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες δοκιμάζονται. Με αφορμή τη συνέντευξη του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, στο Foreign Policy

07 Φεβρουαρίου 2026
Σελίδα 1 από 7