Άγγελος Σεφεριάδης
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΠροσθήκη στην Aλληλογραφία Σεφέρη-Θεοτοκά
Προσεκτική ανάγνωση της Αλληλογραφίας Σεφέρη-Θεοτοκά (επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη) εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη λογική ακολουθία των επιστολών 62 (Πρωτοχρονιά 1950) και 63 (26 Φεβρουαρίου 1950).
Το τεκμήριο 63, εκτενής επιστολή του Σεφέρη (από την Άγκυρα) προς τον Θεοτοκά (στην Αθήνα), αρχίζει έτσι:
Αγαπητέ μου Γιώργο,
Σ’ ευχαριστώ για το καλό σου γράμμα. Ο χαμός του Άγγελου με χτύπησε βαριά. Ήμασταν πάρα πολύ αδέρφια. Αργότερα, κάποτε, θα ξαναμιλήσουμε γι’ αυτόν, και για τα παράξενα νιάτα μας.[1]
Η επιστολή του Σεφέρη φαίνεται να προϋποθέτει συλλυπητήρια επιστολή («το καλό σου γράμμα») του Θεοτοκά με αναφορά στον απροσδόκητο θάνατο του Άγγελου Σεφεριάδη (1905-1950), στις 19 Ιανουαρίου 1950 στο Μοντερέι της Καλιφόρνιας, όπου ζούσε και εργαζόταν. Ωστόσο το προηγούμενο τεκμήριο της Αλληλογραφίας δεν είναι γράμμα αλλά φωτογραφία του ζεύγους Θεοτοκά με ευχές (στην πίσω όψη) για την Πρωτοχρονιά του 1950.
Είναι πιθανό η συλλυπητήρια επιστολή ή το τηλεγράφημα που ο Θεοτοκάς θα είχε ταχυδρομήσει στον φίλο του στην Άγκυρα να είχε εκπέσει από τον αρχειακό φάκελο της αλληλογραφίας Σεφέρη-Θεοτοκά, και για τον λόγο αυτό να απουσιάζει από την έκδοση του Σαββίδη.[2] Πρόσφατη έρευνά μου στο Αρχείο Σεφέρη έδειξε πως πράγματι σώζεται συλλυπητήρια επιστολή του Θεοτοκά στον Σεφέρη, με ημερομηνία 7 Φεβρουαρίου 1950. Μετά τον θάνατο του Άγγελου, ο Σεφέρης ξεχώρισε και φύλαξε σε ειδικό φάκελο του Αρχείου του γράμματα, τηλεγραφήματα, αποκόμματα από τον Τύπο και άλλα τεκμήρια σχετικά με τον θάνατο του αγαπημένου του αδερφού. Ανάμεσα σε αυτά και το συλλυπητήριο γράμμα του Θεοτοκά, που θα πρέπει τώρα να προστεθεί ανάμεσα στα τεκμήρια 62 και 63 της έκδοσης Σαββίδη για να αποκατασταθεί η ανακολουθία:
7 Φεβρουαρίου 1950[3]
Ἀγαπητὲ φίλε,
Δέξου, σὲ παρακαλῶ, τὰ θερμά μου συλλυπητήρια γιὰ τὸ θάνατο τοῦ καημένου τοῦ Ἄγγελου ποὺ ὑπῆρξε, καθὼς θὰ θυμᾶσαι, νεανικός μου φίλος κ[αὶ] στὸν ὁποῖο χρωστῶ τὴ γνωριμία μου καὶ τὸ σύνδεσμο μὲ τὴν οἰκογένεια Σεφεριάδη. Κάμαμε πολλὴ παρέα τὸν καιρὸ τῆς Φοιτητικῆς Συντροφιᾶς, στὴν ταράτσα τῆς Αἴγλης κ[αὶ] σὲ ἄλλα μέρη, γράφαμε μανιφέστα γιὰ τὴν ἀναγέννηση τῆς Ἑλλάδας κ[αὶ] ἄλλα τέτοια. Ὕστερα ξαναβρεθήκαμε στὸ Λονδίνο, στὰ 1929, κι εἶταν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ποὺ τοῦ ἔδωσα νὰ διαβάσει κ[αὶ] νὰ σχολιάσει τὸ πρῶτο μου βιβλίο, τὸ «Ἐλεύθερο Πνεῦμα». Ἀξίωσε νὰ μνημονέψω κ[αὶ] τὸν Κόντογλου ποὺ τὸν εἶχα παραλείψει. Τοῦ ἔκαμα τὸ ρουσφέτι.[4] Εἶταν παράξενος ἄνθρωπος, μὲ πολλὲς ψυχικὲς κ[αὶ] πνευματικὲς ἀρετὲς κ[αὶ] μὲ κάποια ἔλλειψη στὴ θέληση. Σὰν πέρασε ἡ πρώτη νιότη, κλείστηκε στὸν ἑαυτό του σὲ σημεῖο ποὺ οἱ παλιοί του φίλοι δὲν ξέρανε πιὰ πῶς νὰ τοῦ φερθοῦν. Ἴσως ὅλα αὐτὰ νὰ εἶχαν αἰτίες σχετικὲς μὲ τὴν ὑγεία του· δὲν κατάλαβα ποτὲ ἀκριβῶς. Τὰ γράφω ἐδῶ μὲ συμπάθεια κ[αὶ] μὲ νοσταλγία τοῦ παλαιοῦ καιροῦ.
Μὲ φιλικοὺς χαιρετισμοὺς
Γιῶργος Θεοτοκᾶς
Λονδίνο, καλοκαίρι 1929
Στο μεταγενέστερο κείμενό του «Ο Σεφέρης όπως τον γνώρισα» (1964), ο Θεοτοκάς θα αναφερθεί ξανά στη συνάντηση με τα νεότερα αδέρφια Σεφεριάδη, τον Άγγελο και την Ιωάννα, στο Λονδίνο το 1929. Εκεί όμως θα μιλήσει περισσότερο για την Ιωάννα και τη σημασία που απέδιδε στην κρίση της: «Την άνοιξη του 1929 […] βρεθήκαμε οι τρεις στο Λονδίνο και τους έβαλα να διαβάσουν το χειρόγραφο του πρώτου μου βιβλίου, που ήταν το Ελεύθερο Πνεύμα. Έδινα ιδιαίτερη σημασία στη γνώμη της Ιωάννας κι ήμουν ανυπόμονος να την ακούσω».[5] Η Ιωάννα εκφράστηκε θερμά για το Ελεύθερο Πνεύμα σε γράμμα της προς τον Θεοτοκά από το Παρίσι, όπου ταξίδεψε αμέσως μετά τη συνάντηση εκείνη στο Λονδίνο.[6] Ο Άγγελος πάλι ανέπτυξε τις απόψεις του για το βιβλίο στον Θεοτοκά προφορικά, όσο οι δυο τους ήταν ακόμα στην Αγγλία. Τούτο φανερώνει επιστολή του Άγγελου γραμμένη τον Δεκέμβριο του 1929 και φυλαγμένη στο Αρχείο Θεοτοκά:
Ἀγ[απητέ] φίλε Γιῶργο,
Ἔμαθα μὲ μεγάλη εὐχαρίστηση, πὼς τὸ βιβλίο σου –ποὺ μούδωκε εἶναι μερικὲς μέρες ὁ Ἀλέκος–[7] δὲν πέρασε ἀδιαφόρετα στὸ σημερνὸ ἀποτελμάτωμα τῆς Ἑλλάδας. Στὸ Ρήζεντ μπροστὰ σὲ δύο ποτήρια οὐΐσκυ σὰ σοῦ εἶπα Δημοσίεψέ το[,] τώξερα πὼς δὲν τοῦ ἔλειπαν τὰ προτερήματα τῆς [ἁγνῆς][8] Ἑλλ[ηνικῆς] σκέψης καὶ πὼς στὸ θλιβερὸ αὐτὸ φαρμακεῖο γεμᾶτο ἀπὸ συνταγὲς καὶ μοῦχλα θάτανε μιὰ λουρίδα φῶς.
Ὡστόσο ships are but boards, sailors but men, ἡ ἐποχή μας ἀχάριστη καὶ θλιβερὴ ἡ δική μας ἀποστολή, μέσα σὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἄχρηστους –ποὺ εἶμαι βέβαιος θὰ τοὺς μαζέψη μιὰ μέρα ἡ ἀτέλειωτη νεροφυριὰ τῆς ζωῆς–, δὲν πρέπει ἕνα λεπτὸ νὰ ξεχνοῦμε τί γυρεύουμε κι’ ἕνα δοκίμιο εἶναι μι’ ἀρχή.
Μὲ πολλὴ φιλία, yours,
Ἄγγ[ελος] Σεφεριάδης[9]
Η αγγλική φράση ships are but boards, sailors but men είναι στίχος από τον Έμπορο της Βενετίας (Πράξη 1η, Σκ. 3): «Όμως τα καράβια είναι σανίδια, κι οι ναυτικοί άνθρωποι», λέει ο Σάυλοκ και υπονοεί πως τα πλοία του έμπορου Αντόνιο είναι εκτεθειμένα στα στοιχεία της φύσης και ευάλωτα.[10] Τα χρόνια εκείνα ο Άγγελος μελετά τον Σαίξπηρ εντατικά και βάζει μπροστά τη μετάφραση του Άμλετ, εγχείρημα που δεν θα εγκαταλείψει ώς το τέλος της ζωής του.[11] «Μου φαίνεται πως ο Άγγελος γνώριζε περισσότερο τα σαιξπηρικά αγγλικά από τα κοινά», θυμόταν αργότερα η Ιωάννα.[12] Τα σαθρά θεμέλια της «αχάριστης και θλιβερής» εποχής και η Ελλάδα, το «θλιβερό αυτό φαρμακείο γεμάτο από συνταγές και μούχλα», απηχούν το αίσθημα που ο Θεοτοκάς εκφράζει στο Ελεύθερο Πνεύμα: «Είμαστε σαν ένας άρρωστος που τον έχουν σκεπάσει οι γιατροί με συνταγές, που στερείται όμως τις φυσικές προϋποθέσεις της ανάπτυξης».[13]
Φοιτητές ακόμα στη Νομική Σχολή, οι Άγγελος Σεφεριάδης και Γιώργος Θεοτοκάς έγραφαν «μανιφέστα για την αναγέννηση της Ελλάδας», όπως μνημονεύεται στη συλλυπητήρια επιστολή που δημοσιεύεται εδώ. Όπως ξέρουμε, τα φοιτητικά χρόνια του Θεοτοκά και η δράση του στη «Φοιτητική Συντροφιά» (1925-1926) αποτέλεσαν πραγματολογικό υλικό επάνω στο οποίο στηρίχτηκε η Αργώ, το περίφημο μυθιστόρημά του που πρωτοδημοσιεύτηκε στα 1933 (τόμος Αʹ) και 1936 (τόμος Βʹ). Μνήμη ίσως από τους Κιβδηλοποιούς του Ζιντ και τον λογοτεχνικό σύλλογο εκεί,[14] ο φοιτητικός σύλλογος στο μυθιστόρημα του Θεοτοκά έχει το όνομα του μυθικού καραβιού: «Το σωματείο αυτό λεγότανε συμβολικά, ρωμαντικά, ίσως κάπως παιδικά, Αργώ … Σαν ιδρύθηκε η Αργώ, οι άλλοι φοιτητές ονόμασαν κοροϊδευτικά τα μέλη της Αργοναύτες».[15]
Το ιστορικό υπόβαθρο του βιβλίου ενθάρρυνε ευθύς εξαρχής συσχετισμούς ανάμεσα σε μυθιστορηματικά και πραγματικά πρόσωπα, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Θεοτοκάς στο Ημερολόγιο της «Αργώς»: «Για τον Παύλο Σκινά άκουσα τρία ονόματα Ελλήνων πολιτευομένων, διαμαρτυρήθηκα και τις τρεις φορές μα κανείς δε με πίστεψε. Το ίδιο για τον Λάμπρο Χρηστίδη άκουσα τρία ονόματα λογίων, πάλι διαμαρτυρήθηκα και πάλι κανείς δε με πίστεψε».[16] Στους ισχυρισμούς εκείνους ο Θεοτοκάς αντέτεινε πως τα πρόσωπα του έργου του είναι «μείγματα απροσδόκητα», συνδυασμοί πολλών ανθρώπων: «Πήρα από δω ένα κομμάτι ανθρώπου, από κει άλλα κομμάτια, απ’ αλλού μια σιλουέτα, ένα ύφος, έναν αέρα, ένα βλέμμα, ένα τικ, έναν τρόπο ομιλίας ή ολόκληρες φράσεις […] τα ανακάτωσα, τα συγχώνευσα σε μια ενιαία πάστα».[17] Μπορούμε άραγε να ανιχνεύσουμε τέτοια «κομμάτια» της φυσιογνωμίας του Άγγελου Σεφεριάδη σε κάποιον χαρακτήρα από τη μυθοπλασία της Αργώς;
«Η “Αργώ” αρμένιζε πάντοτε»
Το πρώτο κιόλας κεφάλαιο της Αργώς μας μεταφέρει σε περιβάλλον πανεπιστημιακό: παρακολουθούμε την παράδοση του καθηγητή της Νομικής Θεόφιλου Νοταρά. Εκεί, σε ένα από τα τελευταία θρανία, κάθεται ο ίδιος ο γιος του καθηγητή, ο Αλέξης, φοιτητής και αυτός. Παρατηρεί ο αφηγητής: «Δεν του άρεζε να κάθεται μπροστά […] για να μην τον λένε πως θέλει να φαίνεται επειδή είναι γιος του Θεοφίλου Νοταρά».[18]
Η περιγραφή της παράδοσης που δίνει ο Θεοτοκάς δεν θα απέχει πολύ από την πραγματικότητα των παραδόσεων του καθηγητή διεθνούς δικαίου Στέλιου Σεφεριάδη, που ο γιος του Άγγελος και ο Θεοτοκάς πιθανότατα θα παρακολουθούσαν.[19] Τον καθηγητή Σεφεριάδη μνημονεύει ρητά ο Θεοτοκάς σε μεταγενέστερο κείμενό του για τον Σεφέρη, σχολιάζοντας τις ασύμβατες ιδιοσυγκρασίες: «Αισθανόμουν ότι υπήρχε μόνιμα, ανάμεσα στον πατέρα και τους δυο γιους του, μια, καθώς λένε, “τεταμένη ατμόσφαιρα” […] Ο πατέρας ήταν εκδηλωτικός, με μια τάση προς τη φασαρία. Οι δυο γιοι, κλειστοί, στραμμένοι προς τα μέσα, έκρυβαν τα αισθήματά τους».[20] Και στην Αργώ ο Θεόφιλος Νοταράς είναι, κατά την ιδιοσυγκρασία, αποστασιοποιημένος από τους γιους του, οι οποίοι ωστόσο καλούνται να ακολουθήσουν την οικογενειακή παράδοση και να σπουδάσουν τη νομική επιστήμη: «Καταλάβαινε [ενν. η Λουκία Νοταρά] πόσο μεγάλη απόσταση χώριζε τον πατέρα από τα παιδιά και περίμενε κάθε μέρα, από στιγμή σε στιγμή, να ξεσπάσει η μοιραία ασυμφωνία χαρακτήρων».[21]
Περισσότερο εσωστρεφής από τα αδέρφια του, ο Αλέξης Νοταράς ενσαρκώνει τον τύπο του ρομαντικού ποιητή που «δεν είναι ικανός να ξανοιχτεί σε κανένα, η μοναξιά είναι η μοίρα του». Η σχέση ανάμεσα στον Αλέξη και στο ερωτικό του ίνδαλμα, τη Μόρφω, χαρακτηρίζεται από «απόλυτη αδυναμία συνεννόησης».[22] Η εσωστρέφεια και η ασθενική όψη του Αλέξη αντιπαραβάλλονται προς τη ζωντάνια του στενότερου φίλου του, του Μανόλη Σκυριανού: «Δίπλα στο γερό και ροδοκόκκινο Μανόλη έμοιαζε [ενν. ο Αλέξης] πολύ αναιμικός, ζαρωμένος, μισός άνθρωπος».[23] Πρόεδρος της «Αργώς», ο Σκυριανός θυμίζει περισσότερο από τους άλλους φοιτητές του μυθιστορήματος τον ίδιο τον Θεοτοκά: είναι ο «φρόνιμος μεταρρυθμιστής», σύμφωνα με την Αγγέλα Καστρινάκη, «ο νέος που εκπροσωπεί τις συγγραφικές απόψεις όσον αφορά τα κοινωνικά θέματα».[24]
Αν η ρωμαλέα προσωπικότητα του Σκυριανού ανακαλεί τον Θεοτοκά, ο μελαγχολικός και κλειστός Αλέξης, ο γιός του καθηγητή Θεόφιλου Νοταρά, μοιάζει στον Άγγελο Σεφεριάδη, τον γιο τού καθηγητή Στέλιου Σεφεριάδη. Αλέξης και Άγγελος, έχουν και οι δύο ροπή προς τη λογοτεχνία από νεαρή ηλικία, αλλά και μια ρομαντική, πεισιθανάτια διάθεση: «Θέλω να γράψουνε στο μνήμα μου πάνω. Εδώ κείτεται ο Α. Σ. που στο θάνατό του κατόρθωσε να συγκεντρώσει τη ζωή του ολόκληρη γιατί εδώ από κάτω μόνο το σώμα του κείτεται η ψυχή του αλλού γυρνά», έγραφε ο Άγγελος σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών.[25] Δύο χρόνια αργότερα, στα 1923, σημείωνε στο ίδιο τεφτέρι: «Οι αγάπες π’ αγαπώ είναι οι αγάπες οι θολές που περνάνε σα μακρινά φαντάσματα και που τραβάνε σα σε κηδεία μαυροντυμένες […] με τα πρόσωπα ωχρά σα πεθαμένες».[26] Τη φράση θα προσυπέγραφε και ο μυθιστορηματικός Αλέξης Νοταράς, που δεν μπόρεσε τελικά να αντεπεξέλθει, όταν, στο δεύτερο μέρος της Αργώς, ο ιδεατός έρωτάς του για τη Μόρφω άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά.
Ο ανταγωνισμός τέλος με αφορμή τη Μόρφω ανάμεσα στους διαμετρικά αντίθετους Αλέξη και Μανόλη αποτυπώνει ίσως πραγματικό ερωτικό τρίγωνο που σχηματίστηκε κάποτε ανάμεσα στον Θεοτοκά, τον Άγγελο Σεφεριάδη και κάποιαν άγνωστη κοπέλα. Την ιστορία αφηγήθηκε σύντομα ο Θεοτοκάς στον Σεφέρη σε επιστολή του τον Μάιο του 1932:
Πρώτος υπεύθυνος ο αδελφός σου Άγγελος, που με σύστησε κάποτε (Δεκέμβριος 1925) σε μιαν άβγαλτη μπεμπέκα, λέγοντάς μου πως είναι το πιο γλυκό κορίτσι του κόσμου και πως είναι πολύ ερωτευμένος μαζί της […] Του Άγγελου του πέρασε σε τρεις εβδομάδες. Εμένα βαστά ακόμα (Μάιος 1932).[27]
Δεν μπορούμε βέβαια να εξακριβώσουμε αν πραγματικά ο ευαίσθητος Άγγελος έχασε τόσο εύκολα το ενδιαφέρον του για «το πιο γλυκό κορίτσι του κόσμου», με το οποίο ήταν «πολύ ερωτευμένος», ούτε και αν η ιστορία εκείνη αποτέλεσε «κομμάτι» που ο Θεοτοκάς τελικά αξιοποίησε για να πλάσει το ερωτικό τρίγωνο της Αργώς. Γνωρίζουμε ωστόσο ότι, το καλοκαίρι του 1933, ο Άγγελος, που βρισκόταν τότε στο Παρίσι για μεταπτυχιακές σπουδές, απάντησε πολύ ψυχρά και με ύφος σκοτεινό σε γράμμα που του είχε στείλει ο Θεοτοκάς και που, όσο γνωρίζω, δεν σώζεται. Η απάντηση του Άγγελου σε τίποτα δεν θυμίζει την εγκαρδιότητα με την οποία του απευθυνόταν άλλοτε: «Δεν σου έγραψα, αγ[απητέ] Γιώργο Θεοτοκά, για να με καταλάβης (θάταν και μεγάλη μια τέτοια απαίτηση εκ μέρους σου). Κι’ ούτε είναι αρκετός ο λόγος για να με βράσης καθώς λες. Δικαιολογημένα ωστόσο θα μπορούσανε να σέχουν, όχι μόνο βρασμένο, αλλά και κάτι πιο πολύ οι άλλοι αφού δεν μένει η ελπίδα πως δεν σε κατάλαβαν. Basta».[28] Αυτό είναι και το τελευταίο γράμμα του Άγγελου που εντοπίζεται στο Αρχείο Θεοτοκά.
Μολονότι, όπως παραδέχεται ο Θεοτοκάς στη συλλυπητήρια επιστολή του, οι δυο τους φαίνεται πως τελικά απομακρύνθηκαν, ο Άγγελος δεν αποποιήθηκε την ιδιότητα του «Αργοναύτη», του μέλους τώρα της μεσοπολεμικής νέας γενιάς που πίστεψε στο όραμα της εθνικής αναγέννησης, όπως το εξέφρασε κυρίως ο Βενιζέλος.[29] Σε κείμενο με τον τίτλο «Μνημόσυνο», γραμμένο ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Βενιζέλου, ο Άγγελος χρησιμοποίησε και αυτός το σύμβολο της Αργώς για να μιλήσει για τους νέους της γενιάς του, τους «Αργοναύτες», που έκαναν δικό τους το όραμα του Βενιζέλου:
Αρματώσαμε την παλιά ξεχασμένη Αργώ και ξεκινήσαμε […] η Αργώ αρμένιζε πάντοτε. Σαν ξεμπαρκάραμε νιώσαμε στα πόδια μας παλιούς άδηλους τάφους. Οι θάλασσες και τα βουνά σμίγανε. Η ωραία Ελένη μας άνοιγε τον κάτασπρο πετρωτό της κόρφο. Καθήσαμε τότες στην ακρογιαλιά και κλάψαμε. Κοιτάξαμε ντροπαλά τα ροζιασμένα μας δάχτυλα κι’ είπαμε πως πλερώθηκε η ζωή μας. … Κι’ η Ελλάδα ξεφτούσε τη νύχτα το υφάδι της μέρας. Κι’ η κάθε μέρα ξεφτούσε μέσα μας το υφάδι του ονείρου. Γυρίσαμε οι γελασμένοι και ντροπιασμένοι Αργοναύτες.[30]
***
Το δημοσίευμα αυτό συμπληρώνει, με μιαν άγνωστη έως τώρα επιστολή, την Αλληλογραφία Σεφέρη-Θεοτοκά, φωτίζει την προσωπικότητα του ευαίσθητου και τραγικού Άγγελου Σεφεριάδη και προτείνει, με όλες τις δυνατές επιφυλάξεις, ερμηνεία σχετικά με ορισμένες πολύπτυχες μορφές της Αργώς.

Ο Γιώργος Θεοτοκάς και ο Γιάννης Οικονομίδης στο Ζάππειο, 1925.
Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Τμήμα Αρχείων, Αρχείο Γ. Θεοτοκά, φάκ. 100.
[1] Γ. Θεοτοκάς και Γ. Σεφέρης, Αλληλογραφία (1930-1966), φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης, Ερμής, Αθήνα 1981 (1η εκδ. 1975), σ. 152.
[2] Οι επιστολές του Θεοτοκά προς τον Σεφέρη φυλάσσονται στο Αρχείο Σεφέρη (στο εξής: Αρχείο ΓΣ) στο Τμήμα Αρχείων της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα (ΑΣΚΣΑ), φάκ. 36, υποφ. 4. Για τις επιστολές του Σεφέρη προς τον Θεοτοκά, βλ. ΑΣΚΣΑ, Τμήμα Αρχείων, Αρχείο Γ. Θεοτοκά (στο εξής: Αρχείο ΓΘ), φάκ. 5, υποφ. 9.
[3] Αρχείο ΓΣ, φάκ. 51, υποφ. 2. Στην ατζέντα τσέπης του έτους 1950, ο Σεφέρης σημείωσε πως έλαβε το γράμμα του Θεοτοκά στις 21 Φεβρουαρίου 1950 (Αρχείο ΓΣ, φάκ. 71).
[4] Βλ. Γ. Θεοτοκάς, Ελεύθερο Πνεύμα, πρόλογος Ν. Αλιβιζάτος, εισαγωγή Κ. Λαμπρινού, Γ. Μπαλαμπανίδης, επίμετρο Κ. Θ. Δημαράς, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2019, σ. 103: «Οι συγγραφείς που είχαν το θάρρος να εγκαταλείψουν τη λογοτεχνική ρουτίνα μας, και να μπουν σε ανώτερες περιοχές της ψυχής και του πνεύματος, είναι ώς αυτήν τη στιγμή απομονωμένες ατομικές εξαιρέσεις: Νίκος Καζαντζάκης, Θράσος Καστανάκης, Φώτης Κόντογλους».
[5] «Ο Γιώργος Σεφέρης όπως τον γνώρισα» στο Θεοτοκάς και Σεφέρης, Αλληλογραφία, ό.π., σ. 11.
[6] Επιστολή της Ιωάννας Σεφεριάδη προς τον Θεοτοκά (27.8.1929)· Αρχείο ΓΘ, φάκ. 4, υποφ. 1.
[7] Αλέκος Σεφεριάδης, πρώτος ξάδελφος του Άγγελου από την μεριά του πατέρα του. Βλ. επιστολή του Αλέκου Σεφεριάδη προς τον Θεοτοκά (16.12.1929): «Πήρα πριν από λίγες μέρες το βιβλίο σου (το έδωσα του Άγγελου) και σε ευχαριστώ πολύ. Το διάβασα, το καταβρόχθισα […]»· Αρχείο ΓΘ, φάκ. 5, υποφ. 1.
[8] Δυσανάγνωστη λέξη.
[9] Επιστολή του Άγγελου Σεφεριάδη προς τον Θεοτοκά (24.12.1929)· Αρχείο ΓΘ, φάκ. 5, υποφ. 1.
[10] Βλ. Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ο έμπορος της Βενετίας, μτφρ. Ε. Μπελιές, Κέδρος, Αθήνα 1999, σ. 23.
[11] Η μετάφραση (179 σελ.) σώζεται σε δακτυλόγραφη μορφή στην ΑΣΚΣΑ, Τμήμα Αρχείων, Αρχείο της οικογένειας Σεφεριάδη, φάκ. 11, υποφ. 3. Οι δέκα πρώτες σελίδες δημοσιεύονται στο Κ. Ιωάννου, Όψεις της εκδοτικής θεωρίας και πράξης του Γιώργου Σεφέρη, εκδ. Επιφανίου, Λευκωσία 2024, σ. 153-166.
[12] Ι. Τσάτσου, Ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1980, σ. 277.
[13] Θεοτοκάς, Ελεύθερο Πνεύμα, ό.π., σ. 46.
[14] Βλ. Α. Σαμουήλ, Ο βυθός του καθρέφτη. Ο André Gide και η ημερολογιακή μυθοπλασία στην Ελλάδα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1998, σ. 272-273.
[15] Γ. Θεοτοκάς, Αργώ, τόμ. Α΄, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009, σ. 56. Για τον μύθο της Αργοναυτικής εκστρατείας στη μεσοπολεμική λογοτεχνία, βλ. Χ. Ντουνιά, Αργοναύτες και σύντροφοι. Όψεις του λογοτεχνικού πεδίου στη δεκαετία του ’30, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2021, σ. 19-20.
[16] Γ. Θεοτοκάς, Ημερολόγιο της «Αργώς» και του «Δαιμονίου», φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης, Λέσχη, Αθήνα 1989, σ. 57. Η κριτική αναγνώρισε στη μορφή του Χρηστίδη στοιχεία του Τέλλου Άγρα και του Μιλτιάδη Μαλακάση, ενώ ο Σκινάς έχει συσχετιστεί με τον Γεώργιο Κονδύλη· βλ. Α. Καστρινάκη, Οι περιπέτειες της νεότητας. Η αντίθεση των γενεών στην ελληνική πεζογραφία (1890-1945), Καστανιώτη, Αθήνα 1995, σ. 192 (σημ. 21) και σ. 200 (σημ. 30). Για το Ημερολόγιο της «Αργώς» και τις οφειλές στον Ζιντ, βλ. Σαμουήλ, Ο βυθός του καθρέφτη, ό.π., σ. 272-284.
[17] Θεοτοκάς, Ημερολόγιο της «Αργώς», ό.π., σ. 58-59.
[18] Γ. Θεοτοκάς, Αργώ, Αθήνα 1933, σ. 53. Η τελευταία φράση απαλείφεται στην αναθεωρημένη έκδοση.
[19] Ο Θεοτοκάς πήρε το Πτυχίο του το 1926· βλ. Δ. Τζιόβας (επιμ.), Γιώργος Θεοτοκάς.100 χρόνια από τη γέννηση του, Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, Αθήνα 2005, σ. 3). Ο Άγγελος Σεφεριάδης αποφοίτησε στις αρχές του 1927· βλ. Ι. Τσάτσου, Ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης, ό.π., σ. 256. Ονομαστική αναφορά στον Στέλιο Σεφεριάδη μεταξύ των καθηγητών που υποστήριξαν τη «Φοιτητική Συντροφιά» υπάρχει στο «Υπόμνημα [των μελών του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου «Φοιτητική Συντροφιά» προς τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών]», Μάιος 1926 στο Γ. Θεοτοκάς, Στοχασμοί και θέσεις. Πολιτικά κείμενα 1925-1966, τόμ. Α΄ 1925-1949, πρόλογος Ν. Κ. Αλιβιζάτος, επιμέλεια Ν. Κ. Αλιβιζάτος και Μ. Τσαπόγας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1996, σ. 114-116 [116]. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο άρθρο της Λ. Αλιβιζάτου, «Φοιτητική Συντροφιά», Σύγχρονα Θέματα 19 (1982).
[20] «Ο Γιώργος Σεφέρης όπως τον γνώρισα» στο Θεοτοκάς και Σεφέρης, Αλληλογραφία, ό.π., σ. 15.
[21] Θεοτοκάς, Αργώ, τόμ. Α΄, ό.π., σ. 118.
[22] Θεοτοκάς, Ημερολόγιο της «Αργώς», ό.π., σ. 28-29.
[23] Θεοτοκάς, Αργώ, τόμ. Α΄, ό.π., σ. 54-55.
[24] Καστρινάκη, Οι περιπέτειες της νεότητας, ό.π., σ. 193.
[25] Βλ. ΑΣΚΣΑ, Τμήμα Αρχείων, Αρχείο οικογένειας Σεφεριάδη, φάκ. 11, υποφ. 1 (ημερολόγιο τσέπης του Α.Σ., 1921-1923). Στην ίδια περίοδο χρονολογείται και η μαθητική του έκθεση με τον εύγλωττο τίτλο «Ζωή και δυστυχία», την οποία εντόπισε και σχολίασε ο Γιώργος Ζεβελάκης στο άρθρο «Η πνευματική εξάρτυση του μαθητή Άγγελου Σεφεριάδη», The Books’ Journal 135 (2022), σ. 98.
[26] Ημερολόγιο τσέπης του Α.Σ., ό.π.
[27] Επιστολή του Θεοτοκά στον Σεφέρη (2.5.1932)· βλ. Θεοτοκάς και Σεφέρης, Αλληλογραφία, ό.π., σ. 97.
[28] Επιστολή του Άγγελου Σεφεριάδη στον Θεοτοκά (4/8/1933)· Αρχείο ΓΘ, φάκ. 5, υποφ. 2.
[29] Στην προσωπικότητα του Βενιζέλου είναι αφιερωμένο το κεφάλαιο με τον τίτλο «Ο Πρόεδρος» του β΄ μέρους της Αργώς. Για τη γοητεία που ασκούσε ο Βενιζέλος στους λογοτέχνες της Γενιάς του ’30 (Θεοτοκάς, Σεφέρης, Ελύτης, κ.ά.), βλ. Ντουνιά, Αργοναύτες και σύντροφοι, ό.π., ιδίως σ. 45-50.
[30] Α. Σεφεριάδης, «Μνημόσυνο» στο Σήμα, με σημειώματα του Γ. Σεφέρη, Ίκαρος, Αθήνα 1967, σ. 34-35. Το δακτυλόγραφο κείμενο της ομιλίας, με την χειρόγραφη σημείωση πως διαβάστηκε στις 24 Απριλίου 1937, φυλάσσεται στην ΑΣΚΣΑ, Τμήμα Αρχείων, Αρχείο οικ. Σεφεριάδη, φάκ. 11, υποφ. 4.
Η πνευματική εξάρτυση του μαθητή Άγγελου Σεφεριάδη
Μια μαθητική έκθεση του αδελφού τού Γιώργου Σεφέρη. Τεύχος 135