Σύνδεση συνδρομητών

web only

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Το «χριστιανικό φρούριο» ως ψηφοθηρικό τέχνασμα και η άδικη και σκόπιμη στοχοποίηση του Πάπα, του Βατικανού και των Πατριαρχείων

Ι. Από την πρόβλεψη στο σύνθημα

Η θέση του Σάμιουελ Χάντινγκτον ότι η πολιτική της μεταψυχροπολεμικής εποχής θα διαρθρωθεί γύρω από τις μεγάλες πολιτισμικές ενότητες διατυπώθηκε ως αναλυτική υπόθεση, με τις επιφυλάξεις που αρμόζουν σε κάθε πρόγνωση. Στην πολιτική πρακτική της σύγχρονης Δύσης μετατράπηκε σε λεξιλόγιο. Η «Δύση» ορίζεται πλέον με όρους πίστης, το «φρούριο» προβάλλεται ως υπόσχεση, η «σταυροφορία» ως τόνος, και όλα αυτά απευθύνονται πρωτίστως σε ένα εσωτερικό ακροατήριο, με στόχο το εκλογικό κέρδος.

Το παρόν σημείωμα υποστηρίζει δύο συνδεόμενες θέσεις. Η πρώτη είναι ότι το πολυδιαφημισμένο, από στελέχη όπως ο Βανς και ο Χέγκσεθ, «χριστιανικό φρούριο» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα υπέρμετρα δαπανηρό επικοινωνιακό τέχνασμα, κατασκευασμένο για να υπηρετήσει τα εκλογικά σχέδια του Ντόναλντ Τραμπ και του πολιτικού του χώρου και να καλύψει τη συναλλακτική εξωτερική του πολιτική.

Η δεύτερη είναι ότι οι πραγματικοί θεσμικοί φορείς του χριστιανικού κόσμου, δηλαδή ο Αγιώτατος Πάπας και το Βατικανό, ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης και οι Μακαριώτατοι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, δεν σιωπούν ούτε αδρανούν. Αντίθετα, διαμαρτύρονται, παρεμβαίνουν και πράττουν ό,τι είναι πρακτικά εφικτό ενάντια στις σφαγές και την καταπίεση του χριστιανικού ποιμνίου· κατά συνέπεια, οι κατηγορίες που τους καταλογίζονται περί αδράνειας είναι άδικες και σκόπιμες.

II. Η ρητορική

Η ακρίβεια εδώ δεν είναι διακοσμητική αρετή. Στο Μόναχο, τον Φεβρουάριο του 2025, ο Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υποστήριξε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη προέρχεται από την εσωτερική της διάβρωση και όχι από τη Μόσχα ή το Πεκίνο. Έναν χρόνο μετά, κατά τη δημοσιογραφική αποτύπωση της ομιλίας του, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο παρουσίασε την ατλαντική σχέση ως δεσμό κοινής πολιτισμικής κληρονομιάς, στην οποία συγκαταλέγεται ρητά η χριστιανική πίστη (βλ. κάλυψη του NPR για τη Διάσκεψη του 2026). Τον Ιούνιο του 2026, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ επέκρινε τους ευρωπαίους συμμάχους για την ανεπαρκή ευθύνη τους απέναντι στη δική τους ασφάλεια και μίλησε και για την πίστη της Ευρώπης στον εαυτό της και στον πολιτισμό της.

Δεν πρόκειται, επομένως, για μια απλή διακήρυξη πολέμου κατά του Ισλάμ, όπως συχνά απλουστεύεται, αλλά για κάτι λεπτότερο και ενδεχομένως αποτελεσματικότερο: για τη μετατροπή μιας σχέσης στρατιωτικής εξάρτησης σε διαπραγμάτευση ταυτότητας. Σε αυτήν, η ασφάλεια προσφέρεται με αντάλλαγμα την πολιτισμική ευθυγράμμιση, ενώ το χριστιανικό στοιχείο επιστρατεύεται ως ιδεολογικός σηματωρός για την πολιτική συσπείρωση του εσωτερικού ακροατηρίου. Ο ρόλος του προστάτη του χριστιανισμού απευθύνεται κατεξοχήν στους συντηρητικούς πιστούς, για τους οποίους το σχήμα αυτό αποτελεί υπόσχεση προστασίας, της οποίας το αντίκρισμα οφείλει να εξεταστεί. Ένα φρούριο, ωστόσο, κρίνεται από τους φρουρούς του, δηλαδή από το πού κατευθύνεται πράγματι η προστατευτική προσπάθεια. Όταν, μάλιστα, έρχεται η ώρα να δοκιμαστεί στην πράξη αυτός ο οικειοποιημένος ρόλος του προστάτη των απανταχού χριστιανών, η πολιτική που επιλέγεται αποδεικνύεται άνευρη και στερούμενη πραγματικής ισχύος· η Ουάσιγκτον, βάσει ψυχρού υπολογισμού, επιλέγει να θυσιάσει την προστασία των πιστών στον βωμό των οικονομικών και γεωπολιτικών της συμφερόντων.

III. Η δοκιμασία της πράξης

Στο πεδίο αυτής ακριβώς της γεωπολιτικής ιεράρχησης, η περίπτωση της Νιγηρίας αναδεικνύεται ως η πλέον απτή δοκιμασία. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Λίστα Επιτήρησης 2026 της Open Doors, διεθνούς χριστιανικής οργάνωσης με έδρα την Ολλανδία που καταγράφει τις διώξεις χριστιανών, 3.490 από τους 4.849 χριστιανούς που σκοτώθηκαν παγκοσμίως για την πίστη τους κατά την περίοδο αναφοράς, δηλαδή περίπου το 72%, σκοτώθηκαν στη Νιγηρία. Το στοιχείο προέρχεται από οργάνωση χριστιανικής υποστήριξης και η μεθοδολογία της αποτελεί αντικείμενο συζήτησης· γι' αυτό επιβάλλεται η συνεξέταση των δεδομένων αυτών με μια ανεξάρτητη πηγή.

Ως τέτοια χρησιμεύει η αναλυτική δεξαμενή International Crisis Group, η οποία στην ανάλυσή της Why violence persists in Nigeria και στο σημείωμα ερωτήσεων και απαντήσεων Why is President Trump threatening humanitarian intervention in Nigeria? προσεγγίζει τη βία ως προϊόν πολλαπλών παραγόντων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο ανταγωνισμός για τη γη και τους πόρους, η αδυναμία του κράτους να αστυνομεύσει την ύπαιθρο και η δράση τζιχαντιστικών ομάδων· σε προγενέστερη έκθεσή της, μάλιστα, εκτιμούσε ότι η σύγκρουση κτηνοτρόφων και γεωργών ήταν πολλαπλάσια θανατηφόρα από την εξέγερση της Μπόκο Χαράμ.

Οι δύο πηγές, συνδυαζόμενες, δεν αναιρούν η μία την άλλη: η αιματοχυσία είναι υπαρκτή και πλήττει δυσανάλογα τους χριστιανούς, ενώ τα αίτιά της είναι σύνθετα. Ο Αγιώτατος Πάπας Λέων ΙΔ΄ αποτύπωσε τον Νοέμβριο του 2025 ακριβώς αυτή τη διάκριση, επισημαίνοντας ότι στη Νιγηρία έχουν σφαγιαστεί χριστιανοί.

Την ίδια περίοδο, ο Τραμπ, απευθυνόμενος από το βήμα προεκλογικής συγκέντρωσης στην Αϊόβα στοχευμένα στη βάση των υπερσυντηρητικών ευαγγελικών ψηφοφόρων προς άγραν πολιτικών εντυπώσεων, μίλησε για «υπαρξιακή απειλή» κατά των χριστιανών της χώρας και προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα επέμβουν με στρατιωτική ισχύ. Προς αποφυγήν παρερμηνείας, οφείλει να σημειωθεί ότι η απειλή δεν έμεινε εντελώς κενή: την ημέρα των Χριστουγέννων του 2025 αμερικανικά πλήγματα έπληξαν στρατόπεδα του ISIS στην πολιτεία Σοκότο, κατόπιν αιτήματος και σε συντονισμό με τις νιγηριανές αρχές. Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι, παρόλο που ο Τραμπ την παρουσίασε ως απάντηση στη σφαγή χριστιανών, η επιχείρηση της Σοκότο, όπως δήλωσαν ρητά ο διοικητής της Στρατιωτικής Διοίκησης των ΗΠΑ για την Αφρική (AFRICOM), Στρατηγός Μάικλ Λάνγκλεϊ, και οι εκπρόσωποι του Πενταγώνου, διενεργήθηκε αποκλειστικά κατά του ISIS, στο πλαίσιο των ευρύτερων επιχειρήσεων κατά του Ισλαμικού Κράτους, και όχι ως αποστολή με κύριο γνώμονα την προστασία συγκεκριμένης θρησκευτικής κοινότητας.

Μια εφάπαξ επιχείρηση κατά τζιχαντιστικών στόχων, με την άδεια της Αμπούτζα, σε χώρα που εξαρτάται από την αμερικανική βοήθεια, δεν αγγίζει το δομικό πρόβλημα της Μεσαίας Ζώνης, και η επιλογή της ημερομηνίας αποκαλύπτει ότι το γεγονός συνιστούσε και σκηνογραφία του πολιτικού μηνύματος, προορισμένη για το εσωτερικό ακροατήριο. Η υπόθεση της Νιγηρίας υπήρξε άλλωστε επί μακρόν προνομιακό αντικείμενο ενδιαφέροντος του αμερικανικού συντηρητισμού, με πρωτεργάτες συγκεκριμένα μέλη της Γερουσίας, όπως ο Τεντ Κρουζ· ως εκ τούτου, μπορεί κανείς να ισχυριστεί με ασφάλεια ότι η εξωτερική πολιτική, εν προκειμένῳ, ακολούθησε πιστά τις επιταγές της εσωτερικής πίεσης.

Η Ζώνη του Σαχέλ προσφέρει την πιο διδακτική αντίθεση. Η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τον Νίγηρα το 2024 δεν υπήρξε επιλογή της κυβέρνησης Τραμπ, και το κενό καλύφθηκε από τη Wagner, η οποία μετονομάστηκε σε Africa Corps υπό την εποπτεία του ρωσικού υπουργείου Άμυνας. Η Μόσχα αυτοπροβάλλεται ως προστάτιδα της ορθόδοξης πίστης, ωστόσο το Africa Corps εμφανίζεται σε εκθέσεις για παραβιάσεις σε βάρος αμάχων, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες του Africa Intelligence, οι Ρώσοι μισθοφόροι εμπλέκονται στα δίκτυα διακίνησης μεταναστών και στην προστασία δικτύων λαθρεμπορίου, με κέρδη που συντηρούν τη δική τους παρουσία. Τίθεται, εύλογα, το ερώτημα ποια υπήρξε στο μεταξύ η στάση της Ουάσιγκτον, η οποία αυτοπροβάλλεται ως φρούριο του χριστιανισμού, και ποια η ανοχή της έναντι των κερδών αυτών: σύμφωνα με δημοσίευμα του Σεπτεμβρίου 2026, η χαλάρωση κυρώσεων έναντι στελεχών της χούντας του Μάλι δεν συνοδεύτηκε από όρο αποχώρησης των Ρώσων. Η στροφή της αμερικανικής πολιτικής στην Αφρική από τον ανθρωπισμό στην εμπορική διπλωματία δεν αφήνει περιθώρια για χριστιανική στρατηγική.

Αν όμως η Αφρική αποκαλύπτει τα όρια της εμπορικής διπλωματίας, η Μέση Ανατολή και η Ασία καταδεικνύουν την πλήρη υποταγή του θρησκευτικού κριτηρίου στις στρατηγικές αναγκαιότητες, με τη Συρία να αποτελεί ίσως το πιο εύγλωττο παράδειγμα. Τον Ιούνιο του 2025 η επίθεση σε εκκλησία της Δαμασκού στοίχισε τη ζωή σε 22 χριστιανούς, και η Open Doors ανέβασε τη Συρία κατά δώδεκα θέσεις στη λίστα της, στην έκτη. Ουσιώδες είναι ότι η βία κατά των χριστιανών και των άλλων μειονοτήτων δεν σταμάτησε ούτε μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ ούτε μετά την αμερικανική στροφή προς τη νέα εξουσία. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Τραμπ αποδέχθηκε τον Αχμάντ αλ Σαράα ως εταίρο, τον υποδέχθηκε στον Λευκό Οίκο τον Νοέμβριο του 2025 και, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, το Κογκρέσο κατήργησε τον νόμο Caesar, δηλαδή τον ισχυρότερο μοχλό πίεσης που διέθετε η Ουάσιγκτον έναντι της Δαμασκού, κατά δημοσιεύματα χωρίς ρήτρα επαναφοράς των κυρώσεων. Η επιλογή μπορεί να υποστηριχθεί ως ρεαλιστική· δεν μπορεί, όμως, να παρουσιαστεί ως επιλογή υπέρ των χριστιανών, αφού η προστασία των μειονοτήτων δεν αποτέλεσε όρο, και τα θύματα συνέχισαν να θρηνούνται.

Στην Κίνα, η προσπάθεια «σινικοποίησης» της θρησκείας που καταγράφει η USCIRF δεν επιδέχεται στρατιωτική απάντηση, και κανείς δεν αξιώνει από τις ΗΠΑ πόλεμο με πυρηνική υπερδύναμη· εντούτοις, βάσει των διαθέσιμων ενδείξεων, το ζήτημα δεν συνδέθηκε ούτε καν με τον εμπορικό διάλογο. Στην Ινδία, όπου η Open Doors καταγράφει σημαντικό αριθμό περιστατικών κράτησης χριστιανών, η ρητορική της προστασίας δεν μετουσιώθηκε σε άσκηση πίεσης έναντι ενός εταίρου με στρατηγική βαρύτητα στον ανταγωνισμό με το Πεκίνο.

Το μοτίβο είναι συνεπές: η προστασία των ομοθρήσκων επιλέγεται εκεί όπου το κόστος είναι χαμηλό και ο αποδέκτης αδύναμος, και παραλείπεται εκεί όπου θα ήταν δαπανηρή ή θα διατάρασσε ένα συμφέρον. Οι πράξεις της κυβέρνησης Τραμπ, τόσο στο πεδίο όσο και έναντι των συμμάχων της, και η γενικότερη στάση της δείχνουν ότι η αναξιοπιστία της ρητορικής αυτής δεν είναι τυχαία: η Ουάσιγκτον έχει αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να θυσιάσει αξίες για στενά οικονομικά και στενά γεωπολιτικά συμφέροντα και, κατά τους επικριτές της, ενίοτε και για προσωπικά. Τα δεδομένα συνηγορούν, ως εκ τούτου, στην άποψη ότι η πολυδιαφημισμένη πολιτική του χριστιανικού φρουρίου δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένα επικοινωνιακό τέχνασμα προς εσωτερική κατανάλωση, σχεδιασμένο να υπηρετήσει ψηφοθηρικούς λόγους και να συγκαλύψει τη συναλλακτική εξωτερική της πολιτική. Οι πρωτεργάτες του τεχνάσματος προβάλλονται υποκριτικά ως νέοι Ηρακλείς και ιππότες του χριστιανισμού, προκειμένου να υφαρπάξουν την ψήφο των ευκολόπιστων και ακραιφνών συντηρητικών πιστών, υποσχόμενοι τους πολιτικές και επεμβατικές προστασίες τις οποίες ουδέποτε τίμησαν ή θα τιμήσουν· αντιθέτως, αθέτησαν και θα αθετήσουν με την πρώτη ευκαιρία, θυσιάζοντάς τες στον βωμό των στενών οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων που εξυπηρετεί η συναλλακτική τους πολιτική.

IV. Οι εκκλησιαστικές ηγεσίες: διαμαρτυρία, διαβήματα, δράση

Απέναντι σε αυτή τη συναλλακτική διαχείριση, αναδεικνύεται μια παράδοξη όσο και υποκριτική στάση από την πλευρά συγκεκριμένων εγχώριων και διεθνών δημοσιολογούντων. Οι ίδιοι κύκλοι που στηρίζουν με θέρμη την επικοινωνιακή ρητορική της Ουάσιγκτον περί προστασίας των πιστών, σπεύδουν συχνά να κατηγορήσουν τις παραδοσιακές θρησκευτικές ηγεσίες για υποτιθέμενη αδράνεια ή σιωπή απέναντι στους σύγχρονους διωγμούς. Ωστόσο, η κατηγορία ότι ο Πάπας και τα Πατριαρχεία σιωπούν διαψεύδεται κατηγορηματικά από τα ίδια τα αρχεία της σύγχρονης ιστορίας.

Ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος είχε καταγγείλει, σε λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής, τη «συνένοχη σιωπή» της διεθνούς κοινότητας απέναντι στους χριστιανούς που θανατώνονται για την πίστη τους· είχε καταδικάσει τη δολοφονία του πατέρα Ζακ Αμέλ το 2016 και τις επιθέσεις στο Παρίσι, στη Νίκαια και στη Βιέννη, χαρακτηρίζοντας βλασφημία την επίκληση του ονόματος του Θεού για τη δικαιολόγηση της βίας. Ο Αγιώτατος Πάπας Λέοντας ΙΔ΄ έπραξε το ίδιο στις 25 Οκτωβρίου 2026, όταν, μετά την κυριακάτικη προσευχή του Angelus, προσευχήθηκε για τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης κατά πιστών στον ορθόδοξο ναό του Αγίου Γεωργίου στο Χαμούντ της Ιορδανίας, δύο ημέρες μετά τη σφαγή που στοίχισε τη ζωή σε εννέα ανθρώπους.

Η δράση της Αγιότητάς του δεν εξαντλείται στις δηλώσεις· το Βατικανό διαθέτει δίκτυο αποστολικών νουντσιατούρων, μέσω των οποίων υποβάλλονται διαβήματα και εκφράζεται θεσμική αλληλεγγύη προς τις τοπικές Εκκλησίες. Αντίστοιχα, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, στη δικαιοδοσία του οποίου ανήκει ο ναός του Χαμούντ, δήλωσε ότι η επίθεση δεν θα κλονίσει τη χριστιανική παρουσία ούτε τον δεσμό των χριστιανών με την πατρίδα τους, και ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Ιεροσολύμων είναι ο πλησιέστερος στο πλήγμα ποιμένας. Ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει επανειλημμένα καταδικάσει την τρομοκρατία, και οι Μακαριώτατοι Πατριάρχες Αντιοχείας και Αλεξανδρείας ζουν και μαρτυρούν στο έδαφος που πλήττεται.

Το κεντρικό ερώτημα που απομένει, αλλά και η βασικότερη κατηγορία που προσάπτεται από τους αναλυτές και τους πολιτικούς αυτούς προς τις θρησκευτικές ηγεσίες –και κατεξοχήν προς τον Πάπα–, είναι η άρνησή τους να στραφούν γενικευμένα εναντίον του Ισλάμ. Σύμφωνα με το σκεπτικό των επικριτών, οι ηγέτες του χριστιανικού κόσμου επιδεικνύουν αδικαιολόγητη ανοχή απέναντι σε μια θρησκεία η οποία, όπως διατείνονται, επιτάσσει δομικά τον πόλεμο και τη βία. Η υπεύθυνη απάντηση των θεσμικών εκπροσώπων της Εκκλησίας απέναντι σε αυτή την ισοπεδωτική προσέγγιση εκδιπλώνεται σε τέσσερις σαφείς πτυχές.

Εν πρώτοις, η θεσμική παράδοση: ο διαθρησκειακός διάλογος είναι δέσμευση της Καθολικής Εκκλησίας από τη δήλωση Nostra Aetate της Β΄ Βατικανής Συνόδου, και ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος την επιβεβαίωσε με το Έγγραφο για την Ανθρώπινη Αδελφοσύνη που υπέγραψε το 2019 με τον Μεγάλο Ιμάμη του Αλ Αζχάρ. Έπειτα, η Αυτού Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης ασκεί εδώ και δεκαετίες διαθρησκειακή διπλωματία και έχει δηλώσει, στο πλαίσιο διαθρησκειακών συναντήσεων, ότι η τρομοκρατία είναι ξένη προς κάθε θρησκεία.

Κυριότερο, ωστόσο, είναι ότι πολλοί χριστιανοί ζουν ως θύλακες μέσα σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς: στην Κωνσταντινούπολη, όπου εδρεύει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στη Δαμασκό, έδρα του Πατριαρχείου Αντιοχείας, στην Αλεξάνδρεια, στα Ιεροσόλυμα και στην Ιορδανία. Κάθε επιθετική δήλωση ενός δυτικού ηγέτη κατά του Ισλάμ εκθέτει αυτούς τους θύλακες στην οργή των τοπικών πληθυσμών, και ο ποιμένας δεν δύναται να διακινδυνεύσει τους δεσμούς που τον συνδέουν με το ποίμνιό του, διότι επί των δεσμών αυτών στηρίζεται η ίδια η ασφάλεια εκείνων που προστατεύει. Η ιστορία το έχει δείξει: η ομιλία του Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ στη Ρατισβόνα το 2006 προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις, με επιθέσεις κατά εκκλησιών στη Μέση Ανατολή.

Τέλος, η ίδια η σφαγή του Χαμούντ διαψεύδει εν πολλοίς το πλαίσιο της «σύγκρουσης των πολιτισμών» από τη στιγμή που την επίθεση καταδίκασαν ο βασιλιάς Αμπντάλα Β΄, το Κατάρ και η Αλγερία, καθώς και πλήθος άλλων μουσουλμανικών κυβερνήσεων και οργανισμών (Ομάν, Μπαχρέιν, Σομαλία, Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, Παλαιστινιακή Προεδρία), παράλληλα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι ιορδανικές αρχές συνέλαβαν τρεις υπόπτους. Μια ρητορική της σύγκρουσης εκ μέρους των εκκλησιαστικών ηγεσιών θα αποξένωνε πλήρως αυτούς τους αναγκαίους συμμάχους, ακυρώνοντας τα μόνα υπαρκτά αναχώματα προστασίας για τους χριστιανούς πληθυσμούς που ζουν στην επικράτεια μουσουλμανικών κρατών.

V. Το Βατικανό χωρίς λεγεώνες

Πέραν των ανωτέρω στρατηγικών αναγκαιοτήτων, οι επικριτές των θρησκευτικών ηγεσιών παραβλέπουν ένα ακόμη στοιχειώδες στοιχείο: τη ρεαλιστική φύση της σύγχρονης παπικής ισχύος. Το σύγχρονο Βατικανό στερείται των λεγεώνων του παρελθόντος. Διαθέτει, βεβαίως, σημαντική διπλωματική επιρροή, αλλά ουδόλως κατέχει τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική ισχύ ή την ικανότητα προβολής ισχύος που διέθετε κατά τον Μεσαίωνα, εποχή κατά την οποία η παπική αυθεντία υπερείχε της βασιλικής ή της κρατικής εξουσίας.

Το 1095, στο Κλερμόν, ο Ουρβανός Β΄ μπόρεσε με έναν λόγο να κινητοποιήσει τη Δυτική Χριστιανοσύνη στην Α΄ Σταυροφορία. Το 1493, με παπική βούλλα, ο Αλέξανδρος ΣΤ΄ διαίρεσε τον Νέο Κόσμο ανάμεσα σε Ισπανία και Πορτογαλία, και οι δύο μεγάλες δυνάμεις της εποχής υπάκουσαν. Μετά την Ειρήνη της Βεστφαλίας το 1648, ο Ιννοκέντιος Ι΄ κήρυξε με βούλλα άκυρη τη συνθήκη, χωρίς ωστόσο η παρέμβασή του να βρει την παραμικρή ανταπόκριση, γεγονός που επισφράγισε ιστορικά ότι η παπική εξουσία έπαψε πλέον να ίσταται υπεράνω των κρατικών αρχών.

Η φωνή που κινητοποιούσε στρατούς στο Κλερμόν δεν κινητοποιεί σήμερα, στην καλύτερη περίπτωση, παρά διπλωμάτες. Από τότε, η παπική εξουσία περιορίστηκε σταδιακά, ώσπου το σύγχρονο Βατικανό, με έκταση μικρότερη του μισού τετραγωνικού χιλιομέτρου και μόνη ένοπλη δύναμη την Ελβετική Φρουρά, περιορίστηκε σε φορέα αποκλειστικά διπλωματικής και ηθικής επιρροής. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν ο Ποντίφικας καλούσε τον χριστιανικό κόσμο σε «σταυροφορία» κατά του Ισλάμ, είναι πλέον βέβαιο ότι κανείς ηγέτης της Δύσης –και εδώ η αναφορά δεν αφορά μόνον τις ΗΠΑ, αλλά εκτείνεται τόσο στα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στη Λατινική Αμερική– δεν θα τον ακολουθούσε ούτε θα διέθετε στρατό. Είναι σαφές και λογικό αυτό, διότι τα εθνικά, γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των επιμέρους κρατών ή συνασπισμών υπερτερούν στις περισσότερες των περιπτώσεων.

Λαμβανομένου υπόψη ότι στη σύγχρονη εποχή το Βατικανό δεν διαθέτει στρατιωτική ισχύ παρά μόνον διπλωματική, οφείλει να μετέρχεται την τελευταία με σύνεση, προκειμένου όχι μόνο να προστατεύει το ποίμνιό του αλλά και να διατηρεί τη δυνατότητα να την αξιοποιεί για την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας. Μια διπλωματία που θα κατέληγε σε ρήξη με κάθε μουσουλμανική κυβέρνηση θα έκλεινε νομοτελειακά τις πόρτες των τοπικών Εκκλησιών, των νοσοκομείων και των αποστολών αρωγής.

Κανένα σύγχρονο κράτος και ουδείς ηγέτης δεν είναι πραγματικά διατεθειμένος να θυσιάσει τα οικονομικά ή γεωπολιτικά του συμφέροντα για να προστατεύσει τους διωκόμενους πιστούς, ακόμη και αν το ζητήσει ο ίδιος ο Ποντίφικας. Υπό αυτό το πρίσμα, η συστηματική στοχοποίηση του Πάπα και η αξίωση να πράξει όσα αντικειμενικά αδυνατεί λόγω έλλειψης ισχύος –σε συνδυασμό με τη στείρα άρνηση αναγνώρισης του πραγματικού του έργου– συγκροτούν μια κατηγορία που στηρίζεται ξεκάθαρα σε έναν βαθύ αναχρονισμό.

Οι εν λόγω κατηγορίες στρέφονται, εξάλλου, πρωτίστως κατά του Πάπα και όχι προς τα παραδοσιακά Πατριαρχεία, παρά το γεγονός ότι η επιχειρηματολογία των επικριτών παραμένει ενιαία. Η εξήγηση του φαινομένου εντοπίζεται στην ασυμμετρία της επικοινωνιακής προβολής: ο Πάπας λογίζεται ως ο μοναδικός παγκόσμιος εκπρόσωπος του χριστιανισμού στα όμματα της δυτικής δημόσιας σφαίρας, με ένα ποίμνιο που υπερβαίνει το 1,3 δισεκατομμύριο πιστούς, με αποτέλεσμα κάθε του δημόσια αναφορά να τίθεται υπό σχολαστική εξέταση.

Αντίθετα, τα ανατολικά Πατριαρχεία, όντας αποκεντρωμένα και λιγότερο ορατά στα δυτικά μέσα ενημέρωσης, δεν υφίστανται την ίδια πίεση. Όταν δε επικρίνονται, αυτό συμβαίνει συνήθως από την αντίθετη πλευρά, δηλαδή από εγχώριους ορθόδοξους κύκλους που τα κατηγορούν για συγκρητισμό. Ο βαθύτερος μηχανισμός, ωστόσο, παραμένει ο ίδιος: ένας έλεγχος ιδεολογικής καθαρότητας που επιστρατεύεται προς πάσα κατεύθυνση. Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο αυτής της δυναμικής είναι ότι η κριτική στρέφεται τελικά κατά της ορατότητας και της δημόσιας εμβέλειας των ηγετών, και όχι κατά του πραγματικού περιεχομένου των θέσεων τους.

VI. Αντιρρήσεις

Η ακριβοδίκαιη εξέταση του ζητήματος επιβάλλει, εντούτοις, να ακουστούν και οι αντίθετες θέσεις. Οι επικριτές του Πάπα διατείνονται πως η άρνηση να κατονομαστεί ο ισλαμισμός ως η ιδεολογική ρίζα συγκεκριμένων ομάδων υποτιμά την αμιγώς θρησκευτική κινητοποίηση οργανώσεων όπως το ISWAP. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η εμμονή στον διαθρησκειακό διάλογο ενδέχεται να διολισθήσει σε μια προβληματική διπλωματική ανοχή, με αποτέλεσμα ορισμένες χριστιανικές κοινότητες, στη Νιγηρία και στο Πακιστάν, να αισθάνονται σήμερα εγκαταλελειμμένες. Από την πλευρά τους, οι υποστηρικτές της κυβέρνησης Τραμπ αντιτείνουν ότι η Ουάσιγκτον έδρασε αποφασιστικά στη Νιγηρία, υποστηρίζοντας πως ο ρεαλισμός δεν συνιστά υποκρισία και ότι η αμερικανική δημόσια πίεση προς την Αμπούτζα υπήρξε πρωτοφανής.

Η προσφορότερη απάντηση σε αυτές τις ενστάσεις ανευρίσκεται σε μια θεμελιώδη διάκριση, την οποία η ίδια η Ρώμη δεν παύει να υπογραμμίζει: άλλο η ρητή καταδίκη μιας τζιχαντιστικής ιδεολογίας –την οποία τόσο ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος όσο και ο Αγιώτατος Πάπας Λέοντας ΙΔ΄ στηλιτεύουν χωρίς περιστροφές– και άλλο η καθολική ενοχοποίηση μιας ολόκληρης θρησκείας, την οποία ορθώς αρνούνται να διατυπώσουν.

Η διαφωνία, συνεπώς, αφορά την πραγματολογική ταξινόμηση και όχι την ηθική στάση των ηγετών. Το ερώτημα, εξάλλου, αν η εκάστοτε αμερικανική κυβέρνηση αποτελεί τον καταλληλότερο και πλέον αξιόπιστο προστάτη και θεματοφύλακα των χριστιανών της υφηλίου είναι ριζικά διαφορετικό από το ζήτημα της ειλικρίνειας των προθέσεών της· άπτεται άμεσα του ιστορικού της πραγματικής της δράσης στο πεδίο. Το δε ιστορικό αυτό, όπως αναλύθηκε, αδυνατεί να στηρίξει με συνέπεια τη μεγαλόστομη αυτή ρητορική των ΗΠΑ και των δημοσιολογούντων υποστηρικτών της πολιτικής Τραμπ.

Δεν προκύπτουν, εξάλλου, ενδείξεις ότι άλλοι ηγέτες της Δύσης ή χριστιανικών κρατών είναι διατεθειμένοι να προστατεύσουν τους χριστιανούς στο όνομα του χριστιανισμού· το πολύ να το πράξουν στο όνομα των οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, παρόλο που κανείς δυτικός ηγέτης δεν φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει ενεργό ρόλο ως προστάτης των χριστιανών της υφηλίου, ουδείς συνάμα επιδεικνύει την έπαρση, για λόγους καθαρά ψηφοθηρικούς, να διατείνεται ότι θα επωμιστεί έναν τέτοιο παγκόσμιο ρόλο, πέραν του Ντόναλντ Τραμπ. Ο τελευταίος, διά των στενών του συνεργατών, απευθύνεται στο διεθνές κοινό μιλώντας για ένα «φρούριο» που θα προστατεύσει τον πολιτισμό και τους χριστιανούς από το Ισλάμ.

Ένα φρούριο χρειάζεται τείχη, φρουρούς και προϋπολογισμό. Αυτό ωστόσο το φρούριο που περιγράψαμε διαθέτει λόγιους και εύγλωττους ρήτορες, καθώς και μεγαλόστομες ανακοινώσεις στον κατάλληλο χρόνο, οι οποίες όμως στερούνται αντικρίσματος μόλις γίνει αντιληπτό ότι η προστασία κοστίζει οικονομικά και γεωπολιτικά, επιβάλλοντας τη θυσία συμφερόντων. Θέτοντας το ζήτημα επί τον τύπον των ήλων, όταν η άψογα οικοδομημένη επικοινωνιακή εικόνα του προστάτη των χριστιανών και τα τεχνάσματα χάριν της ψηφοθηρίας συναντούν τη σκληρή διπλωματική και γεωπολιτική πραγματικότητα στο πεδίο, η πράξη αναδεικνύεται κυρίαρχη· και εκεί ακριβώς, το αφηγηματικό ένδυμα του "Αυτοκράτορα" Τραμπ καταρρέει, αφήνοντάς τον πλήρως απογυμνωμένο.

Γι’ αυτό, καλό θα ήταν οι διάφοροι δημοσιολογούντες να σιωπήσουν και να αφήσουν εκείνους που πραγματικά ενδιαφέρονται, δηλαδή τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς ηγέτες, να φροντίσουν το ποίμνιό τους: τον Αγιώτατο Πάπα της Ρώμης, τον Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχη και τους Μακαριώτατους Πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, οι οποίοι θα βρίσκονται πάντοτε στο πλευρό του ποιμνίου τους και θα το υπηρετούν χωρίς να έχουν ως αλλότριο στόχο να τους υφαρπάξουν με τεχνάσματα τη ψήφο.

 

02 Νοεμβρίου 2026

Για άλλη μια φορά παρακολουθούμε μια επίδειξη δημοκρατικής ευαισθησίας για τους δύστυχους Άραβες πολίτες του Ισραήλ, στους οποίους, όπως πληροφορούμαστε, ακόμη και το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι αποτελεί «δώρον άδωρον». Το εντυπωσιακό δεν είναι η ευαισθησία για τα δικαιώματα μιας μειονότητας, η οποία είναι απολύτως θεμιτή. Είναι η ευκολία με την οποία μια δημοκρατική κατάκτηση, εξαιρετικά σπάνια για την πολιτική πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής, μετατρέπεται σε κατηγορητήριο εναντίον του ίδιου του κράτους που την κατοχυρώνει.

 

Οι Άραβες πολίτες του Ισραήλ ψηφίζουν, εκλέγονται, εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο, συγκροτούν πολιτικά κόμματα και το 2021 ένα αραβικό κόμμα, το Ραάμ, συμμετείχε στον κυβερνητικό συνασπισμό. Κι όμως, όλα αυτά βαφτίζονται «μεγάλη μπλόφα» και «δώρον άδωρον». Μάλιστα, διαβάζουμε ότι κανείς δεν τους θέλει στην κυβέρνηση, ούτε καν την ανοχή τους. Προφανώς, η συμμετοχή τους σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό αποτελεί μια ασήμαντη ιστορική λεπτομέρεια που δεν πρέπει να διαταράξει την αγανάκτησή μας.

Την ίδια στιγμή, στη Γάζα, όπου η Χαμάς κατέλαβε την εξουσία με τα όπλα το 2007 και δεν έχουν διεξαχθεί γενικές εκλογές από το 2006, η πολιτική διαφωνία δεν αντιμετωπίζεται απλώς με αποκλεισμούς και περιορισμούς. Αντιμετωπίζεται με φυλακίσεις, βασανιστήρια, ακρωτηριασμούς και δολοφονίες. Ήδη από το 2009, η Human Rights Watch είχε τεκμηριώσει εκτελέσεις Παλαιστινίων και συστηματικές επιθέσεις εναντίον στελεχών και υποστηρικτών της Φατάχ. Και μόλις τον Αύγουστο του 2026, η Διεθνής Αμνηστία κατήγγειλε νέες δημόσιες εξωδικαστικές εκτελέσεις από δυνάμεις της Χαμάς, αναφέροντας συγκεκριμένα την εκτέλεση οκτώ μελών της παλαιστινιακής οικογένειας Ντουγμούς τον Οκτώβριο του 2025.

Αυτή είναι η πραγματικότητα των πολιτικών δικαιωμάτων στη Γάζα: μια οργάνωση που επιβάλλει την εξουσία της στους ίδιους τους Παλαιστίνιους διά της βίας και τιμωρεί ακόμη και με θάνατο όσους θεωρεί εχθρούς της. Την ίδια ώρα, η ηγεσία της ελέγχει ένα τεράστιο διεθνές οικονομικό δίκτυο. Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, το 2022 η αξία του επενδυτικού χαρτοφυλακίου της Χαμάς ξεπερνούσε τα 500 εκατομμύρια δολάρια, με επιχειρηματικές δραστηριότητες σε διάφορες χώρες. Ακόμη πιο εντυπωσιακές είναι οι δημοσιευμένες εκτιμήσεις για τις προσωπικές περιουσίες ηγετών της. Η ισραηλινή οικονομική εφημερίδα Globes ανέφερε, ήδη από το 2014, επικαλούμενη τον ερευνητή Μοσέ Ελάντ, περιουσία 2 έως 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τον Χάλεντ Μασάλ, μέρος της οποίας φερόταν να βρίσκεται σε τράπεζες της Αιγύπτου και του Περσικού Κόλπου, και 2 έως 3 δισεκατομμυρίων για τον Μούσα Αμπού Μαρζούκ. Πρόκειται για εκτιμήσεις που δεν έχουν επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητα τραπεζικά στοιχεία. Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι ακόμη και οι αμερικανικές οικονομικές αρχές έχουν επισημάνει τη δυνατότητα υψηλόβαθμων στελεχών της Χαμάς να ζουν πολυτελώς στο εξωτερικό, την ώρα που ο παλαιστινιακός πληθυσμός βιώνει την εξαθλίωση.

Και όμως, μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η περίφημη δημοκρατική ευαισθησία ορισμένων σχολιαστών εμφανίζεται αξιοσημείωτα επιλεκτική. Ανακαλύπτουν τη «μεγάλη μπλόφα» στο δικαίωμα ψήφου των Αράβων πολιτών του Ισραήλ, αλλά δυσκολεύονται να επιδείξουν την ίδια αυστηρότητα απέναντι σε μια οργάνωση που έχει στερήσει από τους ίδιους τους Παλαιστίνιους όχι μόνο τη δυνατότητα να αλλάξουν κυβέρνηση, αλλά, σε τεκμηριωμένες περιπτώσεις, ακόμη και το δικαίωμα στη ζωή.

Δεν χρειάζεται να υπερασπιστεί κανείς τον Νετανιάχου ούτε να αρνηθεί πιθανές  διακρίσεις εις βάρος των Αράβων πολιτών του Ισραήλ. Ούτε, όμως, χρειάζεται να προσποιείται ότι δεν υπάρχουν σοβαρά και θεμιτά ερωτήματα για τη σχέση συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων της αραβικής μειονότητας με το εβραϊκό κράτος, τη στάση τους απέναντι στο χαρακτήρα και την ασφάλειά του και τις αντιφάσεις που δημιουργεί μια μακροχρόνια εθνική σύγκρουση. Αυτά τα ερωτήματα δεν δικαιολογούν τη συλλογική ενοχοποίηση των Αράβων πολιτών. Δεν δικαιολογούν, όμως, ούτε την υποχρέωση να αντιμετωπίζουμε τις πραγματικές πολιτικές αντιφάσεις σαν να μην υπάρχουν.

Κάποια στιγμή χρειάζεται να μάθουμε να αναγνωρίζουμε και τη γενναιοδωρία μιας δημοκρατικής επιλογής, πέρα από τις ατέλειές της. Όχι επειδή τα πολιτικά δικαιώματα αποτελούν χάρη προς τους πολίτες, αλλά επειδή η κατοχύρωση και η διατήρησή τους, μέσα σε συνθήκες διαρκούς εθνικής σύγκρουσης, έχουν ιδιαίτερη ιστορική και πολιτική σημασία. Και κυρίως να αναρωτηθούμε αν αυτή η επιλογή παράγει περισσότερα θετικά από αρνητικά αποτελέσματα για τη συνύπαρξη, την πολιτική εκπροσώπηση και την προοπτική της ειρήνης.

Αλλά υπάρχει και κάτι βαθύτερο, που εκθέτει την επιλεκτικότητα αυτού του είδους της δημόσιας ευαισθησίας.

Πού ακριβώς βρίσκεται η αντίστοιχη αγωνία για τα δικαιώματα των Εβραίων που ζούσαν επί αιώνες στις αραβικές χώρες; Τι απέγιναν οι ιστορικές εβραϊκές κοινότητες της Βαγδάτης, του Καΐρου, της Τρίπολης και τόσων άλλων πόλεων; Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες ή μετανάστευσαν σε συνθήκες διωγμών, διακρίσεων και πολιτικής ανασφάλειας, με διαφορετικές βέβαια συνθήκες από χώρα σε χώρα. Πού βρίσκεται η ίδια συγκίνηση για τις περιουσίες που δημεύθηκαν, για τις κοινότητες που διαλύθηκαν, για τις ιστορικές παρουσίες που σχεδόν εξαφανίστηκαν;

Και κυρίως, πού βρίσκεται η ίδια αμείλικτη απαίτηση δημοκρατικών δικαιωμάτων όταν συζητούμε για τα καθεστώτα και τις οργανώσεις που δεν αναγνωρίζουν καν το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ;

Για να μη θεωρηθεί ότι μιλούμε γενικά και αόριστα, ας θυμηθούμε ορισμένες δημόσιες δηλώσεις πολιτικών ηγετών της περιοχής. Όχι αποσπάσματα από κάποια περιθωριακή συγκέντρωση φανατικών, αλλά λόγια ανθρώπων που άσκησαν εξουσία, εκπροσώπησαν κυβερνήσεις ή ηγήθηκαν ισχυρών πολιτικών και στρατιωτικών οργανώσεων.

Ο Μοχάμεντ Μόρσι, μετέπειτα πρόεδρος της Αιγύπτου, σε δηλώσεις του το 2010 χαρακτήριζε τους σιωνιστές «αιμορουφήχτρες», «πολεμοκάπηλους» και «απογόνους πιθήκων και χοίρων». Σε άλλη ομιλία καλούσε τους Αιγυπτίους να μεγαλώσουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους με μίσος απέναντι στους Εβραίους και τους σιωνιστές. Όταν οι δηλώσεις ανακινήθηκαν το 2013, καταδικάστηκαν από τον Λευκό Οίκο. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχαν απομονωθεί από το συμφραζόμενό τους[1].

Ο Μαχμούντ Αμπάς, πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, σε ομιλία του, τον Αύγουστο του 2023, υποστήριξε ότι ο Χίτλερ δεν καταδίωξε τους Εβραίους εξαιτίας της θρησκείας τους, αλλά λόγω του κοινωνικού τους ρόλου, τον οποίο συνέδεσε με τον δανεισμό χρημάτων και την τοκογλυφία. Ένας Παλαιστίνιος ηγέτης αναπαρήγαγε έτσι ένα από τα παλαιότερα αντισημιτικά στερεότυπα, επιχειρώντας μια ιστορικά ανυπόστατη ερμηνεία του Ολοκαυτώματος. Οι δηλώσεις καταδικάστηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση[2].

Ο Γκάζι Χαμάντ, μέλος της πολιτικής ηγεσίας της Χαμάς, δήλωνε στις 24 Οκτωβρίου 2023, λίγες ημέρες μετά τις σφαγές της 7ης Οκτωβρίου, ότι το Ισραήλ δεν έχει θέση στην περιοχή και ότι πρέπει να εξαφανιστεί. Όταν ρωτήθηκε αν εννοούσε την ολοκληρωτική καταστροφή του, απάντησε καταφατικά. Και δεν περιορίστηκε σε αυτό. Προανήγγειλε ότι η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου θα επαναλαμβανόταν δεύτερη, τρίτη και τέταρτη φορά[3].

Ο Φάθι Χαμάντ, πρώην υπουργός και στέλεχος της πολιτικής ηγεσίας της Χαμάς, καλούσε τον Ιούλιο του 2019 τους Παλαιστίνιους της διασποράς να επιτεθούν στους Εβραίους όπου κι αν βρίσκονται, σκοτώνοντάς τους. Δεν επρόκειτο καν για πολιτική εναντίον του κράτους του Ισραήλ, αλλά για ανοιχτή προτροπή σε δολοφονίες Εβραίων σε ολόκληρο τον κόσμο. Τη δήλωση καταδίκασε ακόμη και ο Παλαιστίνιος αξιωματούχος Σαέμπ Ερεκάτ, ενώ η ίδια η Χαμάς αποστασιοποιήθηκε, υποστηρίζοντας ότι δεν εκπροσωπούσε την επίσημη θέση της[4].

Και στην Υεμένη, το καθιερωμένο σύνθημα των Χούθι, υπό την ηγεσία του Αμπντούλ Μαλίκ αλ Χούθι, περιλαμβάνει τις λέξεις: «Θάνατος στην Αμερική, θάνατος στο Ισραήλ, κατάρα στους Εβραίους, νίκη στο Ισλάμ». Το σύνθημα καταγράφηκε από το Reuters ακόμη και σε δημόσια συγκέντρωση τον Σεπτέμβριο του 2025. Δεν πρόκειται για μια παρεξήγηση της μετάφρασης, αλλά για την επίσημη πολιτική συνθηματολογία ενός ένοπλου κινήματος[5].

Ασφαλώς, οι δηλώσεις αυτές δεν εκπροσωπούν όλους τους Άραβες ούτε όλους τους Παλαιστίνιους. Η διάκριση είναι απαραίτητη. Όπως απαραίτητη είναι και η διάκριση ανάμεσα στη νόμιμη κριτική της ισραηλινής κυβέρνησης και στην αμφισβήτηση του δικαιώματος ύπαρξης του Ισραήλ ή στην υποκίνηση μίσους εναντίον των Εβραίων.

Αλλά ακριβώς εδώ αρχίζει το πρόβλημα με τη ρηχή, δικαιωματικά τυφλή και, τελικά, απάνθρωπα ανθρωπιστική μεροληψία. Όταν η δημοκρατία υπάρχει, αντιμετωπίζεται ως ανεπαρκής, προσχηματική και ύποπτη. Όταν απουσιάζει, η απουσία της υποχωρεί στο περιθώριο της πολιτικής μας ευαισθησίας. Όταν ένας Ισραηλινός πολιτικός εκφράζεται απαράδεκτα για τους Άραβες συμπολίτες του, δικαιολογημένα ελέγχεται. Όταν όμως πολιτικοί ηγέτες προπαγανδίζουν το μίσος εναντίον των Εβραίων ή την καταστροφή του Ισραήλ, η ίδια αυστηρότητα δεν είναι πάντοτε εξίσου πρόθυμη να εμφανιστεί.

Κανείς δεν απαιτεί να αντισταθμιστεί μια αδικία με μιαν άλλη. Εκείνο που απαιτείται είναι κάτι πολύ απλούστερο και πολύ δυσκολότερο: να εφαρμόζουμε τις ίδιες ηθικές αρχές ανεξάρτητα από την εθνικότητα του θύματος και την πολιτική ταυτότητα του θύτη.

Η υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν μπορεί να αποτελεί άσκηση επιλεκτικής ευαισθησίας. Δεν μπορεί να συγκινείται από την ατέλεια ενός δημοκρατικού θεσμού και να προσπερνά την ολοκληρωτική άρνησή του αλλού. Δεν μπορεί να μετατρέπει την πολιτική εκπροσώπηση μιας μειονότητας σε «μεγάλη μπλόφα», χωρίς να εξετάζει με την ίδια αυστηρότητα εκείνους που στερούν από τους δικούς τους πολίτες ακόμη και τη δυνατότητα να επιλέξουν διαφορετική κυβέρνηση.

Διότι τότε δεν έχουμε μπροστά μας έναν συνεπή ανθρωπισμό. Έχουμε έναν ανθρωπισμό που επιλέγει προσεκτικά ποια ανθρώπινα δικαιώματα τον ενδιαφέρουν, ποια εγκλήματα τον συγκινούν και ποιες ιστορικές πραγματικότητες τον ενοχλούν.

Και το πιο αποκρουστικό σε αυτή την εκδοχή της επιλεκτικής ευαισθησίας είναι ότι εμφανίζεται ως ηθική ανωτερότητα. Απαιτεί από τη δημοκρατία να απολογείται ακόμη και για τις κατακτήσεις της, ενώ επιφυλάσσει για τους αρνητές της μια κατανόηση που οι ίδιοι δεν έδειξαν ποτέ στα θύματά τους.

Αν υπάρχει, λοιπόν, κάποια πραγματική «μεγάλη μπλόφα» σε αυτή τη συζήτηση, αξίζει να αναζητηθεί στην ευκολία με την οποία η πολιτική προκατάληψη μεταμφιέζεται σε υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων.



[1] Reuters, 16 Ιανουαρίου 2013.

[2] Associated Press, 7 Σεπτεμβρίου 2023· Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, 7 Σεπτεμβρίου 2023.

[3] Times of Israel, 1 Νοεμβρίου 2023, για τη συνέντευξη στο λιβανικό LBC.

[4] Agence France-Presse, 15 Ιουλίου 2019 και υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, έκθεση 2019.

[5] Reuters, 1 Σεπτεμβρίου 2025.

31 Οκτωβρίου 2026

Η είδηση είναι δυσάρεστη. Η Ρενέ Χίρσον (Renée Hirschon) δεν είναι πια εδώ! Κι η απώλειά της είναι μεγάλη και για την ελληνική κοινωνική ανθρωπολογία, αλλά και ευρύτερα για τις ελληνικές σπουδές.

 

 

Η Ρενέ Χίρσον σφράγισε με το έργο αλλά και την ακαδημαϊκή παρουσία της την κοινωνική ανθρωπολογία στην πρώιμη περίοδο ανάδυσής της στο ελληνικό πανεπιστημιακό τοπίο, όταν το 1987 έγινε καθηγήτρια και στη συνέχεια πρόεδρος του πρώτου Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στην Ελλάδα, στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου (στη Μυτιλήνη). Με καταγωγή από τη Νότια Αφρική και με σπουδές στο Κέιπταουν και στο Σικάγο, η Χίρσον έκανε το διδακτορικό της στο St. Antony’s College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης με τον διαπρεπή κοινωνικό ανθρωπολόγο Τζον Κάμπμπελ (John Campbell). Ήταν από τις πρώτες γυναίκες που έκαναν ανθρωπολογική έρευνα στην Ελλάδα και η πρώτη που έκανε εθνογραφική έρευνα σε αστικό χώρο και όχι σε αγροτικό ή ποιμενικό. Πριν από αυτήν, η ουγγρο-αμερικανίδα Εrnestine Friedl (με το βιβλίο της, Vasilika. A village in modern Greece) και η (επίσης φοιτήτρια του Κάμπμπελ) Juliet du Boulay (με το έργο της, Portrait of a Greek Mountain Village) είχαν μελετήσει αγροτικούς πληθυσμούς, ενώ ο ίδιος ο Κάμπμπελ είχε κάνει έρευνα στους Σαρακατσάνους  (Ηonour, Family and Patronage). Συνεπώς, δεν αποτελεί υπερβολή να πει κανείς ότι η Χίρσον ανήκει στους «ιδρυτικούς γονείς» της κοινωνικής ανθρωπολογίας στην Ελλάδα (και για την Ελλάδα).

Η έρευνά της για τους πρόσφυγες της Κοκκινιάς έγινε γύρω στο 1971 και εκδόθηκε από τον οίκο Oxford University Press το 1989 ως Heirs of the Greek Catastrophe: The Social Life of Asia Minor Refugees in Piraeus. Το έργο αυτό παραμένει έως και σήμερα βασικό βιβλίο αναφοράς για την κοινότητα αυτή και φωτίζει με ενάργεια και προσοχή πλήθος διαστάσεων της κοινωνικής της ζωής. Στα ελληνικά εμφανίστηκε το 2004 από το ΜΙΕΤ. Μετά την αποχώρησή της από τη Μυτιλήνη, ξαναγύρισε στην Οξφόρδη όπου και παρέμεινε ως Research Fellow του St. Peter’s College, ενώ συνδεόταν και με το Refugee Studies Centre του Πανεπιστημίου.

H Χίρσον ήταν μια γλυκύτατη και ευγενέστατη παρουσία, πάντοτε πρόθυμη να βοηθήσει. Τη θυμάμαι να έρχεται συχνά στο Κολέγιο St. Antony’s για διαλέξεις και για να δει τον παλαιό της σουπερβάιζορ, εκεί είχα την ευκαιρία να τη γνωρίσω και εγώ. Aπό τις συζητήσεις μαζί της έμαθα πολλά. Θα λείψει και σε μένα αλλά, είμαι σίγουρος, και σε όλους όσοι είχαν την τύχη να τη γνωρίσουν. Aλλά το κενό θα παραμείνει μεγάλο.

30 Οκτωβρίου 2026

Η «τραμπική κτηματομεσιτική λογική» (Τrumpian real estate logic) αναφέρεται στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ έχτισε την επιχειρηματική του αυτοκρατορία και την προσωπική του εικόνα. Δεν πρόκειται απλώς για μια στρατηγική αγοραπωλησιών, αλλά για μια ολόκληρη φιλοσοφία που συνδυάζει το real estate με την ψυχολογία, το μάρκετινγκ και την πολιτική ισχύ.

Αυτό σημαίνει πως η «κτηματομεσιτική λογική» του Τραμπ (Trumpian real estate mindset) δεν αποτελεί απλώς μια επιχειρηματική στρατηγική, αλλά τη θεμελιώδη κοσμοθεωρία που διαμόρφωσε τόσο την πολιτική του καριέρα όσο και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη διακυβέρνηση, τις διεθνείς σχέσεις και την επικοινωνία.

Στο real estate της Νέας Υόρκης των δεκαετιών του 1970 και του 1980, η επιτυχία κρινόταν από το θράσος, τη διαπραγμάτευση και την ικανότητα να πουλάς ένα «όραμα» (ή μια ψευδαίσθηση) πριν καν πέσουν τα θεμέλια.

Ακολουθούν μερικές βασικές σκέψεις και άξονες για το πώς μεταφράζεται αυτή η λογική ή, αλλιώς ειπωμένο, οι βασικοί πυλώνες αυτής της λογικής, χωρισμένοι σε κεντρικές θεματικές:

1. Το Real Estate ως Branding (Brand-Centric Real Estate)

Για την παραδοσιακή αγορά, η αξία ενός ακινήτου καθορίζεται από την τοποθεσία, τα τετραγωνικά και τα υλικά. Στη λογική του Τραμπ, η μεγαλύτερη αξία κρύβεται στο όνομα.

Η χρυσή ταμπέλα: Η τοποθέτηση του ονόματος "Trump" με μεγάλα, επίχρυσα γράμματα σε κτίρια μετατρέπει το τσιμέντο σε προϊόν πολυτελείας.

Αδειοδότηση (Licensing): Σε μεταγενέστερα στάδια, η λογική αυτή εξελίχθηκε: ο Τραμπ δεν έχτιζε απαραίτητα τα κτίρια ούτε του ανήκαν. Αντίθετα, «νοίκιαζε» το όνομά του σε ξένους επενδυτές, αποδεικνύοντας ότι το brand έχει μεγαλύτερη ρευστότητα και μικρότερο ρίσκο από το ίδιο το τούβλο.

2. Η Ψυχολογία της Υπερβολής και του "Premium"

Η αισθητική και η ρητορική αυτής της προσέγγισης βασίζονται στην έννοια του "Hyper-Luxury".

Οπτική επιβολή: Χρυσός, μάρμαρο, τεράστια αίθρια και εντυπωσιακοί ουρανοξύστες. Ακόμα κι αν η αρχιτεκτονική κοινότητα την έκρινε συχνά «κιτς», η λογική αυτή στόχευε σε ένα συγκεκριμένο κοινό που ταύτιζε το φορτωμένο στυλ με την απόλυτη επιτυχία.

Δημιουργική αύξηση ορόφων: Είναι γνωστή η τακτική του να παραλείπει ορόφους στην αρίθμηση των ασανσέρ (π.χ. ένα κτίριο 58 ορόφων να εμφανίζεται ως 68 ορόφων). Η λογική; Οι πελάτες νιώθουν ότι αγοράζουν κάτι πιο ψηλό, πιο σπάνιο και πιο ακριβό.

3. Μόχλευση και Διαχείριση Ρίσκου (Debt as a Weapon)

Η παραδοσιακή συντηρητική λογική βλέπει το χρέος ως βάρος. Η τραμπική λογική βλέπει το χρέος ως εργαλείο.

OPM (Other People's Money): Η μέγιστη δυνατή χρήση ξένων κεφαλαίων (τραπεζών ή επενδυτών) για τη χρηματοδότηση έργων.

Το μέγεθος του χρέους ως ασπίδα: Όπως έχει αποτυπωθεί στην επιχειρηματική ιστορία, αν χρωστάς στην τράπεζα 100.000 δολάρια έχεις εσύ πρόβλημα. Αν της χρωστάς 100 εκατομμύρια, έχει η τράπεζα πρόβλημα. Αυτή η λογική χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα για την αναδιάρθρωση χρεών και την αποφυγή της προσωπικής οικονομικής καταστροφής μέσω των πτωχευτικών νόμων.

4. Η Υποκειμενικότητα της Αξίας (The Art of the Deal)

Στο σύμπαν αυτής της λογικής, η αξία ενός ακινήτου δεν είναι ποτέ σταθερή ή αντικειμενική· είναι διαπραγματεύσιμη και εξαρτάται από το αφήγημα.

Η τέχνη της υπερβολής (Truthful Hyperbole): Ο ίδιος ο Τραμπ έχει περιγράψει τον όρο στο βιβλίο του: μια αθώα, κατά τον ίδιο, υπερβολή που ενισχύει τη φαντασία των ανθρώπων. Στην πράξη, η λογική αυτή υπαγορεύει ότι ένα ακίνητο αξίζει όσο μπορείς να πείσεις τον άλλον ότι αξίζει, μια προσέγγιση που βρέθηκε συχνά στο μικροσκόπιο δικαστικών αρχών για τις αποκλίσεις στις αποτιμήσεις (διαφορετική αξία για την εφορία, διαφορετική για τις τράπεζες).

                 

5. Το Real Estate ως Πολιτικό και Κοινωνικό Σκαλοπάτι

Για πολλούς developers, τα κτίρια είναι απλώς πηγή εισοδήματος. Στη συγκεκριμένη λογική, το real estate είναι το εισιτήριο για την κοινωνική και πολιτική ελίτ.

Κτίρια όπως το Trump Tower στη Νέα Υόρκη δεν σχεδιάστηκαν απλώς για να στεγάσουν γραφεία, αλλά για να αποτελέσουν σκηνικά (stages). Έγιναν το φόντο για τηλεοπτικά show (The Apprentice), για συνεντεύξεις Τύπου και, τελικά, για την πολιτική του ανάδειξη.

Συνοψίζοντας: Η τραμπική κτηματομεσιτική λογική μετατόπισε το real estate από τη σφαίρα των «υλικών υποδομών» στη σφαίρα του θεάματος, της αντίληψης (perception) και της πειθούς. Ανεξάρτητα από το πώς κρίνει κανείς την αποτελεσματικότητα ή την ηθική της, άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται το real estate με τη μαζική κουλτούρα.

Πώς αυτή η λογική εφαρμόστηκε σε συγκεκριμένα project:

Για να κατανοήσουμε πώς η θεωρία έγινε πράξη, έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς οι παραπάνω πυλώνες εφαρμόστηκαν σε τρία εμβληματικά και εντελώς διαφορετικά projects της καριέρας του Ντόναλντ Τραμπ. Το καθένα αντιπροσωπεύει και μια διαφορετική πτυχή της κτηματομεσιτικής του λογικής:

1. The Grand Hyatt Hotel (Νέα Υόρκη, 1980)

Η εφαρμογή της πολιτικής επιρροής, της ακραίας μόχλευσης και του "OPM" (Other People's Money).

Αυτό ήταν το project που έβαλε τον Τραμπ στον χάρτη του Μανχάταν, μετατρέποντας το παλιό, παρακμασμένο ξενοδοχείο Commodore δίπλα στο Grand Central σε ένα υπερσύγχρονο Hyatt.

Πώς εφαρμόστηκε η λογική:

Κρατική διευκόλυνση: Ο Τραμπ χρησιμοποίησε τις πολιτικές διασυνδέσεις του πατέρα του (Φρεντ Τραμπ) για να πετύχει κάτι πρωτοφανές: μια 40ετή φοροαπαλλαγή από τον Δήμο της Νέας Υόρκης, η οποία εξοικονόμησε εκατομμύρια δολάρια στο project.

Μηδενικό προσωπικό ρίσκο: Έπεισε την αλυσίδα Hyatt να μπει συνεταίρος 50-50 και τις τράπεζες να χρηματοδοτήσουν το έργο, βασιζόμενος στη φοροαπαλλαγή που είχε εξασφαλίσει. Ουσιαστικά, έχτισε ένα τεράστιο project στο κέντρο του Μανχάταν βάζοντας ελάχιστα δικά του μετρητά.

2. Trump Tower (Νέα Υόρκη, 1983)

Η εφαρμογή της ψυχολογίας του premium, του hyper-luxury και του branding ως σκηνικού.

Ο ουρανοξύστης στην 5η Λεωφόρο αποτελεί το «ιερό δισκοπότηρο» της τραμπικής λογικής. Δεν χτίστηκε απλώς ως κτίριο, αλλά ως το μνημείο του brand του.

Πώς εφαρμόστηκε η λογική:

Η οφθαλμαπάτη των ορόφων: Το κτίριο έχει στην πραγματικότητα 58 ορόφους, αλλά αν μπείτε στο ασανσέρ, ο τελευταίος όροφος αναγράφεται ως 68ος. Ο Τραμπ παρέλειψε 10 ορόφους (δικαιολογώντας το λόγω του μεγάλου ύψους του εμπορικού αιθρίου στη βάση). Αυτό του επέτρεψε να πουλάει τα ρετιρέ σε πολύ υψηλότερες τιμές, καθώς οι αγοραστές πλήρωναν το premium του να μένουν «πιο ψηλά».

Το Real Estate ως Reality Show: Το κτίριο επενδύθηκε εσωτερικά με εντυπωσιακό ροζ μάρμαρο, έναν καταρράκτη 24 μέτρων και παντού χρυσές λεπτομέρειες. Αυτό το σκηνικό χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως το μόνιμο πλατό για το τηλεοπτικό show The Apprentice, ταυτίζοντας το κτίριο με την έννοια της επιχειρηματικής επιτυχίας στο μυαλό του παγκόσμιου κοινού.

3. Trump International Hotel & Tower (Σικάγο, 2009)

Η εφαρμογή της «διαχείρισης κρίσεων μέσω χρέους» και της σύγκρουσης με τις τράπεζες.

Αυτός ο εντυπωσιακός ουρανοξύστης στο Σικάγο ολοκληρώθηκε ακριβώς πάνω στην παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, αποτελώντας το τέλειο παράδειγμα του πώς το «μεγάλο χρέος» γίνεται όπλο του δανειζόμενου.

Πώς εφαρμόστηκε η λογική:

Η επίθεση ως άμυνα: Όταν η αγορά κατέρρευσε και ο Τραμπ έπρεπε να αποπληρώσει ένα δάνειο ύψους 400 εκατομμυρίων δολαρίων στην Deutsche Bank, αντί να ζητήσει απλώς παράταση μήνυσε την τράπεζα.

Η ανωτέρα βία (Force Majeure): Υποστήριξε δικαστικά ότι η οικονομική κρίση του 2008 ήταν μια «πράξη του Θεού» (ανωτέρα βία) και επομένως δεν ευθυνόταν ο ίδιος για την αδυναμία πληρωμής. Η κίνηση αυτή ανάγκασε την τράπεζα να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και τελικά να αναδιαρθρώσει το δάνειο με ευνοϊκούς όρους, αποδεικνύοντας τη θεωρία ότι οι τράπεζες δεν θέλουν να χρεοκοπήσουν τους πολύ μεγάλους πελάτες τους γιατί θα χάσουν τα λεφτά τους.

Σύνοψη των τακτικών κινήσεων στην πράξη

Αν απομονώσουμε τις κινήσεις του σε αυτά τα projects, βλέπουμε ένα κοινό μοτίβο:

1. Αγοράζεις την τοποθεσία (πάντα κεντρικά σημεία).

2. Μεγιστοποιείς το αφήγημα (χρυσός, extra όροφοι, luxury branding).

3. Μεταφέρεις το ρίσκο στις τράπεζες ή στους αγοραστές (μέσω προπωλήσεων).

4. Χρησιμοποιείς το μέγεθος του έργου για να πιέσεις το σύστημα (δήμους ή πιστωτές) αν τα πράγματα πάνε στραβά.

Πώς αυτή η λογική μεταφέρθηκε αυτούσια στην πολιτική του ρητορική;

Η μεταφορά της κτηματομεσιτικής λογικής στην πολιτική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα φαινόμενα της σύγχρονης πολιτικής επικοινωνίας. Ουσιαστικά, ο Τραμπ δεν άλλαξε επάγγελμα, εφάρμοσε τους κανόνες του Real Estate και του μάρκετινγκ των ουρανοξυστών στη διακυβέρνηση μιας χώρας, αντιμετωπίζοντας τις διεθνείς σχέσεις, τους αντιπάλους και τους ψηφοφόρους με τους ίδιους όρους που αντιμετώπιζε τους αγοραστές, τους εργολάβους και τις τράπεζες.

Οι κεντρικοί πυλώνες αυτής της μεταφοράς περιλαμβάνουν

1. Το Brand ως Πολιτική Ιδεολογία (MAGA):

Στο real estate, η αξία κρυβόταν στο όνομα "Trump" και όχι στα υλικά. Στην πολιτική, η λογική αυτή γέννησε το κίνημα MAGA (Make America Great Again).

Το brand ως ταυτότητα: Όπως ακριβώς πουλούσε ένα διαμέρισμα επειδή είχε τη χρυσή ταμπέλα "Trump Tower", έτσι ακριβώς πουλάει και μια πολιτική ιδέα βασισμένη σε ένα ισχυρό, απλό και εύκολα αναγνωρίσιμο σλόγκαν.

Merchandising: Τα κόκκινα καπέλα, οι σημαίες και τα T-shirts αντιμετωπίζονται με όρους εμπορικού branding. Η πολιτική υποστηρίζεται μέσω της κατανάλωσης του brand, ακριβώς όπως η διαμονή σε ένα Trump Hotel αποτελούσε δήλωση status.

2. Η «Τέχνη της Υπερβολής» ως Πολιτικό Αφήγημα (Truthful Hyperbole)

Στο βιβλίο του The Art of the Deal, περιγράφει την «αθώα υπερβολή» ως ένα εξαιρετικό εργαλείο προώθησης. Στην πολιτική, αυτή η τακτική μεταφράστηκε σε μια ρητορική των ακραίων υπερθετικών βαθμών.

Το «μεγαλύτερο» και το «καλύτερο»: Στις ομιλίες του, οι συγκεντρώσεις του είναι πάντα «οι μεγαλύτερες στην ιστορία», η οικονομία επί των ημερών του «η καλύτερη που υπήρξε ποτέ» και οι αντίπαλοί του «οι χειρότεροι όλων των εποχών».

Η υποκειμενικότητα της πραγματικότητας: Όπως η αξία ενός ακινήτου καθορίζεται από το πόσο καλά μπορείς να το πλασάρεις, έτσι και τα πολιτικά γεγονότα αναδιαμορφώνονται μέσω του αφηγήματος, ανεξάρτητα από τα αντικειμενικά στατιστικά στοιχεία.

3. Η Πολιτική ως Συναλλαγή (Transactional Politics)

Για έναν developer, δεν υπάρχουν μόνιμοι φίλοι ή ιδεολογίες, υπάρχουν μόνο deals (συμφωνίες). Ο Τραμπ μετέφερε αυτή την ψυχρή, επιχειρηματική λογική στην εξωτερική και εσωτερική πολιτική.

Διεθνείς σχέσεις ως real estate: Αντιμετώπισε παραδοσιακές συμμαχίες, όπως το ΝΑΤΟ, με όρους ενοικιαστή-ιδιοκτήτη, δηλώνοντας ανοιχτά ότι οι σύμμαχοι «πρέπει να πληρώσουν το μερίδιό τους» για την προστασία που τους παρέχεται.

Παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος (Zero-Sum Game): Στη λογική του, για να κερδίσει η Αμερική (ή ο ίδιος), πρέπει κάποιος άλλος να χάσει (π.χ. η Κίνα ή το Μεξικό στους δασμούς). Δεν υπάρχει αμοιβαίο όφελος, υπάρχει μόνο ο «νικητής» και ο «χαμένος» μιας διαπραγμάτευσης.

4. Το Τείχος στα Σύνορα ως το Απόλυτο "Mega-Project":

Η πιο ξεκάθαρη μεταφορά της κτηματομεσιτικής λογικής στην πολιτική ήταν η υπόσχεση για την κατασκευή του Τείχους στα σύνορα με το Μεξικό.

Η λύση μέσω της υποδομής: Ένας developer λύνει τα προβλήματα χτίζοντας. Αντί για μια περίπλοκη γεωπολιτική ή κοινωνική προσέγγιση του μεταναστευτικού, ο Τραμπ πρότεινε ένα φυσικό κτίσμα.

Η μεταφορά του κόστους (OPM): Η περίφημη ατάκα «Θα χτίσουμε το τείχος και θα πληρώσει το Μεξικό γι’ αυτό» είναι η απόλυτη πολιτική μετάφραση της στρατηγικής "Other People's Money". Όπως έπειθε τις τράπεζες να χρηματοδοτήσουν τα κτίριά του, έτσι ισχυρίστηκε ότι θα έπειθε μια ξένη χώρα να χρηματοδοτήσει το πολιτικό του project.

5. Η Επίθεση ως η Μόνη Άμυνα

Όπως ακριβώς μήνυσε την Deutsche Bank εν μέσω κρίσης για να κερδίσει χρόνο και πλεονέκτημα, έτσι λειτουργεί και απέναντι στους πολιτικούς ή δικαστικούς του αντιπάλους.

Αντεπίθεση(Counter-punching): Η ρητορική του βασίζεται στην αρχή ότι αν σε κατηγορήσουν για κάτι, δεν απολογείσαι ποτέ. Αντίθετα, επιτίθεσαι με διπλάσια ένταση, αμφισβητείς την εγκυρότητα του θεσμού που σε κατηγορεί (π.χ. «Fake News», «διεφθαρμένο δικαστικό σύστημα») και μετατρέπεις τη δικαστική ή πολιτική μάχη σε ένα επικοινωνιακό σόου όπου εσύ κρατάς τα ηνία.

Συμπέρασμα: Ο Ντόναλντ Τραμπ κατάφερε να εκλεγεί και να κυβερνήσει χρησιμοποιώντας το ίδιο ακριβώς «εγχειρίδιο» που τον έκανε διάσημο στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1980. Αντιμετώπισε τις ΗΠΑ ως ένα τεράστιο, premium ακίνητο που χρειαζόταν έναν σκληρό διαπραγματευτή για να το ανακαινίσει και να αυξήσει την αξία του στην παγκόσμια αγορά.

Η μεταφορά της κτηματομεσιτικής λογικής του Ντόναλντ Τραμπ στην περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία δεν αποτελεί πλέον θεωρία, αλλά την επίσημη διπλωματική του στρατηγική. Σε αναλύσεις διεθνών μέσων (όπως το Foreign Affairs και η Wall Street Journal), η προσέγγισή του περιγράφεται κυριολεκτικά ως μια «κτηματομεσιτική συναλλαγή μεταμφιεσμένη σε γεωπολιτική στρατηγική».

Αυτή η επιχειρηματική νοοτροπία εφαρμόζεται στην Ουκρανία μέσα από συγκεκριμένες τακτικές:

1. Η επιλογή των «Μεσιτών» αντί για Διπλωμάτες:

Η πιο τρανταχτή απόδειξη αυτής της λογικής είναι τα πρόσωπα που επέλεξε ο Τραμπ για να ηγηθούν των ειρηνευτικών συνομιλιών. Αντί για έμπειρους διπλωμάτες καριέρας ή διεθνολόγους, έστειλε στο Κρεμλίνο και στις διαπραγματεύσεις τον Στιβ Γουίτκοφ, έναν δισεκατομμυριούχο developer ακινήτων από τη Νέα Υόρκη και προσωπικό του φίλο, ο οποίος συνέταξε το αρχικό προσχέδιο ειρήνης (το λεγόμενο σχέδιο 28 σημείων). Η λογική είναι απλή: «Αν θες να κλείσεις ένα deal, στέλνεις έναν άνθρωπο της αγοράς, όχι της γραφειοκρατίας».

2. Η πάτρια γη ως «Οικόπεδο προς Διαπραγμάτευση» (Territorial Cession)

Για έναν developer, η πάτρια γη δεν έχει εθνική κυριαρχία ή ιστορική μνήμη, είναι τετραγωνικά μέτρα, τοποθεσία και «assets».

«Καλύτερα να κλείσεις deal τώρα»: Σε δηλώσεις του, ο Τραμπ αντιμετωπίζει τα εδάφη της ανατολικής Ουκρανίας με όρους αγοράς, αναφέροντας ότι «κάποια από αυτά τα εδάφη έχουν ήδη χαθεί, κάποια είναι προς διεκδίκηση», οπότε «είναι προτιμότερο να κλείσεις μια συμφωνία τώρα».

Η λογική της απομείωσης: Στα προσχέδια που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η Ουκρανία πιέζεται να παραχωρήσει εδάφη στη Ρωσία (Κριμαία, Ντονμπάς). Στην «τραμπική λογιστική», αυτό παρουσιάζεται ως το αναγκαίο τίμημα (reparations) που πρέπει να πληρώσει ο «ενοικιαστής» (Ουκρανία) για να σταματήσει η καταστροφή του υπόλοιπου «κτιρίου».

3. Η ειρήνη μέσω επιχειρηματικών deals ("Make Money, Not War"):

Η Ουάσιγκτον προωθεί τη λογική του «Ειρήνη μέσω επιχειρήσεων» («Peace through business»). Η στρατηγική του Τραμπ βασίζεται στην ιδέα ότι μπορεί να δελεάσει τη Μόσχα και να ικανοποιήσει την αμερικανική πλευρά συνδέοντας την κατάπαυση του πυρός με τεράστιες οικονομικές συμφωνίες.

Εκμετάλλευση πόρων: Το σχέδιο περιλαμβάνει προτάσεις για τη συμμετοχή αμερικανικών εταιρειών και επενδυτών (στους οποίους περιλαμβάνονται πρόσωπα με στενούς δεσμούς με την οικογένεια Τραμπ) σε έργα ενέργειας, αγωγών, εξόρυξης ορυκτών στην Αρκτική, ακόμη και στη διαχείριση παγωμένων ρωσικών κεφαλαίων.

• Αντάλλαγμα για τη βοήθεια: Η τραμπική λογική απαιτεί από το Κίεβο να παραχωρήσει στις ΗΠΑ πρόσβαση σε ουκρανικά κοιτάσματα πετρελαίου και ορυκτών ως «ξεπλήρωμα» (payback) για την πολεμική βοήθεια που έλαβε.

4. Η Συναλλακτική Διαχείριση των Συμμάχων

Η στάση του Τραμπ απέναντι στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι θυμίζει τη σχέση ενός σκληρού ιδιοκτήτη με έναν πελάτη που «δεν φέρνει αποτελέσματα».

Πίεση για αλλαγή ηγεσίας: Ο Τραμπ έφτασε στο σημείο να δηλώσει δημόσια ότι «είναι καιρός η Ουκρανία να αποκτήσει νέο πρόεδρο», κατηγορώντας τον Ζελένσκι ότι «δεν ξέρει να κλείνει deals».

Η προτεραιότητα του αμερικανικού κόστους: Όταν οι ουκρανικές επιθέσεις με drones σε ρωσικά διυλιστήρια επηρέασαν τις παγκόσμιες τιμές των καυσίμων, ο Τραμπ απαίτησε να σταματήσουν, διότι αύξαναν τις τιμές του ντίζελ στις ΗΠΑ ενόψει των ενδιάμεσων αμερικανικών εκλογών. Προχώρησε μάλιστα σε μια αιφνιδιαστική εμπορική συμφωνία με τον Πούτιν για την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ (αναστέλλοντας τις σχετικές κυρώσεις), με τον Ζελένσκι να διαμαρτύρεται έντονα ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες στο Μαϊάμι χρησιμοποιήθηκαν απλώς ως «προπέτασμα καπνού» για να κλειστεί ένα αμερικανορωσικό ενεργειακό deal.

Το Γεωπολιτικό Ρίσκο της Μεθόδου:

Οι επικριτές αυτής της προσέγγισης, τόσο στην Ευρώπη όσο και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, επισημαίνουν το θεμελιώδες λάθος της: Ένας πόλεμος φθοράς και εθνικής επιβίωσης δεν είναι μια εμπορική διαφωνία για ένα οικόπεδο.

Η προσπάθεια να επιλυθεί η ρωσική εισβολή με όρους «αγοραπωλησίας» και εκβιαστικών διαπραγματεύσεων κινδυνεύει να αφήσει την Ουκρανία γεωγραφικά εκτεθειμένη, τη Ρωσία γεωπολιτικά ενισχυμένη και την Ευρώπη βαθιά διχασμένη, καθώς οι παραδοσιακές εγγυήσεις ασφαλείας αντικαθίστανται από επιχειρηματικά συμβόλαια.

Καίρια τα ερωτήματα που εγείρονται και ζητούν την απάντησή τους:

Υπό αυτές τις συνθήκες, έχει τη δυνατότητα η Ουκρανία να διατηρήσει ζωντανή την εθνολογική διάσταση της σύγκρουσης με τη Ρωσία και να αποτρέψει τον  εκχυδαϊσμό που απορρέει από τυχόν επιβολή και επικράτηση μιας κτηματομεσιτικής συναλλαγής;

Μπορεί να επιφυλάξει η Ουκρανία μία οδυνηρή έκπληξη τόσο στην ρωσική επιβουλή όσο και στην αμερικανική κτηματομεσιτική λογική ή είναι καταδικασμένη να ζήσει μέσα στη μοναξιά, εγκαταλειμμένη σταδιακά από κάθε δυτική συμπαράσταση;

28 Οκτωβρίου 2026

Η 28η Οκτωβρίου 1940 χωρίς τον Μεταξά

Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης

Εάν οι εκλογές του Ιανουαρίου 1936 δεν είχαν γίνει με το εκλογικό σύστημα της «απλής και άδολης αναλογικής» και είχε σχηματιστεί κυβέρνηση, είτε του Λαϊκού Κόμματος ή των Φιλελευθέρων, ο Μεταξάς δεν θα είχε γίνει πρωθυπουργός τον Απρίλιο και δικτάτορας την 4η Αυγούστου.  Εάν γινόταν αυτό, η Ελλάδα θα αναμειγνυόταν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με άλλους όρους και η μεταπολεμική εξέλιξη των πραγμάτων θα ήταν τελείως διαφορετική από αυτή που ζήσαμε.

Η Ελλάδα δέχτηκε ιταλική επίθεση την 28η Οκτωβρίου 1940 και ενεπλάκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο γιατί κυβερνήτης της ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς και αρχηγός του κράτους ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄.  Εάν δεν ίσχυε αυτό, η Ελλάδα, κατά πάσα πιθανότητα, είτε δε θα αναμειγνυόταν στον πόλεμο ή θα δεχόταν επίθεση από τη Βρετανία στα μέσα του 1942, κατά την προετοιμασία για τη μάχη του Ελ Αλαμέιν.

Όσο και εάν ακούγεται παράξενο, ο μόνος λόγος που η Ελλάδα δέχτηκε επίθεση και είπε ΟΧΙ στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι την 28η Οκτωβρίου 1940 ήταν γιατί τη χώρα δεν κυβερνούσε το Κόμμα των Φιλελευθέρων ή το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Εάν ήταν πρωθυπουργός ο Νικόλαος Πλαστήρας, επικεφαλής βενιζελικής κυβέρνησης, κατά πάσα πιθανότητα η Ελλάδα θα είχε προσχωρήσει στον Άξονα στο πλευρό της Ιταλίας, το φασιστικό καθεστώς της οποίας θαύμαζε ο Πλαστήρας και επιθυμούσε να εφαρμόσει στην Ελλάδα. Εάν, δε, τη χώρα κυβερνούσε το ΚΚΕ, στις 24 Αυγούστου 1939, την επομένη της υπογραφής του Συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, η Ελλάδα θα προσχωρούσε επίσης στον Άξονα και θα δεχόταν γερμανική επίθεση στα μέσα καλοκαιριού 1941, ταυτόχρονα με την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης στη Σοβιετική Ένωση.

Σε ό,τι ακολουθεί επιχειρηματολογώ για το γιατί.

O Πλαστήρας

Ο Νικόλαος Πλαστήρας είναι, κατά τη γνώμη μου, μια από τις πιο υπερτιμημένες φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας.  Απόφοιτος σχολής υπαξιωματικών του στρατού, το 1909 συμμετείχε στο Κίνημα στο Γουδί. Το 1922 ηγήθηκε στρατιωτικού πραξικοπήματος λίγες ημέρες μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία, και ενώ πρόσφυγες προσπαθούσαν ακόμη να ξεφύγουν από τη δολοφονική βία των στρατιών του Κεμάλ. Ανέτρεψε την κυβέρνηση Γούναρη και, λίγες εβδομάδες αργότερα, οργάνωσε δίκη-παρωδία σε έκτακτο στρατοδικείο, το οποίο «δίκασε» και καταδίκασε σε θάνατο τον πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη και άλλους δύο πρώην πρωθυπουργούς, τον υπουργό Εξωτερικών, τον υπουργό Στρατιωτικών και τον διοικητή του εκστρατευτικού σώματος της Μικράς Ασίας.  Οι Έξι εκτελέστηκαν τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας από την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης. Τον Μάρτιο 1933, την ημέρα των εκλογών, ο Πλαστήρας οργάνωσε πραξικόπημα, με την έγκριση του Ελευθερίου Βενιζέλου, για να εμποδίσει το Λαϊκό Κόμμα, που κέρδισε τις εκλογές, να σχηματίσει κυβέρνηση. Το πραξικόπημα απέτυχε και ο Πλαστήρας κατέφυγε στη Γαλλία. Ακριβώς δύο χρόνια μετά, τον Μάρτιο του 1935, παρ’ όλο που η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος δεν είχε παλινορθώσει τη μοναρχία, όπως της ζητούσαν επίμονα ακραία στοιχεία του στρατού, ο Πλαστήρας οργανώνει πάλι, από τη Γαλλία, πραξικόπημα για την ανατροπή της κυβέρνησης και, δήθεν, την «προστασία της δημοκρατίας».  Όταν το πραξικόπημα αποτυγχάνει, ο Πλαστήρας καταδικάζεται σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Τον επόμενο χρόνο, και ενώ η χώρα συγκλονίζεται από αιματηρές ταραχές που διοργανώνει το ΚΚΕ σχεδόν καθημερινά από τις αρχές του χρόνου, στις εφημερίδες της 29ης Ιουνίου 1936 δημοσιεύεται δημόσια προτροπή του Πλαστήρα να επιβληθεί αμέσως δικτατορία  (διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου):

Κατά τας ημέρας αυτάς διαδίδονται πολλά περί εγκαθιδρύσεως εις την Ελλάδα δικτατορίας εκ μέρους των κυβερνητών σήμερον. Θα ήταν αλήθεια ευχής έργον εάν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή η ιδέα αυτή το ταχύτερον [...]. Εάν το σημερινό καθεστώς έχει προσανατολισθή προς αυτήν την κατεύθυνσι και αισθάνεται ότι έχει στους κόλπους του τα απαραίτητα στοιχεία και τον άνδρα ο οποίος θα αποτελέση τον ιθύνοντα νουν και έχει την ικανότητα και την δύναμι για να άρει τις αιτίες που κρατούν τον λαό σε δύο συγκρουόμενες μερίδες, δεν πρέπει ούτε για μια στιγμή να διστάση, διότι οι καιροί ου μενετοί.

Όπερ και εγένετο, την 4η Αυγούστου 1936, χωρίς αντιδράσεις από τον ελληνικό λαό και χωρίς να «ανοίξει μύτη».  Όμως, η δικτατορία του Μεταξά δεν ήταν ακριβώς η δικτατορία που είχε στο νου του ο Πλαστήρας, ο οποίος ήλπιζε ότι το κίνημα θα οργανωνόταν από κοινοβουλευτικές δυνάμεις και, δη, του κεντρώου χώρου, και θα είχε αποτέλεσμα την επιβολή ενός φασιστικού καθεστώτος στα πρότυπα του καθεστώτος Μουσολίνι.  Ο Πλαστήρας, στα 3 χρόνια που ήταν στη Γαλλία, γνώρισε και θαύμασε το ιταλικό φασιστικό καθεστώς και πίστευε ότι αποτελούσε την απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδος.

Στα τέλη Νοεμβρίου 1940, και ενώ ο ελληνικός στρατός είχε αποκρούσει την αρχική ιταλική επίθεση και είχε ήδη απωθήσει τον ιταλικό στρατό πέρα από τα αλβανικά σύνορα, ο Πλαστήρας ανέλαβε πρωτοβουλία να πείσει την ελληνική κυβέρνηση να δεχτεί τη διαμεσολάβηση της ναζιστικής Γερμανίας για να τερματιστούν οι εχθροπραξίες και να επιτευχθεί ανακωχή.

Έτσι, όπως πολύ εύγλωττα σχολιάζει ο καθηγητής Γεώργιος Μαυρογορδάτος σε άρθρο του στην Καθημερινή (1 Νοεμβρίου 2023):

Τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, αν στη θέση του Ιωάννη Μεταξά είχε βρεθεί ως δικτάτορας ο Νικόλαος Πλαστήρας, αν δηλαδή είχε επικρατήσει το Κίνημα του 1935, η απάντησή του στον Ιταλό πρέσβη θα ήταν ασφαλώς διαφορετική.  Δεν είναι μόνο ότι ο Πλαστήρας είχε γίνει από αρκετά χρόνια άκριτος θαυμαστής του Μουσολίνι, ούτε ότι φιλοδοξούσε να μιμηθεί αυτόν περισσότερο από κάθε άλλον δικτάτορα, όπως αρθρογραφούσε το 1934. Το 1941, από τη Γαλλία όπου παρέμενε εξόριστος, κατηγορούσε τον Μεταξά και τον Γεώργιο Β΄ ότι οδήγησαν την Ελλάδα σε άνισο πόλεμο με την Ιταλία και τη Γερμανία, που μπορούσε να είχε αποφευχθεί. […]. Άλλωστε, ήταν έτοιμος να συνεργαστεί με τις δυνάμεις του Άξονα.  Βαυκαλιζόταν, όπως φαίνεται, με την ελπίδα ότι αυτές θα τον εγκαθιστούσαν δικτάτορα στην κατεχόμενη Ελλάδα.

To ΚΚΕ

Toν Αύγουστο 1935, μετά την επικράτηση των Ναζί στη Γερμανία, η Κομμουνιστική Διεθνής ή Κομιντέρν, η υπηρεσία του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος που επέβλεπε και ήλεγχε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα του κόσμου, αποφάσισε τη δημιουργία «λαϊκών μετώπων» και διέταξε τα ΚΚ όλου του κόσμου να δημιουργήσουν «αντι-φασιστικούς» συνασπισμούς με σοσιαλιστικά, φιλελεύθερα και αστικά κόμματα για να ελέγξουν την άνοδο του φασισμού. Έτσι, στις εκλογές του Ιανουαρίου 1936, το ΚΚΕ κατέβηκε με την ονομασία «Λαϊκό Μέτωπο», πιστό, όπως πάντα, στις εντολές της Μόσχας.

Όμως, στις 7 Σεπτεμβρίου 1939, 14 ημέρες μετά την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ και 7 μέρες μετά την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία, ο Στάλιν έδωσε εντολή να εγκαταλειφθεί αμέσως η πολιτική των «λαϊκών μετώπων» και να καταγγελθεί ο πόλεμος που μόλις είχε ξεσπάσει ως «σύγκρουση μεταξύ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων»[1].  Στις 9 Σεπτεμβρίου συνεδρίασε η Κεντρική Γραμματεία της Κομιντέρν και εξέδωσε απόφαση που έλεγε αυτολεξεί: 

Ο σημερινός πόλεμος είναι ένας ιμπεριαλιστικός και άδικος πόλεμος για τον οποίο ευθύνονται οι αστικές τάξεις όλων των εμπλεκόμενων χωρών.  Τα κομμουνιστικά κόμματα […] που έχουν πάρει θέση διαφορετική από την παραπάνω πρέπει να αλλάξουν αμέσως την πολιτική τους γραμμή. 

Μια εβδομάδα αργότερα, σοβιετικά στρατεύματα εισέβαλαν στην «αστική, φασιστική» Πολωνία από τα ανατολικά και έθεσαν τέρμα στην αντίσταση του πολωνικού στρατού.  Επακολούθησε ο διαμελισμός της Πολωνίας ανάμεσα στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση.

Η επίσημη θέση του ΚΚΕ από το φθινόπωρο του 1939 ώς τις αρχές Ιουλίου 1941 ήταν ότι υπεύθυνοι για τους πολέμους που είχαν κηρύξει η ναζιστική Γερμανία, η φασιστική Ιταλία και η κομμουνιστική Ρωσία στη δυτική Ευρώπη και τη βόρεια Αφρική ήταν η Αγγλία και η Γαλλία, οι οποίες, κατά το ΚΚΕ, «κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία». Την ίδια ακριβώς θέση είχαν όλα τα κομμουνιστικά κόμματα του κόσμου. Το ΚΚΕ εκτέλεσε τις εντολές του σοβιετικού κόμματος μέχρι κεραίας. Η Κεντρική Επιτροπή, σε μανιφέστο της 20ής Απριλίου 1940, δηλαδή τρεις εβδομάδες πριν από την γερμανική εισβολή στη Γαλλία, και αφού ο Μεταξάς είχε επιβεβαιώσει τη συμπαράταξη της Ελλάδος με τους Συμμάχους, διακήρυξε (Ριζοσπάστης, 2 Μαΐου 1940):

Το πέρασμα της βασιλομεταξικής δικτατορίας στην υπηρεσία των αγγλογάλλων, συντελούμενος μέσα στις συνθήκες της έντασης των σχέσεων τους με την Ιταλία, σημαίνει –ούτε λίγο ούτε πολύ– πρόσκληση προς τους ιμπεριαλιστές να βγάλουν τα μάτια τους πάνω στα ελληνικά εδάφη και εξουσιοδότησή τους να μην αφήσουν πέτρα πάνω στην άλλη, στην δυστυχισμένη πατρίδα μας.[2]

Στις 30 Απριλίου 1940 το ΚΚΕ επανέρχεται με «προκήρυξη προς τον ελληνικό λαό», στην οποία αναφέρει ότι η εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας και της ΕΣΣΔ εναντίον της Πολωνίας προκλήθηκε από τις ενέργειες της πολωνικής κυβέρνησης.  Μετά το ΟΧΙ, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ εξέδωσε μανιφέστο (7 Δεκεμβρίου 1940) όπου υποστήριζε ότι για την ιταλική επίθεση ευθύνεται «η βασιλομεταξική σπείρα», δηλαδή η ελληνική κυβέρνηση:

Ο πόλεμος αυτός που προκλήθηκε από τη βασιλομεταξική σπείρα, που διατάχτηκε από τους εγγλέζους ιμπεριαλιστές, δεν μπορεί να έχει την παραμικρή σχέση με την υπεράσπιση της πατρίδος μας. Ούτε είναι βέβαια «πόλεμος κατά του φασισμού», όπως δήλωσε κυνικά ο αρχιφασίστας Μεταξάς, ο δήμιος του λαού μας. [Ο] πόλεμος αυτός δεν μπορεί νάχει καμμιά σχέση με την ελευθερία.[3]

Όμως, στις 31 Οκτωβρίου 1940, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, έγκλειστος στις φυλακές Κέρκυρας, έστειλε επιστολή προς τον Ιωάννη Μεταξά, με την οποία καλεί τον ελληνικό λαό να συμπαραταχθεί με την κυβέρνηση για την απόκρουση της ιταλικής επίθεσης.  Η επιστολή δόθηκε από την κυβέρνηση στις εφημερίδες και δημοσιεύθηκε την επόμενη μέρα.  Στις 26 Νοεμβρίου 1940, ο Ζαχαριάδης, μετά τη σφοδρή αντίδραση του μηχανισμού και των στελεχών του ΚΚΕ που δρούσαν ελεύθεροι, κάνει πίσω και στέλνει δεύτερη επιστολή στον Μεταξά, η οποία, όμως, όπως και η τρίτη, που στάλθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1941, δε δημοσιεύθηκαν ποτέ στον Τύπο, γιατί η κυβέρνηση, βλακωδώς, θεώρησε ότι μπορούσαν να προκαλέσουν ρήγμα στο αρραγές εθνικό μέτωπο. 

Η δεύτερη επιστολή του Ζαχαριάδη δημοσιεύθηκε τελικά στον Ριζοσπάστη, στις 9 Μαρτίου 1947. Ο Ζαχαριάδης ζητούσε η Ελλάδα να σταματήσει τις εχθροπραξίες και να εισέλθει στον Άξονα Χίτλερ-Μουσολίνι-Στάλιν, στο πλευρό της ΕΣΣΔ.  Ιδού:

Με το αίμα του ο λαός εξασφάλισε τη λευτεριά και την ανεξαρτησία του. Έξω απ’ αυτά η Ελλάδα δεν έχει καμμιά θέση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ανάμεσα στην Αγγλία και Ιταλία-Γερμανία.  Αφού ο λαός μας υπερασπίσει αποτελεσματικά την ανεξαρτησία και την εθνική λευτεριά του, σήμερα ένα μοναχά πράμα θέλει: Ειρήνη και ουδετερότητα με τούτους τους όρους: (1) Να ξανάρθουν τα πράγματα όπως ήταν στις 28 του Οχτώβρη 1940 δίχως καμιά εδαφική-οικονομική-πολιτική ζημία σε βάρος της Ελλάδας, και (2) Οι πολεμικές δυνάμεις της Αγγλίας να φύγουν όλες απ’ τα χώματα και τα νερά της Ελλάδας. Με βάση τους δύο αυτούς όρους να ζητήσουμε αμέσως από την κυβέρνηση της Ε.Σ.Σ.Δ. να μεσολαβήσει για να γίνει ελληνοϊταλική ειρήνη. Αυτό σήμερα είναι το μοναδικό εθνικολαϊκό συμφέρον. Και η πράξη έχει αποδείξει ότι μόνον η Ε.Σ.Σ.Δ. σήμερα έσωσε την ειρήνη και ουδετερότητα της Γιουγκοσλαβίας – Βουλγαρίας – Τουρκίας.

Στις 15 Ιανουαρίου 1941 ο Ζαχαριάδης στέλνει την τρίτη επιστολή του, αυτή τη φορά προς όλα τα μέλη του ΚΚΕ, και ζητάει τη διενέργεια πραξικοπήματος ή στάσης για την ανατροπή του Μεταξά, την ίδια ώρα που η χώρα πολεμούσε στα βουνά της Αλβανίας εναντίον των Ιταλών.  Στην επιστολή αναφέρει:

Ο Μεταξάς από την πρώτη στιγμή [...] έκανε πόλεμο φασιστικό, κατακτητικό πόλεμο. Ενώ, αφού διώξαμε τους Ιταλούς από την Ελλάδα, βασική προσπάθεια μας έπρεπε να είναι να κάνουμε μια ξεχωριστή, έντιμη και δίχως παραχωρήσεις ελληνοϊταλική ειρήνη, πράγμα που μπορούσε να γίνει με τη μεσολάβηση της ΕΣΣΔ, η μοναρχοφασιστική δικτατορία συνέχισε τον πόλεμο για λογαριασμό, όχι του λαού της Ελλάδας, μα της πλουτοκρατίας και του αγγλικού ιμπεριαλισμού. [...] Αφού δε ο Μεταξάς αρνιέται να αποκαταστήσει τις ελευθερίες του λαού, να εξασφαλίσει την ειρήνη της Ελλάδας και κάνει πόλεμο κατακτητικό ιμπεριαλιστικό, που όλα του τα βάρη τα πληρώνει ο λαός, παραμένει [σσ. ο Μεταξάς] κύριος εχθρός του λαού και της χώρας.  Η ανατροπή του είναι το πιο άμεσο και ζωτικό συμφέρον του λαού μας. Λαός και στρατός πρέπει να πάρουν στα χέρια τους τη διαχείριση της χώρας και του πολέμου με σκοπό ειρήνη, εθνική ανεξαρτησία, εσωτερικό αντιφασιστικό, αντιπλουτοκρατικό λαϊκό καθεστώς, ολόπλευρη προσέγγιση προς την ΕΣΣΔ και βαλκανική συνεργασία με βάση την ειρηνική λύση των εσωβαλκανικών διαφορών».

Αναλογισθείτε το αυτό.  Ο Ζαχαριάδης ζητούσε από τους Έλληνες να ανατρέψουν την κυβέρνησή τους, που διεξήγαγε έναν νικηφόρο αμυντικό πόλεμο υπεράσπισης των εδαφών της πατρίδας. Τι θα έκανε, αυτός και ο μηχανισμός του ΚΚΕ, εάν ήταν ελεύθεροι και δρούσαν χωρίς περιορισμούς;  Αναλογισθείτε την, εκ των υστέρων φρικιαστική, εκδοχή της ιστορίας όπου το ΚΚΕ ήταν νόμιμο την 28η  Οκτωβρίου 1940 και η ηγεσία του κυκλοφορούσε ελεύθερη και δρούσε ανενόχλητη. 

Στις αρχές του Ιανουαρίου 1936 το ΚΚΕ είχε ζητήσει από τα μέλη του να περάσουν από μαθήματα δράσης στην παρανομία· στις αρχές Ιουνίου 1936 εξέδωσε οδηγίες προς όλες τις οργανώσεις του να οργανώσουν άμεσα ταχυδρομική επικοινωνία μεταξύ τους, να βρεθούν μυστικά μέρη συνεδριάσεων και να δημιουργηθεί ένα δίκτυο συνδέσμων· και στα μέσα Ιουνίου 1936 έδωσε εντολή για την «εντατικοποίηση της δουλειάς στις ένοπλες δυνάμεις» και ζήτησε από τα μέλη των κομμουνιστικών πυρήνων να συλλάβουν τους αξιωματικούς «φασιστικών πεποιθήσεων και να ενωθούν με τις μάζες για την ανατροπή του καθεστώτος»[4].  Και αυτά ήταν απλώς η κατάληξη ενός επαναστατικού προγράμματος που ξεκίνησε το 1927, όταν η νεολαία του ΚΚΕ αποφάσισε την ίδρυση «αντιπολεμικών πυρήνων» στο στράτευμα. Θυμίζω ότι μέχρι τον Μάρτιο του 1928 ο αριθμός τους είχε φτάσει τις 238.

Αυτή η δραστηριότητα, ασφαλώς, θα είχε συνεχιστεί εάν δεν έκανε δικτατορία ο Μεταξάς το 1936 και εάν δεν είχε φυλακιστεί ή/και εκτοπιστεί η ηγεσία του ΚΚΕ.  Είναι ασφαλές να υποθέσει κανείς, επίσης, ότι θα είχε ενταθεί μετά τον Οκτώβριο 1939, όταν η Κομιντέρν διέταξε τα κομμουνιστικά κόμματα όλου του κόσμου να καταγγείλουν τους «Αγγλογάλλους» και τους «Πολωνούς φασίστες» ως υπεύθυνους για την εισβολή στην Πολωνία και τον διαμελισμό της από τη Γερμανία και την ΕΣΣΔ. Φανταστείτε, λοιπόν, τις συνέπειες για την αντίδραση της Ελλάδος στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι, το αξιόμαχο του ελληνικού στρατού στην Ήπειρο και για την έκβαση της άμυνας της χώρας εναντίον της ιταλικής εισβολής, εάν το ΚΚΕ δρούσε ελεύθερο και εκτελούσε τις διαταγές της Κομιντέρν μετά την 28η Οκτωβρίου 1940. 

Για να σας βοηθήσω, θυμηθείτε απλώς την ανταρσία που εκδηλώθηκε στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, με οργάνωση και υποκίνηση στελεχών του ΚΚΕ, στη Μέση Ανατολή.  Τα κινήματα της Μέσης Ανατολής έγιναν σε τρεις φάσεις:  τον Μάρτιο 1943, τον Ιούλιο 1943 και τον Απρίλιο 1944, με την ανταρσία του Ναυτικού, που ήταν η κορύφωση του δράματος.  Καθόλου τυχαία, το πρώτο κίνημα σημειώθηκε τον Μάρτιο 1943, δηλαδή ταυτόχρονα με την έναρξη των εμφύλιων συγκρούσεων στην Ελλάδα. Η επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων με στόχο την απορρόφηση ή την εξουδετέρωσή τους εξαπολύθηκε σχεδόν αμέσως μετά την παράδοση της 6ης Στρατιάς της Βέρμαχτ και τη, νικηφόρα για την ΕΣΣΔ, λύση της πολιορκίας του Στάλινγκραντ.  Η ήττα της Γερμανίας στο Στάλινγκραντ συνέβη τρεις μήνες μετά την ήττα του Ρόμελ στο Ελ Αλαμέιν και είχε γίνει, πλέον, απολύτως σαφές ότι η ζυγαριά του πολέμου γέρνει εναντίον της Γερμανίας και η νίκη των Συμμάχων ήταν θέμα χρόνου.  Αμέσως, το ΚΚΕ εξαπέλυσε εκστρατεία εξάλειψης οποιασδήποτε αμφισβήτησης της κυριαρχίας του στον ελλαδικό χώρο. Παράλληλα, αποπειράθηκε να εξουδετερώσει τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις που δρούσαν στη Μέση Ανατολή. 

Η κομμουνιστική οργάνωση ΑΣΟ («Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση»), στην οποία συμμετείχαν κυρίως στρατιώτες και ελάχιστοι υπαξιωματικοί και αξιωματικοί, ζήτησε τον Μάρτιο του 1943 την αποπομπή των «φασιστών» αξιωματικών (δηλαδή των μη αποταχθέντων μετά τα κινήματα του 1933 και του 1935, καθώς και των αντικομμουνιστών βενιζελικών) από τις Ταξιαρχίες.  «Φασίστες» κατά το ΚΚΕ ήταν οι αξιωματικοί που οδήγησαν τον ελληνικό στρατό στις νίκες εναντίον του Μουσολίνι, που συγκρούστηκαν με τη Βέρμαχτ στη Γραμμή Μεταξά, που ηγήθηκαν της 1ης Ελληνικής Ταξιαρχίας στη Μάχη του Ελ Αλαμέιν προ έξι μηνών και που οδήγησαν τα ελληνικά υποβρύχια στις περιπολίες στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο το 1941 και το 1942 βυθίζοντας γερμανικά μεταγωγικά που μετέφεραν εφόδια για το Afrika Korps. Σύμφωνα με το ΚΚΕ η ηγεσία αυτών των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων ήταν «φασίστες».

Η ανταρσία του Μαρτίου 1943 είχε αποτέλεσμα την παραίτηση του υπουργού Αμύνης Παναγιώτη Κανελλόπουλου και την απομάκρυνση 40 αξιωματικών μοναρχικών πεποιθήσεων από τις Ταξιαρχίες. Τον Ιούλιο, οι ταραχές επαναλήφθηκαν με ανταρσίες στα πλοία Ιέραξ και Μιαούλης και στη 2η Ταξιαρχία. Η στάση καταπνίγηκε ύστερα από αγγλική επέμβαση και δύο στασιαστές δικάστηκαν, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν.  

Τον Μάρτιο 1944, το ΕΑΜ σχηματίζει στα βουνά της Ευρυτανίας την Προσωρινή Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) ή «Κυβέρνηση του Βουνού». Στις αρχές Απριλίου στασιάζει το Ναυτικό, που ήταν ελλιμενισμένο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ναύτες πέταξαν στη θάλασσα τους αξιωματικούς τους, κατέλαβαν τα πλοία, ανέβασαν στα κατάρτια τους σημαίες που γράφουν «ΕΑΜ» και αξίωσαν τη συγχώνευση της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης του Καΐρου με την ΠΕΕΑ. Ο αρχηγός του αγγλικού στόλου έδωσε στην ελληνική κυβέρνηση διορία 48 ώρες για να καταπνίξει την ανταρσία, αλλιώς θα διέτασσε τη βύθιση του ελληνικού στόλου.  Η ανταρσία του Απριλίου 1944 και ο παροπλισμός του ελληνικού στόλου έγιναν δύο μήνες πριν από την απόβαση στη Νορμανδία.

Αναλογισθείτε τώρα «επιτροπές οπλιτών» στην Κακαβιά και στο Τεπελένι, το χειμώνα 1940-41, να συλλαμβάνουν τους αξιωματικούς τους, όπως έκαναν στον Λίβανο το 1943, και να ζητούν άμεση κατάπαυση του πυρός και συνεννόηση με  την Ιταλία, με τη διαμεσολάβηση της Σοβιετικής Ένωσης – όπως ζητούσε ο παράνομα εκδιδόμενος Ριζοσπάστης όλη τη διάρκεια του 1940. Φανταστείτε «πυρήνες» του ΚΚΕ να εμφανίζονται στην έδρα της μεραρχίας τους, να συλλαμβάνουν το επιτελείο και να το κλειδαμπαρώνουν σε αυτοσχέδια κρατητήρια επειδή ήταν «φασίστες», όπως έκαναν στα πλοία του ελληνικού στόλου που ήταν ελλιμενισμένα στην Αλεξάνδρεια το 1944.  Είναι απολύτως βέβαιο ότι θα έκαναν στο αλβανικό μέτωπο το 1940-41 ακριβώς ό,τι έκαναν στον Λίβανο και την Αίγυπτο, όταν οι δύο ελληνικές Ταξιαρχίες, που είχαν συμμετάσχει στη Μάχη του Ελ Αλαμέιν, εκπαιδεύονταν και προετοιμάζονταν για να συμμετάσχουν στην απόβαση στη Σικελία και, μετά, στην απελευθέρωση της Ελλάδος. Περί αυτού δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία. 

Για το ΚΚΕ, πάντα, η υπέρτατη υποχρέωση, αυτή που υπερείχε όλων των άλλων, ήταν η πιστή εκτέλεση των εντολών της Μόσχας γιατί, κατά το συναξάρι τους, αυτό υπαγόρευε η αποστολή τους, που ήταν (και είναι) η παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση.  Τίποτε δε θα μπορούσε (και δεν μπορεί) να προηγείται αυτού του στόχου, και των εντολών της Μόσχας – ούτε καν η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της πατρίδας και της ελευθερίας του ελληνικού λαού.  Εκ των υστέρων, λοιπόν, ο Μεταξάς ήταν όχι μόνο αυτός που πρόσδεσε τη χώρα στο άρμα της Βρετανίας και της νικήτριας συμμαχίας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου αλλά, διώκοντας το ΚΚΕ και αδρανοποιώντας την ηγεσία του τα χρόνια προ της έναρξης του πολέμου, γλίτωσε την Ελλάδα από την εθνική τραγωδία που θα αποτελούσε η υπονομευτική δράση του στη διάρκεια του αλβανικού έπους.

Ίσως γι’ αυτό μετά το 1974 και, ειδικά, μετά το 1981 το ΚΚΕ και η Αριστερά προσπάθησε, για μερικά χρόνια, να επιβάλλει το αφήγημα ότι τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου το ΟΧΙ δεν το είπε ο Μεταξάς στον Ιταλό πρέσβη αλλά ο «Λαός». Και ότι εάν ο Μεταξάς δεν είχε πει ΟΧΙ θα επακολουθούσε λαϊκή εξέγερση. Στην πραγματικότητα, βέβαια, εάν ο Μεταξάς είχε υποκύψει στο ιταλικό τελεσίγραφο, το ΚΚΕ θα τον έκανε επίτιμο μέλος. Αλλά, όπως γνωρίζει πλέον και ο τελευταίος νοήμων Έλληνας, το μόνο πράγμα στο οποίο αριστεύουν οι κομμουνιστές είναι τα ψέματα και η διαστρέβλωση της πραγματικότητας.

Εάν η δικτατορία Μεταξά δεν είχε φυλακίσει και εκτοπίσει την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (ΚΚΕ) μετά την 4η Αυγούστου 1936, ο νικηφόρος αμυντικός πόλεμος που διεξήγαγε η Ελλάδα στα βουνά της Ηπείρου και στην Αλβανία το 1940-41 θα γινόταν με πολύ διαφορετικούς όρους και θα είχε πολύ διαφορετική έκβαση.  Τα αποτελέσματα θα ήταν καταστροφικά, όπως ήταν το 1943 και 1944 στη Μέση Ανατολή, όταν το ΚΚΕ προκάλεσε τη διάλυση και τον παροπλισμό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων που δρούσαν στη Μέση Ανατολή μετά το 1941.  H θέση αυτή δεν αποτελεί αβάσιμη εικασία ή σενάριο επιστημονικής φαντασίας αλλά βάσιμη υπόθεση που στηρίζεται σε πραγματικά ιστορικά δεδομένα.


[1]    Monty Jonhstone, The CPGB, the Comintern and the War, 1939-194: Filling in the Blank Spots, Science & Society, Vol. 61, No. 1, Communism in Britain and the British Empire (Άνοιξη 1997), σ. 27-45.

[2]     «Το ΚΚΕ από το 1918 ώς το 1931», τόμος Α΄,  «Το ΚΚΕ από το 1918 ώς το 1926», και στο παράρτημα κειμένων της περιόδου 1932-1941, σελ. 498, έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ.

[3]      ό.π., σ. 509-510.

[4]      Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης, «Θα υπήρχε Έπος του ’40 εάν δεν ήταν το ΚΚΕ στη φυλακή;», The Books’  Journal, Νο.180, Οκτώβριος 2026, σ. 28-32.

28 Οκτωβρίου 2026

Αναμενόμενο το ότι πολλά θα δούμε μέχρι τις εκλογές. Μερικά όμως σε εκπλήττουν δυσάρεστα, ιδίως εάν αφορούν τα παιδιά και γίνονται χωρίς λόγο. Ή ακριβέστερα, εάν αφορούν τα παιδιά και γίνονται χωρίς λογική. Ένα από αυτά είναι και η πρόσφατη καταψήφιση του νομοσχεδίου για την απαγόρευση πρόσβασης των ανηλίκων κάτω των 15 ετών στις πλατφόρμες των social media, από σύσσωμη την αντιπολίτευση, του ΠΑΣΟΚ δυστυχώς συμπεριλαμβανομένου. Για την ακρίβεια μάλιστα, το ΠΑΣΟΚ, μη έχοντας το θάρρος να το καταψηφίσει, αφού φυσικά δεν διέθετε καλύτερο, δήλωσε «παρών», ενώ οι λοιπές πολιτικές δυνάμεις το καταψήφισαν.  

Γιατί δεν το ψήφισαν; 

Όπως από την συζήτηση στη Βουλή προκύπτει, λόγω «αναποτελεσματικότητας και προβλημάτων εφαρμογής» και «διότι οι έφηβοι μπορούν εύκολα να παρακάμψουν τους τεχνικούς περιορισμούς», παρότι όλα τα κόμματα αναγνωρίζουν την ανάγκη προστασίας των παιδιών από τους ψηφιακούς κινδύνους.

Σκέφτηκαν δηλαδή ότι αφού δεν μπορούμε να έχουμε τον τέλειο τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος (διότι το πρόβλημα αναγνωρίζουμε όλοι ότι υπάρχει και είναι πιεστικό), ε, τότε είναι καλύτερα να το αφήσουμε στα σημερινά του χάλια. 

Και τους έφηβους; Έ, αφήνοντάς τους κι’ αυτούς στα σημερινά τους χάλια. 

Α, το καταψήφισαν επίσης και διότι καλό θα είναι να περιμένουμε να ρυθμίσει το θέμα συλλογικά η Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Τι να πει κανείς. Πάντα ουραγοί, πάντα εξαρτημένοι από τους άλλους, χωρίς ποτέ να τολμούμε να πάρουμε την ευθύνη πάνω μας.  Ούτεν καν για τα δικά μας παιδιά. Εκτός μόνον όταν πρόκειται για τα «δικά μας παιδιά». Εκεί σκιζόμαστε. 

Είχαν να προτείνουν κάτι καλύτερο; Προφανώς όχι.

Είχαν να προτείνουν κάτι πιο εφαρμόσιμο; Προφανώς όχι! 

Και τούτο αποδεικνύεται από την ΠΑΣΟΚειο λογική όπως αυτή προκύπτει από την όλη στάση του κόμματος σχετικά με το θέμα αυτό στη Βουλή:

Καταρχάς δηλώνει ότι δεν θα ψηφίσει το νομοσχέδιο διότι είναι ανεφάρμοστο, λόγω του ότι είναι δύσκολο να διαπιστωθεί η ηλικία των χρηστών. 

Στη συνέχεια κάνει ρελάνς με μία πρόταση, η οποία λογικά είναι πολύ πιο πολύ ανεφάρμοστη από την πρόταση της κυβέρνησης, την οποία το ίδιο αρνείται να την ψηφίσει ως ανεφάρμοστη: καταθέτει δική του τροπολογία προτείνοντας μια διαβαθμισμένη πρόσβαση ανάλογα με την ηλικία, αντί για την πλήρη απαγόρευση.

Δηλαδή είναι ανεφάρμοστος ως αναποτελεσματικός ο τρόπος με τον οποίο θα ελέγχεται η ηλικία των χρηστών στις πλατφόρμες, όμως ταυτόχρονα είναι δυνατός, εφαρμόσιμος και αποτελεσματικός ο ίδιος έλεγχος, με τα ίδια μέσα, στις ίδιες πλατφόρμες, για διαβαθμισμενη μάλιστα και εξειδικευμένη αυτή τη φορά ηλικία των ίδιων χρηστών; 

Δηλαδή για να καταλάβουμε την πρόταση σε όλο του το λογικό εύρος, κατά το ΠΑΣΟΚ οι πλατφόρμες δεν μπορούν να ελέγξουν μία συγκεκριμένη ηλικία των νέων χρηστών, μπορούν όμως, οι ίδιες πλατφόρμες, να ελέγξουν την διαβαθμισμένη και κατηγοριοποιημένη σε περισσότερες και μερικότερες κατηγορίες ηλικία των ίδιων χρηστών;

Και για να το κάνουμε ακόμα πιο απλό, τι είναι πρακτικά και τεχνικά πιο εύκολο: να αντιληφθεί η πλατφόρμα ότι ένας χρήστης είναι 15 χρονών και κάτω ή ότι ένας χρήστης όχι μόνον είναι κάτω των 15 ετών, αλλά επιπλέον ανήκει και σε κάποια συγκεκριμένη από τις παρακάτω (αυθαίρετα και χάριν της κατανόησης εκτιθέμενες) π.χ. κατηγορίες, ώστε να τον εντάξει στη συνέχεια  στην ανάλογη απαγόρευση: είναι μεταξύ 8 – 10 ετών, είναι 10-12 ετών, είναι 12-14 ετών, είναι 15 ετών ή είναι άνω των 15 ετών; 

Πάσα απάντηση δεκτή. 

Δεν ξέρω εάν στη Βουλή οι ΠΑΣΟΚοι εξήγησαν και τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμοστεί η πρότασή τους, εγώ ο ανίδεος πάντως θεωρώ ακόμα ότι το να κάνεις διαβαθμισμένο και κατηγοριοποιημένο έλεγχο είναι πολύ πιο δύσκολο από το να κάνεις έναν απλό έλεγχο. Και το αντίθετο, ότι είναι πιο εύκολο να κάνεις έναν γενικό απλό έλεγχο, από τα να κάνεις με τα ίδια μέσα έναν διαβαθμισμένο κατηγοριακά έλεγχο. Εκτός κι αν εκεί στο ΠΑΣΟΚ έχουν βρει ήδη δικούς τους τρόπους ελέγχου, αναβαθμισμένους και διαβαθμισμένους, αρνούνται όμως να τους γνωστοποιήσουν μην… τους κλέψουν την πατέντα. 

Και τι βγαίνει απ’ όλα αυτά; 

Τι είχες Γιάννη; Τι είχα πάντα! 

Το μόνον που βγαίνει είναι ότι η αντιπολίτευση, για μια ακόμα φορά, δηλαδή για πολλοστή φορά, αποδείχτηκε κατώτερη των περιστάσεων.   

Αντί να ψηφίσει ένα μέτρο το οποίο ελλείψει καλύτερου, κρίνεται απολύτως απαραίτητο (όχι μόνο στη χώρα μας αλλά πανευρωπαϊκά και διεθνώς), επιφυλασσόμενη για καλύτερες και αποτελεσματικότερες τροποποιήσεις και ρυθμίσεις στο μέλλον (που μετά βεβαιότητος θα είναι πιο εφικτές), έκανε το τελευταίο που θα περίμενε κανείς από ένα σοβαρό κόμμα αντιπολίτευσης. Αρνήθηκε να το ψηφίσει, όπως δυστυχώς και σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν, συμπλέοντας για ακόμα μια φορά με την τοξική αντιπολίτευση.

Γιατί το έκανε; 

Στο μόνο που μπορεί να πάει το μυαλό μου είναι ότι το έκανε εκ του πονηρού και για τα ψηφαλάκια των νέων στις επικείμενες εκλογές. Διότι  μπορεί μεν η απαγόρευση να αφορά νέους που δεν ψηφίζουν ακόμα, αλλά και εκείνοι που ψηφίζουν δύο χρόνια διαφορά έχουν με τους υποψήφιους προς απαγόρευση συνέφηβους. Η μεταξύ τους αλληλεγγύη, αλλά και ο φόβος ότι στη συνέχεια μπορεί να αποτελέσουν και οι ίδιοι υποκείμενα απαγορεύσεων, νομίζω ότι θα μετρήσει, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, όταν βρεθούν μπροστά στην κάλπη. Άσε που με την άρνηση αυτή βάζουμε και  ψηφοθηρικές υποθήκες για το μέλλον: οι σημερινοί υποψήφιοι προς απαγόρευση δεκαπεντάχρονοι είναι οι μεθαυριανοί ψηφοφόροι και σε δύο χρόνια θα ψηφίζουν. Κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε, που λέει ο λαός. 

 Το λυπηρό της υπόθεσης; 

Ένα ΠΑΣΟΚ που τα τελευταία χρόνια συμπλέει στη Βουλή με κοκαλοδείχτες θεομπαίχτες και υβρίζοντες λαομπαίχτες.

Ένα ΠΑΣΟΚ που δείχνει να κάνει τα πάντα για μερικές ψήφους: θέσεις συριζαίικες και νυν τσιπραίικες, μεταγραφές συριζαίικες και νυν τσιπραίικες, ψήφους στη Βουλή συριζαίικες και νυν τσιπραίικες. Χωρίς να κατανοεί πόσο κακό κάνει αυτό στην ταυτότητά του και χωρίς καν να αντιλαμβάνεται ότι πλησιάζει πολύ… πάρα πολύ το σήμερα προπορευόμενο κόμμα – αλλά, δυστυχώς, όχι μόνο δημοσκοπικά. 

Ένα ΠΑΣΟΚ που ο ανταγωνισμός του με τον Τσίπρα, το κάνει χειρότερο, αντί καλύτερο.

Ένα ΠΑΣΟΚ που η ηγεσία του δεν έχει αντιληφθεί ότι, κι αν ακόμα, με τις τυχάρπαστες αυτές ψήφους, καταφέρει να υποσκελίσει τον Τσίπρα και να αναδειχθεί δεύτερο κόμμα (καθόλου βέβαιο, αλλά κι αν γίνει), η ανταπόκρισή του αυτή, ενώ θα είναι εντελώς περιορισμένη εκλογικά (κάτω από 15%, έχοντας ελάχιστο προβάδισμα σε σχέση με το τρίτο κόμμα και τη μισή εκλογική δύναμη από το πρώτο), θα το έχει όμως ήδη κατατάξει, και ίσως ανεπιστρεπτί, στα κόμματα της τοξικής διαμαρτυρίας (ή της διαμαρτυρόμενης τοξικότητας), με τα οποία  εσχάτως, τουλάχιστον ψηφοθηρικά, στη Βουλή συμπαρίσταται.   

Ένα ΠΑΣΟΚ που, χαμένο σε μια αριστεροσύνη παλιάς κοπής για να κερδίσει μερικές ουρανοκατέβατες ψήφους από τον Τσίπρα, χάνει το μεγαλύτερο μέρος της κρίσιμης μάζας του 10% της Κεντροαριστεράς (παλιοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, η συντριπτική του πλειονότητα), το οποίο από το 2019 και μετά βγάζει τον Μητσοτάκη πρωθυπουργό. Και η οποία θα έδινε ένα σταθερό προβάδισμα στο ΠΑΣΟΚ αφενός έναντι όλων των άλλων στην διεκδίκηση και κυρίως στη σταθεροποίησή του στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αφετέρου με ένα αξιόλογο ποσοστό μελλοντικής διεκδίκησης της διακυβέρνησης.  

Ένα ΠΑΣΟΚ που αντί να διεκδικεί συμπαγείς ψήφους από το πρώτο κόμμα το οποίο φέρεται και φαίνεται ότι χάνει ψήφους, αναλώνεται και ανακατεύεται με τα πίτουρα, για μερικές τυχάρπαστες ψήφους από το δεύτερο κόμμα, το οποίο φέρεται και φαίνεται ότι κερδίζει ψήφους.    

Ξεχνώντας σε κάθε περίπτωση τι λέει ο λαός για τα ανεμομαζώματα.

Αληθινά λυπηρό, για ένα παλιό συστημικό κόμμα εξουσίας, το οποίο τα τελευταία χρόνια βάλθηκε να μας αποδείξει ότι έγινε αντιστημικό!   

Η χώρα χρειάζεται διακυβέρνηση και όχι διαμαρτυρία ή, πολύ περισσότερο, τοξικότητα. Όχι άλλη τοξικότητα.  

26 Οκτωβρίου 2026

Το Books’ Journal συνεχίζει τον δεύτερο κύκλο των δημόσιων συζητήσεων «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα – Συζητήσεις στο Ωδείο Αθηνών» με προσκεκλημένη τη Βάσω Κιντή, ομότιμη καθηγήτρια Φιλοσοφίας της Επιστήμης και Αναλυτικής Φιλοσοφίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, σε μια συζήτηση με τον Ηλία Κανέλλη, δημοσιογράφο, συγγραφέα και εκδότη του Books’ Journal. Η εκδήλωση με τη Βάσω Κιντή θα γίνει την Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2026, στις 7.30 μ.μ., στην Αίθουσα Άρης Γαρουφαλής του Ωδείου Αθηνών. Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Η φιλοσοφία της επιστήμης και της ιστορίας, η αναλυτική φιλοσοφία, η εξέλιξη των ιδεών, η σχέση επιστήμης και φιλοσοφίας, το έργο σημαντικών στοχαστών όπως ο Τόμας Κουν ή ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, η παρουσία της φιλοσοφίας στον δημόσιο διάλογο, αλλά και η ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή, τα ελλείμματα της εκπαίδευσης, τα προβλήματα του ελληνικού Πανεπιστημίου και οι χαμένες ευκαιρίες του, η Αριστερά, ο λαϊκισμός, ο φανατισμός στον δημόσιο διάλογο και η βία ως συστατικό των πολιτικών αντιπαραθέσεων είναι μερικά μόνο από τα θέματα της συζήτησης με μια μαχόμενη καθηγήτρια για καλύτερο πανεπιστήμιο αλλά και μια εναργή πολίτη που με μεγάλο προσωπικό κόστος ήταν πάντα μπροστά στις δύσκολες στιγμές της πρόσφατης ιστορίας μας.

Η Βάσω Κιντή είναι ομότιμη καθηγήτρια Φιλοσοφίας της Επιστήμης και Αναλυτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ). Έχει πτυχίο Χημείας από το ΕΚΠΑ και διδακτορικό Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Επιστήμης από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

Έχει δημοσιεύσει βιβλία και εργασίες σε διεθνή και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά για θέματα φιλοσοφίας της επιστήμης και φιλοσοφίας της ιστορίας, για το έργο των Κουν, Βιτγκενστάιν και Κόλινγκγουντ, καθώς και για την εννοιολογική αλλαγή. Το πιο πρόσφατο βιβλίο της είναι το Thinking Philosophically about History: Understanding Truth and the Past (Bloomsbury, 2026), που είναι αναθεωρημένη εκδοχή του ελληνικού Φιλοσοφία της Ιστορίας (Πόλις, 2021). Ήταν αρχισυντάκτρια του επιστημονικού περιοδικού International Studies in the Philosophy of Science (2019-2026) και μέλος της συντακτικής ομάδας του φιλοσοφικού περιοδικού Δευκαλίων.

Έχει διατελέσει μέλος του Συμβουλίου Ιδρύματος του ΕΚΠΑ (2013-2016), διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης και της Τεχνολογίας (2022–2024) και διευθύντρια του Τομέα Φιλοσοφίας, Θεωρίας και Ιστορίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας (2017–2019). Υπήρξε μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (2019-2023), εθνική εκπρόσωπος στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας (ERC, 2021-2023) και στην πλατφόρμα ETINED του Συμβουλίου της Ευρώπης (2020-2024).

Είναι ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Γυναικών Πανεπιστημιακών και έχει εκλεγεί εκπρόσωπος της Ελλάδας στη Steering Committee της Fédération Internationale des Sociétés de Philosophie για την περίοδο 2024-2029. Είναι επίσης μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής για την Τεχνητή Νοημοσύνη και πρόεδρος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών για την περίοδο 2024-2028.

«Κι αυτοί είναι η Ελλάδα – Συζητήσεις στο Ωδείο Αθηνών»
Η Βάσω Κιντή συνομιλεί με τον Ηλία Κανέλλη

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2026 | 19:30
Ωδείο Αθηνών – Αίθουσα Άρης Γαρουφαλής
Είσοδος ελεύθερη

Συμπαραγωγή: The Books’ Journal – Ωδείο Αθηνών

26 Οκτωβρίου 2026

Ουγγαρία, 23 Οκτωβρίου 1956. Εβδομήντα χρόνια από μια επανάσταση που συνέτριψαν τα σοβιετικά τανκς, αλλά που εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις πιο αποκαλυπτικές στιγμές της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας.

Στις 23 Οκτωβρίου 1956, μια ειρηνική φοιτητική διαμαρτυρία στη Βουδαπέστη εξελίχθηκε σε πραγματική λαϊκή επανάσταση. Χιλιάδες εργάτες και πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους, γκρέμισαν το τεράστιο άγαλμα του Στάλιν και διεκδίκησαν την ελευθερία και την ανεξαρτησία της χώρας τους. Η εξέγερση εξαπλώθηκε με ταχύτητα, παρασύροντας το κομμουνιστικό καθεστώς σε μια κρίση από την οποία δεν μπορούσε πλέον να εξέλθει με τα συνηθισμένα μέσα της πολιτικής καταστολής.

Υπάρχει μια φωτογραφία από την ουγγρική επανάσταση του 1956 που συμπυκνώνει το νόημά της. Μια ουγγρική σημαία κυματίζει στους δρόμους της Βουδαπέστης, έχοντας μια μεγάλη τρύπα στο κέντρο της. Οι διαδηλωτές έχουν αφαιρέσει το κομμουνιστικό έμβλημα από το εθνικό τους σύμβολο. Εκείνο το κενό, μέσα στο ύφασμα, εκφράζει μια ολόκληρη πολιτική διεκδίκηση. Ένας λαός απαιτεί να αποκτήσει ξανά την κυριότητα της χώρας του.

Το κίνημα αποκτά σύντομα συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Ο Ίμρε Νάγκυ, μεταρρυθμιστής κομμουνιστής, αναλαμβάνει την πρωθυπουργία. Στις 30 Οκτωβρίου ανακοινώνεται η κατάργηση του μονοκομματικού συστήματος και η αποκατάσταση του πολυκομματισμού, ενώ ανοίγει ο δρόμος για ελεύθερες εκλογές. Την 1η Νοεμβρίου η Ουγγαρία κηρύσσει την ουδετερότητά της και την αποχώρησή της από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Για μερικές ημέρες, η Βουδαπέστη ζει την εμπειρία μιας ελευθερίας που έμοιαζε αδιανόητη στο σοβιετικό στρατόπεδο.

Το ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον της ουγγρικής επανάστασης βρίσκεται στο γεγονός ότι σημαντικό μέρος των εξεγερμένων προερχόταν από τις κοινωνικές δυνάμεις στο όνομα των οποίων υποτίθεται ότι κυβερνούσε το κομμουνιστικό καθεστώς. Οι εργάτες συγκροτούσαν επαναστατικά συμβούλια, διεκδικούσαν πραγματική συμμετοχή στη διοίκηση των εργοστασίων και απαιτούσαν την αποκατάσταση της εθνικής ανεξαρτησίας. Ανάμεσά τους υπήρχαν άνθρωποι που εξακολουθούσαν να πιστεύουν στον σοσιαλισμό, αλλά αρνούνταν τη σοβιετική κηδεμονία και την κομματική δικτατορία.

Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα καθιστούσε την επανάσταση ιδιαίτερα επικίνδυνη για τη Μόσχα. Αποκάλυπτε ότι η εργατική τάξη μπορούσε να εξεγερθεί εναντίον ενός κράτους που ισχυριζόταν ότι κυβερνούσε για λογαριασμό της. Οι κοινωνίες μπορούσαν να απορρίψουν τον ολοκληρωτισμό χωρίς να χρειάζονται καθοδήγηση από κάποια ξένη δύναμη. Η ελευθερία αποδεικνυόταν διεκδίκηση ισχυρότερη από την ιδεολογική πειθαρχία.

Η σοβιετική ηγεσία είχε ήδη επέμβει στρατιωτικά από τις πρώτες ημέρες της εξέγερσης. Στις 4 Νοεμβρίου εξαπέλυσε τη μεγάλη επιχείρηση καταστολής. Χιλιάδες στρατιώτες και τεθωρακισμένα εισέβαλαν στη Βουδαπέστη και στις υπόλοιπες εξεγερμένες περιοχές. Οι οδομαχίες υπήρξαν σκληρές. Οι Ούγγροι αντιστάθηκαν με όσα μέσα διέθεταν απέναντι σε μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές μηχανές του κόσμου.

Περισσότεροι από 2.500 Ούγγροι έχασαν τη ζωή τους, περίπου 200.000 εγκατέλειψαν τη χώρα και χιλιάδες άνθρωποι γνώρισαν τις φυλακές, τις διώξεις και τις εκτοπίσεις. Εκατοντάδες εκτελέστηκαν κατά τη διάρκεια των αντιποίνων. Ανάμεσά τους ο ίδιος ο Ίμρε Νάγκυ, που εκτελέστηκε στις 16 Ιουνίου 1958, ύστερα από μια πολιτική δίκη.

Η επανάσταση είχε ηττηθεί στρατιωτικά. Οι συνέπειές της όμως υπερέβησαν κατά πολύ τα ουγγρικά σύνορα.

Το 1956 αποτέλεσε μια βαθιά δοκιμασία για την ευρωπαϊκή Αριστερά και ιδιαίτερα για τη διανόηση που εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τη Σοβιετική Ένωση ως ιστορικό φορέα της ανθρώπινης χειραφέτησης. Μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, ο Νικήτα Χρουστσόφ είχε καταγγείλει στο 20ό Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης τα εγκλήματα του Στάλιν. Τώρα, η ίδια η σοβιετική εξουσία έστελνε τα άρματά της για να συντρίψουν ένα λαό που ζητούσε ελευθερία.

Η αντίφαση ήταν συντριπτική. Για όσους είχαν ταυτίσει τον σοσιαλισμό με τη δημοκρατική χειραφέτηση, η Βουδαπέστη επέβαλλε μια επώδυνη αναθεώρηση. Για άλλους, η κομματική πίστη αποδείχθηκε ισχυρότερη από την πραγματικότητα. Η εξέγερση βαφτίστηκε «αντεπανάσταση», οι επαναστάτες παρουσιάστηκαν ως όργανα του ιμπεριαλισμού και η στρατιωτική εισβολή ως αναγκαία προστασία του σοσιαλισμού.

Επρόκειτο για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιδεολογικής διαστροφής της γλώσσας: η κατοχή ονομαζόταν απελευθέρωση και η συντριβή μιας λαϊκής επανάστασης υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων.

Ο Αλμπέρ Καμύ υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πνευματικές φωνές που υπερασπίστηκαν τους Ούγγρους. Στο κείμενό του Το αίμα των Ούγγρων κατήγγειλε τη σοβιετική τρομοκρατία, αλλά και την ευκολία με την οποία ο δυτικός κόσμος χειροκροτούσε τους αγωνιστές της ελευθερίας, χωρίς να αναλαμβάνει το κόστος της υπεράσπισής τους. Η Χάνα Άρεντ, στη μελέτη της Ολοκληρωτικός ιμπεριαλισμός: Σκέψεις για την ουγγρική επανάσταση (1958), αναγνώρισε στη συλλογική και αυθόρμητη πολιτική δράση των εξεγερμένων μια εντυπωσιακή απόδειξη της ανθρώπινης ικανότητας για ελευθερία. Οι παρεμβάσεις αυτές είχαν ιδιαίτερη σημασία. Αντιμετώπιζαν την ουγγρική επανάσταση ως γεγονός με αυτόνομη ιστορική και ηθική αξία, πέρα από τις σκοπιμότητες του Ψυχρού Πολέμου.

Η Δύση, άλλωστε, παρά τις δημόσιες διακηρύξεις της, απέφυγε οποιαδήποτε στρατιωτική αναμέτρηση με τη Σοβιετική Ένωση για την Ουγγαρία. Η ταυτόχρονη κρίση του Σουέζ απορροφούσε μεγάλο μέρος της διεθνούς προσοχής. Οι Ούγγροι ανακάλυψαν με τον σκληρότερο τρόπο τα όρια της διεθνούς αλληλεγγύης και της γεωπολιτικής πραγματικότητας.

Εβδομήντα χρόνια αργότερα, η ουγγρική επανάσταση εξακολουθεί να θέτει ένα ερώτημα που αφορά ολόκληρη την ευρωπαϊκή ιστορία: με ποιο δικαίωμα μια εξουσία, επικαλούμενη έναν ανώτερο ιστορικό σκοπό, στερεί από έναν λαό την ελευθερία να αποφασίζει για την τύχη του;

Η απάντηση δόθηκε στους δρόμους της Βουδαπέστης, πολύ πριν καταρρεύσει το σοβιετικό οικοδόμημα. Την έδωσαν οι φοιτητές που διαδήλωσαν, οι εργάτες που συγκρότησαν συμβούλια, οι πολίτες που αντιστάθηκαν στα τανκς και όσοι πλήρωσαν την εξέγερσή τους με τη ζωή ή την εξορία.

Η 23η Οκτωβρίου 1956 αποτελεί μια από τις μεγάλες επαναστατικές στιγμές του ευρωπαϊκού εικοστού αιώνα. Και υπενθυμίζει κάτι που οι ιδεολογίες και οι αυτοκρατορίες επιχείρησαν επανειλημμένα να διαγράψουν: η ελευθερία ενός λαού δεν μπορεί να τίθεται υπό την έγκριση εκείνων που τον κυβερνούν, πολύ περισσότερο εκείνων που τον κατέχουν.

25 Οκτωβρίου 2026

Η στρατηγική της Ουάσιγκτον για το φυσικό αέριο παρερμηνεύει το Κρεμλίνο ακόμη μια φορά. Κι ενώ το Κίεβο θα ήταν ικανοποιημένο με την επανέναρξη της διαμετακόμισης ρωσικού φυσικού αερίου προς την ΕΕ μέσω ουκρανικών αγωγών ως μέρος μιας συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, η Μόσχα δεν φαίνεται διατεθειμένη να ανταλλάξει τους πολεμικούς της στόχους γι’ αυτό.

Στις 17 Οκτωβρίου, οι New York Times ανέφεραν ότι οι απεσταλμένοι του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρετ Κούσνερ, προέτρεψαν το Κίεβο και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να εξετάσουν το ενδεχόμενο επανέναρξης της ροής ρωσικού φυσικού αερίου μέσω του εκτεταμένου δικτύου αγωγών της Ουκρανίας, ως μέρος μιας ειρηνευτικής συμφωνίας. Η λογική πίσω από την πρόταση είναι απλή: δεδομένου ότι τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο θα αποκομίσουν εμπορικά οφέλη, μια τέτοια συνεργασία θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για κατάπαυση του πυρός. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, Αμερικανοί και Ρώσοι εκπρόσωποι συζήτησαν επίσης την επανέναρξη της λειτουργίας του τμήματος του αγωγού «Nord Stream 2» που έχει διασωθεί κάτω από τη Βαλτική Θάλασσα —κάτι που αρνείται ο Λευκός Οίκος. Η ιδέα για το φυσικό αέριο ακολουθεί ένα άλλο κίνητρο που τέθηκε στο τραπέζι των συνομιλιών στο Μαϊάμι νωρίτερα αυτό το μήνα: μια πρόταση των ΗΠΑ να ξεπαγώσουν μέρος των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής κεντρικής τράπεζας και να τα θέσουν υπό τον έλεγχο της Ουάσιγκτον, την οποία απέρριψαν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι.

Πρόκειται για μια λογική συμφωνία ή για ένα «δηλητηριασμένο ποτήρι»; Η απάντηση εξαρτάται πολύ λιγότερο από το Κίεβο παρά από τη Μόσχα.

Το Κίεβο δεν αποτελεί εμπόδιο

Εάν μια οικονομική ρύθμιση αυτού του είδους μπορούσε να οδηγήσει σε κατάπαυση του πυρός, το Κίεβο κατά πάσα πιθανότητα θα συμφωνούσε να επαναλάβει τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου μέσω της επικράτειάς του — και ίσως να μην είχε αντίρρηση ούτε για την επανέναρξη της ροής φυσικού αερίου μέσω της Βαλτικής Θάλασσας. Από τις αρχές του 2025, ο Πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει επανειλημμένα υποστηρίξει τόσο μια ολοκληρωτική κατάπαυση του πυρός όσο και μερική αναστολή των επιθέσεων κατά ενεργειακών υποδομών και των εχθροπραξιών στη Μαύρη Θάλασσα. Στις 11 Μαρτίου 2025, στη Τζέντα, η Ουκρανία αποδέχτηκε μια πρόταση των ΗΠΑ για άμεση εκεχειρία τριάντα ημερών. Η Ρωσία δεν την αποδέχτηκε. Τον Ιούνιο του 2026, ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η παγίωση της τρέχουσας γραμμής του μετώπου στην ανατολική και νότια Ουκρανία ήταν «ο ταχύτερος τρόπος» για να σταματήσει ο πόλεμος.

Τα τελευταία δύο χρόνια, το ενδιαφέρον της Ουκρανίας για τον τερματισμό των εχθροπραξιών έχει ενισχυθεί τόσο πολύ, ώστε το Κίεβο να έχει εγκαταλείψει τους όρους του για πλήρη ή μερική εκεχειρία. Θα αποδεχόταν την τρέχουσα πορεία της γραμμής του μετώπου ως γραμμή επαφής της εκεχειρίας και πιθανότατα θα ανεχόταν μια νέα μορφή οικονομικής συνεργασίας με τη Ρωσία στον τομέα της μεταφοράς φυσικού αερίου. Τα ρωσικά τέλη διαμετακόμισης προς την Ουκρανία θα ήταν ευπρόσδεκτα, αλλά έχουν δευτερεύουσα σημασία. Στο πλαίσιο της σύμβασης διαμετακόμισης για την περίοδο 2019–2024, η Naftogaz κατέγραψε έσοδα άνω του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων από τη ρήτρα «ship-or-pay» – ένα σημαντικό ποσό, αλλά μέτριο σε σύγκριση με το κόστος της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης της Ουκρανίας και τη δημοσιονομική στήριξη από τη Δύση στην οποία βασίζεται επί του παρόντος.

Πράγματι, το Κίεβο επέτρεψε τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου ακόμη και σε καιρό πολέμου. Όχι μόνο μετά την πρώτη εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία το 2014, αλλά και μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής στις 24 Φεβρουαρίου 2022, το ρωσικό φυσικό αέριο συνέχισε να ρέει μέσω των ουκρανικών αγωγών προς την ΕΕ και τη Μολδαβία μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2025 – περίπου 15–16 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα μόνο το 2024. Η Ουκρανία, που είχε πληγεί οικονομικά, χρειαζόταν τα έσοδα, και η διακοπή της διαμετακόμισης δεν θα είχε κάνει τίποτα περισσότερο από το να εκτρέψει τις ρωσικές εξαγωγές προς άλλες διαδρομές, όπως το TurkStream μέσω της Μαύρης Θάλασσας και της Τουρκίας.

Δεν ήταν ο πόλεμος καθεαυτός που έθεσε τέλος στη διαμετακόμιση σχεδόν τρία χρόνια μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής, αλλά οι συνέπειες του πολέμου σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες. Αυτοί περιλάμβαναν τη λήξη της τελευταίας πενταετούς σύμβασης διαμετακόμισης, διαφωνίες σχετικά με τις υποχρεώσεις «ship-or-pay» της Gazprom, την επιμονή του Κιέβου ότι οποιοδήποτε φυσικό αέριο πρέπει να είναι ουσιαστικά μη ρωσικής προέλευσης και όχι απλώς μετονομασμένο, καθώς και την ίδια την πολιτική σταδιακής κατάργησης της ΕΕ, η οποία υιοθετήθηκε ως απάντηση στην κλιμακούμενη επιθετικότητα της Ρωσίας. Εάν η Ουκρανία επέτρεπε τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια ενός πλήρους πολέμου, είναι πιθανό να το πράξει και υπό συνθήκες εκεχειρίας.

Γιατί η Μόσχα δεν θα δεχτεί

Καταρχήν, η συμφωνία που πρότειναν οι Κούσνερ και Γουίτκοφ θα έπρεπε να είναι ακόμη πιο επικερδής για τη Μόσχα παρά για το Κίεβο. Οι γρήγορες, μεγάλης κλίμακας και σχετικά φθηνές εξαγωγές μέσω αγωγών προς τα δυτικά θα έφερναν φρέσκα χρήματα στον πιεσμένο προϋπολογισμό της Ρωσίας. Τα έσοδα της Ρωσίας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μειώθηκαν κατά 23,8%ό το 2025, φτάνοντας τα 8,48 τρισεκατομμύρια ρούβλια =ένα ιστορικά χαμηλό ποσοστό, κάτω του 23% των ομοσπονδιακών εσόδων και το χαμηλότερο επίπεδο από το 2020– ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα έφτασε τα 5,6 τρισεκατομμύρια ρούβλια. Η πτώση συνεχίστηκε το 2026, με τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο να σημειώνουν περαιτέρω μείωση κατά 17,2% σε ετήσια βάση κατά τους πρώτους εννέα μήνες. Μόνο η διακοπή της διαμετακόμισης μέσω της Ουκρανίας κόστισε στη Gazprom περίπου το 16% του προγραμματισμένου όγκου εξαγωγών της για το 2025, αξίας έως και 4,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως.

Παρ’ όλα αυτά, η αμερικανική ιδέα είναι ως τέτοια μάταιη, διότι παρερμηνεύει τη στρατηγική, την ιδεολογία και την εσωτερική λογική του καθεστώτος του Βλαντιμίρ Πούτιν. Η συμπεριφορά της Ρωσίας στην Ουκρανία καθοδηγείται από ιστορικούς μύθους, πολιτική δυσαρέσκεια, πανρωσικό υπερεθνικισμό και φαντασιώσεις περί καθεστώτος μεγάλης δύναμης και εδαφικής επέκτασης. Το οικονομικό συμφέρον αποτελεί μόνο ένα μέρος της εικόνας. Ο Πούτιν, επομένως, είναι πιθανό να απορρίψει την πρόταση ως βάση για ειρήνη. Για τον ίδιο, μια συμφωνία για το φυσικό αέριο θα ήταν, το πολύ, το κερασάκι στην τούρτα της μερικής –ή, ακόμα καλύτερα, της πλήρους– συνθηκολόγησης της Ουκρανίας.

Το πρόσφατο ιστορικό της Ρωσίας το αποδεικνύει αυτό. Οι ρωσικές εξαγωγές φυσικού αερίου προς την ΕΕ μέσω του Nord Stream δεν σταμάτησαν το 2022 λόγω επίθεσης της Ουκρανίας στους υποθαλάσσιους αγωγούς, όπως συχνά υποστηρίζεται. Η ίδια η Μόσχα είχε διακόψει τις προμήθειες εβδομάδες νωρίτερα, στα τέλη Αυγούστου του 2022, θυσιάζοντας τον μεγαλύτερο πελάτη της για να αποκτήσει πολιτικό πλεονέκτημα. Όταν οι αχρησιμοποίητοι αγωγοί ανατινάχθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου 2022 –μια πράξη που οι Γερμανοί εισαγγελείς αποδίδουν σε μια ουκρανική ομάδα ο φερόμενος ως ηγέτης της οποίας παραπέμφθηκε σε δίκη στο Αμβούργο στις 14 Οκτωβρίου 2026– ένας από τους τέσσερις αγωγούς παρέμεινε άθικτος.

Ο Πούτιν προσφέρθηκε να διοχετεύσει φυσικό αέριο μέσω αυτού· το Βερολίνο αρνήθηκε. Αυτό που πρόσφερε το Κρεμλίνο ήταν μια συμφωνία που θα βοηθούσε τη Ρωσία να χρηματοδοτήσει τον πόλεμό της, όχι μια αλλαγή πορείας. Η Μόσχα προτίμησε να παραιτηθεί από το μεγαλύτερο μέρος της πιο κερδοφόρας εξαγωγικής της αγοράς παρά να μετριάσει τους στόχους της στην Ουκρανία. Για το Κρεμλίνο, βεβαίως, περισσότερα έσοδα από το ευρωπαϊκό εμπόριο ενέργειας θα ήταν ευπρόσδεκτα. Όμως, συνολικά, αποτελεί δευτερεύον ζήτημα για τη ρεβανσιστική ρωσική ηγεσία.

Εν τω μεταξύ, έχει προκύψει ένα πολύ πρακτικό εμπόδιο για την επαναλειτουργία τόσο του αγωγού «Nord Stream 2» που επέζησε όσο και οποιασδήποτε άλλης διαδρομής για το ρωσικό φυσικό αέριο προς την ΕΕ. Στις 26 Ιανουαρίου 2026, το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε επίσημα έναν κανονισμό που καταργεί σταδιακά όλες τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου: το ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) θα απαγορευτεί πλήρως από τις αρχές του 2027, και το φυσικό αέριο μέσω αγωγών από το φθινόπωρο του 2027. Η επανέναρξη της διαμετακόμισης θα απαιτούσε, επομένως, μια θεμελιώδη αναθεώρηση της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ.

Ήττα, όχι συμφωνίες

Η ιδέα της ειρήνης στην Ανατολική Ευρώπη μέσω ανανεωμένης ενεργειακής συνεργασίας είναι αφελής και βασίζεται σε λανθασμένες υποθέσεις. Βεβαίως, η Ουκρανία δεν αποτελεί εμπόδιο.

Το Κίεβο θα δεχόταν πιθανότατα την επανέναρξη της διαμετακόμισης ρωσικού φυσικού αερίου μέσω της επικράτειάς του ως μέρος μιας πραγματικής εκεχειρίας, ακριβώς όπως επέτρεψε τη διαμετακόμιση κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης του ρωσο-ουκρανικού πολέμου από το 2014 έως το 2021 και κατά τη διάρκεια των πρώτων τριών ετών της πλήρους εισβολής από το 2022 έως το τέλος του 2024.

Ωστόσο, για να δανειστούμε μια αγαπημένη φράση του Κρεμλίνου, η «βασική αιτία» της ανασφάλειας στην Ανατολική Ευρώπη δεν είναι οικονομική. Είναι ο εγγενής ιμπεριαλισμός της Ρωσίας, ο επεκτατικός ζήλος και η δηλητηριώδης ουκρανοφοβία. Ενάντια σε τέτοιες τάσεις, ακόμη και οι πιο κερδοφόρες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες είναι άχρηστες. Το δίδαγμα τόσο της τσαρικής όσο και της σοβιετικής ιστορίας είναι ότι αυτό που ψύχει τον εξωτερικό τυχοδιωκτισμό της Μόσχας και στρέφει την προσοχή της Ρωσίας προς τα ενδότερα είναι η ήττα στο πεδίο της μάχης και όχι η διπλωματική νίκη, καθώς και οι οικονομικές δυσκολίες και όχι η εμπορική επιτυχία.

Τα πιο διαρκή αποτελέσματα προκύπτουν όταν η στρατιωτική αποτυχία και η οικονομική κρίση συμπίπτουν. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Σοβιετική Ένωση αποσύρθηκε από το Αφγανιστάν, έχασε τον Ψυχρό Πόλεμο και βυθίστηκε σε μια βαθιά κοινωνικοοικονομική κρίση. Η σοβιετική αυτοκρατορία διαλύθηκε, και το ρωσικό κράτος που αναδύθηκε έγινε, για ένα διάστημα, μια πρωτο-δημοκρατία με σχετικά συγκρατημένες εξωτερικές φιλοδοξίες. Κάτι παρόμοιο θα έπρεπε να συμβεί σήμερα για να τερματιστεί η τρέχουσα εξωτερική περιπέτεια της Ρωσίας.

Στην καλύτερη περίπτωση, το ελάττωμα στην προσέγγιση των Κούσνερ και Γουίτκοφ αφορά τη σειρά των ενεργειών. Προτεινόμενο πριν από μια εκεχειρία, το ανανεωμένο εμπόριο φυσικού αερίου ισοδυναμεί με ελάφρυνση των κυρώσεων που επιβραβεύει την επιθετικότητα· δεν μπορεί να αγοράσει αυτό που η Μόσχα δεν θέλει να πουλήσει. Η Γερμανία έχει ήδη δοκιμάσει αυτή τη στρατηγική με την αποτυχημένη πολιτική της Wandel durch Handel, ή «αλλαγή μέσω του εμπορίου», και πάνω απ’ όλα με τα δύο έργα Nord Stream – τα οποία συνέβαλαν στην ενθάρρυνση του Κρεμλίνου πριν από τις κλιμακώσεις του 2014 και του 2022.

Αν η ενεργειακή συνεργασία πρόκειται να διαδραματίσει κάποιο ρόλο σε μια διευθέτηση, θα πρέπει να έρθει μετά, και όχι πριν, από μια επαληθευμένη και διαρκή εκεχειρία που θα υποστηρίζεται από αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία. Το ρωσικό φυσικό αέριο που ρέει μέσω της Ουκρανίας και κάτω από τη Βαλτική Θάλασσα θα μπορούσε να συμβάλει στην εδραίωση της ειρήνης. Δεν μπορεί όμως να τη δημιουργήσει.

 

Το παρόν άρθρο βασίζεται σε ένα Σχόλιο του EPIK.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

25 Οκτωβρίου 2026

Τι θεραπεύει η ομοιοπαθητική;

Γιώργος Θυφρονίτης

Τώρα που η υπόθεση  Μαζωνάκη έχει πάρει το δρόμο της δικαιοσύνης και άρχισε ο έλεγχος της λειτουργίας διαφόρων «ιατρείων» και παραϊατρικών υπηρεσιών,  είναι καιρός να αρχίσει η συζήτηση και για θέματα σχετιζόμενα με τις επονομαζόμενες συμπληρωματικές και εναλλακτικές ιατρικές (complementary and alternative medicine). Γιατί κάποια στιγμή θα πέσουμε πάλι από τα σύννεφα όταν κάποιος διάσημος/η καταλήξει επειδή δεν διαγνώστηκε εγκαίρως ή δεν εφαρμόστηκαν οι κατάλληλες θεραπείες. Τι γίνεται αλήθεια με την ομοιοπαθητική, που είναι διαδεδομένη και σημαντικό μέρος των συμπολιτών μας προσφεύγει σε ομοιοπαθητικές θεραπείες; Είναι αποτελεσματικές; Έχουν επιστημονική βάση; Ποιο είναι το νομοθετικό πλαίσιο άσκησης αυτών των πρακτικών; Ποιοι έχουν δικαίωμα άσκησης; Τι γίνεται στις άλλες χώρες της Ευρώπης;  Είναι ενημερωμένοι οι πολίτες για όλα αυτά τα θέματα;

 

Η ομοιοπαθητική βασίζεται σε δύο αξιώματα: το «νόμο των ομοίων» και το «νόμο των απειροελάχιστων ποσοτήτων» που διατυπώθηκαν το 1796 από τον Samuel Hahnemann. Σύμφωνα με τα αξιώματα του Hahnemann, μια ουσία που προκαλεί ορισμένα συμπτώματα σε έναν υγιή άνθρωπο, μπορεί να θεραπεύσει παρόμοια συμπτώματα σε έναν ασθενή όταν χορηγηθεί σε πολύ μεγάλη αραίωση. Έτσι, η ουσία υποβάλλεται σε πολλαπλές διαδοχικές αραιώσεις πριν χορηγηθεί στον ασθενή. Να σημειώσω ότι την εποχή εκείνη δεν ήταν γνωστό ότι σε ένα διάλυμα υπάρχει πεπερασμένος αριθμός μορίων. Σήμερα γνωρίζουμε ότι, λόγω των ακραίων αραιώσεων που εφαρμόζονται στα χορηγούμενα ομοιοπαθητικά παρασκευάσματα, στο τελικό προϊόν δεν περιέχεται ούτε ένα μόριο της «δραστικής» ουσίας. Επίσης, όταν ο Hahnemann διατύπωσε τα αξιώματά του, η σύγχρονη ιατρική βρισκόταν σε εμβρυακό στάδιο, η βιοϊατρική έρευνα δεν υφίστατο ούτε ως έννοια και ο όρος βιολογία χρησιμοποιήθηκε μερικά χρόνια αργότερα (από τον Λαμάρκ το 1802). Οι θεραπείες βασίζονταν ως επί το πλείστον στα συγγράμματα του Γαληνού. Πολλές απ’ αυτές ήταν εξαιρετικά τοξικές και συχνά προκαλούσαν το θάνατο του ασθενούς, αντί να τον θεραπεύσουν. Έτσι, ο Hahnemann, προτείνοντας την ομοιοπαθητική, πίστευε ότι με τη χρήση ήπιων θεραπευτικών αγωγών θα παρέκαμπτε τα προβλήματα που δημιουργούσαν οι θεραπευτικές αγωγές της εποχής εκείνης. Όμως οι ιδέες του δεν είχαν καμία αιτιολογική βάση.

Στους σχεδόν 2,5 αιώνες που πέρασαν από τότε, η ιατρική έχει κάνει άλματα. Οι παθογενετικοί  μηχανισμοί των περισσότερων νοσημάτων είναι γνωστοί. Παθογόνα μικρόβια έχουν ταυτοποιηθεί και η μολυσματικότητά τους έχει μελετηθεί. Οι περισσότερες λοιμώξεις θεραπεύονται ή προλαμβάνονται με εμβόλια. Τα αυτοάνοσα νοσήματα και ο καρκίνος αντιμετωπίζονται με διάφορους βαθμούς επιτυχίας. Η αιτιολογία των περισσότερων γενετικών νοσημάτων είναι γνωστή και τα πρώτα βήματα για την αντιμετώπιση ορισμένων απ’ αυτά έχουν γίνει. Και το κυριότερο, η σύγχρονη ιατρική βασίζεται στην αρχή της «τεκμηριωμένης ιατρικής» (evidence-based medicine). Δηλαδή της «ιατρικής που βασίζεται στη συνειδητή, ρητή και συνετή χρήση των καλύτερων διαθέσιμων επιστημονικών τεκμηρίων για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη φροντίδα κάθε ασθενούς» (Sackett DL et al., Evidence based medicine: what it is and what it isn’t).

Τι δεχόμαστε ως «καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά τεκμήρια»; Προκύπτουν από συνδυασμό αποτελεσμάτων κλινικών μελετών, συστηματικών ανασκοπήσεων και μετα-αναλύσεων, με διαρκή αξιολόγηση της ποιότητας και της αξιοπιστίας τους. Αντίθετα, η ομοιοπαθητική παραμένει αμετακίνητη στα δύο ιδρυτικά της αξιώματα.

Πώς εξηγούν οι οπαδοί της ομοιοπαθητικής  τη δράση των ομοιοπαθητικών παρασκευασμάτων, σήμερα και ενώ είναι γνωστό ότι στις αραιώσεις που χρησιμοποιούνται δεν υπάρχει κανένα μόριο δραστικής ουσίας; Έχουν προταθεί διάφορες υποθέσεις μεταξύ των οποίων η μνήμη του νερού, η εντύπωση δηλαδή στο νερό των ιδιοτήτων της δραστικής ουσίας, η δημιουργία νανοδομών, η αλλαγή της δομής του νερού λόγω της έντονης ανάδευσης που ακολουθεί κάθε αραίωση. Όμως, καμία από τις υποθέσεις αυτές δεν έχει επιβεβαιωθεί πειραματικά. Ειδικά για τη μνήμη του νερού, τη δεκαετία του 1990, ερευνητές ανέφεραν ότι τα πειραματικά τους αποτελέσματα επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μνήμης στο νερό. Ποτέ όμως τα αποτελέσματα αυτά δεν επιβεβαιώθηκαν από άλλους ερευνητές, σε εκτεταμένες έρευνες που ακολούθησαν. Έτσι, σήμερα, δεν υφίσταται κανένας επιστημονικά αποδεκτός μηχανισμός που να υποστηρίζει τη δράση των ομοιοπαθητικών φαρμάκων. Μάλιστα, το EASAC (European Academies Science Advisory Council), ένα δίκτυο εθνικών επιστημονικών ακαδημιών της Ευρώπης, το οποίο επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης βασίζονται σε αξιόπιστα και ισχυρά επιστημονικά τεκμήρια, σε ανακοίνωσή του το 2017 αναφέρει:

Οι επιστημονικοί ισχυρισμοί που διατυπώνονται υπέρ της ομοιοπαθητικής είναι επιστημονικά απίθανοι και ασύμβατοι με τις καθιερωμένες αρχές της χημείας και της φυσικής.

Ωστόσο, ένας καλόπιστος άνθρωπος θα μπορούσε να ρωτήσει: μήπως η ομοιοπαθητική λειτουργεί με φυσικούς νόμους που είναι άγνωστοι σήμερα; Το ερώτημα αυτό μπορεί να απαντηθεί με αξιόπιστες κλινικές μελέτες. Πράγματι, μολονότι έχουν αναφερθεί κλινικές μελέτες που υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής, καμία μετα-ανάλυση δεν έχει επιβεβαιώσει τα αποτελέσματα αυτά.  Η μετα-ανάλυση αποτελεί βασικό επιστημονικό εργαλείο της τεκμηριωμένης ιατρικής αφού πρόκειται για επιδημιολογικές στατιστικές μελέτες που αναλύουν τα αποτελέσματα μεγάλου αριθμού μεμονωμένων κλινικών μελετών. Βασιζόμενος στα αποτελέσματα πολλών μετα-αναλύσεων, ο EASAC αποφαίνεται:

Δεν υπάρχει καμία νόσος για την οποία υπάρχουν ισχυρές  και αναπαραγώγιμες ενδείξεις ότι η ομοιοπαθητική είναι αποτελεσματική πέρα από το placebo [δράση εικονικού φαρμάκου].

Ουσιαστικότερο ερώτημα είναι αν οι εφαρμοζόμενες ομοιοπαθητικές πρακτικές είναι επικίνδυνες. Τα ομοιοπαθητικά φάρμακα δεν είναι τοξικά, άρα η ομοιοπαθητική δεν είναι ευθέως επικίνδυνη. Η επικινδυνότητα έγκειται στον τρόπο εφαρμογή της. Σημαντικός είναι ο κίνδυνος καθυστέρησης της διάγνωσης ή εφαρμογής μη ενδεδειγμένων, βάσει πρωτοκόλλων, φαρμακευτικών αγωγών. Επίσης, υπάρχει ο κίνδυνος ο ασθενής να εγκαταλείψει αποτελεσματικές θεραπείες, επιλέγοντας πρακτικές χωρίς αποδεδειγμένη θεραπευτική αξία. Για όλους λοιπόν αυτούς τους λόγους η πολιτεία πρέπει να φροντίσει για την προστασία των ανθρώπων, που είτε εξαιτίας μιας επιπόλαιας νοοτροπίας life style ιατρικής, είτε εξαιτίας της απόγνωσής τους, πέφτουν ενίοτε θύματα επιτηδείων που τους υπόσχονται ανέφικτες και σε πολλές περιπτώσεις επικίνδυνες «θεραπείες».

Στην Ελλάδα η ομοιοπαθητική δεν αναγνωρίζεται ως ιατρική ειδικότητα ούτε υπάρχει κρατικό πρόγραμμα ειδίκευσης – και το ίδιο ισχύει σε όλες τις χώρες της  ΕΕ. Σύμφωνα με έγγραφο του υπουργείου Υγείας, «η εφαρμογή της γίνεται δεκτή στο πλαίσιο της ευθύνης και της κρίσης του ιατρού». Επίσης, γνωμοδοτική απόφαση του ΚΕΣΥ αναφέρει ότι: η ομοιοπαθητική δεν συνιστά επιστημονική θεραπευτική μεθοδολογία και πρακτική της ιατρικής ή της φαρμακευτικής. Επίσης ότι δεν θεωρείται ισότιμη ή συμπληρωματική της ιατρικής επιστήμης ούτε αναγνωρίζεται ως εναλλακτική ιατρική και ότι η εφαρμογή της, ως «ομοιοπαθητική πρακτική», αφορά μόνο ιατρούς και οδοντιάτρους, οι οποίοι εξακολουθούν να υπόκεινται στους γενικούς κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας. Δεδομένου ότι η γνωμοδότηση του ΚΕΣΥ δεν είναι νόμος, φαίνεται ότι υπάρχει ένα κανονιστικό κενό. Ποιες είναι οι αποδεκτές πρακτικές ενός ομοιοπαθητικού; Ποια αρχή ελέγχει τη λειτουργία του ομοιοπαθητικού ιατρείου;  Μήπως πρέπει να δίνονται συγκεκριμένες ενημερωτικές πληροφορίες στον ασθενή για τη λειτουργία της ομοιοπαθητικής; Πώς όλα αυτά συνδυάζονται με την ελευθερία επιλογής του ασθενούς για τη θεραπεία που θα ακολουθήσει και το γιατρό που θα επιλέξει; Τα θέματα αυτά δεν είναι απλά, η οποιαδήποτε κανονιστική πράξη πρέπει να κατοχυρώνει το συμφέρον του ασθενούς, να εξασφαλίζει τη σωστή ενημέρωσή του και να προασπίζει τη δυνατότητα επιλογής του.

21 Οκτωβρίου 2026
Σελίδα 1 από 233