Σύνδεση συνδρομητών

Ημερολόγιο Γεφύρας

Τα αστυνομικά σε προδιαθέτουν, γενικά, για αστικό βροχερό σκηνικό, με σηκωμένους γιακάδες στην καμπαρντίνα και κατεβασμένο το μπορ του καπέλου, αλλά έπειτα θυμάσαι ξαφνικά τον εκτυφλωτικό ήλιο σε τόσα και τόσα βιβλία της Άγκαθα Κρίστι, την Κράισλερ (ή μήπως Ντοτζ;) του Φίλιπ Μάρλοουπου ποτέ δεν βρίσκει σκιερό μέρος σε όλο το Λος Άντζελες για να την παρκάρει και το τιμόνι της πάντα καίει, τα ματωμένα ηλιοβασιλέματα του Τζέιμς Μ. Κέιν κάπου στην επαρχιακή Καλιφόρνια, ή τα ιδρωμένα μέτωπα των ταραγμένων αντιηρώων στις σελίδες του Σιμενόν, οπότε ναι — τα αστυνομικά μυθιστορήματα ανήκουν κατά πολύ στο καλοκαίρι. Εδώ, πέντε που ξεχώρισα για διάβασμα τις προσεχείς ημέρες:

                              

  • Α.J. Kazinski, Ύπνος και θάνατος. Είχαμε πρωτογνωρίσει τον Τζέι Καζίνσκι και τον ντετέκτιβ του, τον διαπραγματευτή κρίσεων στην Αστυνομία της Κοπεγχάγης Νιλς Μπέντσον, πριν δύο χρόνια στον Τελευταίο καλό άνθρωπο, ένα μυθιστόρημα που έγινε διεθνές μπεστ-σέλερ. Αυτή τη φορά ο Μπέντσον ερευνά την αυτοκτονιά μιας γυναίκας που ήταν πρίμα μπαλαρίνα στο Βασιλικό Μπαλέτο της Δανίας, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας και, υποτίθεται, δεν είχε κανένα λόγο να αυτοκτονήσει. Με την έρευνα, διάφορα σκοτεινά μυστικά θα βγουν στην επιφάνεια, καθώς και μία προσπάθεια να πειραματιστεί κανείς με το θάαντο, για να ανακαλύψει αν υπάρχει μεταθανάτια ζωή... «Παραδοσιακό» σκανδιναβικό αστυνομικό, αν μπορούμε να μιλάμε έτσι για το δημοφιλέστερο υποείδος τού crime novel παγκοσμίως. «Τζέι Καζίνσκι» λέγονται ο Anders Rοnnow Klarlund και ο Jacob Weinreich, λογοτεχνικό ζευγάρι, δημοφιλές όχι μόνο στη χώρα τους, τη Δανία, αλλά και διεθνώς. Από τις Εκδόσεις Λιβάνη.
  • Cilla & Rolf Borjlind, Η μεγάλη παλίρροια. Άλλο ένα συγγραφικό δίδυμο (αυτοί είναι και ζευγάρι στη ζωή), από τα πιο επιτυχημένα στη Σουηδία, και, από όσο μπόρεσα να ψάξω, μάλλον το κορυφαίο: γράφουν μυθιστορήματα αλλά και σενάρια για αστυνομικές ταινίες, τόσο για τον κινηματογράφο όσο και για την τηλεόραση (συνεργάζονται και με τον Arne Dahl), αφήνοντας το ένα είδος να επηρεάσει δημιουργικά το άλλο: τα βιβλία τους είναι «κινηματογραφικά», έχουν ωραίους διαλόγους και έξυπνη δομή — και πολύ σασπένς. Η Μεγάλη Παλίρροια είναι το πρώτο της σειράς με πρωταγωνιστές τον επιθεωρητή Τομ Στίλτον και τη νεαρή συνεργάτιδά του Ολίβια Ρένινγκ, που θα βαλθούν να λύσουν ένα παλιό φρικιαστικό έγκλημα που έλαβε χώρα σε ένα απομονωμένο σουηδικό νησί ενώ παράλληλα μία σειρά δολοφονιών αστέγων θα ταρακουνήσει τη Σουηδία, και κυκλοφορεί σε περίπου 30 χώρες. Επίσης αρχετυπικό σκανδιναβικό, χορταστικό και πλούσιο. Από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος.
  • Hans Olav Lahlum, Οι ανθρώπινες μύγες. Ο Νορβηγός Λάλουμ είναι μια ιδιότυπη περίπτωση συγγραφέως, που σε παρακινεί να τον διαβάσεις περιτρέχοντας απλώς το βιογραφικό του: ιστορικός, συγγραφέας βιογραφιών, δεινός σκακιστής, με εκκεντρικό ντύσιμο και γενικώς εμφάνιση, είναι μέλος του Σοσιαλιστικού Αριστερού Κόμματος και κατέχει, μεταξύ άλλων, το παγκόσμιο ρεκόρ συνέντευξης: ένα διήμερο του Μαΐου τού 2013, απαντούσε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων επί 30 ώρες. Οι Ανθρώπινες μύγες, που υπήρξαν το λογοτεχνικό του ντεμπούτο, και η τεράστια επιτυχία τους τον ώθησε να γράψει (μέχρι τώρα) άλλες 5 συνέχειες, πάντα με πρωταγωνιστές τον ντετέκτιβ Κόλμπορν Κρίστιανσεν και τη βοηθό του Πατρίσια Μπόρκμαν, ένας φόρος τιμής, όπως πληροφορούμαστε, στην Άγκαθα Κρίστι, σκαλίζουν τη νορβηγική ιστορία, πηγαίνοντας πίσω, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και σε μία σειρά από μυστηριώδη και σκοτεινά γεγονότα που συνέβησαν τότε, καθώς οι δύο ερευνητές προσπαθούν να διαλευκάνουν τη δολοφονία ενός ήρωα της Αντίστασης κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Από τις εκδόσεις Φανταστικός Κόσμος.
  • M.J. Arlidge, Α μπε μπα μπλομ. O Βρετανός M.J. Arlidge δουλεύει επί δεκαπέντε χρόνια στην τηλεόραση, πάντα στο χώρο του αστυνομικού, σαν παραγωγός και σεναριογράφος σειρών μυθοπλασίας για μεγάλα αγγλικά και αμερικανικά δίκτυα. Το Α μπε μπα μπλομ υπήρξε το ντεμπούτο του στη λογοτεχνία του είδους,  έκανε αμέσως παγκόσμια επιτυχία και γέννησε άλλες τρεις —μέχρι σήμερα, γιατί σίγουρα θα υπάρξουν και άλλες— συνέχειες. Κίνησε, μάλιστα, το ενδιαφέρον ακόμη και του Στίβεν Κινγκ, μετά τη στροφή που έκανε ο μετρ στο αστυνομικό μυθιστόρημα, που τουίταρε τον περασμένο Ιούλιο το εξής: «I am going to order that novel, EENY MEENIE». Καιρός ήταν. Πρωταγωνίστρια εδώ είναι η επιθεωρήτρια Έλεν Γκρέις, και ο villain ένας καθ' έξιν δολοφόνος που απάγει ζευγάρια θυμάτων, δυάδες, και σπρώχνει στο φόνο τον ένα απέναντι στον άλλο. Μια διαφορετική, όπως πληροφορούμαι, αντιμετώπιση των ιστοριών με serialkillers, ένα subgenre που μας ιντριγκάρει πάντα. Από τις Εκδόσεις Διόπτρα.
  • Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Η εσχάτη των ποινών. Ο Περουβιανός Ρονκαλιόλο (γεννημένος μόλις το 1975 αλλά με ένα πολύ πλούσιο συγγραφικό έργο ήδη στο ενεργητικό του) είναι μία ξεχωριστή περίπτωση συγγραφέα, που συνδυάζει τον πολιτικό του εαυτό με το «κοινωνιολογικό» μυθιστόρημα και το καθαρά αστυνομικό. Ο ήρωας της Εσχάτης των ποινών, ο εισαγγελέας Φέλιξ Τσακαλτάνα, έχει ξαναεμφανιστεί σε βιβλίο τού Σ.Ρ., στον Κόκκινο Απρίλη, αν και εδώ είναι πολύ πιο νέος: φρεσκοδιορισμένος στο Δικαστικό Μέγαρο της Λίμα. «Λίγος», άνευρος, δειλός, κάπως απροσάρμοστος κοινωνικά, χωρίς να εντυπωσιάζεται από τα όσα κοσμοϊστορικά συμβαίνουν γύρω του (βρισκόμαστε στα 1978 και όλη το Περού ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το Μουντιάλ, ενώ μόλις έχει πέσει και η χούντα), ο Τσακαλτάνα θα χάσει, ξαφνικά, τον συμπαίκτη του στο σκάκι, έναν καθηγητή πανεπιστημίου, και θα επιχειρήσει να τον βρει — για να βρεθεί, και ο ίδιος, αντιμέτωπος με το βάναυσο πρόσωπο των λατινοαμερικάνικων δικτατοριών της δεκαετίας τού ’70.  Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.
08 Αυγούστου 2015

Προφανώς και είναι σύμπτωση που κάθε μέρα μάς αποχαιρετά και ένας ακόμη φίλος, ή κι άλλος ένας συνεργάτης μάς ενημερώνει πως, ξέρετε, φεύγω, άλλος τις επόμενες ημέρες, άλλος τον ερχόμενο μήνα, άλλος μες στη χρονιά, ή που μαθαίνουμε από σπόντα για έναν δικό μας άνθρωπο ότι έπιασε ήδη σπίτι στο εξωτερικό, γωνία τάδε οδού με δείνα λεωφόρο, και ψάχνει για έπιπλα και ηλεκτρικό φουρνάκι. Προφανώς… Σχεδόν, πάλι, το συνηθίσαμε πια: δεν μένουμε για πολλή ώρα αμίλητοι όπως τις πρώτες φορές. Είναι πιο εύκολο, γίνεται πιο εύκολο μέρα με την ημέρα. Ή, έτσι θα ’πρεπε. Ή έτσι θα ’θελα. Θα επικοινωνούμε άλλωστε, σωστά; Δεν θα χαθούμε. Όλοι ζούμε στο ίδιο μεγάλο χωριό, απλώς το δικό μας κομμάτι είναι αυτό που είχε κάποτε έλη, και μετά στάσιμα νερά, και αύριο, λένε, είναι να ’ρθουν πάλι τα έλη, και να μείνουν. Δεν θα χαθούμε. Μα δεν μπορώ βέβαια να κρύψω και τη ζήλια μου, που ξεπερνά το θαυμασμό μου, και ακόμα-ακόμα και το δέος που νιώθω μπροστά σ’ αυτές τις επιλογές. Όντας, ο ίδιος, άνθρωπος που δύσκολα μετακινείται, που δεν κάνει τουρισμό, που από μια αλυσίδα συγκυριών δεν έχει δει τις βασικές πόλεις του κόσμου, που φοβάται τις μετακομίσεις, που δεν μπαίνει σε αστικά λεωφορεία και μπορεί να μην επισκεφτεί καν και δεύτερο μπαρ σε όλη του τη ζωή (ναι, είμαι ταξιδιωτικά αναλφάβητος και τοπογραφικώς αμβλύνους), θαυμάζω απεριόριστα τις τέτοιες αποφάσεις, που ταυτόχρονα βέβαια με τρομάζουν και κάνουν το στομάχι μου να μουδιάζει. (Το είπα και χθες αυτό με το στομάχι. Ενδεχομένως θα το πω και αύριο — έστω: θα ισχύει). [§] Οι φίλοι που φεύγουν δεν θα ξανάρθουν. Και δεν θα θέλουν να μας θυμούνται. Όχι αυτό το κομμάτι του χωριού. Όχι αυτά τα έλη που ενέσκηψαν ξανά, και που θα μείνουν.

08 Αυγούστου 2015

Ένας φίλος ξεκινά ένα εκδοτικό με έδρα τη Θεσσαλονίκη, εξειδικευμένο (όπως πρέπει δηλαδή, στο χώρο μας τίποτε άλλο δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αντέξει — ούτε τα παλιά μαγαζιά, εκτός από τέσσερα με πέντε μάξιμουμ: από τα εκατοντάδες υπόλοιπα, μόνο τα μικρά και ευέλικτα, με στοχευμένο κοινό, θα έχουν ελπίδες), δεν ξέρω με τι πόρους ή, κυρίως, με τι διάθεση. Αλλά με έκανε και καταχάρηκα, ειδικά όταν είδα τους πρώτους τίτλους που έχει βάλει κάτω. Ποιος ξέρει πόσα άλλα τέτοια ετοιμάζονται σ’ αυτή την έρμη χώρα. (Και, βέβαια, ποιος να ξέρει ακριβώς γιατί). [§] Κάπου δέκα από τους πιο αξιόλογους ανθρώπους που ξέρω, παρέα με τους εξήντα παλιούς, ετοιμάζουν από τώρα τις νέες εκπομπές τους για τον Αμάγκι, που ξεκινά τον Σεπτέμβριο την τέταρτη, κιόλας, χρονιά του: το κάνουν με τόση θέρμη που με καταπλήσσει, εγώ πια δεν την έχω. Άλλοι από αυτούς έχουν ξανακάνει ραδιόφωνο και το ξέρουν καλά, άλλοι είναι πολύ γνωστοί από αλλού. Είναι πολύ πέρα από συγκινητικό όλο αυτό· όπως λένε τα πιτσιρίκια, «με ξεπερνά» — αυτή η χρονιά θα αφήσει και ωραία σημάδια επάνω μας. [§] Άλλος πάλι φίλος, που έφυγε προ ολίγων ημερών και εγκαταστάθηκε στην Ουάσιγκτον, θα μας στέλνει ανταποκρίσεις από κει, κι αυτό κάνει την κοιλιά μου όλη και το στομάχι μου να μουδιάζουν. Σκεφτόμαστε κι εμείς, όλο, στο σπίτι ξένες μεγάλες, ιστορικές πόλεις που θα επισκεφτούμε όταν… όταν θα φτάσει ο καιρός. Τώρα, που δεν γίνεται, χαιρόμαστε απλώς να το κάνουμε: να σχεδιάζουμε αυτά τα ταξίδια. Κι ας μη γίνεται να τα κάνουμε — δεν πειράζει απολύτως, ξέρεις. Λιγάκι, αν το δεις κάπως, είναι σαν να έχουμε αρχίσει να ετοιμάζουμε τις βαλίτσες μας. είμαστε καλά. Και φυσικά θα τα κάνουμε τα ταξίδια. [§] Έκανε μπουρίνι εδώ στη Θεσσαλονίκη, ξέπλυνε τα πάντα, η θάλασσα πήρε αυτό το γκριζοκαφέ χρώμα της αντάρας που παίρνει από την αρχή, κι έδειχνε να φεύγει προς το λιμάνι, και παραπέρα — ποιος ξέρει για πού. Τα κοιτούσαμε, όλοι, ανταριασμένοι. Ήταν ξαφνικό, κράτησε πολύ, είχε δύναμη, ξεπερνούσε με άνεση όλους μας τους φόβους. [§] Τίποτε, τίποτε δεν θα χαθεί, τίποτε δεν θα πάει χαμένο. Αν μη τι άλλο, στο λογαριασμό τού τέλους θα έχουμε ισορροπία: όποιος κι αν νίκησε, όταν κλείσει η σκακιέρα τα μαύρα και τα άσπρα κομμάτια είναι ισοδύναμα. Κάπως έτσι πάει, κάπως έτσι θα πάει και με μας.

06 Αυγούστου 2015

Όλα κυλούν αργά, καθώς η Συμφωνία γράφεται, και γράφεται, και γράφεται στο λόμπι του Χίλτον. Το Grexitκατακτάται διά της ραθυμίας, της πνευματικής-πολιτικής μας οκνηρίας, όπως αυτή που επιδεικνύει ένας ασβεστολιθικός βράχος απέναντι στην αργή, υπομονετική επίθεση του νερού. Αλλά: αυτά είναι τα καλά νέα. Τα άσχημα μαντάτα είναι που από Δευτέρα και για ένα δεκαπενθήμερο ακόμα όλα αυτά δεν θα έχουν καμία απολύτως σημασία. Όλα, όλα μα όλα, θα τυλιχτούν από το καλοκαίρι, το ελληνικό, καυτό, σκληρό καλοκαίρι. Αυτό όπου μέσα του λιώνει και χάνεται ακόμη και ο ήχος από τις ξύλινες ρακέτες, ώς και αυτές ακόμη οι τερατώδεις τσιρίδες από τους γόνους των Ελλήνων. (Θαύμα, θαύμα: τα ξένα πιτσιρίκια, από κάθε φυλή του Ισραήλ, δεν ουρλιάζουν λες και τα σφάζεις). Έτσι κι εσύ, κι εγώ, θα ξεχάσουμε και θα ξεχαστούμε, θα βλέπουμε τα λόγια μας να γίνονται αλάτι και ατμός, και καψαλιασμένη επιδερμίδα, και τίποτε δεν θα έχει σημασία. Το ελληνικό καλοκαίρι: αυτός ο μικρός εξακολουθητικός θάνατος. Τον Αύγουστο, και κυρίως τούτον εδώ, δεν θα ’χει ειδήσεις στην Ελλάδα. Θα τις καταπιεί ένα άχαρο ηλιοβασίλεμα, ένα ανάμεσα στα τόσα, θα τις σκεπάσει η γεύση του καρπουζιού καθώς ο χυμός του θα κυλάει στο πιγούνι μας. Ή, κι αν θα ’χει, θα τις μάθουμε από τις ξένες εφημερίδες, όταν και οι τελευταίοι, οι βασιλείς της αμεριμνησίας, επιστρέψουν. Αυτή η Συμφωνία θα γραφεί στην άμμο της θαλάσσης.

06 Αυγούστου 2015

Το #1 χαρακτηριστικό της κυβέρνησης των δύο μεγάλων ηγετών που έχουμε την τιμή να μας υπηρετούν ήταν το εξής: η φούρια. Ποτέ ξανά, και πουθενά στον κόσμο, μία κυβέρνηση δεν βιάστηκε τόσο πολύ να αλλάξει τα πάντα, και μάλιστα όχι σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, αλλά από την πρώτη στιγμή. Θα έλεγε κανείς πως είναι περίεργο που κανείς μας σχεδόν δεν το θυμάται, αλλά όχι, δεν είναι και τόσο: στο μεταξύ αυτό, η χώρα έχει κυλήσει κουτρουβαληδόν πίσω, οι κόποι μιας πενταετίας πήγαν στράφι, οι μισοί φίλοι μας πήγαν στο εξωτερικό και οι άλλοι μισοί ετοιμάζουν τα χαρτιά τους, ενώ ο Γολγοθάς της επόμενης γενιάς ακόμη δεν ξεκίνησε — είναι λογικό να μην το θυμόμαστε. Και όμως, ήταν εκπληκτικό. Όλα έπρεπε να αλλάξουν άρδην, να αναποδογυρίσουν, να διαστραφούν, από την πρώτη εβδομάδα. Η Ελλάδα έπρεπε να αποκοπεί από τη Δύση και να προσδεθεί στη Ρωσία του παρανοϊκού Πούτιν, με τον Κοτζιά να πετάει σάλια και να γυαλίζει το μάτι του. Το ευρώ έπρεπε να εγκαταλειφθεί και η δραχμή να επανέλθει asap, κι όλοι οι τρελοί πάσχισαν να το κάνουν πράξη, με κάθε τρόπο, και σίγουρα με όλους τους αλλοπρόσαλλους. Όλοι οι νόμοι περί την Παιδεία έπρεπε να καταργηθούν και να αντικατασταθούν με άλλους, προσκείμενους στην κουλτούρα του Κρυφού Σχολειού και των φαιών του υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η Αμυγδαλέζα έπρεπε να κλείσει, και οι ματανάστες να επιστραφούν στις πόλεις, αβοήθητοι και με χτυπηματάκια στην πλάτη — με όσο θράσος μπορεί να κουβαλά ένας Αριστερός χαφιές. Ακόμη και στην μπάλα, για όνομα του Θεού, επιχειρήθηκαν να γίνουν «τομές», που θα σήμαιναν την άμεση αποβολή των ομάδων μας από τα ευρωπαϊκά τουρνουά. (Και είναι οι μόνες ενέργειες που πήρε πίσω η κυβέρνηση, γιατί οι ιδιοκτήτες των μεγάλων ομάδων είναι πιο ισχυροί από την αντιπολίτευση). Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα, όρεξη να ’χει κανείς — και δεν μιλώ καν εδώ για πράγματα που είχαν πει προεκλογικά, όπως η επαναλειτουργία τής ΕΡΤ, ας πούμε, ή η επαναπρόσληψη των καθαριστριών τού ΥΠΟΙΚ και άλλα τέτοια αμιγώς φασιστικά. Και δεν μιλώ, φυσικά, ούτε για τις μεταρρυθμίσεις που μας επέβαλλαν, γεροί να ’ναι, οι εταίροι μας, μπας και ορθοποδήσουμε ποτέ, και που ποτέ δεν θα γίνουν: αυτά τα είχαν ξεκαθαρίσει από τα πριν. Όχι, μιλώ για όλα τα άλλα, για όλο το σόου αυτού του τσίρκου, αυτού του θεάτρου ποικιλιών. Φούρια: μια άποψη για τη διακυβέρνηση που δεν έχει προηγούμενο, ούτε και θα έχει επόμενο, πουθενά και ποτέ. Λες και πίστευαν πως θα έπεφταν πολύ σύντομα, οπότε όφειλαν να αφήσουν ένα στίγμα, ένα χάρτη προθέσεων, ή λες και στ’ αλήθεια θεωρούσαν πως όλα αυτά ήταν «για το καλό», που έλεγε και η ψυχωσική Κάθι Μπέιτς στο Μίζερι, και ότι μπορούσαν και να τα κάνουν, ότι είχαν τις δυνατότητες, τις δεξιότητες, ό,τι απαιτούνταν... Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο. Αν και, από τα δυο μαζί, χειρότερος είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε εμείς όλοι αυτή την κατάσταση, που μαθηματικά (κυριολεκτικώς) οδηγεί τη χώρα σε έναν ακόμη εμφύλιο (γιατί η φτώχεια και ο αυταρχισμός δεν είναι κατιτί στατικό: φέρνουν χούντα, και φέρνουν αίμα — λυπάμαι, δεν είναι όλα δείκτες και νούμερα, η ζωή έχει πολλή σάρκα). Χειρότερες δεν είναι οι διακοπές του Τσίπρα εν μέσω χρηματιστηριακού κραχ, αλλά οι διακοπές της φιλοευρωπαϊκής μας αντιπολίτευσης: η βουκολική αμεριμνησία της. Το αντιδημοκρατικό ΚΚΕ κάνει περισσότερη δουλειά για τη Δημοκρατία μας απ’ ό,τι οι τρεις άλλοι μαζί.

05 Αυγούστου 2015

Μια μικρή ιστορία, μία ανάμεσα στις τόσες. [§] Ο πατέρας του είχε μία μονάδα — παρήγε κάτι, επί χρόνια. Ο γιος εγκατέλειψε την καριέρα του στη Γερμανία, που δεν είχε σχέση με το αντικείμενο της επιχείρησης, επέστρεψε εδώ και ανέλαβε τη διοίκηση. Είναι πρότυπη πλέον, μοναδική στην Ελλάδα και βραβευμένη. Ο ίδιος τιμήθηκε από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και από άλλους πολιτειακούς θεσμούς. Είναι γνωστή, πολύ περισσότερο από όσο θα πίστευε κανείς αν ήξερε τον τζίρο της: τα μικτά της ετήσια κέρδη ίσα που ξεπερνούν τις 500.000 ευρώ. Ο ίδιος έλεγε σε μια παρέα χθες πως ο δικός του μισθός είναι 1.500 ευρώ το μήνα. Εργάζεται όλη την ημέρα. Δεν έχει άλλους πόρους. Ο πατέρας του είναι πια στο νοσοκομείο, και προ μερικών μηνών πουλήθηκαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας για να πληρωθούν τα έξοδα της νοσηλείας του. Ίσως φτάσουν, ίσως όχι. Λόγω των περιορισμών στις κινήσεις κεφαλαίων, η επιχείρηση κινδυνεύει να κλείσει — και μάλιστα άμεσα. Ένα αφεντικό λιγότερο, σωστά; Ένα αφεντικό λιγότερο. [§] Συμβαίνουν όμως και όμορφα πράγματα: είναι όλα τους προσωπικά, έχουν να κάνουν μόνο με σένα και μένα, είναι βαφτισμένα με το όνομά μας, και είναι ωραία και ακριβά. Να τα ποτίζουμε καθημερινά, να μη χαθούν. Να τα ποτίζουμε καθημερινά.

04 Αυγούστου 2015

Κάνουμε πως ζούμε, κατά το συνήθιό μας να μην αναλύουμε τίποτε που υπερβαίνει την επίπλαστη κανονικότητά μας, αυτή την αυγουστιάτικη κανονικότητα με τους σαρανταφεύγα βαθμούς υπό τον αυστηρό ήλιο, κάνουμε πως χαμογελάμε με το ατύχημα που εν γνώσει μας προκαλέσαμε —κρυφοχαμογελώντας που κάποιοι το βαφτίζουν Αριστερό—, γιατί δεν μπορεί παρά να μην έχει τις επιπτώσεις που μας λένε ότι θα έχει, ω! σιγά, αποκλείεται να τις έχει, άλλωστε ποτέ δεν τις θελήσαμε αυτές, θέλαμε μόνο να τιμωρήσουμε αυτούς που άλλαξαν ξαφνικά πλεύση και αρνήθηκαν να μας ακολουθήσουν —αν μη τι άλλο την έχουμε στο αίμα μας την ανταρσία, μας εξιτάρει, είναι πολύτιμη, είναι ωραίο, επαναστατικό, εξεγερτικό και διεγερτικό να πολεμάς την εξουσία όταν δεν παίζει πια με τους όρους σου, όταν θέλει να γίνει πραγματική εξουσία, ψέματα;—, θέλαμε να μείνουν όλα ως είχαν —ακόμα και τώρα επιμένουμε να τα θέλουμε όλα όπως ήταν παλιά, κι ας ξέρουμε πως τίποτε δεν θα είναι όπως πέρυσι για μια γενιά τουλάχιστον—, θέλαμε να συνεχίσουμε να κονταροχτυπιόμαστε με το παγόβουνο, γιατί ποτέ δεν θα πέφταμε πάνω του, πάντα θα ελισσόμασταν και θα του ξεφεύγαμε, πάντα θα πλέαμε επικίνδυνα κοντά του μα θα στρίβαμε την κατάλληλη στιγμή, θα ζούσαμε ωραίοι, ωραίοι και όμορφοι και χαμογελαστοί και μεθυσμένοι μια ζωή σ’ αυτό το μπάρκο του δικού μας Τιτανικού, πάντα αποφεύγοντας τους κινδύνους, πάντα κατανικώντας τη θλίψη μας, πάντα πνίγοντας τη μελαγχολία της χαμηλής μας τάξης στο ποτό, υπό τους ήχους της ορχήστρας μας που πάντα, πάντα θα έπαιζε τους σκοπούς της, δυνατά, ξεκούρντιστα και ηδονικά, όχι με βιολιά και κοντραμπάσα, αλλά με κλαρίνα. Και με ζουρνάδες. [§] Ω, δεν βαριέσαι. Όλα καλά θα πάνε. Και σιγά μη σταματήσουν οι εισαγωγές αλεύρων. Έτσι δεν είναι;

02 Αυγούστου 2015

 Ζευγάρια αταίριαστων μεταξύ τους βιβλίων σήμερα, ή τα 12 που επέλεξα να διαβάσω τον Αύγουστο, από 6 διαφορετικές κατηγορίες:

 

Δύο πολιτικά δοκίμια για την Κρίση:

  • Στάθης Ν. Καλύβας, Καταστροφές και θρίαμβοι. Οι 7 κύκλοι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας (μτφρ. Νίκος Ρούσσος, Εκδόσεις Παπαδόπουλος). Η αποτίμηση της ιστορικής πορείας της Ελλάδας, από την κατάκτηση της ανεξαρτησίας της μέχρι σήμερα. Το βιβλίο του καθηγητή στο YaleΣτάθη Καλύβα πρωτοεκδόθηκε από το OxfordUniversityPress, κι αυτό από μόνο του λέει πολλά. Αυτή τη στιγμή, το nonfictionβιβλίο που συζητιέται περισσότερο από όλα τα άλλα στη χώρα.
  • Τάκης Σ. Παππάς, Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα (μτφρ. Πάρις Ασλανίδης, Ίκαρος). Η πρώτη ολοκληρωμένη ερμηνεία της ελληνικής Κρίσης, που εξετάζει την πολιτική διένεξη του πολιτικού φιλελευθερισμού και του λαϊκισμού από το 1974 και εξής, ή αλλιώς μία απάντηση στο ερώτημα: Τι πήγε στραβά στην Ελλάδα; Ο Τάκης Παππάς έχει μακρά διεθνή καριέρα, και τεράστια πείρα πάνω στο φαινόμενο του λαϊκισμού. Πρώτη έκδοση του βιβλίου από τον Macmillan.

 

Δύο μυθιστορήματα που μου εξήψαν πολύ το ενδιαφέρον:

  • Catherine Mavrikakis, O ουρανός του Μπέι Σίτι (μτφρ. Τζένη Κωνσταντίνου, Εστία). Η Μαυρικακίς γεννήθηκε στο Σικάγο από Έλληνα πατέρα και Γαλλίδα μητέρα, και διδάσκει λογοτεχνία στο Μόντρεαλ. Το μυθιστόρημα αυτό, το πρώτο της που εκδίδεται στα ελληνικά, εκτυλίσσεται στο Μίσιγκαν στα τέλη της δεκαετίας τού ’70: η εξιστόρηση της ενηλικίωσης μιας έφηβης Αμερικανίδας με πολωνοεβραϊκές, μαρτυρικές, ρίζες, απ’ αυτές που δεν σ’ αφήνουν να μείνεις αμέτοχος.
  • Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, Ο αγώνας μου. Βιβλίο Πρώτο: Ένας θάνατος στην οικογένεια. (μτφρ. Σωτήρης Σουλιώτης, Καστανιώτης). Ο Νορβηγός Κνάουσγκορντ είναι φαινόμενο, ένας πανκ υπερπαραγωγός λογοτεχνίας που μ’ αυτό το βιβλίο-ωκεανό (θα ολοκληρωθεί σε 6 τόμους) μιλά για τη ζωή του, με τόσο παθιασμένα προσωπικό και αποκαλυπτικό τρόπο που είναι σαν να μιλά για τη δική μας. Πολυβραβευμένος, αστείρευτος, προφανώς μόλις ξεκίνησε να μας απασχολεί.


Δύο αστυνομικά και τρόμου (ένα κι ένα):

  • Joy Fielding, Επίλογος θανάτου (μτφρ. Ουρανία Τουτουντζή, Διόπτρα). Θα είναι το δεύτερο μυθιστόρημα της Φίλντινγκ που θα διαβάσω, μετά το έξοχο Σε κώμα. Μία δημοσιογράφος που πιάνεται από την ευκαιρία να γίνει γνωστή, μία γυναίκα που έχει καταδικαστεί σε θάνατο για μία τριπλή δολοφονία ανηλίκων, και μία ακόμη παγίδα που στήνεται αργά και αριστοτεχνικά. Γρήγορο, με πολύ σασπένς, γεμάτο ανατροπές, τι άλλο να ζητήσει κανείς;
  • LaurenBeukes, Τα λαμπερά κορίτσια (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος Bell). Η Μπιούκες είναι Νοτιοαφρικανή, πολύ γνωστή στη χώρα της αλλά πλέον και στις ΗΠΑ, με μία σειρά σημαντικών βραβείων για τα βιβλία της, ενώ ασχολείται και με τα κόμιξ, μεταξύ άλλων (συνεργάζεται με την DC). Τα Λαμπερά κορίτσια, η ιστορία ενός καθ’ έξιν δολοφόνου που ταξιδεύει στο χρόνο (αυτό είναι!) απέσπασε το βραβείο AugustDerlethΚαλύτερου Μυθιστορήματος Τρόμου και προβλήθηκε ακόμη και από τον Στίβεν Κινγκ.

 

Δύο χορταστικά μυθιστορήματα:

  • Άννα Ρομέρ, Τα φτερά της μνήμης (μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, Ωκεανίδα). Ένα μυθιστόρημα χαμένης και επανακτημένης μνήμης, που συνδέει δύο γυναίκες, τη Ρούμπι και την Μπρένα, και δύο εποχές: το σήμερα και τα τέλη του 19ου αιώνα, στην ερημική και αφιλόξενη Τασμανία, όπου μία σειρά από τραγικά γεγονότα θα μεταμορφώσει τη ζωή της Μπρένα και θα καθορίσει το μέλλον της Ρούμπι. Οι επιλογές της «Ωκεανίδας», επί σειρά δεκαετιών, στις οικογενειακές σάγκες είναι έξοχες, και η μακρόχρονη συνεργασία της με την Καλλιφατίδη έχει αποδώσει πολλούς νοστιμότατους καρπούς.
  • Πιέρ Λεμέτρ, Καλή αντάμωση εκεί ψηλά (μτφρ. Έφη Κορομηλά, Μίνωας). Γαλλία, αμέσως μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δύο νεαροί που πολέμησαν, και νίκησαν, ένας «ταπεινός» δημόσιος υπάλληλος και ένας καλλιτέχνης, θα προσπαθήσουν να επιβιώσουν καταφεύγοντας στην απάτη, ενώ ο υπεύθυνος για το θάνατο πολλών συμπολεμιστών τους αξιωματικός θα εμπλακεί σε μία επιχείρηση αισχροκέρδειας. Μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία και μια αν πολλοίς άγνωστη περίοδος.


Δύο ελληνικά αστυνομικά:

  • Μαρλένα Πολιτοπούλου, Η Πηνελόπη των τρένων (Μεταίχμιο). Το τρίτο βιβλίο της Μαρλένας Πολιτοπούλου με πρωταγωνιστή τον αρχιτέκτονα και πρώην σκιτσογράφο της αστυνομίας Παύλο Γ., έναν ερευνητή που αγαπά την τζαζ και τις παλιές, ανεξιχνίαστες υποθέσεις του πατέρα του, που είχε διατελέσει διοικητής Ασφαλείας. Η υπόθεση αυτή θα τον μεταφέρει στο 1965, και στη δολοφονία ενός Έλληνα μετανάστη στη Γερμανία, αλλά και ακόμη πιο πίσω, στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής και των δωσιλόγων.
  • Νίκος Φαρούπος, Έγκλημα στην Αντίπαρο (Κέδρος). Πρώτο βιβλίο σε μια σειρά υποθέσεων του αστυνόμου Αντρέα Ρούσσου, ενός διανοούμενου αστυνομικού, που αναλαμβάνει στο μυθιστόρημα αυτό και το ρόλο του αφηγητή. Μία μεγάλη, ευρεία και πολύχρωμη ανθρώπινη παλέτα συνθέτει ένα ιδιότυπο έγκλημα που ταράζει τις διακοπές των επισκεπτών της Αντιπάρου, σε μια υπόθεση στην οποία εμπλέκονται πολλοί και η οποία αποκαλύπτει όψεις της όχι μόνο οικονομικής κρίσης που μαστίζει την Ελλάδα.

 

Δύο εφηβικά βιβλία φαντασίας:

  • Victoria Aveyard, Κόκκινη Βασίλισσα (μτφρ. Βασιλική Κοκκίνου, Εκδόσεις Παπαδόπουλος). Ασημένιοι και Κόκκινοι, υπεράνθρωποι και υπηρέτες, και μια κοινωνία σκληρή και διχασμένη, όπου οι λίγοι επιβάλλονται με απόλυτη και άτεγκτη εξουσία στους πολλούς. Και μία πρωταγωνίστρια, η Μάρε, που ναι μεν είναι Κόκκινη, αλλά ανακαλύπτει πως διαθέτει και εκείνη υπερφυσικές δυνάμεις όπως και οι επικυρίαρχοι. Αλλά ήδη την έχει κοντά του ένας από τους πιο ισχυρούς Ασημένιους, έγκλειστη στο παλάτι του. Φαντασία, αγωνία, και μια στάλα ρομαντισμός βέβαια: για αγόρια και κορίτσια.
  • Sally Green, Το σκοτάδι μέσα μου (μτφρ. Χρύσα Μπανιά, Λιβάνης). Έφηβοι που αγαπιούνται και υποφέρουν, Λευκοί και Μαύροι Μάγοι, υπερφυσικές και επικίνδυνες δυνάμεις που περνούν από γενιά σε γενιά, μια κληρονομιά που δεν την επιλέγεις και δεν μπορείς να την αποφύγεις, και ο Νέιθαν, που ανήκει μεν στους Μαύρους από τη γενιά του πατέρα του, αλλά και στους Λευκούς από τη γενιά της μητέρας του. Φυσικά, θα τον κυνηγήσουν και οι μεν και οι δε. Πρώτο μέρος μιας ολόφρεσκης τριλογίας, που κυκλοφόρησε πέρυσι στα αγγλικά από την Penguin.
02 Αυγούστου 2015

Κλείσαμε οχτώ μήνες ζώντας μιαν άλλη ζωή. Από τον Δεκέμβριο, τίποτε δεν εξελίχθηκε όπως το είχαμε αφελώς προγραμματίσει. Δουλειές, σχέδια, «όνειρα», όλα μπήκαν στην πάντα, στο μούσκιο — σταμάτησαν, διαψεύστηκαν, αλλοιώθηκαν, ή απλώς έσβησαν σαν να μην τα ’χαμε κάνει ποτέ. Δεν μιλώ εδώ για το τραύμα στην οικονομία, γι’ αυτό το αστρονομικό ποσό που δεν θα μετρηθεί μόνο σε ποσοστό τού ΑΕΠ, αλλά που κυρίως θα μετρηθεί σε πόνο και σε πελώριες απώλειες, και μάλιστα πολύ σύντομα, ήδη το χειμώνα που μας έρχεται κρυμμένος στη ζέστη και τα κύματα, και πανηγυρικά μέσα στο εφιαλτικό 2016, τη χρονιά που θα μετατρέψει μια χώρα αοράτων ερειπίων σε ένα μετααποκαλυπτικό τοπίο παράνοιας. Δεν μιλώ εδώ για τα μεγάλα που αφορούν τη μάζα, λέω για τα μικρά. Για τα πολύ μεγάλα θέλω να μιλήσουν άλλοι, και να τα περιγράψουν —κάποτε— ως έχουν, και παραστατικά· το οφείλουν. Όχι: εγώ μιλώ για τα μικρά. Για εκείνο, φέρ’ ειπείν, το υπογεγραμμένο συμβόλαιο που ακυρώθηκε, για εκείνη τη γραπτή εργασία που δεν θα δοθεί ποτέ, για εκείνο το ταξίδι που ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή και δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει πια, για εκείνο το περιοδικό που η χαμογελαστή πρεμιέρα του αναβλήθηκε επ’ αόριστον (αυτό το «αόριστον» που πλέον σημαίνει ποτέ), για εκείνη την πρόσληψη που είχε κάνει δυο ανθρώπους να πιουν και να μεθύσουν στην προοπτική της μα που τώρα πάει, λυπόμαστε, ίσως μιαν άλλη φορά, ξανατηλεφωνήστε μας, για εκείνες τις φωτογραφίες με τις γελαστές φάτσες που ήταν να βγουν και που δεν βγήκαν, και που ούτε θα βγουν πια, και ούτε θα ποσταριστούν στα αφελή κοινωνικά δίκτυα. Αυτά είναι που σκέφτομαι όλο, αυτά τα λίγα και μικρά, τα δικά σου και τα δικά μου: λέω δηλαδή για την πραγματικότητα, την πραγματικότητα των προσώπων, για το ότι ζήσαμε μιαν άλλη ζωή, όχι τη δική μας, για το ότι γίναμε κάποιοι άλλοι, κάποιοι με άλλες αναμνήσεις, τελείως, πέρα για πέρα άλλοι. Αυτό είναι το χειρότερο, φίλε. Οι αλλαγές που δεν επιδιώξαμε. Είναι αυτό που κάνει πάντα ο βιασμός.

31 Ιουλίου 2015

Αν υπήρχε χρόνος, θα φτάναμε στο από κάποια οπτική γωνία αστείο σημείο να βλέπαμε τον Λαφαζάνη να ορμάει μέσα σε μπουτίκ και να αρπάζει τις τσάντες γυναικών που θα άλλαζαν σε δοκιμαστήρια, τότε που θα ήταν πιο ευάλωτες, για να δει αν κουβαλάνε κανένα ευρώ και να τους το πάρει. Αλλά δεν υπάρχει, και θα πάψει να παριστάνει τον Καραγκιόζη-Συνταγματάρχη της δραχμής, και μαζί μ’ αυτόν θα πάψουν και οι υπόλοιποι wannabeχουντικοί της πεντάρας. Και θα περιθωριοποιηθούν, μια και καλή. Αν δεν υπήρχε Δικαιοσύνη, θα φτάναμε στο από όλες τις οπτικές γωνίες αστείο σημείο να βλέπαμε τον Βαρουφάκη να δίνει συνέντευξη στην Ανίτα Πάνια ντυμένος Σούπερ Γκούφυ ενώ το κοινό θα του πετούσε αράπικα φιστίκια κι εκείνος θα προσπαθούσε να τα πιάνει με το στόμα στον αέρα. Αλλά υπάρχει, και θα προσαχθεί για να λογοδοτήσει. Και κάπου εκεί θα σταματήσει και η τρέλα του, του φουκαρά. (Και θ’ αρχίσει άλλος Γολγοθάς, βέβαια, για δαύτον. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Αν υπήρχε Θεός, δεν θα μας στερούσε μία κρίση μανίας της Κωνσταντοπούλου, από τις καλές-καλές, να βλέπουμε το μάτι της να παίζει και να γυαλίζει σε εθνικό δίκτυο, από την ΕΡΤ, την ώρα που θα πετάει τασάκια και σάλια προς όλες τις κατευθύνσεις, επί αδίκων και πιο αδίκων. Αλλά δεν υπάρχει, και θα τη στερηθούμε κι εμείς, και το Κοινοβούλιο, από την έδρα του Προέδρου του, και γενικώς. Δεν πειράζει: θα τη διεκδικήσουν σθεναρά η ασόβαρη Χρυσή Αυγή και το Λεμπέτι. [§] Τα πράγματα είναι όσο άσχημα φοβόμασταν οι πιο απαισιόδοξοι, δηλαδή όσο πιο άσχημα μπορούσαν να πάνε, αλλά δεν θα γίνει το δικό τους. Αρκετά σκάσαμε πέντε χρόνια τώρα, θα φτάσει η ώρα που, έστω επί ερειπίων, το freakshowθα κατεβάσει ρολά και θα κυνηγηθεί.

31 Ιουλίου 2015

Ήρθα να γράψω το Ημερολόγιο, είχα ένα θέμα στο μυαλό μου, και καλό μάλιστα, αλλά έπεσα πάνω σ’ αυτό: «Χρειαζόμαστε επειγόντως να οργανώσουμε νηφάλια τη συζήτηση για ένα σχέδιο παρατεταμένης λαϊκής αντίστασης, ένα σχέδιο που θα ενισχυθεί από το συντονισμό με τους αγώνες των υπόλοιπων ευρωπαϊκών λαών, ένα σχέδιο νίκης των δυνάμεων της εργασίας και της νεολαίας. Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης δεν μπορούμε να φοβηθούμε κανένα ερώτημα είτε σε ό,τι αφορά μία οργανωμένη και σχεδιασμένη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα,  είτε σε ό,τι αφορά τους ελιγμούς μέσα στην υφιστάμενη Ευρώπη, είτε ακόμα και για το αν είναι εφικτό  και με ποιo τρόπο να κάνει αριστερή πολιτική μια κυβέρνηση μέσα στο σημερινό παγκόσμιο συσχετισμό δύναμης», και δεν θυμάμαι καν τι ήθελα να πω. Είναι από την ανακοίνωση των «53» (στελέχη, λέει, της «αριστερής προεδρικής πλειοψηφίας», ό,τ ι διάολο και αν σημαίνει αυτό) του ΣΥΡΙΖΑ. [§] Οπότε, επειδή frankly, my dear, don'give damn και καθώς tomorrow is another day, επιλέγω να κοιμηθώ παίρνοντας στο κρεβάτι το αστυνομικό μου. 

30 Ιουλίου 2015

Η νίκη. Κανείς μπορεί πλέον να κάνει ανάληψη 420 ευρώ εβδομαδιαίως, μαθαίνουμε, οποιαδήποτε ημέρα μεταξύ Δευτέρας και Παρασκευής. Και όταν λέμε να κάνει ανάληψη 420 ευρώ, εννοούμε να τα σηκώσει όλα μαζί, και τα 420, όχι εξήντα-εξήντα όπως ίσχυε μέχρι πρότινος. Μεγάλη υπόθεση. Μία τρανή, στ’ αλήθεια, κατάκτηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, της ελληνικής οικονομίας, κάτω από τη στιβαρή καθοδήγηση της εθνοσωτηρίου κυβερνήσεώς μας. Κόντρα σε κάθε προγνωστικό, αντιμέτωπη με την κακογλωσσιά και την καταλαλιά του κόσμου, η εθνοσωτήριος παλεύει, πέφτει, σηκώνεται — και συνεχίζει τη μάχη. Για το Λαό. Για την Πατρίδα. Για τη σημαία. [§] Η ήττα. Σε άλλα νέα, σύμπασα η κοινή γνώμη φρύαξε από την αποφυλάκιση του φρικτού Παπαγεωργόπουλου, που αντί να σαπίσει ισοβίως στη φυλακή εκμεταλλεύτηκε ένα φρεσκοανοιγμένο παραθυράκι του νόμου, προφασίστηκε —αίσχος!— ανήκεστο βλάβη υγείας, αναπηρία, ψυχική νόσο κλπ. κλπ., και προχωρά (άκουσον, άκουσον!) ελεύθερος στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αυτή την ίδια πόλη που ρήμαξε με τις απατεωνιές του, για να αρχίσει να τρώει τα 15 εκατομμύρια που έκλεψε. Ουαί, ουαί, φωνάζει ο Λαός μας, κρίμα που δεν έχουμε θανατική καταδίκη, έπρεπε να τον είχαν τουφεκίσει, έστω και χωρίς στοιχεία, δεν μας νοιάζουν τα στοιχεία, έπρεπε να τον είχαν τουφεκίσει με αποχρώσες ενδείξεις στο Επταπύργιο, αυτός που του ’ριξαν τα πρώην ισόβια, να δει αυτός. Ευκαιρία λοιπόν: να επανέλθει η θανατική ποινή, γιατί αλλιώς κάτι τέτοιοι βρίσκουν πατήματα και βγαίνουν από τις φυλακές. Τουφέκι. Τουφέκι! [§] Η αλήθεια. Γράφει η Ειρήνη Αγαπιδάκη στο Facebook: [§] Η διάψευση δεν έχει τέλος. Είμαι 36 χρονών. Όλες μου οι σπουδές έγιναν σε Ελληνικά ΑΕΙ. Δουλεύω από μικρή. Ό,τι έχω καταφέρει στη ζωή μου, το χρωστώ στα χέρια μου που συνεχίζουν όταν το μυαλό αδειάζει. «Γνωστούς» δεν είχα ποτέ, μόνο λίγη τύχη, όταν τη χρειάστηκα. Αυτήν και τον κόπο μου. Κι είμαι τυχερή. Δε μπορούσα ποτέ να φανταστώ πόσο θα μου άρεσε, πόσο θα αγαπούσα αυτό που κάνω. [...] Έμεινα εδώ από επιλογή. Πίστευα ότι, παρά τις δυσκολίες, πρέπει, μπορούμε να μείνουμε και να ενισχύσουμε τον τομέα της έρευνας και της εκπαίδευσης. Πόνταρα όλη μου τη δύναμη, τον μόχθο και την παραγωγικότητα στους λίγους ανθρώπους που υπήρχαν ήδη στα Ελληνικά ΑΕΙ και ήταν αυτοί που πάντα έκαναν τη διαφορά. Θεώρησα ότι, σιγά-σιγά, μπορούμε να καταφέρουμε να γίνουμε περισσότεροι από τους λιγότερους. Αισθανόμουν ότι αυτή η χώρα μού έδωσε και ήθελα κι εγώ να δώσω κάτι πίσω. Από προσωπικό συμφέρον. Για να νιώσω «καλά», «πλήρης». Ίσως επειδή η εκπαίδευση έδωσε σε μένα τόσες ευκαιρίες. Από το 2009 μέχρι πριν από λίγους μήνες, διάνυσα την πιο παραγωγική μου περίοδο μέχρι τώρα. Σε κάθε εμπόδιο, πείσμωνα. Μαζί με τους λίγους. Όσα εμπόδια μας έβαζε ο ΕΛΚΕ, τόσες λύσεις βρίσκαμε για να καταφέρουμε να κρατήσουμε τα ερευνητικά προγράμματα σε ορθή τροχιά. Ανοησίες. Ποια ορθή τροχιά; Για την ύπαρξή τους παλεύαμε. Πόσες ιστορίες δεν μοιράστηκα με συναδέλφους που έκαναν ακριβώς το ίδιο. Υπήρχαν (υπάρχουν) Καθηγητές που είχαν μείνει χωρίς αντιδραστήρια επειδή η απαράμιλλη γραφειοκρατία του ΕΛΚΕ δεν έδινε το «πράσινο φως». Έτσι, ερχόταν το deadline για τα παραδοτέα κι ακόμη περίμεναν το «χαρτί» για τα αντιδραστήρια. Ήταν κι άλλοι που αντί να αναζητούν ήδη το επόμενο project και να κάνουν διεθνείς συνεργασίες, ξενυχτούσαν πάνω από τα εξελάκια κι έβρισκαν τους πλέον καινοφανείς τρόπους για να καταφέρουν να κάνουν τη δουλειά τους. Ποιος ΕΛΚΕ, εδώ που τα λέμε… Ληστεία σκέτη τα Υπουργεία Παιδείας. Από πού να το πιάσεις. [...] Κάθε μέρα στη δουλειά με την ψυχή στο στόμα και την αγωνία για το αυτονόητο. Στα συνέδρια και στα meetings να βλέπεις τους άλλους, τους «ξένους» και να λες «πιο γρήγορα, πιο καλά, είμαι ήδη πίσω». Και να είναι αυτό το «πιο γρήγορα και πιο καλά» το μόνο σου κράτημα. Να είναι οι κρίσεις (τα reviews που λένε οι «ξένοι») από τα άρθρα που υποβάλλεις η μόνη αξιολόγηση που έχεις για τη δουλειά σου. Να προσπαθείς να ανταγωνιστείς άλλους, που όλα όσα για σένα είναι ζητούμενα, τα έχουν λυμένα. Και εσύ εκεί, να λες: Είμαστε όλοι Ευρωπαίοι. Στην ίδια αρένα. Στην ίδια γραμμή. Ούτε εκατοστό πιο πίσω. Να κάνεις τον ετεροπροσδιορισμό κομμάτια, χαρτοπόλεμο, και να στέκεσαι όρθιος. Και μετά από όλο αυτό, αφού κατέληξες καταχρεωμένος, καταϊδρωμένος, αλλά ζωντανός, στο ίδιο σκαλοπάτι με τους «άλλους, τους ξένους», να έρχεται η στιγμή, που αυτός που δεν ξέρει πού πέφτει η λέξη «μόχθος» στο λεξικό, να σου τσακίζει τα γόνατα. Κάθε μέρα, όλο και πιο πολύ. Λίγο ακόμη. [...] Κάθε μέρα και πιο χαμηλά, κάθε μέρα και λίγο ακόμη. Να αποδέχεσαι τον εκμαυλισμό σαν κάτι που ήρθε για να μείνει. Το παράλογο, σαν κανονικότητα. Τον σφετερισμό σαν θέσφατο. Και, κάπου εκεί, να πιάνεις τον εαυτό σου να στέκεται με την πλάτη στον τοίχο. Δεν υπάρχει πια άλλη ερώτηση, εκτός από το: «Θα μείνεις ή θα φύγεις;». Όσοι από μας φύγουν, ώρα καλή! Κι όσοι μείνουμε, έχουμε επίγνωση: Πεθάναμε. Μας πέθανες, Αλέξη Τσίπρα. Είναι πολλά τα ονόματα. Θα μας μάθεις έναν-έναν προσωπικά. Στο υπόσχομαι. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αυτόν τον μόχθο δε θα τον αποφύγεις.

29 Ιουλίου 2015
Σελίδα 20 από 30