Στέλιος Ράμφος
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςH τελευταία (ανα)στροφή του Στέλιου Ράμφου
Γνώρισα τον Στέλιο Ράμφο, διαβάζοντας βιβλία του και παρακολουθώντας διαλέξεις του, κάπου στις αρχές της τρίτης χιλιετίας. Ήταν μία αποκάλυψη! Έχοντας ανέβει στην Αθήνα από την Καλαμάτα για σπουδές, πάσχιζα απεγνωσμένα να χτίσω εαυτό. Δίδασκε τότε ό,τι ακριβώς ποθούσε να ακούσει η ψυχή μου. Έτυχε να συμπέσουν χρονικά οι εσωτερικότερές μου ανάγκες με τη δική του ρηξιακή μετατόπιση στον δυτικόφιλο εκσυγχρονισμό. Μέγιστο στοίχημα του ανθρώπου είναι η αναγνώριση και η καλλιέργεια της ατομικής του μοναδικότητας. Η επιδίωξη της εξατομίκευσης, η αποτίναξη της τυραννίας τού «τι θα πει ο κόσμος» δεν είναι ντροπή, είναι αρετή. Η προηγούμενη κίνησή του από τον επαναστατικό μαρξισμό στην ελληνορθοδοξία δεν ήταν ιδιαιτέρως υπολογίσιμη, αφού έχουμε να κάνουμε με αλληλοαρδευόμενες παραδόσεις, με συγκοινωνούντα δοχεία. Όπως αρεσκόταν να υποστηρίζει, «η Αριστερά είναι η εμπροσθοφυλακή της Παράδοσης».
Αλλά διανοούμενο πρώτης γραμμής τον κατέστησε ακριβώς η έξοδός του από τη νεότερη εθνική ιδεολογία, από τον εθνικολαϊκισμό.

Πεπεισμένος τότε από τον Καστοριάδη για τη «φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» μεταπήδησα με μεγάλη ευκολία στην πολιτισμική ερμηνευτική του Ράμφου. Υποψιαζόμουν ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν είναι μόνο εγωισμοί και συμφέροντα αλλά και, κυρίως, αξίες και νοοτροπίες. Ο έρωτάς μου για την πολιτισμική ανθρωπολογία, εννοώντας κατ’ ουσίαν τις θρησκευτικές πίστεις ενός λαού, ήρθε και έδεσε με τις τοτινές ρηξικέλευθες έρευνες του Ράμφου στον νεότερο ελληνικό ψυχισμό. Ο ίδιος θα αναγνωρίσει επανειλημμένα τις οφειλές του στην επιστήμη της Ανθρωπολογίας. Είναι αυτή που θα τον βοηθήσει να κατεβεί από την υψηλή θεωρία των μοναχών για να προσγειωθεί στον ταπεινό βίο των χωρικών. Αν οι μοναχοί όμως είναι τόσο μπροστά, γιατί οι χωρικοί μένουν τόσο πίσω; Κάτι πάει στραβά στη μετάφραση ή είναι λάθος το ίδιο το μήνυμα; Ή και τα δύο; Όπως και να ’χει, η Ορθοδοξία αναδεικνυόταν σταδιακά στον κομβικότερο παράγοντα διαμόρφωσης της ελληνικής κοσμοθέασης. Σε μια περίοδο απότομης υποχώρησης του θρησκεύεσθαι και δαιμονοποίησής του ως σκοταδιστικού, ο Ράμφος επέμενε αταλάντευτα ότι καλογερικά κείμενα όπως το Γεροντικό και η Φιλοκαλία αποτελούν ανεκτίμητα ερμηνευτικά κοιτάσματα για τη συμπεριφορά των σύγχρονων Ελλήνων.
Είχαν περάσει άλλωστε αρκετά χρόνια από τότε που επιδιδόταν σε βαριές ταξικές αναλύσεις, αιχμάλωτος του νεανικού του επαναστατισμού. Το πρόβλημα της Ελλάδας, έλεγε τώρα, δεν μπορούσε στα σοβαρά να εξαντληθεί στην ισχύ 2-3 χιλιάδων πάμπλουτων οικογενειών. Είναι πολύ πιο βαθύ, και θα έπρεπε επιτέλους να αρχίσουμε έστω να υποψιαζόμαστε αυτό το βάθος. Τον άνθρωπο δεν τον κρίνουν τα χρήματά του, αλλά τα μυαλά του. Εφιστούσε την προσοχή μας στις κοινές εκείνες αντιλήψεις που φέρνουν πολύ κοντά πλούσιους και φτωχούς, αριστερούς και δεξιούς, πιστούς και άθρησκους, που τέμνουν δηλαδή οριζόντια τις Ελληνίδες και τους Έλληνες. Άυλα πολιτισμικά στοιχεία αποτελούσαν τα αξιοζήλευτα ερευνητικά του εργαλεία: θρησκευτικές δοξασίες, χρονικές αισθήσεις, όνειρα.
Πώς μπορεί να εξηγηθεί, αναρωτιόταν τώρα ο Ράμφος, ότι η πλειονότητα ίσως των συμπολιτών μας, ανεξαρτήτως πάντα της κοινωνικοστρωματικής τους θέσης, θεωρούν τον εαυτό τους θύμα, το κράτος εχθρό, την ελευθερία επικίνδυνη, την ανισότητα άδικη, τη νεολαία ασεβή, τα γηρατειά τιμημένα, την εργασία δουλεία, τον τίμιο ταλαίπωρο, τα λεφτά βρώμικα, την οικογένεια αγία, την παρέα λατρεία, την τεχνολογία διαβολική, τη διαφορετικότητα πρόβλημα, την αλλαγή φόβητρο, το λαό αθώο, τους αγώνες δίκαιους, τους πολιτικούς κλέφτες, τους αστυνομικούς μπάτσους, τους ομόφυλους πούστ…, τις γυναίκες πουτ…, τον αριστερό καλό, τον δεξιό κακό, την πρόοδο καλή, τη συντήρηση κακή, τον φασισμό κακό, τον κομμουνισμό καλό, τον Θεό Μέγα Προστάτη, το μέλλον εφιαλτικό, το παρελθόν ειδυλλιακό, τη ζωή ρημάδα;
Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε προνομιούχους που το παίζουν φτωχαδάκια; Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την ανθεκτικότητα του κομμουνισμού και του αναρχισμού στη χώρα μας; Αποτελούν τα εν λόγω επαναστατικά κινήματα εκκοσμικευμένα παραπαίδια του χριστιανισμού; Αποτελούν δηλαδή περιπτώσεις κοσμικών θρησκειών χωρίς Θεό; Είναι οι δεξιοί η παραδοσιοκρατική πτέρυγα του χριστιανισμού (Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια); Είναι οι αριστεροί η χιλιαστική-εσχατολογική πτέρυγα (ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός εδώ και τώρα, ακόμα και με τη βία αν χρειαστεί);
Το υβρίδιο Ελληνορθοδοξία
Η θρησκεία, πίστευε ακράδαντα ο Ράμφος, η Ορθοδοξία στην περίπτωσή μας, είναι ένα σοβαρό και απαράκαμπτο σκέλος της απάντησης σε τέτοιου τύπου ερωτήματα. Σε ποια Ορθοδοξία όμως αναφερόμαστε; Μάλλον εδώ εννοούμε ακριβέστερα την Ελληνορθοδοξία, με έμφαση δηλαδή στο πρώτο συνθετικό. Αυτό το περίεργο υβρίδιο στο οποίο ο παγανισμός –το αρχαϊκό, προχριστιανικό στοιχείο– διαθέτει ισχυρή βάση. Ώρες ώρες διαισθάνομαι ότι η Ορθοδοξία είναι ο χριστιανισμός εκείνος που δεν πιστεύει στον εαυτό του, που δεν πιστεύει στην κοσμομεταμορφωτική του δυναμική, που νομίζει ότι είναι μια ακόμα θρησκεία ανάμεσα στις άλλες, που δεν έχει αποκαθαρθεί επαρκώς από το παγανιστικό στοιχείο, που δεν έχει μεταρρυθμιστεί.
Ίσως, εντέλει, το πρόβλημά μας να μη συνίσταται μόνο σε μια «ματαιωμένη Αναγέννηση» κατά τον ύστερο μεσαίωνα, αλλά πρωταρχικότερα να βρίσκεται σε έναν «ματαιωμένο εκχριστιανισμό» την ύστερη αρχαιότητα. Αν ο χριστιανισμός αποτέλεσε τη βασιλική οδό για την είσοδο στον νεότερο κόσμο, το πρόβλημά μας δεν είναι τόσο ότι δεν περάσαμε Αναγέννηση και Διαφωτισμό, όσο ότι δεν περάσαμε Θρησκευτική Μεταρρύθμιση ή μάλλον Παπική Επανάσταση. Μήπως τελικά, αυστηρά μιλώντας, εμείς οι Έλληνες «ουδέποτε υπήρξαμε χριστιανοί»; Μήπως, σύμφωνα με το ιερόσυλο αυτό σκεπτικό, ένας «αφυπνισμένος» αριστερός (η αδικία μπορεί και πρέπει να καταπολεμάται σε κάθε εκδήλωσή της) είναι πιο χριστιανός από έναν «(εφ)ησυχασμένο» ορθόδοξο (έχει ο Θεός);
Οι θρησκείες, ισχυριζόταν ο σπουδαίος διανοητής, δεν είναι αστείο πράγμα. Είναι αυτές που έχουν αναλάβει να δώσουν τις απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Χρειάζεται να ειπωθεί κάτι γλαφυρότερο προκειμένου να εκτιμηθεί η βαρύνουσα και πανταχού παρούσα επιδραστικότητά τους; Οι θρησκείες έχουν προκαθορίσει εδώ και χιλιετίες τα μεγα-νοήματα για εμάς. Δεν μπορούν να παρακαμφθούν ελαφρά τη καρδία. «Ο Θεός πέθανε» αλλά τα ίχνη του είναι παντού. Έργο μας η κριτική επανερμηνεία των θρησκευτικών ή ευρύτερα μεταφυσικών μας επινοήσεων προκειμένου να μας υπηρετούν και όχι να τις υπηρετούμε. Να μη μένουμε δηλαδή παθητικοί υποδοχείς των παλαιότερων επινοήσεών μας, αλλά να τις αναβαπτίζουμε στο φως των εκάστοτε νεότερων εξευγενισμένων επιθυμιών μας.
Ο Ράμφος διάβαζε πάρα πολύ, και όσο διάβαζε άλλαζε. Έβρισκε τα κενά κάθε παράδοσης και, διανοίγοντάς τα, μεταφερόταν σε κάποιο ξέφωτο, και πάλι από την αρχή. Δεν είναι και λίγες οι στροφές του. Συνοπτικά, και πρόχειρα, η διανοητική του περιπέτεια είχε πέντε σταθμούς: μαρξισμός, πλατωνισμός, ορθοδοξισμός, φιλελευθερισμός, συντηρητισμός. Ως –εν μέρει, έστω– «ομοιόστροφός» του, δεν θα μπορούσα βεβαίως να τον ψέξω. Σε μια χώρα που το να μην αλλάζεις γνώμη αποτελεί πηγή αυτάρεσκης περηφάνειας (π.χ. κάποτε αριστερός, πάντοτε αριστερός), τρέφω μια ιδιαίτερη συμπάθεια για τους απανταχού αποστάτες. Αν είμαστε με το άτομο, θα πρέπει να είμαστε και με την απεριόριστη διανοητική του ελευθερία έως το θάνατο. Όποιος δεν συλλογάται αναστοχαστικά δεν συλλογάται ελεύθερα. Αυτό όμως για το οποίο θα μπορούσα να τον επιπλήξω ήταν ότι δεν αυτοπιστωνόταν τις αλλαγές του, σαν να ένιωθε άβολα. Ποτέ δεν το κατάλαβα.
Αν η θρησκευτική ανάλυση αποτέλεσε αρχικά μια ερμηνευτική αποκάλυψη, σιγά σιγά μετατρεπόταν σε βραχνά. Η υπερεστίαση του Ράμφου στη βαθιά ψυχική υποδομή των Ελλήνων τον έκανε κατά βάση απαισιόδοξο για τη μελλοντική τους πορεία. Η καταληκτική του απόφανση συμπυκνωνόταν μέσες-άκρες σε ένα «Έλληνα, δεν θα γίνεις Ευρωπαίος ποτέ». Τελικά, ο ελληνισμός «υπάρχει σαν μοίρα»; Πίστευε ότι κάτω από τις επιφανειακές τρικυμίες, ο βυθός παρέμενε μακάριος στην αταραξία του. Όταν αναφερόμουν, για παράδειγμα, στα πρόσφατα κινήματα για την καταπολέμηση της σεξουαλικής παρενόχλησης, με προέτρεπε να μην ενθουσιάζομαι: «Περίμενε να τους δεις όλους αυτούς όταν τριανταρίσουν».
Δεν ήταν όμως όλα τόσο μαύρα. Η χώρα μας, παρ’ όλες τις τρανταχτές και πανθομολογούμενες αγκυλώσεις της, άλλαζε και αλλάζει αδιανόητα. Όσοι είναι τουλάχιστον πενήντα ετών και έχουν προλάβει την παλαιά Ελλάδα, δεν μπορεί να μην το βλέπουν. Τι σχέση έχουν τα σύγχρονα μοντέλα οικογένειας ή τα σύγχρονα δημόσια σχολεία με τα αντίστοιχα των μόλις προηγούμενων δεκαετιών; Καμία! Ναι, υπάρχουν στοιχεία αποσάθρωσης, ακόμα και κατάρρευσης, αλλά ούτε για αστείο δεν θα ήθελα να ζούσα ούτε καν χθες. Παρ’ όλα τα διαζύγια, παρ’ όλη την αμορφωσιά, η νεολαία είναι καλύτερη από εμάς, πλουσιότερη σε ευαισθησίες! Οι όποιοι δράστες αναφέρονται επιτέλους ως «φερόμενοι δράστες». Ποτέ ξανά το τεκμήριο αθωότητας δεν ήταν τόσο απαιτητό και σεβαστό. Οι υπό δικαστική διερεύνηση πολιτικοί δεν είναι, όπως παλιά, αυτόματα «κλέφτες», δεν είναι καν «κατηγορούμενοι», είναι «ελεγχόμενοι». Υποτιμητικά σχόλια εναντίον των γυναικών στον δημόσιο χώρο αναγνωρίζονται άμεσα και καταδικάζονται χωρίς περιστροφές. Τα κοινωνικά και επικοινωνιακά ήθη εξευγενίζονται σε συγκινητικό βαθμό. Για ποια τοξικότητα μιλάμε;
Μια ομάδα αξιόλογων μελετητών άρχισε τα τελευταία χρόνια να παραδέχεται ότι η Ελλάδα είναι μια ιστορία επιτυχίας, μια χώρα εντέλει νεωτερική, παρ’ όλες τις παραδοξότητές της. Οι ερμηνευτικές οπτικές ανακαινίζονται. Η Ελλάδα λογίζεται πλέον ως χώρα «παραδόξως νεωτερική», αν και, σε μεγάλο βαθμό, εξ αντανακλάσεως των ευρωπαϊκών επιρροών. Οι αριστεροδεξιές μεμψίμοιρες αποτιμήσεις παλαιότερων εποχών (η Ελλάδα προτεκτοράτο, η Ελλάδα μπανανία, η Ελλάδα πέθανε) αναθεωρούνται. Η χώρα μας άλλαζε συγκλονιστικά, για να αναφερθούμε μόνο στην πιο πρόσφατη ιστορία, ήδη από την κοσμοϊστορική δεκαετία του 1960. Μια δεκαετία ωστόσο που ο Ράμφος ταύτιζε προσφάτως μονοσήμαντα, και άδικα, με την ανορίωτη απελευθέρωση της επιθυμίας. Τι να πούμε για τη δεκαετία του 1980! Τη δεκαετία, σίγουρα, του μεγάλου λαϊκισμού, αλλά και, πολύ σπουδαιότερα, των καινοφανών αιτημάτων της μεσοστρωματικής ατομικής αυτοπραγμάτωσης. Όποιος εμμένει στην ελεεινολογία του πασοκικού λαϊκισμού χάνει τη μεγάλη παράλληλη ανορθωτική εικόνα.
Για να πάμε και ακόμα πιο πίσω, η Ελλάδα άλλαζε ήδη από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα με την εισδοχή των νεωτερικών ιδεολογιών (κομμουνισμός, σοσιαλισμός, φιλελευθερισμός). Άλλαζε ήδη από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα με τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό. Άλλαζε ακόμα και μέσα στο Βυζάντιο με τις αλλεπάλληλες Αναγεννήσεις. Και προφανώς άλλαζε μέσα στην αρχαιότητα με τα αλλεπάλληλα επικά επεισόδια της «ανακάλυψης του πνεύματος». Η υπόθεση μιας συνεχώς προοδεύουσας Ελλάδας είναι υποστηρίξιμη. Τέλος, είμαστε αρκετά τυχεροί και προνομιούχοι για να ζούμε στα δημοκρατικότερα, τα ειρηνικότερα, τα πλουσιότερα και, το κυριότερο, τα πιο φιλελεύθερά μας χρόνια: τα μεταπολιτευτικά, τα «καλύτερά μας χρόνια». Χρειαζόμουν απεγνωσμένα μια ανάλυση που να τιμά την αλλαγή, και δεν την έβρισκα στον μικρό μου θεό.

Η συντηρητική αναστροφή
Τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο άβολα μετά τη νομοθεσία για το γάμο των ομοφύλων. Αν η επίσκεψη του Ράμφου στο Πρίνστον τον έστρεψε στον φιλελευθερισμό, η ψήφιση του νόμου για την ισότητα στον γάμο τον έστρεψε στον συντηρητισμό. Η σφοδρή του εναντίωση (συζητήσιμη προφανώς) σηματοδοτεί την τελευταία του μεγάλη στροφή, αναστροφή για την ακρίβεια. Η απογοήτευσή του ήταν τέτοια που παρέσυρε στο διάβα της όλα τα έως πρόσφατα προσφιλή του ζητήματα, αυτά ακριβώς που με τόσο διανοητικό μόχθο και «ξύλο» είχε κατακτήσει: Δύση, φιλελευθερισμός, δικαιώματα. Και κάπου εκεί άρχισε το ξήλωμα του εκσυγχρονιστικού τρόπου σκέψης. Η Δύση διέρχεται σοβαρή κρίση, αν δεν παρακμάζει κιόλας. Ο δικαιωματιστικός φιλελευθερισμός είναι ο νέος ολοκληρωτισμός. Τα δικαιώματα εναντιώνονται στη Δικαιοσύνη! Τα πλέον πρόσφατα κύματα δικαιωματισμού δεν αποτελούν θεμιτή προέκταση των προηγουμένων, αλλά τραγική τους παρεκτροπή. Οι απαξιωτικές αναφορές σε «γουοκισμό» (αφυπνισμό) και λοατκισμό πλήθαιναν. Οι εκτιμήσεις μας απέκλιναν ολοένα και περισσότερο.
Εδώ, θα περιοριστώ μόνο στο αγαπημένο, κοινό μας πεδίο αναζήτησης, τη θρησκεία. Οι λατρεμένοι του (έως τότε) Διαμαρτυρόμενοι, πρωτοδιδάσκαλοι της ευθύνης, είχαν καταστεί πια παράγοντας γενικευμένης αποσταθεροποίησης. Η αέναη διεκδίκηση δικαιωμάτων δεν έκανε τίποτα άλλο από το να παροξύνει τον εγωισμό και να οδηγεί στο χάος. Αυτοί που μέχρι χθες ήταν αξιομίμητο πρότυπο εξέπεσαν σε τρομακτικό φόβητρο. Οι Διαμαρτυρόμενοι σε τελική ανάλυση το παράκαναν. Γείωσαν επικίνδυνα το θρησκευτικό στοιχείο: «χαμός στο ίσωμα». Εκεί που, έως τελείως πρόσφατα, ο Ράμφος θεωρούσε ότι οι Διαμαρτυρόμενοι εσωτερίκευσαν αυτόνομα την ηθική καθιστώντας τη καθημερινό κεκτημένο, τώρα τους κατηγορούσε ότι την εγκλώβισαν στην απομεταφυσικοποιημένη πρακτική της.
Σε αυτές τις συνθήκες, τις σημερινές, και πάντα σύμφωνα με τον Ράμφο, η Ορθοδοξία αναδεικνύεται περίλαμπρα ως αυτό που ανέκαθεν ήταν: η πνευματική αριστοκρατία της χριστιανοσύνης. Ως τέτοια, μπορεί να αναλάβει εκ νέου σωστικό ρόλο για τη Δύση! Η ανάλυσή του συνέκλινε, σοκαριστικά πλέον για εμένα, με την αντίστοιχη, τη διά βίου ασάλευτη και αμετάστροφη, του άλλου μεγάλου, του αείμνηστου Γιανναρά, όπως βεβαίως και με την ακριβώς προηγούμενη δική του, τη νεορθόδοξη. Ίσως τώρα, «εκεί ψηλά», ο Γιανναράς να επιπλήττει «σταλεγακικά» τον Ράμφο: «Σ’ τα ’λεγα, Στέλιο μου, δεν σ’ τα ’λεγα; Αν κάνεις την παραμικρή παραχώρηση στην έννοια των δικαιωμάτων, είναι σαν να ανοίγεις τις πύλες της κολάσεως. Μην τσιμπάς, φίλε. Θα εκτεθείς και θα το μετανιώσεις. Το “ασάλευτο παρόν” θα επιβιώσει του “επιταχυντικού μέλλοντος”. Κάτσε και θα δεις».
Η φιλελεύθερη παρένθεση
Βλέπω τα πράγματα αλλιώς. Μένω πιστός, προσώρας έστω, στις προηγούμενες αναλύσεις του, τις φιλελεύθερες, που τόσο με ενέπνευσαν και τόσο συνεχίζουν να με εμπνέουν. Η Ορθοδοξία έχει κρατημένο μεν το όνομα, αλλά δεν έχει τη χάρη. Ωραία λόγια, υψιπετείς θεολογίες, αλλά από πράξη τίποτα. Παραμένει εκτός κόσμου, τον κοιτά δύσπιστα και συγκαταβατικά, είναι μη μου άπτου. Είναι πράγματι αριστοκρατική, αλλά με μια καθαρά αρνητική έννοια. Οι Διαμαρτυρόμενοι, ούτε αυτόματα ούτε ανέφελα, μπήκαν τουλάχιστον στο παιχνίδι της αλλαγής του κόσμου. Έμπλεξαν με τα πίτουρα και, ναι, τους τρώνε οι κότες, αλλά δεν σταματούν να προχωρούν και να αναθεωρούν. Τα χέρια τους δεν είναι «βρώμικα», είναι απλώς δουλεμένα.
Οι φιλελεύθεροι Διαμαρτυρόμενοι γεννούν το ένα ζήτημα μετά το άλλο. Δεν τους προλαβαίνουμε καν: δικαιώματα της γυναίκας, δικαιώματα της νεολαίας, δικαιώματα του παιδιού, δικαιώματα της τρίτης ηλικίας (αντι-ηλικισμός), δικαιώματα των σεξουαλικών μειονοτήτων (λοάτκι), δικαιώματα των ψυχασθενών, δικαιώματα των ζώων και της φύσης (αντιειδισμός), δικαιώματα των μικρών εθνών (αντι-αποικιοποίηση), ενδοοικογενειακή κακοποίηση, γυναικοκτονίες, σωματική θετικότητα, αντι-εκφοβισμός, αντικαπνιστικοί νόμοι, απαγόρευση πρόσβασης των εφήβων στα κοινωνικά δίκτυα, ευθανασία. Εμβαθύνουν και διευρύνουν συνεχώς το πεδίο του ηθικού πράττειν, βελτιώνοντας τον πραγματικό κόσμο με χειροπιαστό τρόπο.
Στις ζωές μας, υπάρχουν κάποια γεγονότα που λειτουργούν αποκαλυπτικά, που μας ανοίγουν τα μάτια. Για τον Ράμφο, ένα τέτοιο γεγονός ήταν ο γάμος των ομοφύλων. Η πολυαγαπημένη του «διεύρυνση του πεδίου των δυνατοτήτων» είχε γίνει πλέον εφιάλτης. Ανησυχούσε ότι άνοιγε διάπλατα ο δρόμος για τον μετανθρωπισμό. Το χριστιανικό «έσχατο» (η έφοδος στον Ουρανό) επιβάλλεται να συγκρατηθεί από το αρχαιοελληνικό «μέτρο» (η ζωή είναι τραγική, ό,τι ανεβαίνει κατεβαίνει). Η «Αθήνα» είναι μήπως τελικά προτιμότερη από την «Ιερουσαλήμ»; Ας σκεφτούμε την τελευταία αυτή διαθήκη του εξαιρετικού μας συγγραφέα ως προτροπή για μια κάποια επιβράδυνση.
Αν και η Ελλάδα διαθέτει μια υπερτρισχιλιετή ιστορία υψηλού πολιτισμού, δεν διαθέτει ακόμη, από ό,τι γνωρίζω, μια περιεκτική μελέτη επικεντρωμένη στην πολιτισμική της ιστορία. Δεν διαθέτουμε δηλαδή μια συνθετική μελέτη της ιστορίας των νοοτροπιών μας σε ολόκληρο το ιστορικό μας εύρος. Όταν αυτή επιτέλους γραφτεί, ερωτήματα, ενοράσεις και προτάσεις της ραμφικής ερμηνευτικής θα διακρίνονται σε περίοπτη θέση. Αντίο Δάσκαλε!
ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΥ
· Νόστος, Επετηρίδα Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών, 1971 και Ροές, 1990
· Τόπος υπερουράνιος, Κέδρος, 1975
· Η παλινωδία του Παπαδιαμάντη, Κέδρος, 1976
· Μελέτη θανάτου, Κέδρος, 1980
· Η πολιτεία του Νέου Θεολόγου, Προϊστορία και αγωνία του Νέου Ελληνισμού, Κέδρος, 1981
· Κυριακοδρόμιον, Γλώσσα-Παιδεία-Παράδοση, Κέδρος, 1981
· Παιδεία ελληνική, Κέδρος, 1982
· Θεού γράμματα, σπουδάσματα, Ακρίτας, 1983
· Η απιστία του Θωμά, Ακρίτας, 1983
· Μαρτυρία και γράμμα – Απόλογος για τον Μαρξ και λόγος για τον Καστοριάδη, Κέδρος, 1984
· Η γλώσσα και η παράδοση, Κέδρος, 1984 και Παρουσία, 1990
· Μονοτονισμένη μουσική, Ακρίτας, 1986
· Στάσιμα και έξοδος, Εκδόσεις των Φίλων, 1988
· Φιλόσοφος και θείος Έρως, Τήνος, 1989 και Αρμός, 1999
· Υστερόγραφο, Παρουσία, 1990
· Φιλοσοφία ποιητική – Πλατωνικά ζητήματα, Αρμός, 1991
· Μίμησις εναντίον μορφής – Εξήγησις εις το «Περί ποιητικής» του Αριστοτέλη, τόμ. Α', Β', Αρμός, 1992-93 και 2019
· Μυθολογία του βλέμματος, Αρμός, 1994
· Πελεκάνοι ερημικοί – Ξενάγησι στο «Γεροντικόν», Αρμός, 1994
· Τριώδιον (Τόπος υπερουράνιος: Η παλινωδία του Παπαδιαμάντη: Μελέτη θανάτου), Αρμός, 1995
· Χρονικό ενός καινούργιου χρόνου, Ίνδικτος, 1996
· Το αίνιγμα και η μοίρα – Ποιητική τέχνη στον «Οιδίποδα Τύραννον», Αρμός, 1997
· Μια καλοκαιρινή ευτυχία τρίζει, Αρμός, 1999
· Φιλόσοφος και θείος έρως – Από το συμπόσιον του Πλάτωνος στους ύμνους θείων ερώτων του Αγίου Συμεών, το επίκλην Νέου Θεολόγου, Αρμός, 1999
· Ο καημός του ενός, Αρμός, 2000
· Ιστορία στην κόψη του χρόνου, Καστανιώτη, 2000
· Έλληνες και Ταλιμπάν, Αρμός, 2001
· Ιθάκη και ιθαγένεια (Νόστος, αυτοσχόλιο, η πολιτεία του Νέου Θεολόγου, η απιστία του Θωμά), Αρμός, 2001
· Το μυστικό του Ιησού, Αρμός, 2006
· Μαρτυρία και γράμμα (Απόλογος για τον Μαρξ και λόγος για τον Καστοριάδη), Αρμός, 2002
· Φθόνος, τρόμος, πόλεμος, Αρμός, 2003
· Μεταφυσική του κάλλους, Αρμός, 2003
· Σαν διφορούμενο άγγιγμα, Αρμός, 2005
· Το μυστικό του Ιησού, Αρμός, 2006
· Ιλαρόν φως του κόσμου, Αρμός, 2006
· Ο καημός του ενός (Κεφάλαια της ψυχικής ιστορίας των Ελλήνων), Αρμός, 2007
· Γενάρχες πεπρωμένων, Αρμός, 2007
· Χρονικό ενός καινούργιου χρόνου, Αρμός, 2008
· Νίτσε για καλό γούστο, Αρμός, 2009
· Ονομάτων επίσκεψις, Αρμός, 2010
· Ελευθερία και γλώσσα, Αρμός, 2010
· Υπάρχεις σαν μοίρα, Αρμός, 2011
· Η λογική της παράνοιας, Αρμός, 2011
· Το αδιανόητο τίποτα, Αρμός, 2012
· Time Out. Η ελληνική αίσθηση του χρόνου, Αρμός, 2012
· Ο «άλλος» του καθρέφτη (Ψυχογραφία της αγωνίας μας), Αρμός, 2012
· Η νίκη σαν παρηγοριά, Αρμός, 2015
· Πολιτική από στόμα σε στόμα, Αρμός, 2016
· Καλώς άρχειν και άρχεσθαι, Αρμός, 2017
· Η αιωνιότητα και ο χρόνος, Αρμός, 2019
· Το μυστικό του Ιησού, Αρμός, 2020
· Η Ελλάδα των ονείρων, Αρμός, 2020
· Διακόσια χρόνια γέννα. 1821-2021, Αρμός, 2021
· Ψυχή παντού. Πέντε ομιλίες για τον Φρόυδ, Αρμός, 2023
· Γάμος και οικογένεια στην χώρα των θαυμάτων, Αρμός, 2024
· Σαν αφθαρσία μέσα μας. Ο χρόνος του Καβάφη, Αρμός, 2024
Στέλιος Ράμφος: Ένα άνοιγμα στο χρόνο
Γνώρισα τον Στέλιο Ράμφο μια Τετάρτη, στα μέσα Ιουλίου του 2013. Ήμουν στο βιβλιοπωλείο Πολιτεία και μιλούσα, με την πλάτη στραμμένη στη βιτρίνα, με το φίλο Νίκο Καλαποθάκο. Ήταν ένα πολύ ζεστό μεσημέρι με σκόνη και θόρυβο, όταν ένα ιδρωμένο χέρι πέρασε πάνω από τον ώμο μου και χτύπησε φιλικά τον Νίκο στην πλάτη.
Ήξερα, φυσικά, ποιος ήταν. Είχα διαβάσει βιβλία του –οι Πελεκάνοι ερημικοί αποτελούσαν σημείο αναφοράς για μένα– και ο Νίκος μού είχε μιλήσει για τη μαθητεία κοντά του. Ο Σαββόπουλος επίσης μου είχε διηγηθεί μέσες-άκρες την ιστορία του, για τη χαρά της αφήγησης και για να μου δώσει –νεαρός διανοούμενος που ήμουν τότε– ένα θετικό παράδειγμα.
Μίλησε λίγο με τον Νίκο και στράφηκε σε μένα: «Εσύ τι κάνεις;» Άρχισα να ψελλίζω κάτι για την τότε δουλειά μου, οπότε με διέκοψε ανυπόμονα: «Καλά, καλά. Τι πραγματικά κάνεις;» «Έχω γράψει ένα βιβλίο για τον πατέρα στην ύστερη αρχαιότητα», του απάντησα. «Μ’ ενδιαφέρει πολύ. Άφησέ μου ένα αντίτυπο στο βιβλιοπωλείο του Αρμού μέχρι την επόμενη Τετάρτη».
Είχα ήδη ακούσει ιστορίες τρόμου για τις κριτικές του Ράμφου – ορισμένες μού τις επιβεβαίωσε αργότερα κι ο ίδιος, έχοντας μετανιώσει για κάποιες. Έτσι αντιμετώπισα με πολύ σκεπτικισμό το αίτημά του.
Το απόγευμα της επόμενης Τετάρτης, ο Νίκος μού τηλεφώνησε με ένταση: δεν πήγες το βιβλίο στον Αρμό; Το έψαχνε ο Ράμφος! Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι, με τις ήττες που μετρούσα καθώς αναζητούσα εκδότη, το λιγότερο που χρειαζόμουν ήταν μια αυστηρή κριτική. Ο Νίκος επέμενε: «Ο Ράμφος είπε ότι θα φύγει για διακοπές την επόμενη εβδομάδα. Να το πας πριν την Τετάρτη!».
Με πήρε Δευτέρα μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Ήμουν μόνος στο γραφείο κι είχα βάλει στη διαπασών μουσικάρες, που αναγκάστηκα να σταματήσω για να απαντήσω στο άγνωστο νούμερο.
«Φώτη, διάβασα το βιβλίο σου και θέλω να τα πούμε. Μπορείς την Τετάρτη στις 18.00 στο Désiré;»
Πήγαμε μαζί με τον Νίκο. Ένιωθα κάπως σαν τον κατάδικο που περιμένει τον δικαστή να ανακοινώσει την ποινή. Ο Ράμφος παράγγειλε μια σοκολατίνα, εμείς καφέ. Η κοπέλα που μας σέρβιρε του είπε ότι ετοιμάζεται να δώσει εξετάσεις σε μια θεατρική σχολή, κι αν έχει κάποια συμβουλή. Ο Ράμφος της είπε δυο τρεις κουβέντες για τον Αριστοτέλη.
Καθόμουν στριμωγμένος στην καρέκλα αλλά θα μπορούσα να απλωθώ όσο ήθελα, γιατί η ετυμηγορία του ήταν απολύτως θετική. Μάλιστα, είχε ήδη μιλήσει στον κ. Χατζηιακώβου, τον εκδότη του Αρμού, για να εκδώσει το βιβλίο μου!
Έτσι ξεκίνησε μια σχέση –δεν μπορώ να την ονομάσω φιλία– η οποία κράτησε ώς το τέλος της ζωής του.
Ο Ράμφος ήταν πολύ γενναιόδωρος και ήθελε να βοηθά. Όταν τελείωνα τη μεταδιδακτορική μου έρευνα στο Παρίσι κι ήμουν χωρίς δουλειά, κανόνισε να κάνω μια σειρά διαλέξεων για την ύστερη αρχαιότητα στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, όπου δίδασκε και ο ίδιος. Το σημαντικότερο όμως ήταν η διαθεσιμότητά του. Απαντούσε πάντα στο τηλέφωνο και συζητούσε όποιο θέμα κι αν έθετα. Όταν έμενα στην Αθήνα, τρώγαμε συχνά μαζί τα μεσημέρια της Τετάρτης, πίναμε καφέ πριν από τη διάλεξη στο εντευκτήριο του Ιδρύματος μαζί με άλλους φίλους και, όταν τελείωνε, ανηφορίζαμε, με το αυτοκίνητο του αφοσιωμένου Λάμπρου Βλάχου, στην Πεντέλη. Σε αυτή τη διαδρομή κάναμε μερικές από τις πιο ωραίες, τις πιο ζωντανές συζητήσεις.
Πολλοί τον ρωτούσαν για την επικαιρότητα. Ποτέ δεν το έκανα. Από τη μια, το θεωρούσα σπατάλη του χρόνου που είχα μαζί του· από την άλλη, ήξερα τις απόψεις του και δεν συμφωνούσα πάντοτε με την οπτική του. Γνώριζε τις διαφωνίες μου, πέρα όμως από ένα δοο πειράγματα δεν έκανε κανένα άλλο σχόλιο.
Συχνά συζητούσαμε τα διαβάσματα ή την έρευνά μου. Ενδιαφερόταν πολύ για τη δουλειά των άλλων και ήταν εντυπωσιακά ενημερωμένος για τη διεθνή βιβλιογραφία. Πολλές φορές είχε διαβάσει καινούργια βυζαντινολογικά έργα πριν από εμένα και τα σχολίαζε. Οι συζητήσεις μαζί του ήταν το πιο γόνιμο brainstorming για έναν νέο ιστορικό.
Άλλες φορές τον ρωτούσα για τους ανθρώπους που είχε γνωρίσει, φίλους του ή όχι. Για τον Παπαγιώργη είχαμε συζητήσει εξαντλητικά πολλές φορές. Επίσης για τον Γιάννη Τσαρούχη, με τον οποίο ήταν γείτονας στο Παρίσι. Γείτονάς του ήταν κι ο Λακάν. Μιλούσαμε για τον Κονδύλη, τον Καστοριάδη, αλλά και τον Χατζιδάκι, τον Σεφέρη, τον Μόραλη, τον Καραμανλή και τον Ανδρέα, για τη δεκαετία του 1960 και το φοιτητικό κίνημα, για το Παρίσι που γνώρισε. Κάποια σχόλια συμπεριέλαβε στο βιβλίο του Πολιτική από στόμα σε στόμα. Από την πλευρά μου, οι συζητήσεις μας –και οι διαφωνίες μας– για τον Πνευματικό Λειμώνα του Ιωάννη Μόσχου αποτέλεσαν αργότερα την αφετηρία μιας δικής μου μελέτης, την οποία του αφιέρωσα.
Είχε πλατιά γνώση της ελληνικής γραμματείας και της δυτικής φιλοσοφίας, ασυνήθιστη ευελιξία και μεγάλη περιέργεια. Έτσι δεν περιορίστηκε μόνο στα μεγάλα έργα, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Πλωτίνο, τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον Καβάφη, αλλά συμπεριέλαβε στην έρευνά του και κείμενα αφανή, έξω από τον κανόνα.
Οι Πελεκάνοι Ερημικοί, ένα από τα κορυφαία βιβλία του, εστιάζουν σε κείμενα που, όταν καταπιάστηκε μαζί τους, ήταν παραμελημένα. Οι μοναχοί και οι ευσεβείς φιλομόναχοι τα αγαπούσαν αιώνες τώρα, αλλά η ακαδημαϊκή έρευνα αντιμετώπιζε τα Αποφθέγματα των αναχωρητών της Αιγύπτου κυρίως ως απλοϊκή ηθικοδιδακτική γραμματεία και όχι ως κείμενα που άξιζαν αυτού του είδους τη βαθιά φιλοσοφική ανάγνωση. Ο Ράμφος έσκυψε με σεβασμό κι αγάπη πάνω τους επιχειρώντας κάτι τολμηρό: μέσα από τις επιμέρους διδασκαλίες ασκητών διαφορετικής κοινωνικής και πολιτισμικής προέλευσης ανασυνθέτει μια ενιαία ανθρωπολογία της ερήμου. Σήμερα σε διεθνές επίπεδο δεν υπάρχει αμφιβολία για την αξία των Αποφθεγμάτων, καθώς μεγάλα ερευνητικά προγράμματα εστιάζουν σε αυτά – δυστυχώς όχι εξαιτίας του Ράμφου· όσο γνωστό και αγαπητό είναι στην Ελλάδα το βιβλίο του, άλλο τόσο άγνωστο παραμένει διεθνώς, κι ας είναι από εκείνα που μεταφράστηκαν στα αγγλικά. Έτσι, γνωρίζουμε πλέον πολύ περισσότερα για τη σύνθετη συγκρότηση του corpus των Αποφθεγμάτων, τις επεξεργασίες που υπέστησαν οι συλλογές και τα στοιχεία που αποσιωπήθηκαν ή εξομαλύνθηκαν. Αυτά ο Ράμφος δεν μπορούσε, φυσικά, να τα έχει υπόψη του. Διάβασε τα Αποφθέγματα όπως τα διάβαζαν επί αιώνες οι αναγνώστες τους: ως ένα ενιαίο σώμα ασκητικής σοφίας. Μπορώ πάντως να πω με βεβαιότητα, καθώς ασχολούμαι κι εγώ ερευνητικά με τα Αποφθέγματα, ότι η ανάλυσή του παραμένει κορυφαία διεθνώς.
Στην ασκητική γραμματεία επέστρεψε και αργότερα, με το Αδιανόητο τίποτα. Εδώ έσκυψε πάνω σε μια ανθολογία κειμένων της βυζαντινής περιόδου, η οποία συγκροτήθηκε τον 18ο αιώνα και γνώρισε περιορισμένη διάδοση μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Για τον Ράμφο, όμως, αποτελούσε κείμενο καταστατικό και αποκαλυπτικό του νεοελληνικού ψυχισμού. Το ιστορικό άλμα που επιχειρεί είναι μεγάλο για ένα τόσο φιλόδοξο οικοδόμημα, όσο ενδιαφέρουσες κι αν είναι πολλές από τις επιμέρους παρατηρήσεις του.
Στην Ελλάδα των Ονείρων, το έργο που με έναν τρόπο συνοψίζει τις αγωνίες, τα ερωτήματα και τη μέθοδό του στρέφεται πάλι σε ένα τέτοιο περιθωριακό υλικό: ονειρολόγια, αποκαλύψεις, αγιογραφικές φυλλάδες. Εκεί βρήκε αυτό που συχνά απουσιάζει από τα μεγάλα συστηματικά έργα: τον άνθρωπο ανοχύρωτο με τις επιθυμίες και τους φόβους του, τα όνειρα, τις προσδοκίες και τις μικρές χειρονομίες του. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με τις επιμέρους αναλύσεις ή τα συμπεράσματα – προσωπικά, ως ιστορικός του Βυζαντίου, έχω πολλές ενστάσεις. Η σύνθεση όμως που επιχειρεί είναι μνημειώδης ως σύλληψη. Ακόμη κι εκεί όπου δεν πείθει, θέτει ερωτήματα από τα οποία η έρευνα έχει να κερδίσει.
Το Βυζάντιο έχει κεντρική θέση στο έργο του, αλλά όχι ως πολιτική οντότητα. Δεν τον απασχολούσε η πολιτική, στρατιωτική και οικονομική ιστορία του. Τον ενδιέφερε πρωτίστως ως ανθρωπολογικό και πολιτισμικό φαινόμενο. Αποτελούσε μια κεντρική πλευρά εκείνου που ονόμαζε «ελληνικό πρόβλημα», δηλαδή τη δυσκολία των σύγχρονων Ελλήνων να συγκροτήσουν εξατομικευμένο εαυτό, να φέρουν τη μακρά παράδοση σε δημιουργική συζήτηση με το σήμερα. Έτσι αντιμετώπιζε το Βυζάντιο ως μέρος της καθημερινότητάς μας και όχι ως κομμάτι ενός νεκρού παρελθόντος. Η σχέση του με τα κείμενα που εξέταζε ήταν βιωματική και υπαρξιακή· δεν επιδίωκε την απόσταση του ερευνητή.
Αυτό το Βυζάντιο τον απασχολούσε συχνά. Ήταν συναρπαστικό, ως τόπος μεγάλων προσωπικοτήτων και δυνατοτήτων, αλλά και μιας γενεσιουργού ματαίωσης. Αυτή την εντόπιζε στον αυταρχισμό του Ιουστινιανού και στην καταδίκη του Ωριγένη, που στη δική του ανάγνωση συνιστούσε κλείσιμο των ανοιχτών οριζόντων· στην τελική επικράτηση των εικονοφίλων, που, όπως έλεγε, παγίωσε την πρόσληψη της πραγματικότητας μέσω συμβόλων· στην κατασκευή του εαυτού διά της επαναληπτικής μίμησης ενός ακλόνητου αγιολογικού προτύπου.
Πίσω από όλες αυτές τις επιμέρους αναγνώσεις βρισκόταν ένα βαθύτερο ερώτημα: η εμπειρία του χρόνου. Για τον Ράμφο, εξατομίκευση σήμαινε τη δυνατότητα να βιώνεις το παρόν ως ανοιχτό χρόνο, να αναλαμβάνεις την ευθύνη του εαυτού σου και να δημιουργείς κάτι που δεν προϋπήρχε. Το πρόβλημα του βυζαντινού πολιτισμού ήταν ότι το παρόν υποχωρούσε διαρκώς μπροστά στο αιώνιο, το μοναδικό μπροστά στο παραδειγματικό, η δημιουργία μπροστά στη μίμηση.
Ο Ράμφος, ωστόσο, δεν ήταν ντετερμινιστής. Δεν θεωρούσε καμία ιστορική εξέλιξη αναπόφευκτη και καμία αποτυχία οριστική. Στο ίδιο το Βυζάντιο έβλεπε δυνατότητες που ανοίχτηκαν και δεν ευοδώθηκαν. Οι Καππαδόκες, ο Λεόντιος ο Βυζάντιος, ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, οι μεγάλοι ασκητές, μαρτυρούσαν γι’ αυτόν ότι ένας άλλος δρόμος ήταν δυνατός. Κι ακριβώς επειδή αυτές οι δυνατότητες υπήρξαν κάποτε πραγματικές, μπορούσαν να παραμένουν ενεργές και στο παρόν ως πηγές έμπνευσης και οδοδείκτες κι όχι, βέβαια, ως πρότυπα για μίμηση.
Ο Στέλιος Ράμφος ανήκε σε μια γενιά που δεν αρκούνταν στην προσωπική επιτυχία. Είχε την αγωνία του άλλου και κυρίως του τόπου. Οι συχνές δημόσιες παρεμβάσεις από αυτή την αγωνία προέκυπταν.
Αλλά και οι διαβόητες αλλαγές στις αντιλήψεις του δεν ήταν ανώδυνες ή εύκολες, καθώς τον έφερναν απέναντι σε φίλους, συντρόφους, οπαδούς, συνεργάτες, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό. Στη διαδρομή του συμβάδισε με εξουσίες, αλλά δεν αποτέλεσε μέρος τους. Και, όταν έβλεπε ότι δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες του, στρεφόταν εναντίον τους.
Μετά το θάνατο του Χρήστου Γιανναρά, του Διονύση Σαββόπουλου και τώρα, του Ράμφου, νιώθω τον κόσμο ν’ αδειάζει. Σαν να μένουμε πιο μόνοι. Ο κόσμος γίνεται πιο δυσανάγνωστος και δεν έχουμε πια τους δασκάλους μας να ακούσουμε μια γνώμη, να αναμετρηθούμε μαζί της.
Μπροστά σ’ αυτή τη σιωπή, κρατάω τη συμβουλή που πάντα μου έδινε όταν αντιμετώπιζα δύσκολα: κάνε τη δουλειά σου όσο πιο καλά μπορείς και μη σε νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι.
Στέλιος Ράμφος (1939-2026): «παιδεία και κράτος»
Ο Στέλιος Ράμφος, που πέθανε στις 10 Αυγούστου 2026, ήταν ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και ιδιοσυγκρασιακούς έλληνες στοχαστές των τελευταίων δεκαετιών. Μαρξιστής στα νεανικά του χρόνια, αργότερα βρέθηκε στην κίνηση των στοχαστών του ρεύματος της νεορθοδοξίας ενώ, τις τελευταίες δεκαετίες, διάβασε κριτικά την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας θεωρώντας απαραίτητη μια ουσιαστική εκσυγχρονιστική κατεύθυνση, πρωτίστως της παιδείας και του κράτους.
Είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1939. Έκανε νομικές σπουδές στην Αθήνα και, αργότερα, σπουδές φιλοσοφίας στο Παρίσι. Με θητεία στα κινήματα του γαλλικού Μάη του 1968, δίδαξε κατόπιν στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν μέχρι τη Μεταπολίτευση.
Η σχέση του με τη νεορθοδοξία (που εκφράστηκε από προσωπικότητες όπως ο Κωστής Μοσκώφ, ο Χρήστος Γιανναράς, ο Παναγιώτης Νέλλας, ο ίδιος ο Στέλιος Ράμφος, ο Κώστας Ζουράρις κ.ά.) προέκυψε από τις σπουδές του, τα πολιτικά του ενδιαφέροντα και τη μελέτη των πατερικών κειμένων. Περιγράφει ως εξής στον Σάκη Ιωαννίδη (Η Καθημερινή, 3/9/2024) τη σχέση της δικής του σκέψης με τη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά:
Με κέντρο και με άξονα το εκκλησιαστικό γεγονός, προσπαθούσε να ελευθερώσει τον Θεό της θρησκείας και της θρησκευτικότητος από μια αντίληψη του Θεού στη Δύση και στα καθ’ ημάς, ως πρώτης αιτίας των πραγμάτων, και περνούσε σε μία σκέψη για τον Θεό, ως πεδίο αυθυπερβάσεως του ανθρώπου, αυτό που ονόμαζε Πρόσωπο. […] Ο Γιανναράς έβλεπε τον άνθρωπο σε ένα επίπεδο σχέσεως με τον άλλο άνθρωπο και αυτό ήταν το Πρόσωπο. Πρόσωπο –άπειρο– ο Θεός, Πρόσωπο και ο άνθρωπος. Δηλαδή, έβλεπε το Πρόσωπο ως υπέρβαση μιας ατομικότητος εγωκεντρικής, την οποία συνδύαζε με τη Δύση. Γι’ αυτό και έδινε πολύ μεγάλη σημασία στην ενορία, ως συμβολικό και πραγματικό στοιχείο και κατ’ επέκταση στην κοινότητα. Μέσα σε αυτήν την προσέγγιση υπήρχε, κατά τη γνώμη μου, ένα κενό, το οποίο αποτελούσε πολλές φορές θέμα συζητήσεως μεταξύ μας. Εκείνος θεωρούσε ότι η ατομικότητα και το ατομικό εγώ είναι η αιτία όλων των κακών στον σημερινό κόσμο, στην Ελλάδα αλλά και στη Δύση. Σκεφτόταν το εγώ ως «κλειστότητα», όχι ως δυνατότητα ανοίξεως. Αυτό έχει μία βάση και μία λογική, αλλά δεν παύει να προϋποθέτει έναν άνθρωπο, μια ατομικότητα της οποίας η εσωτερική άνοιξη πρέπει να είναι μια θεμελιώδης, υπαρξιακή δυνατότητα, κάτι το οποίο εκείνος δεν έβλεπε.
Η σχέση με τους νεορθόδοξους και η αντίληψή του για την ατομικότητα άλλαξε τις αρχικές θεωρήσεις του Στελιου Ράμφου ο οποίος, μετά τη δεκαετία του 1990, αρχίζει να στοχάζεται για τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης Ελλάδας, επιχειρώντας να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: γιατί η νεότερη Ελλάδα είναι αυτή που είναι; Οι απαντήσεις πίστευε ότι δεν υπάρχουν μόνο στην πολιτική, στους θεσμούς ή στην οικονομία, αλλά βρίσκονται πιο βαθιά, στις νοοτροπίες, στις παραδόσεις, στη θρησκευτικότητα, στο συναίσθημα, στη σχέση των Ελλήνων με τον χρόνο και με την ίδια την ιδέα της ατομικής ευθύνης. Η ερμηνεία του ελληνισμού και ιδιαίτερα της βυζαντινής κληρονομιάς στη συγκρότηση της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας βρέθηκε στο κέντρο μεγάλου μέρους του έργου του.
Δεν ήταν ένας στοχαστής που απέφευγε τις μεγάλες γενικεύσεις ούτε τις αντιπαραθέσεις. Οι απόψεις του προκάλεσαν συχνά έντονες συζητήσεις, ακριβώς επειδή επιχειρούσε να διαβάσει την ελληνική κοινωνία πέρα από τις τρέχουσες πολιτικές διαιρέσεις. Τον απασχολούσε ιδιαίτερα η δυσκολία της να αλλάξει όχι απλώς θεσμούς και συνθήκες αλλά νοοτροπίες.
Στη συζήτησή του με τον Ανδρέα Πανταζόπουλο και τον υπογράφοντα, που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 118, Απρίλιος 2021, του Books' Journal και αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Κι αυτοί είναι η Ελλάδα, το έλεγε χαρακτηριστικά:
Ένας είναι ο δρόμος: να μάθουμε να αναρωτιόμαστε για μας. Να μην έχουμε την αλήθεια έξω από εμάς. Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι ότι ακολουθούμε τυφλά μια αλήθεια έξω από μας και τους μεσίτες της. Ποτέ δεν αναρωτιόμαστε για εμάς τους ίδιους.
Η συζήτηση εκείνη έκλεινε με τις ουσιαστικές προτάσεις του για την ταυτότητα μιας σύγχρονης, ευρωπαϊκής Ελλάδας, μιας χώρας όμως η εσωστρέφεια της οποίας προϋποθέτει την αυτογνωσία της. Πού συναιρούνταν αυτός ο προβληματισμός; Σε δυο έννοιες στις οποίες η χώρα οφείλει να δώσει αποτελεσματικές απαντήσεις: στην παιδεία και στο κράτος. Έλεγε:
Απαιτείται μια στροφή προς τα μέσα, όπου θα παίξουν ρόλο η παιδεία και ο πολιτισμός. Όχι ένας πολιτισμός των αναβατήρων της Ακροπόλεως, αλλά ένας πολιτισμός για τη μεγάλη ανάγκη του ανθρώπου που αναζητά τον εαυτό του έξω, αντί να τον βρίσκει μέσα του. Ταυτόχρονα, απαιτείται η συγκρότηση του κρατικού μηχανισμού, ώστε να ενισχύει τη συνοχή των πραγμάτων. Ώς τώρα έχουμε ένα κράτος το οποίο απλώς έρχεται σε ανταγωνισμό με τις οικογένειες και τις εντοπιότητες. Αλλά πρέπει να πάμε σε ένα κράτος που θα διεκδικήσει συνειδητά και με επιτυχία να είναι ο πολιτικός εγγυητής της κοινωνικής συνοχής. Έχουμε δηλαδή πρόβλημα κράτους και πρόβλημα ατόμου. Ας ρίξουμε λοιπόν το βάρος στην προσπάθεια το άτομο να μάθει την ευθύνη του και στη συνεργασία – που σημαίνει ότι το κρίσιμο δεν είναι απλώς να παρθεί αυτό ή το άλλο μέτρο στο σχολείο, αλλά πώς τα παιδιά από το σχολείο θα μάθουν να συνεργάζονται. Το βλέπετε, στην κοινωνία μας πλειοψηφούν τα ατομικά νοικοκυριά και οι ατομικές επιχειρήσεις – ο καθένας θέλει να είναι αφεντικό, δεν αντέχει τη συνεργασία. Αλλά δεν μπορεί με τέτοιου είδους διαλυτικό πνεύμα να γίνει προκοπή. Ούτε μπορεί να γίνει κράτος όταν η συνοχή είναι μόνο συναισθηματική, που σου την παρέχουν το χάδι και η θωπεία, όχι η κριτική στάση (και η αυτοκριτική στάση απέναντί σου). Επομένως, για μένα, παιδεία και κράτος είναι οι δύο μεγάλοι συντελεστές. Ακόμη δεν το έχουμε σκεφτεί σοβαρά όσο πρέπει. Γίνονται βήματα, αλλά τα υπόγεια ρεύματα κάθε τόσο ανατρέπουν τις πραγματικότητες. Κατά τα άλλα, τίποτα δεν αποκλείει το καλύτερο, αρκεί να το λέμε, να το έχουμε καταλάβει και εμείς που το λέμε καλά και να το εξηγούμε σωστά – γιατί καμιά φορά λες κάτι αλλά δεν το έχεις καταλάβει και καλά για να μπορείς να το πεις όπως πρέπει.
LINKQ
Ο Κωστής Παπαγιώργης ως κριτικός ελλήνων στοχαστών[1]
Κωστής Παπαγιώργης, Τα βιβλία των άλλων ΙΙ. Έλληνες στοχαστές, εισαγωγή - επιμέλεια: Δημήτρης Καράμπελας, Αθήνα 2024, 312 σελ.
Δέκα χρόνια μετά την εκδημία του Κωστή Παπαγιώργη κυκλοφορεί ο δεύτερος τόμος της σειράς Τα βιβλία των άλλων, για να μας θυμίσει μια ιδιότητά του, που, ενώ ήταν κεντρική όσο ζούσε, τώρα μάλλον την έχουμε λησμονήσει: εκείνη του βιβλιοκριτικού.