Σύνδεση συνδρομητών

Χιλή

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Παράξενο να έρχεται το πρώτο γράμμα από τη Χιλή από ένα μικρό νησί στις εσχατιές του νότιου Ειρηνικού Ωκεανού. Όμως όλα έχουν την εξήγησή τους: έφτασα στο Σαντιάγκο την προηγούμενη εβδομάδα και έμεινα πέντε μέρες, όμως αυτές ήταν αφιερωμένες κυρίως σε ένα συνέδριο, οπότε δεν μπόρεσα να δω πολλά από τα αξιοθέατα της πόλης. Αυτό θα το κάνω από αύριο, αφού επιστρέψω. Σήμερα λοιπόν ένα γράμμα από τις εσχατιές του Ειρηνικού ωκεανού, από το νησί Ράπα Νούι, γνωστό και ως Νησί του Πάσχα.

 

Πλέον η επίσημη ονομασία του και στη Χιλή είναι Ράπα Νούι που στην πολυνησιακή γλώσσα των ντόπιων σημαίνει «μεγάλο νησί». Το νησί βέβαια δεν είναι και τόσο μεγάλο καθώς έχει έκταση 163,6 τετραγωνικά χιλιόμετρα, είναι δηλαδή λίγο μεγαλύτερο από την Κέα. Μαζί με το νησί Τριστάν ντα Κούνια που βρίσκεται στον νότιο Ατλαντικό συναγωνίζεται για τον τίτλο του πιο απομονωμένου σταθερά κατοικημένου μέρους της Γης, καθώς το επόμενο κατοικημένο νησί (το Πίτκαϊρν με μόνο 50 κατοίκους) απέχει 2.075 χλμ., ενώ οι πλησιέστερες ακτές της Χιλής, στην οποία το νησί ανήκει διοικητικά, απέχουν 3.512 χλμ. Η πτήση από το Σαντιάγκο διαρκεί περίπου πέντε ώρες.

Το νησί είναι ηφαιστειογενές και αποτελείται από τα κατάλοιπα τριών ηφαιστείων που είναι οι κορυφές μιας υποθαλάσσιας οροσειράς. Ως σχετικά νέος γεωλογικός σχηματισμός, το νησί δεν είχε γηγενή πανίδα εκτός από μερικά είδη πουλιών αλλά κατάφερε να αποκτήσει μια γηγενή χλωρίδα. Εξαιτίας της μικρής γεωλογικής του ιστορίας δεν έχει κοιτάσματα μεταλλευμάτων και βασικά αποτελείται από λάβα και άλλα ηφαιστειογενή υλικά: βασάλτη, οψιδιανό και σκωρία. Τα τρία ηφαίστεια  βρίσκονται στις άκρες του τριγωνικού νησιού και μεταξύ τους εκτείνονται λιβάδια. Δεν υπάρχουν ποτάμια ή ρυάκια, το γλυκό νερό συγκεντρώνεται σε λίμνες μέσα στους κρατήρες των ηφαιστείων ή αναβλύζει στις ακτές, καθώς το νερό της βροχής απορροφάται από το πορώδες έδαφος και χύνεται στην θάλασσα. Σήμερα, μεγάλο μέρος του πόσιμου νερού αποκτάται με αφαλάτωση.

Ο σταθερός πληθυσμός του νησιού είναι περίπου 7.000 κάτοικοι, περίπου οι μισοί από τους οποίους έλκουν την καταγωγή τους από τους πρώτους Πολυνήσιους εποίκους, που έφρασαν εκεί από τον 5ο ώς τον 8ο αιώνα μ.Χ. Η τοπική προφορική παράδοση λέει ότι οι πρώτοι έποικοι έφτασαν από τα νησιά Μαρκέζας υπό την ηγεσία του βασιλιά Χότου Ματού’α, με δυο καταμαράν. Ο Χότου Ματού’α αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του με τους πιστούς του επειδή είχε χάσει έναν πόλεμο με έναν άλλο τοπικό άρχοντα (σε αυτό το σημείο, ο εποικισμός του Ράπα Νούι θυμίζει τον εποικισμό της Ισλανδίας τον 8ο αιώνα μ.Χ. από Νορβηγούς πολιτικούς πρόσφυγες).

Όπως δείχνουν τα ιστορικά στοιχεία, στο νησί αναπτύχθηκε γρήγορα ένας πολυνησιακός πολιτισμός με μια κοινωνία χωρισμένη σε φάρες και κάστες υπό την ηγεσία τοπικών αρχόντων που βρίσκονταν σε συνεχή πόλεμο μεταξύ τους για τον έλεγχο των ζωτικών πόρων. Οι συνεχείς αυτοί πόλεμοι, σε συνδυασμό με μια σοβαρή οικολογική καταστροφή που οφειλόταν αφενός στην καταστροφική επίδραση του πολυνησιακού αρουραίου (ένα από τα δυο είδη ζώων που έφεραν μαζί τους οι πρώτοι έποικοι – το άλλο ήταν η όρνιθα), αφετέρου στην παράδοση της κατασκευής μεγάλων μονολιθικών αγαλμάτων για τη μετακίνηση των οποίων μάλλον θυσιάστηκαν πολλά από τα δέντρα του νησιού, οδήγησαν στον αποδεκατισμό του πληθυσμού, ώστε την εποχή της πρώτης επαφής με Ευρωπαίους εξερευνητές τον 18ο αιώνα, στους οποίους το νησί οφείλει και το «δυτικό» του όνομα, ο πληθυσμός είχε μειωθεί στους δυο με τρεις χιλιάδες κατοίκους από περίπου 17.000 κατά την περίοδο της ακμής του πολιτισμού τους, τον 10ο με 11ο αιώνα.

Το χαρακτηριστικό πολιτιστικό γνώρισμα των Πολυνήσιων εποίκων του νησιού είναι τα μεγάλα μονολιθικά αγάλματα, τα Μοάϊ, που είναι κατά πλειοψηφία λαξευμένα από την ηφαιστειακή τέφρα του ηφαιστείου Ράνα Ράκου. Χρονολογούνται ανάμεσα στο 1250 και το 1500, όταν η «παραγωγή» τους σταμάτησε απότομα. Πρόκειται για ένα σχετικά μαλακό υλικό με κίτρινο χρώμα, που όταν εκτεθεί στον αέρα σκληραίνει και μαυρίζει. Τα αγάλματα έχουν μεγάλο κεφάλι, σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα που είναι λαξευμένο μέχρι την μέση – με μια μόνη εξαίρεση, ένα άγαλμα που απεικονίζει έναν γονατιστό άνθρωπο. Σύμφωνα με τους ειδικούς, το μέγεθος του κεφαλιού των αγαλμάτων αντικατοπτρίζει τη μεγάλη σημασία που του έδιναν οι Πολυνήσιοι, αφού το θεωρούσαν έδρα της ψυχής και του πνεύματος. Τα χέρια είναι ανάγλυφα και συνήθως απεικονίζονται σταυρωμένα μπροστά στο στομάχι. Με μία και μοναδική εξαίρεση, τα Μοάϊ απεικονίζουν ανδρικές φιγούρες – το άγαλμα της πρώτης βασίλισσας φυλάσσεται στο αρχαιολογικό μουσείο του νησιού (που ήταν δυστυχώς κλειστό).

Τα Μοάϊ απεικονίζουν τους αρχηγούς των διάφορων σογιών και είναι τοποθετημένα σε εξέδρες που ονομάζονται Άχου. Το πεδίο γύρω από τα Άχου χρησιμοποιούνταν ως νεκροταφείο του εκάστοτε σογιού. Τα αγάλματα είναι τοποθετημένα με τις πλάτες προς τη θάλασσα και κοιτάνε προς το χωριό. Στο πίσω μέρος του Άχου βρίσκεται το σημείο καύσης των νεκρών και κάτω από την εξέδρα είναι τα οστεοφυλάκια. Οι μη ευγενείς νεκροί είναι θαμμένοι μπροστά από το Άχου, ενώ η οικία του αρχηγού του σογιού βρίσκεται μπροστά από τον ταφικό χώρο με την είσοδο να κοιτάει προς το χωριό. Τα σπίτια του χωριού είναι χτισμένα απέναντι από την οικία του αρχηγού και απέναντι από το Άχου και κοιτάνε προς αυτό. Ο ξεναγός μάς είπε ότι σε ένα σημείο υπάρχει ένα Άχου με επτά αγάλματα που κοιτάνε προς τη θάλασσα και εικάζεται ότι πρόκειται για πνεύματα που οδηγούν θαλασσοπόρους προς το νησί.

Στα νεότερα αγάλματα το κεφάλι φέρει μια απεικόνιση της κόμης των ευγενών νεκρών, γιατί μόνο σ’ αυτούς επιτρεπόταν να έχουν μακριά μαλλιά που τα έβαφαν κόκκινα με φυσική σκωρία. Έτσι, το κεφάλι του νεκρού επιστεγάζεται από μια κόκκινη πέτρα που συμβολίζει την κόμη του. Πριν από μερικές δεκαετίες οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ότι στις κόγχες των ματιών ήταν τοποθετημένα μάτια από άσπρο κοράλλι με μια μαύρη ή κόκκινη πέτρα στη θέση της κόρης. Έτσι τα μάτια των αγαλμάτων έλαμπαν ιδιαίτερα κατά το ηλιοβασίλεμα δείχνοντας στους γηγενείς ότι τα πνεύματα των νεκρών τους προστάτευαν.

Γύρω από την κατασκευή των Μοάι είχε στηθεί μια ολόκληρη «βιομηχανία» καθώς αυτά έπρεπε να λαξευτούν από τις πλαγιές του ηφαιστείου, να φινιριστούν και να στολιστούν με διάφορες απεικονίσεις τατουάζ ή άλλα σύμβολα και στο τέλος να μεταφερθούν και να τοποθετηθούν στους ταφικούς χώρους που απείχαν πολλά χιλιόμετρα από το λατομείο. Το βάρος τους κυμαίνεται ανάμεσα στους 12 και στους 86 τόνους, ενώ οι τρόποι μεταφοράς τους είναι ακόμα αντικείμενο ερευνών και θεωριών. Δεν είναι γνωστό αν η κατασκευή τους ήταν προνόμιο μιας εξειδικευμένης κάστας ή συντεχνίας ή αν κάθε σόι είχε τους δικούς του μάστορες.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι μάστορες φρόντιζαν να αποτυπώσουν στο πρόσωπο κάθε αγάλματος την προσωπική έκφραση του ανθρώπου τη στιγμή του θανάτου του. Έτσι υπάρχουν αγάλματα που τα πρόσωπά τους αποτυπώνουν πόνο ή ηρεμία, και ένα έχει μια έκφραση σαν να δίνει ένα φιλί. Αυτό μας δείχνει ότι η γλυπτική τέχνη στο νησί διέτρεξε μια διαδικασία εξέλιξης –όπως δείχνει και το εύρημα ενός αγάλματος σε γονατιστή στάση προσευχής–, η οποία ίσως να είχε φτάσει σε ένα επίπεδο όπως αυτό των πολιτισμών της Μεσογείου ή της Ασίας, αν δεν σταματούσε ξαφνικά λόγω μιας βαθιάς πολιτικής, κοινωνικής και οικολογικής κρίσης που ξέσπασε κατά τον 13ο αιώνα μ.Χ. και οδήγησε στον αποδεκατισμό του πληθυσμού και στην καταστροφή των περισσότερων Μοάι – θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί εικονοκλαστική περίοδος γιατί τα Άχου καταστράφηκαν και τα Μοάι ρίχτηκαν με το πρόσωπο στο χώμα, σύμβολο ότι οι πρόγονοι πλέον δεν μπορούν να προστατέψουν τους ανθρώπους.

Εκτός από τα Μοάι, το νησί είναι γεμάτο με υπολείμματα του αρχαίου πολιτισμού: οικίες, άλλα τελετουργικά σημεία, ανάγλυφα που απεικονίζουν θεότητες και μερικές επιγραφές με ιερογλυφικά που δεν έχουν ακόμα διαβαστεί, παρ’ όλο που μερικά σύμβολα απαντώνται και σε επιγραφές σε άλλα μέρη της Πολυνησίας. Έχει επίσης διασωθεί το κέντρο λατρείας του λεγόμενου «ανθρώπου-πουλιού» όπου κάθε χρόνο λάμβανε χώρα μια ιεροτελεστία κατά την οποία οι επιλεγμένοι από κάθε αρχηγό σογιού κολυμπούσαν σε ένα κοντινό νησάκι για να συλλέξουν το πρώτο αβγό που θα γεννούσαν τα πουλιά του είδους Onychoprion fuscatus, του χελιδονιού της θάλασσας, που ερχόταν σε αυτό το μέρος για αναπαραγωγή.

Σήμερα, το νησί είναι μέρος της Δημοκρατίας της Χιλής με ειδικό καθεστώς προστασίας. Έχει περίπου επτά χιλιάδες μόνιμους κατοίκους και υλικά εξαρτάται κατά 95% από εισαγωγές. Η κύρια απασχόληση των κατοίκων είναι ο τουρισμός, αν και ιδιαίτερα μετά την πανδημία γίνονται προσπάθειες για την ανάπτυξη μιας γηγενούς γεωργίας και κτηνοτροφίας – εκτρέφονται ελεύθερα άλογα και βοοειδή που βόσκουν σε εκτεταμένα λιβάδια τα οποία βρίσκονται ανάμεσα στους αρχαιολογικούς χώρους. Διάβασα ότι γίνονται και προσπάθειες επανεκκίνησης της αμπελοκαλλιέργειας με ποικιλίες που εισάχθηκαν τους προηγουμένους αιώνες από τους Ευρωπαίους αλλά εγκαταλείφθηκαν και εν τω μεταξύ έχουν προσαρμοστεί στο τοπικό μικρόκλιμα. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να βρω τοπικό κρασί.

Η πρόσβαση στο νησί ελέγχεται αυστηρά και η παραμονή σε μη μόνιμους κατοίκους είναι περιορισμένη σε 30 ημέρες. Απαγορεύεται η εισαγωγή και η εξαγωγή τροφίμων, όπως και η εξαγωγή χώματος, βράχων, ορυκτών και φυσικά αντικειμένων με αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Όλο σχεδόν το νησί είναι εθνικό πάρκο της Χιλής και η πρόσβαση στους αρχαιολογικούς χώρους επιτρέπεται μόνο με οδηγό, ενώ πρέπει κανείς να αγοράσει και ένα εισιτήριο δεκαήμερης διάρκειας που κοστίζει γύρω στα 95 ευρώ για μη Χιλιανούς πολίτες. Οι εκδρομές κοστίζουν ανάλογα με το σέρβις που προσφέρεται από 50 μέχρι 90 ευρώ, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα να προσλάβει κανείς προσωπικό ξεναγό, φυσικά με πιο υψηλό αντίτιμο. Οι τιμές εν γένει βρίσκονται σε επίπεδο Ελλάδας, κάτι που δεν είναι παράξενο αν λάβει κανείς υπόψη του την απομόνωση του νησιού και τη σχεδόν απόλυτη εξάρτησή του από εισαγωγές.

Η επιβατική συγκοινωνία με την ηπειρωτική Χιλή διεξάγεται αποκλειστικά αεροπορικώς ενώ όλα σχεδόν τα αναγκαία υλικά, από τσιμέντο μέχρι αυτοκίνητα, λεωφορεία, μηχανήματα έργων, τρόφιμα διαρκείας, φάρμακα κ.λπ. έρχονται μια φορά το μήνα με το πλοίο τροφοδοσίας. Επειδή δεν υπάρχει κατάλληλο λιμάνι το πλοίο παραμένει αρόδο και τα πράγματα μεταφορτώνονται σε λάντζες για να βγουν στη στεριά.

Όσο για το αεροδρόμιο: δεν θυμίζει ελληνικό επαρχιακό αεροδρόμιο της δεκαετίας του 1980, γιατί στα ελληνικά επαρχιακά αεροδρόμια της δεκαετίας του 1980 ΔΕΝ έτρεχαν κοτόπουλα ανάμεσα στους επιβάτες που περίμεναν να επιβιβαστούν.

Αυτά προς το παρόν, το επόμενο γράμμα θα έρθει από το Σαντιάγο.

01 Νοεμβρίου 2026