Σύνδεση συνδρομητών

Ναυμαχία της Σαλαμίνας

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Οι ιστορικές ενστάσεις του Χρήστου Χωμενίδη και τα όρια μιας επιλεκτικής ανάγνωσης της αρχαιότητας

Η πρόσφατη ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα έδωσε στον Χρήστο Χωμενίδη  την αφορμή για ένα ενδιαφέρον κείμενο, στο οποίο επιχειρεί να διορθώσει ορισμένες ιστορικές και φιλολογικές αναφορές του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών. Η πρόθεσή του είναι σαφής: να υπερασπιστεί την ιστορική αλήθεια απέναντι στην επιλεκτική χρήση της αρχαιότητας για τις ανάγκες μιας σύγχρονης πολιτικής αφήγησης. Πρόκειται για μια απολύτως θεμιτή προσπάθεια. Μόνο που, διαβάζοντας προσεκτικά τις διορθώσεις του και επιστρέφοντας στις αρχαίες πηγές, διαπιστώνει κανείς ότι αρκετές απ’ αυτές χρειάζονται με τη σειρά τους διόρθωση, ενώ σε άλλες περιπτώσεις πρόκειται απλώς για διαφορετικές ερμηνείες, τις οποίες ο συγγραφέας παρουσιάζει ως αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

Το ζήτημα έχει ευρύτερο ενδιαφέρον, καθώς αφορά μια ιδιαίτερα διαδεδομένη συνήθεια του δημόσιου λόγου: την αναζήτηση στην αρχαιότητα επιχειρημάτων που επιβεβαιώνουν τις σημερινές μας πολιτικές αντιλήψεις. Η ελληνική ιστορία και γραμματεία προσφέρουν άφθονο υλικό για διαφορετικές προσεγγίσεις, συχνά μάλιστα αντικρουόμενες. Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή όταν μια ερμηνεία παρουσιάζεται ως αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Και ακόμη μεγαλύτερη όταν ο συντάκτης της αναλαμβάνει να διορθώσει δημόσια τις γνώσεις κάποιου άλλου.

Ο Ρούμπιο αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην αντίσταση των Αθηναίων που παρέμειναν στην Ακρόπολη όταν οι Πέρσες κατέλαβαν την πόλη το 480 π.Χ. Ο Χωμενίδης παρατηρεί ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν παρερμηνεύσει τον δελφικό χρησμό για τα «ξύλινα τείχη», πιστεύοντας πως αναφερόταν σε πραγματική οχύρωση και όχι στον αθηναϊκό στόλο, όπως είχε υποστηρίξει ο Θεμιστοκλής.

Ο Ηρόδοτος, στο όγδοο βιβλίο των Ιστοριών του (8.51–53), αναφέρει πράγματι την εσφαλμένη ερμηνεία του χρησμού. Προσθέτει, όμως, ότι ανάμεσα σε όσους παρέμειναν στην Ακρόπολη υπήρχαν και άνθρωποι που αδυνατούσαν, λόγω φτώχειας, να εγκαταλείψουν την πόλη. Κυρίως περιγράφει με σαφήνεια την αντίστασή τους: αρνήθηκαν να παραδοθούν, υπερασπίστηκαν την οχύρωσή τους και έριχναν μεγάλες πέτρες στους επιτιθέμενους Πέρσες, ώσπου οι τελευταίοι κατόρθωσαν να εισβάλουν από ένα αφύλακτο πέρασμα.

Επομένως, ο Ρούμπιο περιέγραψε ένα πραγματικό ιστορικό επεισόδιο, στο οποίο προσέδωσε ηρωικό περιεχόμενο. Η επισήμανση του Χωμενίδη για τον χρησμό συμπληρώνει την αφήγηση, αλλά ασφαλώς δεν την αναιρεί. Οι υπερασπιστές της Ακρόπολης μπορεί να έκαναν λανθασμένη στρατηγική επιλογή, αλλά αυτό δεν μειώνει την αποφασιστικότητα με την οποία πολέμησαν. Ούτε χρειάζεται να τους αντιπαραθέσουμε στους Αθηναίους που ακολούθησαν τον Θεμιστοκλή στη Σαλαμίνα. Η ιστορία χωρά και τους δύο. Είναι κάπως παράδοξο να επιχειρεί κανείς να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια υποβαθμίζοντας ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο η ίδια η αρχαία πηγή καταγράφει με σαφήνεια.

Ανάλογο πρόβλημα εμφανίζεται στην αναφορά στον Αχιλλέα. Ο Ρούμπιο επικαλείται τον ομηρικό ήρωα ως παράδειγμα ανθρώπου που προτίμησε τη σύντομη ζωή και την αιώνια δόξα από τη μακροζωία. Ο Χωμενίδης αντιτείνει ότι ο Αχιλλέας επέστρεψε στη μάχη για να εκδικηθεί το θάνατο του Πάτροκλου και ότι η τελική του επιλογή υπαγορεύτηκε από την αγάπη.

Αξίζει εδώ μια φιλολογική διευκρίνιση. Στον ομηρικό κόσμο ο δεσμός του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο εκφράζεται μέσα από την έννοια του «φίλου», που περιλαμβάνει τη βαθιά οικειότητα, την αφοσίωση και τη συντροφικότητα, με σημασία ευρύτερη από τη σημερινή. Η απόδοσή του αποκλειστικά με τη σύγχρονη έννοια της αγάπης περιορίζει αυτή τη σύνθετη σχέση.

Το σημαντικότερο, ωστόσο, βρίσκεται στο ίδιο το ομηρικό κείμενο, το οποίο είναι σαφέστατο ως προς το δίλημμα του ήρωα. Στη ραψωδία Ι, στους στίχους 410–416, ο Αχιλλέας αναφέρεται ρητά στις δύο μοίρες που του έχει αποκαλύψει η μητέρα του, η Θέτιδα: εάν παραμείνει στην Τροία, θα πεθάνει νέος αλλά θα αποκτήσει άφθαρτη δόξα· εάν επιστρέψει στην πατρίδα, θα ζήσει πολλά χρόνια, στερούμενος όμως το αιώνιο κλέος:

ὤλετο μέν μοι νόστος, ἀτὰρ κλέος ἄφθιτον ἔσται.

Στο σημείο εκείνο, ο ήρωας πράγματι προκρίνει τη ζωή. Μετά το θάνατο του Πατρόκλου, όμως, η απόφασή του αλλάζει. Γνωρίζοντας ότι ο δικός του θάνατος θα ακολουθήσει εκείνον του Έκτορα, επιστρέφει στη μάχη. Η προσωπική οδύνη και η εκδίκηση αποτελούν τα άμεσα κίνητρά του, αλλά η συνειδητή αποδοχή της πρόωρης μοίρας του συνδέεται με το ηρωικό πεπρωμένο και το άφθαρτο κλέος. Οι έννοιες αυτές συνυπάρχουν στην ομηρική αφήγηση.

Η ερμηνεία του Ρούμπιο διαθέτει, επομένως, σαφές έρεισμα στο έπος, έστω και αν απλουστεύει την τραγική πολυπλοκότητα του ήρωα. Ο Χωμενίδης αναδεικνύει μια άλλη, εξίσου ουσιαστική πλευρά του Αχιλλέα, αλλά η μία ανάγνωση δεν ακυρώνει την άλλη. Το να περιορίζεται ο Αχιλλέας αποκλειστικά στην αγάπη για τον Πάτροκλο είναι εξίσου επιλεκτικό με το να περιορίζεται αποκλειστικά στη δίψα για δόξα. Μια φιλολογική διόρθωση οφείλει να αναδεικνύει αυτή την πολυπλοκότητα, όχι να αντικαθιστά τη μία απλούστευση με μια άλλη.

Μια τρίτη διαφωνία αφορά τη σχέση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με τον χριστιανισμό. Ο Ρούμπιο υποστηρίζει ότι η ελληνική σκέψη συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της χριστιανικής θεολογίας. Ο Χωμενίδης αντιπαραθέτει τις μεγάλες διαφορές ανάμεσα στην αρχαιοελληνική και τη χριστιανική αντίληψη για τον άνθρωπο, το θάνατο και τη μεταθανάτια ζωή.

Οι διαφορές αυτές είναι υπαρκτές. Μόνο που δεν αντικρούουν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του Ρούμπιο. Η επίδραση της πλατωνικής και νεοπλατωνικής φιλοσοφίας στον Αυγουστίνο, όπως και η βαθιά επίδραση του Αριστοτέλη στη σκέψη του Θωμά Ακινάτη, αποτελούν θεμελιώδη κεφάλαια της ιστορίας των ιδεών. Η χριστιανική θεολογία διαμορφώθηκε μέσα από μια μακρά και σύνθετη συνάντηση με την ελληνική φιλοσοφία, την οποία άλλοτε αξιοποίησε και άλλοτε αντιμετώπισε κριτικά έως εχθρικά.

Εξάλλου, ούτε ο αρχαίος ελληνικός κόσμος μπορεί να περιγραφεί μέσα από μία και μοναδική αντίληψη για τη μεταθανάτια ζωή. Άλλο είναι ο σκοτεινός Άδης του Ομήρου, άλλο οι ορφικές παραδόσεις, άλλο οι αντιλήψεις που συνδέονται με τα Ελευσίνια Μυστήρια και άλλο η πλατωνική διδασκαλία για την αθανασία της ψυχής. Η ελληνική αρχαιότητα υπήρξε ένας κόσμος πολλών, συχνά αντικρουόμενων, απαντήσεων στα μεγάλα ανθρώπινα ερωτήματα. Η επίκληση μιας συγκεκριμένης ομηρικής αντίληψης ως γενικής κοσμοθεωρίας των αρχαίων Ελλήνων παραγνωρίζει αυτή την πνευματική ποικιλία.

Εδώ, λοιπόν, ο Χωμενίδης επιχειρεί να διορθώσει μια διατύπωση του Ρούμπιο αντιπαραθέτοντάς της κάτι που εκείνος ουσιαστικά δεν ισχυρίστηκε. Η επιρροή της ελληνικής φιλοσοφίας στον χριστιανισμό δεν προϋποθέτει ταύτιση των δύο κόσμων. Πρόκειται για μια στοιχειώδη αλλά σημαντική διάκριση.

Ο Χωμενίδης επισημαίνει επίσης ότι η αρχαιοελληνική γραμματεία ανέπτυξε μια αξιοθαύμαστη παράδοση αυτοκριτικής. Η έννοια της ύβρεως, οι τραγωδίες του Ευριπίδη και η αφήγηση του Θουκυδίδη για τη Μήλο προσφέρουν σημαντικά παραδείγματα μιας σκέψης που μπορούσε να εξετάζει κριτικά την ίδια την πόλη που τη γέννησε.

Πράγματι, αυτή η ικανότητα αυτοεξέτασης αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες κατακτήσεις του ελληνικού πολιτισμού. Χρειάζεται, πάντως, να διακρίνουμε τη δύναμη της κριτικής σκέψης από την πραγματική πολιτική συμπεριφορά. Οι Αθηναίοι που παρακολουθούσαν τις τραγωδίες ήταν οι ίδιοι πολίτες μιας πόλης που επέβαλλε τη βούλησή της στους συμμάχους της, κατέστελλε εξεγέρσεις και μπορούσε να επιδεικνύει εξαιρετική σκληρότητα. Η αθηναϊκή δημοκρατία υπήρξε συγχρόνως ένα μεγάλο πολιτικό επίτευγμα και μια επεκτατική δύναμη. Αυτή η αντίφαση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας της. Άλλωστε, οι αντιφάσεις είναι σύμφυτες με τη δημοκρατική ζωή. Η ποιότητα ενός δημοκρατικού πολιτεύματος κρίνεται και από την ικανότητά του να τις αναγνωρίζει και να τις αντιμετωπίζει.

Το ίδιο ισχύει για την εικόνα της δημοκρατικής Αθήνας ως πόλης όπου οι ηγέτες καταξιώνονταν πρωτίστως με τη νηφάλια δύναμη των επιχειρημάτων. Η ισηγορία, η ισονομία και η συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική εξουσία υπήρξαν πράγματι μεγάλες κατακτήσεις. Ωστόσο, η πολιτική ζωή της Αθήνας γνώρισε τη δημαγωγία, τις προσωπικές αντιπαλότητες, τις πολιτικές διώξεις και δύο ολιγαρχικές εκτροπές, το 411 και το 404 π.Χ. Άλλωστε, η ίδια πόλη που ανέδειξε τον Σωκράτη τον καταδίκασε σε θάνατο.

Ας θυμηθούμε, επίσης, ότι ο Θεμιστοκλής, στον οποίο ο Χωμενίδης αποδίδει δικαίως τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη Σαλαμίνα, εξοστρακίστηκε από τους συμπολίτες του και κατέληξε τελικά στην υπηρεσία του Πέρση βασιλιά. Η πραγματική αθηναϊκή δημοκρατία υπήρξε πολύ πιο σύνθετη από την εξιδανικευμένη εικόνα μιας πολιτείας όπου κυριαρχούσε η νηφάλια επιχειρηματολογία.

Στο τελευταίο μέρος του κειμένου του, ο Χωμενίδης επιχειρεί να συνδέσει τη δημοκρατική παράδοση της Αθήνας με τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου 2021 στο αμερικανικό Καπιτώλιο. Υποστηρίζει ότι οι Αθηναίοι λαϊκοί δικαστές θα καταδίκαζαν αμέσως σε θάνατο τους εισβολείς, επικαλούμενος το ψήφισμα του Δημοφάντου του 410 π.Χ.

Το ψήφισμα είναι ιστορικά υπαρκτό και το περιεχόμενό του ιδιαίτερα αυστηρό. Θεσπίστηκε μετά την ολιγαρχική εκτροπή του 411 π.Χ. και αποσκοπούσε στην προστασία της αποκατεστημένης δημοκρατίας. Προέβλεπε ότι όποιος επιχειρούσε να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα ή να εγκαθιδρύσει τυραννίδα μπορούσε να θανατωθεί χωρίς ποινική συνέπεια για τον δράστη.

Από αυτή την ιστορική διάταξη, όμως, έως την κατηγορηματική βεβαιότητα για το πώς θα δίκαζαν οι Αθηναίοι συγκεκριμένους ανθρώπους σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτειακό περιβάλλον μεσολαβεί μεγάλη απόσταση. Το ψήφισμα, άλλωστε, δεν προέβλεπε κάποια αυτόματη δικαστική καταδίκη. Αναγνώριζε τη δυνατότητα θανάτωσης εκείνου που κατέλυε τη δημοκρατία ή επιχειρούσε να εγκαθιδρύσει τυραννίδα, χωρίς ποινική ευθύνη για τον πολίτη που θα προέβαινε στην πράξη. Επρόκειτο ουσιαστικά για μια θεσμοθετημένη μορφή πολιτικής αυτοδικίας, διαμορφωμένη μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της αθηναϊκής δημοκρατίας. Η επίκλησή της ως παραδείγματος για τη σύγχρονη πολιτική ζωή απαιτεί, επομένως, ιδιαίτερη προσοχή.

Η ιστορική αναφορά, επομένως, είναι σωστή ως προς τον πυρήνα της, αλλά η εφαρμογή της στη σύγχρονη αμερικανική πολιτική αποτελεί μια αυθαίρετη πολιτική αναλογία, με εμφανή στοιχεία ερμηνευτικού λαϊκισμού. Ένα ψήφισμα της αρχαίας Αθήνας επιστρατεύεται για να προσδώσει ιστορικό κύρος σε μια σημερινή πολιτική κρίση, παρακάμπτοντας τις ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα στις δύο εποχές και στα πολιτεύματά τους.

Το τι θα αποφάσιζαν οι δικαστές της αρχαίας Αθήνας για τους εισβολείς στο Καπιτώλιο είναι αδύνατον να το γνωρίζουμε. Εκτός αν ο Χωμενίδης διαθέτει κάποια προνομιακή πρόσβαση στις προθέσεις των Αθηναίων δικαστών, είκοσι τέσσερις αιώνες μετά. Σε κάθε περίπτωση, η αξιοθαύμαστη βεβαιότητά του εξυπηρετεί περισσότερο τις ανάγκες της σημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης παρά την ιστορική ακρίβεια που ο ίδιος ανέλαβε να υπερασπιστεί.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η αναφορά στον οστρακισμό. Ο Χωμενίδης υποστηρίζει ότι οι Αθηναίοι θα εξοστράκιζαν τουλάχιστον όποιον θεωρούσαν ύποπτο για μυστικές συναλλαγές με ξένη δύναμη. Εδώ πρόκειται για συγκεκριμένη ιστορική ανακρίβεια. Ο οστρακισμός δεν ήταν ποινική διαδικασία για την τιμωρία τέτοιων πράξεων. Αποτελούσε πολιτικό μέτρο απομάκρυνσης ενός πολίτη που θεωρούνταν ότι συγκέντρωνε υπερβολική επιρροή ή αποτελούσε δυνητικό κίνδυνο για την πολιτειακή ισορροπία. Δεν απαιτούσε απόδειξη συγκεκριμένου αδικήματος ούτε στηριζόταν στην ύπαρξη «αποχρωσών ενδείξεων». Η διαδικασία μπορούσε να οδηγήσει στην απομάκρυνση ενός πολίτη για δέκα χρόνια, χωρίς την απώλεια της περιουσίας του.

Χαρακτηριστικό είναι ότι εξοστρακίστηκαν τόσο ο Αριστείδης όσο και ο Θεμιστοκλής, δύο από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της αθηναϊκής ιστορίας. Η Αθήνα διέθετε άλλες διαδικασίες για την αντιμετώπιση πράξεων προδοσίας ή συνεργασίας με εχθρικές δυνάμεις. Η παρουσίαση του οστρακισμού ως μέσου αντιμετώπισης υπόπτων για μυστικές συναλλαγές με ξένες δυνάμεις αποδίδει στο θεσμό μια λειτουργία που δεν είχε. Εδώ, ο συγγραφέας που αναλαμβάνει να διορθώσει τις ιστορικές ανακρίβειες ενός πολιτικού υποπίπτει ο ίδιος σε ιστορική ανακρίβεια.

Ο Ρούμπιο χρησιμοποιεί την ελληνική αρχαιότητα για να υποστηρίξει μια συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη περί Δύσεως. Ο Χωμενίδης αντιπαραθέτει μια διαφορετική εικόνα του ελληνικού πολιτισμού. Υπάρχει, ωστόσο, μια ουσιώδης διαφορά: ο πρώτος εκφωνεί έναν πολιτικό λόγο, ενώ ο δεύτερος αναλαμβάνει να διορθώσει τις ιστορικές του ανακρίβειες. Αυτό απαιτεί αυστηρότερη τεκμηρίωση και, κυρίως, σαφή διάκριση ανάμεσα στο ιστορικό σφάλμα και τη διαφορετική ερμηνεία. Σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, ο Χωμενίδης παρουσιάζει ως διόρθωση μια άλλη, συχνά εξίσου θεμιτή, ανάγνωση των ίδιων γεγονότων. Έτσι, μια πολιτική διαφωνία εμφανίζεται με την αυθεντία της ιστορικής αλήθειας.

Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός υπήρξε αρκετά μεγάλος ώστε να χωρά την ηρωική δόξα και τη βαθιά ανθρώπινη φιλία, τη δημοκρατική ελευθερία και την πολιτική αυθαιρεσία, τη φιλοσοφία του μέτρου και την πραγματικότητα της ισχύος, τη βαθιά αμφισβήτηση και τις ισχυρές βεβαιότητες. Η αναγνώριση αυτής της πολυπλοκότητας αποτελεί ίσως την καλύτερη προστασία του από τις ευκολίες κάθε σύγχρονης ιδεολογικής ανάγνωσης. Άλλωστε, η αρχαιότητα δεν χρειάζεται συνηγόρους που να επιλέγουν κάθε φορά τις αρετές της ανάλογα με τις πολιτικές τους συμπάθειες. Χρειάζεται αναγνώστες πρόθυμους να την αντιμετωπίσουν ολόκληρη, ακόμη και εκεί όπου διαψεύδει τις προσδοκίες τους.

Η Ιστορία προσφέρεται για πολλές ερμηνείες. Η διόρθωσή της, όμως, απαιτεί κάτι περισσότερο από την αντικατάσταση μιας επιλεκτικής αφήγησης με μια άλλη.

14 Οκτωβρίου 2026